Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (165ο): «Αγώνας – αγωνιστής»…

-«Η ποίηση πρέπει να ’ναι
ένας οδηγός μάχης κι ευτυχίας
ένα όπλο στα χέρια του λαϊκού αγωνιστή
μία σημαία στα χέρια της ελευθερίας…»

(Γιάννης Ρίτσος)

 

-«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω….»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-«Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,

σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,

παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,

τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου

και στη σκόνη του καιρού.

Σημαίνει πως φοβόμαστε

και η ζωή μάς έγινε ξένη,

ο θάνατος βραχνάς.»

(Γιώργος Σαραντάρης)

 

-«Θα ‘ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως

μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή

-άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή…

άνθρωποι που «διελύθησαν ησύχως….»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

 -Βύρων Λεοντάρης, «Γενική αίσθηση» [Αγάπη πάντοτε κι αγώνας]

(απόσπασμα)

«Αγάπη πάντοτε κι αγώνας θα σε πλάθουν και θα δίνουν

νόημα στον πυρετό της ύπαρξής σου, μ’ ένα φως

φτεροκοπώντας γύρω σου τις στάχτες να σου πλύνουν

-Σήκω! Της ζωής δε σταματάει ποτέ ο τρικυμισμός.

Αγάπη πάντοτε κι αγώνας θα μοιράζουνε το βάρος

της αίσθησής σου ίσα στους πόρους του κορμιού,

θα σου χαρίζουν βλήματα σ’ ένα λιβάδι θάρρος,

δάχτυλα πιο συγγενικά στη χλόη του χαδιού

κι όνειρα γήινα, ταιριαστά στο ανθρώπινό μας σχήμα.

Χωρίς αγάπη ειν’ ο αγώνας πανοπλία κενή,

χωρία αγώνα κάθε αγάπη πεθαμένο κύμα,

αίμα χωρίς σφυγμό, καΐκι δίχως το πανί.

Χωρίς αγώνα κι ο Ποιητής λιμνάζει και σαπίζει

κι από το σώμα του μαδάει του κόσμου μας η αφή,

της αδικίας ο αίνος γύρω του σαλπίζει

και σαν σκουλήκια που πηδούν στη βρόμικη τροφή,

ευθύς αρχίζουν άνθρωποι- φενάκες από ανθρώπους-

να του κουφώνουν και ζωή και δόξα κι ομορφιά.

Όμως η Γη μισεί τους βαλτοτόπους

και ο Ήλιος σκληρός, εκδικητής, ανοίγει τα πανιά,

ξεραίνει όλους τους βάλτους και δε μένει

στάχτη της στάχτης, λησμονιά της λησμονιάς

κι ο συρφετός των σκουληκιών πεθαίνει ενώ βυζαίνει

την προσδοκία μιας αηδίας πιο πλατιάς.

Αγάπη πάντοτε κι αγώνας θα συμπτύσσουν

τους μελανούς ορίζοντες στο χάδι του υψωμού

κι αφού τη νέα ζωή σου αθλοθετήσουν,

θα σε συνέχουν πάντα στην πορεία του λυτρωμού.

Τι δύσκολο το βάδισμα! Κάθε βήμα και πάλη

κάθε βήμα κι ηφαίστειο που η λύπη καταρρέει

σε κάθε βήμα μια αίσθηση σ’ εγκαταλείπει κι άλλη

προσηλυτίζει την ψυχή σου ευθύς και γλυκολέει:

“Ζει ο άνθρωπος κι ένας σφυγμός αν μείνει ακόμη,

ζει ο άνθρωπος κι αν μείνει μια πληγή,

ζει ο άνθρωπος κι αν μείνει μια συγγνώμη,

ζει ο άνθρωπος κι αν μείνει μια κραυγή.”…»

(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/ βιβλία)

 

-Μπέρτολτ Μπρεχτ, «ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΣ ΜΕΝΕΙ, ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΖΕΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ»

«Σπίτι του όποιος μένει, όταν αρχίζει ο αγώνας

κι αφήνει άλλους για την υπόθεσή του να παλέψουν,

πρέπει να ξέρει (για να ’ναι προετοιμασμένος) ότι

όποιος δεν επήρε μέρος στον αγώνα

την ήττα αναγκαστικά θα μοιραστεί στο τέλος.

Και κάτι άλλο: ουδέποτε εν τέλει

αποφεύγει τον αγώνα

όποιος θέλει τον αγώνα ν’ αποφύγει –

καθώς

για του εχθρού του την υπόθεση θα ’χει παλέψει

όποιος για τη δική του δεν επάλεψε υπόθεση.»

(http://zbabis.blogspot.gr/2015/03/12-4.html)

 

-Μπέρτολτ Μπρεχτ, [Λες…]

«…Λες: πολύν καιρό αγωνίστηκες.
δε μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς.
Άκου λοιπόν: είτε φταις, είτε όχι
σαν δεν μπορείς άλλο να παλέψεις θα πεθάνεις.

Λες: πολύν καιρό ήλπιζες,
δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις.
Ήλπιζες τι;
Πώς ο αγώνας θαν’ εύκολος;

Δεν είν’ έτσι.
Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες.

Είναι τέτοια που: αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο
δεν έχουμε ελπίδα.
Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει
θα χαθούμε.

Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε.

Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του,
οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση.
Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη.»

 

-Π. Καρυώτη, «ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ»

(απαγγέλθηκε στο βουνό, στις 28 του Οκτώβρη 1948, και προφανώς δημοσιεύθηκε σε έντυπο του ΔΣΕ)

«Με τ’ άρματα πάλι κι’ εμπρός στον αγώνα

Εμπρός τα καλά παλληκάρια, οι πατριώτες,

παιδιά του λαού μας, στρατιώτες του χρέους.

Εμπρός στον αγώνα με τ’ άρματα πάλι.

* * *

Χαλάσματα οι τύραννοι, κι’ αίμα και δάκρυ

γιομίζουν τον έρμο τον τόπο μας πάλι.

Θρηνούν οι μαννάδες, ορφάνεια και πίκρα,

μαχαίρι και βία, ερείπια ολούθε.

* * *

Μα η φλόγα της πίστης σου φέγγει στη νύχτα,

στρατέ του λαού της Ελλάδας δυο χρόνια.

Λιτόχωρο – Γράμμος, ο δρόμος π’ ανοίγει

με τ’ άξια σου τ’ άρματα, φτάνει στη νίκη.

* * *

Προχώρα, προχώρα!… Οι τύραννοι κάτου!

Για πάντα να φύγουν κι’ οι ξένοι δυνάστες.

Ζωή, λευτεριά στο λαό μας να φέρεις,

χαρά της ειρήνης ν’ αρθεί στην πατρίδα».

(Στη σελίδα «ΑΓΩΝΑΣ και ΤΕΧΝΗ» της εφημερίδας «ΕΞΟΡΜΗΣΗ», Χρόνος Γ’, φύλλο 40, 2 Δεκέμβρη 1948)

 

-ΠΕΤΕΡ ΒΑΙΣ, «Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ»

«Πέθανε κει που τον χρειαζόμασταν

Πιο πολύ παρά ποτέ!

Γιατί πέθανε;

Τάχα ν’ αρρώστησε; Για λιποψύχησε;

Μήπως προσφέρθηκε για τη θυσία;

Μ’ αν ήταν άρρωστος, γιατί δεν τον βοηθήσαμε;

Ήταν σαν το Χριστό όταν τον κατέβασαν απ’ το Σταυρό…

Εγώ όμως μισώ του πόνου τους ηρωισμούς

Εγώ μισώ της ανάστασης τη μυστικοπάθεια

Εμείς τον εγκαταλείψαμε

Κει που έπρεπε να τον βοηθήσουμε μ’ όλη μας τη δύναμη.

Κι’ η γη που ρούφηξε το αίμα του δικιά του γη δεν ήταν,

Μονάχα κει που ζούμε είναι δικιά μας η γη.

Και τώρα τον βαφτίζουμε μάρτυρα

Να ξαλαφρώσουμε τις συνειδήσεις μας.

Ή μήπως κάνω λάθος;

Μήπως ήταν δυνατός, δραστήριος, γεμάτος πίστη;

Μήπως υπήρξε ο μόνος που τόλμησε;

Μήπως ο θάνατός του μας δίδαξε την ατολμία μας;

Μάθετε

Μάθετε

Μάθετε

Ο αγώνας εξακολουθεί.»

(Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός)

 

-Νικηφόρου Βρεττάκου, «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή»

«Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.

 Έχω κρατήσει μέσα μου την ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κ’ έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ’ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κ’ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.

 Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Άι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ’ τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν’ ακούς κάτω απ’ τη στέγη σου τ’ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ’ το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Κοίταξες τον ήλιο και προχώρησες..

 Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξες τον Άνθρωπο!»

[πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, τ. 1, Τρία Φύλλα]

Advertisements

Single Post Navigation

9 thoughts on “Πες το με ποίηση (165ο): «Αγώνας – αγωνιστής»…

  1. Απόλυτα επίκαιρη ανάρτηση Γιάννη μου!
    Αυτό το τραγούδι που λέει ο Νταλάρας, πόσα χρόνια είχα να το ακούσω; Αν και το έχω σε δίσκο (ως η μικρή αδερφή μιας μεγαλύτερης, που άκουγε «αγωνιστικά» τραγούδια κι εξαιτίας της τα έμαθα κι εγώ!) Καλή εβδομάδα Γιάννη.

  2. Αθηνάδης, Να αγωνίζεσαι σ’ έναν αγώνα που δεν μπορεί να κερδηθεί !

    «Γιατί να αγωνιζόμαστε;» ρώτησε ο Αθηνάδης.*

    «Γιατί κοπιάζουμε και προσπαθούμε τόσο επίμονα;
    Γιατί δεν απολαμβάνουμε την καθημερινότητα και τις μικρές χαρές
    της ζωής, όπως οι υπόλοιποι Έλληνες;
    Ποιος είναι ο σκοπός;
    Σ’ έχει απασχολήσει ποτέ αυτό το ερώτημα, Αγησίλαε;»..

    -«Με απασχολεί κάθε μέρα.
    Κάθε μέρα, όμως, δίνω την ίδια απάντηση. Είναι απλό….

    Υπερασπιζόμαστε έναν μάταιο σκοπό. Έναν πόλεμο χαμένο πριν καν διεξαχθεί.
    Υπερασπιζόμαστε έναν τρόπο ζωής μοναδικό σε όλη την Ελλάδα.
    Έναν τρόπο ζωής αυστηρό, λιτό και στερημένο, έναν τρόπο ζωής που αργά η γρήγορα θα εκλείψει… Δεν μπορούμε να κερδίσουμε!»
    -«Άρα;»
    -«Άρα, απόλυτη ηδονή. Ηδονή της ψυχής, όχι του σώματος, Ηδονή πραγματική.
    Συνεχής και μόνιμη. Ηδονή λυτρωτική.

    Να αγωνίζεσαι σ’ έναν αγώνα που δεν μπορεί να κερδηθεί.
    Να κερδίζεις μάχες σε έναν πόλεμο χαμένο. Να έχεις πάντα σκοπό σου τη νίκη.
    Να την επιδιώκεις ακόμα κι όταν γνωρίζεις ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί.

    Οι έμποροι έχουν σκοπό το κέρδος. Οι πολεμιστές τη νίκη.
    Ποιά νίκη όμως; Τη νίκη στη ζωή, όχι μόνο στη μάχη. Ηττημένος στη ζωή, τι αξία έχει
    αν νικήσεις στη μάχη;

    Ηττημένος στον εαυτό σου, τι αξία έχει να νικήσεις τον αντίπαλο;
    Αυτό μόνο μπορεί να επιθυμήσει πραγματικά ο πολεμιστής.

    Να αγωνίζεται εναντίον του εχθρού που υποδεικνύουν οι ανώτεροι του, αλλά, πρώτα απ όλα, να αγωνίζεται εναντίον του εαυτού του, εναντίον των ενστίκτων, των παθών, των αδυναμιών του.
    Αυτή είναι η αντίληψη που μας διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους Έλληνες.

    Γι αυτό μας θεωρούν απόκοσμους. Επειδή έχουμε πετύχει το ακατόρθωτο.

    Μια κοινωνία χωρίς διακρίσεις στηριγμένες στον πλούτο ή την καταγωγή.
    Μια κοινωνία ομοίων. Αυτό είναι που εξαγριώνει όσους έχουν συμφέρον από την διατήρηση της διαφορετικής κοινωνικής κατάστασης στις δικές τους πόλεις.
    Γι αυτό δυσφημούν, συκοφαντούν, διασπείρουν ψέματα και τερατολογίες για μας.
    Είμαστε στρατοκρατική κοινωνία; Σίγουρα ναι, αλλά για ποιον σκοπό;
    Για να διαφυλάξουμε τα υλικά κεκτημένα μας, τις φτωχικές οικίες, τον ελάχιστο κλήρο, τον ανύπαρκτο πλούτο;
    Δεν νομίζω. Είμαστε οργανωμένοι στρατιωτικά μόνο και μόνο για να προστατεύσουμε το μοναδικό, πράγματι, τρόπο ζωής μας. Την αντίληψη μια κοινωνίας ομοίων υπερασπιζόμαστε κι αυτό ακριβώς ενοχλεί τους ξένους.
    Αυτό όμως που τους ενοχλεί, εμάς μας γοητεύει. Αυτό θέλουμε. Να ξεχωρίζουμε στο πλήθος. Όχι επειδή συσσωρεύσαμε πλούτο, αλλά επειδή καταφέραμε να ζούμε διαφορετικά την κάθε μικρή και ασήμαντη στιγμή, την κάθε λεπτομέρεια της ζωής»…

    * Αθηνάδης, ήταν αυτός ο οποίος σκότωσε τον προδότη των Ελλήνων στις Θερμοπύλες Εφιάλτη. Ο Εφιάλτης είχε οδηγήσει μέσω ενός ορεινού περάσματος τους Πέρσες στα νώτα του ελληνικού στρατοπέδου.
    Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο ο Αθηνάδης τον σκότωσε για άλλο λόγο άσχετο με την προδοσία που είχε διαπράξει το θύμα του, παρόλα αυτά όμως «ἐτιμήθη μέντοι ὑπὸ Λακεδαιμονίων οὐδὲν ἧσσον»

    http://scholeio.blogspot.gr/2012/08/blog-post.html

  3. Ciao Aggeliki!… Πολύ καλό, δεν το γνώριζα…
    *Επέλεξα το «Αγώνας – αγωνιστής» σαν επετειακό λόγω της γιορτής του ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ… Θεώρησα ότι θα ήταν σχετικά εύκολο για μας, αλλά ψάχνοντας διαπίστωσα πως ελάχιστα ποιήματα υπάρχουν με τίτλο το θέμα μας… Ας είναι, ό, τι βρούμε…

    -«Αγάπης Αγώνας Άγονος»
    (Σέξπηρ)

    -«Όταν σταμάτησα να είμαι επαγγελματίας επαναστάτης, είπα να γίνω κι εγώ μέλος αυτής της κοινωνίας. Να αντιληφθώ τι γίνεται και τι είναι αυτό που θέλω να ανατρέψω.
    Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.
    Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.»
    (Χρόνης Μίσιος)

    -«Δεν είναι τώρα η εποχή των ξάστερων αγώνων,
    δεν έχει τώρα αλώνια μαρμαρένια η γη,
    για να παλεύουνε τα παλικάρια εκεί μ’ ένα λεβέντη χάρο.
    Τώρα η ζωή τσακίζεται σε σκοτεινές κακοτοπιές
    και πνέει τριγύρω η παγερή ανάσα της ενέδρας.
    Αυτός είναι ο αιώνας ο κακός, ο αιώνας της παγάνας.
    Ποτέ δεν είδαν οι άνθρωποι πιο επίβουλο, πιο γλιστερό και
    πιο μπαμπέση θάνατο.
    Για όλα τα μάτια και τα στόματα στηθήκανε παγίδες,
    για όλα τα όνειρα θηλειές,
    -τα πόδια και τα νιάτα μας φυραίνουν κάθε βράδυ δαγκωμέ-
    να απ’ τα ρολά των μαγαζιών…»
    (Βύρων Λεοντάρης, Ορθοστασία II, απόσπασμα)

    -Πεντζίκης Νίκος Γαβριήλ, «Αγών ψυχής»

    «Σύννεφο άυλης ποιότητας άχρονης,
    μπαίνει στο σπίτι των θυρών κεκλεισμένων,
    αλλάζοντας τη νύχτα σε παράδεισο,
    φως, η γλυκειά ελπίδα του κόσμου.

    Εκεί που δεν την περιμένεις, αναπάντεχα,
    από τις άκρες στο σώμα των δαχτύλων εισορμά,
    ακμή ζωής και θάνατος ταυτόχρονα,
    ανάσα, η γλυκειά ελπίδα του κόσμου.

    Μες στην απόγνωση της κάθε μέρας ερωτώ,
    το δέντρο που με την απουσία της σαραβάλιασε,
    πώς διψασμένο να χορτάσει μπορεί
    ψωμί, τη γλυκειά ελπίδα του κόσμου;»
    (http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=264)

    -Αλέκος Παναγούλης, «Ὑπόσχεση»

    (γραμμένη στὴν ἀπομόνωση στὸ Μπογιάτι,
    τὸν Φλεβάρη τοῦ 1972. «Γράφτηκε
    -σημειώνει ὁ ποιητὴς Ἀλέκος Παναγούλης-
    ὄχι γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὰ δάκρυα
    ποὺ ὁ πόνος καὶ ἡ ὀργὴ ἀνέβαζαν στὰ μάτια,
    μὰ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει μιὰ ἀπόφαση.
    Ἁπλοϊκὰ γραμμένο ἴσως, μὰ εἶναι ἕνας ὅρκος»
    Τὰ ποιήματα – ἐκδόσεις Παπαζήση).

    «Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
    θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
    ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
    ἀπελπισιᾶς σημάδια.

    Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
    γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση».
    (http://users.uoa.gr/)

    -Μάνος Ελευθερίου, «Ζωή ανυπεράσπιστη»
    (απόσπασμα)

    “Ό,τι αφήσεις ανυπεράσπιστο εδώ θα μείνει.
    Θα τα σκυλεύσουν όλα. Θα πεταχτούν. Θα πουληθούν.
    Χαρτιά βιβλία συνταγές και οδηγίες πλεύσεως.
    Λογαριασμοί πληρωμένοι και απλήρωτοι.
    Όλα θα γίνουν ζωή ανυπεράσπιστη. […]

    Και κάτω κάτω σ’ ένα συρτάρι κάποιο χαρτί
    λαβωμένου αγωνιστή
    που ζητά την ύστατη προστασία από αδιάφορους
    προκρίτους και δημογέροντες.»
    (Μ. Ελευθερίου, Η πόρτα της Πηνελόπης, Γαβριηλίδης)

    -Για την ελευθερία (Miguel Hernández )

    Για την ελευθερία αιμορραγώ, αγωνίζομαι, επιζώ.
    Για την ελευθερία, τα μάτια και τα χέρια μου,
    σαν ένα δέντρο σάρκινο, γενναιόδωρο και δέσμιο,
    δίνω στους χειρούργους.

    Για την ελευθερία πιότερες νιώθω καρδιές
    από άμμους στο στήθος μου: οι φλέβες μου γεννούν αφρούς
    και μπαίνω στα νοσοκομεία, και μπαίνω στα μπαμπάκια
    όπως στους κρίνους.

    Για την ελευθερία με πυροβολισμούς απομακρύνομαι
    απ’ αυτούς που ρίξαν τ’ άγαλμά της στη λάσπη.
    Και με χτυπήματα απομακρύνομαι απ’ τα πόδια μου, απ’ τα μπράτσα μου,
    απ’ το σπίτι μου, από τα πάντα.

    Γιατί όταν η μέρα χαράξει στα άδεια λεκανοπέδια
    εκείνη θα τοποθετήσει δυο λίθους μελλοντικής ματιάς
    και νέα μπράτσα και νέα πόδια θα κάνει να μεγαλώσουν
    στην υλοτομημένη σάρκα.

    Με φτερά σφρίγους θα βλαστήσουν δίχως φθινόπωρο
    υπολείμματα του σώματός μου που χάνω σε κάθε πληγή.
    Γιατί είμαι σαν το υλοτομημένο δέντρο, που βλασταίνω:
    γιατί ακόμα έχω τη ζωή.
    (μετάφραση: Emmanuel Vinader)

  4. ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΩΝΙΑ ΜΟΥ ΥΠΑΡΧΩ

    Δεν είμαι έτοιμος σου λέω
    Φύγε, μη με τραβάς απ’ το μανίκι
    Ένας ερωτευμένος είμαι
    Είναι ιεροσυλία να σκοτώνεις
    τον έρωτα
    Η ίδια η ζωή είναι ο έρωτας
    Δεν μπορώ να ‘ρθω, φύγε
    Είμαι ερωτευμένος με την ζωή
    Αγαπώ, ακόμα και τους μίζερους
    δρόμους, με τα βρώμικα σπίτια,
    Αγαπώ, ακόμα και τις πίσω αυλές
    με τα τεντωμένα σχοινιά
    Εκεί που κρέμονται οι άδειες ζωές
    σαν άδεια πουκάμισα,
    νοτισμένες στη σκουριά των αξιών

    Δεν είμαι έτοιμος σου λέω, φύγε
    Έρχεσαι απρόσκλητος,
    μονοσάνταλος
    Να μου αμφισβητείς τη ρότα
    Δεν θησαύρισα αρκετό πόνο
    για την επιστροφή μου
    Με την απόχη του νου μου
    Κυνηγάω ψυχές ερωτημάτων
    στα λιβάδια της ανεπάρκειας
    Δένουν την γλώσσα μου
    οι βρόγχοι της αμφισημίας
    Τσακίζεται το καράβι μου
    Στα βράχια των αντιφάσεων

    Αισθάνομαι μεγάλη μοναξιά
    κάτω απ’ το φεγγάρι
    Και η αδικία κόμπος στο λαρύγγι μου
    Όμως αντέχω
    Θέλω να παλέψω ακόμα, φύγε
    Βαθειά στη στάχτη τ’ όνειρο
    Φυλάει ζηλότυπα την σπίθα
    Και η αγάπη ακόμα ξεχειλίζει

    Φύγε τώρα
    Κι όταν έρθει η ώρα, υπόσχομαι
    Να κρεμάσω στο παράθυρο, σινιάλο
    Μαύρο μαντήλι
    Θα σε περιμένω στα σκαλιά
    γαλήνιος
    Δεν θα μπορώ να παλέψω τότε
    Ξέρεις μόνο στον αγώνα μου
    και στην αγωνία μου, υπάρχω
    Γι’ αυτό και θα ‘ρθω, αδιαμαρτύρητα
    Τώρα όμως άσε με,
    έχω πολλά να κάνω αυτή την εβδομάδα
    Δύο συγκεντρώσεις, μια διαδήλωση
    και ένα ποίημα

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ

  5. *(Πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες…)

    -ΝΙΚΟΣ ΒΛΑΧΟΣ, Ο ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία
    Αυτός που την κρατούσε έπεσε
    με μια τρύπα αιμάτινη στο στήθος.

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία.
    Χιλιάδες διαδηλωτές και γύρω
    ερπύστριες και πολυβόλα.

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία,
    για να συνεχίσει η πορεία
    ως το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη.

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία,
    που να μπορεί να τηνε φτάσει
    εκεί που θα ’πρεπε να στηθεί ολόρθη.

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία,
    ο σκοτωμένος την κρατούσε ακόμα
    αλλά δεν μπορούσε πια να τη σηκώσει.

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία
    να ’χει τα μπράτσα δυνατά
    και στην καρδιά τη δύναμη ν’ αντέξει.

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία
    ο σκοτωμένος – αυλάκι το αίμα –
    έδειχνε το δρόμο και το χρέος.

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία
    κι όρμησες και στάθηκες μπροστά
    σαν πλάτανος μεγάλος δυνατός.

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία.
    Τα μάτια σου άστραψαν με πάθος,
    τα μουστάκια σου σαν του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία.
    Έσκυψες, φίλησες το σκοτωμένο παλικάρι
    και σήκωσες τη σημαία ψηλά ως τον ήλιο.

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία
    με στήθια φουσκωμένα απ’ ανδρειοσύνη
    με μπράτσα και με πόδια απ’ ατσάλι

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία
    με το τραγούδι της λευτεριάς στο στόμα.
    και το λαό από πίσω ν’ακλουθάει.

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία.
    Κι εσύ μπροστά προχώρησες
    κι ανέβαινες την ανηφόρα τραγουδώντας.

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία.
    Την έστησες εσύ στο μνημείο του στρατιώτη
    και κραύγαζε ο λαός «Κάτω η Χούντα».

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία
    και πήγες εσύ εικοσιπεντάχρονε λεβέντη,
    μουστακαλή, δυο μέτρα μπόι.

    Έπρεπε κάποιος να πάρει τη σημαία.
    Ματρόζε, σε βρήκα σήμερα 7 Ιουλίου
    να κουβαλάς μπετό με μια σκαφίδα.

    -Ο Γ. Σουρής και οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1896:

    Στο φύλλο 486 του Ρωμηού (12 Νοεμβρίου 1894), ο Φασουλής και ο Περικλέτος, φιγούρες από το κουκλοθέατρο και μόνιμοι ήρωες του Ρωμηού, σχολιάζουν το μέγα θέμα της επικαιρότητας, την απόφαση για τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896 στην Ελλάδα. Ο Φασουλής παρακινεί τον Περικλέτο να μην πεθάνει της πείνας πριν από τους Αγώνες για να μην κατηγορηθεί για ανθελληνισμό.

    — Θάρρος, καημένε Περικλή, κι η μέρα ξημερώνει
    που θα ξυπνήσουν την ηχώ των λόφων των ερήμων
    παιάνες νέων αθλητών και παλαιστών αλκίμων,
    από παντού της ράτσας μας θα φθάσουν θιασώται,
    προσπάθησε δε, Περικλή, να ζήσης έως τότε
    κι όλων των ζώων τους ορούς να πίνεις μονορούφι,
    αλλιώς καθένας θα σε πει μισέλληνα μαγκούφη,
    που βρήκες την περίσταση για να τα κακαρώσεις
    πριν των ιοστεφάνων μας τις φέστες καμαρώσεις.
    — Θα κάνω κούρα, Φασουλή, μη στάξει και μη βρέξει
    για να προφθάσω ζωντανός το ενενηνταέξη
    — Ηλθε κι ο φίλος Κουβερτέν, ο Γάλλος ο Βαρόνος,
    και στου Συλλόγου «Παρνασσού» εφώναξε το βήμα
    πως την Ελλάδ’ αθάνατος την περιμένει χρόνος
    κι οι δόξες θάβγουν οι παλιές μέσ’ από κάθε μνήμα.
    Κι εγώ που λες εστάθηκα στον ρήτορα καρσί
    κι αυτός μιλούσε, μάτια μου, τα Γαλλικά φαρσί,
    κι εγώ που το κατάφερα να μην τον καταλάβω
    εφώναξα με τους λοιπούς «Βαρόνε, μπράβο μπράβο»,
    και λόγ’ ηκούσθησαν θερμοί στομάχων κεχηνότων
    κι όλοι τον χειροκρότησαν οι Μαραθωνομάχοι,
    για νάναι δε, βρε Περικλή, φιλέλλην εκ των πρώτων
    Ελληνικά χρεώγραφα πιστεύω πως δεν θάχη.
    (……)
    Και μη νομίζης Περικλή, πως μπόλικον Αργύρη [Αργύρης = τα λεφτά]
    προθύμως θα ξοδέψωμε γι’ αυτό το πανηγύρι.
    Για τους αγώνες μηδεμιά δεν θα γενή θυσία,
    με χρήματα την δόξα των δεν θα την κηλιδώσωμε,
    και τούτους θα τους βγάλωμε εις την δημοπρασία
    κι όποιος τους πάρει πιο φτηνά σ’ εκείνον θα τους δώσωμε.
    Η μεν Ελλάς το Στάδιον προσφέρει των προγόνων
    κι ας δώσουν άλλοι τον παρά προς πέρας των αγώνων.
    και ο Σουρής φαντάζεται τους αγώνες:
    πάλιν ο Λόρδος προχωρεί εκ μέσου των ομίλων
    κι όπως ο περιβόητος Κροτωνιάτης Μίλων
    φορτώνεται τους δανειστάς αντί βωδιών στον ώμο
    κι αμέσως παίρνει δρόμο
    και τρεις φορές το Στάδιον με τούτους φέρνει γύρα
    κι όλοι φωνάζουν «ελελεύ, αθάνατε Σωτήρα»
    (…)
    Αλλ’ όμως και μουφλούζηδες κοιτάζω λεγεώνας
    που παίζουν Καραϊσκο, [η κοιλιά μου παίζει Καραΐσκο σήμαινε πεινάω πολύ]
    να βγαίνουν πρώτοι νικηταί εις όλους τους αγώνας
    προπάντων δε στον Δίσκο. [τον δίσκο της επαιτείας, βεβαίως]
    (..)
    Αλλ’ όμως και κολυμβητών παράποτε σπανίων
    κατέρχεται φουσάτο,
    ο δε Τρικούπης κολυμπά εις πέλαγος δανείων
    χωρίς να βρίσκει πάτο.
    (https://sarantakos.wordpress.com/2012/07/24/oly1896/)

  6. 1. Κάπου εκεί έξω υπάρχει μια ομορφιά.
    Μας φαίνεται πως κρύβεται για τα καλά,
    γιατί εμείς συνεχώς την ψάχνουμε.
    Γεμίζοντας με σκέψεις τον πολύτιμο χρόνο μας.
    Γράφοντας σαχλαμάρες καθώς προσπέρασε.
    Αναλύοντας αυτό που ήταν όπου να “ναι,
    το πώς θα ήταν με ό,τι να “ναι,
    και ότι δεν ήταν όσο να ΄ναι.

    Κάνω αγώνες δρόμου.
    Δεν ανταγωνίζομαι, γιατί τρέχω μόνος.
    Υπνωτισμένος αγωνίζομαι για μένα,
    για τα αγαθά που είναι τοποθετημένα
    εκεί όπου θα καταλήξω και με περιμένουν…
    …Άλλα δεκαπέντε βήματα…
    κι ας μη θυμάμαι το πρώτο μου.

    ΔΑΥΙΔ ΣΑΜΙΑΝ, Λόλα να ένα μήλο

    ***

    2. Αγώνας
    Χαρισμένο στους υπουργούς

    Οι πρόσφυγες υποφέρουν
    κι εγώ ο υπουργός ταξιδεύω.
    Οι πρόσφυγες λιμοκτονούν
    κι εγώ φωτογραφίζουμαι, παίρνω πόζες,
    οι πρόσφυγες στις παράγκες κρυώνουν
    κι εγώ στοιβάζω χρήματα για μελλοντική πολυκατοικία.
    Οι πρόσφυγες βλέπουν ζοφερό το μέλλον τους
    κι εγώ εξασφάλισα την υπουργική μου σύνταξη.
    Ακολουθώντας την υποθήκη του Μακαριοτάτου
    βγάζω λόγους στους προσφυγικούς συνοικισμούς
    — Δεν θα υποχωρήσωμεν, δεν θα υποκύψωμεν,
    κι ούτε θα δεχθώμεν ποτέ λύσιν…
    Πόσο αποδοτικός είναι αυτός ο αγώνας!

    ΔΩΡΟΣ ΧΡΙΣΤΗΣ

    Στ’ άρματα, εμπρός στον αγώνα

    3. Μονάχος με τη μοναξιά μου και τις λέξεις μου,
    αγωνίζομαι να συναρμολογηθώ,
    να ‘βρω ένα πρόσωπο που να ταιριάζει με το πρόσωπό μου.
    Δεν ονειρεύομαι όταν λέω πως μ’ έκοψαν στα δυο
    τα σύννεφα και τα φαντάσματα.

    ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, απόσπασμα

    ***

    4. ΕΙΠΑ Ν’ ΑΦΗΣΩ

    Είπα ν’ αφήσω αυτό το πεθαμένο σπίτι
    να πάω να κατοικήσω επάνω στη θάλασσα
    Σκιές το κατοικούν ξεχασμένες φωνές
    εξαρθρωμένες κούκλες ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες

    Το παράθυρο γέρνει γυμνό μέσα στη νύχτα
    όλα τα τζάμια έχουν πέσει
    κομμάτια από γυαλί πάνω στη σκόνη

    Και μένω κι’ αγωνίζομαι να βρω τη σκιά μου
    ίχνος από παληό λησμονημένον ήλιο

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ, (Από τη συλλογή «Γυμνό παράθυρο», 1945)

  7. Ciao Aggeliki!!!!
    *Ας παραθέσουμε και τον «Ολυμπιακό ύμνο»…

    -Κωστής Παλαμάς, «Ολυμπιακός Ύμνος»

    Αρχαίο Πνεύμα αθάνατο, αγνέ πατέρα
    του ωραίου, του μεγάλου και
    τ΄ αληθινού,
    κατέβα, φανερώσου κι άστραψε εδώ πέρα
    στη δόξα της δικής σου γης και
    τ΄ ουρανού.
    Στο δρόμο και στο πάλεμα και στο λιθάρι,
    στων ευγενών αγώνων λάμψε την ορμή
    και με τ΄ αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι
    και σιδερένιο πλάσε και άξιο το κορμί.
    Κάμποι, βουνά και πέλαγα φέγγουν μαζί σου
    σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός,
    και τρέχει στο ναό εδώ προσκυνητής σου,
    Αρχαίο Πνεύμα αθάνατο, κάθε λαός.

  8. ΣTOYΣ ΔEKAΠENTE ΣYNTPOΦOYΣ

    Δεν κλαιν τα μάτια
    που συνήθισαν
    φωτιές να βλέπουν.

    Oι αγωνιστές
    περήφανα κρατούν ψηλά το αστέρι τους
    δε σκύβουν
    το κεφάλι

    Kαιρό
    να κλαίμε τους συντρόφους
    δεν έχουμε.

    Aλλά το τρομερό μας κάλεσμα
    είναι μες στην ψυχή μας
    κ’ οι δεκαπέντε σας καρδιές
    θα χτυπούν μαζί μας.
    Tο σιγαλό βογγητό σας
    κρούει τ’ αυτιά μας
    ως βροντή αντιλαλώντας
    σαν προσκλητήριο.

    Kόσμε που έχεις παλιώσει
    θα γίνης στάχτη
    είναι γραφτό σου
    να συντριβής.
    Kαι δε μπορείς
    σκοτώνοντας
    τους συναγωνιστές μας
    να λυγίσης.

    Ξέρε το
    κι αν ακόμη οι θυσίες μας
    θά’ναι βαρειές
    νικητές θα βγούμε.

    Mαύρη θάλασσα
    γαλήνεψε τα κύματά σου
    θά ‘ρθη κ’ η μέρα
    που λαχταρήσαμε
    της ειρήνης
    και της
    ελευθερίας

    Θά ’ρθη η μέρα
    που θ’ αρπάξουμε
    τις βαμμένες
    στο αίμα μας
    λόγχες.

    1921, ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, Mετ. Άρης Δικταίος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: