Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (159ο): «Επαρχία»…

 

 

-Γ. Ρίτσος, «Της επαρχίας»

«Ήσυχες, φτωχικές Κυριακές της επαρχίας

Με τα λαμπρά λιογέρματα, με τις ανύπαντρες γυναίκες,

Με τα ποτήρια στο τραπέζι, τις μύγες, τα φύλλα.

Ό,τι κι αν λέγαμε ήταν πρόσθετο και ξένο.

(Γ. Ρίταος, Ποιήματα, τ. 4ος, Κέδρος)

 

 

 

-ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, «Θάνατος στην επαρχία»

( ανάμνηση Κ.Γ. Καρυωτάκη )

«Τα νιάτα τους σημαία διπλωμένη.
Φαρμάκι πίνουν όρθιοι να σταθούν.
Τις Ώρες που γυρνούν οι πεθαμένοι
μονάχα αυτοί με λύπη τούς πενθούν.

Ανώνυμα συχνά τα γράμματά τους.
Κατασκευάζουν σχέσεις και δεσμούς.
Λιωμένο ρούχο γίνεται η καρδιά τους.
Μεθούν κι έχουν συχνά παροξυσμούς.

Στα μαγαζιά τους στέκουν στοιχειωμένοι.
Στο θλιβερό υπάλληλο ξεσπούν.
Σε μια κηδεία όλοι παγωμένοι
τους φίλους σαν εχθρούς ακολουθούν.

Με τις γυναίκες ζουν δυστυχισμένα
–έχουν πολέμους, λες, με Αγαρηνούς–.
Κι όλα κρυφά, σιγά κι αρρωστημένα
μην ακουστούν ποτέ στους διπλανούς.

Γερνούν, παραφυλούν, κατασκοπεύουν.
Κλειστές οι πόρτες. Ξέρουν και τι τρως.
Με κόλπο δυο φτερά κρυφά σου κλέβουν.
Το μίσος γιατρικό τους και γιατρός.

Στα καφενεία μόνοι τους συχνάζουν.
Πίνουν καφέ. Κοιτούν ποιος τους κοιτά.
Γελούν μ’ ό,τι συμβεί και σχολιάζουν.
Χιονίζει απόψε φως του θανατά.

Κορίτσια λυρικά τα όνειρά τους –
θα γίνουν σκύλες αν τους αρνηθούν.
Ξαναμετρούν με τρόμο τα έξοδά τους.
Αγρίεψε η ζωή. Θα τρελαθούν.

Γυναίκες, που είχαν μοίρα για να γίνουν
ποτάμια, δέντρα κι άστρα με φιλιά,
το σώμα τους μονάχες πια το γδύνουν
και στον καθρέφτη ακούν την πιστολιά.

Στο τέλος ζουν μες στα γηροκομεία
κι ο αγέρας έξω αφρίζει και λυσσά.
Τις σάρκες της θα τρώει η επαρχία
ντυμένη τέτοιες ώρες στα χρυσά.

(Η Πόρτα της Πηνελόπης, Καστανιώτης)

 

 

 

 

-Κώστας Ουράνης, «Οἱ νέες τῶν ἐπαρχιῶν»

Ι

Τὶς νέες συλλογίζομαι στὶς ἀπομακρυσμένες
τὶς ἐπαρχίες, τὰ χλωμὰ καὶ κρύα δειλινά,
ὅταν πίσω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοὺς κοιτᾶν στηλὰ τὸ δρόμο
κι ἀναστενάζουνε, γιατὶ κανένας δὲν περνᾷ…

Τὶς συλλογιέμαι στὶς θαμπὲς τοῦ φθινοπώρου ἡμέρες,
ὅταν κοιτᾶνε τὴ βροχὴ νὰ πέφτει στὴν αὐλή τους
κι ἀνασηκώνουν στοὺς στενούς τους ὤμους τους τὸ σάλι,
γιατὶ ἕνα ρῖγος παγερὸ νιώθουν ὡς τὴν ψυχή τους…

ΙΙ

Συλλογιστήκατε ποτὲ τὶς νέες στὶς ἐπαρχίες,
ποὺ περιμένουνε νὰ ῾ρθεῖ, τὸ βράδυ, ἡ ἐφημερίδα,
γιὰ νὰ διαβάσουν ἄπληστα τὸ μυθιστόρημά της
καὶ νὰ μάθουν τί ἀπόγινε ἡ ὄμορφη ἡρωίδα;

Ποὺ ἀνταλλάσσουν κάρτ-ποστὰλ -«ἰδίως τοπία καὶ ἂνθη»-
καὶ διατηροῦν ρομαντική, κρυφά, ἀλληλογραφία
μ᾿ ἕνα ἄγνωστον, ποὺ μ᾿ ἄπειρα χαρίσματα τὸν πλάθουν
κι ἐκεῖνος εἶναι ἕνας γραφεὺς σὲ κάποια Δημαρχία;

Ποὺ γράφουν καλλιγραφικὰ -καὶ μ᾿ ἀνορθογραφίες-
«σκέψεις» μὲς σὲ λευκώματα παρμένες στὰ βιβλία
καὶ ποὺ μὲ μελαγχολικὰ ψευδώνυμα ὑπογράφουν,
ὅπως: «Ἀνέραστος Ψυχή» ἢ «Θλιβερὰ Καρδία»;

ΙΙΙ

Ἐγὼ τὶς συλλογίζουμαι τὶς νέες αὐτές, ποὺ εἶναι
τῆς Ἔμμας Μποβαρὺ ἀδερφὲς -καὶ πάντα καρτερᾶνε
τὸ Νέο τὸ ρομαντικό, τὸν πλούσιο, τὸν ὡραῖο,
ποὺ θὰ τοὺς δώσει τὴ λαμπρὴ ζωὴ ποὺ λαχταρᾶνε…

Πότε θὰ ῾ρθεῖ; Πότε θὰ ῾ρθεί ἀπὸ τὸ γαλανὸ
βασίλειο τῆς Χίμαιρας, μ᾿ ἐρωτικὰ ἀνοιγμένη
τὴν ἀγκαλιά, καὶ νὰ τὸν δοῦν νὰ τοὺς χαμογελᾶ;
Τάχα γιατί τόσο πολὺ ν᾿ ἀργεῖ; Τί περιμένει;

Δὲν ξέρει πῶς στὴν πένθιμη αὐτὴν ἀναμονὴ
λιώνουν οἱ ἄσπρες τους ψυχὲς σὰ μάταιες λαμπάδες;
Καὶ δὲ φοβᾶται, σὰ θὰ ῾ρθεῖ μιὰ μέρα, νὰ μὴ βρεῖ
σβηστὸ τὸ φῶς καὶ -ἀλίμονο- νεκρὲς τὶς Ἑστιάδες;

Πότε θὰ ῾ρθεῖ; Κατάμονες καὶ θλιβερὲς στὸ σπίτι
-στοῦ φθινοπώρου τὰ χλωμὰ καὶ κρύα δειλινά-
οἱ νέες τῶν ἐπαρχιῶν κοιτᾶν στηλᾶ τὸ δρόμο
κι ἀναστενάζουνε, γιατὶ κανένας δὲν περνᾷ…

 

 

 

 

-Ζυλ Λαφόργκ,  «Η ΘΡΗΝΩΔΙΑ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ»  

 

«Ω! να η Σελήνη φουσκωτή,
σαν ένα ολόγιομο πουγκί.

Μια σάλπιγγα μακριά σημαίνει…
Ο κύριος πάρεδρος διαβαίνει.
Παίζει ένα πιάνο μέσ’ στο βράδυ,
μια γάτα τρέχει στο σκοτάδι.
κι αποκοιμιέται η επαρχία!…
Με μια στερνή του συγχορδία
το πιάνο κλει το σκέπασμά του.
Τι ώρα να ’ναι απάνου κάτου;
Τι εξορία, φτωχιά Σελήνη!
Πρέπει να πούμε «τι να γίνει;»
Λοιπόν, Σελήνη — που όλ’ οι τόποι
σε χαίρουνται όμοια κι όλ’ οι ανθρώποι,
του Παρισιού είδες τα οχυρά,
του Μισουρή χτες τα νερά,
της Νορβηγίας τα γαλανά
τα φιόρδ. Τους πόλους, τα βουνά…
Καλότυχη, που βλέπεις τώρα,
σ’ αυτή την ήσυχη την ώρα.
του γάμου της τη συνοδεία!
Φύγανε, λέει, για τη Σκωτία…
Τι γλέντι, αν πάρει μια φορά
τους στίχους μου στα σοβαρά!
Σελήνη, αλήτισσα κι ωραία,
στον πόνο ας γίνουμε παρέα…
Έχω, ως πεθαίνω, ω θεία βραδιά,
την επαρχία μέσ’ στην καρδιά!
 
Κι είναι η Σελήνη σα γριά
που έχει μπαμπάκια μέσ’ στ’ αυτιά.

(μτφρ. Αιμιλία Δάφνη, http://ebooks.edu.gr/)

 

 

 

-Γιώργος Ιωάννου, «ΣΕ ΕΠΑΡΧΙΑ ΜΑΚΡΙΝΗ»

«Σε επαρχία μακρινή δημόσιος υπάλληλος.
Κονταίνει κάθε μέρα μέσα του η κραυγή
Ζήτω ηΕλευθερία• γιατί κι αυτή καλή
όμως γλυκό και το ψωμί – πράγματα
τόσο για την ώρα ασυμβίβαστα.
Διάφοροι κι απίθανοι επαγρυπνούν τριγύρω του.
Η ευτυχία ονομάζεται εδώ εφημερίς
– του κυβερνώντος, εννοείται, κόμματος.
Κάθε καφές κι ένα καινούριο όνειρο
προορισμένο σε μιαν ώρα να στεγνώσει.
Και μόνο τις αργίες όταν κρύβεται
στο ξένο του δωμάτιο, κάπως σα να ξεχνιέται,
ίσως να ξαναζεί.»

(http://tritolykkalam.blogspot.gr/2015/04/24.html)

 

 

 

-Θανάσης Κωσταβάρας, «ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΣ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ»

«Κατακαλόκαιρο, μεσημέρι, σε ασπρόμαυρο όνειρο.

Πέρα από τα περιβόλια και τους Μπαξέδες.
Πέρα από τ’ Αϊγιοργίτικα σπίτια.
Προς τα χωράφια που απλώνονταν ως την Άλλη Μεριά.

Μαζεύοντας –παιδιά– κάτω απ’ τον ήλιο, βατόμουρα.

Κι αντίκρυ, ο αδερφός μου, άσπρος όπως το χιόνι.
Μ’ έναν αιφνίδιο τρόμο κοιτάζοντας.
Βαθιά στο μάκρος του δρόμου•
όπου μέσα από σύννεφο σκόνης
προχωρούσε το κάρο με τα τέσσερα κατάμαυρα άλογα.

Με τον καροτσέρη πάνω αδύνατο, σχεδόν οστεώδη.
Σχεδόν δίχως πρόσωπο.
Με το πρόσωπο λιωμένο
κάτω από την καυτή αντηλιά.

Και ψηλά, πολύ ψηλά τα γεράκια.
Σκίζοντας αργά, σάμπως ακίνητα, τον αέρα.

Κι όλα βουβά πέρα ως πέρα και σάμπως ρευστά και τρεμώδη.
Και σάμπως φανταστικά μέσα στο θάμπος της μέρας κι ασάλευτα.

Μα ούτε λύπη μέσα μου, ούτε φόβος.
Πάρεξ μια ομορφιά μόνο, αβάσταχτη, που μου κεντούσε τα μάτια.
Και μια ευτυχία που σμίγαμε πάλι, παιδιά.

Μακριά, στα χωράφια που απλώνονταν
πριν από την Άλλη Μεριά.

Μαζεύοντας, κάτω από έναν κάτασπρο ήλιο, βατόμουρα.

(Από το «ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΟΣ» – 1993)

Advertisements

Single Post Navigation

18 thoughts on “Πες το με ποίηση (159ο): «Επαρχία»…

  1. Γιάννη, προσπάθησα τουλάχιστον 5-6 φορές να σου στείλω τη συγκομιδή μου, αλλά στάθηκε αδύνατο.
    Γιατί άραγε;
    Δοκιμάζω για τελευταία φορά.

  2. 1. Ὁ μικρὸς επαρχιώτης

    Ἔφερες στὴν πρωτεύουσα τὰ παιδικά σου μάτια
    καὶ τὰ κουμπιὰ καὶ τὰ χρυσὰ σειρήτια τοῦ λυκείου.
    Ἐν’ ἄρωμα ἀπὸ λεμονιὲς κλειστὲς σὲ περιβόλια
    κι ἀπ’ τ’ ἄνθη, στῆς Ἐπισκοπῆς ποὺ ἀνθίζανε τὸν κῆπο.

    Κι ἀκόμα ἔφερες μιὰ δειλὴ ψυχούλα, πληγωμένη
    ἀπ’ τοῦ διαβήτη τὶς γωνίες κι ἀπ’ τοὺς σκληροὺς κανόνες.
    Καὶ τώρα, πές μου, ποὺ θὰ πᾶς, κλεισμένος στὰ κουμπιά σου,
    νὰ δώσεις τὴν ψυχούλα αὐτή, τὴ μαθηματική;

    Τώρα φοβᾶσαι νὰ κοιτᾶς ἀπ’ τὶς γερμένες θύρες,
    ποὺ μιὰ κρυμμένη ὑπόσχεση κρατοῦν μὲς στὴ σκιά τους.
    Φοβᾶσαι ἀκόμα (καὶ τὰ μαῦρα μάτια σου βουρκώνουν)
    μὴ βροῦν ἀστεία τὴν ἄμαθη ψυχή σου καὶ γελάσουν.

    Μὰ ἐγὼ τὸ ξέρω. Κάποιαν ὥρα ρόδινη τοῦ θέρους,
    περνώντας ἀπ’ τὴ σκοτεινὴ μισογερμένη θύρα,
    στὰ φαγωμένα καὶ παλιὰ σκαλιὰ θὰ ἰδῶ ριγμένο
    (σὰν πτῶμα κάποιου ποὺ κρυφὰ σκοτώσανε τὴ νύχτα)
    ἕνα χιτώνιο παιδικό, μὲ τὰ χρυσὰ σειρήτια.

    ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

    *****

    2. Ένας επαρχιώτης Προμηθέας.

    Αν ψάξεις πιο προσεκτικά τον βρίσκεις
    τον άλλον
    που κρύβεται μέσα σου.
    Τον ονομάζεις εαυτό
    τον αλυσοδένεις
    λες πως ξεμπέρδεψες μαζί του.

    Όμως καμιά φορά μπορεί και να λυθεί
    ν’ αλλάξει σε αρπακτικό πουλί, σε γύπα.
    κι εσύ να γίνεις ένας επαρχιώτης Προμηθέας
    που συνεχώς ξαναγεννιέται το συκώτι του
    ώσπου να σε λυτρώσει
    να λύσει τα μυστήρια
    ένας συνταξιούχος Ηρακλής
    ας πούμε Πουαρό.

    Καλά όλα αυτά.
    Ε, κι αν δεν τα καταφέρεις
    οριστικά να ξεμπερδέψεις με τον άλλο
    δε χάθηκε ο κόσμος.
    Στο κάτω, κάτω για πλάσματα φαντασίας μιλάμε.

    TITOΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, «Συγκατοίκηση με το παρόν», εκδόσεις Κέδρος, 2011

    *****

    Επαρχιακός σταθμός, Πέτρος Πανδής

    3. ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

    Είναι τα μάτια σου επαρχιακός σταθμός
    και τα ματόκλαδά σου ραγισμένα,
    κάτω απ’ το μαύρο σου παλτό, ένας λυγμός
    σου λέει παραμύθια για ταξίδια περασμένα.

    Μέσα στις λάσπες τα τακούνια σου βαθιά βουλιάζουν
    και βοήθεια δε ζητάνε,
    πότε με λες Χριστό και πότε Βαραββά,
    κι εσένα, δυο Μαγδαληνές μέσα σου σπαρταράνε.

    Όταν, αργά θα κλείνουνε τα καφενεία
    κι ούτε μια μάνα στους σταθμούς, ούτε και στρατιώτες
    κι όλα θα μοιάζουνε μ’ ασπρόμαυρη ταινία
    τότε κι εμείς θα σμίξουμε οι δυο μας, τότες.

    Αγγελική Ελευθερίου

    *****

    4. ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
    ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΑ

    Life is short.
    Art is long.
    H Ζωή είναι κοντή.
    Η Άρτα είναι μακριά.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΟΥΛΙΆΡΑΣ, Ανθολογία Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, Ντουντούμης

    *****

    5. Οι ασάλευτες κυρίες των επαρχιών

    Βρίσκω στις επαρχίες που τριγυρίζω
    κάποιες κυρίες θλιμμένες και χλωμές,
    που ζούνε πάντα σ’ ένα χάος γκρίζο
    γεμάτο πλήξη, ανία και τιμές.

    Στα σκοτεινά σαλόνια τους κινούνται
    σαν τις ψυχές στον Άδη, έτσι θαρρώ.
    Έρχονται οι ξένοι, μάταια συγκινούνται
    και προσφέρουν το χέρι τους το αβρό.

    Πόσα χεράκια τέτοια έχω φιλήσει!
    Ήτανε κρύα, παγωμένα, νεκρικά,
    σάμπως να τα ‘χε ο θάνατος αγγίσει
    μάταια κι αυτός και δοκιμαστικά.

    Στις πληχτικές εκείνες ατμοσφαίρες
    του κάκου οι ερωτικοί χτυπούν παλμοί,
    ζωντανεύουν σα φίδια οι χρυσές βέρες
    και πνίγουν της καρδιάς την όποια ορμή!

    Οι σύζυγοι αυστηρή εθιμοτυπία
    κρατούν μαζί τους και τις απατούν.
    Κάπου κάπου ξεσπά η ζηλοτυπία,
    μα συγγνώμη αυτές πρώτες τους ζητούν.

    Παιδιά δεν έχουν. Στείρες ή είχαν ένα
    και πέθανε μικρό από ιλαρά.
    Φυλάν λίγα μαλλάκια του κρυμμένα,
    τα βλέπουνε και κλαιν κάθε φορά.

    Στη μουσική ζητούν παραμυθία
    και στ’ αυθόρμητα δάκρυα πού και πού.
    Α, ναι! Πολλές ιδρύουν και σωματεία
    θρησκευτικού η κοινωνικού σκοπού.

    Παράξενα που με κοιτούν τον πλάνο
    οι ασάλευτες κυρίες των επαρχιών!
    Μόλις φύγω καθίζουνε στο πιάνο
    να γεμίσουν το χάος των καρδιών.

    Μα τίποτε ποτέ δε θα γεμίσει
    της ζωής τους το απέραντο κενό…
    Πόσες τέτοιες κυρίες έχω γνωρίσει.
    Με θυμούνται; Καμιά δε λησμονώ.

    Γεώργιος Αθάνας, Ποιητική Ανθολογία Παπύρου (Βίπερ 100), σελίδες 16-17.

    ΤΣΑΜΙΚΟΣ (επαρχιώτης στην Ομόνοια)

  3. Ciao Aggeliki!!!… Ζόρικο το θέμα… Δεν πειράζει, ό, τι βρούμε…

    -Χρίστος Λάσκαρης, «Ξενοδοχείο Η Αρκαδία»

    «Γι’ αυτόν,
    που έχει σε ξενοδοχείο μόλις καταλύσει
    πόλης επαρχιακής και άγνωστης,
    που η κάμαρη
    με τους πελώριους ίσκιους τον φοβίζει,
    με την καράφα και τη μια καρέκλα της,
    η έξοδος στο δρόμο είναι παρηγοριά
    μέσα στα φώτα να βρεθεί και μες στην κίνηση,
    στις ομιλίες των ανθρώπων.»
    (http://www.flytoistros.com/laskaris/laskaris-poems.php)

    -Χρίστος Λάσκαρης, «Εγκατάλειψη»

    «Έβρεχε,
    έβρεχε πολύ
    κι είχε βουλιάξει η ψυχή
    στην υγρασία.
    ακόμη μια χαμένη Κυριακή,
    εδώ, στην επαρχία.»
    (http://www.flytoistros.com/laskaris/laskaris-poems.php)

    -Θανάσης Κωσταβάρας, «ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΣ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ»

    «Κατακαλόκαιρο, μεσημέρι, σε ασπρόμαυρο όνειρο.
    Πέρα από τα περιβόλια και τους Μπαξέδες.
    Πέρα από τ’ Αϊγιοργίτικα σπίτια.
    Προς τα χωράφια που απλώνονταν ως την Άλλη Μεριά.
    Μαζεύοντας –παιδιά– κάτω απ’ τον ήλιο, βατόμουρα.
    Κι αντίκρυ, ο αδερφός μου, άσπρος όπως το χιόνι.
    Μ’ έναν αιφνίδιο τρόμο κοιτάζοντας.
    Βαθιά στο μάκρος του δρόμου•
    όπου μέσα από σύννεφο σκόνης
    προχωρούσε το κάρο με τα τέσσερα κατάμαυρα άλογα.
    Με τον καροτσέρη πάνω αδύνατο, σχεδόν οστεώδη.
    Σχεδόν δίχως πρόσωπο.
    Με το πρόσωπο λιωμένο
    κάτω από την καυτή αντηλιά.
    Και ψηλά, πολύ ψηλά τα γεράκια.
    Σκίζοντας αργά, σάμπως ακίνητα, τον αέρα.
    Κι όλα βουβά πέρα ως πέρα και σάμπως ρευστά και τρεμώδη.
    Και σάμπως φανταστικά μέσα στο θάμπος της μέρας κι ασάλευτα.
    Μα ούτε λύπη μέσα μου, ούτε φόβος.
    Πάρεξ μια ομορφιά μόνο, αβάσταχτη, που μου κεντούσε τα μάτια.
    Και μια ευτυχία που σμίγαμε πάλι, παιδιά.
    Μακριά, στα χωράφια που απλώνονταν
    πριν από την Άλλη Μεριά.
    Μαζεύοντας, κάτω από έναν κάτασπρο ήλιο, βατόμουρα.
    (Από το «ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΟΣ» – 1993)

  4. Τα σχόλια δεν με γουστάρουν. Είναι αδύνατο να στείλω ούτε ένα ποίημα.
    Να σου στείλω μειλ;
    Τι να κάνω;

  5. ΟΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ
    Μνήμη Καρυωτάκη

    Στήν ἐπαρχία πού ἔζησα παλιά, οἱ Κυριακές
    ἔμοιαζαν μέ ἀργόσυρτες κηδεῖες.

    Συχνά ἐρήμωνε τούς δρόμους μιά βροχή,
    ἐπίμονη καί σιγανή, ὅπως ὅλες οἱ βροχές
    θαρρῶ στήν ἐπαρχία.

    Καί ἡ σιωπή ἀκίνητη στή μέση τοῦ δρόμου,
    ψόφιο σκυλί.

    Καμπάνες τοῦ ἑσπερινοῦ ἀργότερα.

    Ὅλα τόν τραγικό τους αὐτόχειρα ἀνακαλοῦσαν·
    τά σκυθρωπά, κλειστά μαγαζάκια στή σειρά
    τό νυσταγμένο φαρμακεῖο στή γωνιά
    τό μακρυνό τοῦ τρένου σφύριγμα.

    Ἄ, Κυριακές τῆς ἐπαρχίας πού ἔζησα παλιά,
    καλοντυμένες, καλοχτενισμένες, βαρετές.

    KΩΣΤΑΣ ΠΑΣΒΑΝΤΗΣ

  6. 7. ΕΠΑΡΧΙΑ 1951

    Πόσο πλήξαμε σ΄αυτό τον τόπο
    Με μια θλιμμένη νεραντζιά π΄ανθίζει και πεθαίνει
    Με μια καρδιά που περιπατεί
    Ίδιο σκυφτή φθινόπωρο ίδιο σκυφτή στον ήλιο.
    Μας κούρασε κι ο δρόμος
    Να σέρνεται με τα άλογα τα’ αστέρια τους ανθρώπους
    Πρόσωπα τόσο γνώριμα μες΄του καιρού τη σκόνη
    Φτηνά ξεπερασμένα.
    Είναι κι ένα βιβλίο
    Που μείναμε διαβάζοντας την πρώτη του σελίδα
    Μια ιστορία που εξέφτησε αμέσως.
    Κι απάνω μας ο ουρανός
    Με τα μαγουλά του στα δυο του χέρια
    Σάμπως να σκέφτεται την ξέρα την απέραντη
    Που μήτε μια ώρα δεν εκάρπισε
    Κι ούτε μια προσδοκία δεν φυτρώνει.
    Αλήθεια η επαρχία του Τάκη Δόξα μήτε μιαν ώρα δεν εκάρπισε ούτε μια προσδοκία δεν φυτρώνει.

    Τάκης Δόξας

    *****

    8. ΕΠΑΡΧΙΩΤΕΣ

    Είναι στην επαρχία τούτη δω ανιαρός ο βίος
    Που το ρυθμό του τίποτα δεν έρχεται ν΄ αλλάξει
    Κι έχει στα χείλη μας από καιρό η αηδία φράξει
    Το σφύριγμα που θα’ βγαινε για να μας ευθυμήσει.

    Τάκης Δόξας

    *****

    9. ΒΡΑΔΥ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ

    Τίποτε το νέο δεν θα ιδείς σ΄ αυτήν την επαρχία
    Σαν το βράδυ απ΄το σπίτι σου θα βγεις να σεργιανίσεις
    Στους δρόμους όξω, θέλοντας να πας να ξεσκοτίσεις
    Απ΄ της ημέρας την πολλή κι επίπονη εργασία.

    Τάκης Δόξας

  7. 10. [Της Επαρχίας]

    Έρημη πλατεία.
    Υπνωτισμένοι γέροι, ψίθυροι παιδιών.
    Σκυλιά που έχουν χρόνια να γαβγίσουν.
    Ξεχασμένο μεσημέρι γλίστρησε από ημερολόγιο τοίχου.
    Μ’ έναν ήλιο-θάνατο να λούζει τα πάντα με κίτρινο.
    Σημείο μηδέν.

    Κυρίες στολισμένες με παιδιά και ψώνια.
    Διαγώνιες ματιές μοιράζουν υπονοούμενα.
    Αναζητούν ένα έγκλημα να διηγηθούν στο οικογενειακό τραπέζι.
    Μ’ ένα άγγιγμα θα καταρρεύσουν.

    Μοναχά ένας τρελός παρεμβαίνει με μπαλόνια και μπογιές.
    Φοράει χειμωνιάτικα, προκαλεί τον Θεό, καταριέται τους αμερικάνους.
    Κάνει ό,τι μπορεί.

    Λυτρωτική μακαριότητα επαρχιακής πόλης.
    Μάταια ψάχνω στα στενά για μία αφορμή.
    Εδώ όλα μοιάζουν – κλέφτες κι αστυνόμοι τριτοξάδερφα.
    Να επιστρέψω πρέπει.
    Πόση ευτυχία να καταγράψει κανείς;

    Γκρεμίστε τα τείχη να γυρίσω.
    Προτού να με βρει ο χειμώνας και με κοιμίσει στα παγκάκια της η έρημη πλατεία.
    Προτού μάθω πώς να κοιτάω τη δουλειά μου.
    Προτού πειστώ ότι αυτό είναι το σωστό.

    Νίκος Γκαμαρλιάς

    *****

    11. Ο έρωτας στην επαρχία

    Ταξιδεύουν στον χρόνο:
    Λόγια που βάφουν ερυθρά την σιωπή και πανσέδες
    Που κρυφογέρνουνε το κεφαλάκι τους
    Να πουν το φοβερό τους χρωματιστό μυστικό.
    Στο μπαλκόνι η Ελένη ποτίζει.
    Ωραία τα μαλλιά της κυματίζουν σαν μία σημαία μελαχρινή.
    Βλέπω τα μάτια της.
    Εκείνα που δονούν την επαρχία σαν σεισμός που την καρδιά μου αναστατώνει.
    Μου ρίχνει μια κλεφτή ματιά.
    Ο έρωτας περιστρέφεται γύρω από κάτι που δεν είπα και δεν είπες.

    ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ

    *****

    12. ΜΙΚΡΗ ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΟΜΑΔΑ

    Μες στους πολλούς σάς χαιρετάω κι εγώ,
    κόκκινοι αλαβαρδιάνοι μου,
    βγαλμένοι
    μεσ’ απ’ τη γενέθλια γη, και του λαού της όλου
    αγαπημένοι.
    Τους αγώνες σας τους παρακολουθώ με αγωνία.
    Το αγνοείτε, αλλά παίζοντας
    εκφράζετε πανάρχαια πράγματα
    υπερθαύμαστα
    στο πράσινο επάνω τερραίν, στον αέρα, στου χειμώνα
    τους πεντακάθαρους ήλιους.

    Το άγχος
    που ασπρίζει σε μια νύχτα μέσα τα μαλλιά, εγώ σας λέω
    είναι μακριά, πολύ μακριά σας. Η δόξα
    κατεβαίνει κι ένα χαμόγελο σάς δίνει φευγαλέο:
    ό,τι καλύτερο διαθέτει. Ανάμεσά σας
    χαράς χειρονομίες και αγκαλιάσματα τρέχουν μαζί.

    Νέοι είσαστε – του καθενός η μάνα ακόμα ζει·
    να την υπερασπίζεστε σάς βάζει ο άνεμος. Σας αγαπάει
    και γι’ αυτό ο ποιητής – ίσως αλλιώς
    από τους άλλους, μα με την ίδια κι εκείνος συγκίνηση.

    UMBERTO SABA, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

  8. 13.Ποιητής στην Επαρχία

    Άκουσε την σιωπή ανάμεσα στα φωνήεντα των δέντρων
    ξεναγήθηκε μετά στους τρούλους των λέξεων
    δίνοντας αφορμή στην σελήνη να του λέει τα παραμύθια
    που άκουσε παιδί.

    Τελικά ήταν κάτοικος μιας άλλης χώρας και τώρα εξόριστος
    ιερουργούσε επανάληψη εν είδη ανούσιας τελετής.

    Συνταξιούχος των ονείρων απολάμβανε την ακηδία του
    όπως οι γέροντες που κάθονται ως μαύρα χαλασμένα δόντια
    στα παγκάκια του λιμανιού περιμένοντας
    ένα καράβι που ποτέ δεν θα έρθει ένα αύριο που δεν θέλουν να φτάσει.

    Όταν γυρίζει σπίτι βρίσκει παντελονάκια με στίχους
    κυρίως από τα παιδικά του χρόνια.
    Τους παραδίδει αυθωρεί στην γυναίκα του με τρομαγμένα χέρια.

    Η γυναίκα του ενοχλείται ιδιαίτερα από τα σύμφωνα,
    τα οποία διαθέτουν οξύτατες γωνίες και τραυματίζουν τους μην προσέχοντες.
    Αφού καθαρίσει καλά τα ποιήματα ώστε να μην φαίνονται
    θα του πει υψιφώνως «πολλά ευ για έναν τόπον μικρότατον, είναι πλεονασμός.
    Πήγαινε αμέσως να φτιάξεις το καζανάκι. Ουδεμία άλλη έχεις προοπτική»

    Σκαλίζοντας τότε στους βυθούς, θα σηκώσει το βλέμμα
    και εκ του παραθύρου της τουαλέτας θα δει και αυτός,
    έναν ήλιο, φωτεινότατο άστρο.

    Νίκος Βαραλής

    *****

    14. Σ΄ ένα ποίημα μπορείς να προσφέρεις
    τη βαθύτητα της σκέψης σου ή τη ρηχότητα της ζωής σου
    Στο πρώτο θα καγχάσουνε
    στο δεύτερο θα σε πάρουν στο ψιλό
    Σύντροφε ποιητή σίγουρα ξέρεις ότι
    αυτή είναι η μοίρα του επαρχιώτη ποιητή
    να εκλιπαρεί τους πρωτευουσιάνους λόγιους
    για μια καλή κουβέντα, έναν ψιλοέπαινο
    κι αντ΄ αυτού να εισπράττει δούλεμα και κοροϊδία (…).

    Αλέξανδρος Αραμπατζής, «Ποιήματα μικρόσωμα, άσωτα και φαντασμένα στο όρια του πολίτικαλ κορέκτ»

    *****

    15. Μ΄ αρέσουνε οι κριτικοί
    μ΄ αρέσουν κι οι Βολιώτες
    αρέσει κι ο τσαμπουκαλής που στραμπουλάει κότες
    λυκόπουλα, γαλόπουλα ναρκίσσους κατιφέδες
    που σειέται κλαίει ακκίζεται
    ως ζεν πρεμιέ πίνοντας σκατς με ολίγη από κεφτέδες
    Αθήνα και περίχωρα γίνανε άνω κάτω
    φεύγουν οι μεν στις εξοχές του Δίου
    κι άλλοι κλείνουνε βραδιές στον Ιανό Σταδίου.

    Κώστας Κρεμμύδας, «Ποιήματα μικρόσωμα, άσωτα και φαντασμένα στο όρια του πολίτικαλ κορέκτ»

  9. Ας κρατήσουν οι χοροί/ και θα βρούμε αλλιώτικα
    στέκια επαρχιώτικα- Διονύσης Σαββόπουλος

    16. «ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ»
    1.
    Ἦρθαν ὅμως οἱ καιροί, ποὺ δὲν τραβάει ἄλλο πιά, ἡ κάθε θρησκεία νὰ
    ὁρίζεται πίστη σὲ ἕνα πρόσωπο ποὺ ϕιγουράρει σὰν θεὸς
    σὲ ἕνα ὄνομα
    σὲ ἕναν κανόνα
    σὲ μία εὐταξία·
    ἦρθε ἡ στιγμὴ ποὺ ἡ κάθε θρησκεία, θέλει δὲν θέλει, θὰ πάψει νὰ ἐπι-
    μένει νὰ εἶναι ἐκκλησία
    νὰ εἶναι ὀργανωμένη ἐξουσία
    καὶ νὰ ἀναθέτει τὴ διαχείρηση τῆς αὐτοπροστασίας της στὴ βία καὶ
    στὴν κακουργία.
    Παραμένει, λέει, ὁ Χριστὸς αὐτὸ ποὺ ἦταν πάντα·
    καθόλου ὁ ὑπερθετικὸς τῶν θετικῶν ἰδιοτήτων
    καθόλου τὸ βάθος τῶν βαθῶν
    μὰ
    ἁπλή, λιτή, πνευματικὴ ἐμπειρία
    τίποτε περισσότερο
    τίποτε λιγότερο
    τίποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ αὐτὸ
    καὶ μόνον αὐτό·
    γιατί ἡ πνευματικότητα δὲν ἔχει ὄνομα
    δὲν ἔχει ἐξουσία
    δὲν ἔχει παθολογικοὺς ἰσχυρισμούς, γιατί ἁπλὰ δὲν ἔχει τὴν κληρονο-
    μιὰ κάποιου θείου ὀνοματεπώνυμου νὰ διαχειριστεῖ
    καὶ γιὰ δική της ὠμὴ χρησιμοθηρία νὰ ἐκμεταλλευτεῖ
    μὲ τρόπο ἀνθρωποϕάγο νὰ καταχραστεῖ.
    Δὲν τὴν ἐνδιαϕέρει νὰ λέγεται
    χριστιανισμὸς
    μωαμεθανισμὸς
    βουδισμὸς
    ἰνδοϊσμὸς
    κομϕουκιανισμὸς
    ἰουδαϊσμὸς
    ἢ ὅπως ἀλλιῶς·
    τὸ ἐπιβεβαιώνουν καὶ τὰ ραπόρτα τῶν ρουϕιάνων τῆς ἐπίγειας θεο-
    κρατίας·
    ἐντοπίστηκαν λέει σὲ μπαράκι λάτιν

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ, [Απόσπασμα] ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2012

    *****

    17. Ο ΜΥΘΟΣ ΕΝΟΣ ΧΑΜΕΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

    Δεν έκανε τίποτα σε κείνο τον ήσυχο τόπο
    Έβλεπε δένδρα ν’ ασωτεύουν
    Τον ήλιο να μαδάει τα φτερά του
    Τα κορίτσια να φεύγουν με το δειλινό
    Τη ζωή να λιώνει μες τη βροχή

    Τα βράδια έμενε κατάμονος
    Θυμόταν τα βουνά που δεν πρόφθανε ν΄ ανέβει
    Το φεγγάρι που του έκαψε τις παλάμες
    Τα λόγια της νύχτας που του χτυπούσαν
    τα παράθυρα
    Θυμόταν τους ίσκιους των θεών
    Που τους έθαψαν τα χιόνια
    Πριν ακόμη δει το γέλιο τους
    Να πλαταγιάζει στον κάμπο.

    Δεν ταξίδεψε ποτές από κείνο τον ήσυχο τόπο
    Ένα βράδυ μονάχα έσκουξε μια κουκουβάγια
    Κι όλοι είπαν πως ήταν κραυγή της ψυχής του
    Που έφυγε.

    ΤΑΚΗΣ ΔΟΞΑΣ

    *****

    18. Κι εσύ Ελένη και κάθε Ελένη
    της επαρχίας, της Αθήνας κοιμωμένη

    Μπάμπης Τσικληρόπουλος

    *****

    19. ΕΠΑΡΧΙΑ

    Πόσος θάνατος κυκλοφορεῖ στοὺς δρόμους,
    πόσος καλοντυμένος θάνατος:
    ἄντρες μὲς στ’ ἀκριβὰ κοστούμια τους
    γυναῖκες μέσα στὰ πλούσια παλτά τους.

    Δείχνουνε ζωντανοὶ
    καὶ θὰ μποροῦσες νὰ τοὺς πεῖς εὐτυχισμένους
    καθὼς μὲ δῶρα ἐπισκέψεις ἀνταλλάσσουνε.

    Μὰ τὸ βράδυ
    πού ἐπιστρέφουνε στὰ σπίτια τους
    κι ἀρχίζουν νὰ ξεντύνονται ἀργά,
    μέσα ἀπ’ τὸν καθρέφτη
    ἕνας πεθαμένος τοὺς κοιτάζει.

    ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    *****

    20. ΕΠΑΡΧΙΑ

    Πέρασε καί τό τελευταῖο τρένο.
    Τά ὄνειρα
    τραντάχτηκαν γιά μιά στιγμή
    μέσα στίς κάμαρες
    κι ὕστερα ἡσυχία,
    τίποτα.

    Ἔξω τό φεγγάρι
    ἔγλειφε τούς τοίχους.

    Χρίστος Λάσκαρης (Τέλος προγράμματος)

  10. Ελληνική επαρχία μ.Χ.

    Έφριξε σαν πήγε ο ίδιος, με τα ίδια του τα μάτια και τα είδε.

    Τόση ρεμούλα, τέτοιο χάλι πού να το φανταστεί.

    Έβγαλε ευθύς διαταγές τη μια πάνω στην άλλη,

    ήλεγξε, καυτηρίασε, τιμώρησε, κάτι να διορθώσει,

    κάτι να περισώσει απ” την καταστροφή.

    Οι άλλοι, οι από πάνω, μάθαιναν βέβαια ταχτικά τα νέα

    τον ζήλο του λαμπρού νέου επάρχου

    την ακάθεκτη έφεσή του για ευποιία, χρηστή

    φιλόπτωχο διοίκηση κ.λπ.

    Μα δεν ανησυχήσαν. «Θα του περάσει» είπαν,

    «κι άμα δεν του περάσει

    και κάνει τώρα πως δεν ξέρει,

    τον αντικαθιστούμε, τον διαγράφουμε,

    τον εξαφανίζουμε στο κάτω-κάτω.

    Το ίδιο μας κάνει συνεπώς κι αν του περάσει

    κι αν δεν του περάσει».

    Η αλήθεια είναι, πως του πέρασε και του παραπέρασε.

    Ούτε να τον παραμερίσουνε χρειάστηκε

    ούτε βέβαια -τον άνθρωπο!- να τον εξαφανίσουν.

    Ήδη, γοργά ανέρχεται κι έχει λαμπρό το μέλλον.

    Πάνος Θασίτης, συλλογή Ελεεινόν θέατρον (1980)

  11. Ciao Aggeliki!… Μου τα πήρες όλα!!… Δεν ξέρω τι συμβαίνει με την ανάρτηση των σχολίων, αλλά πάντως τα κατάφερες…

    -Θανάσης Κωσταβάρας, «Απογευματινή βόλτα στην επαρχία»

    «Συνηθισμένο απόγευμα στην πλατεία μιας πόλης.
    Σαν να είμαι καλεσμένος να διαβάσω ποιήματα.
    Βρίσκομαι στη σκηνή, έχω πάντως την αίσθηση
    πως κάτι δυσάρεστο πρόκειται να συμβεί.
    Ήδη βλέπω τα σύννεφα που σωρεύονται στον ορίζοντα.
    Συγχρόνως κλαγγή όπλων ακούγεται.
    Σαν να ετοιμάζονται να εισβάλουν τα στρατεύματα.

    Ωστόσο κανένας δε συμμετέχει στην αγωνία μου.

    Τα σύννεφα ολοένα πληθαίνουν, κατεβαίνουν πολύ χαμηλά.
    Περνούν κιόλα ξυστά πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
    Στα περίχωρα πέφτουν ντουφέκια.

    Ο κόσμος όμως αμέριμνος συνεχίζει τη βόλτα του.

    Στην απελπισία μου, για ν’ αποσπάσω την προσοχή τους
    κατεβαίνω απ’ την εξέδρα, πηγαίνω κοντά τους
    τους επισημαίνω με κάθε τρόπο τον κίνδυνο
    φτάνα ακόμα να υποδυθώ ξεχασμένες μου ιδιότητες:
    κάνω τον κλόουν, βγάζω απ’ τα μανίκια μου περιστέρια
    καταπίνω μαχαίρια, προσπαθώ να ισορροπήσω στο ‘να μου δάχτυλο.
    Τους προκαλώ.

    Αυτοί συνεχίζουν τη βόλτα τους.

    Τώρα στη σκηνή, κάτω από καταρρακτώδη βροχή
    μια τερατώδης ινγκουάνα εκτελεί κάποιο νούμερο.
    Με φωνή σπηλαιώδη τραγουδάει μιαν απίθανη άρια
    ενώ επιμένει να χορεύει, παρότι (εκτός των άλλων) κουτσή.

    Αυτοί όμως παραδόξως, στέκουν μπροστά της σαν μαγεμένοι.
    Την ακούν με ευλάβεια, τη χειροκροτούν
    τη σηκώνουν στα χέρια τους, τη δοξάζουν.
    Αδιαφορώντας αν το νερό ανεβαίνει επικίνδυνα
    αν η πόλη βουλιάζει, αν γίνεται χείμαρρος, λίμνη
    τόσο που που ρχίζω να φοβάμαι για κείνους.

    Τους ξαναβλέπω εντούτοις αργότερα, όταν η θύελλα έχει περάσει.
    Με το σώμα τους σκεπασμένο από φολίδες και λέπια
    με υμενώδη πτερύγια στη ράχη τώρα και με ουρά
    να συνεχίζουν τη βόλτα τους.

    Ακόμα κι όταν απ’ τις παρόδους
    κάνουν την εμφάνισή τους πάνω σε σχεδίες και βάρκες
    προχωρώντας αργά, κυκλωτικά, σε διάταξη μάχης
    τα πρώτα εχθρικά αποσπάσματα.

    Οπλισμένα με μακριά καμάκια και ψαροντούφεκα.

    Κάτω από τα ήρεμα νερά της πλατείας
    το πλήθος αμέριμνο συνεχίζει τη βόλτα του.»
    (από το «Στο βάθος του χρώματος», ΝΕΦΕΛΗ)

  12. …Επαρχία, επαρχία, όλα τα σφάζεις.
    Λυσσάς και ράβεις και κεντάς κι όλο σπαράζεις…

    ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

    *****

    ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ

    Φθινόπωρο στην επαρχία με πλήξη περισσή-
    Κι η Λάουρα που ερωτεύτηκες θάχει πια αποδημήσει.
    Σαν την ομίχλη η σκέψη σου ν’ ακινητεί, κι εσύ
    μες το νοσοκομείο ρεμβός να βλέπεις προς τη δύση.

    Η νευρασθένεια, η μόνωση, κι η φευγαλέα βροχή
    ν’ απασχολούν τη μνήμη σου που φθείρεται στο ημίφως.
    Νάσαι ασθενής, κι η νέα αδερφή με την αβρή ψυχή,
    να φτιάχνει μιαν υπόθεση για σε –πως είσαι γρίφος.

    Κι εσύ που μίσησες τα νέα κορίτσια πιο πολύ
    κι απ’ τα βιβλία που σ’ έμαθαν να δυστυχείς περίσσια,
    παράξενη να αισθάνεσαι στο πλάι της συστολή,
    και να μισείς την πένθιμη ομορφιά στα κυπαρίσσια.

    Να συζητείς για Μαίτερλιγκ, για Ουάιλντ ωραιοπαθείς-
    κάποτε είχες σε μια ομορφιά θανάσιμα ασελγήσει
    Συ Ντόριαν Γκρέυ προσπάθησες στη ζωή σου να σταθείς…
    Φούμαιρνες όπιο και χασίς –Θάχεις πολύ αμαρτήσει.

    Ω ναι… μα η νέα που γνώρισες με την κλειστή καρδιά
    και την επαρχιώτικη δειλία στα ωχρά της χείλη
    δεν σου θυμίζει την κυρία με τα μενεξεδιά,
    μήτε την αγοραία ηδονή που η διαφθορά σου εφίλει.

    Φθινόπωρο στην Αττική… η βροχή εξακολουθεί…
    κι η νέα που γνώρισες τυχαία μες το νοσοκομείο
    ίσως και να σε σκέπτεται εστέτ, ωραιοπαθή,
    μα ίσως να λέει πως κλείσιμο θες στο φρενοκομείο.

    ΑΝΘΟΣ ΦΙΛΗΤΆΣ

  13. ……

    -Ν. Γ. Λυκομήτρος: «Επαρχιακή οδός»

    Ο καθαρός αέρας δε με ξεγελά.
    Μπορεί να απουσιάζει η ρυπαρή οσμή της μητρόπολης
    αλλά η ατμόσφαιρα είναι εξίσου δηλητηριασμένη.
    Η διαφορά είναι ότι εδώ τηρούνται τα προσχήματα.
    Είμαστε νοικοκυραίοι εμείς.
    Ανεβοκατεβαίνουμε στην παραλία ή στον κεντρικό δρόμο,
    βηματίζοντας με μια επίπλαστη χαλαρότητα
    που αποπειράται να υπερκεράσει
    τα βλέμματα και τους ψιθύρους των παρακαθημένων.
    Ακριβά αυτοκίνητα, κομψά ρούχα και ηλεκτρονικά gadgets
    δεν επαρκούν για να καλύψουν την υποκρισία
    που αμνηστεύεται συλλογικά τις Κυριακές από άμβωνος
    ή ατομικά μέσα στο εξομολογητήριο.
    Οι οιμωγές των νεαρών κοριτσιών
    και οι κατάρες των νεαρών αγοριών
    πνίγονται πίσω από τους ασπρισμένους τοίχους
    και τη ρουστίκ επίπλωση.
    Τα όνειρά τους θρυμματίζονται εν τη γενέσει τους
    ή άμα τη εμφανίσει στην πρωτεύουσα.
    http://greekpoetics.blogspot.gr/2013/09/blog-post_26.html

    -Τσαρλς Σίμιτς, ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ
    (EMPIRE OF DREAMS)

    Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου των ονείρων μου
    Είναι πάντα βράδυ
    Σε μια κατεχόμενη χώρα.
    Ώρα πριν την απαγόρευση της κυκλοφορίας.
    Μια μικρή επαρχιακή πόλη.
    Τα σπίτια κατασκότεινα.
    Οι προσόψεις των καταστημάτων κατεστραμμένες.
    Είμαι στη γωνιά ενός δρόμου
    Όπου δεν θα έπρεπε να βρίσκομαι.
    Μόνος και δίχως πανωφόρι
    Έχω βγει έξω για να ψάξω
    Ένα μαύρο σκυλί που απαντά στο σφύριγμά μου.
    Έχω ένα είδος αποκριάτικης μάσκας
    Που φοβάμαι να φορέσω.
    http://frear.gr/?p=13453

  14. Αν δεν είναι επαρχία όλα αυτά που περιγράφει ο Γκόρπας, τότε τι είναι;

    ΝΟΣΤΑΛΓΗΣΑ

    Νοστάλγησα λαβράκι βραστό μέ πατατοῦλες αὐγολέμονο
    νά μοσχοβολάει καί ν᾿ ἀνασταίνει.

    Νοστάλγησα Ἐπιτάφιο στήν πόλη μου.

    Νοστάλγησα γκιουβέτσι στό φοῦρνο.

    Νοστάλγησα ξινόγαλο.

    Νοστάλγησα ρεβανή τῆς μάνας μου.

    Νοστάλγησα τσιγάρο ἀπό τό πακέτο τοῦ πατέρα μου.

    Νοστάλγησα συζήτηση γιά τό Νίτσε καί τόν Ντοστογιέφσκι μέ
    τόν Γιῶργο Κοτσίρα καί τόν Γιῶργο Φαγκόπουλο.

    Νοστάλγησα νά μέ πιάσει ἡ βροχή στό δρόμο νά περπατάω μές
    στή βροχή καπνίζοντας.

    Νοστάλγησα τούς πρώτους φίλους μου στό Μεσολόγγι.

    Νοστάλγησα τούς πρώτους φίλους μου στήν Ἀθήνα.

    Νοστάλγησα κορίτσια νοστάλησα γριές νά κάθονται στά σκαλιά καί
    σέ σκαμνιά ἔξω ἀπό τό σπίτι καλοκαίρια ἀλησμόνητα ἐνῶ πέφτει ὁ
    ἥλιος ἐνῶ πέφτει τό βράδυ φαντασίες καί παραμύθια ἑνωμένα μέ
    κρυφές λαχτάρες καί σκληρές πραγματικότητες.

    Ὅλα εἶναι χώρια καί μαζί λοιπόν ἄσπρα καί μαῦρα ξεχασμένα καί
    ἀξέχαστα ἀγαπημένα καί περιφρονημένα.

    Καί ἡ ποίηση δέν λέει νά τελειώσει. Ὁ οὐρανός στή γῆ ἡ γῆ στόν
    οὐρανό τό ἴδιο κάνει.

    Μυρουδιές τοῦ σώματος μυρουδιές τῆς τάξης μυρουδιές τῆς ἐξοχῆς
    μυρουδιές τοῦ καφενείου καί τῆς ταβέρνας τοῦ θαλάμου καί τῆς
    κρεβατοκάμαρας.

    Ἔβγα Γκόλφω στό μαντρί Τοῦ Κίτσου ἡ μάνα κάθονταν ὁ Γιάννος
    κ᾿ ἡ Παγώνα γαλλικά τραγούδια ἀπό τό Ράδιο Λουξεμβοῦργο καί
    τό Ράδιο Μόντε Κάρλο Ζορρό Ντάν Φόουλερ καί τό περιοδικό Ἑλλη-
    νόπουλο τοῦ Νίκου Τσεκούρα.

    Προσπαθῶ νά διασχίσω μιά σήραγγα καί νά βγῶ στό φῶς ἤ προ-
    σπαθῶ ἀπό τό σκοτάδι τῶν ἡμερῶν μας νά μπῶ σέ μιά σήραγγα
    γεμάτη φῶς;

    Καί ἀγάπη.

    ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ (Περιοδικό «Ἡ Λέξη», τ. 176, 2003)

  15. …Όντως, επαρχιώτικα!…

    *Το ίδιο νομίζω και για τα όσα περιγράφει για την παιδική του ηλικία στο Μεσολόγγι:

    -«Παιδικά χρόνια», του Θωμά Γκόρπα

    Μεγάλωσα με τα «Όχι εσύ!» «Βερεσέ δεν έχει! Έτσι να πα να πεις της μάνας σου» «Εγώ διατάζω εδώ πέρα! Τράβα όπου γουστάρεις να πα να βρεις το δίκιο σου…»

    Μεγάλωσα με μπαλωμένα ρούχα καβάλα σε τοπία όπου έπαιζαν όλες οι μουσικές της μελαγχολίας έτρεχαν οι ανοιχτές πληγές της δυστυχίας χαχάνιζαν οι ανοιχτές πληγές της προδοσίας και πότιζαν τα φαρμάκια της κοινωνίας
    καινούργια ρούχα ήταν τα φρέσκα χώματα της ερημιάς παλιά τραγούδια ήταν κιόλας τα ρεμπέτικα…

    Κατοχές επί κατοχών προδοσίες επί προδοσιών κι αυτοί που θάταν απ’ την άλλη μέρα φίλοι μου πεθαίνανε τούς παίρναν τα καράβια
    καράβια έμπαζαν νερά καράβια βούλιαζαν καράβια αργοπεθαίναν στα λιμάνια καράβια χάνονταν κι αυτοί που θάταν απ’ την άλλη μέρα φίλοι μου αυτοετραυματίζοντο απεχρωματίζοντο διορίζοντο απεμακρύνοντο κ’ ησύχαζαν
    παίζαν τον Καραγκιόζο παίζαν τον Χατζατζάρη παίζαν το σκύλο με τα τέσσερα και τα εικοσιτέσσερα μερικοί και το φίλο μου μπας και νομίσω ότι…

    Μεγάλωσα χωρίς γιαγιά και παραμύθια δίπλα στο τζάκι φτιάχνοντας παιχνίδια μόνος μου
    καραγκιόζους αυτοκινητιάκια αετούς αξούς μύλους και σερβιτσάλια και τα πούλαγα με τα λεφτά αγόραζα κουλούρια καραμέλες κάστανα χαλκομανίες πληγές χρώματα και χρωματιστά όνειρα…
    Οι παιδικοί μου κήποι ήταν πράσινα άλογα και τ’ άλογα φαίνονταν πράσινα μέσα από τα τριφύλλια…
    Στα έξη μου στο κορμί μου φώλιαζε γεροντικό μυαλό και καρδιά αιώνια νανουρισμένη μ’ αναστεναγμούς επιθανάτια φιλιά και σκοτεινά τραγούδια
    τα μάτια μου λάμπαν από μόνα τους χριστουγεννιάτικα δέντρα δε λάμψαν μπρος στα μάτια μου ούτε ξένα ευτυχισμένα λαμπριάτικα μάτια…

    Έξω από ταβέρνες σφόγγισα τα τελευταία μου δάκρυα για μένα έξω από καφενέδες πηγμένους κορμιά ρημαγμένα χαρμάνιασα πρώτη φορά το τσιγάρο και τον καφέ που σου τον φέρνει κάποιος άλλος…

    Τα μόνα δικά μου ήταν η θάλασσα η λιμνοθάλασσα και τα σάλτσινά της και ξένα όλα τ’ άλλα
    κ’ η θάλασσα ήταν απέραντη μεγάλη τραγουδίστρια Ανατολής και Δύσης και τα σάλτσινά της παραδεισένιοι κήποι μ’ άνθη-παιδιά πουλιά-αετούς τη μπάλα για νεράιδα…

    Μεγάλωσα με τα «Ποιος είσαι συ;» «Ποιος είναι αυτός;» «Μην πας εκεί!» «Μην πας μ’ αυτούς!» «Κάτσε στ’ αβγά σου!» και «Θεούλη μου φύλαγε…» ως τα δεκαπέντε μου και μετά σκατά κι απόσκατα…

    Πηδάω μάντρα σινεμά καλοκαίρια ’45-’47 βλέπω Ταρζάν Ζορρό Ρομπέν των Δασών Χονδρό-Λιγνό και Σαρλώ ακούω τραγούδι τής Ντιάνα Ντάρμπιν γλυκό πηδάω συρματοπλεγμένα κάγκελα γυμνασίου χειμώνες καλοκαίρια ’47-’52 ανοίγω με συρματάκι την αποθήκη του γυμναστηρίου κλέβω μουχλιασμένο δίσκο και ρίχνω ελληνική δισκοβολία κλέβω μουχλιασμένη μπάλλα παίζω βόλλεϋ και μπάσκετ
    την άλλη μέρα με καλεί ο κύριος γυμνασιάρχης…
    Δηλητήρια μέσα στο μάτωμα
    ντρεπόμουν τα πάντα
    μέσα σ’ αυτή τη ντροπή ζεστάθηκαν ταξίδια που ακόμα δεν έκαμα…

    (Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, 1957- 1983), εκδ. Κέδρος)

  16. Ο Γκόρπας εντελώς μέσα στην καρδιά της αθάνατης επαρχίας.

    LXIX

    Γειτόνισσα ἦταν· συχνά ἀκουμποῦσε
    στό παράθυρό της σιγοτραγουδώντας.
    Ὑπολείμματα παλαιῶν φιλοδοξιῶν ὅταν
    νεαρή κοπέλα πήγαινε τάχα στή χορωδία
    τῆς μικρῆς ἐπαρχιακῆς πόλης κι ἀκόνιζε
    τή φωνή της

    ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ (Ψιλόβροχο)

  17. ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ «ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ»

    Ἐπαρχιώτης, πού ἐπιμένει ἀκόμη
    νά κατοικεῖ ἐν ἐπαρχία,
    χωρίς καμίαν ὡς ἐκ τούτου
    «ἀξίαν ἀνταλλακτικήν»
    γιά ὅσους κατοικοῦν ἐν τῶ Ἄστει,
    γράφει –ὁ ἀφελής- ποιήματα
    χωρίς νά λάβει ὑπ᾿ ὄψιν του τά τελευταῖα
    φιγουρίνια τῆς ποίησης πού φτάνουν
    ἀπό τήν Ἀμερική καί τήν Εὐρώπη,
    καί τούς τυπώνει –ὁ ἀφελέστατος-
    καί μᾶς τούς στέλνει (ἐδῶ πιά τοῦ ταιριάζει
    ἕνα ἐπίθετο μέ γόμωση ἰσχυρή
    ὡσάν ἐκεῖνο τό προσφιλές
    σέ μαθητές καί σέ φαντάρους).

    Δόλιος ὁ σκοπός του: ν᾿ ἀποσπάσει
    κριτικές καί δημοσιεύσεις
    γιά νά ᾿μπει στή χορεία τῶν ποιητῶν.
    Ἔ, ὄχι! Ποῦ ἀκούστηκε;

    Χωρίς χτυπήματα τῆς πόρτας τῆς κρυφῆς
    χωρίς τό σύνθημα καί τό παρασύνθημα
    ἐδῶ δέν μπαίνουν.

    ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ (Σπασμένα ἀγάλματα καί πικροβότανα)

  18. «Τα επαρχιακά»

    «Υπάρχει πάντα μια ομορφιά
    που δεν αναπαλαιώνεται.
    Ένα λιβάδι μαργαρίτες στα υψίπεδα
    και στο κέντρο ένας γάιδαρος,
    να τρώει ανέμελος.

    Υπάρχει αυτό που λέμε εκλεκτικός
    μηχανισμός. Και μια πόλη επαρχιακή,
    να μπαίνεις απόγευμα
    με τα φώτα ξεχασμένα στη μεγάλη
    σκάλα.

    Ένα αίσθημα μισό. Ένα παράθυρο
    κόντρα στον βορεινό άνεμο.

    Υπάρχει αυτή η μέρα
    που κάποτε θα ξεχαστεί
    και μια άλλη
    που θα καίγεται αδιάκοπα
    στο μακρινό μέλλον.

    Και πίσω από αυτά
    οι μυστικές συνάξεις των φυλακισμένων».

    Δημήτρης Πέτρου

    Άρχισες πάλι ανέκδοτα, τα επαρχιακά σου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: