Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (1660): «Φεύγω – φυγή»…

-«Όμως εδώ τελείωσα. Ώρα να φύγω. Όπως θα φύγετε κάποτε κι εσείς. Και τα φαντάσματα της ζωής μου θα μ’ αναζητούν τώρα τρέχοντας μες στη νύχτα και τα φύλλα θα ριγούν και θα πέφτουν. Ετσι συνήθως έρχεται το φθινόπωρο. Γι’ αυτό, σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνοια/ μιας και δεν ήτανε ποτέ πραγματική.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-«…Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος…
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω…»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

-Κώστα Γ. Καρυωτάκη, [Θέλω να φύγω πια από δω…]

Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να ’ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος εαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίηση να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πώς έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

[πηγή: Κ.Γ. Καρυωτάκης, Τα ποιήματα (1913-1928), επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Νεφέλη, Αθήνα 1992, σ. 129]

-Ευγένιος ΜακΚάρθυ, «Θα φύγω απ’ το καράβι μου»

«Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει…
Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.»
(ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ)

Ναυτολογήθηκα στο «Σύνταγμα»

για 46 λιμάνια, μέρες 67·

καλό καράβι ταπέτα πέρα ώς πέρα, καθαρό

και μάστορας του μπριτζ ο Γκόρεν·

όλο χαρά και ξεγνοιασιά

—ο Ισμπράντσεν έτσι το διαφήμιζε—

καλοθάλασσο με το παραπάνω.

Αψηφώντας τις φουρτούνες του Ατλαντικού

σκαμπανεβάζοντας στις φουσκοθαλασσιές της Αφρικής

ήταν κάπως μεγάλο για τη Μεσόγειο,

σίγουρα για το Αιγαίο.

Με τέτοιο βύθισμα πώς να πλευρίσουμε

περιμέναμε αρόδο.

Ξενιτεμένος

έξω από τη γλώσσα σου, μεταφρασμένος

απ’ το καράβι «Αγωνία 937»

ανέβηκες βίαια στο καράβι μας,

με μια κραυγή για την Ελλάδα, Γιώργο Σεφέρη.

Με της Ελλάδας τις πληγές

μας πλήγωσες.

Μας πλήγωσες με το βαθύ βογκητό

γυναικών που ολόλυζαν μέσα από τους αιώνες —

και με τη ρηχή σιωπή

της θαμμένης φλογέρας.

Μας πλήγωσες

με το φόβο τον κοφτερό

του σπασμένου κουπιού, δείχνοντας τον τάφο

στ’ ακρογιάλι

και με τη μουγγή πίκρα του λιμανιού

όταν μισέψουν όλα τα καράβια.

Μας πλήγωσες με την ασπράδα

της αμυγδαλιάς της ανθισμένης

και με τα μαύρα αποκαΐδια

στα δεκατισμένα χωριά.

Μας πλήγωσες

με τη γλύκα του ροδιού

και με την πίκρα

της θαλασσινής αρμύρας.

Μας πλήγωσες

με τ’ αλαφρύ περπάτημα των παιδιών,

με τα βαριά μαρμάρινα κεφάλια

και με τις ασήκωτες πέτρες.

Μας πλήγωσες ώσμε το θάνατο

κι ώσμε τη ζωή.

Έντεκα λιμάνια μ’ απομένουν

όμως θα φύγω απ’ το καράβι μου

για να μπαρκάρω με το «Αγωνία 937».

(Απόδοση από τ’ αμερικανικά
(Ελλείψει άλλης χειρός)
Σκύρος, Αύγουστος 1969)

[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄, επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Αθήνα 1993, σ. 127-129]

(Μάλλον λιγότερο γνωστό είναι το γεγονός ότι ο Σεφέρης το 1969 απέδωσε από τα αμερικανικά, «ελλείψει άλλης χειρός» όπως σημειώνει, το ποίημα «Θα φύγω απ’ το καράβι μου» του Αμερικανού γερουσιαστή Ευγένιου ΜακΚάρθυ, που απευθύνεται στον Ελληνα ποιητή.)

 

-Γιάννης Π. Τζήκας, «Σε βλέπω να φεύγεις…»

«Να ταξιδεύεις θες

Ν’ αφήνεις πίσω τη ζωή σου

Να βρεις μιαν άλλη

Μα όπου και να πας πάλι θα φεύγεις

Θα φοράς το νυφικό της Οφηλίας

Και θα φεύγεις

Τάσεις φυγής σε δυναστεύουν…

Και γω χωρίς ποτέ να ‘χω ταξιδέψει

Έστω ναύτης

Σε τσακισμένο όνειρο

Σε μεθυσμένο τρεχαντήρι

Μένω εδώ…

Σε μένα, βλέπεις, τα φεγγάρια

Δε μιλάνε για ταξίδια…

Σε βλέπω να φεύγεις

Με το λυγμό μου σου φωνάζω

Πού πας; Πού μ’ αφήνεις;

Αν μου φύγεις

Της ζωντάνιας σου το φέγγος

Θα μου λείψει

Κι άλλο αστέρι

Δεν έχω από σένα

Στάσου μια στιγμούλα

Στάσου…

Θα περπατήσω στα κύματα

Του αγέρα που είσαι

Και θα σε φτάσω

Να σου χαρίσω ένα λουλούδι θέλω

Ένα «μη με λησμόνει»

Κι ύστερα φεύγεις…

Και τώρα που μόνος μένω

Καθώς χάνεσαι οπτασία στα νέφη

Θέλω να σου πω

Πως στα ταξίδια σου

Μια θλίψη πάντα διακρίνω

-αυτή μην τάχα θες ν’ αφήνεις πίσω;-

Κ’ είναι η θλίψη σου

Στα μύχια σου χωμένη

Και σε τραβάει και χάνεσαι

Σ’ ονείρωνε δαιδάλους…

Αχ, του μυχού τα μυστικά σου δείξε μου

Να βυθιστώ στη δύνη τους και γω μαζί τους

Το ψέμα, την αλήθεια σου να δω

Και πάρε με μαζί σου…

Σε βλέπω πάλι να φεύγεις

Αέρινη, κρινόλευκη

Και το λυγμό μου

Στη γλώσσα του ανέμου ακουμπώ

Να σου τον πέμψει

Αν ποτέ γυρίσεις

Θα ‘μαι εδώ να περιμένω

Μόνος, καταμόναχος

Με τη θύμησή σου

Με τη γλυκόπικρη γεύση

Του λειψού φιλιού στα χείλη»

(Πηγή: https://itzikas.wordpress.com/tag/%CF%84%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%B6%CE%AE%CE%BA%CE%B1%CF%82/)

-Χριστίνα, «Να μάθεις να φεύγεις…»

«Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας
Να φεύγεις -αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς

Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για τον δρόμο
Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.

Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (Όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας -αποδέξου το)

Να σταματήσεις να αγαπάς τον Μέλλοντα, όταν αυτό που έχεις είναι μόνο ο Ενεστώτας
Να φεύγεις από εκεί που δεν ξέρεις γιατί βρίσκεσαι -από κει που δεν ξέρουν γιατί σε κρατάνε
Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες

Δεν έχεις τόσο περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις. Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι. Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη άνοιξη.

Να φεύγεις από εκεί που δεν σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι. Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, τον χρόνο σου και την καρδιά σου

Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει

Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει

Να μη συγχωρείς όσους δεν σου έπλυναν τα πόδια σου με δάκρυα μετανοίας
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς, οι τρίτες για τους γελοίους

Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία, κοροϊδία

Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα, όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Και. Να μάθεις να φεύγεις. Από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες

Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.»

(Το κείμενο είναι της Χριστίνας και όχι του Μενέλαου Λουντέμη, όπως αποδίδεται στο διαδίκτυο)

(Πηγή: http://www.yposimeioseis.com/2014/07/blog-post_20.html )

-*Και η απάντηση στο παραπάνω κείμενο «Να μάθεις να φεύγεις» από την «Tάδε Έφη»

«Αν όλοι μάθουν να φεύγουν τότε ποιος θα μείνει να προσπαθήσει, να διορθώσει, να συγχωρήσει, να συγχωρεθεί, ν΄αγαπήσει, ν΄αγαπηθεί; Η φυγή δεν ήταν ποτέ θαρραλέα, η πιο εύκολη λύση είναι η λήθη. Και ποιο είναι το μάθημα τότε; Χαμένος χρόνος όλα; Στιγμές καταδικασμένες,αφού η ανάμνηση τους ίσως φέρει πόνο. Και ο εγωισμός στην πρώτη γραμμή,γιατί κάποιος κάποτε μας πλήγωσε και γίναμε καημένοι από ερωτευμένοι. Και προτιμούμε να θάψουμε ένα ολόκληρο κομμάτι τις ζωής μας που μας διαμόρφωσε σ΄αυτό που είμαστε σήμερα-πιο μνησίκακοι και εγωιστές αν προσκολληθούμε στον πόνο και τον θυμό,πιο ανθρώπινοι αν κατανοήσουμε τα λάθη και συγχωρήσουμε τον εαυτό μας και τον άλλο κι έτσι πιο κοντά στην ευτυχία και την ηρεμία. Μου κάνει εντύπωση πως τόσοι άνθρωποι ταυτίστηκαν με το μελοδραματικό «Να μάθεις να φεύγεις». Ακόμα κι εγώ, παθούσα η ίδια, δε συμφώνησα παρά ίσως σε δυο σημεία. Και ταυτίστηκες ακόμα κι εσύ, που από θύτης έγινες θύμα. Μπούρδες. Επειδή πάντα έφευγες βρέθηκες εδώ. Επειδή δεν έχεις μάθει να μένεις, να συμπαθείς, να συμπάσχεις, να συμμετέχεις, να αποδέχεσαι και να κατανοείς. Επειδή είναι πιο εύκολο να φεύγεις όπου βρεις δυσκολία και να ψάχνεις μάταια αλλού αυτό που δε σου χαρίστηκε όπως επιθυμούσες και προτίμησες να μη κάνεις τίποτα για να το αποκτήσεις. ‘Επρεπε μικρή μου βασίλισσα να σου ρθει έτοιμο, γιατί δεν είσαι μια κοινή θνητή, αυτός που σε αξίζει φαίνεται από χιλιόμετρα μακρυά, φέγγει σα πυγολαμπίδα και ο κώλος του όταν κλάνει σφυρίζει τ΄όνομα σου. Και θα ναι τόσο τέλειος που ποτέ δε θα σε πληγώσει, ούτε καν θα σε προβληματίσει. Και θα σ’ αγαπήσει γιατί είσαι τέλεια σε όλα και γ@μάτη, μέχρι να βαρεθείτε την τελειότητα σας και να ψάξετε εμάς τους ατελεις που μένουμε και ότι χαλάει το διορθώνουμε, δε το πετάμε. Και στην τελική, αν είναι να φύγεις, φύγε περήφανα, με το κεφάλι ψηλά και τις πληγές σου μάθημα, χωρίς να τρέχεις να ξεφύγεις από τις ίδιες σου τις επιλογές, ρίχνοντας στον άλλο την ευθύνη για τα δεινά σου. Γιατί έτσι, το μόνο που θα μάθεις, είναι να φεύγεις.»

(Πηγή: www.lifo.gr)

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ, [Φεύγεις…]

*

«Φεύγεις την ώρα ακριβώς που σε σκέφτομαι.
Αφήνεις πίσω το λιγοστό άρωμα
της μνήμης σου
και τα δεσμά του μυαλού και του πόθου μου.
Φεύγεις, άρα υπάρχεις.
Eρχεσαι, όταν ζητάς να με υποτάξεις,
να παίξεις ανασύροντας τη φωνή μου
από τα έγκατα του ασύλληπτου. Ερχεσαι,
άρα σου ανήκω.
Ετσι φτιάχτηκε ο κόσμος για μας.
Αφηνέ με ν’ αγγίζω την αύρα σου έστω,
την άκρη απ’ τη σκιά σου έστω,
τη θέρμη στο μέρος που ακουμπούσες το χαρτί.
Υστερα κοίταζέ με
να σου αφήνω λέξεις πάνω στο σεντόνι.
να γίνομαι ποτάμι από σιωπές.
Γερνάμε μαζί αλλά
θα πεθάνω μόνο εγώ,
αγάπη μου.»
(από τη συλλογή «Γράμματα στον πρίγκιπα»,
Μικρή Αρκτος, 2010)

-Μαίρη Πέστροβα, «Δρομολόγιο φυγής»

[Αναμμένο καρβουνάκι

θυμιάματος

τα άδηλα

και τα κρύφια

καίω

ως άλλης

παραβολής

καιόμενη

βάτος]

Όταν θα φύγω

δρομολόγιο,

μη μου μελαγχολήσεις.

Θα “ναι δρομολόγιο φυγής

ή

ξεκαθαρίσματος λογαριασμών

από κείνη την ημέρα

την βροχερή

[όλα τα όμορφα

έρχονται εν μέσω τυφώνα

και παραμένουν

αυτοκόλλητα ανεξίτηλα,

να! εδώ κολλήστε το

σας παρακαλώ,

θέλω σαν πηγαίνω

στον καθρέπτη

να βλέπω μορφή

να βλέπω μάτια

να βλέπω χέρια]

Να βλέπω

στο κρύσταλλο

των ματιών μου,

υαλοκαθαριστήρες

το χαμόγελο,

αυτό,

με την λακουβίτσα

στο πλάι…

Όταν θα “χω φύγει

δρομολόγιο,

μη μου μελαγχολήσεις.

Θα “ναι δρομολόγιο φυγής,

μα δίστασα να στο φωνάξω.

(http://fractalart.gr/dromologio-fygis/)

 


-Κώστας Βάρναλης, «ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ»

Πάνω στου πελάου

το σπιθάτ’ αφρό

έστησα χορό,

φεύγω, αναχωρώ!

Έκανα φτερά

κι έγινα πουλί

γεια χαρά, καλή,

και μην κλαις πολύ.

Θάνατος εδώ

κι ανθρωποσφαγή.

Τούτ΄η μάβρη γη

κόκκινη πληγή.

Μέσα στην καρδιά

κόβω κάθε τι

που με συγκρατεί

με τη λάσπη αφτή,

Βούλωσα κι αφτιά

και μνημονικό,

για να μην ακώ

τίποτα κακό.

Ντύθηκα γαμπρός

από καινουργίς

άστρο της αυγής,

έβγα να με διεις.

Πάω για θεός

σε νησί τρανό

μες στο γαλανό

τον ωκεανό.

Άνεμος φυσά

παίρνει με και πα

κι η καρδιά χτυπά!

Όλα Χαρωπά!

Παίρνει με και πα

πούλουδο αλαφρό.

Πάντα με χορό

φέβγω, αναχωρώ!

(Κ. Βάρναλης, «Ποιητικά», εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1958)

 

-Μιχαήλ Μήτρας, «ΤΑΣΕΙΣ ΦΥΓΗΣ»

«να φύγει θέλει να φύγει να φύγει να δεν
θέλει να φύγει όμως δεν μπορεί να φύγει
πώς να φύγει πού να φύγει με τι να φύγει
να φύγουν θέλουν να φύγω να φύγουν να
φύγω θέλω να φύγω να φύγουν θέλουν να
δεν μπορώ να φύγω δεν μπορείς να φύγεις
θέλεις να φύγεις θέλουν να φύγουν όμως
δεν μπορείς να φύγεις να φύγεις να φύγεις
θέλουν να φύγουν θέλω να φύγω να φύγεις
μπορούν να φύγουν δεν μπορείς να φύγεις
να φύγω να φύγει να φύγει να φύγουν δεν»

(από τις «Διακριτικές Μεταβολές»
, συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του, Εκδόσεις, Απόπειρα)

 

-Γιώργος Σεφέρης, «Φυγή»

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας

έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε

ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό

ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο

μέσα στο πρωινό χορτάρι

ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε

να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε

σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν

να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε

με τόσο πάθος.

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε

μ᾿ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες

κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα

εκείνου του ανθρώπου

κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη

μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε

μέσα στη φυγή.»

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

-Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Η φυγή»

«T’ άλογο! τ’ άλογο! Oμέρ Bριόνη,
το Σούλι εχούμησε και μας πλακώνει.
T’ άλογο! τ’ άλογο! ακούς, σουρίζουν
ζεστά τα βόλια τους, μας φοβερίζουν.

»Για ιδές, σα δαίμονες μας πελεκάνε!
Kάτου απ’ το βράχο τους πώς ροβολάνε!
Δες τα κεφάλια μας, δες τα κουφάρια
κυλάνε ανάκατα σαν να ’ν’ λιθάρια.

»T’ άλογο! τ’ άλογο! Aκούς πώς σκούζουν!
Oι λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
Άνοιξ’ η κόλαση και μου ξερνάει
τον μαύρον κόσμο της για να με φάει.

»Bριόνη, πρόφθασε· ακόμη ολίγο,
κι από τα νύχια τους δε θα ξεφύγω.
T’ άλογο!… Γνώρισα τη φουστανέλα
του εχθρού μου τ’ άσπονδου Λάμπρου Tζαβέλα.

»Δεν τόνε βλέπετε, σα Xάρος φθάνει
ψηλ’ ανεμίζοντας το γιαταγάνι.
Nιώθω το χέρι του μες στην καρδιά,
που πάει σπαράζοντας τα σωθικά.

»Aνεμοστρόβιλος, θεοποντή,
όλα σα σίφουνας θα καταπιεί.
Tο μάτι επάνω μου άγρια στυλώνει,
μαχαίρι δίκοπο μέσα μου χώνει.

»Kρύο το σίδερο χωνεύει, σφάζει.
Aκούτε, ακούτε τον πώς μου φωνάζει.
Nιώθω το χνότο του φωτιά ζεστό,
πόρχετ’ επάνω μου σα να ’ναι φιό.

»T’ άλογο! τ’ άλογο, Oμέρ Bριόνη.
O ήλιος έπεσε, νύχτα σιμώνει…
Άστρα, λυτρώστε με· αυτή τη χάρη
ζητάει ο Aλήπασας, πιστό φεγγάρι.»

Eμπρός του στέκεται καμαρωμένο,
μαύρο σαν κόρακας, χρυσά ντυμένο,
άτι αξετίμωτο, φλόγα, φωτιά,
καθάριο αράπικο, το λεν Bοριά.

Xτυπάει το πόδι του, σκάφτει το χώμα,
δαγκάει το σίδερο πόχει στο στόμα.
Pουθούνια διάπλατα και τεντωμένα
αχνίζουν κόκκινα σαν ματωμένα.

Aκούει τον πόλεμο και χλιμιτάει.
T’ αυτιά του τέντωσε, άγρια τηράει.
Oλόρθ’ η χήτη του, ολόρθ’ η ορά,
λυγάει το σώμα του σαν την οχιά.

Σκώνεται λαίμαργο στα πισινά του.
Λάμπουν τα νύχια του, τα πέταλά του.
Λες και δεν έγγιζε κάτου στη γη…
Kρίμα που το ’θελαν για τη φυγή!…

O Λάμπρος το ’βλεπε κι από τη ζήλεια
κρυφ’ αναστέναξε, δαγκάει τα χείλια:
«Άτι περήφανο, να σ’ είχα εγώ,
μέσα στα Γιάννινα ήθελα μπω».

Ωστόσ’ ο Aλήπασας, από τον τρόμο,
τα χήτη του άρπαξε, πετάει στον ώμο…
Σα βόλι γλήγορο, σαν αστραπή,
το άτι χάθηκε με τον Aλή.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Δίκαιη κατάρα!
Tους εκυνήγαε αχνή τρομάρα·
νύχτα κατάμαυρη και συγνεφιά
γύρω τους στέκονται για συντροφιά.

Λόγκους περάσανε, χαντάκια μύρια.
Aίματα στάζουνε τα φτερνιστήρια·
αφρούς σα θάλασσα τ’ άλογο χύνει,
σκιάζεται ο Aλήπασας, καιρό δε δίνει.

Kαθώς διαβαίνουνε, τρίζει ένα ξύλο,
φυσάει ο άνεμος, πέφτει ένα φύλλο,
πουλάκι επέταξε, φεύγει ζαρκάδι,
νεράκι πότρεχε μες στο λαγκάδι·

όλα ο Aλήπασας, όλα τρομάζει,
κρύος ο ίδρωτας βρύση τού στάζει.
T’ άλογο αυτιάζεται, δεν ανασαίνει,
τα πόδια εστύλωσε, λύκος διαβαίνει,

και κειος τα δάχτυλα σφίγγει στη σέλα,
τα μάτια του έβλεπαν παντού Tζαβέλα.
Παντού του φαίνονται πως είν’ κρυμμένα
σπαθιά που λάμπανε ξεγυμνωμένα.

Mακριά τα γένια του, άσπρα σα χιόνι,
τα παίρνει ο άνεμος, σκόρπια τ’ απλώνει
εμπρός στο στόμα του και στο λαιμό,
λες και τον έχουνε για πινιμό.

Kαθώς τα κύματα με τη νοτιά
τη νύχτα χάνονται στη σκοτεινιά,
και δεν χωρίζουνε παρά οι αφροί των
ψηλά που ασπρίζουνε στην κορυφή των,

έτσι και τ’ άλογο κείνο το βράδυ
σαν κύμα διάβαινε μες στο σκοτάδι,
κύμα ολοφούσκωτο και σκοτεινό,
πόχει τ’ Aλήπασα τα γένια αφρό.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Πάντα τρεχάτοι.
Φθάνει, κ’ εδείλιασε το μαύρο τ’ άτι,
φθάνει, και τρέμουνε τα γόνατά του·
ακούς πώς βράζουνε τα σωθικά του!

Λυσσάει ο Aλήπασας και βλαστημά.
Tο φτερνιστήρι του χώνει βαθιά.
Tο άτι φούσκωσε, βαριά μουγκρίζει,
δίνει ένα πήδημα και γονατίζει.

H καρδιά μέσα του χτυπάει σφυρί,
τ’ αυτιά του γέρνουνε, πέφτει στη γη.
Σπαράζει, ανδρειεύεται και ροχαλιάζει,
απ’ τα ρουθούνια του το αίμα στάζει.

K’ εκεί που τ’ άλογο ψυχομαχάει,
βουβός στη λύσσα του ο Aλής τηράει,
τηράει ανήσυχος, αχνός, να ιδεί.
T’ αυτιά του ετέντωσε ν’ ακουρμαστεί.

Aκόμα σκιάζεται του εχθρού τα βόλια,
και αρπάζει τρέμοντας τα δυο πιστόλια.
T’ άτι το δύστυχο δίπλα στο χώμα
χτυπιέται, δέρνεται, βογκάει ακόμα,

και δεν τον άφηνε καλά ν’ ακούσει
αν κείν’ οι δαίμονες τον κυνηγούσι.
Άφριασ’ ο Aλήπασας, καίετ’, ανάφτει,
τα βόλια τόφτεψε μες στο ριζαύτι.

T’ άτι εταράχτηκε σαν το στοιχειό
και μ’ ένα μούγκρισμα μένει νεκρό.
Tο μάτι ακίνητο και καρφωμένο
έμειν’ επάνω του θολό, σβημένο.

Aκούει πατήματα, φωνές πολλές…
Aχ, τον επρόδωκαν οι πιστολιές!
Σιμώνει ο θόρυβος, το αίμα του πήζει,
έπιασε τ’ άλογο για μετερίζι.

Γιομίζει τ’ άρματα, και στο μαχαίρι
σιγά και τρέμοντας ρίχνει το χέρι.
Aκούει που φώναζαν «Bιζίρη Aλή».
K’ εκείνος έλιωνε σαν το κερί.

Πάλε φωνάζουνε! Kάθε φορά
ακούετ’ ο θόρυβος πλέον σιμά.
Tο μάτι ολάνοιχτο ο Aλής καρφώνει:
«Bοήθα με,» φώναξε, «Oμέρ Bριόνη!»

Έτσι ο Aλήπασας κυνηγημένος
μπαίνει στα Γιάννινα σαν πεθαμένος.
Όσο κι αν έζησεν, η φουστανέλα
του Λάμπρου τόστεκε στα μάτια φέλα.

(από το Aριστοτέλης Bαλαωρίτης B΄. Ποιήματα και Πεζά, Ίκαρος 1981)

Advertisements

Single Post Navigation

16 thoughts on “Πες το με ποίηση (1660): «Φεύγω – φυγή»…

  1. καλή εβδομαδα να εχουμε

    Ἡρωικὴ Φυγή

    Ξοπίσω μου δαιμονικὸ φυσομανοῦσε, τοῦ ᾿Ἅδη,
    πύρινο ἀνασασμὸ
    κι ἔτρεχα, σ᾿ ἄφεγγες νυχτιές, μὲς στὸ βαθὺ σκοτάδι,
    μ᾿ ἓν᾿ ἄγριο καλπασμό.

    Καὶ τὸν μαντύα τὸν ταπεινὸ ξεδίπλωνα τοῦ ἐπαίτη
    σ᾿ ἡρωικὴ φυγὴ
    κι ἔσερνα ἀτίθασα λυτή της κόμης μου τὴ χαίτη
    καὶ σάρωνα τὴ γῆ.

    Τοῦ ἀνέμου τὸ καμτσίκωμα ποὺ ἀφάνιζε τὰ δάση
    μὲ λύγαε, καλαμιὰ
    καὶ στέγνωνε στὰ χείλια μου, τὴ φούχτα μου, ἄδειο τάσι
    στὴν ἄνυδρη ἐρημιά.

    Κι ἀπ᾿ τὴν ἁρμύρα θερίευε τῆς φλογισμένης ἄμμου
    τὸς δίψας τὸ οὐρλιαχτό,
    μὰ ἔφευγα, ἐνῶ, σὲ σύσπαση φριχτή, κυλιόταν χάμου
    τ᾿ ἀνήμπορο ἑρπετό.

    Ἡ γῆ κάτω ἀπ᾿ τὴ φτέρνα μου προδοτικὰ βογγοῦσε
    καφτὴ ὡς λαβωματιά,
    μὰ βέλος ξέφευγα γοργὸ καὶ πίσω μου ἀστοχοῦσε
    ἡ ἐχθρικὴ σαϊτιά.

    Μὲ παραμόνευε γαμψὰ τὸ νύχι στὰ σκοτάδια
    τοῦ πειναλέου βραχνὰ
    κι ὡς γλύτωνα, οἱ φοβέρες του, μαύρων ὄρνιων κοπάδια
    πίσω ἔκραζαν βραχνά.

    Κι ἡ νύχτα τρύπια, τάνυζε φτερούγα νυχτερίδας,
    τὸν ἔναστρο οὐρανὸ
    καὶ τὴν ὀργὴ τοῦ κεραυνὸ σὲ νέφη καταιγίδας
    σπαθὶ ἔκρυβε γυμνό.

    Στὸ πέρασμά μου σφύριζε τῆς ἔχθρητας τὸ φίδι
    μὲς στὰ ξερὰ κλαδιά,
    μὰ τῆς φυγῆς μου ἠ αστραπῆ περνοῦσε ὅπως λεπίδι,
    τῆς νύχτας τὴ καρδιά.

    Καὶ τοῦ θριάμβου μου ἡ κραυγὴ βόλι καφτὸ τρυποῦσε
    τὰ σπλάγχνα τῆς σιγῆς
    κι ἀντίλαλους ἡ φόρμιγγα τοῦ στήιθούς μου ξυπνοῦσε,
    στὶς ἐσχατιὲς τῆς γῆς.
    Μελισσάνθη

    ΚΩΣΤΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
    Σημεῖα Φυγῆς
    ΠΟΙΗΜΑΤΑ
    Μιὰ γραμμὴ εἶν᾽ ἡ Φυγὴ
    πέρα, σὲ ἄφθαστο βάθος
    ἑνὸς ὁρίζοντα ἀμυδροῦ.

    Καὶ τὰ Σημεῖα, ἕνα ἢ δυό,
    σ᾽ ἔρημον ὅρμο τῆς καρδιᾶς
    ἢ σ᾽ ἕνα κύτταρο τοῦ νοῦ.

    Να φύγει!
    Αλλού να διεκδικήσει της πολύ φιλίας τα πρωτεία.
    Να φύγει; να αγωνισθεί;
    — Παίζεται η φήμη του.
    Είναι άντρας, δε φοβάται τη μάχη.
    Μα η φήμη της ομορφιάς πώς σώζεται;
    ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ

    Ορφέας Σπαρτιώτης
    Της φυγής

    Οι ιερειες της Φυγης

    θα τελεσουν τη θυσια

    των πισω, που αφηνουμε

    στην αγκαλια του χρονου

    της μνημης που πληγωνει

    … τα κυμβαλα της χαμενης αθωοτητας

    συντροφευουν

    τις αληθειες που πονουν

    τις αληθειες…

  2. Φίλτατε Γιάννη, πολύ το υλικό και πολύ ενδιαφέρον. Καλημέρα!

    1. ΦΥΓΗ

    Ἀμίλητη, κυνηγημένη
    φτάνει σ᾿ ἐρειπωμένο τοῖχο·
    στηρίζεται καὶ περιμένει
    ἕνα κελάηδημα, ἕνα στίχο.

    Γύρω τὸ δάσος μὲ τὶς μπόρες
    φεύγει σὰν πλοῖο στὴν τρικυμία.
    Κ᾿ ἤτανε ἡμέρες ἀνθοφόρες
    — ἐπέρασαν — κ᾿ ἤτανε μία…

    Τώρα τὴν ἄβυσσο ρωτάει
    πῶς βρέθηκε ἄξαφνα δωπέρα,
    ἐνῷ στὰ μάτια της κρατάει,
    φῶς ὅλη, ἐκείνη τὴν ἡμέρα.

    Ψυχή, λησμόνει τὰ ὄνειρά σου.
    Ἦρθες, πουλὶ στὴν καταιγίδα,
    κ᾿ ἐχάρισες ὅλου τοῦ δάσου
    τὴν τελευταία μας ἐλπίδα.

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, Ανέκδοτα

    ***

    2.
    VI
    Φεύγεις
    σαν άνθος του λωτού
    με τον αγέρα

    εγώ πηγαίνω κι έρχομαι
    λιγότερος κάθε φορά
    -πούλησα και το κιμονό σου

    δεν έπιασα ούτε στίχο.

    Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος -Τα ποιήματα του Μανδαρίνου

    Βίκυ Μοσχολιού – Πώς έφυγες / a capella

    3. Και φεύγοντας έρχεσαι

    Τώρα το ξέρεις: τα βουνά δε μπορούνε
    να μας χωρίσουν. Και φεύγοντας έρχεσαι.
    Και φεύγοντας έρχομαι. Δεν υπάρχει άλλος χώρος
    έξω απ’ το χώρο μας. Κι ο άνεμος είναι
    η αφή των χεριών μας.
    Καθώς ταξιδεύουμε,
    εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
    κοιτώντας τον ήλιο, ο καθένας μας έχει
    τον άλλο στο πλάι του.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    4. ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ

    Φεύγοντας ένιωθα ένα φως να φτερουγίζει απ’ το μέτωπό μου.
    Νάτανε η ασημένια ελιά, η παλιά μου φιλενάδα;
    Οι λεμονιές που χιόνισαν στην καρδιά μου ανθούς;
    Της ακροθαλασσιάς η ρόδινη λουρίδα το πρωί;
    Αυτοί που μου εμπιστεύτηκαν πως ο κόσμος μου υπάρχει
    κ’ εγώ τον είδα στη φωνή, στα μάτια και στα χέρια τους;
    Πήρα νερό, πήρα ψυχή, πήρα ήλιο, να τα κάψω
    για μιαν ακόμη ίσως φορά,
    κουβέντες προς τους ανθρώπους.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    Φεύγω, Περίδης

    5. Έτσι απλά

    Έτσι απλά φεύγουν μια μέρα
    εκείνοι που αγαπήσαμε
    στρίβουνε στη γωνιά του δρόμου
    χωρίς ούτε ένα νεύμα αποχαιρετισμού.

    Τώρα το σπίτι έχει περισσότερο χώρο
    μετακινούμε κάποια έπιπλα
    συγυρίζουμε
    έχουν μείνει κάτι παλιά χαρτιά στο τραπέζι
    αποδείξεις και λογαριασμοί
    εμείς διακριτικά τα μαζεύουμε

    αλλά όταν πάμε να τα κάψουμε αυτά δεν καίγονται
    τσουρουφλίζονται στα δάχτυλά μας
    τα σκίζουμε σε μικρά κομμάτια
    τα θάβουμε στον κήπο
    με το βράδυ να τα πάλι στο τραπέζι
    κιτρινισμένα
    καψαλισμένα στις άκρες

    κι εμείς μπαινοβγαίνουμε αφηρημένα στο σπίτι
    που έχει τώρα περισσότερο χώρο
    γιατί ένας ένας φύγαν εκείνοι που αγαπήσαμε
    έτσι απλά κι αθόρυβα μια μέρα
    έστριψαν στη γωνιά του δρόμου.

    Αμαλία Τσακνιά -Τα ποιήματα (1969 – 1984) Στιγμή 2000

    ***

    6. Καθώς θα φεύγεις

    Καθώς θα φεύγεις,
    παίρνοντας την καμπαρντίνα σου και το καπέλο σου
    Κάνοντας μια κίνηση αόριστη
    όπως όλοι άλλωστε που φεύγουνε για πάντα,
    η θλίψη σου θα μείνει σαν μνήμη μακρινή
    υπαίθριου σινεμά του Σεπτεμβρίου
    με την ψύχρα και τους μοναχικούς του πελάτες
    —ο μουγκός, ο τρελός και ο εργένης—

    Ή σαν το «πανόραμα», που ο παιδικός συμμαθητής
    μας άφησε να δούμε, χάρη, μια εικόνα.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, Η ΘΛΙΨΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΑΣΤΙΟΥ
    (Κέδρος, 1976)

    ***

    7. Όταν αποτυχία συνθλίβει αισθήματά μας
    κι οι άλλες κι οι προάλλες είν’ πολλές
    για να οδεύει άνετα η σάρκα μέσα από τόσες αναποδιές
    δεν αρκούν οι επιθυμίες της να πάψουν να εξεικονίζονται
    πρέπει κι εμείς να φύγουμε, να βρούμε το θάρρος κάποιας φυγής.

    ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ

    Είναι αβάσταχτο να φεύγεις, Ελένη Βιτάλη

    8. Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ
    Αποχαιρετισμός στον Γ. Καραβασίλη
    Ένας ένας λοιπόν φεύγουμε.
    Σαν να ξυπνάμε από ασυνήθιστο όνειρο.
    Σαν, ξαφνικά, να έχουμε βγάλει φτερά.
    Μπαίνουμε σε άλλους ουρανούς.
    Περνάμε άλλες θάλασσες.
    Πάμε να συναντήσουμε τους χτεσινούς μας φίλους.

    Μέσα από μαγικά τοπία
    προχωρούμε συντροφιά με τ’ αγρίμια του δάσους.
    Τρυγάμε τους καρπούς από άγνωστα Παραδείσια δέντρα.
    Ανοίγουμε την αγκαλιά σε άλλους, ξεχασμένους ανθρώπους,
    μιλάμε με τα πουλιά.
    Ζούμε μιαν άλλη αίσθηση του χρόνου.

    Σε πανηγύρια ξέφρενα
    μεθάμε με δυνατά ποτά από εξωτικά αποστάγματα.
    Καπνίζουμε τσιγάρα σέρτικα με ονειρικά χαρμάνια.
    κι απ’ την άλλη
    ακούμε τη Μητέρα να μας φωνάζει με το πρώτο μας όνομα.
    Γέρνουμε πάνω σε φύλλα, στρωμένα από χλοερά παραμύθια.
    Γινόμαστε πάλι παιδιά.

    Κι απαλλαγμένοι από το βάρος της χτεσινής ματαιότητας
    για πρώτη φορά αισθανόμαστε ελεύθεροι.
    Ελεύθεροι από κάθε είδους ιδιοτέλεια.
    Από τον προαιώνιο φόβο
    αυτό προπάντων: Για πάντα
    Ελεύθεροι.

    Θανάσης Κωσταβάρας -Από τη Συλλογή: Της μοναξιάς και της λύπης, 2007

    ***

    9. Έφυγε

    Έφυγε.
    Το άρωμά της,
    πάλεψε μες στην κάμαρα για λίγες μέρες
    κι ύστερα έσβησε.
    Την ίδια τύχη θα ‘χουν και τα μάτια της,
    καθώς και η γλυκιά φωνή της.
    Τόσος έρωτας
    και να καταβροχθίζεται!

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    Τα τρένα που φύγαν, Μοσχολιού

    10. «Ὅταν ἀρχίσανε νά φεύγουν»

    Τό σπίτι μας ἄρχισε ξαφνικά νά μεγαλώνει
    καί νά πληθαίνουνε τά πράγματα
    τά πιάτα, οἱ καρέκλες, τά σεντόνια
    Τίς νύχτες βέβαια δεχόμουν πάντα τίς σκιές σας
    κι ὅταν ξημέρωνε ἔτρεχα μέ ἀγωνία στά δωμάτια
    νά βρῶ κάποια ἀκαταστασία

    Μιά ἀπουσία πού νά ἐπικυρώνει
    τή νυχτερινή σας παρουσία
    Ὅμως ὅλα στή θέση τους, ἀμετακίνητα,
    σάν σκηνικά κάποιας παράστασης
    πού ᾿χε ματαιωθεῖ ὁριστικά, μέ κοροϊδεύανε
    καί οἱ γυμνές κρεμάστρες μέ ἀπειλοῦσαν

    Κάθε πρωί τό σπίτι μας γινότανε ὅλο καί πιό μεγάλο
    κι ὅλο καί περισσεύανε τά πράγματα
    κι οὔτε πού μίλαγα καθόλου
    γιατί στ᾿ αὐτιά μου ἀντηχοῦσε ἀκόμα
    ἡ φωνή μου ἀπό τότε:
    «Εἶναι μικρό τό σπίτι», σοῦ ᾿λεγα
    «κι μεῖς πολλοί καί δέν χωρᾶμε».

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ, Ἡ ὄγδοη νότα

    ***

    11. Η αναχώρηση

    Θα φύγω κάποτε απ’ το νυχτερινό σταθμό
    γλιστρώντας προς τη χλόη άγνωστων τόπων
    καθώς το ψάρι, αδιάφορος για τον πολύχρωμο βυθό
    αθόρυβα, καθώς αξιωματούχος πικραμένος θα γλιστρήσω

    Όχι πως φεύγοντας θ’ αλλάξω τη ροή των βρώμικων νερών

    Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

    Έφυγες νωρίς, Αρβανιτάκη

    12. Η ΦΥΓΗ

    Με τα πουλιά του νέου καιρού
    μ’ εξοπλισμένη
    πάλι, τούτη την έξαλλη στρατιά
    των γαρυφάλλων πίσω από τα χείλη μου
    με τη δραματική ομορφιά της φετινής μου προσφοράς.

    όλα είναι περίφημα, όλα καίνε.

    Τώρα που κατεβαίνω
    μέσα σ’ ένα θρίαμβο φωτιάς κι απελπισίας
    το καθετί καταποντίζεται στο φως
    κι όλα αρμενίζουνε σε πέλαγα ήλιου.

    Σου γράφω μέσα
    από παραληρούντα πλήθη.
    Δε βρίσκω στέρεο τόπο να σταθώ!
    Αν βγάλω κι ένα δευτερόλεπτο το χέρι από τα μάτια
    θα μου το κάψει αυτός ο φρενιασμένος ήλιος.
    Σου γράφω ναυαγίζοντας
    μεσ’ σε ξετρελαμένα χελιδόνια!
    Με σπρώχνουν χελιδόνια
    κι άνεμοι και κύματα πυρσών.
    Κι ακόμα, πριν από το σύνθημα
    –σου γράφω πάνω σ’ ανυπόμονα άλογα-
    όλα είναι θάλασσα κι ατμός.

    Παίρνω στα χέρια μου μιαν ελπίδα
    σαν το φως όλου του κόσμου, τα γκέμια μου –
    Το σύνθημα,
    και ξαφνικά γλιστράμε σε μια ασύλληπτη ταχύτητα.
    Δεν αισθάνομαι πια τίποτα.
    Σκοντάβουμε κι αρπάζουμε φωτιά.
    Γίνομαι πυροτέχνημα. Όλα είναι περίφημα!

    Επευφημείστε!!!

    ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ

    ***

    13. ΕΝΑΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΦΥΓΗ

    Ο ουρανός κοιτάζει, όπως συνήθως, σκοτεινός.
    Μετέχει, δεν μετέχει;
    Είναι κάτι που δεν θα καταλάβουμε ποτέ.

    Όπως κάθε μέρα συννεφιάζει και ξανοίγει
    κατά τις κυκλικές του διαθέσεις
    μη ρωτήσεις.
    Δεν υπάρχει ελπίς ν’ αποκριθεί
    ή να κάνει απλώς, έστω, μια νύξη
    να υποδείξει κάπως μια κατεύθυνση
    να κάνει έν’ αόριστο σινιάλο.
    Όχι,
    τέτοια πιθανότης δεν υπάρχει.

    Όσο για κάτω, εδώ
    είναι μι’ άλλη ιστορία:
    Πράγματα δυστυχώς καθορισμένα και σαφή:
    Το ποτάμι, από τη μια μεριά φουσκώνει
    ο αέρας απ’ την άλλη, μαίνεται:
    «Θαρθείς, θαρθείς λοιπόν;»
    ρωτάει με τα παράφορα τραγούδια του,
    κι έτσι η τραγωδία
    που μόνο αορίστως διεγράφετο
    τίθεται σαφώς:
    Πρέπει να πάρεις, όπως πάντα
    στην πιο ακατάλληλη στιγμή για σκέψη
    μιαν απόφαση:
    Θα μείνεις;
    Θα πας;
    Οι προτομές στο πάρκο, οι προσόψεις των κτιρίων
    σ’ ατενίζουν θλιβερά:
    Δηλαδή «αι γραπταί παραδόσεις,
    οι τύμβοι των αγωνιστών
    αυτοί που υπέμειναν κι έπεσαν
    “τοις (ε) κείνων ρήμασι πειθόμενοι’
    τι θα γίνουν, θα τα πάρει το νερό;»
    Είναι ανάγκη να υψωθούν καινούργια υδατοφράγματα.

    Πρέπει λοιπόν να μείνεις.
    Τ’ αγάλματα ατενίζουν σταθερά:
    «Να μείνεις».
    Ο αέρας όμως έχει ξεφρενιάσει·
    σπρώχνει μέσα στο στήθος σου
    έν’ αφηνιασμένο ιππικό
    και λύσσαξε·
    τυλίγει το κεφάλι σου βουερά
    μ’ αλλόκοτους ρυθμούς
    «κι απόψε, απόψε» τραγουδάει
    «απόψε είν’ το τελευταίο δρομολόγιο·
    θαρθείς;»

    Οι αλλοτινοί φραγμοί να ’χουν σαπίσει,
    το ποτάμι ν’ ανεβαίνει, ν’ ανεβαίνει αριστερά,
    ο αέρας δεξιά
    απάνω γρίφος ο ουρανός: αίνιγμα αιώνων
    σύνολον: κυκεώνας
    κι ανάμεσά του Εσύ
    μ’ ένα κοπάδι αλόγων λυσσασμένων
    που ήδη εκυριάρχησαν
    ήδη καλπάζουν έξω από τα μάτια σου
    σέρνουν και ξεσκίζουν με τα γκέμια τους τα χέρια σου·
    θα φύγεις; Θα υπομείνεις;

    Τα σπίτια που ατενίζουν θλιβερά
    κι η κραυγή:
    «Μα εγώ, δεν είμαι ακόμα προτομή
    μη με βασανίζετε
    δεν είμαι πέτρα εγώ».

    Σταύρος Βαβούρης, ΤΑ ΞΗΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΔΙΑΚΕΚΑΥΜΕΝΗ

    Δεν κλαίω που φεύγεις

    14. Δεν βλέπω γιατί να φύγω.
    Να πάω πού;
    Πού θα ‘βρω τόσα ερείπια.
    Τόσα κομμάτια του ολόκληρου.
    Καλύτερα εδώ.
    Ανάμεσα στα ερείπια του χθες
    Και σ’ αυτά που έρχονται.

    Γιάννης Πατίλης, από τη συλλογή Ζεστό Μεσημέρι (1984)

    ***

    15. φυγή.

    θέλησα να φύγω.
    να ανοίξω το παράθυρο και να δραπετεύσω.
    έξω ο κόσμος απλώνεται παράξενα προκλητικός,
    η θάλασσα μοιάζει ανεξάντλητη,
    η έρημος φαντάζει δροσερή καθώς το χιόνι μου χαϊδεύει το κορμί,
    η στέπα καίει τα πόδια ,μια αντιλόπη μου χαμογελά, οι βίσωνες μαζί μου ταξιδεύουν.

    θέλησα λοιπόν να δραπετεύσω.
    στα χέρια κρατούσα μια πολαρόιντ
    να απαθανατίσω τις σκόρπιες μου στιγμές,
    μια λιμνοθάλασσα, ένα απόμερο ακρογιάλι,
    ένα φθινόπωρο στο ξεχασμένο πατρικό μου,
    τον άντρα με τα περιστέρια φορεμένα στο πέτο.

    Θέλησα να ταξιδέψω.
    Μακριά .
    Εκεί που μου φαινόταν όλα διαφορετικά,
    Που οι άνθρωποι θα με κοιτούν στα μάτια
    Και τα τρένα ζωγραφισμένα θα είναι με χρωματιστές μπογιές.
    Εκεί που το σκοτάδι ,χάδι απαλό κουρνιάζει στο στήθος
    Και το ξημέρωμα τρυπώνει στην ψυχή ,απρόσμενα.

    Το λαχτάρησα τόσο αυτό το φευγιό.
    Μα πάντα
    Μια αράχνη
    Ξέρει στα πόδια μου να υφαίνει τον ιστό της.

    ΑΝΤΖΕΛΑ ΓΕΩΡΓΟΤΑ

    Χάρις Αλεξίου – Φεύγω και μη με περιμένεις

    16. Φεύγω και μη με περιμένεις

    Φεύγω και μη με περιμένεις σου, είπα ξαφνικά ένα βράδυ
    πήρα το χάδι σου μαζί μου και χάθηκα μες το σκοτάδι

    Δεν είχα μάτια μου άλλο δρόμο, θηλιά ήμουν στο λαιμό σου
    όλοι μου οι όρκοι πατημένοι κι εσύ με το χαμόγελό σου

    Πέρασαν δύσκολα τα χρόνια, διασπορά και βιοπάλη
    και με τις πρώτες τις ρυτίδες είπα κοντά σου νάρθω πάλι

    Έφτασα μέχρι τα σκαλιά σου, μου φώναξε η καρδιά προχώρα
    μα το μυαλό μου απαντούσε πως είναι περασμένη η ώρα

    Άσε με τώρα να κοιτάζω το φωτεινό παράθυρό σου
    ποιος τη ζωή σου να ζεσταίνει, ποιος χαίρεται τον ουρανό σου

    Άσε με μια στιγμή μονάχα και μη μου δίνεις σημασία
    θα κλέψω λίγο από το φως σου και θα χαθώ στην πολιτεία

    Άλκης Αλκαίος

  3. Καλησπέρα, Γρηγόρη και Αγγελική!… Σας ευχαριστώ από καρδιάς!!!… Καλό υπόλοιπο Κυριακής και καλή εβδομάδα!!!

    – “κι έφυγε περπατώντας πάνω σε αποσιωπητικά”
    (Γιώργος Δουατζής)

    -«…Θέλω το πόνο ολόκληρο
    όρθιο τον πόνο
    πέτρινο
    όρθιο κι ακέραιο.
    Μη φύγεις….»
    (Γ. Ρίτσος)

    -Μιχάλης Κατσαρός, «Μη φύγεις»

    Μην κλαις π’ ακόμα
    δε μας έφυγες απ’ τον αέρα
    το δρόμο σου `τοιμάζουνε
    από πέρα.

    Μην κλαις στον ουρανό θα πας
    και μας εδώ μας παρατάς.

    Πάρε μαζί σου απ’ τη γη μας
    το περιστέρι που `ναι ψυχή μας.

    Πάρε ελιά φιλιά, πάρε τα κάλλη
    από τη γη μας τη μεγάλη.

    Μην κλαις, μη φύγεις, μη μας παρατάς
    είμαστε γιοι σου και μας αγαπάς.

    Στον ουρανό βαρύθυμος πλανάς
    τα βήματά σου
    είμαστε μεις παιδιά σου,

    Μη φύγεις μη, μη μας παρατάς
    είμαστε γιοι σου και μας αγαπάς.

    -Πάμπλο Νερούδα – Σονέτο XLV («Εκατό ερωτικά σονέτα»)

    Μη μείνεις μακριά μου ούτε μια μέρα, γιατί να…
    γιατί, πώς να στο πω, είναι μεγάλη η μέρα,
    και θα σε περιμένω όπως στους σταθμούς
    όταν να κοιμηθούν πάνε τα τρένα.

    Μη φύγεις ούτε μιαν ώρα γιατί τότε
    τούτη την ώρα μαζεύονται οι σταγόνες της αγρύπνιας
    κι ίσως όλος εκείνος ο καπνός όπως θα ψάχνει σπίτι
    έρθει να πνίξει τη χαμένη μου καρδιά.

    Αχ να μη διαλυθεί ο ίσκιος σου στην άμμο,
    αχ να μην πεταρίσουνε στην απουσία τα βλέφαρά σου:
    μη φύγεις ούτε λεπτό, αγαπημένη,

    γιατί ετούτο το λεπτό τόσο μακριά θα έχεις φύγει
    που θα διασχίσω όλη τη γη ρωτώντας
    αν θα γυρίσεις ή αν θα μ’ αφήσεις να πεθαίνω.

    -ΝΙΚΟΣ-ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ, «Αισθηματικό τραγούδι»

    «Αν φύγεις εκεί που η θάλασσα σμίγει με μουσικές και με φώτα
    να θυμάσαι κάνει κρύο σ’ αυτόν τον παράξενο κόσμο
    δεν έχω τίποτε άλλο, μόνο δάκρυα
    που παίζουν με το μουσκεμένο φως του δρόμου.»

    (Ποίημα από τη συλλογή «Ο δύσκολος θάνατος», Νεφέλη 2007)

    -ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ, «Η επιθυμία»

    «ΑΥΤΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΛΕΝΕ ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ, ΝΑ ΜΗ ΦΥΓΟΥΝ, ΕΝ
    τέλει λίγο να υψωθούν. Ιδια διστάζουν και τα σύννεφα. Να πέσουν
    κάπου, να μην πέσουν, λίγο να μετεωριστούν. Πάλι κι εγώ διστάζω
    το ίδιο. Να φύγω πέρα, να μη φύγω, κάπως να εξαϋλωθώ. Τελικά η
    μέρα απέρχεται, η νύχτα φτάνει, η μέρα τρέχει πάλι απ’ την αρχή,
    κι όλα μένουν στη θέση τους ακούνητα. Μα όχι. Κάπου στο βάθος
    όλα έχουν κουνηθεί. Κάπου στο βάθος η επιθυμία τέλετε το μαγικό
    ταξίδι της.»

    (Ποίημα από τη συλλογή «Το δέντρο που έγνεθε
    τη βροχή και τραγουδούσε», εκδόσεις Ροές/Ποίηση, 2010)

    -Γιώργος Σαραντάρης, «Ἀπὸ τό «ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ»

    Ἔφυγε ἡ ζωή μας ἢ ἔφυγαν πουλιὰ ἀπ’ τὴν παλάμη τοῦ Θεοῦ;

    Τράβηξαν τουφεκιὲς νὰ τὰ σκοτώσουν
    Ἡ ζωή μας ἔγινε ὡραιότερη
    Τόσο ποὺ μοιάζει μὲ ἄστρο ὅταν τὴν κοιτάξω
    Καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὴν κατεβάσω στὸ γιαλὸ
    καὶ νὰ τὴν κάμω πλοῖο

    Ὢ περιστέρι τῆς ψυχῆς πήγαινε στὸ καλὸ
    Πήγαινε τώρα μὲ τὸ μελτέμι
    Καὶ φίλησέ μου ὅσα μαργαριτάρια συναντήσεις
    Ἂν δὲν μὲ βλέπεις μὴ φοβᾶσαι θὰ γιορτάζω μαζί σου
    Στὸ ταξίδι μας θὰ σηκώσουμε τὰ νερὰ τῆς θάλασσας
    Νὰ εὐλογήσουν ὅ,τι ἀγαπήσαμε καὶ ὅ,τι δὲν ξεχνᾶμε πιὰ

    Σὲ περιβόλι ἄραξε τὸ περιστέρι
    Σὲ περιβόλι ἄραξε ἡ ψυχή μου
    Λοιπὸν θυμᾶμαι τώρα τὸ καλοκαῖρι τῆς ζωῆς μου
    Σὰν νὰ ἤσουνα ἐσὺ ἡ μόνη ἄνοιξη τῆς γῆς
    Σὲ ἀντικρίζω ὢ ἡμέρα τῆς γέννησής μου.

    […]
    Ὅποιος φέρνει τὴ θάλασσα στὴν ἀγκαλιά του
    Εἶναι σὰ νὰ μὴν ὑποφέρει ἀπὸ βάρος
    Εἶναι σὰ νὰ μὴ ντρέπεται ποὺ πηγαίνει μὲ τὸν ἀγέρα
    Εἶναι σὰ νὰ κρατάει ὁλάκερη τὴ γῆ μέσα στὸ βλέμμα
    Νὰ τραγουδάει μέσα στὴ νύχτα
    Καὶ νὰ τοῦ γίνεται ἡ νύχτα μητέρα
    Νὰ τραγουδάει μέσα στὸν ἥλιο
    Καὶ ν’ ἀγαπάει μία γυναῖκα
    Ποὺ τὴ νομίζει βρέφος
    Νὰ τραγουδάει μέσα στὸν ἄνεμο
    Κι ἔτσι νὰ χάνει καὶ νὰ κερδίζει τὴ φωνή του
    (Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα», Ἐκδόσεις ΕΡΜΗΣ, Ἀθήνα 1999)

    -«Φεύγει η νύχτα
    λείπουν τ’ αστέρια˙
    οι λίμνες έχουν ξεραθεί˙
    ο αθάνατος ήλιος
    μαστιγώνει αέρα και χώμα
    Κι όμως!
    Η όψη της ψυχής
    σέρνει νερό και έρωτα
    όταν τους καταβάλλει
    ο ύπνος
    και τα άνθη του
    και στέκεις μόνος˙
    τα λόγια δεν σε ωφελούν
    γιατί φτερά δεν έχει εδώ
    ούτε θεούς
    ούτε και φύτρες για να παινευτείς
    και τίποτα που να τελειώνει
    την ώρα που μπαίνει η άνοιξη
    σαν το σπουργίτι
    με βρεγμένα πόδια

    (ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ, από τη συλλογή «Εδώ»,
    εκδόσεις Καστανιώτης)

    -ΕΦΥΓΕ ΝΩΡΙΣ

    Αργά η στάλα απ’ το νερό
    και μάρμαρο τσακίζει
    έτσι το δάκρυ το πικρό
    και την καρδιά ραγίζει.

    Μέρα τη μέρα γερασμός
    οι νύχτες το αγκάθι
    χρόνια όταν είσαι μοναχός
    χαρά πως! να υπάρχει.

    Έτσι κι εγώ μαράζωσα
    30 χρόνων γέρος
    για τη γυναίκα που ‘’χασα
    νωρίς ήρθε το τέλος.

    Ο Άδης μου την έκλεψε
    στα ξαφνικά ένα βράδυ
    γιατί εμένα μ’ άφησε
    να ζω σαν το αλάνι;

    Μόνος στους δρόμους τριγυρνώ
    με τη σκιά μου να μιλώ
    και αν συναντώ περαστικό
    τρελός λέει, και περνάει.
    (http://babyplanning.gr/poihmata.html)

    -Ειρήνη Τριανταφύλλου, [Μη φύγεις…]

    «Μη φύγεις! Γιατί αν φύγεις, εγώ τι σχήμα θα έχω;
    Μην έρθεις! Γιατί κοιμάμαι και θα με ξυπνήσεις!
    Μην είσαι εδώ! Γιατί πρέπει να με διαχειριστώ!

    Αφού επιμένεις, μείνε, δοκιμαστικά, αλλά με τους δικούς μου όρους.
    Θα σε ελέγχω καθημερινά και εξουθενωτικά για’μένα!
    Θα καθορίζω συνθήκες, θα διορθώνω κακώς κείμενα με τα λευκά μου ψέματα,
    θα σε δοκιμάζω συνεχώς και θα σ’αφήνω εγώ πρώτη!
    Αφού, λοιπόν, εγκαταλείπω πριν τυχόν εγκαταλειφθώ, ως προς τι αυτή η αγωνία;
    Αφού κοντά δεν έρχομαι…Σ’έχω διώξει…

    Κίνηση ματ πριν αποκλειστώ μέσα σου και εγκλωβιστώ.
    Και ύστερα εγώ πώς θα βιώσω ξανά τον αποχωρισμό;
    Πώς θα διαχειριστώ την απόρριψη και την ταλαιπωρία;
    Και εκείνο το μετέωρο συναίσθημα ότι μόνη μου θα αιωρούμαι,
    γιατί δεν έχω μάθει να πατάω γερά στη γη…;
    Όμως οι ζωντανοί πατάνε στη γη.
    Οι νεκροί αιωρούνται στον ουρανό.
    Δεν γειώνονται, γιατί δεν έχουν ρίζες.
    Τις πήραν μαζί τους φεύγοντας…»
    (http://poihsh-logotexnia.blogspot.gr/2012/07/blog-post_4065.html)

    -Γιάννης Π. Τζήκας, «Για τις μάνες που “έφυγαν”»
    (απόσπασμα)
    «…Οι μάνες έφυγαν
    Δάκρυα στα μάτια
    Στις κάμαρες σιωπή
    Αβάσταχτη σιωπή
    Χειροπιαστή σιωπή
    Σιωπή στον αέρα
    Σιωπή στο χώμα
    Πέτρα σιωπή
    Κόσμος σιωπή
    Μα όπου κι αν πήγατε, μανούλες
    Δε φύγατε μακριά μας
    Ρυάκι και κυλάτε
    Στο αίμα της καρδιάς μας
    Μνήμη του πένθους μυστική
    Την ώρα που η νύχτα
    Στο στέρνο ανασαίνει
    Λαφροπατά η μάνα μας
    Κι έρχεται κοντά μας
    Λουλουδιασμένος κήπος
    Μπαίνει στα όνειρά μας
    Οι μάνες που μας άφησαν
    Δεν πήγανε στα ξένα
    Μέσα στα φύλλα της καρδιάς
    Εκεί είναι κρυμμένες
    Βαθιά μες στις ψυχούλες μας
    Εκεί ξενιτεμένες
    Αχ πόσο μεγαλώσαμε
    Από τότε που τις χάσαμε
    Περνούν διαβαίνουν οι καιροί
    Πολλοί από μας γεράσαμε
    Μ’ ακούμε πάντα μέσα μας
    Τη στοργική τους τη φωνή
    «Είσαι καλά αγαπημένο μου παιδί!»
    Τόσον καιρό βαδίζουμε
    Για να συναντηθούμε
    Απόψε οι δρόμοι σμίγουνε
    Και θα ανταμωθούμε
    Απόψε θ’ ακούσουμε το θρόισμα
    Της χλόης απ’ τα βήματά τους
    Θα δούμε τις μορφές τους
    Έχουμε δάκρυα πολλά
    Να χύσουμε ακόμα
    Γέλια να ξοδέψουμε
    Χαρές να μοιραστούμε
    Κι άλλες αγάπες αγκαλιές
    Ακόμα να γευτούμε
    Οι μάνες μας που έφυγαν
    Απόψε θε να ρθούνε
    Μαζί μας να χορέψουνε
    Να διώξουμε τη λύπη
    Όλες οι αγάπες στο χορό
    Καμιά τους να μη λείπει
    Θα ρθούνε δε μπορεί
    Απόψε ανάμεσά μας
    Νεράιδες με λυτά μαλλιά
    Κυράδες της καρδιάς μας
    Πολύ τις πεθυμήσαμε
    Καιρός να ανταμωθούμε
    Γλυκά γλυκά θα κοιταχτούμε
    Όσα ποτέ δεν είπαμε
    Απόψε θα τα πούμε
    Ελάτε μάνες στο χορό
    Κοπιάστε στο γιορτάσι
    Εμείς κερνάμε τα πιοτά
    Σε ασημένιο τάσι
    Πιαστείτε πρώτες στο χορό
    Γλεντήστε και χορέψτε
    Πιέστε απ’ το νέκταρ της καρδιάς μας
    Τσουγκρίστε τα ποτήρια μας
    Και πέστε «στην υγειά μας»
    ( Εχ δεν έχει τέλος η ζωή
    Δεν έχει ο θάνατος αρχή
    Η αρχή το τέλος
    Το τέλος η αρχή
    Γυρίζει κι όλο γυρίζει ο τροχός
    Σταματημό δεν έχει
    Αχ από πού μας φέρνεις
    Πού μας πας
    Χρόνε καραβοκύρη
    Αχ δεν έχει τέλος
    Αυτό το πανηγύρι! )
    Καληνύχτα σας μανάδες μας γλυκές
    Καληνύχτα σας αγαπημένες…
    Κι αύριο πρωί θα σας πούμε
    Μ’ ένα πλατύ χαμόγελο την καλημέρα!»

    (https://itzikas.wordpress.com/2014/05/10/%CF%80%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%B5-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-57%CE%BF-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B1/)

  4. 17. [ο άνθρωπος που φεύγει]

    Ο άνθρωπος που φεύγει
    ετοιμάζει τη βαλίτσα με τάξη:
    ρούχα φθαρμένα-λόγια ενθύμια
    γύρω του οι τοίχοι τον κοιτάζουν
    ποτίζει την άγρια τριανταφυλλιά
    τον αγκαλιάζει τρυφερά, τον φιλά
    στέκει βουβός στο μπαλκόνι
    μπαίνει στη σάλα ξανά
    κανένας, κανένας…
    κλείνει βιαστικά τα παράθυρα
    δεν αντέχει το βλέμμα των δέντρων…

    Ο άνθρωπος που φεύγει
    έχει τα παιδικά του όνειρα στα μάτια:
    το πεύκο που κρυβόταν
    μια κούνια αυτοσχέδια που τον ταξίδευε
    τον βοριά που αντηχούσε στον διάτρητο ύπνο του
    το πρώτο, αμήχανο φιλί στον κήπο
    τον ουρανό με τα αιωρούμενα σταφύλια
    τα τελευταία λόγια των γονιών του…

    Ο άνθρωπος που φεύγει
    ασφαλίζει πίσω του την ξύλινη πόρτα
    κοιτάζει το σπίτι που σιωπά
    κι ανεβαίνοντας αργά τον πέτρινο δρόμο
    μιας ζωής που ανεπαίσθητα εξαντλείται
    βλέπει το παλιό ρολόι της εκκλησιάς
    που, τόσα χρόνια, επιμένει να δείχνει τη νοσταλγία
    με την ίδια επώδυνη ακρίβεια…

    Πέτρος Λυγίζος

    ***

    18. [Φεύγω]

    Φεύγω τώρα
    γιατί ακόμη κι η ελπίδα έχασε πια το νόημά της.
    Φεύγω χωρίς να κοιτάξω πίσω.
    Αυτό σημαίνει πως οι μέρες δεν έχουν πια νόημα,
    πως οι αγαπημένοι άνθρωποι δεν υπάρχουν παρά μονάχα στη μνήμη,
    πως δεν υπάρχει κρυψώνα να φυγαδεύσω τα όνειρά μου
    ή ουρανός να εξορίσω τους εφιάλτες μου.

    Κλείνω την παλαιϊκή, ξύλινη πόρτα
    και μέσα μου τρίζει ολόκληρος ο περασμένος, χαμένος κόσμος.
    Δεν παίρνω μαζί μου τίποτα.
    Δεν αφήνω πίσω μου τίποτα.
    Μονάχα, ένα αδέσποτο βλέμμα στην αυλή
    όπου κάθεται σαστισμένο το ποδήλατο της κόρης μου
    μ’ ένα φανάρι αφηρημένο,
    ένα δάκρυ που λες και πέτρωσε πια κάτω απ’ τα μάτια μου,
    αυθεντικό απομεινάρι ατόφιας λύπης,
    κι ακόμα
    σκόρπιες λέξεις που τρέχουν κυνηγημένες μέσα μου,
    από ένα παραμύθι που ποτέ δεν πρόλαβε να τελειώσει.

    Δεν θέλω να θυμάμαι τίποτα.
    Παρά μόνον πως έχω κάπου φυλαγμένες τις παλιές μου μνήμες.
    Θα πάρω μαζί μου και τον φόβο.
    Έτσι, σαν τιμωρία στον εαυτό μου,
    που δεν ευτύχησε να γεννηθεί αλλού.
    Δεν πιστεύω στην τύχη.
    Πιστεύω όμως στη δυστυχία.
    Έρχεται μαζί μου.
    Κι είναι τόσο μεγάλη
    που χωρά στην ψυχή μου.

    Φοβάμαι πως μέχρι να πεθάνω,
    θα έχω από καιρό
    σταματήσει να ζω.
    Φοβάμαι πως μέχρι να σχηματιστούν καινούρια δάκρυα,
    θα έχει άλλες λέξεις επινοήσει ο κόσμος
    για τη θλίψη.

    Φεύγω τώρα.
    Είμαι πρόσφυγας.
    Δε φεύγω επειδή με σπρώχνει κάποια ελπίδα,
    μα για να νιώσω την αυταπάτη,
    πως ακόμη κι εγώ,
    μπορώ να φύγω.
    Πως ακόμη κι εγώ,
    ένας ασήμαντος, περαστικός διαβάτης αυτού του κόσμου,
    έχω δικαίωμα στην ύπαρξη,
    πως η ανάσα μου μπορεί να διασχίσει σαν ηχώ τη θάλασσα
    και πως … στην άλλη άκρη της,
    μπορεί –τάχα- ο πόνος μου να βρει μιαν αναπάντεχη αγκαλιά.

    Η πόρτα πίσω μου έκλεισε.
    Η θλίψη δεν κάνει φασαρία.
    Το ποδήλατο μένει στην θέση του.
    Βουβό, αφηρημένο, κάνει πως κοιτάζει αλλού.
    Σηκώνω τη βαριά βαλίτσα:
    δυο αλλαξιές, ένα ρολόι κολλημένο στα παιδικά μου χρόνια,
    μια φωτογραφία μου στην αγκαλιά της μάνας μου,
    μια πανσέληνος με το τελευταίο φιλί μας.
    Γύρω φυσάει, κι οι αναπνοές των ανθρώπων
    χορεύουν στην άναρχη μουσική που μ’ αρέσει.

    Είμαι πρόσφυγας, ξένος, παρείσακτος.
    Μου πήραν τα πάντα,
    μα το δικαίωμα στη νοσταλγία
    δεν θα μου το πάρει ποτέ κανείς…
    Πέτρος Λυγίζος

    Χάρις Αλεξίου- Έφυγα

    19. 25η ΡΑΨΩΔΙΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ

    …Φεύγοντας
    δεν πήρα μαζί μου παρά τις προσβολές που μούκαναν
    μεγάλες σαν αιωνιότητες,
    και που όλες οι αιωνιότητες
    δε θα ‘φταναν να τις ξεχάσω. Πήρα τον παλιό, φαγωμένο
    νεροχύτη της κουζίνας μας
    που πάνω του πηγαινοέρχονταν τα χέρια της μητέρας μου
    σα δυo μικροί μαραμένοι αρχάγγελοι – μερικά δυνατά πιοτά
    και τη μεγάλη, λυπημένη αρκούδα απ’ τα παιδικά πρωινά μου.
    Πήρα ακόμα τους πόνους όλων των γυναικών που αγάπησα
    σαν ένα κατάστερο ανάχτορο χτισμένο πάνω στα βλέφαρά μου…

    (ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ)

    ***

    20. Όταν φύγεις,
    μην τρομάξεις τα πουλιά,
    τράβηξε γερά τον ουρανό
    να μετρώ τη νύχτα σαν πατρίδα

    και κλείσε καλά τη θάλασσα,
    μην κόψει το νερό και πιάσει βροχή
    κι άμαθος στη μοναξιά
    γλιστρήσω και πνιγώ.

    Διονύσης Καρατζάς, Στα νερά βαθαίνει ο ουρανός, ΔΙΑΤΤΩΝ, Αθήνα 2001

    ***

    21. Ο άντρας που φεύγει

    Αυτός ο άντρας όλο φεύγει.
    Τον βλέπω να κινείται στο δωμάτιο
    στα μακριά μαλλιά του σκαλώνουν νυχτερίδες
    στην κάπα του φωσφορίζουνε αστέρια
    νιφάδες από λύπη.

    Ξέρω ότι φεύγει και πάω να του μιλήσω
    δεν έχω χέρια ούτε φωνή
    μόνο ένα παλιό τραύμα στους καρπούς
    τότε στον Πύργο όταν με κλείσαν ζωντανή.

    Κρυφά τα βράδια τον δένω με βιολετί κλωστή
    κρύβω στις τσέπες του μπισκότα νοσταλγίας
    πάνω στο πουκάμισό του καρφιτσώνω χάρτες από κερί
    μήπως κάποια στιγμή ξεχάσει να γυρίσει.

    Όταν ο άντρας φεύγει
    τα σκυλιά ουρλιάζουν στο δωμάτιο
    η ντουλάπα ανοίγει να με φάει
    και η τσαγιέρα μού δαγκώνει αρπακτικά το χέρι.

    Συνέχεια με διαβεβαιώνει.
    «Ποτέ» μου λέει «ξανά»
    μου χαϊδεύει το κεφάλι
    μα μέσα στα απαλά του μάτια
    βλέπω πως έχει αρχίσει κιόλας
    το σκοτεινό ταξίδι προς τα μέσα.

    Χλόη Κουτσουμπέλη, Από τη συλλογή Η αλεπού και ο κόκκινος χορός (2009)

    Μαρία Δημητριάδη – Μέρες Που Φύγαν

    22. Άφησε τους ανθρώπους
    Τα ζώα και τα πράγματα
    Να φύγουν
    Προς την αληθινή στιγμή τους.

    Όπως εκείνα ορίζουν,
    Χωρίς ανάγκη να δικαιολογήσουν
    Την αναχώρηση ή την απουσία τους.

    Δεν ζει λοιπόν εδώ.
    Φεύγει,
    Έφυγε,
    Διαφεύγει.
    Τη σκλαβιά,
    Το θάνατο
    Και τους εμπόρους.

    Ο άνθρωπος-τρυγόνι
    Κελαρύζει
    Με φωνή νερού
    Το τραγούδι του χρόνου
    Που δοκιμάστηκε,
    Της πέρα
    Απ’ τον κόσμο αυτό
    Ελευθερίας.

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΟΥΓΕΑΣ, Το τρυγόνι δεν ζει πια εδώ/Η ζωή με και χωρίς αγάπη, ΥΨΙΛΟΝ 2016

    ***

    23. Με τρόμαξες χρόνε

    Δεν γράφω για να μείνω
    γράφω για να φύγω
    μαζί με τους λίγους
    γράφω για να μην περάσω
    στους απλούς αποδέκτες
    της συντομίας σου, ζωή.

    Γράφω για να ‘χει το φευγιό μου
    μια σημασία άνευ σημασίας
    για να ‘χει το φευγιό μου
    μια σημασία μαγική.

    Βάκης Λοϊζίδης από τη συλλογή Τα στοιχειώδη, 2009

    ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙΣ-ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ

    24. Της φυγής

    Μαζεύω τώρα τα χαρτιά, τα βιβλία,
    τα όνειρα δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω.
    Να τα κάψω θα μείνουν οι στάχτες τους
    να στοιχειώνουν τις νύχτες μου.
    Το φεγγάρι θ’ ανοίγει τις σκόρπιες σελίδες θα φωτίζει τα όνειρα θα γίνουν άγνωστες όλες οι λέξεις.
    Όποιο χαρτί και να σκίσω
    όποιο βιβλίο και να σβήσω
    άρρητα όνειρα θα τριγυρίζουν φαντάσματα τις μέρες και τις νύχτες μου.
    Θα με σκοτώσουν ή θα τα σκοτώσω.

    Άντεια Φραντζή

    ***

    25. Φευγαλέα

    Πῶς τὸ ὡραῖο σου
    πρόσωπο ὑπάρχει
    στὸ φεγγάρι
    μαζί μὲ τὴν ψυχή σου;
    …Φευγαλέα

    Ξύπνησε τὸ ποίημα μέσα μου
    Kι ἦταν γαλάζιο καὶ φαιό
    Θὰ μποροῦσα νὰ τὸ ζωγραφίσω
    Ἂν δὲν ἄλλαζε συνεχῶς σχῆμα
    Ὅπως τὸ σύννεφο στὸν οὐρανό
    Tρέχει καὶ διαρκῶς μεταμορφώνεται
    Tὸ φευγαλέο ποίημα
    Διαγράφει τὴ μυστική τροχιά του
    Γιὰ μιὰ στιγμὴ καὶ μετὰ σβήνει.

    … Tὸ φίδι ποὺ κυλίστηκε στὸ χῶμα
    εἶναι κομμάτι ἀπ’ τὸ δικὸ μου σῶμα
    εἶναι τὸ ποίημα στῆς ἀπόγνωσης τὴν ἄκρη
    κεῖ ποὺ ὁ μικρός θεός κρύβει τὸ δάκρυ …

    Άντεια Φραντζή

    ***

    26. Κάποιος έφυγε

    Κάποιος έφυγε από μέσα μας
    Ξεκλείδωσε κάποτε τους αρμούς μας
    Φόρεσε τα πιο ωραία μας ρούχα
    Και κάνοντας μια ραγισματιά αιφνίδια
    Πετάχτηκε
    Όπως απ’ το νεκρό πετιέται η στερνή πνοή
    Πετάχτηκε με τους πολλούς καθρέφτες
    Τους αμέτρητους ήλιους

    Έφυγε
    Δεν ήθελε να ζει μαζί μας
    Σφίγγοντας νεκρά πουλιά
    Κλείνοντας τον παγωμένο αέρα στα γόνατα
    Έριξε το κορμί του στη νύχτα
    Στην άλλη υπόσταση των πραγμάτων
    Έφυγε αφήνοντάς μας μια ραγισματιά αιφνίδια
    Τις μικρές λυπημένες φωνές των πραγμάτων
    Κάτι σωπασμένους αδύνατους ήχους
    Ανέκφραστα πενιχρά πράγματα
    Που τον βαστάζουν και τον θυμούνται
    Όπως η άνοιξη κάθε φορά που έρχεται τον θυμάται
    Κι η γυρισμένη ζωή
    Και τ’ ανοιγμένο μας στήθος

    Εμείς τον κλαίμε ακόμη

    Αλέξης Τραϊανός, Μικρές μέρες (1973) [Ενότητα Θανάτοψις]

    ΦΕΥΓΩ ΜΑΚΡΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ- ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ

    27. [το μαζί καμιά φορά
    σημαίνει ποτέ]

    που πάνε αυτοί
    που φεύγουν άραγε
    και χάνονται μια μέρα
    απ΄ την ζωή μας;
    που χάνεται όλη μας
    η ζωή μια μέρα;

    θα μας θυμάται κανείς;
    θα θυμάται κανείς τη φωνή μας
    – όταν περάσουν τα χρόνια –
    τρομαγμένη απ΄ την άλλη άκρη
    της νύχτας;

    φωνή τενόρου φωνή κοριτσιού
    φωνή μακρινή φωνή αδύνατη
    σιγανές ανάσες φωνή ζωντανή
    που η σιωπή την απονεκρώνει
    αχ χέρια περιπλεγμένα
    χέρια μπλεγμένα με τα δικά μου
    που λύγισαν απ΄ το πάθος μου
    στα χέρια που αγάπησα
    και μέτρησα πάνω τους
    το σχήμα και το χρώμα
    του ουρανού

    δεν είναι χέρια γεμάτα
    είναι άδεια του έρωτα
    που τα κερδίζει η ερημιά
    που χαιρετούν εκείνους
    που φεύγουν κόντρα
    στο όνομα της διάρκειας
    την ίδια ώρα που το φως
    με καταβροχθίζει σαν θηρίο
    τα ξημερώματα

    BΑΣΟΣ ΓΕΩΡΓΑΣ

    ***

    28. Ύποπτος φυγής

    Όλα κοντά τα θέλω, προσιτά και εύχρηστα,
    υλικά της απόγνωσης, αλκοόλ, τσιγάρα και
    τηλεκοντρόλ, να προσθέτω κανάλια και ν’ αφαιρώ
    σε χρώμα, έτσι που ένας λεκές πολύχρωμος
    και σκοτεινός το μέλλον να έχει γίνει.

    Βυθισμένος λοιπόν, στον καναπέ της απόγνωσης,
    αγνοούμενος μες στους καπνούς, στο αλκοόλ
    στη μαύρη οθόνη, πιο εύκολο μου φαίνεται
    ν’ αποσυρθώ, να εγκαταλείψω το ομοίωμά μου
    χωρίς να το αντιληφθεί κανείς πως βγήκα πια,
    εξήλθα, γεμάτο το ποτήρι και τα τσιγάρα μου εκεί,
    μαζί με το κορμί μου κι η τηλεόραση ανοιχτή
    κι εγώ δεν σας χαιρέτησα, δεν είπα καν
    «στο επανιδείν», «arrivederci», «θαταπούμε».

    Σωτήρης Παστάκας, από την έκδοση Λογοτεχνική Πολυμορφία,
    Περιοδικό Αλεξίσφαιρο, 2009 – 2010

    Χαΐνηδες -Θέλω να πάρω τη φυλή μου και να φύγω

    29. Φεύγει

    Ό,τι αγάπησα με γέλασε
    και φεύγει. Μισότρελος
    πια κρύβω την ουρά.
    Θέλεις να με ρευτείς
    δικός σου. Να με ξεράσεις;
    Μ’ όλη μου την καρδιά.
    Μόνο μην ορεχτείς
    το άλλο. Αυτό που
    έχει μείνει στον μπαλτά.

    Γιάννης Τζανετάκης

    ***

    30. Θα φύγω

    Για ένα ταξίδι θα φύγω – ποιος το ξέρει;
    Μ` ένα καράβι; με φτερά πουλιού; μ` ένα μαχαίρι;
    ………………………………………………………………
    Κι αν είναι οι νύχτες όμορφες πολύ και το νησί μου
    στις μυρωδιές του Γιασεμιού και του Διατσίντου είναι λουσμένο,
    τόσο πολύ με πίκραναν κι οι ξένοι κι οι δικοί μου,
    που εγώ δεν έχω ν` αγαπώ τίποτα εδώ και να προσμένω.

    Αγγουλές Φώτης

    ***

    31. Άφησα να μην ξέρω

    Aπό τον κόσμο των γρίφων
    φεύγω ήσυχη.
    Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
    δεν έλυσα κανένα.
    Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
    πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
    έχω ένα βαρελάκι που ‘χει δυο λογιών κρασάκι.
    Tο κράτησα ώς τώρα
    αχάλαστο ανεξήγητο,
    γιατί ώς τώρα
    δυο λογιών κρασάκι
    έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.

    Συμβίωσα σκληρά
    μ’ έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
    και δεν τον ρώτησα ποτέ
    ποιας φωτιάς γιος είναι,
    σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.
    Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
    τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
    του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
    με θυσία και με στέρηση.

    Mε το αίμα που μου δόθηκε
    για να τον εξηγήσω.
    Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
    και σκεπασμένη πρόθεση
    έτσι το δέχτηκα
    κι έτσι τ’ αποχωρίστηκα:
    με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.

    Aίνιγμα δανείστηκα,
    αίνιγμα επέστρεψα.
    Άφησα να μην ξέρω
    πώς λύνεται ένα χθες,
    ένα εξαρτάται,
    το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
    Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
    ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

    Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
    να σε διακρίνω.
    Στάθηκα Πηνελόπη
    στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
    Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
    πηγή αν είσαι ή κρήνη,
    θα ‘ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
    που, Πηνελόπες και όχι,
    μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
    για να δοξάζεται το αίνιγμα
    πώς μένουμε αξεδίψαστοι.

    Aπό τον κόσμο των γρίφων
    φεύγω ήσυχη.
    Aναμάρτητη:
    αξεδίψαστη.
    Στο αίνιγμα του θανάτου
    πάω ψυχωμένη.

    Κική Δημουλά

  5. -“Ξημέρωσε κι απλώθηκε να λύσει
    τα μάγια του το φως πάνω στο στάρι
    που πάλλονταν. Κατάλαβα τη ρήση:
    ο χρόνος είχε σβήσει το λυχνάρι
    του μέλλοντος. Και ρίχνοντας το ζάρι
    μιας μοίρας που την είχα λησμονήσει
    θυμήθηκα το μόνο που γνωρίζω:
    φεύγω μακριά θα πει απλώς γυρίζω.”
    (Nikos Karouzos)

    -«Θα ‘ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
    μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
    -άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή…
    άνθρωποι που «διελύθησαν ησύχως….»
    (Βύρων Λεοντάρης)

    -«…Φίλοι που φεύγουν
    Που χάνονται μια μέρα
    Φωνές τη νύχτα
    Μακρινές φωνές
    Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
    Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
    Ερείπια σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες.
    Εφιάλτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα.
    ( μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά; )»
    (Μ. Αναγνωστάκης)

    -«Και συνεχίζουμε την αιώνια περιπλάνηση. Καθώς φεύγουμε κανείς
    δε μας αποχαιρετά, καθώς ερχόμαστε
    κανείς δε μας αναγνωρίζει. Είμαστε αυτοί που δίνουν νόημα στη
    βασιλεία του δειλινού, αλλά πριν φτάσει η νύχτα
    μας έχουν ξεχάσει.»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -«Φεύγοντας απ’ τη Μονοβασιά», ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    «Πανάρχαιες ελιές, κούφιοι κορμοί συστραμμένοι˙
    το δύστυχο σταχτί˙ το καπνισμένοι κίτρινο˙
    ίσκιοι των σύννεφων στους απέναντι λόφους.
    Ερχεται υπάκουο το μακρινό, σε κοιτάει απ’ το πλάι˙
    ξεχνάς εκείνο που ‘θελες να του ζητήσεις˙ το χέρι σου
    αφηρημένο περπατά στη μαλακιά ράχη του ζώου.
    Ηταν αυτό; Και τι ήταν; Αντεστραμμένος χρόνος;
    Οι γριές τυλίγουνε τα πόδια τους μ’ εφημερίδες,
    τα δένουνε με σπάγκους. Προφυλάξεις, προφυλάξεις, –
    ω, σιωπηλή διάρκεια˙ καθόμαστε χάμου στο χώμα
    μ’ ένα καλάθι φραγκόσυκα, με το ‘να παπούτσι του δρομέα, –
    κι αυτή η επίμονη γυναίκα, η αποστεωμένη, η άγρια,
    κάτω απ’ το δέντρο, μες στην πεισμωμένη λάμψη,
    κρατώντας στα δυο χέρια της το απαρηγόρητο βρέφος.

    Τότε ακριβώς ήταν που μάθαμε πως τίποτα δεν είχε χαθεί.»

    -Γ. Ρίτσος, «Σχήμα απουσίας»
    (απόσπασμα)

    «Ό,τι έφυγε, ριζώνει εδώ, στην ίδια θέση, λυπημένο, αμίλητο
    όπως ένα μεγάλο βάζο του σπιτιού, που πουλήθηκε κάποτε σε δύσκολες ώρες,
    και στη γωνία της κάμαρας, εκεί που στέκονταν το βάζο,
    απομένει το κενό πυκνωμένο στο ίδιο σχήμα του βάζου, αμετάθετο,
    ν’ αστράφτει διάφανο στην αντηλιά, όταν ανοίγουν πότε πότε τα παράθυρα,
    και μέσα στο ίδιο βάζο, που ‘χει αλλάξει την ουσία του
    με ίδια κι ισόποσην ουσία απ’ το κρύσταλλο τού άδειου,
    μένει και πάλι το ίδιο εκείνο κούφωμα, λίγο πιο οδυνηρά ηχητικό μονάχα.

    Πίσω απ’ το βάζο διακρίνεται το χρώμα του τοίχου
    πιο σκοτεινό, πιο βαθύ, πιο ονειροπόλο,
    σα να ‘μεινε η σκιά του βάζου σχεδιασμένη σε μια σαρκοφάγο –
    Και, κάποτε, τη νύχτα, σε μιαν ώρα σιωπηλή,
    ή και τη μέρα, ανάμεσα στις ομιλίες,
    ακούς βαθιά σου κάποιον ήχο οξύ, πικρό και πολυκύμαντο
    σάμπως ένα αόρατο δάχτυλο να έκρουσε
    κείνο το απόν, ευαίσθητο, κρυστάλλινο δοχείο.

    – II –

    Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ’ τα σπίτια τους,
    τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους
    την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
    σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί –

    Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα

    σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
    καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.
    Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
    κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
    και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
    που ο πόνος κάτω απ’ τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
    μα απ’ την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
    είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.»

    -Τίτος Πατρίκιος, «Προσχέδια για τη Μακρόνησο»
    Ι
    «Με το μελτέμι σου που δυναμώνει τη νύχτα
    με τη νύχτα σου που δυναμώνει τη σιωπή
    και μ’ ένα συρματόπλεγμα τριγύρω στην καρδιά σου
    Νησί που κανείς σεισμός
    δε θα σε καταπιεί
    μακρύ σαν πέτρινη μαγνητική βελόνη
    να δείχνεις το βοριά και το νότο
    της πορείας μας
    της ιστορίας
    του χρόνου
    Κ’ η θάλασσα κυλάει και φεύγει
    κυλάει και φεύγει
    δεν τ’ αντέχει αυτά τα βράχια
    κυλάει και φεύγει»
    (http://www.sarantakos.com/kibwtos/patrikios16.htm)

    -Νεφέλη Ανδριανού, «Φεύγοντας»

    Της νύχτας τα άραγε να έσβηνα.
    Να μην αμφιταλαντευόμουν ανάμεσα στην αίσθηση και στο ανικανοποίητο .

    Τα δεσμά του ,κάστρα πανύψηλα αγχωτικού στεναγμού .

    Πρέπει να κοιμάσαι μόνο όσο χρειάζεται η συνείδηση την ξεκούραση.

    Πρέπει να ζήσουμε παραπάνω απ’όσο φανταστήκαμε!

    Μόχθος .Η μηχανή για να εξαντλείς την απελπισία.

    Άφηνε πίσω…
    (http://www.ideostato.gr/2013/05/blog-post_1591.html)

    -Κώστας Ουράνης, «Ἕνα καράβι φεύγει»

    Ἕνα μεγάλο τετρακάταρτο καράβι
    ἀφήνει ἀγάλια τὸ λιμάνι πρὸς τὸ βράδυ.
    Ἡ νηνεμία τῶν νερῶν, καθὼς τὴ σχίζει,
    μ᾿ ἀντιφεγγίσματα λευκῶν πανιῶν γεμίζει.
    Εἶν᾿ ἕνα ξενικὸ καράβι, στὰ πλευρά του
    μὲ κόπο συλλαβίζει ὁ κόσμος τ᾿ ὄνομά του.
    Ἀπὸ ποιὰ μακρινὰ ἔχει ἔρθει μέρη
    καὶ τὸ ποῦ πάει κανένας δὲν τὸ ξέρει.
    Οὔτ᾿ ἕνα ἄσπρο μαντήλι δὲν τὸ χαιρετάει,
    τώρα ποὺ ἀπ᾿ τ᾿ ἀκρολίμανο σιγὰ περνάει.
    Μόνο οἱ γυναῖκες τὸ κοιτᾶν ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,
    σὰ ν᾿ ἀπολησμονήθηκαν ἐκεῖ ἀπὸ χρόνια.
    Ὡστόσο ἀφήνοντας γιὰ πάντα τὸ λιμάνι,
    ἕνα τεράστιο ψυχρὸ κενὸ ἔχει κάνει.
    Καὶ τώρα ποὺ στὸ πέλαγο ἀρμενίζει
    κι ὁ δειλινὸς ὁ ἥλιος τὸ φωτίζει,
    -λάμπουν ἀπὸ χρυσάφι τὰ κατάρτια,
    πορφύρες κυματίζουνε στὰ ξάρτια-,
    οἱ ἀνθρῶποι ποὺ κοιτᾶν στὴν παραλία
    νοιώθουν πιὸ ἄδεια, πιὸ στενὴ τὴν πολιτεία
    καὶ πιὸ γυμνὴ ὁ καθένας τὴ ζωή του
    -σὰν κάτι νὰ τοὺς ἔφυγε μαζί του…
    (http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/kwstas_oyranhs_poems.htm)

    – Drapetis, «Φεύγω γιατί»

    Η μόνη λύση κάποτε είναι η δραπέτευση και η φυγή..
    Ο κεραυνοβόλος έρωτας υπάρχει.
    Είμαι σε μια άλλη διάσταση τώρα.
    Κοίταξα εκείνο το κορίτσι και μετά έπεσε.
    Σου θολώνει την κρίση και τη λογική
    Κάποιος μου είπε οτι χρειάζομαι ξύρισμα
    Γιατί θες να ξέρεις ?, με ρώτησε
    Δεν θέλω είπα.
    Δεν θέλω να κοροιδεύω τα όνειρα των άλλων.
    Πνιγμένος μέσα σε αρώματα δραπετεύω στα δικά μου.
    Παλεύοντας να μεταφερθώ κάπου αλλού,
    στο αιώνιο καλοκαίρι,
    μέσα απο την απομόνωση και την προσευχή.
    Θα πάω εκεί όπου εγώ και οι συνταξιδιώτες μου
    κερδίζουμε τις μάχες και οι πληγές
    δεν αφήνουν στίγματα.
    Είμαι ένας δραπέτης.
    Φεύγω για μέρη που δεν ξέρω,
    για εμπειρίες που θέλω,
    για επαναστάσεις που θα γίνουν,
    για την αλήθεια και το σκοπό.
    Φεύγω για τις υποσχέσεις που αθέτησα,
    για τις πράξεις που μετάνιωσα,
    για τους ανθρωπους που πλήγωσα.
    Φεύγω για τους φίλους που γνώρισα,
    για τις κοπέλες που αγάπησα,
    για τις παραλίες που δεν κολύμπησα ποτέ,
    για τα χιόνια που δεν με πάγωσαν,
    για τους νόμους που παρέβηκα, για τις διαλέξεις
    που δεν άκουσα.
    Φεύγω γιατί νυκτώνει, φεύγω γιατί ξημερώνει.
    Γύρισα σελίδα, φεύγω,
    γιατί όλα τα ποιήματα που έγραψα δεν τα διάβασες,
    φεύγω γιατί ήσουν εκεί όταν δεν έπρεπε,
    φεύγω γιατί τα βράδια δεν κοιμάμαι.
    Φεύγω για τα δώρα που δεν έδωσα,
    για τους φίλους που ξέχασα,
    για τα σ’ αγαπώ που δεν είπα, για τα χαμόγελα που δε χάρισα.
    Φεύγω γιατί δεν προσπάθησα αρκετά.
    Φεύγω για τους αγώνες που δεν πάλεψα.
    Φεύγω για τα γράμματα που δεν πήρα.
    Φεύγω γιατί θέλω να με ακούσουν περισσότεροι.
    Φεύγω γιατί όταν στέκομαι στον καθρέφτη
    δεν βλέπω τον εαυτό μου πλέον,
    φεύγω γιατι τα ποιήματα μου δεν επαρκούν
    για να σου δείξουν οτι πονώ.
    Φεύγω γιατί νοσταλγώ, φεύγω γιατί ονειρεύομαι,
    φεύγω γιατί θέλω να γίνω καλύτερος,
    φεύγω γιατί η μέρα είναι όμορφη.
    Φεύγω γιατί δεν κλαίω και δεν λυτρώνομαι
    Φεύγω γιατί ίσως κάπου κάποιος με χρειάζεται,
    φεύγω γιατί νιώθω πως τον χρειάζομαι κι εγώ.
    Φεύγω γιατί τα βλέπω όλα ανάποδα τώρα
    και είναι πιο ξεκάθαρα έτσι.
    Φεύγω γιατί τα γυαλιά που φοράω με τυφλώνουν.
    Φεύγω γιατί πρέπει να κάνω πράξη το ψευδώνυμο μου,
    φεύγω γιατί τελικά με μίσησες,,
    φεύγω τελικά γιατί ίσως έχω μεθύσει τόσο πολύ
    απο μια φωνή που με καλεί εδώ και χρόνια
    και ‘γω την αγνοούσα
    Φεύγω γιατί σε περιμένω και δεν το ξέρεις,
    γιατί σε αγαπώ και δεν το καταλαβαίνεις,
    γιατί πονώ, λιώνω, διαλύομαι τα βράδια
    επειδή δεν είσαι εκεί και δεν με παίρνει ο ύπνος,
    γιατί στα όνειρα μου κυριαρχείς ,
    γιατί ξέρω πως αν δεν φύγω τώρα μόνος,
    δεν θα φύγω ποτέ μαζί σου.
    Φεύγω σήμερα, γιατί έπρεπε να φύγω χθές κι άργησα,
    γιατί αν το αναβάλω για αύριο, δεν θα γίνει ποτέ…»

  6. 32. Η φυγάς

    Παρατηρώντας σε φαίνεται να μην υπάρχεις
    να είσαι πλίνθος και πηλός χωρίς υπόσταση
    και μέλι γαρίφαλο ή θάλασσα χωρίς άρωμα πια
    και συλλαβές από ψωμί
    και θλιμμένες υπάρξεις.

    Στο βάθος της ακρωτηριασμένης νύχτας
    το χέρι σου απότομα
    χιόνι παλλόμενο σκιαγραφεί
    στη φωτισμένη πυκνότητά του μια σπάνια κίνηση.
    Εκθαμβωτική

    Φαίνεται μέσα από σένα το φθινόπωρο οδυνηρό.
    Το τόξο των ματιών υπονοείται.
    Η ιστορία σου είναι συμμετρία και παλμός.

    Και μόνο μια κραυγή μένει να περιέχεται
    ένα κορμί κατακτημένο
    που εξασθενεί ο θάνατος που ανθίζει
    και είναι ευτυχισμένο.

    Αντόνιο Λούκας (Μετ. Μαριάννα Τζανάκη)

    ***

    33. ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑ

    εν τέλει,
    όταν βρεθώ πάνω στις ράγες
    τρένων που δεν σταματούν,
    ταξιδιωτών
    που κοιτάζουν δίχως να μου πουν αντίο
    με τα χέρια
    θα έχω φτάσει
    στο σημείο που πάντοτε βρισκόμουν•
    στο ξυπόλητο παιδί που στοχάζεται την απόσταση
    τρέμοντας στην παραλία
    στο χείλος της ζωής,
    στην τεφροδόχο της ελπίδας.
    εν τέλει, όταν η γύμνια σηματοδοτήσει
    πάλι την αρχή
    θα ζητήσει να πεθάνω όπως πεθαίνουν οι ζητιάνοι•
    παρασύροντας τη μοναξιά του κόσμου
    στα άδεια χέρια τους.

    Ούγκο Μουχίκα, μετάφραση: Στάθης Ιντζές

    ***

    34. Η εξομολόγηση του φυγά

    Είμαι ευτυχισμένος μόνο σαν φεύγω.

    Όχι ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, με δρόμους κλειστούς,
    μα ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, στο ’να σπίτι ή στ’ άλλο,
    και τα δυο κατά προτίμηση αλλονών.

    Δεν μπορώ πια, ούτε θέλω, να μένω ήσυχος.
    Ούτε τώρα ούτε μετά. Ούτε εδώ ούτε εκεί.
    Εκεί που τελοσπάντων είσαι εσύ,
    όποια και να ’σαι εσύ, το όνομά σου βάλε
    στα χείλη μου τα διψασμένα, τα αχόρταγα.

    Εγώ δεν είμαι εγώ ούτε έχω σπίτι.
    Δεν λέω πια, γιατί ποτέ δεν ήμουν,
    ποτέ δεν είχα, πάντα ήμουν ξένος
    μέσα μου ή έξω μου. Είμαι αυτός που δεν:
    ο αλήτης που κοιμάται κάτω απ’ το γεφύρι
    που τις όχθες μου ενώνει και το περνώ
    χωρίς σταματημό, μέρα και νύχτα.

    Γράφω γιατί ψάχνω, γιατί ελπίζω.
    Όμως πια δεν ξέρω τι, το ’χω ξεχάσει.
    Ελπίζω πως γράφοντας, κάποια στιγμή
    θα θυμηθώ. Επιμένω κόντρα στους καιρούς.

    Αγωνιώ ανάμεσα σε παρενθέσεις
    σε τόπο ζωντανό, χρόνο νεκρό
    κάποιας ελπίδας, ανάμεσα σε δύο εδώ.

    Ποτέ σε κάτι μα ανάμεσα. Άσε με,
    όποια και να ’σαι εσύ, στην ησυχία μου
    ή τέλειωνε πια μαζί μου και με το μέλι το πικρό
    του να είμαι μόνος μιλώντας μόνος.

    Αποφάσισα να μην αποφασίζω,
    να μην είμαι πουθενά αλλά στον δρόμο,
    σε γεφύρια, σε πλοία, σε τρένα
    όπου θα είμαι απλώς ο επιβάτης
    που ξέρω πως είμαι, και να αισθάνομαι
    πως με ανησυχεί η γαλήνη,
    πως η ησυχία με τρομάζει,
    πως η ασφάλεια δεν με ενδιαφέρει,
    κι ευτυχισμένος είμαι μόνο στη φυγή.

    Χουάν Βιθέντε Πικέρας -Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης

    ***

    35. ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ

    Τό ἑπόμενο καλοκαίρι; Τό μεθεπόμενο, πιά;
    Μέ λίγη τύχη, μᾶς ἀπομένουν ἀκόμα λίγα χρόνια
    Ἀπό ἥλιο φτιαγμένα, καί γέλια καί ποτά
    Καί ἀντίο, καί δάκρυα, κι ἀεροδρόμια.

    Wendy Cope, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΟΔΩΡΗΣ ΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    ***

    36. ΕΧΩ ΠΟΘΗΣΕΙ ΝΑ ΞΕΦΥΓΩ

    Έχω ποθήσει να ξεφύγω από το ερπετό
    της ψεύτικης ημέρας
    κι απ’ τον αρχαίο τρόμων τον κατασπαραγμό,
    γερνώντας πλέον φοβερά, καθώς η μέρα πέφτει
    από το λόφο σε απροσμέτρητο βυθό∙
    έχω ποθήσει να ξεφύγω
    απ’ των χαιρετισμών
    το πήγαινε-έλα. Ο άνεμος
    γέμισε πνεύματα, πνευμάτων ήχους το χαρτί,
    βροντάει κι αστράφτει κουδούνια και προσκλήσεις.

    Έχω ποθήσει να ξεφύγω, όμως φοβάμαι∙
    λίγη ζωή περισωσμένη αν ξεπηδούσε
    απ’ του παλιού μου φόβου αποκαΐδι
    ανάερα σκάζοντας και μ’ άφηνε τυφλό;
    Από της νύχτας τον αρχαίο πανικό,
    ένα καπέλο που έβγαλα,
    τα χείλια μου σμιχτά στ’ ακουστικό,
    δε θα με τσάκιζε αμέσως του θανάτου το φτερό;
    Δεν φοβάμαι μην πεθάνω απ’ αυτά,
    μισά συμβάσεις, ψέματα τ’ άλλα μισά.

    Ντύλαν Τόμας -Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας -Από τα «25 ΠΟΙΗΜΑΤΑ», 1936 που περιέχονται στη συλλογή «ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΛΑΛΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1934-1953», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΡΑΤΩ 2003

    ***

    37. Η φυγή

    Και τα πρόσωπά τους ήσαν χλωμά
    Και τους κόβονταν οι λυγμοί

    Καθώς το χιόνι στα διάφανα πέταλα
    Ή τα χέρια σου πάνω στα φιλιά μου
    Έπεφταν τα φθινοπωρινά φύλλα.

    ΓΚΙΓΙΩΜ ΑΠΟΛΛΙΝΕΡ (μτφ: Μ. Στεφανοπούλου/ Alcools)

    ***

    38. Φεύγεις, έφυγες

    Πάνω από πέτρινους τοίχους και αχυρώνες,
    χιλιάδες μίλια μακριά από τις μαυρομάτες Σούζαν,
    πάνω από σκηνές του τσίρκου και σεληνακάτους
    φεύγεις, φεύγεις.
    Εσύ που με κατοίκησες
    στο πιο βαθύ και πιο σπασμένο μου κομμάτι,
    φεύγεις, φεύγεις.

    Μια γριά γυναίκα σε φωνάζει.
    Από το νεκροκρέβατό της, όλο πόνο
    σε ρωτά «Λοιπόν, τι θα σου μείνει από δαύτη;».
    Είναι ο πυρήνας όλων των μύθων.
    Είναι η τρελή του δείπνου
    κι εσύ ο ταξιδευτής.

    Παρά το ότι βιάζεσαι
    σταματάς για ν’ ανοίξεις ένα μικρό καλάθι
    και κάτω από τακτοποιημένα μισοφόρια
    της δείχνεις τα μάτια με τις ραβδώσεις της τίγρης
    που ξερίζωσες πρόσφατα,
    της δείχνεις την ειδικότητά σου, τα χείλη,
    αυτές τις δύο πρέσες
    που άγρια τη σφίγγουν.
    Το ένας χείλος μου ανήκει,
    το άλλο είναι δικό σου.
    Αποσπάστηκαν απ’ το οστό του καρπού
    όταν ξεχύθηκες
    στην ακατόρθωτη φυγή, έφυγες.

    Τότε ακουμπάς το καλάθι
    στην κούφια ποδιά της γριάς.
    Ως τελευταία πράξη εκείνη χαϊδεύει
    αυτά τα τεχνουργήματα σα να ‘ταν παιδικό κεφάλι
    και μουρμουρίζει «πολύτιμα, πολύτιμα».
    Κι εσύ χαίρεσαι που της τα ‘δωσες
    γιατί κι αυτή, ένα ταξίδι κάνει.

    Anne Sexton

    ***

    39. Η Εσχάτη Αθωότητα

    Να φύγεις
    ψυχή τε και σώματι
    να φύγεις.
    Να φύγεις
    ν’ απαλλαγείς απ’ τις ματιές
    πέτρες πιεστικές
    που κοιμούνται στο λαρύγγι.
    Πρέπει να φύγεις
    όχι πια αδράνεια κάτω απ’ τον ήλιο
    όχι πια αίμα απελπισμένο
    όχι πια κάνοντας ουρά για να πεθάνεις.
    Πρέπει να φύγεις.
    Αλλά με επίθεση ταξιδιώτισσα!

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ Πισαρνίκ. Μτφρ: Βασίλης Λαλιώτης

    ***

    40. ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΩΔΗ

    Θέλω να φύγω μαζί μας, θέλω να φύγω μαζί σας,
    Με όλους εσάς μαζί,
    Παντού όπου πηγαίνετε!

    Τους κινδύνους σας θέλω μπροστά μου να βρω,
    Στο πρόσωπό μου, τους ανέμους να νιώσω,
    Αυτούς, που το δικό σας γέμισαν ρυτίδες,
    Το αλάτι της θάλασσας, που τα χείλη σας φίλησε, να φιλήσω
    Στη δουλειά σας το χέρι μου να βάλω,
    Τις καταιγίδες σας να μοιραστώ,
    Και σαν κι εσάς, σε πανέμορφα λιμάνια να φτάσω!
    Τον πολιτισμό, όπως κι εσείς, πίσω μου να αφήσω!
    Μαζί σας κάθε ίχνος ηθικής να χάσω!

    Στ’ ανοιχτά να νιώσω την ανθρωπιά μου ν’ αλλάζει!
    Τις θάλασσες του Νότου μαζί σας να πιω,
    Άγρια πράγματα νέα, νέες της ψυχής επαναστάσεις,
    Νέες φωτιές πυρηνικές στο ηφαιστειακό μου πνεύμα!
    Να φύγω μαζί σας, ν’ απογυμνωθώ-εμπρός, ουστ!-
    Απ’ τα πολιτισμένα ρούχα μου, τα ήθη τα χρηστά,
    Τον έμφυτό μου φόβο για τις φυλακές,
    Την ήσυχη ζωή μου,
    Την καθιστική, τη στατική, την προσεγμένη, την κανονική!

    Στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα,
    Αχ! Στη θάλασσα, στον άνεμο, στα κύματα, τη ζωή μου
    Να πετάξω!

    Άλβαρο Ντε Κάμπος, (απόσπασμα απ’ το ποίημα του ετερώνυμου)

    ***

    41. Είμαι φυγάς

    Είμαι φυγάς,
    μόλις γεννήθηκα
    μ’ έκλεισαν μέσα μου
    αλλά διέφυγα.
    Μέσ’ από κάμπους και βουνά,
    ελπίζω η ψυχή μου
    ποτέ να μη με βρει.

    F E R N A N D O P E S S O A -Μετάφραση : Σ π ύ ρ ο ς Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

  7. Ciao Aggeliki!!!!….
    (***Σ’ ενημερώνω ότι το ερχόμενο Σαββατοκύριακο θα βρίσκομαι εκτός Βόλου και δε θα ‘χω νέα ανάρτηση… Να ‘μαστε καλά, θα τα ξαναπούμε το παραπάνω Σαββατοκύριακο)

    -«Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον»

    -«…Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου,
    Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
    Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,
    δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!…»
    (Κ. Βάρναλης)

    -«…φεύγουμε δίχως από δω να ‘χουμε πάρει κάτι
    ούτε και την ενθύμηση του μάταιου ερχομού

    Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι
    δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
    τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,
    κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός»
    (Κ. Καρυωτάκης)

    -Κ. Καρυωτάκης, «ΦΥΓΕ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ…»

    «Φύγε κι άσε με μοναχό, που βλέπω να πληθαίνει
    απάνω η νύχτα, και βαθιά να γίνονται τα χάη.
    Ούτε του πόνου η θύμηση σε λίγο πια δε μένει,
    κι είμαι άνθος που φυλλοροεί στο χέρι σου και πάει

    Φύγε καθώς τα χρόνια κείνα εφύγανε, που μόνον
    μια λέξη σου ήταν, στη ζωή, για μένα σαν παιάνας.
    Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνας,
    της μάνας γης, και ανοίγοντας στο γέλιο των αιώνων

    Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη!
    Ταράζει και η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγός
    νερά, που με πηγαίνουν, όπως είμαι ναυαγός,
    εκεί, στο απόλυο Μηδέν, στην Απεραντοσύνη.»

    – Κική Δημουλά, «Η ΑΤΕΛΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑ”

    “Δε θυμάμαι αν φεύγοντας μου έδωσες
    το σεσημασμένο φιλί.
    Είπες μόνο φεύγω για λόγους αναψυχής
    αφήνω ανοιχτή την πόρτα της προδοσίας
    θα επιστρέψω εξ’ ολοκλήρου
    αυτό ναι, το θυμάμαι καλά
    κεντήθηκε με καυτή βελόνα
    τατουάζ ανεξίτηλο στην παρειά μου.
    Ξέρεις τι είναι προδοσία;

    Η ανάγκη φυγής που κυριεύει
    κάθε σώμα
    καθηλωμένο στην ίδια κουραστική στάση
    όπως είναι η στάση της πίστης
    η στάση της αγάπης
    μπροστά σ΄ένα παράθυρο αμετακίνητο
    με μόνη θέα νύχτα μέρα
    καρφωτή στα μάτια
    την ανυπόφορη αντηλιά του εαυτού της.

    Ξέρεις ποιός είναι ο διαφημιστής
    ο αντζέντης της προδοσίας;
    Το προδοτικό φιλί.
    Εκείνο μεριμνά για τη φήμη της
    της κλείνει κερδοφόρα συμβόλαια
    με την αθανασία
    εκείνο φέρνει γενεές και γεμίζουν
    οι οθόνες των αιώνων
    γιατί αυτό το φιλί
    είναι που διεγείρει
    την καταπιεσμένη αγριότητα
    προσηλυτίζει το αίμα
    στη θρησκεία του θανάτου
    εκείνο είναι που
    κόβει την ανάσα των θρήνων
    κι αν ανασαίνουν ακόμα οι δικοί μου
    είναι γιατί θυμάμαι
    ότι φεύγοντας άφησες μεν ανοιχτή
    την πόρτα της προδοσίας
    αλλά το προδοτικό φιλί της
    δεν μου το έδωσες.
    Γράψε μου σε παρακαλώ
    τη διεύθυνσή του…”

    -Νέλλυ Ζακς, «Στη φυγή»

    «Στη φυγή
    τη μεγάλη αποδοχή
    καθ’ οδόν –

    Τυλιγμένη
    στο πανί του αέρα
    πόδια στην προσευχή της άμμου
    που δεν μπορεί ποτέ να πει αμήν
    γιατί πρέπει
    απ’ το πτερύγιο στο φτερό
    και συνέχεια –

    Η άρρωστη πεταλούδα
    θα μάθει σε λίγο ξανά για τη θάλασσα
    Αυτή η πέτρα
    με την επιγραφή της μύγας
    μου δόθηκε στο χέρι –

    Αντί για πατρίδα
    δέχομαι τις μεταμορφώσεις του κόσμου –
    (Ξένη ποίηση 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

    -Νίκος Δήμου, «Φεύγοντας ακίνητος»

    Όπως καθόμουν εδώ και βασανιζόμουν να βρω ένα θέμα για το blog, μου ήρθαν ξαφνικά στο νου από παλιά κάτι στίχοι του Stéphane Mallarmé:

    La chair est triste, hélas! et j’ai lu tous les livres.
    Fuir! là-bas fuir! Je sens que des oiseaux sont ivres
    D’être parmi l’écume inconnue et les cieux!

    (Η σάρκα, αλίμονο, είναι θλιμμένη, κι έχω διαβάσει όλα τα βιβλία.
    Να φύγω! μακριά, να φύγω! Νιώθω πως τα πουλιά πρέπει να μεθάνε
    Που βρίσκονται ανάμεσα στ’ άγνωστα κύματα και τον ουρανό).

    Κούραση και βάρος.

    Ά! Το όνειρο της φυγής… Αν μου λείπει κάτι από τα νιάτα μου είναι αυτό.
    Η ανεμελιά με την οποία έπαιρνα τους δρόμους, γύριζα την Ευρώπη με κάτι ψιλά στην τσέπη, με ωτοστόπ, με δανεικά… Κοιμόμουν σε ξενώνες και σε παγκάκια…
    Τώρα με κλεισμένα πολυτελή ξενοδοχεία και όλες τις ανέσεις, δεν μπορώ πια να «φύγω».

    Έγραφα στους «Δρόμους»:

    Φεύγοντας ακίνητος

    Πολλά είναι τα πρωινά που ξυπνάω με γεύση ματαιότητας και θανάτου. Όμως είναι και άλλα όπου με διακατέχει μία έντονη επιθυμία απόδρασης. Ονειρεύομαι πως, σιωπηλά, χωρίς κανείς να με πάρει μυρωδιά, μαζεύω μερικά απαραίτητα πράγματα και εξαφανίζομαι. Το που πάω δεν έχει σημασία και αλλάζει από ξημέρωμα σε ξημέρωμα: άλλοτε λιάζομαι σε εξωτικά μέρη και άλλοτε χάνομαι σε μεγαλουπόλεις. Σημασία έχει ότι φεύγω. Αυτή η λαχτάρα της φυγής είναι τόσο έντονη που με πονάει σωματικά.

    Φεύγω από τι; Μα από όλα. Από την μικροαστική ρουτίνα του σπιτιού, από την ανόητη καθημερινότητα, από τις ηλίθιες υποχρεώσεις ενός «επώνυμου» που κάθε ώρα κάποιος του ζητάει συνέντευξη για θέματα που δεν ξέρει και δεν τον ενδιαφέρουν.

    Φεύγω, παραμένοντας. Ονειρεύομαι ότι αναχωρώντας θα απομακρυνθώ από το κενό, το γήρας, την παρακμή, την αρρώστια, την ύπαρξη χωρίς πόθο και πάθος.

    Το χειρότερο είδος φυλακής είναι αυτό από το οποίο δεν θέλεις να φύγεις. Δεν έχει κλειδί και κανείς δεν σε εμποδίζει. Ανά πάσα στιγμή θα μπορούσα να πάρω δύο βαλίτσες και τον μεταφυσικό μου γατούλη, τον Don, και να εξαφανιστώ. Είμαι οικονομικά ανεξάρτητος – όχι πλούσιος, αλλά αυτάρκης. Την δουλειά μου – το γράψιμο – μπορώ να την κάνω παντού όπου υπάρχει Internet – ακόμα και ασύρματο. Στο Παρίσι ή σε μία ατόλη της Πολυνησία. Αλλά δεν θα φύγω ποτέ. Δεν έχω την δύναμη. Το μόνο μεγάλο ταξίδι μου πια, θα είναι αυτό που φοβάμαι.

    Αχ, εκείνα τα πρωινά που έρχεται τόσο έντονη η ανάγκη της απόδρασης – τόσο που να σε πλημμυρίζει η βεβαιότητά της. Τώρα, λες, τώρα θα τα παρατήσω όλα και θα φύγω. Βλέπεις τον εαυτό σου αλλού – και για μία στιγμή είσαι γεμάτος και ευτυχής.

    Μετά ο ίδιος υπονομεύεις το όνειρό σου: και τι θα γινόταν δηλαδή εκεί; Τι θα έκανες, μόνος, υπέρβαρος, υπέργηρος, αρθριτικός, με δέκα χάπια την ημέρα; Θα έβγαζες βόλτα την κατάθλιψή σου σε ωραία εξωτικά τοπία; Και καταλαβαίνω πως όλο αυτό το mal du départ είναι μία αυταπάτη. Η πόλις θα με ακολουθεί. Δεν θα άλλαζε τίποτα.

    Οπότε ξαναγυρίζω στην καθημερινότητα. Με συντροφιά μου τον Don, ξαπλωμένο στα γόνατά μου την ώρα που γράφω. Τον γάτο που διαβάζει την σκέψη μου, όπως εγώ διάβασα κάποτε την δική του όταν ήρθε μέσα σε ένα όνειρό μου.

    Αλλά αχ, εκείνα τα πρωινά που σε πλημμυρίζει η βεβαιότητα της απόδρασης! Τώρα, λες, ΤΩΡΑ θα τα παρατήσω όλα και θα φύγω. Για μια στιγμή είσαι γεμάτος και ευτυχής.
    (http://doncat.blogspot.gr/2006/10/blog-post_26.html)

  8. Ώστε λοιπόν, όντας στο πνεύμα της ανάρτησης, φεύγεις κι εσύ. Προσωρινά, έστω.
    Ωραία η εκτέλεση με τη Νένα Βενετσάνου.

    *

    42. ΔΙΑΦΥΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

    Σουρούπωνε και ήμουν μοναχός
    Σε κορυφή ανεμοδαρμένου λόφου.
    Κάτω ο πλημμυρισμένος κάμπος
    Κοίλος καθρέφτης τύφλωνε τον ουρανό
    Και στην πεπλατυσμένη λίμνη του το αργό φεγγάρι
    κατέβαζε τον πατέρα- ανόθευτον απ΄ τον καιρό-
    Και τον απέθετε στιλπνή μαρμαρυγή
    Στα φωτισμένα σπάρτα.

    Ω πόση πίκρα στη θέα του πατέρα μου
    Που έσερνε σιωπηλός τη λύπη του
    Μες στο δικό μου τέλμα.

    Στις τσέπες μου τότε κοίταξα μ’ αδημονία
    Να βρω τα σύνεργα της ποθητής γραφής
    Κι απ΄ του μυαλού μου τις πτυχές ανέσυρα
    Σωρό τις λέξεις με τα μακρινά μηνύματα
    Καθώς της μνήμης μου αστείρευτα
    Καταύγαζαν οι λαμπερές εικόνες,

    Κι όμως το ποίημα έτρεμε ανάερο
    Και το σκοτάδι έπεφτε σαν χαλαρή βροχή.

    Έπεφτε το σκοτάδι πύκνωνε
    Και το αναθρώσκον ποίημα χανόταν λίγο –λίγο
    Για μια στιγμή αστραπής μέσα μου γύριζε
    Κι ύστερα πάλι έσβηνε λιωμένο
    Σαν μέταλλο ακατανόητης εξόρυξης
    Σαν μάταιο μείγμα ανάνηψης και θλίψης.

    Ώσπου για πάντα χάθηκε το ποίημα
    Στην ηφαιστειακή μελαγχολία της νύχτας
    Κι έμεινε η μνήμη μου ανώριμος καρπός
    Με τον πατέρα στάχτη στις πλαγιές των θυμαριών
    Κι ήλιος που βύζαινε το μαύρο- ως –πέρα-έλος.

    Ηλίας Κεφάλας, Το Δέντρο Που Έγνεθε τη Βροχή και Τραγουδούσε, ΡΟΕΣ, Αθήνα 2010

    ***

    43. ΦΥΓΗ

    Στην είσοδο της Μεγάλης Εβδομάδας ανακαλύπτει την έξοδο.
    Λεπτοί ήχοι προειδοποιούν την άφιξή του.
    Το σώμα του γυρεύει το σώμα της, να αλώσει τους φόβους
    να απαλύνει τις αδυναμίες.

    Κάθεται κατάχαμα έχοντας δίπλα της μια κούπα με νερό.
    Ξεπλένει με κινήσεις αργές, πρώτα τα χέρια της,
    ένα-ένα τα πλήκτρα του λαιμού, το σούρουπο από το πρόσωπό της.
    Ύστερα παίρνει το ένα μετά το άλλο τα πόδια του,
    χαϊδεύει τις φλέβες, το σκληρό δέρμα, τις πατούσες.
    Η πνοή του επιπλέει στο νερό και απλώνει σαν δέηση
    σ’ όλο της το σώμα.

    Κάθε χρόνο η ίδια στάση.
    Κάθε χρόνο οι ίδιες κινήσεις, ανάμεσα στα χέρια και τα μάτια.

    Το πέρασμά του αιχμαλώτισε αιώνια τις νύχτες της
    ελευθερώνοντας πού και πού μια θυελλώδη αναμονή.

    Λίλη Μιχαηλίδου, «Αρένα»

    • Ciao Aggeliki!!!… Πολύ ωραία και τα δυο, άγνωστα σεμένα, ποιήματα!

      -Αντρέ Μπρετόν, «ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΦΕΥΓΟΥΝ»

      Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
      μια γυναίκα τόσο ωραία
      που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
      χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
      είναι τόσο ωραία
      που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
      Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
      καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
      και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
      κατάματα
      όπως δεν κάνουν τ’ αληθινά πλάσματα
      Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
      του αέρος
      ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς
      Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
      το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
      και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
      κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
      Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
      γραμμάτων
      όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
      αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών
      για να βρέχει πάντοτε

      Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
      σμίξουν
      Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
      των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
      από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
      μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
      εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου νια τον έρωτα
      του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
      θάμνους γιομάτους πέπλους
      και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
      αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
      εκτάσεως
      αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
      εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
      που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων
      (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, μτφρ. Ανδρέας Εμπειρίκος, Ελληνικά γράμματα)

  9. Ελεωνόρα Ζουγανέλη – Μακριά Μου Να Φύγεις

    ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙΣ

    Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών
    Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν

    Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας
    Να φεύγεις – αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς

    Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο
    Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι

    Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο
    Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ

    Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε

    Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου
    (Όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας – αποδέξου το)

    Να σταματήσεις να αγαπάς τον Μέλλοντα, όταν αυτό που έχεις είναι μόνο ο Ενεστώτας
    Να φεύγεις από εκεί που δεν ξέρεις γιατί βρίσκεσαι – από ‘κει που δεν ξέρουν γιατί σε κρατάνε

    Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες
    Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις

    Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι
    Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη

    Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι
    Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο

    Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω – δεν τους το χρωτάς
    Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου

    Μην πιστεύεις αυτά που λένε – η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει
    Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει

    Να μην συγχωρείς όσους δεν σου έπλυναν τα πόδια σου με δάκρυα μετανοίας
    Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς, οι τρίτες για τους γελοίους

    Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση την σχέση την κοροϊδία κοροϊδία
    Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει σαν μωρό
    κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλυφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο

    Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα, όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου
    Και. Να μάθεις να φεύγεις. Από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες

    Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα
    Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά

    Πηγή: http://www.yposimeioseis.com/2014/07/blog-post_20.html#comment-form

  10. Η αναχώρησή της, M. Bιολάρης

    45. «Η αναχώρησή της»

    Ξυπνώ και μου είπαν, έφυγεν η κόρη που αγαπούσα,
    και κατεβαίνω στο γιαλό,
    τη θάλασσα παρακαλώ
    την πικροκυματούσα.

    – Εγώ τα πρωτοδέχθηκα τ’ αφράτα της τα κάλλη,
    μου είπε ένα κύμα, και γι’ αυτό
    με πόθο και με γογγυτό
    φιλώ το περιγιάλι.

    – Τα μάτια της, ερώτησα, μην ήταν δακρυσμένα;
    Ένα άλλο κύμα μου μιλεί:
    – Σαν το χαρούμενο πουλί
    επήγαινε στα ξένα.

    Το τρίτο κύμα ερώτησα: – Εμέ γιατί ν’ αφήση
    να κλαίγω και να λαχταρώ;
    Περνάει το κύμα το σκληρό
    χωρίς να μου μιλήση.

    Γεώργιος Ζαλοκώστας

    ***

    46. «Αυτοί που φύγαν»

    Αυτοί που φύγαν δεν γυρίζουν πίσω
    θα τους σκεπάσει η λήθη
    Αυτοί που φύγαν μένουν σε μια σκοτεινή ανάμνηση
    μένουν στο χρόνο
    που κοιτά πάντα πεινασμένος
    κάτω απ το πικρό χώμα

    Τώρα που φύγανε εμείς δεν κοιτάμε πίσω
    δεν τους γνωρίσαμε ποτέ
    δεν τους είδαμε ποτέ
    κι όμως τους υψώσαμε στα λάβαρά μας
    κι όμως τους χαιρετάμε
    όταν μας κοιτάν με τα ακίνητα μακρινά μάτια τους
    τα μάτια μας αφοσιώνονται στο λησμονημένο κεφάλι
    γεμάτα απορία γεμάτα ερωτήματα

    Τώρα κοιτάμε ίσια πίσω,
    πίσω στις αναμνήσεις
    ψάχνουμε να βρούμε μέσα τους
    να θεριεύουν αυτά τα μακρινά, ασίγαστα μάτια
    τη φλόγα και την ορμή τους!

    Γιάννα Καλογεροπούλου

    ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ – Γ. ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

  11. Ciao Aggeliki, grazie mille!!!

    *Ένα δίστιχο του Νίκου Καρούζου:

    «Εμείς όλο φεύγουμε μα οι μήνες/ ολοένα ξανάρχονται στο παράθυρο»

  12. Αλλά κανείς δεν φεύγει

    Πόλη κρυόκωλη και πόλη αργόμισθη και πόλη σαφρακιασμένη πρόωρα γερασμένη κιτρινιάρα κομπλεξικιά φτωχοπουτάνα… Πάντες οι χτεσινοί πρεντζόβλαχοι και βρωμοποδαράδες ριγούν από ευτυχία μέσα στην αγκαλιά σου πλήρως ικανοποιημένοι γαμώντας τα μοτοσακό τους τα μηχανάκια τους τις μηχανάρες τα αυτοκίνητά τους πληρώνοντας την βεντζίνα τους σαν κατσικίσιο γάλα και οι μαμάδες απαυτώνονται τηλεοπτικώς αγοράζουν στα σούπερ μάρκετ το καταπέτασμα για τα… παιδάκια τους…

    Κι ω Ποίηση ζητιάνα των ρυθμών που δεν υπάρχουν πια προδομένη των μαγικών λέξεων που μαγαρίστηκαν από τους μαγαρισμένους του κώλου….
    Κι ω μολόχες χάραμα κρύο νερό γλυκά φιλιά σπουργίτια ευκάλυπτα νεράντζια μούρα αγκινάρες και κεράσια τριφύλλια και σανά χρώματα ξεθωριασμένα ήχων πια άλλων αστέρων τι να κάνετε πια καημένα πώς να πολεμήσετε…
    Βλαχιά της πόλεως λέπρα της πόλεως νέφος της πόλεως τα στήθια σάπιες βάρκες κι ο καθαρός αέρας μόνο στ’ απομονωμένα χωριά κι αυτά μόνο για τους τουρίστες …
    Λες αυτό το τσιμέντο να πεθάνει μια μέρα; Λες κάποτε η μέρα να ξημερώσει νύχτα και η νύχτα να πέσει μέρα;
    Κι ω εργατικές τραγιάσκες φαρμάκια και περηφάνιες και τα λουλούδια της μανούλας σου Απόστολε Χατζηχρήστο κι ω κόλπα μαγικά κι ονειρεμένοι καφενέδες και το μπαγλαμαδάκι σου ρε Γιώργιο Μπάτη.

    Χαθήκαμε
    Χεστήκαμε στο τάληρο
    Μπερδεύτηκαν τα μπούτια μας.
    Και θα ξαναπάμε στο χωριό μας για να μην πεθάνουμε
    Και θα ξαναπάμε στο χωριό μας για να πεθάνουμε καλύτερα…

    Θωμάς Γκόρπας

    • Σ’ ευχαριστώ που το θυμήθηκες, Αγγελική! Έχω τον τόμο των ποιημάτων του Γκόρπα, μα δεν πήγε ο νους μου κατά κει….

  13. Χαίρεται κ. Τζίκα, ανατρέχω συχνά το ιστολόγιό σας, για τον κόπο και τη δουλειά στο οποίο αφιερώνετε θα ήθελα παρεπιπτόντως να σας ευχαριστήσω. Τυχαία είδα σήμερα την παρούσα ανάρτηση στην οποία υπάρχει το «να μάθεις να φεύγεις» το οποίο έχει γραφεί από εμένα. Θα σας παρακαλούσα πολύ να μπει η αυθεντική πηγή, η οποία είναι το ιστολόγιό μου: http://www.yposimeioseis.com/2014/07/blog-post_20.html. Είμαι βέβαιη πως καταλαβαίνετε την έννοια των πνευματικών δικαιωμάτων και δε χρειάζεται να την εξηγήσω και σε εσάς (όπως αναγκάζομαι να κάνω σε τόσες άλλες περιπτώσεις). Ευχαριστώ εκ των προτέρων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: