Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (158ο): «Έρημος – ερημιά»…

 

-«Όποιος μπορεί να φορτίζει την ερημία του έχει ακόμα ανθρώπους μέσα του»

(Ο. Ελύτης)

 

 

-«Να σιωπάς. Να δραπετεύεις και να πληθύνεσαι στη μοναξιά σου/ σε μια ερημιά φανταχτερή με στίλβοντα μαχαίρια»

(Ν. Καρούζος)

 

 

«Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους»

(Μ. Αναγνωστάκης)

 

 

 

-Ν. Καρούζος, «ΕΡΗΜΟΣ ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ»

«Διαβαίνω αγιάτρευτος μέσ’ στ’ όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.

Κ’ η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υάκινθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού σαν ειδοποίηση με κρίνους
έχοντας το σακούλι τ’ αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις
πηγές.

(Νίκος Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

 

– Νίκος Καρούζος,  «Ἕνα ἔρημο ἄνθος»

«Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ

ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία

ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο.

Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει

τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα…

Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς

ἀμέριμνο σὰν ἰδέα».

(Νίκος Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Έρημος σταθμός»

«Μόλις πέθανα, βγήκα απ’ το μεγάλο καθρέφτη του πατρικού σπιτιού, το σούρουπο είχε μια παράφορη οικειότητα, η Τερέζα έλεγε το παλιό τραγούδι των αλλοπαρμένων σταθμών που ακολούθουσαν τα τρένα, κι εγώ δεν είχα πού να πάω κι αποκοιμήθηκα στα χέρια των τυφλών, που εντούτοις άναβαν τη λάμπα,
……ήταν σκοτεινή εποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλά πάνω στις γέφυρες, τραυματιοφορείς τρέχανε και πάνω στα φορεία κείτονταν μεγάλοι στεναγμοί από παλιές εξεγέρσεις,
……όταν τέλος έφτασα στο σταθμό, είχαν όλοι φύγει, ήμουν τόσο φοβισμένος που αν μ’ άγγιζες θα ράγιζα, αφήνοντας να φάνεί ο θεός, στο απάνω πάτωμα έμεναν οι Φ. κι εμείς έπρεπε να κάνουμε ησυχία, γιατί η μεγάλη κυρία είχε πυρετό κι η μητέρα που την υπηρετούσε είχε μάθει να πετάει, για να μην της λερώνει το χαλί,
……φέρανε, μάλιστα, και τον επιστάτη να καταθέσει, αλλά δεν είχανε καμιά απόδειξη, γιατί το παλιό σχολικό κουδούνι ήταν πιο μακριά κι απ’ τους νεκρούς κι ο άμαξας των παιδικών καιρών έξω απ’ την πόρτα μάταια χτυπούσε απελπισμένα τα τέσσερα μαρμαρωμένα άλογα.»

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 2ος, Κέδρος

 

 

 

-Τ. Σ. Έλιοτ, «Έρημη χώρα»

(απόσπασμα)

Α΄  Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’
το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα• σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen,
echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το
χειμώνα στο νότο.

Ποιές ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι
δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο
ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο
γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει
ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται
να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.

Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch Kind,
Wo weilest du?

«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα
χρόνο•
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά
σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.

Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας
Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι
εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφταλμος έμπορας, και τούτο το
χαρτί,
Τ’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν
Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή
μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.

Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης
αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος,
τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει
τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα
μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ
Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα,
φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον
άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά
του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον
άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !
Συ! hypocrite lecteur ! – mon semblable,
– mon frère!»

(Τ.Σ. Έλιοτ, Έρημη χώρα», μτφρ. Γιώργος Σεφέρης, Εκδόσεις Ίκαρος)

 

 

 

 

 

-Ηλίας Λάγιος, «Η Έρημη Γη»

(απόσπασμα)

[…] Αυτός, χαίρε τέκνο του μέλλοντος! Κάθεται
κοντά της στο τραπέζι,
Ανυποψίαστος σοσιαλρεαλιστής με φωτεινά μάτια,
Ένας από τους νιόκοπους, που ρήμα εντός των κατοικεί
Όπως η μούχλα στων δικτατόρων τα παλάτια.
Τώρα οι ώρες τους ξανοίγονται στον έρωτα, το αισθάνονται
Απόφαγαν, κι η νύχτα είναι δική τους,
Δίνονται στων κορμιών τους το φιλί
Μεταλαβαίνοντας τη σπασμική ψυχή τους.
Φίδια νερά και σμίγουν εν εκστάσει,
Τα χέρια τους εκβάλλουν σε μια γύμνια που τόσο καλά ξέρουν,
Ίρις οργασμού τους οδηγεί στην οδύνη, στη γαλήνη,
Και νιώθουν την παραφροσύνη της αγάπης τους
σ’ όλο το ένα που υποφέρουν.
(Κι εγώ ο Αθανάσιος, κι εγώ ο Ηλίας, την
είχα ζήσει τούτη τη χαρά
Που μου δόθηκε σ’ αυτό το ίλυνο κελί, φωλιά
του πόθου μου το βράδυ,
Εγώ που πρόδωσα προδόθηκα και απαρνήθηκα τα φτερά
Μου, και καταδύθηκα στο παχύτερο σκοτάδι).
Χαϊδεύονται στερνή φορά,
Και ύστερα ξυπνά μέσα στον άγριο εφιάλτη του…
Κοιτάζει ολημερίς την άδεια κάμαρη και κλαίει,
Πώς έφυγε μακριά, σαν πληγωμένος συνειρμός το ξέρει,
Απ’ το μυαλό του η εικόνα της περνά και λέει:
Ήταν ωραίο όσο κράτησε, μελισσουργός κι αστέρι…

[…] Βρωμάει τριγύρα ο δρόμος
Κάτουρο και τυρί
Οι πόρνες αραγμένες
Στις πόρτες στους στύλους
Μπούτια γυμνά το κρέας
Σαν τους σκύλους
Να ‘ρθει ο πελάτης να χαρεί
Οι πολιτσμάνοι γιούργια
Κάνουν στη γωνιά
Εδώ υπάρχει νόμος
Ην πιάσαν τη Μυτιληνιά.
Γιούπι γιάγια γιούπι για,
Γιούπι γιάγια γιούπι για, έι ω!

Ο Γιάγκος και η Μοιραία
Κρατώντας τα πηρούνια
Ροτόντα φορτωμένη
Με χίλια δυο καλά
Ψυχής και στο μαχιού
Η τρέλα – τράλαλα –
Φορεί χρυσά σπιρούνια
Παίζοντας η ορχήστρα
Ξανάφερνε στη μνήμη
Ιδανικά σπουδαία
Σαμπάνιας κι αστακού.
Γιούπι γιάγια γιούπι για,
Γιούπι γιάγια γιούπι για, έι ω!

«Τουαλέτες και γαμήλια εμβατήρια.
Στο σπίτι μου με ανέθρεψαν με αρχές.
Ο μπαμπάς μου και η μαμά μου
Με παρέδωσαν στα χέρια του.
Το εσπέρας η μαμά μου του έδωσε
Να πιεί δυο τρία ποτήρια
Κι ύστερα ανέβηκε στο δώμα
και πήρε την παρθενιά μου».
«Ο οργασμός μου ξόφλησε στα γραμμένα φρύδια του,
Κι η ελπίδα κάνει παρέα στον οργασμό μου
Κάποιο θλιμμένο λεφτό
Κοιταχτήκαμε γελώντας.
Υποσχεθήκαμε μια καινούρια πατρίδα,
Γεράκι φωτός. Ύστερα παντρευτήκαμε,
Του γέννησα παιδιά.
Τι θέλεις πια να ονειρευτώ;»….

(Η. Λάγιος, “Η έρημη γη”, εκδόσεις Ερατώ)

 

 

 

-Γ. Θέμελης, «Ερημία»

«Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα

Απ’ όπου περάσης νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνη από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιης νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.

Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.

Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.»

(Πηγή: https://greekpoems.wordpress.com/)

 

 

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Ο φιλοξενούμενος της ερημιάς»

 Πέθανες πριν δεκατέσσερα χρόνια.

Σου παραχώρησε η μητέρα μια ρίζα βελανιδιά

και τον ορίζοντα προς τη θάλασσα

να με δεις που θα επέστρεφα.

Με περίμενες πάντοτε, κ’ ήσουνα ήσυχος.

Είχες μια πίστη σ’ εμέ τόσο ακλόνητη-

όπως την πέτρα που κρατάς στο κεφάλι σου.

«Σας εύχομαι» μούργραφες «ο πατήρ σας

υγείαν, ειρήνην και αγάπην». Δικό σου

δε μούμεινε τίποτα. Κράτησα μόνον αυτό

το «ειρήνην και αγάπην». Το στήθος μου

είναι ένα άσπρο τετράγωνο φάκελλο.

Κι’ αυτό το κάνω τώρα. Πηγαίνω

Και φέρνω το γράμμα σου.

Δεν ξέρω τι με ήθελε η πίστη σου.

Δεν ξέρω αν αυτό σε αναπαύει.

Δεν ξέρω αν σου είπανε. Έγινα

ο ταχυδρόμος της αιωνιότητας.

ΙΙ

Τρεις μεγάλες βελανιδιές μου μιλάνε με τρεις

αδιάκοπους ψιθύρους. Σ’ έχουν βάλει στη μέση,

σε φυλάνε απ’ τους κεραυνούς. Το φθινόπωρο οι σαύρες

ανοίγουνε δρόμο στα κίτρινα φύλλα

που πέφτουνε πάνω σου. Και τ’ άγρια λουλούδια

σα νάχουν βυθίσει τις ρίζες τους μες

στης καρδιάς σου το φως, είναι μες στη διαφάνεια τους

παράξενα όμορφα. Κάτι σαν καλοσύνη

ή σαν λόγια παιδιού. Σα νάναι απ’ τα ίδια,

μοιάζουν πολύ μ’ αυτά που μοιράζω

τώρα στον κόσμο.

ΙΙΙ

Έμεινες μοναχός ανάμεσα στα σύμβολα μου,

εδώ, στο προαύλιο της μικρής εκκλησιάς και

δεν ξέρω

αν βγαίνει ο Αη- Γιώργης τη νύχτα κι αλλάζετε

λίγες κουβέντες. Γιομάτος ευγένεια

γραμμής και σιωπής, παραστέκει ο Ταΰγετος.

Δεν έμεινε άλλος εδώ να σε νοιάζεται.

Κι εγώ θα σ’ αφήσω.

Είναι Σεπτέμβριος

του χίλια εννιακόσια πενήντα οχτώ.

Εγώ βρίσκομαι ακόμα πάνω στη γη.

Εγώ ψάχνω να βρω την πορεία του κύκλου,

ψάχνω το νόημα να βρω του φωτός,

το φως του νοήματος. Δεν είμαι ζωσμένος

το ουράνιο τόξο. Έχω μια ζώνη

λύπης στη μέση μου κι έχω αυτό το κλειδί

που μου πέρασε ο ήλιος.

Εγώ προσπαθώ

ν’ αποκαλύψω την άγια γραφή

του στερεώματος.

IV

Ανεβαίνοντας στο άλογο, σαλεύω το χέρι

χαιρετώ την ειρήνη σου. Βιάζεται ο χρόνος.

Γυρνώ κάθε τόσο το κεφάλι μου φεύγοντας.

Στο βάθος ο βράχος μακραίνει ολοένα.

Τα σύννεφα πάνε κ’ έρχονται πάνω σου

(http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/106359/2.pdf)

 

 

 

-Θανάσης Πάνου, «Ασκητής εν τη ερήμω»

Και μέσα στην πιο αφιλόξενη έρημο, στα άχραντα στήθη σου τα μαρμάρινα και αν σήκωνα τα βλέφαρά μου , τα κόκκινα, με τσίμπλες από πόθο βλέφαρά μου, θα με ερωτευόσουν στην στιγμή, αν έβλεπες τον ηλιοκαμένο πόθο μου, φαλό ξεροκαμένο πορθητή ενός ιππότη δον Κιχώτη καμηλιέρη» …

Στον πειρασμό ενός Αγίου Αθανασίου, η περιγραφή του πόθου δεν μπορεί παρά να είναι ερωτική γιατί ως γνωστόν ο έρωτας όποιας μορφής στην έρημο και αν ζεις, δεν σε αφήνει ήσυχο να αγιάσεις. Ακόμα και μέσα σε νερόβραστες φακές, στην πιο αυστηρή νηστεία σου, κυκλοφορεί προκλητικά και ξεπροβάλει αιφνίδια, ως σε πειρασμό αρμόζει, η ηδονή, κόρης παρθένας ή πόρνης χορεύτριας με σκέλια ορθάνοικτα και αυτή είναι της ποίησης η όαση του καμηλιέρη ο πόθος.

(Πηγή: http://fractalart.gr/thanasis-panou-9/)

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

11 thoughts on “Πες το με ποίηση (158ο): «Έρημος – ερημιά»…

  1. καλημέρα. ένα όμορφο φθινόπωρο να έχουμε

    Έρημος
    Οι νύχτες έχουν γίνει αμέτρητες
    και τα δάκρυα ποτάμια

    που διασχίζουν ήρεμα
    την έρημο της ζωής μου.

    Καλά ακούτε Έρημος!
    Έρημη από χαρά και χρώμα,
    από φίλους και εχθρούς,
    από μουσικές και κραυγές.

    Στις ερήμους χάνεις, φεύγεις έξω
    απ’ το χρόνο και το χώρο,
    ζεις σε μια μονοτονία
    που σε πληγώνει, δίχως οίκτο.

    Τα βήματά σου βουλιάζουν
    και γίνονται ασταθή και
    προχωράς με τα μάτια κλειστά,
    ξέροντας πως δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο.

    Ψάχνεις για μια Όαση
    σ’ αυτή την Έρημο μα…
    δε σε νοιάζει και πολύ,
    έχεις συνηθίσει και δε φοβάσαι.

    pic-a-poem.gr
    Άννα Κ. Γεωργάκη -1998-

    • Eyxaristw poly, Gregory!.. Πολύ ωραίο το ποίημα μιας ποιήτριας που δε γνώριζα!

      -Γιάννης Ρίτσος, «Ερημιά»

      «Ήταν μια λύπη κρεμασμένη στον αέρα. Τα κλαδιά γυμνωμένα
      πίσω απ’ τα κάγκελα. Κι ήσουνα μόνος στο παράθυρο.
      Η νύχτα πέρασε μπροστά στην πόρτα σου.
      Έφυγε σα μια γυναίκα αγαπημένη – για γυναίκα
      που την κρατούσε ένας άλλος από τη μέση.

      Και το φεγγάρι σα σβησμένος γλόμπος, ήσυχος
      στο στρίψιμο του δρόμου, πάνω από το φαρμακείο.»
      (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)

  2. Ερήμην

    Σημειώθηκε χθες
    διόγκωση της ματαιότητας.
    Αυτό, φυσικά,
    κανείς δεν το αντελήφθη.
    Κανείς απ’ τους ελάχιστους «πλησίον μου».
    Μονάχα εγώ
    που όρθια μπρος στο μεσίστιο μέλλον μου,
    σε στάση ανήμπορη αλλά κόσμια,
    άφησα να διαφύγει από το χώρο μου
    ένα ολόκληρο απόγευμα,
    σε μια ρευστότητα αθεράπευτη,
    γνωστή,
    αλλ’ επιδεινωμένη.

    Κική Δημουλά, Από τη συλλογή Ερήμην (1958) Ίκαρος, Αθήνα, 1998

    Η ΠΑΝΤΕΡΜΗ (Romancero Gitano) – Μαρία Φαραντούρη

    Η Παντέρμη

    Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
    σκάβουν ζητώντας την αυτή
    την ώρα που στα σκοτεινά
    βγαίνει η Παντέρμη και γυρνά.

    Μαύρη μαυρίλα ειν’ η ψυχή της
    κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
    τα στήθια της ωσάν τ’ αμόνια
    που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια.

    Παντέρμη, τι ζητάς εδώ
    μόνη σου δίχως σύντροφο;
    Κι αν είναι κάτι που ζητώ
    πε μου, σε γνοιάζει εσένανε;

    Ζητάω εκείνο που ζητώ
    ζητάω την ίδια εμένανε.
    Παντέρμη, πες ποιος ο καημός σου
    ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου;

    Ποιος ο καημός μου;
    Μαύρη πίσσα εγίνη η λινή μου η πουκαμίσα
    και μες στο σπίτι σαν τρελή
    σούρνω το ξέπλεκο μαλλί.

    Παντέρμη, λούσε το κορμί σου
    λουσ’ το χελιδονόνερο
    κι άσε κυρά μου την ψυχή σου
    ασ’ τη να βρει αναπαμό.

    Άχου, τσιγγάνικες ψυχές
    κι ολόκρυφες νεροσυρμές
    πίκρες μαζί και θάματα
    στα μακρινά χαράματα.

    Federico García Lorca, Απόδοση στα Ελληνικά: Οδυσσέας Ελύτης

    *****

    Μέσ᾿ στὴν ὁρμὴ τῆς ἐρημιᾶς γινόμαστε διάφανοι.
    (Νίκος Καρούζος)

    *****

    Το λάθος.

    Να μη χαθούμε μες την ερημιά του κόσμου έλεγε
    χαθήκαμε μες σε κατάμεστο ξενυχτάδικο
    άγγελοι μετανάστες σε αθηναϊκό υπόγειο ουρανό.
    Το πρωί μου τηλεφώνησε να μάθει αν τη θέλω ακόμα.
    Δε σ΄ακούω της είπα πάρε το μηδέν.
    Αλλά εκείνη πήρε λάθος… Πήρα λάθος να με συγχωρείτε.

    Θωμάς Γκόρπας

    *****

    Οι Ερημιές του Έρωτα

    Ήμουν σ’ ένα δωμάτιο χωρίς φως.
    Ήρθαν και μου είπαν πως Εκείνη ήταν
    σπίτι μου. Και την είδα στην κλίνη μου
    ολόδικιά μου χωρίς φως! Πολύ συγκινήθηκα
    πολύ… γιατί ήταν το πατρικό μου σπίτι: γι’ αυτό και
    μια κατάθλιψη με συνεπήρε! Ήμουν με τα κουρέλια
    εγώ.. και κείνη μια κοσμική κυρία που δινόταν και
    έπρεπε και να φύγει! Μια κατάθλιψη χωρίς όνομα.
    Την άρπαξα και την πέταξα στο κρεβάτι γυμνή σχεδόν.
    Και στην άφατη μου αδυναμία έπεσα πάνω της
    σούρθηκα μαζί της μέσα στα χαλιά χωρίς φως!
    Η λυχνία της οικογένειας πορφύρωνε το ένα μετά
    το άλλο τα διπλανά δωμάτια. Τότε η γυναίκα χάθηκε!
    Και έχυσα δάκρυα τόσα όσα ποτέ Θεός δεν έζησε.

    Α. Ρεμπώ

    *****

    «Με το κόκκινο του αίματος
    είμαι.
    Είμαι για σένα.
    Τ’ όνομά σου μονάχα
    πάλι και πάλι –
    βαθειά ερημιά μου,
    ο αρχάγγελος,
    το ποίημα.
    Άλλη κατοικία δεν έχω.
    Κατοικώ στο σώμα σου».

    Γ. ΡΙΤΣΟΣ

    Φοίβος Δεληβοριάς – Ερημιά Στην Καλλιθέα

    Ερημία

    Καμιά φορά έγραφα ποιήματα
    για να διασώσω κάποιους σκιώδεις λογισμούς
    όπως το ρυάκι που επιμένει στον λόγο του .
    Είχα αγαπήσει την ερημία .
    Τώρα μ αγάπησε κι αυτή.

    ΚΩΣΤΑΣ ΨΑΡΑΚΗΣ

    *****

    «Σώπασε μες στην ερημιά
    που όμως δεν είναι μοναξιά:
    τα πνεύματα των πεθαμένων που γνώρισες μες στη ζωή
    γύρω σου στέκουν και σε σκιάζουν
    με τη δική τους προσταγή»

    ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ, Gutenberg

    *****

    Το σπάρτο ή Το λουλούδι της ερημιάς

    Λιγότερο ανάπηρο απ’ τον άνθρωπο
    Όσο δεν νιώθεις τους εύθραυστους μίσχους σου
    Είτε απ’ τη μοίρα, είτε από εσένα
    Πλασμένους για την αθανασία.

    Τζιάκομο Λεοπάρντι, Η νύχτα απομένει, μτφρ. Λένα Καλλέργη|

    *****

    ΔΙΑΚΟΠΗ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑΣ

    Ο κόσμος ερήμωσε, σε ποιον ν’ απευθυνθείς; Όλοι πού θα μπορούσαμε να ’χουμε μια μικρή αλληλογραφία μαζί τους πέθαναν.
    Και πρώτοι εμείς.

    Τάσος Λειβαδίτης, Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου

    Ερημιά -Bασίλης Παπακωνσταντίνου

    …Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια
    ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω της τὴν ἄλλη
    μὲ λύπη αὐτοδίδακτη…

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Οι αποδημητικές καλησπέρες

    *****

    Έμπαινα ήδη στο ποίημα
    […]
    τρένο υπέροχα μόνο
    στην απέραντη ερημία της χάρτινης στέπας

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

    *****

    Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα·
    ΕΛΥΤΗΣ, Ο φυλλομάντης

    Είναι μια ερημιά πάνω στα χείλη -Γιώργος Ζωγράφος

    Πολλή ομορφιά σ’ έχει σκεπάσει,
    πολλή ομορφιά, πολλή κι ασάλευτη.

    Με τι χέρια να σε κρατήσω
    να μη ραγίσει και σκιστεί τ’ αλάβαστρο.

    Δεν ξέρω τι να κάνω.

    Να σε σκεπάσω μ’ ένα πανί,
    μ’ ένα σεντόνι να σε κρύψω,
    να σ’ αγκαλιάσω ή να σε κλάψω.

    Είναι μια ερημιά πάνω στα χείλη
    είναι μια ερημιά, είναι μια ερημιά τρομακτική,
    σαν όταν σκύβεις και φιλάς τα χείλη σου στον καθρέφτη
    και σε φοβίζει το ψυχρό κρυστάλλινο φιλί.

    Δεν ξέρω τι να κάνω.

    Να σε σκεπάσω μ’ ένα πανί,
    μ’ ένα σεντόνι να σε κρύψω,
    να σ’ αγκαλιάσω ή να σε κλάψω.

    Είναι μια ερημιά.

    Γιώργος Θέμελης

    *****

    #1695
    Μια ερημία του χώρου υπάρχει
    Και μια της θάλασσας ερημία
    Μια ερημία του θανάτου, Μα αυτές
    Κοινωνία συνιστούν μία
    Σαν με τον βαθύτερο εκείνο τόπο συγκριθούν
    Την πολική εκείνη ιδιωτεία
    Στον εαυτό της μια ψυχή κλεισμένη —
    Ορισμένη Απειρία

    Emily Dickinson, Απόδοση Στρατής Φάβρος

    *****

    Σε πολύβουη ερημιά

    Μια νύχτα που έσβηνε σε μιαν ακρογιαλιά σε πολύβουη ερημιά
    Την ώρα που τα σείστρα του ήλιου πρωταντηχούσαν δειλά
    Σε είδα να λάμπεις από οίστρο στα μάτια θολό
    Κι ιδρώτα ασίγαστου πόθου από γλυκύ χρυσό
    Σε κοίταζα, κι έκαιγα μέσα μου σ’ ονειρώδη φαντάσματα
    Του κορμιού σου τον αλμυρό και παράνομο χυμό
    Να γευτώ σ’ αγκαλιάσματα τα μεθυσμένα χαράματα
    Και επήρα στον ώμο μου μια μονάχη κραυγή
    Απελπισίας κατάθεση, από δειλίας μετάθεση
    στης ημέρας που ερχόταν την πρωινή μαρμαρυγή
    τι κι αν εχάραζε νέας ελπίδας το ηλιόφωτο κύμα
    Η σκέψη σε κώμα, στης θλίψης το δώμα
    Για σένα που έχασα σε μιας απόφασης το μετέωρο βήμα.

    Στρατής Φάβρος

    *****

    δ
    μονάχα πες μου εσύ τι είναι ερημιά
    τι είναι κείνο που σκοτώνει περισσότερο:
    ο κόσμος ή το βλέμμα που τον αντικρύζει
    ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΟΖΑΝΗΣ

    ΕΡΗΜΑ ΧΩΡΙΑ – ΝΤΑΛΑΡΑΣ

    Ο Βαπτιστής στις ερημιές

    Αδειάζω τα υπάρχοντά μου στο λευκό
    Imago mundi. Έκφρασις.
    Του Bosch η ανατρεπτική ησυχία,
    Το δυσανάλογα μικρό αρνάκι
    Ο Βαπτιστής μες στην πορφύρα
    Μισός θάμνος
    ή ρόδι ωραιότατο σε αιθρία.
    Κατά τα άλλα άκανθοι
    νεκρά πουλιά οφιοειδείς βλαστοί
    δενδρύλλια πράσινα – τα κοντινά –
    χρυσόξανθα – τα μέσα –
    και εωθινό γαλάζιο τα βουνά του βάθους.
    Πλήρως κατοικημένη ερημιά.
    Ο άγιος όμως αναπαύεται λιγάκι παιδικά
    Χαράζει με το δάκτυλο στο χώμα
    Με το άλλο χέρι του βαστά
    στη θέση το κεφάλι του.
    Πάντα είχες άγρια λύπη, Ιωάννη,
    Τι να υποθέσω τώρα που χαμογελάς;

    ΜΑΙΡΗ ΓΙΟΣΗ

    *****

    Στις ερημιές του Βαπτιστή

    Rothko,
    Υπάρχουν κραυγαλέοι σταυροί
    Αλλά το μαύρο του αίματος
    Το μαύρο μέσα στο μαύρο
    θέτει ένα θέμα περιέχοντος.

    ΜΑΙΡΗ ΓΙΟΣΗ

    *****

    20
    Γκλαν γκλαν
    Τα σήμαντρα της εκκλησίας,
    γκλαν γκλαν
    οι αντίλαλοι της ερημίας
    αποκρινόντανε
    φριχτά φριχτά.

    ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ, Η τρελή μάνα ή Το Κοιμητήριο

    Σε παραλία ερημική, Φλέρυ Νταντωνάκη

    Με Κυκλώνει Απόψε

    Έξω αιώνια βρέχει, έξω ερημιά·
    θαρρώ πως χάθηκα για πάντα.
    Mε ζώνει πάλι ο φόβος, με κυκλώνει.
    Πύρινη γλώσσα απειλεί το σπίτι μου.
    Tο παίρνει, το αιωρεί πάνω απ’ την πόλη.

    Ποιος ξέρει τι κατάντησα και δεν το νιώθω.

    Ένας απόψε να με άγγιζε στον ώμο,
    αμέσως θα κατέρρεα στα πόδια του.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ (από Tα Xίλια Δέντρα και άλλα ποιήματα, Kέδρος 1988)

    *****

    …Ένα είναι γεγονός:
    ο Άνθρωπος αυτός πέθανε
    ερήμην μας, ερήμην σας, ερήμην τους,
    πάντως απωλέσθη πια για πάντα.
    Πέθανε – Πέθανε πια.

    ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ

    *****

    Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΡΗΜΟΣ

    Άγγελος Κυρίου και άνεμος ανατολικός
    σκέπει την οδό της φυγής σου.
    Οροπέδια και κάμποι και ποταμοί
    απεδήμησαν με τα μάτια σου…
    Τώρα απομένω η μεγάλη έρημος
    η χωρίς θάλασσα και χωρίς Κύριο
    στα λευκά κόκκαλά μου σκηνώνουν οι νύχτες
    και σβήνουν τα τελευταία ίχνη σου
    όπως όταν η μια βροχή την άλλη ακολουθώντας
    από άγονη γη το τελευταίο χώμα ληστεύει…

    ΤΑΣΟΣ ΖΕΡΒΟΣ

    Γιώργος Ζωγράφος – Ερημιά

  3. Ciao Ageliki!!!…

    -«Ωραία έρημος η σάρκα μου»
    (Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ)

    -«…Κορόνα γράμματα νὰ παίξεις
    τὶς ὦρες καὶ τὰ χρόνια
    μόνος με τὸν ἔρημο ἀντίπαλο.»
    (Νίκος Καρούζος)

    -«…Γύρω ἀπό τήν
    ἐρημιά τῆς ἐλπίδας, χρειάζεται ὁ κόσμος
    ἕναν ὁρίζοντα. Γίνου καθώς
    ἀπάνω ἀπ’ τούς λόφους κάποτε ὁ Μάης
    βροχούλα μετάξινη:
    Παρηγορία καί φῶς, στούς ὤμους
    τοῦ κόσμου.»
    [Ν. Βρεττάκος, Από το «ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ», 1961]

    -«…Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα…»
    (Κική Δημουλά)

    -«…Ἐρχόμαστε ἀπ’ τὴν ἄμμο τῆς ἔρημος ἀπ’ τὶς θάλασσες τοῦ Πρωτέα,
    ψυχές μαραγκιασμένες ἀπὸ δημόσιες ἁμαρτίες,
    καθένας κι ἕνα ἀξίωμα σὰν τὸ πουλί μές στὸ κλουβί του….»
    (Γ. Σεφέρης)

    -«Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
    πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,…
    Σήκω, γλυκέ μου, αργήσαμε· ψηλώνει ο ήλιος· έλα,
    και το φαγάκι σου έρημο θα κρύωσε στην πιατέλα.»
    (Γ. Ρίτσος)

    -«(…) Έρημοι δρόμοι – οι ίδιοι δρόμοι που κάποτε το πλήθος στα οδοφράγματα πυροβολούσε το πεπρωμένο – αλλά η πραγματικότητα είναι κάτι δευτερεύον που διέκοψε για λίγο τα μεγάλα μας σχέδια κι εγώ λατρεύω τα ζεστά ψωμάκια και τους υάκινθους, πιο πολύ τους υάκινθους (νύχτωσε, μητέρα – πότε θα φτάσουμε;)»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -«τι είναι αυτό που νοσταλγώ σαν να το γνώρισα
    ξέχασα σαν να τo ‘χα ζήσει
    το περιμένω σαν να μου το υποσχέθηκαν
    το φοβάμαι σαν να με φοβέρισαν
    και μοιάζει με νερό
    που στην επιφάνειά του καθρεφτίζεται μια έρημος
    κι είναι σκληρό σαν ατσάλι το νερό
    ανατριχιάζει όμως συνάμα, τρέμει
    γιατί μόνο αυτό ξέρει
    με μια κίνηση να κρύβει και ν’ αποκαλύπτει
    το τίποτα.»
    (Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ)

    -« 32. Τὸ θηρίο π’ ἀνανογιέται
    πὼς τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
    περιορίζεται, πετιέται,
    αἷμα ἀνθρώπινο διψᾷ·

    33. τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
    τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
    κι ὅπου φθάσει, ὅπου περάσει,
    φρίκη, θάνατος, ἐρμιά·

    34. Ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη
    ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ·
    ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴ θήκη
    πλέον ἀνδρείαν σου προξενεῖ.»
    (Δ. Σολωμός, από τον Εθνικό ύμνο)

    -«…Ὁ κόσμος μετακόμισε στὸ ἀπάνθρωπο
    βολεύτηκε σ’ αὐτὴ τὴν προσφυγιὰ
    πῆρε μαζί του γιὰ εἰκονίσματα φωτογραφίες δημίων
    ὄργανα βασανιστηρίων γιὰ φυλαχτὰ
    μιλάει μόνο μὲ σήματα
    μέσ’ στὴν ὀχλαγωγία τῆς ἐρημιᾶς
    στὶς φαντασμαγορίες τοῦ τίποτε»
    (Βύρων Λεοντάρης)

    -Μίλτος Σαχτούρης, «Ο ΕΡΗΜΟΣ ΔΡΟΜΟΣ»

    «Βροχὴ ἀπὸ μέλι
    στὰ πεινασμένα μου χέρια
    στεφάνια
    στεφάνια
    στεφάνια
    στὰ πικρά μου μαλλιὰ
    ὅμως
    τὸ βάθρο τοῦ ἀγάλματος
    μένει πάντα ἄδειο
    ὅμως
    τὸ στόμα τοῦ ἀγάλματος
    μένει πάντα βουβό»

    – Θωμάς Γκόρπας, «Πλάνα»

    Σε πρώτο πλάνο υπάρχει μια ερημιά
    γεμάτη χρώματα στολίδια ραντεβού και μίση
    στο δεύτερο η αγάπη
    στο τρίτο πάλι μια ερημιά και βουτηγμένη τώρα σε πηχτό σκοτάδι
    στο τέταρτο πάλι η αγάπη τώρα τυφλή και μεθυσμένη
    στο πέμπτο πάλι μια ερημιά μαύρη και στάζει αίμα
    στο έκτο ούτε ερημιά ούτε αγάπη με ή χωρίς φως ή σκοτάδι
    στο έκτο μεταμεσονύκτιος δρόμος καλοκαιρινός
    και ένας άντρας βιαστικός καπνίζοντας τον διασχίζει
    η νύχτα λάμπει σαν ημέρα και μονάχα το γλυκό αεράκι
    δροσίζει τα καμένα φύλλα της καρδιάς του…
    (Θωμάς Γκόρπας, Ποιήματα, Κέδρος)

    -Μανόλης Αναγνωστάκης, «ΕΠΟΧΕΣ 2»
    VIII

    «…Έφυγαν όλοι. Μακριά. Ποιό να ’ναι τ’ όνομά τους;
    Ήταν οι φίλοι, τί τυραννία. Πώς το ζητά
    Κανείς, κάπως να ζήσει έτσι χωρίς
    Να στερήσει τον ίσκιο τ’ αλλουνού, έτσι χωρίς
    Να κλέψει την ισχνή χαριτωμένη του αναζήτηση.
    (Και τί ζητούσε ο άνθρωπος; Το βράδυ μιαν εφημερίδα).
    Ήταν οι φίλοι. Ασήμαντες απαριθμήσεις ημερών
    Τάχα μιαν έκθαμβη παρέλαση, στο βάθος όλες οι δικές σου αποτυχίες
    Έφταιγες σ’ όλα — ήταν οι φίλοι. Ποιός δεν αρνήθηκε ποτέ.
    Έρημοι δρόμοι με χιόνι όπως στα ξένα καρτ-ποστάλ
    Που σ’ όποια γλώσσα λεν κι αυτά «χρόνια πολλά» ή «καλώς ήλθες»
    Πάρκα τ’ Αυγούστου, γυναίκες χωρίς διάστημα
    Τραγούδια γιορτινά όταν γυρνάς στα παιδικά σου χρόνια.
    Ήταν οι φίλοι. Δεν πάει καιρός πολύς.
    Τα σύννεφα πέφτουν σωρός το ’να πάνω στ’ άλλο
    Μια στιγμή θα φωνάξεις «βοήθεια!» κι ύστερα πάλι σιωπή
    —«Πάντα είναι αργά για κάθε τι»– μάλιστα τώρα
    που νιώθεις πως κοιτάζεις πια με δυο γυαλένια μάτια.

    Κι εγώ π’ αγάπησα τόσο τη θάλασσα
    Κι εγώ π’ αγάπησα τα πλοία που σφυρίζουνε στη βραδινήν ομίχλη
    Κι εγώ που ήμουνα πάντα ένα μαντίλι στο ψηλότερο κατάρτι
    Κι εγώ π’ αγκάλιασα το κάθε τι που πέρασε μπροστά μου
    Αυτήν που ζητούσα δεν τη συνάντησα ούτε στα πιο μεθυσμένα μου όνειρα.»

    -Δημήτρης Καραμβάλης, «Η ΕΡΗΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ»

    «Πάντα η έρημος των ποιητών θα υπερισχύει
    Κι η πόρτα η μικρή θα κρύβει
    Εξισώσεις άλυτες για τους πολλούς.
    Μια σχέση ειδική
    Μ΄ εκούσιες παραχωρήσεις
    -τις άνευ όρων και ορίων θυσίες-
    Που οι άλλοι εκλαμβάνουν ως ανοησίες
    Θα διέπει πάντα
    Τους ποιητές που οι προγραφές με σύντομες
    Διαδικασίες
    Ματιών, χεριών, χειλιών, ονείρων
    Παραγγελίες θα δίναν
    Για σκεύη με πυρίμαχο περίβλημα
    Τα εκμαγεία θανάτου
    Που καταργούν τα πάντα
    Τη τεχνολογία που σαρώνει τα πάντα
    Και προπαντός την ευκολία
    Της χαμηλής τιμής αγοράς και κατανάλωσης.
    Όμως,
    Πάντα η έρημος των ποιητών θα υπερισχύει
    Αφού έχει διακοπεί από παλιά η σύνδεση
    Και ρεύμα δεν υπάρχει
    Το υλικό αυτό δεν είναι ανακυκλώσιμο
    Και αναλώσιμο
    Καίει με λάδι της ψυχής σε καντηλάκι αγρύπνιας!»
    (Από την ποιητική συλλογή ΘΡΑΥΣΜΑΤΩΝ ΑΝΕΜΟΥΡΙΑ
    Εκδόσεις ΠΕΙΝΕΙΟΣ, 2012)

  4. Χαρούλα Αλεξίου-Έρημοι δρόμοι

    Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

    Όταν αναδύεται
    μέσα από σχολικά βιβλία
    φορώντας λευκές χλαμύδες
    μοιάζει ηθικός

    Όταν προβάλλεται
    σε κινηματογραφικές ταινίες
    του Φελίνι ή Παζολίνι
    φαίνεται κολασμένος

    Όμως όταν βλέπεις τα ερείπιά του
    νιώθεις μια απέραντη ερημιά
    μπρος στα τοπία
    που έχουν για πάντα πεθάνει

    Κώστας Ριτσώνης, «Ο ανάπηρος λαχειοπώλης και άλλα ποιήματα», Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1982, σελ. 74.

    ******

    Έλα!

    Έλα εκεί πέρα στο κρυφό κι ολοέρημο λαγκάδι
    Όπου είναι η μέρα πιο όμορφη και πιο γλυκό το βράδυ,
    Όπου το λούζουν ρεματιές και γύρω γύρω ανθίζουν
    Οι ροδοδάφνες χαρωπές κ ’ οι λυγαριές μυρίζουν,
    Όπου αγεράκια ολόδροσα παντοτινά φυσούνε
    Και τα πουλιά χαρούμενα πετούν και κελαϊδούνε.
    *

    …Και σέρνεται ο καημός μου
    Παράπονο ασώπαστο
    Μες στην ερμιά του κόσμου…

    Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

    ΡΕΝΑ ΚΟΥΜΙΩΤΗ-ΤΟ ΕΡΗΜΟΝΗΣΙ

    Το ερημονήσι

    Γεια σου Απρίλη, γεια σου Μάρτη
    και πικρή Σαρακοστή
    βάζω πλώρη και κατάρτι
    και γυρεύω ένα νησί
    που δεν βρίσκεται στον χάρτη
    βάζω πλώρη και κατάρτι.

    Γεια σας έχθρες, γεια σας μίση
    και γινάτι καθενός
    άμα βρεις το ερημονήσι
    όλα τ’ άλλα είναι καπνός.

    Το κρατάνε στον αέρα
    τέσσερα χρυσά πουλιά
    δεν γνωρίζεις εκεί πέρα
    ούτε κλέφτη ούτε φονιά
    ούτε μάνα, ούτε πατέρα
    δεν γνωρίζεις εκεί πέρα.

    Μες της ερημιάς τ’ αγέρι
    όλα αλλάζουνε με μιας
    πιάνεις του Θεού το χέρι
    και στα κύματα ακουμπάς
    σαν το άγριο περιστέρι
    πιάνεις του Θεού το χέρι.

    OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

  5. ….Τρία ποιήματα του Αργύρη Χιόνη:

    -«Ο έρημος άνθρωπος»

    «Ο ΕΡΗΜΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝ’ ΕΡΗΜΗ ΑΚΤΗ, παραδομένη στα
    γυρίσματα των εποχών, στην αέναη του πελάγους παλινδρό-
    μηση, έρημη ακόμα κι όταν τη διασχίζουν ρόδινα πέλματα ή
    ανάλαφρα κορμιά ξαπλώνουν πάνω της, τα κύματα, τα αλλε-
    πάλληλα του χρόνου κύματα, σύντομα σβήνουν τα ίχνη τους.
    Ο έρημος άνθρωπος ειν, έρημη ακτή, χωρίς καμία πρόσχω-
    ση από τα μέσα, εκτεθειμένη στην ασίγαστη μανία του νερού
    που αδιάκοπα τη διαβρώνει, ώσπου να γίνει, από επιφάνεια,
    βυθός.
    Ο έρημος άνθρωπος, σαν έρημος βυθός, ακίνητος κοιτάζει
    την καρένα της ζωής που από πάνω του περνά και ταξιδεύει.»

    -«Σ’ ένα σπίτι έρημο κι ερειπωμένο»

    «Σ’ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΕΡΗΜΟ ΚΙ ΕΡΕΙΠΩΜΕΝΟ, ζούσε μια χοντρή,
    βαριά σιωπή, τόσο χοντρή που είχε ξηλώσει όλα τα κουφώμα-
    τα, τόσο βαριά που που ‘χε βουλιάξει όλα τα πατώματα και τόσο
    σιωπηλή που όποιος έμπαινε εκεί δεν άκουγε ούτε τη βουή του
    τρομαγμένου αίματος στις φλέβες του.
    Και ξαφνικά μια μέρα η σιωπή τραγούδησε. Ναι, μη σας
    φαίνεται παράξενο, ο έρωτας τα πάντα κατορθώνει, και η
    σιωπή, για την οποία σας μιλώ, αγάπησε τρελά ένα σαράκι
    που λίγο – λίγο, από μέσα τρώγοντάς την, αδιάκοπα αδειάζο-
    ντάς την, ανάλαφρο την έκανε του έρωτα δοχείο, του τραγουδ-
    ιού του ηχείο.»

    -«Εγώ ζω στην έρημο»

    «ΕΓΩ ΖΩ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ, ακόμα κι όταν στο ασανσέρ στριμώ-
    χνομαι, εγώ ανεβαίνω (ή κατεβαίνω) στην έρημο, ακόμα κι
    όταν, την ώρα της αιχμής, αδιάκοπα σκοντάφτω πάνω σε
    σώματα ανθρώπινα και άλλα, εγώ βαδίζω στην έρημο, ακόμα
    κι όταν καθηλώνομαι μπροστά στην τηλεόραση, εγώ στην
    πυρωμένη άμμο κάθομαι και βλέπω αντικατοπτρισμούς.»

    (Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, ΝΕΦΕΛΗ)

  6. Τι ωραία ποιήματα!

    *

    ΑΥΤΟΣ
    ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας

    «ΑΛΛΑ ΠΡΩΤΑ θα δεις την ερημιά και θα της δώσεις το δικό σου νόημα, είπε
    Πριν από την καρδιά σου ‘θα ‘ναι αυτή
    και μετά πάλι αυτή θ’ ακολουθήσει
    Τούτο μόνο να ξέρεις:
    Ότι σώσεις μες στην αστραπή καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει»

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

    *****

    Συλλογιέμαι τη μοναξιά ενός παιδιού
    που παίζει ολομόναχο σ’ έναν κήπο
    μες στην ερημιά του καλοκαιρινού απομεσήμερου.

    Ίσως οι πιο ωραίοι στίχοι ενός ποιητή
    ν’ άρχισαν από κει.

    TAΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    *****

    Μεγάλες είναι οι έρημοι και όλα έρημος είναι.
    Εκτός λάθους φυσικά.
    Καημένη ανθρώπινη ψυχή, με όαση μόνο στην έρημο του άλλου.
    ………………………………………………………………………………
    Μεγάλες είναι οι έρημοι και οι ψυχές έρημες και μεγάλες,
    Έρημες γιατί απ’ αυτές τίποτα δεν περνά μόνο αυτές οι ίδιες,
    Μεγάλες γιατί από κει βλέπεις τα πάντα, και όλα πέθαναν.

    ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ, εκδόσεις «Ροές», Γ΄ Έκδοση, «ΠΟΙΗΜΑΤΑ»

    Η ΕΡΗΜΟΣ- ΜΕΛΙΝΑ ΤΑΝΑΓΡΗ

    ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (απόσπασμα)

    ΙΙΙ
    Έρχομαι από την έρημο των άστρων.
    Μοναχικός βαδίζω ερημώνοντας το μέλλον.
    Στερεύουν οι πηγές της πλάνης τα πάντα ξηραίνονται.
    Πλούσια απλώνεται η άμμος και μονάχα η άμμος
    Χώρος για περισσότερη σκέψη
    Χώρος για περισυλλογή κι ελευθερία
    Χώρος του άδειου και της φωτιάς.
    Έρχομαι από κει όπου πηγαίνετε
    Έρχομαι από την έρημο των άστρων.
    Μοναχικός φυτρώνω μες στην έρημο των λαών. Ώριμος
    Ήλιος
    Γέρνω από γύρη σοφίας.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ, Από τη συλλογή Μανθρασπέντα (1977)

    *****

    Στη μοναξιά των λέξεων
    κατοικώ

    στην έρημο των στίχων
    ασκητεύω

    ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

    *****

    ΦΟΙΝΙΚΑΣ, (απόσπασμα)

    Έρημος, πάρε μας στην αγκαλιά σου,
    γίνε μια άλλη θάλασσα για μας –
    κύματα που γεμίζουν τις ρυτίδες
    του προσώπου μας και χέρια, άρτος
    που πηγαίνει πέρα από τον άρτο…
    Στη γη γυρίζουμε, τα χερια μας είναι
    σιτάρι, τα βήματά μας τροφή,
    στην πλάτη μας είναι
    που ξέρασε πορφύρα και φωτιά…

    -του Σύριου Αλί Αχμέτ Σαΐντ του επονομαζόμενου Άδωνι ( Λατάκια, 1930) μετάφραση Κωστής Μοσκώφ

    *****

    Μεγάλη είναι η ζωή και δεν αξίζει τον κόπο να έχεις ζωή

    Μεγάλες είναι οι έρημοι και όλα είναι έρημος
    Δεν είναι μερικοί τόνοι πέτρες ή τούβλα στοιβαγμένα που κρύβουν το έδαφος, αυτό το έδαφος που είναι τα πάντα .

    Μεγάλες είναι οι έρημοι και οι ψυχές μεγάλες και έρημες,, έρημες γιατί από μέσα τους δεν περνούν πάρα ίδιες, μεγάλες γιατί από κει φαίνονται όλα και όλα πέθαναν.
    Μεγάλες είναι οι έρημοι, ψυχή μου .
    Μεγάλες είναι οι έρημοι

    Δεν πήρα εισιτήριο για τη ζωή, δεν βρήκα την πόρτα του συναισθήματος. Δεν υπήρξε επιθυμία ή ευκαιρία που να μην έχασα.
    Σήμερα δεν μου μένει, παραμονή του ταξιδιού, με τη βαλίτσα ανοιχτή εν αναμονή της αναβαλλόμενης τακτοποίησης .
    Καθισμένος στην καρέκλα συντροφιά με τα πουκάμισα που δεν χωράνε,
    σήμερα δεν μου μένει άλλο από αυτό που έμαθα.

    Μεγάλες είναι οι έρημοι κι όλα είναι έρημος
    Μεγάλη είναι η ζωή και δεν αξίζει τον κόπο να έχεις ζωή

    Βασίλης Βασιλειάδης

    ΕΡΗΜΟΣ ΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΒΑΡΥΣ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΜΠΕΤΑΣ

    Σκοτείνιασε.
    Καθένας κάπου πάει για ν’ αφήσει πίσω του
    την ερημιά.
    Ερημώνουν οι δρόμοι, τα μαγαζιά,
    σωπαίνουν οι συνοικίες.
    Τότε είναι που βγαίνω.

    Μ’ αρέσουν οι δρόμοι όταν είναι άδειοι όπως και οι
    συνοικίες όταν σωπαίνουν.
    Μ’ αρέσει ο θόρυβος των φύλλων όπως
    και το φως του φεγγαριού.
    Μ’ αρέσει το γλυκό παραμύθι των κυμάτων
    όπως και ο καθαρός βουνίσιος αέρας.
    Κι’ αν όλα τούτα δεν μ’ αρέσουν
    χαίρομαι που τους κρατώ συντροφιά …
    Σαν φάντασμα περιστρέφομαι μέσα σε γνώριμα τοπία.

    Εδώ γέλασα, εκεί έκλαψα.
    Εδώ κάθησα, εκεί έτρεξα.
    Εδώ τσακώθηκα, εκεί έκανα έρωτα.

    Ίδια τοπία, άλλοι άνθρωποι.
    Τι κρίμα! Σε λίγο και τούτα θα μείνουν μόνα.
    Καθένας κάπου πάει για ν’ αφήσει πίσω του
    την ερημιά.

    ΝΙΚΟΣ ΣΥΝΑΤΣΑΚΗΣ

    ΕΡΗΜΙΑ, Μάνος Χατζιδάκις

    ΕΡΗΜΊΑ ΠΑΘΩΝ

    Τυχαία άκουσα λοιπόν το φλογισμένο μυστικό.
    Κύριοι…
    Περιμένετε…
    Τώρα θα σας το πω:

    Όποιος, λένε, διαβεί αφέγγαρη νυχτιά την έρημο της ερημίας των παθών…
    αχτένιστος, αξύριστος και μισοτρελαμένος…
    θ’ αγγίξει λένε το φεγγάρι.
    Το τραγούδι των λύκων θα δαγκώσει.
    Θα το γευτεί και θα το σώσει.
    Θα εκδικηθεί. Θα γνωριστεί.
    Υπό τους ήχους μιας καμπάνας.
    Στην έρημο!

    Εκεί χολή θα πιει. Θ’ ακούσει λόγια…
    Τη φωνή… Στην έρημο!
    Πένθος θα μυρωθεί.
    Θ’ απλώσει βλέμμα ορθάνοιχτο στο εβένινο κενό χωρίς να καρφωθεί.
    Την ιστορία του ερημίτη θα ερμηνεύσει.
    Δε θα σαλέψει!

    Ύστερα λένε με ψυχή θα στραγγαλίσει την υποκρισία…
    μπροστά στα μάτια της σκαλισμένης αθωότητας.
    Μία βροντή! Εκεί! Στην έρημο!

    [Άτη Σολέρτη από τη συλλογή ΕΡΗΜΙΑ ΠΑΘΩΝ, εκδόσεις Βακχικόν 2015

  7. -Γιάννης Ποταμιάνος, «Ξαφνική ανθοφορία»

    «Την ξέρω καλά εγώ την ερημιά
    στο λευκό της ριζώνει όαση
    σαν έρωτας ξαφνικός
    την άνοιξη
    κι ας περπατάω τώρα στο φθινόπωρο
    γι’ αυτό γράφω ποίημα απόψε

    Την ξέρω καλά εγώ την ερημιά
    εκεί ανθίζουν οι κάκτοι σαν όνειρα
    άγριοι, σκληροί κι ακανθοφορεμένοι
    σαν επιθυμίες
    ανθίζουν ξαφνικά
    ένα κόκκινο λουλούδι
    και γίνεται η έρημος όμορφη
    σαν ιδέα
    γι’ αυτό γράφω ποίημα απόψε»
    (https://plus.google.com/s/%CE%95%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%AC/top)

  8. Καλά, πώς και δεν σκέφτηκα το λατρεμένο μου τραγούδι;
    Πώς;;;;

    Πέτρος Πανδής – » Με βρήκε πάλι η ερημιά »

    Με βρήκε πάλι η ερημιά

    Με βρήκε πάλι η ερημιά
    δεν μ’ είχε χάσει,
    σαν κάποια σύσταση
    παλιά που `χει αλλάξει.

    Και μου `φερε το χωρισμό
    μέσα σε γράμμα,
    κουράστηκα για να σε βρω
    μα το `χα τάμα.

    Μπροστά στην πόρτα μου έκατσε
    δίπλα στο γιασεμί μου κι αυτό ανθίζει
    δυο φορές καρδούλα μου
    αχ, τη μια μες στην ψυχή μου.

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

    *****

    Μες στην ερημιά του κόσμου
    ένα χέρι γράφει εντός μου:
    κάπου υπάρχει Θεός.
    Φίλοι σκύλοι μου μην κλαίτε
    μες στη συμφορά να λέτε:
    κάπου υπάρχει Θεός.

    Νίκος Γκάτσος

    *****

    «Εγκώμιον ερημιάς και μοναχικής διαγωγής»

    Και πότ’ ελιές εφύτευα, πότ’ αχλαδιές δε πάλιν
    πότε μηλιές, αμυγδαλιές, με δόξαν μου μεγάλην,
    πότε δε και λαχανικά, πρασάκια και σκορδάκια
    κι εχαίρομουν στα χώματα, καθώς συ στα φλωράκια.

    Και ήμουν προς τον Κύριον όλο ευχαριστία
    και είχε μιαν ηδονήν άρρητον η καρδία,
    ο τόπος να μοσκοβολά, τα δέντρα να μυρίζουν
    και τα πουλάκια και αυτά να σε κλωθογυρίζουν.

    Να ψάλεις συ το ψαλτικό, να κελαδούν εκείνα
    και με διάφορα η γη λουλούδια και κρίνα,
    ετούτα να ευφραίνουσιν την όρασιν, τα μάτια,
    θυμούμαι τα και καίγομαι και γίνομαι κομμάτια.

    Μέσα εις ένα βρισκόμουν εγώ κήπον χαρίτων,
    σ’ ένα παράδεισον τρυφής, αυτό αλήθεια ήτον.
    (…) για τούτο και με δίκαιον σε ονομάζουν όλοι
    της Παναγίας Δέσποινας Κήπον και Περιβόλι.

    Καισάριος Δαπόντες
    [audio src="http://diakonima.wpengine.netdna-cdn.com/wp-content/uploads/2009/09/egomion-erimias.mp3" /]

    *****

    «Στην ερημιά του ήχου,
    στη γυμνή ησυχία,
    συμβαίνουν συνουσίες και συνωμοσίες.
    Γεννιούνται παιδιά-τέρατα
    που μπορεί ν’ αλλάξουν τον κόσμο,
    αλλά και παιδιά που επιβιώνουν με 700 ευρώ.

    Στην ερημιά του ήχου
    ακούγονται ιαχές πολέμου από τα μέσα
    και βγαίνουν έξω σαν θεατρίνοι,
    ντυμένοι το γέλιο και την ειρωνεία.
    Φαντασιωνόμαστε βουβά να λιώνουν οι τοίχοι
    και ν’ αγκαλιάζουμε τη φύση.
    Ζητάμε ανταλλάγματα για τους έρωτές μας
    και ξυπνάμε όμορφοι και ηττημένοι απ’ τα πάθη μας.

    Στην ερημιά του ήχου
    χορεύουμε βαλς,
    αναζητώντας χίλιες λέξεις
    να περιγράψουμε ένα φως
    που ακροβατεί στη σχισμή του παραθύρου μας…»

    Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης

    *****

    …Αποτραβήξου φίλε μου στην ερημιά σου.
    Σε κεντάν μύγες φαρμακερές.
    Πήγαινε εκεί που ορμητικός και μέγας άνεμος φυσά.
    Τραβήξου στην ερημιά σου.
    Έζησες πολύ κοντά στους μικρούς και τιποτένιους…
    ………
    …Πήγαινε φίλε μου στην ερημιά σου, εκεί ορμητικός και μέγας άνεμος φυσάει.
    Δικός σου προορισμός δεν είναι να γίνεις μυγοδιώκτης .

    Νίτσε Φρίντριχ

    *****

    Άνθρωπος στην Ερημιά

    Άλλος ένα χρόνος με έχει προσπεράσει
    Ακόμη κοιτάω τον εαυτό μου και κλαίω
    Τι είδους άνθρωπος έχω γίνει;
    Όλα τα χρόνια τα ξόδεψα στην αναζήτηση του εαυτού μου
    Και είμαι ακόμα στο σκοτάδι
    Επειδή φαίνεται πως δεν μπορώ να βρω το φως μόνος

    Μερικές φορές νιώθω σαν ένας άνθρωπος στην ερημιά
    Είμαι ένας μοναχικός στρατιώτης πηγαίνοντας στον πόλεμο
    Στάλθηκα μακριά για να πεθάνω – χωρίς να ξέρω καν ποτέ γιατί
    Μερικές φορές δεν έχει καθόλου νόημα
    Δέκα χιλιάδες άνθρωποι βλέπουν τον δρόμο μου
    Αλλά δεν μπορούν να δουν τον τρόπο που νιώθω
    Κανείς δεν ενδιαφέρεται καν να προσπαθήσει
    Περνάω την ζωή μου και πουλάω την ψυχή μου στον δρόμο
    Και είμαι ακόμα στο σκοτάδι
    Επειδή φαίνεται πως δεν μπορώ να βρω το φως μόνος

    Μερικές φορές νιώθω σαν ένας άνθρωπος στην ερημιά
    Είμαι ένας μοναχικός ναύτης χαμένος στην θάλασσα
    Παρασύρομαι με το κύμα
    Χωρίς να ξέρω καν ποτέ γιατί
    Μερικές φορές δεν έχει καθόλου νόημα
    (Είμαι ζωντανός)
    Ψάχνω για αγάπη είμαι ένας άνθρωπος με αισθήματα
    (Και η καρδιά μου φλέγεται)

    Styx

    • Perfetto (τέλειο)!!!… Ευχαριστώ, πάμε για το επόμενο θέμα….

      -Θανάσης Κωσταβάρας, «ΣΑΝ ΤΑ ΕΡΗΜΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ»

      Έπρεπε να περάσουν τόσα και τόσα χρόνια
      τόσοι μαύροι χειμώνες, τόση αφόρητη μοναξιά
      για να φτάσει κάποτε σε κείνη τη γενναία πραότητα
      που έχουν τα δέντρα.
      Όχι όλα τα δέντρα.
      Εκείνα που μέσα στην ερημιά μεγαλώνουν αφρόντιστα μόνα τους.
      Και γεμίζουν φύλλα και κλώνους και δίνουν καρπούς που, αλίμονο
      δεν έρχεται να τους μαζέψει κανένας.
      Ώσπου αρκούνται να περιμένουν κάποιον οδοιπόρο τουλάχιστον
      να του προσφέρουν τον ίσκιο τους.

      Έτσι και κείνος.
      Τόσο πολύ τον είχε πλουτίσει η βασανισμένη ζωή του
      που τον έκανε ποιητή.
      Και περίμενε χρόνια κάποιον να του μιλήσει η ποίησή του.
      Να του χαρίσει έστω τον ίσκιο της.

      Κι έτσι να ξοφλήσει κάτι απ’ το χρέος του.

      Γιατί είχε τόσον πλούτο αθησαύριστον μέσα του
      που μια ζωή ονειρευόταν
      να του δοθεί κάποτε η χάρη με τη ζεστή του φωνή να ντύσει
      όλη τη γυμνή ανθρωπότητα.

      (Από τη «ΜΑΚΡΙΝΗ ΑΓΝΩΣΤΗ ΧΩΡΑ» – 1999)

  9. Δειλινό της ερημιάς -Πέτρος Πανδής

    Δειλινό της ερημιάς

    Δειλινό της ερημιάς
    πολιτεία που με πας,
    μες στους δρόμους
    αρχαίος λυγμός.

    Αγόρι απ’ τον Αρδηττό
    κορίτσι απ’ τον ουρανό
    αίμα στάζει ο καημός
    μενεξέδες ρίχνει στο φως.

    Μη ρωτάς τον καιρό
    κρατάει το μυστικό
    μια μέρα θα στο πω.

    Τάσος Λειβαδίτης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: