Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (162ο): «Τα φύλλα»…

-«Το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου

να γείρει η χαμένη ζωή μου.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

-Μάρκος Μέσκος, «ΦΥΛΛΑ»

Πόσα μηνύματα λάβατε πόσα στείλατε;

Περπατούνε τα φύλλα με φως και σκιά τάματα του αέρα
μάταια και προδομένα. Δεν τα σώζουν όλες οι αγαθοεργίες
του κόσμου ας πούμε ένα ποτήρι κρύο νερό ένας χορός
ένας γάμος μια συνέλευση αυστηρή στα περίεργα χρόνια
χτες — οι κρεμασμένοι αιωρούνται συχνά αλλά αυτούς

λησμόνησε τους, θάψτε τους επιτέλους. Τί λέγαμε λοιπόν
για τ’ άνθη τους καρπούς τα φύλλα στα κατάρτια των δέντρων
μια ψυχούλα σβήνει ένα φύσημα λαμπερό και πάνε και πάνε
ταξίδια χωρίς προορισμό ας όψεται ο Βοριάς και ο χτικιάρης
Νότος πού κιτρινίζει την προδοσία (πρώιμη και φαρμακερή).

Φύλλα πλημμύρες, στρουθία στάλες στον ουρανό, ελάχιστες σάρκες
πετούν χάνοντας το βάρος της ομορφιάς της μοναξιάς ποιος
ξέρει; Στο μονάκριβο πόδι η χαρά τους όσο διαρκεί αεροδρομούν
επί των επάλξεων και σιωπηλά αιωνίως στα στρωσίδια
των τάφων. Θρύμματα μόσκου καθώς αντιστέκεται ή σκόνη. Όμως

φύλλα• χιλιάδες μπαϊράκια τα κρασάτα οι ώχρες τα πορτοκαλιά
να τα μνημονεύσουμε. Ακόμα και τ’ αειθαλή πού ψεύδονται συνεχώς.
Άνεμοι φθινοπωρινοί αγιάζι του πάγου τα μοιρολόγια τους
μα θα ξανάρθουν τα φύλλα, το λένε οι απρόβλεπτοι οιωνοί
της παμπάλαιας τάξης. προπαντός τα φύλλα της πικροδάφνης.

(Χαιρετισμοί, 1995)

 

 -Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, «Σκόρπια φύλλα»

Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
«ποια οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Nεαπόλεως της νυν Kαβάλας
Προς Θεσσαλονικείς A΄ Eπιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί

ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ’ ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάννα του
έξ’ απ’ την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ’ άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι’ έν’ άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόρροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφωσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Mαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάννας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβύνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενητειά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατειά
φύσ’ αγέρι, φύσ’ αγέρι.

(από τη Διαγώνιο, 2, 1961)

 

-Γ. Σεφέρης, «Το φύλλο της λεύκας»

Έτρεμε τόσο που το πήρε ο άνεμος

έτρεμε τόσο πως να μην το πάρει ο άνεμος
πέρα μακριά
μια θάλασσα
πέρα μακριά
ένα νησί στον ήλιο
και τα χέρια σφίγγοντας τα κουπιά
πεθαίνοντας την ώρα που φάνηκε το λιμάνι
και τα μάτια κλειστά
σα θαλασσινές ανεμώνες.

Έτρεμε τόσο πολύ
το ζήτησα τόσο πολύ
στη στέρνα με τους ευκαλύπτους
την άνοιξη και το φθινόπωρο
σ’ όλα τα δάση γυμνά
θεέ μου το ζήτησα.

(Hμερολόγιο Καταστρώματος Α΄)

-Τάσος Λειβαδίτης, «Φύλλα ημερολογίου»

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο,
ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
Τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
Σε όνειρα
Αλλά καμία φορά η φωνή μιάς γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
Με το αντίο μιας ηλικίας που τελείωσε
Κι οι μέρες που σου λείπουν, ώ Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
Στον παράδεισο-
Συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου σκόρπισα τους στεναγμούς
Της νιότης μου
Ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά και να πάει που;
Κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο
Ένας τον άλλον –

Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντας τους μόνο ένα κόσμο,
Κι όταν πεθάνω θα’ θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα
Ημερολογίου
Για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.
Κι ίσως ο,τι μείνει από μας να’ ναι στην άκρη του δρόμου μας
Ένα μικρό μη με λησμόνει

Το ποίημα της ημέρας: Φύλλα ημερολογίου

 

-Ο. Ελύτης, «Ο Φυλλομάντης»

Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ
Nαυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
Tο παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
Kαι το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
Tο παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα·

Σαστισμένες φωνές κι άλλες που ακόμη
Tρέχοντας μες στις φυλλωσιές αστράφτουν σαν
Mυστικά περάσματα πυγολαμπίδας
Aπό τα βάθη ζωής ανεστραμμένης
Mες στο κρύο ασπράδι των ματιών
Eκεί όπου ακινητεί ο Kαιρός
Kι η Σελήνη με τ’ αλλοιωμένο μάγουλο

Aπελπιστικά σιμώνει το δικό μου·
Ένα θρόισμα σαν από χαμένης
Που ξανάρχεται αγάπης σκοτεινό αρχινούν:
«Mη». Kι ύστερα πάλι «Mη». «Mωρό μου».
«Tι σού ‘μελλε», «Mια μέρα θα το θυμηθείς».
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά».
«Eγώ που σ’ αγαπώ». «Πες πάντα». «Πάντα».

Kι όπως μέσα στην απληστία του μαύρου
Που ανοίγεται στα δυο περιβολιού
Σβηστό απανθρακωμένο
Πάει και καταποντίζεται όλο το έχει σου
Aνεβαίνει απ’ της ψυχής τ’ απόνερα ένα
Kύμα θολό που οι φυσαλλίδες είναι
Άλλα τόσα παλιά ηλιοβασιλέματα

Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού
Mια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία
Σαν τραγούδι όπου κρύφθηκε μήπως το δεις
Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι –
Όλα της αγκαλιάς τα ιερά του όρκου
Tίποτα τίποτα δεν πήε χαμένο
Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ

Mέσ’ απ’ τη χλώρη του βυθού και πάλι
Tο ίδιο εκείνο ατέρμονο ανατρίχιασμα
Mονολογεί και συνθροεί τα φύλλα
Mονολογεί στην αραμαϊκή του απόκοσμου:
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά
Σού ‘μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά».
«Σού ‘μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά».

Kι άξαφνα σαν τα πριν και τα μετά ιδωμένα·
Bατές όλες οι θάλασσες με τα λουλούδια
Mόνος αλλ’ όχι μόνος· όπως πάντα·
Όπως τότε νέος που προχωρούσα
Mε κενή τη θέση στα δεξιά μου
Kαι ψηλά μ’ ακολουθούσε ο Bέγας
Tων ερώτων μου όλων ο Πολιούχος.

(από τα Eτεροθαλή, Ίκαρος 1974)

 

-Κική Δημουλά, «Αυτόγραφο»

«Ένα κίτρινο φύλλο σου
φθινόπωρο,
σ’ έναν άνεμο ράθυμο κάθισε
και μ’ ακολούθησε επίμονα.
Το πήρα
και το κρατώ
σαν κάτι συμβολικό από μέρους σου,
σαν φιλικό αυτόγραφο,
ίσως σαν ένα ((ευχαριστώ))
που διόλου μέρος δεν έλαβα
στο καλοκαίρι τούτο…
Το πήρα
κι εξιχνιάζω
τις φετινές προθέσεις σου
απέναντι μου.»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

-Μανόλης Ξεξάκης, «Κορδόνι πρώτο: Αινίγματα και φύλλα»

Φύλλα παράκτια πεσμένα
στους δρόμους της Θεσσαλονίκης.

Οπτασίες του πράσινου σήμερα,
πρώην φύλακες της δροσιάς,
απίστευτοι ηλιοσυλλέκτες,

παιδιά των μεγάλων ανεμοδεικτών
που βυθίζονται στην πλακόστρωτη
κρύα γη των πεζοδρομίων,

εκτοξεύοντας προς τον ουρανό
το αιωρούμενο λοφίο.

Φύλλα των δέντρων
που σαπίζετε το φθινόπωρο,
ντυμένα εξαίσια θεραπευτικά χρώματα
από το φαρμακείο της φύσης!

Καμένο κίτρινο, σχεδόν περγαμοντί,
μια υποψία πιο κοντά στην ξανθοφύλλη.

το κόκκινο που έρχεται από καφέ βαθύ
και βρέχεται στο βάραθρο του μαύρου,

αυτό το βαθυπράσινο με τους χαλκούς
που ακουμπά την ορυκτή κιννάβαρη–

Φύλλα νεκρά και άταφα
στα μαντεμένια χαρακώματα της πόλης!

Φύλλα βαλβίδες της καρδιάς των υπονόμων
σαρωμένα από τον άνεμο πάνω στις σχάρες,

μακριά από τον περίτεχνο τάπητα
της υπαίθρου που θα ανακατέψει
το αλέτρι του γεωργού.

Φύλλα άστεγα
που σας έχει αξιωματίσει
η θρηνώθης μεταλλική σιωπή
της τσιμεντένιας πόλης,

διωγμένα από κορμούς ερημόφιλους
που αποφάσισαν γυμνοί το χειμώνα!

Φύλλα δαρμένα απ’ το φραγγέλιο
του γυμνού καιρού που σαλπίζει επίθεση,

θα μπορούσατε,

αν ήσασταν στην ερημία της εξοχής,
να κρυφτείτε βαθιά στο χώμα,

μέσα στην υγρή τεφροδόχο του χειμώνα
να γίνετε ουσίες της γης∙

εκτεθειμένα εδώ, στην άσφαλτο
δεν είστε χρήσιμα σε κανέναν.

Φύλλα, σήμερα το πρωί στάθηκα
κάτω από ένα δέντρο-μητέρα
και κοίταξα ψηλά.

Είδα ένα βαθιά μαραμένο, αραιό,
χρυσό ημισφαίριο φωτός
που το τρυπούσαν τ’ αδέλφια σας
καθώς έπεφταν ατέλειωτα.

Μ’ έλουσε ένας τρυφερός,
αβαρής, χρωματικός αφρός
και μπήκα για λίγο κι εγώ
στην περιδίνηση της πτώσης.

Στη ρίζα του δέντρου
ένας αναδευτήρας άνεμος
σέρνονταν χαμηλά.

Σας υποδέχονταν πάνω στις πλάκες
και στα ρείθρα και σας στοίχιζε
στις κοιλότητες του οδοστρώματος.

Άνεμος βοηθητικός, φτιαγμένος
από δυνάμεις που θέλουν
να μην ξεχάσετε τη φιλία
των καλοκαιρινών ημερών.

Φύλλα, πέφτετε, δεν είστε πια ζωή
και ο άνεμος σας προσφέρει
τους τελευταίους ασπασμούς
με την αναπνοή πάνω σ’ αυτό
το γαλάζιο πλανήτη.

Φύλλα των δέντρων της Θεσσαλονίκης
και όσων άλλων δέντρων
αρχίζει κάποτε η ετήσια φυλλορροή,

κορίτσια τρυφερά και ευφρόσυνα
με τη λαμπρή χρυσόσκονη της εφηβείας,

που την οξειδώνει ταχύτατα ο χρόνος
και την αποθέτει στις καλύτερες θέσεις
του μουσείου της μνήμης!

Φύλλα, είναι ήδη αργά∙ πρέπει
να πάω στην καθημερινή εργασία μου,

να μετακινηθώ από αυτό
το πλέγμα των σκέψεων,

από τη σιωπή που βαλσαμώνει τις ψυχές σας.

Να φύγει από τα μάτια μου η οδυνηρή
πολύχρωμη λάμψη της πτώσης.

Κλαδιά ρέουν πεισματικά προς το έδαφος.

Γυμνά κλαδιά, ασπρισμένα, κόκαλα
που τα γλέντησε καιρό η έρημος.

Πουθενά τώρα ο άρχοντας χρόνος…

Όλα πνίγονται στο αδέσποτο χρωματικό χιόνι

και σε ήχους χρυσών μηδενικών

που μετράει αιώνια ο φιλάργυρος άνθρωπος.

Φύλλα, φεύγω αλλού.

Ο ορίζοντας με βαρύ σκονισμένο λευκό
ακουμπά σε μακρινά κεντήματα-όχθες

που βυθίζονται στο πέταλο
του Θερμαϊκού κόλπου.

Εκεί πλέει το αιωρούμενο νερό στο νερό,
η βλάστηση των εκβολών του Αξιού
γράφει με αραιό μαύρο.

Μπροστά μου η θάλασσα της Θεσσαλονίκης γαλήνια,

δυνατή σαν στερεό, απέραντο κέλυφος,

σκεπάζει τη φλόγα στα έγκατα της γης.

Πνίγει τους ήχους του πέτρινου τρόμου
στο ρήγμα της σερβομακεδονικής ζώνης…

Φύλλα, εσείς φύλλα των άλλων δέντρων
έξω από το παράθυρό μου,

σήμερα 11 Δεκεμβρίου πέσατε όλα.

Έτσι μπορώ να δω τη θάλασσα
που το χειμώνα έρπει πάνω της
παράξενη, λευκή ομίχλη ατμού.

Κάθε πρωί στα χρόνια που έρχονται
θα την ατενίζω από το δρύφρακτο
των έρημων κινούμενων βλαστών.

Μετά, μαζί με τα παιδιά κι εγώ,
συνταξιούχος πια, μα πάντα μαθητής,
θα φεύγουμε για το σχολείο των ελπίδων,

υψώνοντας τις τσάντες με τα νέα γράμματα
που μάθαμε ψηλά στον ουρανό,

πατώντας με ταχύτητα και δύναμη
ώρες πολλές τα πεζοδρόμια της πόλης,
επιδιώκοντας να καταπιεί
αυτός ο τσιμεντένιος τάπητας
το ρέμπελο στρατό των πεθαμένων φύλλων,

φτάνοντας επιτέλους με καλό καιρό
σ’ εκείνα τα σχολεία μαθημάτων
υπομονετικών καθηγητών

που θα μας δείξουν ίχνη
για να βρούμε βήματα
του γίγαντα που λέγεται ζωή.

Που θα μας πείσουν ότι όλα από άλλους
συνεχίζονται κι ας είναι εφήμερα.

Και πως αξίζει να πιστεύουμε
ότι παράγει αέναα τα νέα έμψυχα
και την μοναδικότητα
ένας ακούραστος μελισσουργός
μέσα στο ακατόρθωτο να νοηθεί
μεγάλο κατασκεύασμα ενέργειας και ύλης.

Πως πλοηγείται μέσα από σκοτάδια η ζωή,
ίσως να πέφτει και βυθίζεται σε τάρταρα
πριν ξαφνικά κι απρόσμενα φθαρεί
σαν μια μικρή ετήσια φυλλοβολή
που αγωνίζονται να καταπιούν τα έγκατα της πόλης

και πρέπει ο άνθρωπος να προχωρεί
χωρίς να βλέπει γύρω του

στρατούς, τα άταφα αινίγματα και φύλλα.
(Πηγή: Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Μανόλης Ξεξάκης)

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (162ο): «Τα φύλλα»…

  1. ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ . ΩΡΑΙΟ ΘΕΜΑ ΔΥΣΚΟΛΟ ΘΑ ΜΠΟΡΟΎΣΑ ΝΑ ΠΩ ΚΑΙ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΟ

    ΟΤΑΝ ΗΡΘΕΣ

    Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι
    στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες
    γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι.
    Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα
    την έκανα γλυκύτατο τραγούδι
    κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.

    Κώστας Καρυωτάκης
    Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» 21 Σεπτεμβρίου 1919

    Τα φύλλα σέρνουν τα ξερά τους κορμιά στην άσφαλτο.
    Έρμαια του ανέμου τρίζουν σε κάθε φύσημα.
    Ιωάννα Μακρή

    Έντγκαρ Άλαν Πόε
    ΟΥΛΑΛΟΥΜ
    Σταχτί και σκυθρωπό το χρώμα τ’ ουρανού
    και τα φύλλα ήταν τριμμένα και ξερά –
    ναι, τα φύλλα ήταν μαραμένα και ξερά.
    Ήταν νύχτα θλιβερού Οχτώβρη
    στης μνήμης μου την ανεξίτηλη χρονιά.
    Ήταν δύσκολα στη μουντή λίμνη του Όβρη*
    στην ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
    μες στη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
    στα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.
    Εδώ κάποτε σε δρόμο με γιγάντια κυπαρίσσια,
    περιπλανήθηκα συντροφιά με την Ψυχή μου
    μες στα κυπαρίσσια οδήγησα την Αδερφή Ψυχή μου.
    Κι ήταν μέρες που η καρδιά μου είχε λαύρα
    σαν τα γεμάτα τέφρα ποτάμια που κυλούν –
    σαν τις λάβες που αδιάκοπα κυλούν
    ρέματα από θειάφι απ’ το Γιάανεκ ρέουν –
    στα έσχατα κλίματα του πόλου –
    που βογκούν κι απ’ το όρος Γιάανεκ ρέουν
    στα βασίλεια του Βόρειου Πόλου.
    O λόγος μας στοχαστικός και μετρημένος
    αλλ’ οι σκέψεις μας ήταν αναιμικές, ξερές –
    οι θύμησές μας ήταν ύπουλες, ξερές –
    γιατί δε νιώθαμε πως ήταν Οχτώβρης,
    και δεν προσέξαμε τη νύχτα της χρονιάς –
    (αχ, εκείνη απ’ όλες τις νύχτες της χρονιάς!)
    και δεν είδαμε τη μουντή λίμνη του Όβρη
    (αν και κάποτε διαβήκαμ’ από δω)
    κι ούτε νιώσαμε τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
    κι ούτε τα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.
    Και τώρα, καθώς η νύχτα έφτανε στο γέρμα
    και τ’ αστρικά ρολόγια δείχνανε πρωί –
    τ’ αστρικά ρολόγια προϊδέαζαν πρωί –
    και στου διάβα μας φάνηκε το τέρμα
    μια νεφελώδης και αχνή μαρμαρυγή
    απ’ όπου της Αστάρτης βγήκε η λειψή σελήνη
    δικέρατη, διαμαντοστόλιστη πριν τη χαραυγή
    ξεχωριστή, δικέρατη σελήνη.
    Και είπα: «Απ’ την Άρτεμη αυτή είναι πιο θερμή:
    πετάει μέσα σ’ αιθέρα αναστεναγμών –
    ξεφαντώνει σε βασίλεια αναστεναγμών:
    είδε τα δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμη
    στις παρειές αυτές που το σκουλήκι ζει ακόμη
    και διάβηκε απ’ τ’ άστρα του Λέοντα
    να μας δείξει το ουράνιο μονοπάτι –
    της γαλήνιας Λήθης το μονοπάτι,
    βγήκε, ενάντια στο Λέοντα,
    να μας φέξει με τα λαμπρά της μάτια –
    πέρασε μέσ’ απ’ το άντρο του Λέοντα
    με αγάπη στα φωτεινά της μάτια».
    Αλλά η Ψυχή το δάχτυλό της ύψωσε
    κι είπε: «Το άστρο αυτό το δυσπιστώ –
    την ασυνήθιστη ωχρότητά του τη φοβούμαι: –
    Αχ, σπεύσε! Να μη μείνουμε άλλο εδώ!
    Να φύγουμε! Να πάμε! Μη χρονοτριβούμε!»
    Με τρόμο μίλησε και άφησε να πέσουν
    τα φτερά της και να συρθούν μέσα στη σκόνη –
    αγωνιούσε κι έκλαιγε αφήνοντας να πέσουν
    τα βαμβακένια της φτερά μέσα στη σκόνη –
    και θλιβερά να σέρνονται μέσα στη σκόνη.
    Και της απάντησα εγώ: «Όνειρο είναι απλά:
    Ας συνεχίσουμε με το τρεμουλιαστό τούτο φως!
    Ας μας λούσει το κρυστάλλινο τούτο φως!
    Η σιβυλλική του αίγλη μας φέγγει λαμπρά
    μ’ Ομορφιά κι Ελπίδα απόψε: –
    Δες πώς τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε!
    Αχ, ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
    και με σιγουριά θα μας πάει σωστά –
    ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
    και με σιγουριά θα μας πάει σωστά,
    αφού τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε».
    Έτσι κανάκεψα την Ψυχή και τη φίλησα,
    και την έβγαλα απ’ την κακοκεφιά της –
    νικώντας τις φοβίες της και την κακοκεφιά της,
    και στου ορίζοντα φτάσαμε το τέρμα,
    αλλά σταματήσαμε στη θύρα ενός τύμβου –
    στη θύρα ενός ενεπίγραφου τύμβου.
    Κι είπα: «Τι γράφει εδώ, γλυκιά αδελφούλα
    στη θύρα αυτού του ενεπίγραφου τύμβου;»
    Απαντώντας μου είπε: «Ουλαλούμ – Ουλαλούμ –
    είν’ ο τάφος της χαμένης σου Ουλαλούμ!»
    Πελιδνή και μαύρη έγινε τότε η καρδιά μου
    σαν τα φύλλα τα τριμμένα και ξερά –
    σαν τα φύλλα τα μαραμένα και ξερά.
    Κι ανέκραξα: «Ήταν όντως νύχτα του Οχτώβρη
    σαν τη νύχτ’ αυτή την περσινή χρονιά.
    που πορεύτηκα εδώ κάτω – διάβηκα δω κάτω –
    που φορτίο τρομερό έφερα εδώ κάτω –
    τούτη τη νύχτα απ’ όλες της χρονιάς,
    ποιος δαίμονας μ’ έφερ’ εδώ φονιάς;
    Πολύ καλά γνωρίζω τώρα τη μουντή λίμνη του Όβρη
    την ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
    πολύ καλά γνωρίζω τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
    και τα βρικολακιασμένα τούτα δάση του Γουήαρ.

    René Char – Τα Φύλλα του Ύπνου

    Τα Φύλλα του Ύπνου είναι το προσωπικό σημειωματάριο που ο ποιητής κρατούσε κατά τη διάρκεια της στράτευσής του στην Αντίσταση και αποτελούνται από 237 χωρία στο είδος του θραύσματος. Στο τοπίο της Αποκάλυψης και στον όλεθρο του θανάτου που επέβαλε η ναζιστική Κατοχή, ο Char αντιτάσσει τη φιλία, τον έρωτα, το ποιητικό όραμα του μέλλοντος, την ηθική συγκρότηση του ανθρώπου και την ελευθερία του αγώνα. Επωμίζεται ισότιμα τον άνθρωπο της κάθε μέρας και τον ποιητή που είναι ο ίδιος, και εξακοντίζει την μοναδική αυτή σύλληψη της αγωνιζόμενης ύπαρξης στο κενό διάστημα της απουσίας συνομιλητή. Η «φωτογραφία του» εκτινάσσεται προς τ’ αστέρια, υπερβαίνει την παρούσα στιγμή και γίνεται ο καθρέφτης του απεριόριστου… «Α, να περιστρέφεσαι γενναιόδωρα επάνω από τις εποχές του φλοιού, ενώ το αμύγδαλο σκιρτάει, ελεύθερο…» (απ. 55)

    **

    1
    Όσο μπορείς δίδασκε για να γίνεις αποτελεσματικός, για να επιτευχθεί ο σκοπός μα όχι πιο πέρα. Πιο πέρα υπάρχει καπνός. Όπου υπάρχει καπνός υπάρχει αλλαγή.

    8
    Οι λογικοί άνθρωποι χάνουν ως και την ιδέα της πιθανής διάρκειας της ζωής τους και της καθημερινής ισορροπίας τους όταν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης καταρρέει εντός τους κάτω από τις απαιτήσεις του ενστίκτου της ιδιοκτησίας. Γίνονται εχθρικοί στα ρίγη της ατμόσφαιρας και υποτάσσονται χωρίς αυτοσυγκράτηση στις παρακλήσεις του ψεύδους και της
    κακίας. Είναι κάτω από μια χαλαζόπτωση κακότητος που θρυμματίζεται η άθλια υπόστασή τους.

    12
    Αυτή που μ’ έφερε στον κόσμο και η οποία θα με διώξει δεν παρεμβαίνει παρά τις ώρες που είμαι πολύ αδύναμος για να της αντισταθώ. Ηλικιωμένη όταν γεννήθηκα. Άγνωστη νέα όταν θα πεθάνω. Η μόνη και πάντα Περαστική.

    16
    Η συνεννόηση με τον άγγελο, η πρωταρχική μας έγνοια. (Άγγελος, αυτός που, στο εσωτερικό του ανθρώπου, κρατάει σε απόσταση το θρησκευτικό συμβιβασμό, ο λόγος της πιο υψηλής σιωπής, η σημασία η πιο ανεκτίμητη. Χορδιστής των πνευμόνων που χρυσώνει τα βιταμινούχα τσαμπιά του ακατόρθωτου. Γνωρίζει το αίμα, αγνοεί τα ουράνια. Άγγελος: το κερί που εγκύπτει στα ορεινά της καρδιάς).

    30
    Ο Αρχιδούκας μου εκμυστηρεύεται ότι ανακάλυψε τον εαυτό του όταν ασπάστηκε την Αντίσταση. Μέχρι τούδε ήταν ένας της ζωής του ηθοποιός, επικριτικός και καχύποπτος. Η αβεβαιότητα τον δηλητηρίαζε. Μια στείρα μελαγχολία τον κάλυπτε βήμα το βήμα. Σήμερα αγαπά, σπαταλιέται, δεσμεύεται, γυμνώνεται, προκαλεί. Εκτιμώ πολύ αυτόν τον αλχημιστή.

    45
    Ονειρεύομαι μια χώρα στολισμένη, καλοπροαίρετη, ερεθισμένη αίφνης από τα έργα των σοφών και την ίδια ώρα συγκινημένη από τον ζήλο κάποιων θεών, στα πλησιάσματα των γυναικών.

    59
    Αν ο άνθρωπος δεν έκλεινε με αυτοκυριαρχία κάθε τόσο τα μάτια, θα έφθανε να μην μπορεί να αντικρίσει αυτό που αξίζει να ειδωθεί.

    61
    Ένας αξιωματικός που ήρθε από την Βόρεια Αφρική, εκπλήσσεται που οι φουκαράδες αντάρτες μου, όπως τους αποκαλεί, εκφράζονται σε μια γλώσσα που ενώ το νόημα της του διαφεύγει, το αυτί του όντως εξεγείρεται “από την ευγλωττία των εικόνων”. Του έδωσα να καταλάβει ότι η αργκό είναι απλώς γραφική, ενώ η γλώσσα που είναι εδώ εν χρήσει οφείλεται στην θαυμαστή συμφωνία ανάμεσα σ’ εμάς και στα συμβάντα, εντός της οικειότητας των οποίων καθημερινά ζούμε.

    69
    Βλέπω τον άνθρωπο χαμένο σε πολιτικές διαστροφές, συγχέοντας πράξη και εξιλέωση, ονομάζοντας κατάκτηση την εκμηδένισή του.

    95
    Τα ερέβη του Ρήματος με μουδιάζουν και με ανοσοποιούν. Δεν μετέχω στην αγωνία του παραμυθιού. Με μιαν απλότητα πέτρας, παραμένω η μητέρα των μακρινών λίκνων.

    103
    Ένα μέτρο σπλάχνων για να μετρήσουμε τις ευκαιρίες μας.

    107
    Δεν προσφέρουμε κρεβάτι δακρύων σαν σε επισκέπτη περαστικό.

    111
    Το φως διώχτηκε από τα μάτια μας. Κατέλαβε κάποιο μέρος στα κόκαλά μας. Με τη σειρά μας το καταδιώκουμε για να του ξαναδώσουμε το στεφάνι του.

    129
    Είμαστε όμοιοι μ’ αυτούς τους φρύνους που μέσα στην άχαρη νύχτα των βάλτων κοάζουν χωρίς να φαίνονται, λυγίζοντας με την ερωτική τους κραυγή όλη την ματαιότητα του σύμπαντος.

    131
    Προσκαλούμε την ελευθερία να καθίσει σε όλα τα κοινά συσσίτια. Η θέση παραμένει κενή μα το σερβίτσιο μένει στο τραπέζι.

    140
    Η ζωή θα άρχιζε με μιαν έκρηξη και θα τελείωνε με ένα κονκορδάτο ; Είναι παράλογο.

    144
    Σαν να έχουν τρυπηθεί τα αρχαία σου οστά της πεταλούδας!

    146
    Ο Roger ήταν πολύ ευτυχής που είχε γίνει για την εκτίμηση της νεαρής γυναίκας του ο σύζυγος-που- έκρυβε-ο-θεός. Πέρασα σήμερα δίπλα από το χωράφι με τα ηλιοτρόπια η θέα των οποίων τον ενέπνεε. Η ξηρασία έκαμπτε τις κορφές των θαυμαστών, των ανούσιων λουλουδιών. Είναι λίγα βήματα πιο πέρα από κει που χύθηκε το αίμα του, στη βάση μιας γέρικης μουριάς, κουφής μ’ όλο το πάχος του φλοιού της.

    154
    Ο ποιητής, ικανός στην υπερβολή, εκτιμά σωστά εντός του μαρτυρίου.

    169
    Η φωτεινότητα είναι η πληγή η πιο συγγενής του ήλιου.

    184
    Να θεραπεύεις το ψωμί. Να τραπεζώνεις το κρασί.

    199
    Υπάρχουν δύο ηλικίες για τον ποιητή: η ηλικία κατά την διάρκεια της οποίας η ποίηση, από κάθε άποψη, τον κακομεταχειρίζεται, κι αυτή που του δίνεται ερωτευμένη τρελά. Μα καμιά τους δεν είναι οριστικά καθορισμένη. Και η δεύτερη δεν κυριαρχεί.

    202
    Η παρουσία της επιθυμίας όπως αυτή του θεού αγνοεί τον φιλόσοφο. Σε αντάλλαγμα ο φιλόσοφος τιμωρεί.

    212
    Χώσου μέσα στο άγνωστο που σκάβει. Εξαναγκάσου να περιστρέφεσαι.

    222
    Αλεπού μου, βάλε το κεφάλι σου στα γόνατά μου. Δεν είμαι χαρούμενος κι όμως αρκείσαι. Καντηλάκι ή κομήτης, άλλο δεν βρίσκεται καρδιά μεγάλη μήτε μέλλον επάνω στη γη. Τα σκαλοπάτια του λυκόφωτος αποκαλύπτουν το ψιθύρισμά σου, φωλιά της μέντας και του δενδρολίβανου, εμπιστοσύνη αμφιρρέπουσα ανάμεσα στα ροδίσματα του φθινοπώρου και το ελαφρύ σου φόρεμα. Είσαι η ψυχή του βουνού στις διάφανες πλαγιές, στους βωβούς βράχους πίσω από χείλη αργίλου. Και οι άκρες από τα ρουθούνια σου τρέμουν. Και το χέρι σου κλείνει το μονοπάτι και πλησιάζει την κουρτίνα των δέντρων. Αλεπού μου, παρουσία δύο άστρων, της παγωνιάς και του ανέμου, στηρίζω επάνω σου τις γκρεμισμένες ελπίδες μου για το νικηφόρο αγκάθι της αχόρταγης μοναξιάς.
    https://toparathyro.com/2013/03/20/rene-char-τα-φύλλα-του-ύπνου/

  2. Γιάννη, γεια σου!
    Δυσκολεύομαι τα μάλα να βρω ποιήματα για τα «Φύλλα», χωρίς να πέσω στο συναφές θέμα «Δέντρα».
    Αρχίζω, ωστόσο, με Αργύρη Χιόνη:

    *

    1. Πέφτεις απ΄το κλαδί και κλαις.
    Γιατί;
    Δεν το ‘ξερες πως είσαι φύλλο;

    AΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    ***

    2. ΕΝΑ ΦΥΛΛΟ Σ’ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ

    Ένα φύλλο σ’ ένα δέντρο.
    Άλλο φύλλο μες στον νου.
    Τα δύο φύλλα
    είναι σε διαφορετικά κλαδιά,
    ο ίδιος όμως φθινοπωρινός άνεμος
    θα τα ρίξει κάτω και τα δυo τους.

    Roberto Juarroz, (Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

    Φύλλα φθινοπωρινά – Φίλιππος Νικολάου

    3.
    …Τί εἶναι πιὰ ἕνα δέντρο τί εἶναι τ᾿ ἀσημένια φύλλα;
    Μέσ᾿ στὴν ὁρμὴ τῆς ἐρημιᾶς γινόμαστε διάφανοι.
    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    ***

    4.
    …Ἔχουν ἀρχίσει νὰ μὲ κυκλώνουν ἐπικίνδυνα οἱ ὧρες.
    Ἀκούω τὰ φυλλώματα σήμερα
    γίνηκαν ἀνήσυχα χορικά…
    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Η χρησιμότητα της απειλής

    ***

    5. Η νεράιδα των φύλλων και των φίλων

    Τα φύλλα πέφτουν σα ψιλόβροχο στο ξέφωτο.
    Οι φίλοι φεύγουν σα τα τραίνα στο σταθμό.
    Νεράιδα του δάσους ας μείνει ένας φίλος
    να ‘ ναι δικός μου καρδιακός κι ας είναι μόνο ένας.

    Η νεράιδα των φύλλων και των φίλων
    μαζεύει από το έδαφος τα φύλλα,
    οι φίλοι είναι λιγοστοί και δεν μπορεί να τους βρει.

    ΕΛΕΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ

    YVES MONTAND – Les Feuilles Mortes

    6. Τα νεκρά φύλλα (Les feuilles mortes)

    Ω! Θα ήθελα τόσο να θυμάσαι
    τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
    Την εποχή εκείνη η ζωή ήταν πιο όμορφη
    Και ο ήλιος πιο λαμπρός από σήμερα.

    Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι.
    Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει …
    Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι,
    Οι αναμνήσεις κι οι θλίψεις επίσης
    Και ο βόρειος άνεμος τις παρασύρει
    Στην κρύα νύχτα της λήθης.

    Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει
    Το τραγούδι που μου τραγουδούσες.
    Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει.
    Εσύ, μ’ αγαπούσες κι εγώ σ’ αγαπούσα

    Και ζούσαμε οι δυο μαζί,
    Εσύ, μ’ αγαπούσες κι εγώ σ’ αγαπούσα.
    Αλλά ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούνται,
    Πολύ γλυκά, χωρίς να κάνει θόρυβο
    Και η θάλασσα αφήνει στην άμμο
    Τα ίχνη των χωρισμένων εραστών.

    Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι,
    Οι αναμνήσεις κι οι θλίψεις επίσης
    Αλλά η αγάπη μου σιωπηλή και πιστή
    Χαμογελά πάντα και ευχαριστεί τη ζωή.
    Σ’ αγαπούσα τόσο πολύ, ήσουν τόσο όμορφη.

    Πώς θες να σε ξεχάσω;
    Εκείνη την εποχή, η ζωή ήταν πιο όμορφη
    Και ο ήλιος πιο λαμπρός από σήμερα.
    Ήσουν η πιο γλυκιά μου φίλη
    Αλλά δεν έχω παρά θλίψη
    Και το τραγούδι που τραγουδούσες,
    Πάντα, πάντα θα το ακούω !

    Jacques Prévert, Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

    ***

    7. ΦΥΛΛΟΒΟΛΟ ΔΕΝΤΡΟ

    Στο φυλλοβόλο δέντρο μοιάσε,
    τίναξε στον άνεμο τα κιτρινισμένα φύλλα
    στο χώμα να σαπίσουν.

    Κοίταξε το κυπαρίσσι και το πεύκο,
    γερνάνε με τη σκόνη όλων των καημών τους.

    Τα λόγια φτιάχνουν φωλιά,
    σου τσιμπολογούν τα φύλλα,
    κρύβονται βαθιά σου.
    Τίναξε τα φύλλα, άκουσε τον άνεμο
    κι ύστερα τα λόγια θα κρυώσουν, θα πετάξουν
    κι άλλα λόγια θα φωλιάσουν μέσα σου
    άλλες χαρές και λύπες θα ‘ρθουνε με την άνοιξη.

    Εσύ θα στέκεις δέντρο περήφανο,
    μη λησμονήσεις όμως, δέντρο φυλλοβόλο.

    5/2005 Θοδωρής Βοριάς, ΤΟ ΤΡΥΠΙΟ ΤΑΒΑΝΙ -εκδόσεις ΕΡΩΔΙΟΣ 2005

    Δέντρα-φύλλα, Γιάννης Κότσιρας

    8. ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

    Aπλώνω σαν κλαδιά, σα φύλλα,
    εντυπώσεις γύρω στο κορμί μου, αναμνήσεις
    θρουν, κρούονται, κινούνται
    ήσυχα ή σφοδρά.

    Mοιάζουν ίδια τα κλαδιά,
    όμως ο άνεμος της ζωής
    με παιχνίδια και με φώτα,
    δείχνει τη διαφορά τους.

    Mοιάζουν κι όλες οι μέρες
    που περνούν απάνω μου.
    Mε τριγυρίζ’ η μέρα,
    η νύχτα μ’ αγκαλιάζει.

    Λυγούνε τα κλαδιά, τα φύλλα,
    οι αναμνήσεις, οι εντυπώσεις μου συγκρούονται
    φωλιάζουν μυστικά πουλιά,
    φωνές κρυφές, στα πιο πυκνά,
    πυκνόφυλλα κλαδιά της φαντασίας.

    Σα φτάσει η καταιγίδα
    ο στολισμός μου δέρνεται.
    Όρθιο το κορμί στυλώνεται,
    μένει ακίνητη ψυχή κι αυξαίνει,
    σα ν’ αδιαφορεί για την περιβολή μου…

    που παρέρχεται και θα ξανάρθει,
    μαραίνεται και πέφτει,
    για να φουντώσει πάλι η ζωή μου.

    ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ (από τα Ποιήματα, Eρμής 1996)

    ***

    9. Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο
    της καταιγίδας, το δέντρο του λαού.
    Απ’ τη γη ανεβαίνουν οι ήρωές του
    όπως τα φύλλο απ’ το χυμό,
    κι ο άνεμος θρίβει τα φυλλώματα
    της βουερής ανθρωποθάλασσας
    ώσπου πέφτει στη γη ξανά.

    Pablo Neruda, απόσπασμα, Οι Ελευθερωτές (Los Libertadores)

    ***

    10. Κίτρινα φύλλα

    Κίτρινα φύλλα
    στη λίμνη. Μαγιάτικη
    τα λικνίζει αύρα.

    Από φύλλο σε φύλλο
    πηδώντας οι σκέψεις μου
    τη χαραμάδα περνούν
    του ορίζοντα
    για να κουρνιάσουν στον ήλιο.

    Βασίλης Κομπορόζος, Σε λίγους στίχους κουρνιασμένος

    Η καρδιά μου φύλλο-φύλλο

    11. Το φθινόπωρο

    Ήταν ένας άντρας που βρήκε δύο φύλλα και μπήκε μέσα κρατώντας
    τα και είπε στους γονείς του πως ήταν ένα δέντρο.
    Είπαν εκείνοι σ’ εκείνον αφού είναι έτσι τράβα στην αυλή και μη
    μεγαλώσεις
    μέσα στο σαλόνι γιατί οι ρίζες σου θα καταστρέψουν το χαλί.
    Εκείνος τους είπε έκανα πλάκα δεν είμαι δέντρο και έριξε τα φύλλα του.
    Όμως οι γονείς του είπαν είναι φθινόπωρο.

    Ράσελ Έντσον

    ***

    12.
    …Βρήκα τα φύλλα που ο ψαλμός του ήλιου αποστηθίζει
    Τη ζωντανή στεριά που ο πόθος χαίρεται
    Ν’ ανοίγει.

    Πίνω νερό κόβω καρπό
    Χώνω το χέρι μου στις φυλλωσιές του ανέμου…

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Ήλιος ο πρώτος (απόσπασμα)

    ***

    13. Εποχή περισυλλογής

    Όταν πέφτει ένα φύλο
    κοίτα τον ουρανό
    κοίτα τα σύννεφα που έρχονται αλλά μην τα φοβάσαι

    Όταν πέσει κι’ άλλο φύλλο
    σκύψε το κεφάλι σου κατάχαμα
    κοίτα την Γη που χάνει το πράσινο της χρώμα άλλα μη μελαγχολείς

    Όταν πέσει κι άλλο φύλλο
    κοίτα πέρα την θάλασσα
    κοίτα πως λυσσάει αλλά μην την σκιάζεσαι, περπάτα πάνω στα κύματα της

    Όταν πέσει κι’ άλλο φύλλο
    άκου τις βροντές από μακριά
    ετοιμάσου να νοιώσεις το νερό να κυλάει στο πρόσωπο σου αλλά μη το καλύψεις από αυτό

    Όταν πέφτει ένα φύλο να χαμογελάς
    γιατί τότε φτάνει η εποχή της δοκιμασίας
    γιατί τότε φτάνει η εκούσια απουσία του Θεού
    γιατί τότε είσαι μόνο σου με την σκέψη σου
    γιατί τότε ετοιμάζεσαι για την επόμενη λιακάδα

    Άκης Καργιοφύλλης

    ***

    14. Ωδή στα Δέντρα

    Με τα φύλλα τους ταξιδεύουνε τα δέντρα.
    Γι’ αυτό, ίσως, περιμένουμε με τέτοιο ρίγος
    να ρθει, επιτέλους, ο θάνατος, να τα ξεράνει,
    δυνατός ο φθινοπωρινός άνεμος να πνεύσει.

    Στεφάν Γκέτσεφ (μετ. Άρης Δικταίος)

    ***

    15. Μὲ τόσα φύλλα

    Μὲ τόσα φύλλα σοῦ γνέφει ὁ ἥλιος καλημέρα
    Μὲ τόσα φλάμπουρα νὰ λάμπει ὁ οὐρανὸς
    Καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα, καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα
    Καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα, καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα

    Σώπα, ὅπου νά ῾ναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες
    Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.
    Κάτω ἀπ᾿ τὸ χῶμα, μὲς στὰ σταυρωμένα χέρια τους
    κρατᾶνε τῆς καμπάνας τὸ σκοινὶ
    προσμένουνε τὴν ὥρα,
    προσμένουν νὰ σημάνουν τὴν Ἀνάσταση.

    Τοῦτο τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας
    Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ μᾶς τὸ πάρει.
    Σώπα, ὅπου νά ῾ναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες
    Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.

    Γιάννης Ρίτσος

    ***

    16.
    ΧΧΧ
    Σα φύλλα
    τα χέρια σου κουνάνε
    χαιρετούν
    να δείξουν
    το μονοπάτι
    τη ρεματιά
    τα πλατάνια
    να δώσουν πίσω
    το αίμα
    να με ξεχάσουν

    ΦΟΙΒΗ ΓΙΑΝΝΙΣΗ

    Παράξενο φύλλο

    17. ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΦΥΛΛΟ

    Αχ παράξενο είμαι φύλλο σε παράξενο κλαδί
    Κι ένα πρωινό του Αυγούστου έπεσα κάτω στη γη

    Με αγκάλιασε το χώμα μου δώσε το φώς ζωή
    Φίλους έκανα το αγέρι τη δροσιά και τη βροχή

    Στις αρχές του φθινοπώρου μ’ έστειλε ο άνεμος μακριά
    Σε παράξενα χωράφια σε ποτάμια σε βουνά

    Πέταξα πάνω από δάση κι από θάλασσες βαθιές
    Πριν χαθώ στου κόσμου ετούτου τις πιο σκοτεινές γωνιές

    Κι αν παράξενο είμαι φύλλο μια αγκαλιά δος μου ζεστή
    Όταν κάποιο βράδυ πέσω στη μικρή σου την αυλή
    Όταν κάποιο βράδυ πέσω στο μικρό σου το νησί

    ΜΑΚΗΣ ΨΑΡΑΔΕΛΛΗΣ

  3. Kalhspera, Grigori kai Aggeliki!… Σας ευχαριστώ πολύ!!!…Όντως λίγο δύσκολο το θέμα και συναφές με το «Δέντρο»…. Αλλά για το «Δέντρο» είχαμε κάνει παλιότερα ανάρτηση… Έτσι, ό,τι καταφέρουμε να βρούμε για «Τα φύλλα»…

    *Ένα υπέροχο τραγούδι, ένα ηπειρώτικο σε διασκευή από τον Δ. Υφαντή…

    -Antonio Leonardo Verri, «Κάντε φύλλα ποίησης, ποιητές»

    Ποιητές, ξεκινήστε να στέλνετε φύλλα ποίησης
    στους πολιτικούς, φοροεισπράκτορες χαράς
    σε κείνους που έχασαν το ύφος του σαστισμένου φοιτητή
    σε εκείνους που ξεπούλησαν την αλλοτινή έκπληξη
    τα φώτα του απρόβλεπτου,
    στους συνδικαλιστές, στους μεγάλους βιομήχανους,
    στους μεγάλους σε κάτι,
    χρησιμοποιήστε την ίδια τη γλώσσα τους
    μη σκέφτεστε, υποσχεθείτε,
    …«αφοπλίστε» τους αν μπορείτε!
    (στο διάολο τα πλεονάσματα, οι απουσίες επίσης,
    τα στρουθιά της θλίψης, οι απαγωγές
    τα σταματημένα εκκρεμή, τα μισά πετάγματα, οι σφραγίδες,
    τα αγαπημένα πρόσωπα δίπλα στη σιωπή
    οι λαβές, τα βλαστάρια, οι πλάνες…
    στο διάολο, στο διάολο…)
    περιφρονείστε τους νέους ήρωες, ποιητές,
    ρίξτε τους στις ξέρες στο μακρόστενο κιόσκι μου
    (πλούσιο σε πονηρούς χυμούς, τόσο ωραία καμωμένος!).
    Κάντε κι εσείς ένα μακρόστενο κιόσκι.
    Και μετά κλειδώστε κει μέσα τα σκατένια λόγια τους
    τις διαθέσεις τους, τα παιδιά τους, τα χρήματα
    το στραβομουτσούνιασμα των γυναικών τους, τα μελανιασμένα ξημερώματά τους.
    Ποιητές, στείλτε φύλλα ποίησης
    δώστε τα με αντάλλαγμα λίγα ψιλά.
    Βρίστε τον τζιτζιφιόγκο, τον υπεροπτικό ακαδημαϊκό.
    Τη διάκριση των ιδεών του.
    Τον μακρύ του θάνατο.
    Ζητήστε να σας παραχωρήσουν ένα θέατρο, κάτι τέλος πάντων
    και εκεί διηγηθείτε τα πιο ηλίθια πράγματα
    ξεντυθείτε, μεθύστε, κατουρήστε σε μια γωνία
    στοιχειοθετείστε κι εσείς μια διακήρυξη
    ένας κανίβαλος στα σκοτάδια
    μιλήστε πάλι για τον θάνατο, πείτε για τις παράγκες
    που συνθλίβει ο βλοσυρός ουρανός, για τα λόγια του Πικαμπιά,
    για τα ρόδα του Νότου, το Λυχνάρι του Γιάκκα
    για το μπόλι
    την ελληνική τραμουντάνα που έρχεται απ’τη Ρωσία
    το βροχερό αεράκι της Γκαλίπολι (γωνία Στερνατία)
    τη ταβέρνα του Ντε Κάντια (αφιερώστε την σε κάτι!)
    εναντιωθείτε στα Μητροπολιτικά Κεφάλαια, ποιητές,
    στα βίτσια της λατρείας. Στις κυρίες με το βέλο, στους «πωλητές χαλιών»
    στους διευθυντές που εκπλήσσονται, στους διευθύνοντες κάτι τι,
    στους γραφειοκράτες, στους πλαστούς οπαδούς του Νότου
    (λίγο και αληθινοί), στα υποκατάστατα.
    Στα ψεύδη που πουλιούνται κωδικοποιημένα, στο επείγον των διαλυμένων ημερών,
    για κανένα μη σηκωθείτε όρθιοι, ποιητές.
    Οι μοναχικές παραφορές, οι πρακτικές εξεγέρσεις, το ψωμί.
    Να. Κάντε μόνο ό, τι σας γοητεύει!
    Ετοιμάστε φύλλα ποίησης, ποιητές,
    πουλήστε τα και ετοιμάστε κι άλλα ακόμη.
    Προκαλέστε ώστε να σας περιφρονήσουν, διαφωνείστε όσο μπορείτε.
    Παρασκευάστε ένα κιόσκι μακρόστενο, αγαπήστε
    τους ανόητους μέθυσους καλλιτέχνες, τους γελωτοποιούς
    τις εξεγέρσεις τους δίχως νόημα
    τις τρυφερότητες θανάτου, τους δαμασκινένιους ουρανούς
    τις απολυτότητες, τις πτήσεις του πάθους, τις πηγές προσόδου του στόματος
    τα μυστικά της κυρίας Κατένα.
    Κάντε φύλλα ποίησης, ποιητές,
    πουλήστε τα για λίγα ψιλά!
    (http://www.poiein.gr/archives/33981/index.html)

    -«Τα Φθινοπωρινά Φύλλα», της Ιωάννας Μουτσοπούλου

    Αν και πιο πολύ στο θάνατο ταιριάζει,
    ωστόσο δίνει ομορφιά απόκοσμη, γεμάτη,
    όπου της φύσης η ψυχή σε μια γλυκύτητα βαθιά
    περνά και γαληνεύει
    στου φθινοπώρου τα απαλά χάδια,
    που έρχονται σ’ εκείνη την αστραποβολή
    της ψυχής που δρέπει τους καρπούς
    της εμπειρίας στον κόσμο με τα μυστικά,
    που κρύβονται πίσω από τις ομορφιές
    τις πλάνες κι άδοξες στο βάθος.

    Να τος ο δρόμος μες στου δάσους τις σκιές.
    Μα τώρα οι σκιές λιγόστεψαν,
    τα δέντρα χάνουνε πια τα φύλλα τους
    κι αυτά το δρόμο σκέπασαν
    με χρώματα τόσο γλυκά,
    μνήμη για ν’ αφήσουνε εκείνης της οικειότητας
    της ζωής που κρυμμένη ξεκουράζεται
    κάτω απ’ του χειμώνα το κρύο πέπλο.

    Φύλλα κίτρινα και κοκκινωπά
    σαν τα πουλιά στον ουρανό πετούν,
    σωριάζονται πάνω στη γη απαλά
    μ’ ένα τελικό μουρμουρητό,
    να μην ξεχαστεί αυτή η γνώση της ζωής
    που μάθαν τότε που κυματίζαν ζωηρά
    στων δέντρων τα γερά κλαδιά
    στης αφθονίας τις εποχές.

    Τα δέντρα στέκουν σταθερά στων εποχών τα περάσματα.
    Η ζωή τους ξεχειλίζει στων κορμών τις αόρατες κρύπτες
    και τα καινούρια φύλλα της χαράς σχεδιάζουν
    για τότε που θα ‘ρθει η άνοιξη,
    με το αληθινό και το απατηλό μαζί δεμένα.
    «Πεθάναν τα δέντρα τώρα πια;»
    ρωτάει ο άνεμος που φύσαγε αργόσυρτα
    στου φθινοπώρου τη γαλήνια μαγεία.
    «Όχι, η ψυχή τους αναπαύεται από της γης τα έργα.
    Μια ακατάπαυστη ζωή υπάρχει εκεί μέσα,
    με νέα φύλλα και χυμούς στο νου σχεδιασμένα
    που οι εμπειρίες φτιάξανε καλύτερα από πρώτα.
    Να μη λυπάσαι για εμάς.
    Τη γνώση μας αφήσαμε στων δέντρων την ουσία
    κι εμείς φευγάτα είμαστε,
    μα η ζωή μας βρίσκεται σ’ ένα σκοπό κλεισμένη
    μέσα στων δέντρων την αλήθεια την αθώρητη»
    είπαν τα φύλλα ξέπνοα.

    Οι εμπειρίες πέθαναν όπως του χρόνου οι στιγμές
    που πέρασαν τις εποχές μαζί τους,
    μα η γνώση έμεινε κι επάνω της σκάλισε αόρατα
    των περασμένων τα νοήματα που άξιζαν να ζήσουν
    σαν μνήμη πύρινης ζωής του μέλλοντος που θα ‘ρθει.
    Κι αυτά τα χρώματα, που τόσο γλυκά μιλάνε,
    τον κύκλο τους κλείσανε σε μια ομορφιά παράξενη,
    που θύμισε πως η ζωή το θάνατο υπερβαίνει
    κι αδιάφορη πορεύεται
    μες στους δικούς της δρόμους.

    11/2007
    (Από την ποιητική συλλογή «Ψυχές της φύσης» ~ poiisi.gr)

    -ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
    *
    Eνα ξερό δαφνόφυλλο την ώρα αυτή θα πέσει,
    το πρόσχημα του βίου σου, και θ’ απογυμνωθείς.
    Με δέντρο δίχως φύλλωμα θα παρομοιωθείς,
    που το χειμώνα απάντησε στου δρόμου εκεί τη μέση.

    Κι αφού πια τότε θα ‘ναι αργά νέες χίμαιρες να πλάσεις
    ή ακόμη μια επιπόλαιη και συμβατική χαρά,
    θ’ ανοίξεις το παράθυρο για τελευταία φορά,
    κι όλη τη ζωή κοιτάζοντας, ήρεμα θα γελάσεις.
    (http://www.e-poema.eu/afieromatext.php?id=75&pid)

    -Αντόνιο Ματσάδο, «Φθινόπωρο»

    Το ωχρό φθινόπωρο
    δεν έχει ιστορίες
    για μένα. Δεν άκουσα ποτέ
    τους ψαλμούς των νεκρών φυλλωμάτων
    που φέρνει ο αέρας.
    Δεν ξέρω τους ψαλμούς
    των ξεραμένων φύλλων,
    μόνο το πράσινο όνειρο της πικρής γης.

    -Rainer Maria Rilke, «Φθινόπωρο»

    Πέφτουν τα φύλλα, σα να πέφτουν από μακριά,
    σα να μαραίνουνται στους ουρανούς μακριά οι κήποι’
    Πέφτουνε με μια πτώση αρνητική.

    Και τις νύχτες πέφτει η Γη βαριά
    από τ’ αστέρια μες στη μοναξιά.

    Πέφτουμε όλοι μας. Αυτό το χέρι εδώ πέφτει.
    Και κοίτα τους άλλους: είναι στο άπειρο.

    Κι όμως υπάρχει Ένας, που αυτή την πτώση
    συγκρατεί στα τρυφερά τα χέρια του για πάντα.

  4. Σήμερα ξεκινάμε με χαϊκού για τα «φύλλα».

    *

    1. Σήμερα μόλις
    τρυφερά έπεσ’ απαλά
    το πρώτο φύλλο. (Ίσσα)

    2. Δικός μου ο ίσκιος;
    Και κρυφοκοιτάζουνε
    τα ξερά φύλλα. (Τσιγκέτσου)

    3. Φύλλα του κισσού:
    σκιρτούνε στ’ αεράκι
    του φθινοπώρου. (Γιάγου)

    4. Φύσα όσο θες,
    φθινοπωρινέ άνεμε!
    Φύγαν τα φύλλα. (Γκανσάν)

    5. Παντού αιωρούνται
    φύλλα που πέφτουν· σβήνει
    το φθινόπωρο. (Σίκι)

    *

    Και επειδή τα φύλλα ταιριάζουν με το φθινόπωρο, ιδού ένα εκπληκτικό ποίημα του Γιάννη Καρατζόγλου, με συγκλονιστική κατακλείδα: (Φθινοπωριάζει. Η λέξη αγάπη σε έκπτωση.
    Το μόνο μέλλον σου, χειμώνας.)

    *

    6. Φθινόπωρο

    Φθινόπωρο. Τα φύλλα πέφτουν.

    Δηλαδή, πάντα τα φύλλα πέφτανε τούτη την εποχή,
    οι μέρες μικρές, το φως λιγοστεύει, πρωί σκοτάδι ακόμη,
    αρνιέσαι να φορέσεις μάλλινα, ελπίζεις σε μέρες γλυκές,
    αλλά, φθινόπωρο. Τα φύλλα πάντα πέφτουν.

    Αδήριτα φθινόπωρο. Κι αν δεν το λέγανε οι όψεις και τα χρώματα
    το λέει το βάσανο της καθημερινής επιστροφής στα περασμένα
    τους μίτους που πας να διασώσεις κι αυτοί ξεφτίζουν βαθμιαία
    πέφτοντας με τις γκρι βροχές σε λασπωμένες μνήμες.

    Φθινόπωρο. Τα φύλλα πέφτουν. Σαπίζουνε τα φύλλα
    στις μακρινές αλέες των βόρειων πόλεων που συνήθισες
    κι ένας κρύος αέρας τα παρασέρνει στα χαντάκια.

    Φθινοπωριάζει. Η λέξη αγάπη σε έκπτωση.
    Το μόνο μέλλον σου, χειμώνας.

    Γιάννης Καρατζόγλου, Από τη συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως (2006)

    Eric Clapton -Autumn Leaves

    Αγαπάμε Κωνσταντίνο Χατζόπουλο για τη μελαγχολία που αποπνέουν τα ποιήματά του, ει μη τι άλλο.

    *

    7. Μοναχή

    Ίσκιοι γύρω εδώ,
    ίσκιοι γύρω εκεί
    και τα σκόρπια φύλλα˙
    και περνάς εκεί
    σα μια ανατριχίλα.

    Ώρα μυστική!
    Με τα σκόρπια φύλλα
    έμεινες, ψυχή,
    και είσαι μοναχή
    με τα σκόρπια φύλλα.

    Κωνσταντίνος Χατζόπουλος

    *

    Μη μου πεις ότι ο Λαπαθιώτης δεν ταιριάζει στην ατμόσφαιρα;

    *

    8. Τραγούδι το φθινόπωρο

    Φθινόπωρο σ’ αγάπησα, την ώρα που τα φύλλα
    πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα,
    που βιάζονται τα δειλινά, κι είναι τα ρόδα μήλα,
    – κι είναι τα βράδια μόνα.

    Και τώρα στέκω και ρωτώ: Ποια μοίρα, και ποια μπόρα,
    καθώς τραβούσα, μοναχός, το δρόμο της αβύσσου,
    παράξενα κι ανέλπιστα, να μ’ έχει φέρει, τώρα,
    ζητιάνο στην αυλή σου;

    Κι όταν το γιόμα χάνεται, κι η νύχτα κατεβαίνει,
    και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας κλείνει,
    να ‘ρχομαι, πάλι, να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη,
    σαν μιαν ελεημοσύνη!

    Σ’ αγάπησα φθινόπωρο, την ώρα που τα φύλλα
    πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά, κι είναι τα βράδια μόνα…
    Μ’ αλήθεια να σ’ αγάπησα – ή μην είν’ η ανατριχίλα
    του ερχόμενου χειμώνα;

    (Ναπολέων Λαπαθιώτης)

    *

    9. Αν δεν πέσεις φύλλο κίτρινο

    Πουλί των κεραυνών,
    τι να σου σφυρίξω, εγώ,
    το ράμφος της φοβίας;

    Θα σου μιλήσω
    με των βροχών τα νήματα
    και μια ζεστή φωνή.
    Άλλα μολύβια γιατρικά, δεν έχω.

    Βάζε εσύ κάπου κάπου
    τελεία ανάσα
    εκεί που δακρύζουνε οι λέξεις
    να προστατέψουμε την καρδιά μας.

    Αν δεν πέσεις φύλλο κίτρινο
    απ’ του αέρα το κλαδί στο χώμα
    δε διασχίζεις φθινόπωρο.

    Σωκράτης Ξένος

    *

    Αργύρης Χιόνης για πάντα. ΤΑ πάντα.

    *
    10. «Αυτός ο άνθρωπος δεν αντέχει το φθινόπωρο·
    τον φθίνει, ανεπανόρθωτα τον φθίνει, κι ας µην
    είναι οπώρα. Είναι, ως εκ τούτου, φυσικό που
    του αντιστέκεται, που σαν τρελός µαζεύει τα
    πεσµένα φύλλα και τα ξανακολλάει στα κλα-
    διά των δέντρων

    Θα καταφέρει άραγε να ακυρώσει έτσι του κα-
    λοκαιριού την αναχώρηση, την έλευση να µα-
    ταιώσει του χειµώνα.»

    Αργύρης Χιόνης, «Ό,τι περιγράφω µε περιγράφει» ποίηση δωματίου, Γαβριηλίδης

    ***

    11. Νίκος Καρούζος, «Παραίνεση»

    Να μη λυπάσαι που πέφτουν
    τα φύλλα φθινόπωρο.
    Η δική σου τρυφερότητα
    θαν τα φέρει και πάλι στα δέντρα.
    Δάκρυα μη χαλνάς·
    όλοι ανήκουμε στην ανάσταση.

    (Από τη συλλογή «Θρίαμβος χρόνου», εκδ. Απόπειρα, 1997. Ο ποιητής αφιερώνει το ποίημα, γραμμένο τον Νοέμβριο του 1986, «Στη μικρούλα κι άγνωστη φίλη μου Μαρία, την κόρη του Σταύρου» – σημ.: του ιδιοκτήτη του μπαρ «Dada» Σταύρου Καλάρογλου).

    *

    13. Το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου
    να γείρει η χαμένη ζωή μου.

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    *

    Αυτά τα ολίγα.

    ΥΓ. Τι θα ΄λεγες, μέρες πού ΄ναι, το επόμενο θέμα μας να είναι «Ήρωες»;
    Λέω τώρα…

  5. Ciao Aggeliki!!!…Ωραία η ιδέα σου για το επόμενο θέμα μας… O.k. αυτό θα είναι…

    -Ένα από τα χαϊκού του Σεφέρη:
    Ζ’
    «Φόρεσα πάλι
    τη φυλλωσιά του δέντρου
    κι εσύ βελάζεις.»

    -Αργύρης Χιόνης:
    «Πέφτεις απ’ το κλαδί και κλαις. Γιατί;
    Δεν το ‘ξερες πως είσαι φίλο;»

    -Σίρκκα Τούρκκα, [Όταν κουράζονται τα δέντρα]

    «Όταν κουράζονται τα δέντρα, τα φύλλα
    το πάρκο αποσύρεται στον εαυτό του, αφώτιστο,
    ζυγώνει το σκοτάδι
    σαν την πείνα.
    Ακουμπάει σ’ έναν κορμό
    σκέφτομαι ένα ξέφτι από ποίημα τα χρέη μου
    εσένα
    πως θα γινόταν να σου δώσω
    την τρυφερότητα μέσα σε μια κασετίνα
    και τι τάχα σημαίνει αυτό.
    Εσύ όμως είσαι πίσω απ’ την κουρτίνα ενός παράθυρου
    σ’ άλλη πόλη,
    τα τρένα φεύγουν, ο άνεμος μαζεύει τα φύλλα
    κι εγώ εδώ
    αρχίζω ν’ ανακατεύομαι με το χιονόνερο,
    να γίνομαι ιμπρεσιονιστική.»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

  6. 1. Είμαι ένα φύλλο ωχρό

    Είμαι ένα φύλλο ωχρό του φθινοπώρου
    που από βουνίσιο δέντρο έχει ξεφύγει,
    το βήμα με ταράζει του οδοιπόρου,
    στον άνεμο χρωστώ τα θεία μου ρίγη.

    Είμ᾽ένα σάπιο ξύλο από καράβι
    κι η θάλασσα για πάντα μ᾽ορίζει,
    τους πόθους μου γι᾽άφταστα μάκρη ανάβει,
    καθώς με πάει και με στριφογυρίζει.

    Μα έχει το κύμα αυτό που μ᾽αναδεύει,
    τόσες ζωές απάνω μου σωριάσει,
    που γνώρισα-κι ας μη με ταξιδεύει-
    μες απ᾽αυτές, ολάκερη τη πλάση.

    Κι αν δε μου εδόθη στου ονείρου τη χώρα
    ν᾽αράξω, μου φανέρωσε τ᾽αγέρι
    το ξωτικό της μύρο, κι η άγρια μπόρα,
    μηνύματα από κείθε μου έχει φέρει.

    Κι εσπαταλεύτηκ᾽ έτσι ο εαυτός μου,
    τα μάτια μου αποστάσαν κι η καρδιά μου,
    γιατί έψαξα τα πέρατα του κόσμου
    δίχως να ξεμακρύνω απ᾽τη γωνιά μου.

    Μυρτιώτισσα

    ***

    2.
    …Μήτε τα άνθη ξανάρχονται, μήτε τα πράσινα φύλλα.
    Καινούργια είναι τα άνθη, καινούργια τα πράσινα φύλλα
    Άλλες οι γλυκές μέρες.
    Τίποτα δεν επιστρέφει, τίποτα δεν επαναλαμβάνεται, γιατί όλα είναι πραγματικά…

    FERNANDO PESSOA, Αλμπέρτο Καέιρο, Ασύνδετα Ποιήματα (απόσπασμα) ΜΕΤ: ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΑ

    ***

    3. Το μοναχικό φύλλο

    Επέζησα μες απ’ τους άσβηστους καημούς
    Και έπαψα ν’ αγαπώ τα όνειρά μου,
    Πότε χαιρόμουν και γελούσα ξέχασα
    Μονάχα έμειναν τα βάσανά μου.

    Κατ’ απ’ τις θύελλες της μοίρας της σκληρής,
    Μαράθηκε το ανθισμένο μου στεφάνι,
    Ζω απομονωμένος, θλιβερός,
    Και καρτερώ: θα ‘ρθει ο λυτρωμός;

    Έτσι από το ψύχος χτυπημένο,
    Όταν η χειμωνιάτικη η θύελλα οργιάζει,
    Σ’ ένα λιανό, μικρό κλαδί,
    Μοναχικό το φύλλο τρεμουλιάζει.

    Αλεξάντρ Πούσκιν, 1799 – 1837

    ***

    4. Φύτεψα λέξεις στο χαρτί
    Φύτρωσε ένα δέντρο με πλατιά φύλλα.
    *
    Τη γλώσσα της ποίησης την έμαθα
    απ’ τ’ άστρα, απ’ τα πουλιά, απ’ τα φύλλα
    κι απ’ τους πλανόδιους τροχιστές.

    Φερεϊντούν Φαριάντ, Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος

    ***

    5. Ανοιξιάτικα φύλλα

    Όλα καινούρια,
    τόσο που θά’ ρθει κάτι κι άλλο
    πιο καινούριο κι απ’ αυτά.
    Τα φύλλα, φρεσκοπράσινα, μιλάγανε πιο νοητά
    από ανθρώπους διαβασμένους.
    Προσπέρασα ένα γέρο.
    Κατέβαζε σκουπίδια σε υπόγειο.
    Δε φύσηξαν γι αυτόνε.
    Κατέβαινε βαριά μες στο σκοτάδι.

    Θεόδωρος Ντόρρος, “Στου γλυτωμού το χάζι”, Παρίσι 1930.

    Γιάννης Κότσιρας ~ Φύλλο και φτερό

    6. Φύλλα ημερολογίου

    Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο,
    ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
    Τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
    Σε όνειρα

    Αλλά καμία φορά η φωνή μιας γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
    Με το αντίο μιας ηλικίας που τελείωσε
    Κι οι μέρες που σου λείπουν, ώ Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
    Στον παράδεισο-

    Συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου σκόρπισα τους στεναγμούς
    Της νιότης μου
    Ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά και να πάει πού;
    Κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο
    Ένας τον άλλον –

    Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντας τους μόνο ένα κόσμο,
    Κι όταν πεθάνω θα’ θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα
    Ημερολογίου
    Για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.
    Κι ίσως ό,τι μείνει από μας να’ ναι στην άκρη του δρόμου μας
    Ένα μικρό μη με λησμόνει

    Τάσος Λειβαδίτης

    ***

    7. Βρέχει ασταμάτητα στο δάσος
    τα φύλλα διαβάζουν τη Βίβλο.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ, Κάλυκες

    ***

    8. ΤΟ ΛΥΠΗΜΕΝΟ ΔΕΝΤΡΟ

    Στην άκρη της πόλης στέκεται ένα δέντρο λυπημένο.
    Με τα στερνά του φύλλα ψιθυρίζει ολημερίς
    Τις αεροπλεγμένες προσευχές του.
    Κι ένα μικρό παιδί κοντά στις ρίζες του
    Ψάχνει το τόπι του και κλαίει.

    Κρυώνει το μικρό παιδί
    Και με κοφτά αναφιλητά
    Τα παγωμένα φύλλα κάτω αγγίζει.
    Πατέρας ακόμη δεν το ζήτησε
    Και μάνα δεν έβγαλε φωνή να το καλέσει.

    Όμως εγώ κοιτώ βαθύτερα και πέρα-πέρα βλέπω
    Πως το μικρό παιδί είναι ο ποιητής του αύριο
    Που τώρα απλώς το δέντρο αφουγκράζεται
    Μαθαίνοντας τη γλώσσα και τα όνειρά του.

    Δεν κλαίει για το τόπι του
    Ούτε και για το κρύο απόγευμα του Δεκεμβρίου.
    Κλαίει γιατί θα χρειαστούν πολλοί λυγμοί
    Το μέλλον του να στήσουν.

    Ηλίας Κεφάλας, «Το δέντρο που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε»

    ***

    9. Ποιητές ή Κίτρινα φύλλα

    Ευάλωτοι και τόσο δυνατοί
    Παρ’ όλον τούτω έκθετοι
    Στις φλυαρίες των χλευαστών τους

    Όμως αυτοί επιμένουν
    Αυλακώνοντας το φως
    Της ύπαρξής τους
    Κι όπως η νύχτα πέφτει
    Αθορύβως πετούν οι λέξεις τους
    Ως κίτρινα φύλλα
    Που τα σκορπάει ο άνεμος
    Στα διάσελα του Κόσμου

    ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΧΥΤΗΡΗΣ

    ***

    10. «Έρχονται μέρες με σύννεφα, σύρματα, βρεγμένα τζάμια,
    σπασμένα λεωφορεία· πέφτουν στα πεζοδρόμια κίτρινα φύλλα·
    η ανάμνηση μένει όρθια· το ποίημα, είπα, είναι η όρθια
    ανάμνηση· το ποίημα είναι αναγέννηση, όχι ανάσταση»

    (Γιάννης Ρίτσος, ‘Φρυκτωρία’).

    ***

    13. φυσάει ο άνεμος
    του φθινοπώρου
    και σαρώνει
    πάνω στο πλακόστρωτο της αυλής
    τα ξερά φύλλα
    που επέσαν απ’ τα δέντρα
    σκισμένες επιστολές
    κουρέλια
    πόθους
    ελπίδες
    όνειρα…

    ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, απόσπασμα

    • Ciao Aggeliki!… Έκανες την έκπληξη! Παρότι, καθώς είπαμε, δύστροπο το θέμα, εσύ μ’ αυτό το τόσο ωραίο και πλούσιο σχόλιό σου μας «έριξες στο καναβάτσο»!!!!
      Bravissima!!!

  7. Στις κόκκινες φυλλωσιές με τις κιθάρες…

    Με τις κιθάρες μες στην κόκκινη τη φυλλωσιά
    Τα κίτρινα μαλλιά των κοριτσιών κυματίζουν
    Στο φράχτη, όπου οι ηλίανθοι ανθίζουν
    Και μια χρυσή καρότσα μες στα σύννεφα πετά.

    Στην ησυχία σωπαίνουν σ’ ένα ίσκιο παχύ
    Εκείνοι οι γέροι αγκαλιά σα χαζοί.
    Γλυκά την εσπέρα τα ορφανά τραγουδούν.
    Σε κίτρινη μπόχα οι μύγες βομβούν.

    Πλένουν γυναίκες στο ρυάκι ακόμα.
    Τα άσπρα λινά ανεμίζουν κρεμασμένα.
    Κι εκείνη η μικρή που αρέσει σε μένα
    Στης μέρας έρχεται πάλι το γιόμα.

    Από χλιαρό ουρανό σπουργίτια ορμούν
    Σε πράσινες τρύπες γεμάτες σαπίλα να μπουν.
    Τον πεινασμένο, πως θα φάει, ξεγελά η οσμή
    Από μπρούσκο μπαχάρι κι η ευωδιά από ψωμί.

    Γκέοργκ Τρακλ, Μετ. Γιώργος Καρτάκης

    ***

    Φυσάει πολύ…

    Τώρα έχω για σκέπασμα
    τις μέρες εκείνες του καλοκαιριού
    όταν το πέλαγο βούιζε
    και το μυαλό μας έλαμπε γαλάζιο.
    Δροσερές φυλλωσιές
    χωμένες βαθιά μες στα όνειρα
    τώρα που τεμαχίζουν οι θόρυβοι τους δρόμους
    κι ο φίλος είναι το πιο κυνηγημένο αγρίμι.

    Δεν έχω
    παρά το τριμμένο αυτό παλτό
    τρύπιο στο μέρος της καρδιάς
    απ’ όπου μπαίνει
    ο κίτρινος αγέρας του φθινόπωρου.
    Φυσάει πολύ
    ως τη μνήμη.

    Τάσος Ρούσσος -Από τη συλλογή Ο ξεναγός και η νύχτα (1981)

    ***

    ΑΝΑΤΟΛΗ

    Ξημέρωμα
    οι ανάσες των πουλιών
    σμίγουν με τις φυλλωσιές των δέντρων
    που αψηφούν τον χρόνο
    είναι ο χρόνος
    τα φύλλα τους πλαταίνουν στους αιώνες
    οι κορμοί τους
    φορούν δαχτυλίδια αρραβώνων
    με το τραγούδι των σπουργιτιών
    που αλλάζει μελωδίες
    μόνο και μόνο για να χωρά
    στη στιγμή
    οι στιγμές αλλάζουν
    μόνο και μόνο για
    το τραγούδι τους
    η ζωή οφείλει να ακολουθεί

    Έξω απ’ την ανάγκη οι ρίζες των δέντρων
    λαχταρούν τη γη
    για να ελευθερώσουν στον άνεμο τις προσδοκίες τους,
    οι στιγμές των ανθρώπων
    χαράζουν τη γη
    για να κατοικήσουν στο διάφανο οι πολύχρωμοι ανθοί
    των προσπαθειών τους
    Οι άνθρωποι είμαστε ρίζες που νικούν το χώμα
    με τον αγώνα του πνεύματος
    που δεν υποτάσσεται
    στις σκοτεινές ωδίνες των παθών, των μικροψυχιών,
    της απάθειας, του χαμού,
    οι άνθρωποι είμαστε η φλόγα ενός ονείρου
    που βλέπουν τα φύλλα των δέντρων
    όταν λικνίζονται στη βροχή,
    τις νύχτες που τ’ αστέρια ξαγρυπνούν

    ΛΕΝΑ ΣΑΜΑΡΑ

  8. Ciao, Aggeliki!… Bravissima!!!

    «Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
    Στα γενέθλια των γιασεμιών
    Νύχτες και νύχτες στις λευκές
    Αϋπνίες των κύκνων

    Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα
    Όπως μες στον απέραντο ουρανό
    Το ξάστερο συναίσθημα.»
    (Ελύτης, «Επτά νυχτερινά επτάστιχα»)

    -Μελισσάνθη, «Στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται…»

    «Ξεκινᾶμε ἀνάλαφροι καθὼς ἡ γύρη
    ποὺ ταξιδεύει στὸν ἄνεμο
    Γρήγορα πέφτουμε στὸ χῶμα
    ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιὰ
    γινόμαστε δέντρα ποὺ διψοῦν οὐρανὸ
    κι ὅλο ἁρπαζόμαστε μὲ δύναμη ἀπ᾿ τὴ γῆ
    Μᾶς βρίσκουν τ᾿ ἀτέλειωτα καλοκαίρια
    τὰ μεγάλα κάματα.
    Οἱ ἄνεμοι, τὰ νερὰ
    παίρνουν τὰ φύλλα μας.

    Ἀργότερα
    πλακώνουν οἱ βαριὲς συννεφιὲς
    μᾶς τυραννοῦν οἱ χειμῶνες κι οἱ καταιγίδες
    Μὰ πάντα ἀντιστεκόμαστε,
    ὀρθωνόμαστε
    πάντα ντυνόμαστε μὲ νέο φύλλωμα
    Ὡσότου, φτάνει ἕνας ἄνεμος παράξενος
    -κανεὶς δὲ ξέρει πότε κι ἀπὸ ποὺ ξεκινᾶ-
    μᾶς ρίχνει κάτω
    μ᾿ ὅλες μας τὶς ρίζες στὸν ἀέρα.
    Γιὰ λίγο ἀκόμα μὲς στὴ φυλλωσιά μας
    κάθεται κρυμμένο
    -νὰ πεῖ μία τρίλια του στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται-
    ἕνα πουλί.»

  9. ΑΝΝΑ (απόσπασμα)

    …Θα σε βρω
    Όπου πατάς
    Πέφτουν πράσινα φύλλα

    Ίσως και να ’ναι πρόφαση
    Όπως προφασίζουμαι τα φύλλα
    Κι έχω κατά νου μου το νερό
    Όπως μιλάω για γεράνια
    Και βλέπω εκεί που αγγίξανε
    Τα χείλη σου το φως…

    AΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: