Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (163ο): «Ήρωες»….

-Νίκος Γκάτσος, «Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί»

«Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί.
Γεννιούνται μ’ ένα χρυσαφένιο χρώμα,
μ’ όνειρα που τους τα φτιάχνει η συννεφιά,
μ’ ελπίδες που φυτρώσαν μες στο χώμα…
Οι ήρωες δεν έχουν μυστικά.
Δεν ταξιδεύουνε ποτέ σε ξένα μέρη.
Γίνοντ’ αγάλματα ψυχρά, μα εθνικά
κι έχουν για συντροφιά τους ένα περιστέρι…
Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί.
Κάνουν πως, τάχα, λεπτομέρειες δε θυμούνται…
Κι όταν η νύχτα τούς σκεπάζει με σιωπή,
πετάν’ το θρύλο στα πουλιά κι αποκοιμιούνται…»

.

-«Με παρελάσεις, με ηρώα, με στεφάνια –

Τι πένθος: να θυμόμαστε πάλι

Πόσο οι νεκροί είναι ξεχασμένοι»

(Γ. Ρίτσος)

 

-«…Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας· “Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…”
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.»
(Γ. Σεφέρης, απόσπασμα από το ποίημα “ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ”)

-Ο. Ελύτης, «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»
(Απόσπασμα)

«…Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ´

Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
Kαι ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Aίμα και λαλιά
Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!

Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!

IA´

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

IB´

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος…

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων…
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!
IΓ´

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Tα πιο αθώα κορίτσια
Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη…

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!»

(από το Ποίηση, Ίκαρος 2002)

-Γ. Σουρής, «Οἱ Ἥρωες»

«Μέσα σε βόλια κι ὀβίδων κρότους
ἔπεσαν νιάτα μὲς στὸν ἀνθό τους.
Πᾶνε λεβέντες, πᾶνε κορμιὰ
κι ἄγνωστα τά ῾θαψαν στὴν ἐρημιά.

Κανεὶς δὲ ξέρει ποὺ τά ῾χουν θάψει,
κανεὶς δὲ πῆγε γιὰ νὰ τὰ κλάψει,
κανεὶς δὲν ἔκαψε γι᾿ αὐτὰ λιβάνι,
κανεὶς δὲν ἔπλεξε γι᾿ αὐτὰ στεφάνι.

Ἀνώνυμ᾿ ἥρωες, ἄγνωστοι τάφοι,
κανένας ὄνομα σ᾿ αὐτοὺς δὲ γράφει,
μήτε τὸ χῶμα τοὺς φιλοῦνε χείλη,
σταυρὸ δὲν ἔχουνε μήτε καντῆλι.

Μόνο μιᾶς κόρης μαργαριτάρια
κυλοῦν σὲ τάφους ποὺ κάποια μέρα
θὰ γίνουν κόσμου προσκυνητάρια
καὶ φάροι Νίκης γιὰ μία μητέρα.»

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Μή-ἥρωας»

«Αὐτός, πού, ἀκούγοντας τὸ βῆμα τῶν συντρόφων του
νὰ ξεμακραίνει πάνω στὰ χαλίκια, μὲς τὴ μέθη του,
ἀντὶ νὰ κατεβεῖ τὴ σκάλα πού ῾χε ἀνέβει, πήδησε ἴσα
τὸν τράχηλό του κόβοντας, ἔφτασε πρῶτος
μπροστὰ στὸ μαῦρο στόμιο. Κι οὔτε ποὺ ἄγγιξε
τὸ αἷμα τοῦ μαύρου κριαριοῦ. Τὸ μόνο ποὺ ζήτησε
ἦταν μιὰ πήχη τόπος στ᾿ ἀκρογιάλι τῆς Αἰαίας
κ᾿ ἐκεῖ νὰ στήσουν τὸ κουπί του – ἐκεῖνο πού ῾λαμνε
πλάι στοὺς συντρόφους του. Τιμή, λοιπόν, καὶ δόξα
στ᾿ ὄμορφο παλικάρι. Ἀλαφρόμυαλο τό ῾παν. Ὡστόσο
μήπως δὲ βοήθησε κ᾿ ἐκεῖνο κατὰ δύναμη
στὸ μεγάλο ταξίδι τους; Γιὰ τοῦτο, κιόλας, ὁ Ποιητὴς
τὸ μνημονεύει χώρια, ἂν καὶ μὲ κάποια περιφρόνηση,
κ᾿ ἴσως γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς μὲ πιότερο ἔρωτα.»

(Μαρτυρίες. Σειρὰ δεύτερη, Ἀθήνα, ἔκδ. Κέδρος)

 

-Κώστας Βάρναλης «Στον ήρωα Λαμπράκη»

Σε φάγαν οι φασίστες σκύλοι, Ελλάδα,
με μάσκα ή χωρίς μάσκα, ξένοι, ντόπιοι.
Εσύ ’σουνα, Λαμπράκ’, η αιώνια Ελλάδα,
φως, αρετή, παλικαριά και πρώτος!

Χρόνια και χρόνια, Μάνα οι δουλεμπόροι
σε σούρνανε στη λάσπη και στη νύχτα.
Μα στα κόκαλα μέσα των παιδιώ σου
λαμπάδιαζεν η πάναγνη τιμή σου.

Τ’ άδικον αίμα του παλικαριού μας
κοκκίνισε πελάη, βουνά και κάμπους,
ανάστησε τ’ αρχαία σου μεγαλεία,
Μάνα – πατρίδα, Μάνα – ελευτερία.

Αθάνατε λαέ, της Ιστορίας
εσύ τα περασμένα κι αυριανά!
Δεν άφησες τον ήρωα να πεθάνει.
Απ’ τον τάφο του η νέα ζωή σου αρχίζει.

Όχι κλάμ’, αναστάσιμες καμπάνες
για τη μεγάλη της οργής σου νίκη.
Έδειξες στον οχτρό τη δύναμή σου,
ξέροντας ποιος και πούθε σε χτυπάει.

(Κώστας Βάρναλης, «Ελεύθερος Κόσμος»).

 

-Καρλ Ουέντελ Χάιμς, «Ο άβολος ήρωας»

Τώρα που είναι για τα καλά νεκρός
Ας τον υμνήσουμε
ας χτίσουμε μνημεία στη δόξα του
ας ψάλουμε το ωσαννά στο όνομά του.
Οι νεκροί γίνονται
οι πιο βολικοί ήρωες: Ανήμποροι
να σηκωθούν
και ν’ αρνηθούν τις εικόνες
που πλάθουμε από τις ζωές τους
Ετσι κι αλλιώς,
είναι πιο εύκολο να χτίσεις μνημεία
από το να φτιάξεις έναν καλύτερο κόσμο.
Κι εμείς, με τη συνείδηση ήσυχη
θα μάθουμε στα παιδιά μας
ότι ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος … κι ας ξέρουμε
πως παραμένει
η υπόθεση για την οποία έζησε
και πως το όνειρο για το οποίο πέθανε
παραμένει όνειρο,
το όνειρο ενός νεκρού ανθρώπου.
(Γραμμένο για το Μάρτιν Λούθερ Κινγκ 3 μέρες μετά τη δολοφονία του)

 

-Μελισσάνθη, «Ἡρωικὴ Φυγή»

«Ξοπίσω μου δαιμονικὸ φυσομανοῦσε, τοῦ ᾿Ἅδη,
πύρινο ἀνασασμὸ
κι ἔτρεχα, σ᾿ ἄφεγγες νυχτιές, μὲς στὸ βαθὺ σκοτάδι,
μ᾿ ἓν᾿ ἄγριο καλπασμό.

Καὶ τὸν μαντύα τὸν ταπεινὸ ξεδίπλωνα τοῦ ἐπαίτη
σ᾿ ἡρωικὴ φυγὴ
κι ἔσερνα ἀτίθασα λυτή της κόμης μου τὴ χαίτη
καὶ σάρωνα τὴ γῆ.

Τοῦ ἀνέμου τὸ καμτσίκωμα ποὺ ἀφάνιζε τὰ δάση
μὲ λύγαε, καλαμιὰ
καὶ στέγνωνε στὰ χείλια μου, τὴ φούχτα μου, ἄδειο τάσι
στὴν ἄνυδρη ἐρημιά.

Κι ἀπ᾿ τὴν ἁρμύρα θερίευε τῆς φλογισμένης ἄμμου
τὸς δίψας τὸ οὐρλιαχτό,
μὰ ἔφευγα, ἐνῶ, σὲ σύσπαση φριχτή, κυλιόταν χάμου
τ᾿ ἀνήμπορο ἑρπετό.

Ἡ γῆ κάτω ἀπ᾿ τὴ φτέρνα μου προδοτικὰ βογγοῦσε
καφτὴ ὡς λαβωματιά,
μὰ βέλος ξέφευγα γοργὸ καὶ πίσω μου ἀστοχοῦσε
ἡ ἐχθρικὴ σαϊτιά.

Μὲ παραμόνευε γαμψὰ τὸ νύχι στὰ σκοτάδια
τοῦ πειναλέου βραχνὰ
κι ὡς γλύτωνα, οἱ φοβέρες του, μαύρων ὄρνιων κοπάδια
πίσω ἔκραζαν βραχνά.

Κι ἡ νύχτα τρύπια, τάνυζε φτερούγα νυχτερίδας,
τὸν ἔναστρο οὐρανὸ
καὶ τὴν ὀργὴ τοῦ κεραυνὸ σὲ νέφη καταιγίδας
σπαθὶ ἔκρυβε γυμνό.

Στὸ πέρασμά μου σφύριζε τῆς ἔχθρητας τὸ φίδι
μὲς στὰ ξερὰ κλαδιά,
μὰ τῆς φυγῆς μου ἠ αστραπῆ περνοῦσε ὅπως λεπίδι,
τῆς νύχτας τὴ καρδιά.

Καὶ τοῦ θριάμβου μου ἡ κραυγὴ βόλι καφτὸ τρυποῦσε
τὰ σπλάγχνα τῆς σιγῆς
κι ἀντίλαλους ἡ φόρμιγγα τοῦ στήιθούς μου ξυπνοῦσε,
στὶς ἐσχατιὲς τῆς γῆς.»

(users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/melissan8h_poems.htm)

 

– Ντίνου Σιώτη, «Διακοπές με ήρωες του καλοκαιριού»

«Οι διακοπές εφέτος θα είναι μικρές σύντομες

προβλέψιμες φτηνές μονοήμερες απαλλαγμένες

από περιττά βάρη όπως παραλία βαλίτσα άμμος

Thermos μια και κανείς δε μιλά πια για αφανείς

ήρωες του θέρους αφού μπορεί ίσως και να μην

υπάρχουν ή να τους έφαγε κανένας μοναχικός

λύκος όχι σαν εκείνους που βγαίνουν στην

τηλεόραση και μας παρηγορούν με άθλους

της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης ή με

τα απολιθώματα ενός συστήματος κενού ή

με δύσπιστα ριάλιτι διαρκείας. Ήρωες του

καλοκαιριού είναι οι πυροσβέστες οι δια

σώστες οι ναυαγοσώστες οι τροχονόμοι κι

όσοι δίνουν απ’ το περίσσεμα της καρδιάς

τους στους επαίτες, ήρωές μας δεν είναι οι

αξιωματικοί αλλά οι οπλίτες όχι οι πολιτικοί

αλλά οι πολίτες, όχι οι λωποδύτες, όχι εκείνοι

που απατάνε αλλά όσους τους πατάν, είναι οι

καταφρονεμένοι οι σεμνοί οι ταπεινοί κι όχι

οι υπερόπτες οι υπερφίαλοι και οι αχαμνοί,

είναι τα ιστιοφόρα κι όχι τα καταμαράν, τα

κανό κι όχι τα ιπτάμενα, το κύμα κι όχι το

χρήμα, το μέτρο κι όχι η αφθονία, το πάθος

της ουσίας, η κανονικότητα (αλλά πώς να την

αποσπάσεις απ’ τη φριχτή καθημερινότητα),

ήρωας είναι μια σκιά για τα τραύματα μια

πατρίδα για τα θαύματα μια γάζα για τα

εγκαύματα, ήρωες είναι όσοι φωτογραφίζουν

τη σκιά του ανέμου ενώ διασχίζει το Αιγαίο,

όσοι αντικρίζουν την όμορφη θεά απέναντι

που απολαμβάνει τη θέα των νησιών, όσοι

φορτίζουν την μπαταρία του ανέφικτου σε

ουρανό που πετά πάνω απ’ τον ορίζοντα,

όσοι επισκευάζουν καθυστερήσεις που είχαν

αργήσει για τα εγκαίνια της αθέατης πλευράς

των πραγμάτων, περνώντας από το σώμα στο

στρώμα την αχανή φαντασία της σελήνης

του Αυγούστου, ήρωας είναι ο φάρος που

αναβοσβήνει τη θέληση του κάπταιν να

αποφύγει τον ύφαλο, ήρωες οι ξέρες που

λοιδορούν τα μποφόρ της έντασης τόσης

κατάντιας του μέσου πολίτη, τα πολλά

ερημονήσια στη μέση του πελάγου και οι

πρόσφυγες που παραμένουν στα αζήτητα

στα αμπάρια της Μεσογείου, ήρωας είναι

το εκτοπισμένο, το πλήρωμα του χρόνου

σε μακρινή χώρα, οι άγκυρες που δεν

σηκώνονται με τίποτε στη Ραφήνα στον

Πειραιά στην Πάτρα γιατί είναι για να

ξενιτευτούν τα νέα παιδιά στα ξένα να

βρουν δουλειά, ήρωας η Ακτοφυλακή

που μαζεύει σήματα Μορς: τα σκορπά

σε άλλα πλοία για να σωθούν επιβάτες

με ζωές ασυμμάζευτες, προορισμοί που

αναζητούν ένα λιμάνι για έναν καλύτερο

κόσμο: αν δεν είναι το λιμάνι ο ήρωας του

καλοκαιριού τότε τι σόι λιμάνι είναι…

Αθήνα, 17 Ιουνίου 2016

(http://fractalart.gr/diakopes-me-iroes-tou-kalokairiou/)

Advertisements

Single Post Navigation

11 thoughts on “Πες το με ποίηση (163ο): «Ήρωες»….

  1. 1. ΟΙ ΗΡΩΕΣ

    «Αν όλων ο θάνατος ήταν ίδιος δεν θα υπήρχαν ήρωες»

    Οι ήρωες κοιμούνται τα χαράματα
    περπατάνε στους δρόμους με τα χέρια στις τσέπες
    συλλογίζουνται τους φίλους τους μα έχουν όλοι πεθάνει.

    Οι ήρωες όταν περνάνε το γεφύρι σκέφτουνται τα βουνά
    όταν κοιτάζουν τ’ άστρα δε λησμονάνε τα δέντρα
    όταν μετανοιώνουν θλίβουνται αλλά δεν αλλάζουν.

    Οι ήρωες είναι μονάχοι σαν τη θάλασσα
    είναι σιωπηλοί σαν τα φυτά
    είναι ανεξήγητοι χωρίς ένα δικό τους θάνατο.

    Οι ήρωες, λένε, δεν υπάρχουν, είναι ένα φριχτό όνειρο
    που βλέπουμε περπατώντας στο δρόμο
    ανάμεσα σε δυο βιτρίνες νεωτερισμών.

    (Σωκράτης Καψάσκης, 1928-2007)

    ***

    2. Ο ΗΡΩΑΣ

    Δεν ξέρω τι είπε ο Μπρεχτ
    όμως ξέρω τι λέω εγώ:
    Πόλη δίχως ήρωες
    είναι σαν το πτώμα που πέφτει στο γκρεμό
    Ο ήρωας κρατάει το μυστικό,
    ποτέ του δεν ξαναγυρνά
    Απλό, πολύ απλό αυτό
    γιατί ποτέ δεν φεύγει μακριά

    Έτσι κι εσύ, Γιλμάζ Γκιουνέι
    άσε ο Μπρεχτ τι λέει
    Εσύ είσαι ο ήρωας παντοτινά
    θα ζεις στου κάθε ανθρώπου την καρδιά
    Πιο Κούρδος κι απ’ τους Κούρδους
    πιο Τούρκος κι απ’ τους Τούρκους
    Είσαι ένας άνθρωπος για κάθε έναν λαό
    σαν τον Ζορμπά θα σ’ αγαπώ

    Μα ξέρω τι είπε ο Μπρεχτ
    κι αμέσως θα σου το πω:
    Πόλη που θέλει ήρωες
    είναι σαν το πτώμα που πέφτει στο γκρεμό.
    Ο ήρωας κρατάει το μυστικό,
    ενώνει όνειρο – ζωή
    Απλό, πολύ απλό
    αυτό το ίδιο που έκανες κι εσύ

    Μανώλης Ρασούλης – Ο ΗΡΩΑΣ

    3. Ἡρωϊκή Συμφωνία

    Ποτὲ δἐν εἶδα τόσο μεγάλους πεθαμένους, τόσο λαμπροὺς πεθαμένους,
    Τόσο μακρυὰ σπαθιὰ τοποθετημένα πάνω σὲ φέρετρα!
    Φέρετρα ποὺ μὲς τὸν ὁρίζοντα νὰ στέκουνε σὰν ἀναστήματα,
    Νὰ ρίχνουν τοὺς μεγάλους ἴσκιους τους ς’ ὅλον τὸν Κόσμο! Φέρετρα,
    Ποὺμε σκοινιὰ στοὺς οὐρανοὺς τὰ Σεραφεὶμ νὰ τ’ ἀνεβάζουνε
    Σὰν παίρνει ἡ δύση ἀπ’ τὶς ὁλόλευκες κορφὲς τῶν Οὐραλίων,
    Πάνω ἀπ’ τὰ ἰσόβια τους γκρεμνὰ μὲ τὰ ροθανθισμένα χιόνα,
    νὰ τα τραβοῦνε πρὸς τὸ φῶς τεντώνοντας τὰ μπράτσα τους
    καὶ τραγουδώντας: Ἄ – γιά – γιά!.. Τοῦ γέροΒόλγα τὸ τραγούδι!

    Ποιὸ Θεϊκὸ στῆθος θὰ τὰ τραγουδήσει αὐτὰ τὰ παληκάρια,
    Ποιὸ μέγα θούριο θὰ σηκώσει αὐτὸν τὸν θαυμασμό,
    Ποιᾶς καρδιᾶς κύματα θἀ σηκωθοῦν! ποιἀ σπλάχνα
    Θὰ φτάσουνε τοὺς ὑψηλοὺς στρατιῶτες καὶ μὲ κλάματα
    Στὸ μέτωπο θἀ τοὺς φιλήσουνε ἀπὸ μέρους ὅλου τοῦ πλανήτη!
    Σπόρους θὰ βρέξουν οἱ ἕβδομοι οὐρανοί γιὰ τὰ λουλούδια τους
    Πάνω σὲ βέργες κεραυνῶν θὰ πλέξουμε τὰ στέφανά τους!

    Ποιὸς Χριστὸς τοὺς Κοινώνησε μὲ τὸ τρομαχτικὸ μυστήριο του,
    Ποιὰ Δύναμη τοὺς φίλησε στὰ χείλη, ποιὸς τοὺς ἔβαλε
    Τὸ χὲρι πάνω στὴν καρδιὰ καὶ μονομιᾶς ἐφύσηξεν
    Ὁ ἄνεμος τῆς ἐλευθερίας μέχρι τὰ πέρατα τοῦ κόσμου,
    Ποιός τὶς περήφανες φωτιὲς ἄναψε στὶς σημαῖες τους
    Καὶ τὸν παγκόσμιο φώτισαν πόνο ἀπὸ τὀσο ὕψος!

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    4. Ένας Ήρωας

    Ήτανε ήρωας πραγματικός
    κράτησε αλύγιστος στις πιο σκληρές δοκιμασίες
    Κι απόμεινε σαν την πέτρα. Γερός κι αδιαπέραστος
    στα πιο κοινά, τα πιο ανθρώπινα αισθήματα

    (Τίτος Πατρίκιος, συλλ. “Μαθητεία ξανά”, 1959-19624)

    ***

    5. Ωδή στους ηττημένους ήρωες

    Τους ανθρώπους που αγαπούν να τους φοβάσαι.
    Ακόμη ελπίζουν.
    Κοιμούνται με ανοιχτή την ψυχή, σε πείσμα του χειμώνα.

    Ξυπόλητοι περπατούν πάνω στις γνώμες των ανθρώπων,
    τραγουδούν δυνατά,
    πολεμάν δράκους και χορεύουν στα στενά,
    πηδώντας πάνω από βελόνες και χαλάσματα ως τα παιδιά,
    υπερνικούν τα κάγκελα της αλάνας ή κατακτούν πύργους πανύψηλους.

    Τα βράδια, σαν πέσει κεραυνός, δειλά μεταξύ τους ψιθυρίζουν.
    Ύστερα κλαίνε με λυγμούς,
    ψηλώνουν, βγάζουν γένια,
    γρατζουνάν στο μέτωπο ρυτίδες και, άστεγοι στον χρόνο,
    κρεμούν τον εαυτό τους από την θηλιά μες στη ντουλάπα.
    Το αυριανό τους σιδερώνουν πρόσωπο, να επιβιώσουν.

    Σε αυτούς απευθύνομαι, οι υπόλοιποι,
    δεν με χρειάζεστε.

    Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος, από τη συλλογή Εξορία στη γέννηση, 2015
    Ενότητα : Μονόλογος ΙΙ

    ***

    6. ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ

    Ευτυχώς που οι ήρωες δεν περιμένουνε δικαίωση
    από το τελικό αποτέλεσμα του αγώνα τους
    διαφορετικά θα ήταν όλοι τους χαμένοι όπως τους πολιτικούς.
    Αυτοί αρκούνται με την απόδοση της πράξης τους μονάχα,
    με την απόδοση της μιας στιγμής που απομόνωσαν στο χρόνο,
    σαν κάποιος που βγαίνει απ΄ το παιχνίδι
    τη στιγμή του μέγιστου κέρδους.
    Εμείς που μείναμε να συνεχίσουμε
    θα πληρώσουμε και τη ζημιά.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

    Ήρωες και θύματα, Χατζιδάκις

    7. Οἱ ἥρωες

    Τὴν περσικὴ τριήρη ὅσο μπορεῖς
    συγκράτησε, Κυναίγειρε.
    Κι ἂν δὲν μπορεῖς πιὰ μὲ τὰ χέρια,
    κράτα την μὲ τὰ δόντια.
    Οἱ ἄλλοι ἐμεῖς, τρέχοντας,
    τοὺς καρποὺς θὰ δρέψουμε
    τοῦ μοναδικοῦ σου ἄθλου.

    Κι ἀφοῦ βυθίσουμε τὴν ἐχθρικὴ τριήρη,
    στὸν τύμβο τῶν νεκρῶν
    πρώτον ἐσένα θὰ στήσουμε.
    Γιατί, χωρὶς ἐσένα,
    πῶς θὰ τσακίζαμε
    τὴ δύναμη τῶν «Χρυσοφόρων Μήδων»;

    Κι ὁ ἀδελφός σου ὁ Αἰσχύλος,
    χωρὶς ἐσένα, ὢ Κυναίγειρε,
    πῶς θὰ ξεχνοῦσε
    τοῦ πνεύματός του τοὺς ἄθλους,
    περήφανος μονάχα
    γιατί πολέμησε κι αὐτὸς στὸ Μαραθώνα;

    Άθως Δημουλάς

    ***

    8. Η ΗΡΩΙΔΑ ΚΟΙΤΑΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ
    Έχω ένα μεγάλο κι ένα μικρό…

    Για τον εαυτό της
    έχει μια ακαθόριστη εικόνα
    αλλά καθαρά τον βλέπει εκείνον
    φυλακισμένο στο σλιπάκι του.
    Ξέρει τη δυστυχία του:
    να υπάρχεις σαν να ’σουν κάποιος άλλος.
    Εκεί τους πιάνει όλους,
    στην άκρη της λύπης τους.
    Είναι πότε όμορφοι κι αδύναμοι,
    πότε χοντροπρόσωποι και δυνατοί.
    Την αφήνουν και τους αγγίζει,
    γιατί μόνο εκείνη ξέρει
    πόσο τους ερεθίζει ο άλλος τους εαυτός.

    Στο μαύρο τζάμι
    – νύχτα, σιωπή… Ακούγονται μόνο
    οι σκουπιδομηχανές που μασούν σκουπίδια–
    αντικρίζει την εικόνα της
    όπως κάθεται και σκέφτεται τους εραστές της.
    νοερά χαϊδεύει την αυταπάτη τους
    με το ατροφικό της χέρι.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ -ΡΟΥΚ

    ***

    9. ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ

    Ο γλυκός μαΐστρος
    και τ’ ασημένια φύλλα της ελιάς
    πάντα θροΐζουν στα μαλλιά μου
    κάθε φορά που τ’ όνομά τους
    φέγγει μέσα μου.

    Ο κήπος των Ηρώων στον ήλιο του Μαγιού
    η Κατοχή στο έμπα της
    το πορφυρό τους αίμα στις επάλξεις.

    ΤΑΚΗΣ ΚΑΡΒΕΛΗΣ (ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΡΕΖΕΝΤΑ, 1995)

    ***

    10. ΗΡΩΕΣ Ή ΑΝΤΙΗΡΩΕΣ;
    (Στον πατέρα και στη μάνα μου)

    Έκαναν «πολλά μικρά λάθη ή μήπως ένα και μεγάλο»;
    Αυτοί ξέρουν!
    Ήταν ήρωες στην κατοχή ή «λούφαραν» στα μαγειρεία;
    Αυτοί ξέρουν!
    Ήταν καλοί γονείς ή μήπως στερημένοι σύζυγοι;
    Αυτοί ξέρουν!
    Είναι 70/90 τόσα χρόνια αμετανόητοι ή πλένουν τη μνήμη τους με Άζαξ;
    Αυτοί ξέρουν!
    Φοβούνται τους θεούς της Ιερουσαλήμ ή φλερτάρουν τ’ αγγελάκια της Ελένης;
    Αυτοί ξέρουν!
    Πάντως στη «διαθήκη» της η μάνα μου λέει: «Ήταν καλός σύζυγος, πατέρας και παππούς»
    Αυτή κάτι θα ξέρει!

    ΤΑΚΗΣ ΜΗΤΣΑΚΑΚΗΣ

    Δήμος Μούτσης – Ο χορός της λεβεντιάς

    11. Σκοτώνουμε τους Ήρωες

    Σε όλα τα θέατρα των μαχών, κάθε πατρίδας,
    καλπάζουν πρώτοι να φουντώσουν τις φωτιές,
    αγέρηδες εγείροντας απ’ άγνωστους ασκούς
    – κρυμμένα λάφυρα αλλοτινών πολέμων.

    Κι όταν, στη μάχη, σπαθί και χέρι γίνουν ένα,
    αγκυλωμένη εκδίκηση, μανάδων μοιρολόγια,
    απ’ την δική τους νίκη αναστημένοι
    στροβιλιζόμαστε μαζί τους στα ουράνια,
    καμπάνες χρωματίζουνε τους ήχους κόκκινους,
    ανδριάντες συνωστίζονται στις ενδεείς πλατείες,

    εκεί όπου πάντοτε οι απόντες σέρνουν τον χορό,
    ώσπου, στην ώρα τους, να κάτσουνε τα γράδα,
    στο ίδιο πάντοτε καζάνι του θριάμβου
    (μοιραίες οι ώρες του θριάμβου,
    δίνουμε χρόνο στους απόντες να επιστρέψουν),
    την ώρα του αποστάγματος, την ώρα των σκιών,
    τότε πρωτοπαλίκαρα πνίγουνε καπετάνιους
    και ναύτες τουφεκίζουν καπετάνισσες,
    κι η δόξα φύραμα κουραστικών βιβλίων,
    κι οι ενοχές περήφανες μπροστά να παρελαύνουν.

    Σκοτώνουμε τους ήρωες γιατί φοβόμαστε
    τη λεβεντιά που καταυγάζει σκοτεινές γωνιές,
    εκεί όπου πάντα η απουσία αναγορεύεται εξουσία.
    Σκοτώνουμε τους ήρωες
    γιατί αμφισβητούν το θάνατο μας.

    ΝΙΚΟΣ ΔΟΪΚΟΣ

    ***

    12. ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΤΟΥ ΓΥΜΝΩΝΕΙ Ο ΗΡΩΑΣ ΜΟΥ

    Τα νεύρα του γυµνώνει ο ήρωάς µου στον καρπό µου
    που κυβερνάει από καρπό σε ώµο, ξεσκεπάζει
    το κεφάλι σαν στοιχειό αποκοιµισµένο
    πάνω στο θνητό µου κυβερνήτη,
    την ένδοξη εκείνη ράχη που ανεβαίνει όλο στροφές και συστροφές.

    Κι αυτά τα νεύρα, δύστυχα, κουβάρι προς την κάρα,
    σπέρνουν φωτιά στο ερωτόπληκτο χαρτί.
    Αρπάζοµαι απ’ τον έρωτα µε άναρχη γραφή
    που αρθρώνει όλη του έρωτα την πείνα και διδάσκει
    στη σελίδα την αρρώστια του κενού.

    Γυµνώνει τα πλευρά µου ο ήρωάς µου
    και βλέπει την καρδιά του:
    πατάει γυµνή σαν Αφροδίτη
    στης σάρκας την ακτή, πλεξούδα αιµάτινη ανεµίζει
    γυµνώνει το νεφρό της προσδοκίας
    και υπόσχεται µια θερµή µυστική.

    Αρπάζει απ’ το χερούλι τη συσκευή των νεύρων,
    δοξολογώντας τη θνητή παραδροµή
    του έρωτα και του θανάτου, πανάθλιες κι οι δυο αποµιµήσεις
    κλέφτη,
    και βέβαια το µέγα βασιλιά της πείνας
    τραβά την αλυσίδα, κινείται η δεξαµενή.

    DYLAN THOMAS, ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΛΑΛΙΑΣ, 18 ΠΟΙΗΜΑΤΑ – ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

  2. Ciao Aggeliki!…Καλή εβδομάδα (ηρωική)!!!…

    *Ό, τι σχετικό μπόρεσα να βρω…

    -«Τα χέρια των ηρώων και των θυμάτων
    έχουνε σφίξει τα δικά μου χέρια.
    Η φωνή τους έχει πλάσει τη φωνή μου.
    Μέσα σ’ έναν αδελφικό καθρέφτη
    και τα χέρια μου σφίγγουν τα χέρια
    των ανθρώπων που αύριο θα γεννηθούνε.
    Και πού τους μοιάζουν τόσο
    που πιστεύω τον εαυτό μου αιώνιο.»
    (Αυτό έγραφε ένας από τους κορυφαίους Γάλλους ποιητές του 20ού αιώνα, ο κομμουνιστής Πωλ Ελυάρ, σε ένα ποίημά του, το οποίο σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Μελετήματα», «Κέδρος»).

    -Α. ΠΟΥΣΚΙΝ, «ΕΜΠΡΟΣ ΕΛΛΑΔΑ»

    Εμπρός στηλώσου, Ελλάδα επαναστάτισσα,
    βάστα γερά στο χέρι τ’ άρματά σου !
    Μάταια δεν ξεσηκώθηκεν ο Όλυμπος,
    η Πίνδο, οι Θερμοπύλες – δόξασμά σου.

    Απ’ τα βαθιά τους σπλάχνα ξεπετάχτηκεν
    η λευτεριά σου ολόφωτη, γενναία
    κι απ’ τον τάφο του Σοφοκλή, απ’ τα μάρμαρα
    της Αθήνας, πάντα ιερή και νέα.

    Θεών κ’ ηρώων πατρίδα, σπάζεις άξαφνα
    το ζυγό σου και την ενάντια Μοίρα
    με τον ήχο, που βγαίνει του Τυρταίου σου
    του Μπάιρον και του Ρήγα η άξια λύρα.
    (μτφ. Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ)

    -Κ. Π. Καβάφης, «Υπέρ της Aχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες»

    «Aνδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατ’ ευκλεώς·
    τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες.
    Άμωμοι σεις, αν έπταισαν ο Δίαιος κι ο Κριτόλαος.
    Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν,
    «Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε
    για σας. Έτσι θαυμάσιος θάναι ο έπαινός σας.-»
    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    -Νικηφόρος Βρεττάκος, «Μικρός Τύμβος (17 Νοεμβρίου 1973)»

    «Δίχως τουφέκι και σπαθί, με το ήλιο στο μέτωπο,
    υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.

    Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί
    που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
    Λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου,

    Μπροστά σ’ αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.»

    -Α. Κάλβος, «Ωδή Τετάρτη»

    ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΛΟΧΟΝ
    Ας μη βρέξη ποτέ
    το σύννεφον, και ο άνεμος
    σκληρός ας μη σκορπίση
    το χώμα το μακάριον
    ‘που σας σκεπάζει.
    Ας το δροσίζη πάντοτε
    με τ’ αργυρά της δάκρυα
    η ροδόπεπλος κόρη·
    και αυτού ας ξεφυτρώνουν
    αιώνια τ’ άνθη.
    Ω γνήσια της Ελλάδος
    τέκνα· ψυχαί ‘που επέσατε
    εις τον αγώνα ανδρείως,
    τάγμα εκλεκτών Ηρώων,
    καύχημα νέον·
    Σας άρπαξεν η τύχη
    την νικητήριον δάφνην,
    και από μυρτιάν σας έπλεξε
    και πένθιμον κυπάρισσον
    στέφανον άλλον.
    Αλλ’ αν τις αποθάνη
    δια την πατρίδα, η μύρτος
    είναι φύλλον ατίμητον,
    και καλά τα κλαδιά
    της κυπαρίσσου.
    Αφ’ ου εις του πρώτου ανθρώπου
    τους οφθαλμούς η πρόνοος
    φύσις τον φόβον έχυσε,
    και τας χρυσάς ελπίδας,
    και την ημέραν·
    Επί το μέγα πρόσωπον
    της γης πολυβοτάνου,
    ευθύς το ουράνιον βλέμμα
    βαθυσκαφή εφανέρωσε
    μνήματα μύρια.
    Πολλά μεν σκοτεινά·
    φέγγει επ’ ολίγα τ’ άστρον
    το της αθανασίας·
    την εκλογήν ελεύθερον
    δίδει το θείον.
    Έλληνες, της πατρίδος
    και των προγόνων άξιοι·
    Έλληνες σεις, πώς ήθελεν
    από σας προκριθείν
    άδοξος τάφος;
    Ο Γέρων φθονερός,
    και των έργων εχθρός,
    και πάσης μνήμης, έρχεται·
    περιτρέχει την θάλασσαν
    και την γην όλην·
    Από την στάμναν χύνει
    τα ρεύματα της λήθης,
    και τα πάντα αφανίζει.
    Χάνονται η πόλεις, χάνονται
    βασίλεια, κ’ έθνη·
    Αλλ’ ότε πλησιάση
    την γην οπού σας έχει,
    θέλει αλλάξειν τον δρόμον του
    ο Χρόνος, το θαυμάσιον
    χώμα σεβάζων.
    Αυτού, αφ’ ου την αρχαίαν
    πορφυρίδα, και σκήπτρον,
    δώσωμεν της Ελλάδος,
    θέλει φέρειν τα τέκνα της
    πάσα μητέρα.
    Και δακρυχέουσα θέλει
    την ιεράν φιλήσειν
    κόνιν, και ειπείν· Τον ένδοξον
    λόχον, τέκνα, μιμήσατε,
    λόχον Ηρώων.

  3. 13. ΗΡΩΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

    Αὐτή ἡ γωνιά εἶναι ὅ,τι πρέπει
    γιά νά φυλαχτῶ ἀπ᾿ τά ρεύματα
    καί νά πιῶ μέ αὐτοπεποίθηση τόν καφέ μου.

    Γιά νά φθάσω ὅμως ὥς ἐκεῖ
    πρέπει νά δοκιμαστοῦν οἱ ἴλιγγοί μου
    σέ πόρτες μάταια περιστρεφόμενες
    γύρω ἀπ᾿ ὅ,τι γελοῖον καί τό νόημά τους
    καί νά κολυμπήσω στούς καθρέφτες τῶν διαδρόμων
    μέ πανωφόρι καί χαρτοφύλακα.

    μοῦ συμβαίνει αὐτό·
    κάτι πού φαντάζομαι ἁπλό
    εἶναι τελικά ἕνα δάσος
    ἀπ᾿ τό ὁποῖο πρέπει νά βγῶ
    γιατί πῆραν κιόλας φωτιά τά πρῶτα δέντρα
    πλησιάζουν οἱ φλόγες τίς εὐκαιρίες πού ἐπινόησα
    γιά νά λιαστῶ σάν τεμπέλης σπόρος
    κάποιες ἀπ᾿ τίς ἱστορίες μου ν᾿ ἀνατρέψω
    -πῶς ἀλλιῶς νά ὀνειρευτῶ;

    Μ᾿ ἔκανες νά γελάσω ἀλλά δέν μοῦ ἔδωσες χαρά
    αὐτό νά πεῖς
    τό κακό εἶναι πώς ἡ διήγηση κοιτάζει πίσω
    σ᾿ ἕνα φύλλο χαρτί στοιβάζει
    τήν καταστροφή τῆς ζωῆς μας
    τό ἐπιμύθιό της τό καταδικάζει σ᾿ αἰώνια λησμονιά.

    Τά εἶχα ὅλα ἐπειδή τά σπαταλοῦσα ὅλα
    κι ἄχ! τί ἀξίζει ὅσο ἐκεῖνο τό
    ἔτσι, γιά ἕνα τίποτα;
    Ἑκατομμύρια ἥλιοι, τό φαντάζεσαι;
    Παρακαλῶ, νά μέ θάψετε μέ τό βιολί μου!

    Ἡ μοῖρα, βλέπεις, δέν ἐξευμενίζεται
    οὔτε μέ τό μαχαίρι πού λακωνίζει
    χωρίς νά φιλοσοφεῖ
    οὔτε πού μέ τό κεφάλι κάτω
    οἱ νυχτερίδες ὧρες
    ξαναβρίσκουν τόν λυγμό στό ἴδιο μέρος
    πού τό εἶχαν ἀφήσει πρίν ξημερώσει.

    Ὅθεν, ἀνοίγω τήν ὀμπρέλα μου,
    τίς ἰδιωτικές μου στιγμές
    σάν ἱερό ζῶο μέ ἀσυλία ὅπως ὅπως διασώζω
    ἔρχομαι
    νά μέ κρατήσεις ἀγκάθι πού ἀνθίζει
    μιά φορά τό χρόνο
    -μπορεῖς;

    Γιολάντα Πέγκλη

    ***

    14. «Στον Ανήλικο Ήρωα Ευαγόρα Παλληκαρίδη»

    Τιμή για την πατρίδα ο θάνατός σου,
    το αίμα των δεκαεφτά σου χρόνων
    τεράστιος θα γίνει ωκεανός
    να πνίξει τη γενιά των δολοφόνων.
    Και στο ιερό ποτήρι σταλαγμένο
    θα μείνει της φυλής δώρο αγιασμένο.

    Κ. Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

    Ο Ήρωας σου – Γιάννης Κότσιρας

    15. ΟΙ ΓΕΝΝΑΙΟΙ

    Θέλω να μιλήσω γι’ αυτούς,
    τους γενναίους του σύμπαντος, που
    στους ερημικούς ναούς μετατρέπουν τη στιγμή σε
    αιωνιότητα, το θάνατο σε ασήμαντη λεπτομέρεια,
    το δέντρο σε παιδί.

    Ύστερα πάλι, κοιτώντας τους χλωμούς καθρέφτες
    των προθάλαμων, τους διωγμένους και τους
    μαχαιρωμένους,
    σκέφτομαι:
    Αξίζει αυτή η διαδικασία συντριβής;

    Ή όπως λένε στα βουνά για τον ετοιμοθάνατο
    συγγενή: «ένα μήνα θα ζήσει, πιάστε το χορό».
    Ύστερα πάλι το ξύλο. Γιατί ο φοίνικας;
    Οι παλιές μας αγάπες.
    Γιατί συνεδριάζουν στον πάτο αυτού του πηγαδιού;

    Τι ωφελούν τα απλά λόγια του νεκρού πάνω απ’
    το κρεβάτι των κληρονόμων;
    Ας μου δοθεί συγχώρεση από το σύνταγμα των
    ημερών.

    Δεν έχω άλλη δικαιολογία απ’ των μικρών παιδιών:
    «Δεν το ‘θελα».
    «Το ήξερες ότι δεν έπρεπε»;
    «Ναι, το ήξερα».

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΓΛΑΣ, Το μαύρο χιόνι (Ελλέβορος, 1999)

    ***

    16. οι γενναίοι

    Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε
    πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά

    φορούν κουρέλια
    ακριβά κοστούμια

    ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις
    ή μέσα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό

    άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν
    άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν

    άλλοι κλεισμένοι μέσα στις φυλακές

    όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν
    χάνουνε, πετυχαίνουν ή
    νομίζουν ότι χάνουνε ή
    νομίζουν ότι πετυχαίνουν

    πάντοτε ο δαίμονας τους παραστέκει
    σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του

    στο κέντρο της καρδιάς
    τούς σημαδεύει

    μια άλλη δήλωση περί ελευθερίας, μίλτος σαχτούρης, εκτοπλάσματα, κέδρος, αθήνα 1986

    ***

    17. Ακροστιχίς σε Α για πράγματα κοινά

    Και μες στο απόλυτο σκοτάδι θα σε συναντήσω, φίλε.
    Ήρωα που πέθανες για ιδανικά
    με το φακό θα σ’ εντοπίσω.

    *

    Θα σου μιλήσω για πράγματα κοινά
    που τ’ αγνοούσες. Τώρα το αίμα χύνεται μονάχα στα τροχαία.
    Ήσυχες Κυριακές στο πάρκο με τα παιδιά∙
    κάθε Δευτέρα σινεμά.
    Ζούμε τα γεγονότα απ’ τις εφημερίδες, τον έρωτα
    στα εικονογραφημένα περιοδικά.
    Στην ταβέρνα πότε-πότε οι φίλοι, ξαναγυρνούμε στα παλιά.

    Ο Γιάννης γλίτωσε απ’ τα συνδικάτα
    -πάνε τα δωρεάν τρεχάματα για τα κοινά-
    μπουτίκ η Μαίρη άνοιξε, αντίκες και κεραμικά
    -το γυναικείο ζήτημα το ξεπέρασε σωστά.
    Κι ο Μάρκος, τι ξενύχτια γράφε-σβήνε στα ντουβάρια
    τι λαϊκά συλλαλητήρια, τι ξύλο και κυνηγητά
    οργανωτής πωλήσεων τώρα, θυμάται και χαμογελά.

    Κι αν απομείναν λίγ’ αγύριστα κεφάλια
    κρατάνε θέσεις και φυλάκια αλωμένα
    παίζοντας -μάταια- τ’ αλλοτινά αλλόκοτα θηρία
    θ’ απελαθούνε νύχτα, για Λίβανο ή Συρία.

    *

    Στάσου στο φως να σε φωτογραφήσω.
    Μη στρέφεις το πρόσωπο αλλού.

    Πάνος Θασίτης, [Από την ενότητα β’]Από τη συλλογή Ελεεινόν θέατρον (1980)

    Family of the Year – Hero

    18. Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949)

    Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
    Δημοτικό

    Προοίμιο
    Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λέν’ τ’ αηδόνια
    Δημοτικό

    Ας σταματήσει ο ήλιος
    Ας γείρει πίσω μια στιγμή να ιδεί τ’ άλλο του πρόσωπο,
    Τον άλλο ήλιο, που κυλάει στον κάτω κόσμο.

    *
    Δεν τραγουδώ τους γυρισμούς των καραβιών,
    Τ’ αστέρια που κεντούν ηλιοτρόπια στη ζωή του καλοκαιριού.
    Ούτε τα χελιδόνια που παν στον ουρανό,
    Να πάρουν το αίμα μιας αυγής να βάψουν τα λουλούδια.

    Ακούω τι λένε τα μεγάλα δέντρα,
    Τι τραγουδούνε τα βουνά και γράφουν τ’ ακρογιάλια.
    Κ’ η θάλασσα η πολύφωτη με τα λευκά μαντίλια.

    Ακούνε κάτω τα όστρακα κι ανοίγουν τους φεγγίτες,
    Ακούν τα ψάρια και θυμούνται τον άνεμο
    Και θέλουν ν’ αλλάξουνε φτερά και να γίνουν κοπέλες.
    Κ’ οι άνθρωποι που περπατούν στην γη παίρνουν βαθιάν ανάσα.

    Νύχτα σελώνουν, νύχτα περνούν, και την αυγή σκορπάνε,
    Νά βρουν τα πλουμιστά πουλιά και τις ψηλές γυναίκες,
    Που φέγγουν στα προσκέφαλα τη νύχτα που κοιμούνται.

    Φέγγουνε κι ονειρεύονται ένα μεγάλον έρωτα,
    Ένα μεγάλο γιο.
    Νά χει έναν ήλιο στα μαλλιά, καθρέφτη ένα φεγγάρι
    Και τον αϊτό στο πρόσωπο να του φυλάει τον ύπνο.

    Γιώργος Θέμελης, Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

    ***

    19. Ήταν γενναίο παιδί.

    Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του,
    Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά,
    Και με το κράνος του – γυαλιστερό σημάδι
    (Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
    που δεν γνώρισε κακό ποτέ του)
    Με τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
    Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του.

    -Φωτιά στην άνομη, φωτιά!

    Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
    Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
    Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
    Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
    Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο,
    Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας.

    Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
    Δεν έκλαψαν.
    Γιατί να κλάψουν;
    Ήταν γενναίο παιδί!

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας (απόσπασμα)

    ***

    20. Δεν είμαι γενναία

    Οι γενναίοι ξέρουν
    Πως δεν θα αναστηθούν
    Πως σάρκα επάνω τους δεν θα φυτρώσει
    Την ημέρα της κρίσης
    Πως τίποτα δεν θα θυμούνται πια
    Κανένα δεν θα ξανασυναντήσουν
    Πως δεν τους περιμένει τίποτα
    Καμιά μακαριότητα
    Κανένα μαρτύριο
    Εγώ
    Δεν είμαι γενναία

    Marie Luise Kaschnitz (1901- 1974), «Ποιήματα» (μτφρ.: Γιώργος Καρτάκης)

  4. Ευχαριστώ πολύ,Αγγελική για τα ωραία σου….!!!!
    Βρίσκομαι Αθήνα αυτές τις μέρες και δεν έχω χρόνο και το υλικό για ψάξιμο…
    Από Σ/Κ πάλι στις επάλξεις!

  5. Εκτός από την Ηρωική του Μπετόβεν, δεν έχω κάτι άλλο.

    EROICA-Beethoven, Symphony No. 3, Scherzo: Allegro vivace

    Είναι πασίγνωστη η ιστορία, όπου ο Μπετόβεν, λάτρης της Γαλλικής Επανάστασης, αρχικά αφιέρωσε την Συμφωνία του στον Ναπολέοντα, αλλά μόλις έμαθε πώς ο εν λόγω αυτοαναγορεύτηκε Αυτοκράτωρ της Γαλλίας, έσκισε την αφιέρωση θυμωμένος και έγραψε στο αρχικό χειρόγραφο στά Ιταλικά: ‘Sinfonia eroica, composta per festeggiare il sovvenire d’un grand’uomo'(Η Ηρωική Συμφωνία συντέθηκε για να Εορτάσει την Μνήμη ενός Μεγάλου Ανδρός).

  6. Ηρωισμός και ποιότητα ζωής

    Πολύ ιδιαίτερο το φυτό που φυτρώνει λαθραία ανάμεσα σε πλάκες πεζοδρομίου.

    Σε ένα τόσο άγονο σημείο, είναι απίθανο να αναπτυχθεί όσο ένα φυτό που ριζώνει στην άφθονη φύση ή σε περιβόλι που φροντίζει κηπουρός.

    Επίσης, το λιγοστό αυτό χώμα δεν χωρά άλλα φυτά πέρα από αυτό· το φυτό μας δεν έχει άμιλλα για να εμπνευστεί και να παραδειγματιστεί κατά τη δημιουργική του ανάπτυξη. Είναι ένα φυτό μοναχικό.

    Ό,τι πετύχει, θα το πετύχει μόνο με τα όνειρά του και το πείσμα του.

    Αν ζήσει έστω και λίγες μέρες, θα έχει γίνει ήρωας. Θα είναι για πάντα το φυτό που κατάφερε να φυτρώσει σε άγονο έδαφος. Το φυτό που είχε εναντίον του κάθε συνθήκη.

    Όμως το φυτό μας δεν θέλει να γίνει ήρωας. Θέλει να ζήσει και να αναπτυχθεί.

    Πολλές φορές βλέπω την Ελλάδα σαν μια σειρά από πλάκες πεζοδρομίου. Μπορούμε εδώ να αναπτυχθούμε ή πρέπει να παίζουμε τους ήρωες;

    Copyright © 2016 Giannis G. Georgiou – Writer & Director, All rights reserved.

  7. ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ

    Αλίμονο στη χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες.
    Bertolt Brecht

    Τους ήρωες δεν τους βρίσκεις ποτέ στο σκοτάδι.
    Αριστοφάνης, 445-386 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας κωμωδιογράφος

    Ο κανονικός άνθρωπος εμπλέκεται στη δράση. Ο ήρωας δρα. Βασική διαφορά.
    Henry Miller, 1891-1980, Αμερικανός συγγραφέας

    Μελισσάνθη
    Ἡρωικὴ Φυγή

    Ξοπίσω μου δαιμονικὸ φυσομανοῦσε, τοῦ ᾿Ἅδη,
    πύρινο ἀνασασμὸ
    κι ἔτρεχα, σ᾿ ἄφεγγες νυχτιές, μὲς στὸ βαθὺ σκοτάδι,
    μ᾿ ἓν᾿ ἄγριο καλπασμό.

    Καὶ τὸν μαντύα τὸν ταπεινὸ ξεδίπλωνα τοῦ ἐπαίτη
    σ᾿ ἡρωικὴ φυγὴ
    κι ἔσερνα ἀτίθασα λυτή της κόμης μου τὴ χαίτη
    καὶ σάρωνα τὴ γῆ.

    Τοῦ ἀνέμου τὸ καμτσίκωμα ποὺ ἀφάνιζε τὰ δάση
    μὲ λύγαε, καλαμιὰ
    καὶ στέγνωνε στὰ χείλια μου, τὴ φούχτα μου, ἄδειο τάσι
    στὴν ἄνυδρη ἐρημιά.

    Κι ἀπ᾿ τὴν ἁρμύρα θερίευε τῆς φλογισμένης ἄμμου
    τὸς δίψας τὸ οὐρλιαχτό,
    μὰ ἔφευγα, ἐνῶ, σὲ σύσπαση φριχτή, κυλιόταν χάμου
    τ᾿ ἀνήμπορο ἑρπετό.

    Ἡ γῆ κάτω ἀπ᾿ τὴ φτέρνα μου προδοτικὰ βογγοῦσε
    καφτὴ ὡς λαβωματιά,
    μὰ βέλος ξέφευγα γοργὸ καὶ πίσω μου ἀστοχοῦσε
    ἡ ἐχθρικὴ σαϊτιά.

    Μὲ παραμόνευε γαμψὰ τὸ νύχι στὰ σκοτάδια
    τοῦ πειναλέου βραχνὰ
    κι ὡς γλύτωνα, οἱ φοβέρες του, μαύρων ὄρνιων κοπάδια
    πίσω ἔκραζαν βραχνά.

    Κι ἡ νύχτα τρύπια, τάνυζε φτερούγα νυχτερίδας,
    τὸν ἔναστρο οὐρανὸ
    καὶ τὴν ὀργὴ τοῦ κεραυνὸ σὲ νέφη καταιγίδας
    σπαθὶ ἔκρυβε γυμνό.

    Στὸ πέρασμά μου σφύριζε τῆς ἔχθρητας τὸ φίδι
    μὲς στὰ ξερὰ κλαδιά,
    μὰ τῆς φυγῆς μου ἠ αστραπῆ περνοῦσε ὅπως λεπίδι,
    τῆς νύχτας τὴ καρδιά.

    Καὶ τοῦ θριάμβου μου ἡ κραυγὴ βόλι καφτὸ τρυποῦσε
    τὰ σπλάγχνα τῆς σιγῆς
    κι ἀντίλαλους ἡ φόρμιγγα τοῦ στήιθούς μου ξυπνοῦσε,
    στὶς ἐσχατιὲς τῆς γῆς.

    Κυριάκος Χαραλαμπίδης

    Ένα τραγούδι για τον Ριμαχό

    Και ποιος ήτανε τόσο λεβέντης
    όπως τον Ριμαχό
    που έσκυψε και φίλησε το χώμα
    απ’ όπου διάβηκε η αγαπημένη του
    κι αυτή προχωρούσε υπερήφανη κι ακατάδεχτη
    κι οι άλλοι τον είπανε βλάκα
    κι αυτός ξανάσκυψε και ξαναφίλησε το χώμα
    ξέροντας καλά πώς οι άλλοι τον λέγανε βλάκα.
    Και τα στήθια του ήταν γεμάτα χαρά.
    Γεμάτα χαρά.
    Ποιος ήτανε τόσο λεβέντης όπως τον Ριμαχό.
    Εφτά χιλιάδες φορές θα σκοτώνονταν
    Για να υπερασπίσει το χώμα
    Απ’ όπου διάβηκε η αγάπη του.
    Ποιος είναι λεβέντης σαν τον Ριμαχό
    ποιος έχει αγάπη σαν τον Ριμαχό
    να υπερασπίσει τούτα τα χώματα.

    Κατάθεση, 1975

  8. @Tsigros Grigoris:

    Ωραία η συμμετοχή σας στο μπλογκ της ποίησης.
    Να είστε καλά και πάντα να διαβάζετε ποίηση.
    Να διορθώσουμε μόνο το δημιουργό στο Τραγούδι για το Ριμαχό, που δεν είναι άλλος από τον Παντελή Μηχανικό (1926-1979) και όχι ο Χαραλαμπίδης.

    http://www.sarantakos.com/kibwtos/pol/mhxanikos_baqos.html

    • Grazie mille, Aggeliki!!!… Αύριο μάλλον επιστρέφω Βόλο και θα ‘χω νέα ανάρτηση… Να ‘σαι πάντα καλά και παθιασμένα ποιητική!!!!

  9. Σαν ήρωας του Τσέχωφ…

    Nα πίνεις τσάι, και στο μεταξύ,
    να σβήνει η ζωή σου,
    όπως συμβαίνει στους ήρωες του Τσέχωφ,
    να σβήνει η ζωή σου,
    ενώ εσύ με αξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις
    και να επαινείς τη γεύση και το άρωμά του.
    Έτσι, σαν ήρωας του Τσέχωφ ή όπως ο Τσέχωφ ο ίδιος,
    στη χυδαιότητα του πόνου να αντιτάσσεις την καλή ανατροφή σου.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: