Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (161ο): «Η σκάλα»…

 

-«…Κι η ποίηση είναι σα ν’ ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Σε κάθε σπίτι υπάρχει μια άγνωστη μυστική σκάλα, που θα σε πήγαινε,

ίσως, μακριά. Αλλά τη βρίσκεις, όταν δεν έχεις πια σπίτι.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«… Και, να,

που ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα

έτοιμο να ριψοκινδυνεύσει την ψυχή του στη μεγάλη

αβεβαιότητα του έρωτα…»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

-«…Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη
σκάλα που ανέβαινα
πάνω απ’ το χρόνο και το Θεό και την αιωνιότητα
ως τ’ ασύγκριτα, θνητά σου χείλη.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«…Και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά στου Κακού τη σκάλα,
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί!

Θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!

Τα φτερά…

τα φτερά, τα πρωτινά σου τα μεγάλα!»

(Κ. Παλαμάς)

 

 

 

-Κ.Γ. Καρυωτάκης, «Όταν κατέβουμε τη σκάλα»  

«Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ’ ένα χαμόγελο στ’ ανύπαρκτα τους χείλη;

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.

Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.

Αν έρθει κανείς την πλάκα μας να χτυπήσει,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφήσει χάμου,
το τριαντάφυλλο θα ‘ναι της άμμου.

Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν cricket οι οπαδοί Σου.»

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Το Πρώτο Σκαλί»

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»
Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.»

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

 

-Βύρων Λεοντάρης, «Η σκάλα»

Κακή εποχή σε ξένο κι άγνωστο σκοτάδι
οι δρόμοι χρόνια τώρα πεθαμένοι και σβησμένα τα σημάδια
κακή εποχή, ανεμόβροχο σπάει τα τζάμια στις ψυχές μας
κι οι σκιές των ανθρώπων μέσα μας φτερούγες τσακισμένες
ένας καιρός ερείπιο
κι η σκάλα που ανεβαίνω πότε να τυλίγεται στα πόδια μου σαν φίδι
και πότε να βυθίζεται σαν βίδα στο μυαλό…

Αθώο ξεκίνημα, μοναχικέ λυγμέ πάνω απ’ τη θλίψη
με μολυβένια τώρα τα φτερά
χάνοντας ολοένα ύψος –όπως τόσες
απόπειρες αθανασίας που κατακάθισαν σ’ ένα επιτύμβιο χαμόγελο
αθώο ξεκίνημα, πού μ’ έφερες, πού μ’ έφερες…

Ίλιγγοι και στροφές
τρεκλίσματα μες στους λαβύρινθους
χειρονομίες σακάτισσες
σκέψεις γριές σερνάμενες πιασμένες απ’ τους τοίχους
μια υγρασία πανικού ως το κόκαλο κι όλοι γυρεύουν να σωθούν
κρεμιούνται απ’ τα καλώδια κι απ’ τις φλέβες τους
κυκλοφορούν μ’ ένα μαχαίρι στην καρδιά σαν φυλαχτό
κλειδώνουνε τις πόρτες ψάχνονται για τη χαμένη αφή τους
–άλλοι στους τοίχους κολλημένοι κάνουν τα παράθυρα
κι άλλοι τρέχουνε, τους ανοίγουν και πηδάνε στο κενό
και τι μπορούμε εμείς να κάνουμε και τι μπορούμε
μέσα στο στοιχειωμένο αυτό οικοδόμημα
κεριά που σβήνουμε στο βάθος των διαδρόμων
στίχοι που κλαίμε σαν παιδιά στα σκαλοπάτια
γιατί ποτέ ποτέ δε μπορέσαμε να προλάβουμε το έγκλημα
–φτάσαμε πάντα αργά μπροστά στις κλειδωμένες πράξεις
το αίμα κυλούσε πια κάτω απ’ τις χαραμάδες
κι η κούραση κι ο φόβος όλο να πληθαίνουν στην ατέλειωτη αυτή σκάλα

Όλες τις μοναξιές τις έζησα
ελπίζοντας και μη ελπίζοντας
όμως τη μοναξιά της τέχνης πώς να την αντέξω
τη σκόνη πάνω στο βιβλίο
τα λόγια που σηκώνονται τις νύχτες σαν αγάλματα
κι ανάβουνε τα φώτα σε αδειανές ψυχές
κι αρχίζουν να χτυπούν στους τοίχους το κεφάλι τους ουρλιάζοντας
–είναι μια κρίση δημιουργίας μόνο ή μήπως είναι
το τέλος, η κατάρρευση της σκέψης, η ερημιά
ανάμεσα σε ανεπανόρθωτα φθαρμένα σύμβολα και εικόνες
που ηχούν σαν κούφιες προσωπίδες

Γιατί δεν είναι μόνο ο χρόνος που μας φθείρει μα κι ο χώρος
σημεία το δείχνουν καθαρά, ο χώρος εκδικείται
παραμορφώνει τις δομές και κατατρώει τα σώματα
σκάβει βαθιά κενά κουφώνοντας μορφές και σωθικά –έτσι κι ο λόγος
φαγώθηκε σιγά σιγά από σιωπές και χάσματα
Τι μέλλει ακόμα να ειπωθεί και ποια η έκφραση μες στη χαμένη ισορροπία;

Είπαμε τόσες φτήνιες, έτσι που ‘γινε κι η δημιουργία διαστροφή
και τώρα ετούτη η κούραση δεν είναι σαν τις άλλες
δεν έρχεται απ’ το παρελθόν αλλά απ’ το μέλλον
όπως η σκόνη αυτή που κατεβαίνει από τα πάνω δώματα
όπως το αίμα αυτό που στάζει από τα πάνω δώματα

–αθώο ξεκίνημα, που μ’ έφερες, πού μ’ έφερες
Πού να σταθώ να γείρω το κεφάλι μου
να ονειρευτώ το δροσερό κατώφλι…

(Β. Λεοντάρης, Ψυχοστασία, Ύψιλον/Βιβλία)

 

 

 

 *STAIRWAY TO HEAVEN (ΣΚΑΛΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ)

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Η σκάλα»

«Ανέβαινε, κατέβαινε τη σκάλα. Λίγο λίγο

το πάνω και το κάτω συγχέονταν μέσα στην κούρασή του

έπαιρνα το ίδιο νόημα- κανένα νόημα- ένα ίδιο σημείο

ενός τροχού περιστρεφόμενου. Κι αυτός, ασάλευτος,

δεμένος στον τροχό, με την ιδέα πως ταξιδεύει τάχα,

νιώθοντας τον αγέρα να χτενίζει προς τα πίσω τα μαλλιά του,

παρατηρώντας τους συντρόφους του, πετυχημένα μεταμφιεσμένους

σε πολυάσχολους ναύτες, τραβώντας ανύπαρκτα κουπιά,

να βουλώνουν τ’ αυτιά με κερί, ενώ οι Σειρήνες

είχαν πεθάνει εδώ και τρεις χιλιάδες τουλάχιστον χρόνια.»

(Γ. Ρίτσος, Ο διάδρομος και η σκάλα, Κέδρος)

 

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «Η σκάλα»

«Ακούω ένα χτίσιμο στο στήθος, με τρομάζει.
Τι ωραία θάτανε με μια ένεση
να κυκλοφορούσε στο αίμα μου
η επόμενη χιλιετία!
Τούτος ο κόσμος μοιάζει με σκάλα.
Κάθε σκαλί της όταν τ’ ανέβεις χαλιέται πέφτει.
Στο τελευταίο το σκαλί η σκάλα δεν υπάρχει.»

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 -Χρίστος Λάσκαρης, «Θα κατεβαίνεις σκάλες»

«Θα κατεβαίνεις σκάλες,
κάθε πρωί θα κατεβαίνει σκάλες.
σαν άγαλμα προς τη θυρίδα για το εισιτήριο θα προχωρείς
κι ύστερα στην ουρά
-πάντα σαν άγαλμα-
που μες στο μάρμαρό του ονειροπολεί,
θα στέκεις.
Στο τραμ
πιασμένος στη χειρολαβή θα ταλαντεύεσαι
με το κεφάλι μες στη λύπη κρεμασμένο.
Στον Πειραιά,. η πρωινή ομίχλη θα σε πνίγει
και στο γραφείο οι συνάδελφοι.
Και θα ραγίζεις
και στα δυο η πέτρα σου θα σπα
καθώς απ’ το παράθυρο στην προκυμαία θα κοιτάς
το πλοίο που ξεμάκρυνε-
σφυρίζοντας μες στην ψυχή σου.»

(http://pyroessa-logotimis.blogspot.gr/2014/05/blog-post_15.html)

 

 

 

 

-Ρενέ Σαρ, «Το σκαλοπάτι»

 «Μέσα στο συνειδητό σου σώμα, η πραγματικότητα πάει μπροστά μερι-

κά δευτερόλεπτα φαντασίας. Ο χρόνος αυτός, που ποτέ δεν τον προ-

φταίνει κανείς, είναι ένα βάραθρο ξένο προς τις πράξεις αυτού του κό-

σμου. Δεν είναι ποτέ ένας ίσκιος παρ’ όλο το άρωμά του από νυχτερινή

επιείκια, από ιερή επιβίωση, από άφθαρτη παιδικότητα.»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

13 thoughts on “Πες το με ποίηση (161ο): «Η σκάλα»…

  1. καλημερα στην ομορφη σελίδα σου φιλε μου
    Ο απών
    Είμαι εδώ είκοσι χρόνια. Απόψε κάθομαι στο μικρό κήπο, σε μια πλαστική καρέκλα, και κοιτάζω τον τόπο, μεθυσμένος από την κόκκινη πέτρα. Μετράω τα σκαλιά που οδηγούν στο δωμάτιό μου, στο δεύτερο όροφο. Έντεκα σκαλοπάτια. Στα δεξιά, μια μεγάλη συκιά ρίχνει τον ίσκιο της σε μερικές μικρές δαμασκηνιές. Στα αριστερά, μια λουθηρανική εκκλησία. Δίπλα στην πέτρινη σκάλα, ένα παρατημένο πηγάδι και ένας σκουριασμένος κουβάς, λουλούδια απότιστα που ρουφάνε, σταλιά- σταλιά, το γάλα του σούρουπου. Είμαι εδώ, με σαράντα ανθρώπους, για να παρακολουθήσω μια παράσταση με σύντομους διαλόγους, για την απαγόρευση της κυκλοφορίας, σκορπίζονται οι ξεχασμένοι ήρωές της στον κήπο, στα σκαλιά και στην ευρύχωρη βεράντα. Παράσταση αυτοσχεδιασμού, υπό σύνθεση, όπως η ζωή μας. Κρυφοκοιτάζω το ανοιχτό παράθυρο του δωματίου μου και αναρωτιέμαι: «Είμαι εκεί;» Και μ’ αρέσει να αφήνω την ερώτηση να κατρακυλάει στα σκαλοπάτια, και την εντάσσω στον αυθορμητισμό της παράστασης: στο τελευταίο μέρος της, όπου όλα θα παραμείνουν όπως είναι… Η συκιά στον κήπο. Η λουθηρανική εκκλησία στην απέναντι πλευρά. Η Κυριακή στη θέση της στο ημερολόγιο. Το παρατημένο πηγάδι και ο σκουριασμένος κουβάς στη δική τους θέση. Ενώ εγώ, δε θα είμαι ούτε στο δωμάτιο μου, ούτε στον κήπο. Αυτό απαιτεί το κείμενο: πρέπει οπωσδήποτε να λείπει κάποιος για να αλαφρώσει το φορτίο του τόπου!
    Μαχμούντ Νταρουίς
    http://staxtes.com/

    • Eyxaristw poly, file mou, Grigori!
      Υπέροχα και τα δυο ποιήμα!!!…Καλή Κυριακή και καλη εβδομάδα!!

      -MANUEL ALTOLAGUIRRE, ΕΚΠΤΩΤΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

      Λένε πως άγγελος είμαι
      και, σκαλί το σκαλί,
      τα μέλη μου να σύρω πρέπει,
      στο φως, ψηλά, για ν’ αποφτάσω.
      Καταπονημένος από τ’ ανέβασμα
      φορές-φορές κατρακυλώ.
      -Οι πτυχώσεις του χιτώνα μου να φταίνε;-
      Μα άγγελος εν πτώσει,
      δίχως στην κόλαση να φτάσει,
      άγγελος δεν λογίζεται.
      Κι αυτό που εγώ
      στην πτώση τη μεγάλη μου αντάμωσα,
      γλυκό ήταν κι εκτυφλωτικό·
      το άρωμά του θυμάμαι,
      την κολασμένη του λαγνεία.
      Τώρα πια σηκώθηκα
      και τη σκάλα νά ’βρω θέλω,
      λίγο-λίγο ν’ ανεβώ
      -με τα φτερά μου δίχως-
      το Γολγοθά μου.

      (http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/2011/07/blog-post_1484.html)

  2. Γκρέγκορι Κόρσο * «Γραμμένο Στα Σκαλοπάτια Του Πορτορικανικού Χάρλεμ»

    Υπάρχει μια αλήθεια που βάζει όρια στον άνθρωπο

    Μια αλήθεια που τον εμποδίζει να πάει μπροστά

    Ο κόσμος αλλάζει

    Ο κόσμος το ξ έ ρ ε ι πως αλλάζει

    Βαριά είναι η λύπη της μέρας

    Οι γέροι έχουν όψη καταδίκης

    Οι νέοι παραγνωρίζουν τη μοίρα τους στην όψη αυτή

    Αυτό είναι αλήθεια

    Μα δεν είναι αλήθεια ολότελα.

    Η ζωή έχει νόημα

    Και δεν ξέρω το νόημα

    Ακόμα κι όταν την ένιωσα δίχως νόημα

    Είχα ελπίδα και προσευχήθηκα και ξεστόμισα ένα νόημα

    Δεν ήταν όλα ποίηση παιχνιδιάρα

    Υπήρχαν χρέη να ξεπληρωθούν

    Καλώντας Θεό και Θάνατο

    Είχα μια άγρια επιθυμία μαζί τους να τα βάλω

    Ο Θάνατος αποδείχτηκε νόημα να μην έχει δίχως τη Ζωή

    Ναι ο κόσμος αλλάζει

    Ο Θάνατος όμως μένει ίδιος

    Τον άνθρωπο παίρνει μακριά απ’ τη Ζωή

    Αυτό είν’ το μόνο νόημα που κατέχει

    Και συνήθως είναι μια θλιβερή υπόθεση

    Τούτος ο Θάνατος

    Είχα μια αθωότητα είχα μια σοβαρότητα

    Είχα ένα χιούμορ να με γλιτώνει από την αδαή φιλοσοφία

    Μπορώ να ψευδίζω τα πιστεύω μου

    Μπορώ μπορώ

    Γιατί θέλω να ξέρω το νόημα των πάντων

    Μα κάθομαι σαν κάτι τσακισμένο

    Βογκώντας! Ω, τι ευθύνη

    Σου αναθέτω Γκρέγκορυ

    Θάνατο και Θεό

    Σκληρό σκληρό είναι σκληρό

    Έμαθα πως η ζωή δεν ήταν όνειρο

    Έμαθα πως η αλήθεια εξαπατούσε

    Ο άνθρωπος δεν είναι θεός

    Η Ζωή είναι ένας αιώνας

    Ο Θάνατος στιγμή μία.

  3. 1. Μπαλλάντα τῆς Ψηλῆς Σκάλας

    Σὲ κάθε πόλη, συνήθιζε νὰ λέῃ ὁ ποιητὴς Ἀπολλιναίρ,
    ὑπάρχουν ὁπωσδήποτε καὶ μερικοὶ ἀθάνατοι.
    Δυνατόν νὰ εἴσαστε σεῖς κύριε μεταξύ αὐτῶν ἤ ἀκόμα
    κι ἐσεῖς κύριε. Δὲν ξέρω. Πάντως γιὰ ἕνα εἶμαι σὲ θέση νὰ
    σᾶς βεβαιώσω: ὅτι ὑπάρχουν. Δὲν ἀποκλείεται ἐλάχιστοι.
    Ὅμως ὑπάρχουν.

    Ὁ Θεόφιλος κάποτες ἀνέβηκε
    σὲ μιὰ ψηλή σκάλα
    – αὐτόπτες μάρτυρες τὸ λέν –
    ἴσως νὰ ζωγραφίσῃ μιὰν ἐπιγραφὴ
    ἴσως ἀκόμη γιὰ νὰ συμπληρώσῃ
    τὸ πάνω μέρος
    μιᾶς συνθέσεώς του ἡρωικῆς.

    Ἀλητὸπαιδες
    – ἀλητὸπαιδες ποὺ μὲ τὸν καιρὸ
    ὡς εἶναι φυσικὸ
    ἀνδρωθήκανε καὶ γεράσαν
    (δέν ἐνθυμούντανε πιά τίποτε)
    κι’ ἐπεθάναν
    εὐυπόληπτοι καὶ
    φιλήσυχοι ἀστοί –
    ἀλητὸπαιδες ξαναλέω
    γιὰ νὰ παίξουνε καὶ νὰ γελάσουν
    ἐτραβήξανε
    τὴν σκάλα τὴν ψηλή

    κι’ ὡς γκρεμοτσακιζόντανε
    ἔντρομος
    ὁ Θεόφιλος ἀπὸ τὰ ὕψη
    ἐπρόσμεν’ ἐλεεινός σακάτης
    θέλεις κι’ ἀκόμη
    λιῶμα
    στὸ χῶμα
    νὰ βρεθῇ.

    Ἀλλ’ ὦ τοῦ θαύματος!
    προσεγειώθη
    ἀπόλυτα σῶος κι’ ἀβλαβής
    (πάντως κάτι σὰν νἄπαθε τὸ ἕνα του πόδι
    χώλαινε ἐλαφρυὰ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς)

    μὰ ναί σᾶς λέω
    ἀκέργιος
    ἀπ’ τὴν κορφή ὣς τὰ νύχια
    ἀπὸ τὴν πτώση
    μόνο ποὺ τὰ σεμνά φορέματά του
    εἶχαν γενεῖ χρυσά ὡσὰν τὸν Ἥλιο
    τὸ πρόσωπό του
    σὰν τὴ Σελήνη (ἤτανε λὲν χλωμός)
    σὰν τὴ Σελήνη φωτεινό
    – αὐτά τὰ δυό ἀστέρια
    εἴθισται νὰ συνυπάρχουν
    στὰ εἰκονίσματα τῆς βυζαντινῆς ζωγραφικῆς.

    Καὶ ἂν κατόπι ἐπῆγε νὰ κρυφτῇ στὴ Μυτιλήνη
    εἴχ’ ἔμπει στὴν ἀθανασία πιά
    ἐπέπρωτο πλέον νὰ ὑπάρχη αἰώνια

    ἀθάνατος
    – πιθανόν μαζὶ μὲ τὸν ἀείποτε σκουντούφλη συμπολίτη του
    Γεώργιο ντὲ Κήρυκο
    καὶ μὲ τὸν Μπεναρόγια –
    ἀνὰμεσα σὲ τὸσους
    καὶ τὸσους
    καὶ τὸσους Βολιῶτες
    ποὺ ἐζήσανε καὶ πρὶν
    καὶ κατὰ τὴ διάρκεια
    κι ὕστερα
    ἀπὸ τοῦ
    τραβήγματος τῆς ψηλῆς τῆς σκάλας
    τὸν καιρό.

    ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

    Ήρθα κι απόψε στα σκαλοπάτια σου

    2. Η σκάλα

    Είσαι η σκάλα σε ένα μεγάλο, σκεπασμένο από την ομίχλη σπίτι. Κουρασμένα
    προς τα πάνω ανεβαίνεις μέσα στο γλυκό σκοτάδι:
    φως τεχνητό – μα και πάλι σπάνια βλέπεις.

    Δε ξέρω – ζεις, αγαπάς, μισείς,
    Φυλάσσεις τα ίχνη των αναρίθμητων βημάτων:
    των χαλασμένων μποτών και των ελαφρών παπουτσιών,
    των γαλοτσών που μουρμουρίζουν και των αθόρυβων τσόχινων μποτών,
    των φθαρμένων σόλων, μα και των γρήγορων, παράλογων,
    μεγάλων, αγαθών ποδιών και των στενών, κακών σκαλοπατιών. . .

    Ω, ναι ! Πιστεύω πως: στη σιγαλιά των γκρίζων νυχτών,
    γογγύζοντας κι αναστενάζοντας, δειλά ζωντανεύεις
    προσπαθείς να θυμηθείς και με ακρίβεια επαναλαμβάνεις
    όλων των βημάτων που έχεις ακούσει το χαρακτηριστικό ήχο:
    τα πηδηματάκια της παιδικής ηλικίας και της βακτηρίας του παππού το χτύπο,
    το ορμητικό τερέτισμα της ερωτικής βιασύνης,
    το τρέμουλο της καθόδου από την απόγνωση και το σταθερό
    βήμα της αδιαφορίας, το βήμα της φιλάργυρης αδυναμίας,
    του ονειροπολήματος το βήμα, το ταραγμένο, το τυφλό,
    που πάντα χάνει δύο ή τρία σκαλοπάτια,
    και την περπατησιά της σοβαρής αυτάρεσκης οκνηρίας,
    αλλά και το βιαστικό τρέξιμο του καθημερινού κάματου . . .

    Δε ξεχνάς, το ξέρω, ποτέ
    και τον ήχο των δικών μου βημάτων. . .Αλήθεια, –
    χαρούμενα ήχησαν ποτέ;

    Και τις αχτίδες, που λοξά τρέχουν στα σκοτεινά,
    και του μεταξιού το θρόισμα, και το φιλί στην πόρτα;
    Ναι, η καρδιά πίστευε, ναι, ο ουρανός ήταν γαλάζιος . . .

    Πάνω από το ορειχάλκινο χερούλι – ένα άλλο όνομα υπάρχει τώρα,
    κι εγώ περιπλανιέμαι σε μακρινή περιοχή.
    Εσύ όμως, σαν σκάλα, στην ησυχία του μεσονυχτιού
    συζητάς με τα περασμένα. Τα κιγκλιδώματα σου θυμούνται,
    πως άφησα τη λάμψη των γοητευτικών δωματίων
    και πως τελευταία φορά σε περπάτησα,
    πως με την προσοχή του εγκληματία έκλεισα
    μία, κι άλλη μία πόρτα και στο λυκόφως της χιονισμένης νύχτας
    μυστηριωδώς έφυγα – ελεύθερος και άπελπις . . .

    30 Ιουνίου 1918
    Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

    *****

    3. Κύκλοι

    Μια σκάλα, εντός μου, στρέφεται όπως φίδι
    που αδιάκοπα, η ψυχή μου, θ’ ανεβαίνει
    —σε ύψη και βάθη αβυσσαλέα χαμένη—
    μια σκάλα, εντός μου, στρέφεται όπως φίδι
    σε κύκλους δαντικούς και δαχτυλίδι
    Τις δυο της άκρες τόξο ουράνιο δένει
    Μια σκάλα, εντός μου, στρέφεται όπως φίδι
    που όλο η ψυχή μου ανεβοκατεβαίνει.

    ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

    *****

    4. Στες Σκάλες

    Την άτιμη την σκάλα σαν κατέβαινα,
    από την πόρτα έμπαινες, και μια στιγμή
    είδα το άγνωστό σου πρόσωπο και με είδες.
    Έπειτα κρύφθηκα να μη με ξαναδείς, και συ
    πέρασες γρήγορα το πρόσωπό σου κρύβοντας,
    και χώθηκες στο άτιμο το σπίτι μέσα
    όπου την ηδονή δεν θά ’βρες, καθώς δεν την βρήκα.

    Κι όμως τον έρωτα που ήθελες τον είχα να σ’ τον δώσω·
    τον έρωτα που ήθελα — τα μάτια σου με το ’παν
    τα κουρασμένα καί ύποπτα — είχες να με τον δώσεις.
    Τα σώματά μας αισθανθήκαν και γυρεύονταν·
    το αίμα και το δέρμα μας ενόησαν.

    Aλλά κρυφθήκαμε κ’ οι δυο μας ταραγμένοι.

    Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ (ΤΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ)

    Σκαλί και σκαλοπάτι, Δώρα Μασκλαβάνου

    5.
    III. Στο πρώτο γύρισμα της δεύτερης σκάλας
    Γύρισα κι είδα κάτω
    Το ίδιο σουλούπι έστριβε το κάγκελο
    Κάτω απ’ την άχνα του όζοντος αέρα
    Παλεύοντας με το δαιμόνιο των σκαλιών, φορώντας
    Την απατηλή μορφή ελπίδας και απελπισίας.

    Στο δεύτερο γύρισμα της δεύτερης σκάλας
    Τους άφησα χορεύοντας, γυρίζοντας πιο κάτω
    Δεν ήταν άλλες πια μορφές και η σκάλα σκοτεινή
    Βρεμένη, οδοντωτή σαν στόμα γέρου που σαλιάριζε αδιόρθωτο
    Ή με οισοφάγο δοντιασμένο γηραλέου σκυλόψαρου.

    Στο πρώτο γύρισμα της τρίτης σκάλας
    Ήταν αμπαρωμένο ένα παράθυρο σαν φουσκωμένο σύκο
    Και περ’ από την ανθισμένη τρικοκκιά και μια σκηνή βοσκής
    Ή ανοικτόπλατη μορφή ντυμένη μπλε και πράσινο
    Σαγήνευε τον Μάη με αρχαίο σουραύλι.
    Κόμη ανθισμένη είναι γλυκιά, κόμη απ’ το στόμα φυσιγμένη,
    Λιλά και κόμη καστανή
    Απόσπαση, μουσική του αυλού, σταμάτημα και βήματα
    του νου πάνω απ’ την Τρίτη σκάλα,
    Σβήνοντας, σβήνοντας, δύναμη πέρα ελπίδας και απελπισιάς
    Αναρριχώμενη την τρίτη σκάλα.

    Κύριε, δεν είμαι άξιος
    Κύριε, δεν είμαι άξιος
    μα πες την λέξη μόνο.

    Τόμας Σ. Έλιοτ, «Τετάρτη των τεφρών» (απόσπασμα) μτφρ. Τάκης Κουφόπουλος

    *****

    6. Η σκάλα

    Την σκάλα του σπιτιού
    Πια δεν την ανεβαίνω
    Σταματάω στη μέση
    Κάθομαι να βλέπω
    Τα μυρμήγκια που ανεβοκατεβαίνουν
    Το σαράκι που κρύβεται στα σκαλοπάτια
    Τα σύννεφα που μπαινοβγαίνουν στο σπίτι
    Το αεράκι που μου χαϊδεύει τα μαλλιά
    Στέλνει την μνήμη
    Στ αζήτητα
    Και δεν θυμάμαι
    Τι νούμερο παπούτσια
    φόραγες
    Για να ταιριάξω τις πατημασιές
    Της σκόνης
    Στα πόδια σου

    Λεωνίδας Κακάρογλου, τεύχος «Έξι Ποιήματα», Αύγουστος 2015

    *****

    7. ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΜΑΚΡΟΗΜΕΡΕΥΣΗ

    Προπάντων να αποφεύγετε τις σκάλες
    σε σπίτια που κατοικήσατε παλιά
    ποτέ το βελούδινο χαλί
    δεν κρύβει καλωσόρισμα,
    κάθε σκαλοπάτι χαλασμένο δόντι
    έτοιμο να υποχωρήσει
    στην άβυσσο από κάτω.
    Κυρίως όμως πρέπει να γνωρίζετε.
    Πως για κάθε σκαλοπάτι που ανεβαίνετε
    πάντα δύο πίσω θα γλιστράτε.

    ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ, ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ (2014)

    Ανέβηκα τη σκάλα, Αλεξίου

    8. Η πίκρα της σκάλας με τα πετράδια

    Τα σκαλοπάτια με τα πετράδια
    είναι ήδη άσπρα από τη δροσιά,
    Είναι τόσο αργά
    που οι αραχνοΰφαντες κάλτσες μου νοτίζουν από τη δροσιά,
    Σύρω την κρυστάλλινη κουρτίνα μου
    Και βλέπω τη σελήνη
    μέσα στο διάφανο φθινόπωρο.

    Ezra Pound

    *****

    9.
    III

    Έκλεισα την πόρτα και, αβίαστα,
    κατέβηκα ένα ένα τα σκαλιά
    της ίδιας σκάλας προς το δρόμο,
    προς τον ίδιο δρόμο, με την ίδια
    πορτοκαλιά στο χoλ, σάπια κι άτυχη.

    Ζω στο ίδιο διαμέρισμα πάντα.
    Πάντα κατεβαίνω να πιω στο ίδιο μπαρ.
    Και δεν πειράζει τι αλλάζει, συνεχίζει έτσι.
    Αν άλλαζα διαμέρισμα, σκάλα,
    θα ‘χα αλλάξει μόνο σκάλα,
    διαμέρισμα. Το υπόλοιπο ποτέ δεν αλλάζει,
    συνεχίζει μες το κεφάλι μου, όπως πριν.

    Δεν ξέρω τι να κάνω, πού να πάω, ούτε πώς.
    Περνώ τις μέρες με έμμονες σκέψεις.

    Adrián González da Costa -Απόσπασμα, Η ζωή είναι γλυκιά, γλυκιά, γλυκιά

    *****

    10. Η σκάλα του υπουργείου

    Μη χαίρεσαι για τα λίγα
    Σκαλιά του υπουργείου
    Όταν θα τελειώσει η δουλειά σου
    Μέτρησε καλά πόσες φορές
    Τα ανέβηκες και τα κατέβηκες
    Και τότε θα δεις πόσο
    Ψηλά κατοικούν οι υπουργοί.

    Αργύρης Μαρνέρος, Από τη συλλογή Αίθουσα αναμονής (2003)

    To σκαλοπάτι σου, Καλογιάννης

    11. Κατέβηκα, δίνοντάς σου το χέρι, ένα εκατομμύριο τουλάχιστον σκάλες

    Κατέβηκα, δίνοντάς σου το χέρι, ένα εκατομμύριο τουλάχιστον σκάλες,
    και τώρα που δεν είσαι πια εδώ, νιώθω μετέωρος σε κάθε βήμα.
    Έστω κι έτσι ήταν σύντομο το μακρύ ταξίδι μας.

    Το δικό μου διαρκεί ακόμη, αλλά δεν έχω ανάγκη πια
    τις συμφωνίες, τις επιφυλάξεις,
    τις παγίδες, τις ταπεινώσεις εκείνων που πιστεύουν
    πως η πραγματικότητα είναι ό,τι φαίνεται.

    Κατέβηκα εκατομμύρια σκάλες δίνοντάς σου το χέρι
    όχι γιατί με τέσσερα μάτια ίσως βλέπει κανείς πιο καθαρά.
    Κατέβηκα μαζί σου γιατί ήξερα ότι ανάμεσα σ’ εμάς τους δυο
    η μόνη καθαρή ματιά, αν και τόσο θολή,
    ήταν η δική σου.

    Eugenio Montale, μτφρ. Γιώργος Γκιώνης και Φωτεινή Ξιφαρά

    *****

    12. Το μπλουζ της σκάλας

    Μία γυναίκα ανεβαίνει απ’ τη σκάλα
    μ’ ένα καζάνι γεμάτο λύπες.
    Η γυναίκα ανεβαίνει απ’ τη σκάλα
    με το καζάνι γεμάτο λύπες.
    Βρήκα μια γυναίκα στη σκάλα
    μα εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα της μπροστά μου.
    Είδα τη γυναίκα με το καζάνι.
    Στη σκάλα ποτέ πια δεν θα ησυχάσω.

    Αντόνιο Γκαμονέδα [από το “Η σκουριά κατακάθισε στη γλώσσα μου και άλλα ποιήματα”, Μετάφραση Κώστας Βραχνός, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Εκδόσεις Instituto Cervantes]

  4. Λειβαδίτης για πάντα!
    Καλημερούδια Γιάννη και Αγγελική 🙂

    • Ciao Petra!!!… Ευχαριστούμε!…

      «Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
      ενός ατέλειωτου χωρισμού
      Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
      με τις σκοτεινές σκάλες τους
      που οδηγούνε
      άγνωστο που…
      Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
      που αρνούνται
      κλαίνε λίγο
      κι ύστερα ενδίδουν
      και τ’ άλλο πρωί,
      αερίζουν το σπίτι
      απ’ τους μεγάλους στεναγμούς…»
      (Τάσος Λειβαδίτης)

  5. Ciao Aggeliki!!… Grazie mille!!!

    -«Παρά λίγα σκαλοπάτια οι κουτοί των αισθήσεων θα μπορούσαν να
    γεννήσουν σαν μικρό αγοράκι μιαν ολόκληρη άνοιξη.»
    (Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

    -Βύρων Λεοντάρης:

    IV
    «Κάτοχος, φυσικά, καὶ ξένης γλώσσης,
    εἴκοσι χρόνων, μὲ λεπτὴ κορμοστασιά,
    μῆνες καὶ μῆνες τρέχει γιὰ δουλειά.
    «-Δυστυχῶς δὲν ἐδόθησαν πιστώσεις…»
    Πρόσωπα ἀγαπημένα, πρόσωπα χλωμὰ
    -περηφάνιας γραμμές, μ΄ὅλη τὴν ἄλλη
    δυστυχία σας στραμμένη ἀπὸ τὴν ἄλλη-
    μὴν κλαῖτε. Αὔριο ξανά, αὔριο ξανά…
    Σκάλες, οὐρές, οὐρὲς λογῆς λογῆς
    χαρτιὰ κι αἰτήσεις πάνω στὶς αἰτήσεις.
    Καὶ νὰ ΄χεις τόσα, τόσα ν’ ἀγαπήσεις,
    εἴκοσι χρόνων «στὸ ἄνθος τῆς ζωῆς»…»
    («Ὀρθοστασία», 1957, «τοῦ δρόμου»)

    -«…Σβήνουν τα βήματα στη σκάλα
    κανείς -θα πλανηθούμε μοναχοί
    θάλασσες πόλεις έρημοι σταθμοί.
    Αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή
    τι να καταλάβουμε οι φτωχοί.

    Για πες μου μήπως ξέρεις
    γι’ αυτήν που σου μιλώ
    Άννα
    τ’ όνομά της το μικρό.

    Τη βλέπω κατεβαίνει
    στέκεται στο σκαλί
    και χάνεται για πάντα
    στου κόσμου τη βουή.»
    (Δ. Σαββόπουλος, ΕΙΔΑ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΚΑΠΟΤΕ)

    -Γιάννης Ρίτσος, «Πειστική σκάλα»

    «Ξεκίνησε απ’ τον κάμπο χαμηλά, από κεο που το πρωί δεν το
    χτυπάει ο ήλιος
    κι έφτασε, μόνος του σχεδόν, επάνω στο βουνό, σχεδόν ωε\ς την
    κορφή του.
    Ωστόσο διατήρησε στα μάτια του, στο στόμα του, στο πρόσωπό του
    τον ίσκιο αυτής της σκάλας πού ‘χε ανέβει,
    μπορούσες μάλιστα να πεις πως το ίδιο του το σώμα ήταν η
    σκάλα.

    Όταν οι άλλοι δίσταζαν ή αμφέβαλλαν για το ύψος και για τις
    δυνάμεις τους,
    αυτός τους έδειχνε ένα – ένα τα σκαλιά με το ίδιο του το δάχτυ-
    λο, σημάδια και πατήματα,
    εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ, με υπομονή και με χαμόγελο στη άρνησή
    τους,
    τόσο που πια δεν ήταν άνθρωπος
    με μοναχά μια σκάλα κρεμασμένη μες στον ήλιο.

    Σ’ αυτή τη σκάλα ανέβαιναν φυτά, πουλιά, παιδιά, μητέρες,
    κι ως βράδιαζε, κι αστράφταν βιολετιά τα τζάμια, και ποτίζανε
    τις γλάστρες,
    ανέβαιναν κ’ οι γέροι δίχως τα ραβδιά τους,
    ανέβαινε ξεμπράτσωτος κι ο ηλεκτρολόγος
    να βάλει έναν καινούριο γλόμπο εκεί ψηλά, πάνω απ’ το γαλα-
    τάδικο
    κ’ έφεγγε τότε η συνοικία μας μ’ ένα γλυκύτατο και ρωμαλέο
    φέγγος.»
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)

  6. Γιάννη και Πέτρα, σας καλημερίζω, ανεβοκατεβαίνοντας τις σκάλες της Ποίησης.

    *

    13. «Κάθε πρωί τον φυλάκιζαν
    Εκείνος έφτιαχνε σκάλες με στίχους
    ως τον ουρανό πανύψηλες
    Και κάθε σούρουπο τον έβρισκαν ανάμεσα τους
    να μοιράζει φωτοστέφανα στους αδύνατους».

    Γιώργος Δουατζής, «ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΣΚΟΛ» , Μανδραγόρας 2016.

    *****

    14. Σαν να ναι μην ακουμπάς στο χώμα, μα σα νάσαι
    σε μια μεγάλη σκάλα πάνω, που κι αυτή σε μια άλλη σκάλα
    στηρίζεται, κι εκείνη το ίδιο σ άλλη, αναρίθμητες σκάλες,
    που όνομα αν θέλεις να τους δώσεις, πες τες :

    φιλοδοξία, οίχτο, αλαζονεία,
    ονόμασέ τες φόβο θανάτου, κι άλλον φόβο ετούτον, πιο μεγάλο,
    της ζωής, πες τες :

    οράματα, επιθυμίες, μνήμες δικές σου, κι άλλες μνήμες
    εκείνων που δώσαν το αίμα και δεν γνώρισες ποτέ σου,
    ονόμασέ τες: μέρες, πες τες νύχτες και πες τες και Θεό
    και Τίποτα και χρόνο και δικαιοσύνη

    όλα τα ονόματα, η κάθε λέξη μια επικίνδυνη, μεγάλη σκάλα είναι,
    κάνοντας ένα πελώριο τρεμάμενο οικοδόμημα από σκάλες
    που είναι έτοιμες να πέσουν και που τις κρατάει μονάχα
    ετούτης της μικρής σου ύπαρξης η αμείλιχτη ισορροπία.

    Τ. ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ******

    15. Η ΣΚΑΛΙΤΣΑ

    Το σώμα μου είναι μια σκαλίτσα που ακουμπώ στον τοίχο του κόσμου. Την ανεβαίνω, τεντώνομαι να δω πίσω από τον τοίχο, πίσω από τα ντουβάρια του αισθήματος. Όλο και πιο πολύ ταλαντεύεται η σκαλίτσα, όλο και πιο πολύ την περιφρονώ και θέλω ν’ αφεθώ ανερμάτιστη στη θέα των κήπων. Μέρες σκέφτομαι το βαθύ χώμα της συνουσίας που υποβαστάζει τις πόες κι όλες τις ρίζες της ασύστολης αυτής βλάστησης. Κοιτώ μα κουράζομαι. Η σκαλίτσα ταρακουνιέται συνέχεια και τα φώτα που φωτίζουν το πάρκο γίνονται γαλακτερά και μετά νύχτα. Στο τέλος συγκεκριμένου μα άγνωστου αριθμού χρόνων θα ’χω λησμονήσει όλα τούτα μου τα γυμνάσματα στο χάος. Θα ’μαι η σαθρή σκαλίτσα που κάποιος ξέχασε ακουμπισμένη στον τοίχο του κήπου.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

    *****

    16. παράπονο στις σκάλες του παλατιού

    στις σκάλες από νεφρίτη κάθισε η δροσιά

    έγιναν σχεδόν άσπρες

    έχουν υγρανθεί

    οι κάλτσες μου από μετάξι

    χαμηλώνω τις γυάλινες κουρτίνες

    και κυτάζω έξω το φεγγάρι

    νύκτα του φθινοπώρου καθαρή

    μα πού στο διάβολο είν’αυτός

    κι’ακόμη δεν εφάνη

    (Ποίημα του Λι Πο) ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ, τόμος 8, εκδόσεις Ακαδημίας Παιδαγωγικών Επιστημών ΡΣΟΣΔ, Μόσχα 1961.

    Σκάλα σκάλα – Νίκος Παπάζογλου

    17. Κοπέλα στις κυλιόμενες

    Καθώς πηγαίνω προς τις κυλιόμενες
    Είναι μπροστά μου
    Ένας νεαρός με μια όμορφη κοπέλα
    Η κοπέλα φοράει κολλητό παντελόνι και μπλούζα.

    Καθώς ανεβαίνουμε βάζει το ένα πόδι
    Στο πιο πάνω σκαλί κι ο πισινός της
    Προβάλλει υπέροχα.
    Ο νεαρός κοιτάζει γύρω του
    Φαίνεται ανήσυχος
    Κοιτάζει εμένα
    Εγώ κοιτάζω αλλού.

    Όχι, ρε φίλε, δεν κοιτάζω τον πισινό της κοπέλας σου,
    Μη φοβάσαι, τη σέβομαι και σέβομαι και σένα
    Εδώ που τα λέμε, σέβομαι τα πάντα, τα λουλούδια, τις κοπέλες
    Τα παιδιά, τα ζώα, το ακριβό μας Σύμπαν το περίπλοκο, τους πάντες και τα πάντα.

    Καταλαβαίνω πως ο νεαρός νιώθει καλύτερα και χαίρομαι γι’ αυτόν.
    Ξέρω ποιο είναι το πρόβλημά του: η κοπέλα έχει μητέρα και πατέρα και ίσως αδερφή και αδερφό
    Και σίγουρα ένα μάτσο αντιπαθητικούς συγγενείς
    Και της αρέσει να χορεύει και να φλερτάρει και της αρέσει να πηγαίνει σινεμά και καμιά φορά
    Μιλάει με γεμάτο το στόμα και
    Της αρέσουνε χαζές εκπομπές και νομίζει πως είναι ταλαντούχα ηθοποιός και
    Δεν είναι πάντοτε τόσο όμορφη και
    Τσαντίζεται εύκολα και καμιά φορά κάνει σαν τρελή
    Και μπορεί να μιλάει για ώρες στο τηλέφωνο και θέλει να πάει το καλοκαίρι στην Ευρώπη
    Και θέλει να της πάρεις μια Μερσεντές και είναι ερωτευμένη με
    Τον Μελ Γκίμπσον και η μάνα της είναι
    Μπεκρού κι ο πατέρας της ρατσιστής
    Και καμιά φορά αν πιει πολύ
    Ροχαλίζει και συχνά είναι ψυχρή στο σεξ και
    Έχει για γκουρού έναν τύπο που γνώρισε τον Χριστό
    Στην έρημο το 1978 και θέλει να γίνει χορεύτρια κι είναι άνεργη και
    Παθαίνει ημικρανίες όποτε τρώει
    Ζάχαρη ή τυρί.

    Τον βλέπω που τη συνοδεύει
    Ανεβαίνουν μαζί τις κυλιόμενες, το μπράτσο του
    Προστατευτικά γύρω από τη
    Μέση της, πιστεύει πως είναι
    Τυχερός, πιστεύει πως είναι
    Μοναδικός, πιστεύει πως
    Κανείς στον κόσμο δεν έχει
    Αυτό που έχει εκείνος.

    Κι έχει φριχτό
    Δίκιο, με το μπράτσο
    Γύρω από αυτό το ζεστό μάτσο
    Έντερα
    Κύστεις
    Νεφρά
    Πλεμόνια
    Άλατα
    Θείο
    Διοξείδιο του άνθρακα
    Και
    Φλέμματα.
    Γαμώ
    Τις τύχες.

    Τσαρλς Μπουκόφσκι-Μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς

    *****

    18. Η ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ ΜΟΥ

    Πρέπει ν’ ανέβω εκατό σκαλιά.
    Πρέπει ν’ ανέβω και σας ακούω να φωνάζετε:
    «Είσαι σκληρός! Μα από πέτρα είμαστε;»
    Πρέπει ν’ ανέβω εκατό σκαλιά
    κι ούτε ένας από σας
    δεν θέλει να μου γίνει σκαλοπάτι.

    ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΝΙΤΣΕ. Μτφρ. Αλέξανδρος Σ. Αλεξάνδρου, Θεσσαλονίκη 2007

    *****

    19.
    …Σε εποχές ακόμα ασπρόμαυρες
    κατεβαίναμε δυο-δυο τα σκαλιά
    αδιαφορώντας για τη φωνή που ζητούσε ηρεμία
    (και στην πραγματικότητα φοβόταν):
    Μη γυρίσεις αργά στο σπίτι!
    Μην τσακώνεσαι βγαίνοντας απ’ το σχολείο!
    Κόψε τα μαλλιά σου!
    Τι σόι ντύσιμο είν’ αυτό;

    Javier Bozalongo, ΤΕΧΝΙΚΟΛΟΡ (απόσπασμα) μτφρ. Δημήτρης Αγγελής
    Από το βιβλίο του Χαβιέ Μποθαλόνγκο (Ταρραγόνα, 1961) La casa a oscuras, το οποίο βραβεύτηκε με το Βραβείο Χάιμε Χιλ ντε Μπιέδμα της Σεγκόβια

    Ελένη Τσαλιγοπούλου – 999 σκαλιά

    20. Αλλά τι σκάλα είναι αυτή με τα σκαλιά της τόσο στο ύψος αλλά και στο πλάτος τους διαφέρανε ανεβαίνοντας από το ένα στο άλλο ώστε πολλές φορές κινδύνεψα να τσακιστώ επειδή σκαρφάλωμα σε απόκρημνο γκρεμό έμοιαζε περισσότερο αυτό παρά με ανέβασμα -κυρίως γιατί το πλάτος των σκαλιών ήταν πολύ μικρό ώστε πλαγίως μόνο και αν- χωρούσανε τα πέλματά μου αλλιώς -αν έκανα ότι ανεβαίνω εγώ κανονικά θα τσακιζόμουν προς τα πίσω- χώρια η κουπαστή με σάπια όλα τα ξύλα της δεν άντεχε να με κρατήσει αν στηριχτώ και απαίσια έτριζε σε κάθε μου άγγιγμα.

    Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Πήρε φως, Κέδρος, 1998

    *****

    21. Οι παλιές σκάλες της Βηρυτού

    Είναι αναμφίβολα θηλυκές.
    Τις φαντάζομαι σαν μια γριά
    με χοντρά γόνατα, ξεθωριασμένα τατουάζ,
    και μυρωδιά κάτουρου.

    Τις φαντάζομαι
    σαν μια γριά που δεν φοβάται
    τις ερωτικές επιστολές που είναι γραμμένες
    στο δέρμα της,
    ούτε να γυμνώσει τα στήθη της
    μπροστά στον νυχτερινό ουρανό.

    Δεν περιγελούν τον κόσμο
    επειδή δεν γνωρίζει ότι είναι στρογγυλός,
    επειδή δεν γνωρίζει ότι περιστρέφεται
    γύρω απ’ τον εαυτό του,
    επειδή είναι άστατος και τόσο νέος,
    αν και είναι μεγάλης ηλικίας,
    αν και γνωρίζουν
    ότι είναι το αντίθετο των τοίχων,
    συγχωρούν.

    Συνωμοτούν μόνο με την πόλη,
    γιατί μόνο η πόλη καταλαβαίνει
    τα ξεβαμμένα γκραφίτι και την πελεκημένη πέτρα,
    μόνο η πόλη καταλαβαίνει
    την κατάβασή τους στην καρδιά της,
    μόνο η πόλη καταλαβαίνει
    πως είναι να μην κουράζεσαι να είσαι
    μια αθάνατη γριά
    που αναπαύεται μεταξύ σκουπιδιών και τέχνης,
    σε μια σκιά ηλιοτρυπημένη,
    μια σκιά σχεδόν σαν νυχτερινός ουρανός
    διάτρητος από αστέρια.

    Zeina Hashem Beck, Τεφλονομεταφράσεις,Τεύχος Δεκατέσσερα

    *****

    22. Σκάλα

    Μπορεί να παίζεις πιάνο
    εγώ θα τριγυρνώ στις λαϊκές
    με πάνινα παπούτσια.

    Μπορεί να τρως σ’ ακριβά εστιατόρια
    εγώ θα πίνω τον καφέ σε ξεχασμένες καφετέριες.

    Μπορεί να κερνάς πούρα Αβάνας τους καλεσμένους
    σου
    εγώ θα καπνίζω στριφτά τσιγάρα με φίλους.

    Τα σκαλοπάτια σου σαπίζουν.
    Μπορώ να τ’ ανέβω
    εσύ δεν μπορείς πια να τα κατέβεις.

    Γρηγόρης Σακαλής

    • Ciao Aggeliki!!!…

      -«…Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
      πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
      ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
      νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
      κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
      κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
      κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου

      Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία…»
      (Μίλτος Σαχτούρης, Ο σωτήρας)

      -«…Πόρτες χάσκουν στη νύχτα.
      Ξίφη αστράφτουν.
      Ένα κεφάλι αποκεφαλισμένο.
      Οι άνθρωποι ετοιμάζουν σκάλες
      με ανθρώπινα κόκαλα
      για ν’ ανέβουν…»
      (Γ. Ρίτσος, «Εμβατήριο του Ωκεανού»)

      -«…Μια Ψυχούλα εγκαταλείπει ένα λιπόσαρκο κορμάκι.
      Είναι του Ρεζά επτά ετών.
      Αναρριχάται γοργά τη Σκάλα του Ουρανού,
      με το παλιό του κόκκινο ποδήλατο, που ‘χει βγάλει Φτερά!
      Μια Σκάλα από κισσό κι αγιόκλημα στολισμένη.
      Δίπλα της πετούν αγγελόμορφα πουλιά.
      Τα μελωδικά τους τιτιβίσματα αντηχούν τη χαρά του Παραδείσου.
      Λευκά γιασεμί και Κόκκινα χρυσάνθεμα
      πέφτουν βροχή ευλογημένη απ’ την κορφή της…»
      (Ανδρέας Κλουτσινιώτης, «Ο Ρεζά ρωτάει τον Ήλιο»)

      -«…Ἡ νύχτα κατεβαίνει τὴ σκάλα τοῦ σκοταδιοῦ
      κάθεται στὸν ἔρωτα τῆς Μαίρης.
      Ἔρημες ἀναπνέουν στοὺς κήπους οἱ προτομὲς
      Στόπ. Ὅλα σβήνονται.
      Θέλω νὰ βγῶ ἀπ᾿ τὶς λέξεις
      βαρέθηκα.
      Ν᾿ ἀκούω καλύτερα στὸ ἀπέναντι μπαλκόνι
      τί λένε οἱ δυὸ μόνιμες γριὲς
      ποὺ κάθονται μὲ τὶς ὦρες….»
      (Νίκος Καρούζος)

      -Μ. Πρατικάκης, «Μυστική σκάλα»

      «Ήρθες και συ να σε φιλοξενήσουμε παλιέ μας φίλε
      ήρθες και συ σ’ αυτό το “άσυλο” να ξαποστάσεις.
      Και βέβαια είναι διαθέσιμο το κρεβάτι του Μιχάλη.
      Πήγε προχτές μ’ εκείνα τα χαρτιά στο πιεστήριο
      δώσαμε πρώτα ραντεβού στο γνώριμο στενό με τις μαρκίζες
      για την άλλη Δευτέρα
      ή για την άλλη παρουσία.

      Τον ανεβάσανε συρτό στο τρίτο πάτωμα
      σ’ εκείνο εκεί το σκοτεινό γραφείο.
      Και τότε αυτός από μια σκάλα
      μυστική αόρατη ανεξιχνίαστη την ίδια κιόλας νύχτα
      ανέβηκε σκαλί σκαλί στον έβδομο όροφο.

      Κι ως την αυγή
      στον έβδομο ουρανό.»
      (Μ. Πρατικάκης, Ποιήματα, Μεταίχμιο)

      -Ν. Καρούζος, «ΟΡΥΚΤΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ»

      «Ακούω ένα χτίσιμο στο στήθος. Με τρομάζει.
      Τι ωραίο θα ’τανε
      με μια ένεση
      να κυκλοφορούσε στο αίμα μου
      η επόμενη χιλιετία!
      Τούτος ο κόσμος μοιάζει με σκάλα.
      Κάθε σκαλί της
      όταν τ’ ανεβείς
      χαλιέται
      πέφτει.
      Στο τελευταίο σκαλί η σκάλα δεν υπάρχει.
      Γεννιόμαστε και πρέπει να κουβαλήσουμε
      βαρύ κιβώτιο
      τις ασπάραχτες εικόνες των πραγμάτων.
      Η Άνοιξη – μάλιστα! – είναι λύση.
      Χωρίς τη γνώση της φωτιάς ωραιότερα καιγόμαστε.
      Σωριάζεται πάταγος κι απομακρύνετ’ η βροντή
      αργά σαν τίγρη κουρασμένη.
      Τα νεύρα ερωτικά θριαμβεύουν.
      Το δέντρο γίνεται σαφέστατο.
      Σε χαμηλά κελάρια – τα ύψη μας
      τα πιθάρια του μέλλοντος.
      Ολοένα εξέχουμε στο χρόνο.
      Ερειπωμένα κόκαλα π’ αντέχετε στο χάρο!»
      (Ν. Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

  7. Τα εβδομήντα τρία σκαλοπάτια

    Τόχω ήδη πει: της αριθμητικής μου
    η μόνη πράξη που έμεινε είναι η πρόσθεση.
    Φαίνεται πως στην αρμονία τού Σύμπαντος
    η πρόσθεση ταυτίζεται με την αλήθεια.

    Η αρχή μας βρίσκεται στην πράξη μιας προσθέσεως,
    ενώ το τέλος μας σφραγίζεται με την προσθήκη
    του ήδη τετελεσμένου στο αρχικώς υπάρχον.

    Μετρώ λοιπόν τα σκαλοπάτια, που εν σπουδή
    – όχι με βία, αλλά σπουδάζοντας – ανέβηκα.
    Δεν απορώ πώς γρήγορα έτσι βρέθηκα
    στο τρίτο κ’ εβδομηκοστό σκαλί τής κλίμακος.

    Ο αρχαίος αλχημιστής, που ο γέροντας της Βαϊμάρης
    απ’ των περγαμηνών τη σκόνη τον ανέστησε
    μες στο έκλαμπρο φως τής πιο μεγάλης Ποίησης,
    απ’ το ίδιο περίπου τούτο σκαλί είχεν εύρει
    πως της σπουδής του ο μόχθος ήτανε μωρία.

    Τώρα στοχάζομαι κι άλλον αρχαιότερο σοφό,
    που εκείνος είχεν εύρει μόνο πως «ουδέν οίδεν».

    Όμως ο πρώτος, σ’ ενός σήμαντρου τον ήχο,
    που της μεγάλης Αναστάσεως έφερνε το μήνυμα,
    στην κρίσιμη στιγμή, που ορίζει το εδώ απ’ το πέραν,
    είχε δειλιάσει κι άφησε το χέρι του
    απ’ τα χείλη του να τραβήξει το πικρό ποτήρι.

    Ο άλλος με απλότητα κατέβασε το κύπελλο,
    δίχως αηδίας μορφασμό ή οδύνης,
    εξαγγέλλοντας τη σοφία τού «το μηδέν ειδέναι».

    Στο εβδομηκοστό τρίτο τούτο σκαλοπάτι,
    που είναι το μέτρο ισάριθμων ενιαυτών σπουδής,
    τώρα καλούμαι αντίκρυ στον εαυτό μου να σταθώ,
    για να εκτελέσω της στερνής
    προσθέσεώς μου την πράξη.

    Αλλά πώς το μηδέν να συντεθεί με τη μωρία,
    όταν σημάνει η ώρα τού αναπόφευκτου κυπέλλου,
    αν πριν δεν εκδυθείς το ιμάτιο της σεμνότητας,
    που την κρυφή σου φιλαυτία καλύπτει;
    Αν δε βγάλεις το προσωπείο τής δήθεν σωφροσύνης
    απ’ την αυθεντική μορφή τής αφροσύνης σου;
    Αν της ματαιοδοξίας τη σκόνη δεν τινάξεις
    απ’ το αρχικό πρωτογενές σου ρούχο;

    Όμως κι αυτά τα ξεφλουδίσματα αρκετά δε θάναι,
    έτσι για να σταθείς ενώπιος ενωπίω,
    αν απ’ το έσχατο σκαλοπάτι δεν εκσφενδονίσεις
    και τις διόπτρες σου, που έβλεπες με δαύτες
    τις θεατρικές τού κόσμου παραστάσεις,
    κι αν ακόμα την ακοή σου δε σφραγίσεις
    στων θεατρίνων τα μεγάφωνα και στων σειρήνων
    τα βάναυσα βραχνά δήθεν λαϊκά τραγούδια.

    Η αναγωγή των παιδεμών σου σε μωρία,
    με την απλή προσθήκη τού «μηδέν οίδα»,
    ίσως νάναι το μυστικό κλειδί που ανοίγει
    στων μακαρίων τον οίκο τη μεγάλη θύρα.

    Αλλ’ αν δε σου δοθεί και τούτη η χάρη,
    των μακαρίων το πνεύμα ν’ ανασάνεις,
    κι αν άξιος δε σταθείς για να σε μακαρίζουν,
    έστω και για τις δήθεν αγαθές προθέσεις σου,
    νομίζω πως τουλάχιστο μπορείς να ψάλλεις
    τους σύγχρονους μακαρισμούς των ημερών σου.

    Μακάριος λοιπόν ο Σεφέρης, που δε βλέπει πια
    των επιγόνων τα καμώματα και τις στροφές του,
    από των μπουζουκιών τα τέλια κρεμασμένες.

    Μακάριος κι ο αγαθός εκείνος Βάρναλης,
    που των τυμπάνων δεν άκουγε τους κρότους,
    γιατί της ακοής σπασμένα είχε τα τύμπανα,
    κι ούτε πια τώρα βλέπει την απλή του πίστη
    λάβαρο υψωμένο σε χέρια φωνασκούντων.

    Μακάριος κι ο Παπατσώνης Nobilissimus,
    που το προνόμιον έχει να μη βλέπει πια
    τις φρεγάδες των ποντοπόρων τής ποιήσεως,
    που εξήντα χρόνια παραδέρνοντας σε θάλασσες
    φυκιών και στίχων, επί τέλους μπόρεσαν,
    με τα καινούργια δανεισμένα κιάλια τους,
    το ροβινσώνειο να ξεκρίνουνε νησί του.

    Μακάριοι οι των παιδεύσεων γνόντες την μωρίαν,
    οι την γλώσσαν αυτών συνέχοντες, μηδέν ειδότες,
    ότι αυτοί τουλάχιστον δικαιωθήσονται
    ως καταπότια εν τω στόματι της Λήθης.

    Γ. Θ. Βαφόπουλος, Τα επιγενόμενα (1977)

  8. ΣΚΑΛΕΣ
    Πρέπει να γραφτεί ένα ποίημα για τις κλίμακες
    Ένα ποίημα για τις σκάλες
    Ένα ποίημα για όλες τις σκάλες

    Τις σκάλες των κωδωνοστασίων
    Τις σκάλες των σηματωρείων
    Τις σκάλες των μπουντρουμιών

    Τις σκάλες των πορνείων
    Τις σκάλες των διοικητηρίων
    Τις σκάλες των φυλακών

    Τις σκάλες των δικαστηρίων
    Τις σκάλες των ψυχιατρείων
    Τις σκάλες των πολυκατοικιών

    Αν γραφτεί αυτό το ποίημα
    Πρέπει να τεθεί το ερώτημα:
    Που βγάζουν αυτές οι σκάλες;

    Βγάζουν στα ισόγεια;
    Βγάζουν στα υπόγεια;
    Βγάζουν στα έγκατα;

    Βγάζουν στα αίθρια
    Βγάζουν στους εξώστες;
    Βγάζουν στα δώματα;
    Ή μήπως βγάζουν σε άλλες σκάλες
    Που κι’ αυτές βγάζουν σε άλλες σκάλες
    Κι’ αυτές πάλι σε άλλες σκάλες
    Σαν τις ατέλειωτες σκάλες
    Των φανταστικών φυλακών Του Πιρανέζι;

    Να τεθεί δηλαδή το ερώτημα:
    Πού πάνε αυτές οι σκάλες;
    Πάνε προς τα πάνω;
    Ή πάνε προς τα κάτω;
    Ή μήπως πάνε
    Και πάνω και κάτω
    Δηλαδή ούτε πάνω ούτε κάτω
    Σαν τις σκάλες των μαγικών εικόνων
    Του Μωρίς Κορνέλις Έσερ;

    Άν πραγματικά τεθεί αυτό το ερώτημα
    Τότε μπορεί να αποδειχθεί
    Ότι όλες οι σκάλες
    Είναι σκάλες που δεν βγάζουν πουθενά

    Να αποδειχθεί δηλαδή
    Ότι όπως τα ποιήματα
    Έτσι και οι σκάλες δεν βγάζουν πουθενά

    Ή βγάζουν σε άλλες σκάλες
    Που κι αυτές βγάζουν σε άλλες σκάλες

    Και κανείς δεν ξέρει
    Αν πρέπει να τις ανέβει
    Ή αν πρέπει να τις κατέβει

    Δεν ξέρει
    Γιατί να τις ανέβει
    Γιατί να τις κατέβει
    Γιατί να υπάρχουν σκάλες
    Γιατί να υπάρχουν ποιήματα
    Γιατί να υπάρχουν ποιήματα για σκάλες

    Καλούνται επομένως οι αρχιτέκτονες
    Να σχεδιάζουν σκάλες
    Που το ενδιαφέρον τους θα έγκειται
    Όχι στο πού οδηγούν
    Αλλά στο ότι είναι σκάλες

    Παναγιώτης Γαλανόπουλος [Από την συλλογή Τραίνα στο σκοτάδι
    και άλλα φωτεινά ποιήματα, εκδόσεις Απόπειρα]

    *****

    Κι όμως οι υπερβάσεις είναι η σκάλα

    Κι όμως οι υπερβάσεις είναι η σκάλα
    άρα μη νομίζεις
    ότι είναι απλώς κινήσεις
    πάντα αναστρέψιμες
    αλλά πράξεις
    που αλλάζουν
    τα δεδομένα
    σε μια πραγματικότητα

    που αποτελούν
    μόνο ένα επίπεδο
    στο οποίο οι περισσότεροι
    είναι εγκλωβισμένοι
    και πιστεύουν
    ότι δεν μπορούν
    ν’ αλλάξουν τίποτα
    μέσα σ’ αυτή

    ενώ η υπέρβαση
    δείχνει που είναι
    η κρυφή σκάλα
    με την οποία
    οι Δάσκαλοι
    επικοινωνούν
    με τις γέφυρες
    της συνεννόησης.

    Ν. Λυγερός

  9. -“…σαν ήμασταν παιδιά κρυβόμασταν κάτω απ’ τη σκάλα κι όταν βγαίναμε είχαμε αφήσει εκεί ένα βασιλικό πεπρωμένο”
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -“…Δεν υπάρχουνε σκάλες τόσο μεγάλες
    να κατέβει κανείς ως εκεί που ταράζεται
    του ανθρώπου ο πυρήνας. Αν μιλούσε η σιωπή,
    αν φυσούσε, αν ξέσπαγε – θα ξερίζωνεν όλα
    τα δέντρα του κόσμου….”
    (Νικηφόρος Βρεττάκος)

    -Ντενίζ Λέβερτοβ, «Η σκάλα του Ιακώβ»

    «Η σκάλα δεν είναι
    ένα πράγμα μ’ αστραφτερά σκοινιά
    ένα αχτινοβόλο πρόσκαιρο
    για τα πόδια των αγγέλων γιατί αυτοί μόλις που κοιτάζουνε
    το που πατούν, και δε χρειάζονται ν’ αγγίξουνε την πέτρα.

    Είναι από πέτρα.
    Μια ροδαλή πέτρα που παίρνει
    ένα λαμπερό τόνο απλότητας
    μόνο και μόνο γιατί πίσω της ο ουρανός είναι το αμφίβολο,
    το γκρι της νύχτας που αμφιβάλλει.

    Μια σκάλα με σκληρές
    γωνίες, γερά φτιαγμένη.
    Βλέπει κανείς πως οι άγγελοι πηδάνε
    κατεβαίνοντας σκαλί σκαλί, μόλις λίγο
    ανασηκώνοντας τις φτερούγες:

    κι ο άνθρωπος που σκαρφαλώνει
    πρέπει να γδάρει τα γόνατά του και να
    γαντζώνεται με τα χέρια. Η κοφτερή πέτρα
    παρηγορεί τα πόδια του που ψηλαφίζουν. Φτερά τον αγγίζουν
    περνώντας.
    Το ποίημα ανεβαίνει.»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα)

  10. Στις σκάλες του ηλεκτρικού
    κατέβαιναν οι μάζες των ξενιτεμένων
    ξενιτεμένων από το ψωμί την καρέκλα τον ύπνο
    από την φωνή του παιδιού τους και τη δική τους φωνή∙

    ξενιτεμένων από τον ανθρώπινο ουρανό στα
    τελωνεία του Καίσαρα∙ πεσμένων στο λάκκο
    με τις υποσχέσεις: ν’ αγοράζουμε υλικά από τη μάντρα του θανάτου
    ηλεκτρικές συσκευές απορρυπαντικά τηλεοράσεις
    απίστευτα αντικείμενα για απίστευτες ανάγκες
    λουσμένα στην επιθετική φωταψία των προθηκών.

    Γύρω τους φώναζαν παραμορφωτικοί καθρέφτες
    με τον υποχρεωτικό οπτιμισμό της θριαμβεύουσας ευημερίας
    ατέλειωτες σειρές επιτυχημένων στην αθέατη
    πλευρά της σελήνης∙

    παραπομπές του τσιμέντου
    με τα σελοτέηπ οικουμενικών χειρονομιών.

    (Γιάννης Πατίλης, «Ελληνικό αύριο», Υπέρ των καρπών, 1977)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: