Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (157ο): «Τοίχος – τείχη)…

 

-«Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους, μπορεί να `ναι κι από αίμα.

Όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα,

μπορεί να `ναι κι απ’ το λιόγερμα, που χτυπάει στον απέναντι τοίχο…»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

 

 

 

-«Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε,

αλλά ο καλύτερος τοίχος για να κρύψουμε το πρόσωπό μας»
(Μ. Αναγνωστάκης)
 

 -«…Οι  άλλοι τέσσερις έφυγαν. Στο καλό. Τι ησυχία – σα νάναι εδώ να γεννηθεί ένα παιδί  ή να πεθάνει ένας μάρτυρας, και περιμένεις ν’ ακουστεί μια πελώρια  κραυγή ( του παιδιού ή του Θεού ), μια κραυγή πιο τρανή απ’ τη σιωπή
Που θα ρίξει τα τείχη του πριν, του μετά και του τώρα, να μπορέσεις να θυμηθείς, να μαντέψεις, να ζήσεις μαζί, μες σε μια άχρονη στιγμή, τα πάντα. Όμως τίποτα…»

(Γ. Ρίτσος, «Αποχαρετισμός»)

 

 

 

 

 

-«…ο έρωτας γλυκό φιλί σε κρεμμυδένιο χείλι.-.

σαρανταβέργινο κλουβί ο κόσμος που με ζώνει—

σχεδόν Τα Τείχη.»!

(Νίκος Καρούζος)

 

 

 

 

 

 

-Χρίστος Λάσκαρης, «Ο ΤΟΙΧΟΣ»:

 

«Τον τοίχο είχα απέναντι/ τον γκρίζο, γυμνό τοίχο.

Καθόμουνα και τον κοίταζα.

 

Σε κάποια στιγμή,/ τον άκουσα να μου υπαγορεύει ένα ποίημα.

Το ποίημα μιλούσε για έναν τοίχο,/ ένα γκρίζο, γυμνό τοίχο –

και για κάποιον/που καθόταν αμίλητος και τον κοίταζε.»

 

 

 

 

-Ρόμπερτ Φροστ, «Mending a wall»

«Πριν χτίσω έναν τοίχο θα

ρωτούσα
τι κλείνω μέσα ή τι κλείνω

απέξω
και ποιον ενδεχομένως θα

προσβάλλω.»

(http://stigmalogou.blogspot.gr/)

 

 

-Μ. Μαλακάσης, «Σὲ τέσσερους τοίχους» (ἀπόσπασμα)

Περπατώντας τὴ νύχτα
Μ᾿ ἀρέσει ἐσὺ νὰ μὲ χτυπᾷς, χινοπωριάτικη βροχή,
Καὶ νὰ δροσίζεις τὸ γυμνὸ τὸ μέτωπό μου,
Σὰν μέσ᾿ ἀπὸ μίαν ἄβυσσο τὰ᾿ ἀργό μου βῆμα ν᾿ ἀντηχεῖ
Καὶ νὰ διαλύεμαι στὸ νερὸ τοῦ φωτισμένου δρόμου.

 

 

 

 

-Μ. Σαχτούρης, «ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ – Ἡ σκηνή»

«Ἀπάνω στὸ τραπέζι εἴχανε στήσει
ἕνα κεφάλι ἀπὸ πηλὸ
τοὺς τοίχους τοὺς εἶχαν στολίσει
μὲ λουλούδια
ἀπάνω στὸ κρεβάτι εἴχανε κόψει ἀπὸ χαρτὶ
δυὸ σώματα ἐρωτικὰ
στὸ πάτωμα τριγύριζαν φίδια
καὶ πεταλοῦδες
ἕνας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στὴ γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν τὸ δωμάτιο ἀπ᾿ ὅλες
τὶς πλευρὲς
δὲ θά ῾ταν φρόνιμο κανεὶς
νὰ τοὺς τραβήξει
ἕνας ἀπὸ τοὺς σπόγγους ἔσπρωχνε τὰ σώματα
στὸν ἔρωτα

Ἡ δυστυχία ἀπ᾿ ἔξω
ἔγδερνε τὶς πόρτες

 

 

 

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, »Ο εντοιχισμένος»,

Απόλυτη ακινησία όπως σε παλιό φωτογραφείο

για να πετύχει ο εντοιχισμός

να μείνει το αρνητικό της τελευταίας έκφρασης

που γι’ άλλους θα ‘ναι η πρώτη

άμμος κι ασβέστης, νερό, χαλίκι

παχύ τσιμέντο που καλύπτει τα κυρτώματα

σκεπάζει την κάθε χαραγή.

‘Επειτα λιώνοντας αργά μέσα στον τοίχο

πίσω από πλίθρες, κοτρώνια, τούβλα

πελεκημένες πέτρες, μαρμαρόπλακες

ή από την καλή μεριά πίσω απ’ το κονίαμα

τις ριπολίνες, τους σαγρέδες, τα πλαστικά

φτάνεις να γίνεις όχι μια μαλακή φουσκάλα

σαν κι αυτές που σπάγαμε όταν φούσκωνε η μπογιά

μα ένα κενό κορμιού με χτιστό περίβλημα.

Υπάρχουμε έτσι σαν ανθρωπόμορφα κοιλώματα

στο εσωτερικό μαντρότοιχων, Μακρών Τειχών

ή μεσοτοιχιών διαμερισμάτων -το γκρέμισμά τους

αντί να μας ελευθερώνει μας εξαφανίζει.

(στον τόμο: Αντικριστοί καθρέφτες, Αθήνα, εκδ. Στιγμή)

 

 

 -Κλείτος Κύρου, «Τα τείχη»

Τα τείχη πάντοτε διασώζουν την υπεροχή τους αγγίζεις
Τα χαλάσματα πιάνεις τις πέτρες τους ζεστά πουλιά
Μέσα στη χούφτα σου καρδιοχτυπούν ο ήλιος φλογερό
Ξυράφι αναρριχάται στις επάλξεις τα τείχη κάποτε
Σε προφυλάγαν ήταν απόρθητα με την τριπλή σειρά τους
Και το νερό μες στο χαντάκι όπου κοβόταν η πορεία
Της φωτιάς είχες το αίσθημα της προστασίας τα τείχη
Δίναν μια προέκταση στην ύπαρξή σου ήταν δυσπρόσιτα
Στο μάτι και στο αυτί παντού σε κρύβαν πολεμίστρες
Ακόμα πίστεψες πως θα υπερφαλαγγίζαν και το χρόνο

Τα τείχη ωστόσο σήμερα παρέχουν κάποιαν άλλη
Προστασία που πάλι βρίσκεται μες στον προορισμό τους
Σήμερα ο εχθρός φόρεσε άλλες στολές ο αμυνόμενος
Άλλαξε τακτική συμπτύχθηκε κάτω απ’ το χρόνο
Μες στα χαλάσματά τους κρύβονται φονιάδες κατοικούνε
Γύφτοι βρίσκουν άσυλο οι εραστές σα σουρουπώνει τα μικρά
Παιδιά αποπατούν πουλιά και ζώα φωλιάζουνε ολονυχτίς

Τα τείχη θα σε προστατέψουν ακόμα κι όταν πλήξεις
Από το μεγαλείο τους τα τείχη σού προσφέρουν πάντοτε
Μια προστασία αδιάφορο ποια θα ‘ναι συ θα την καθορίσεις

(Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή, ΑΓΡΑ)

 

 

 

 

 

 

-Κωνσταντίνος Καβάφης, «Τείχη»

 

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

(Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα, ύψιλον/βιβλία)
 

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (157ο): «Τοίχος – τείχη)…

  1. καλησπέρα καλή εβδομάδα να έχουμε

    «Ποιήματα» – Κώστας Ουράνης
    Εκδόσεις: Εστία

    Έτος: 2009

    TOO LATE

    Κι αν στέλνουμε μηνύματα με τ’ άσπρα
    που αφήνουμε να φεύγουν περιστέρια,
    κι αν μπρος στις Παναγιές τις Ελεούσες
    δεητικά υψώνουμε τα χέρια,

    τους δρόμους τους σκεπάσανε τα χιόνια
    και κλείσανε σαν πύλες οι ουρανοί:
    αν είταν (που δεν είταν!) κάτι να ‘ρθει,
    τώρα πια είναι αργά για να φανεί.

    Α! τι δειλοί – και πόσο γελασμένοι
    εβγήκαμε σε όλα στη ζωή μας:
    γι’ ασφάλεια κυκλωθήκαμε με τείχη
    – και γίνανε τα τείχη φυλακή μας.

    Εμπρός στης Προσδοκίας το κατώφλι,
    περάσαμε τα νιάτα μας ορθοί
    – ενώ είτανε μέσα μας το θάμα
    που τόσο λαχταρούσαμε να ‘ρθει!…

  2. ένα από τα ποιήματα που έγραψε Αλέκος Παναγούλης, μέσα στο κελί της φυλακής του.

    Η ΜΠΟΓΙΑ

    Ζωντάνεψα τους τοίχους

    φωνή τους έδωσα

    πιο φιλική να γίνουν συντροφιά

    Κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν να μάθουνε

    που βρήκα τη μπογιά

    Οι τοίχοι του κελιού

    το μυστικό το κράτησαν

    κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού

    Όμως μπογιά δε βρήκαν

    Γιατί στιγμή δε σκέφτηκαν

    στις φλέβες μου να ψάξου

    http://www.tokarfi.gr/t%CE%B7%CF%82-%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CF%84%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-1%CE%B7-%CE%BC%CE%B1%CE%90%CE%BF%CF%85-1976-%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B1/

  3. Φερνάντο Πεσσόα

    ΟΙ ΩΡΕΣ
    Οι ώρες δεν αντέχουν πια να είναι ώρες
    Ω, να μπορούσαμε κάτι άλλο να είμαστε! λένε.
    Η δουλειά τους είναι να κάνουν γέρους τα παιδιά,
    Τις ελπίδες, τα άνθη,
    Χλωμά τα χείλη να βάφουν και γκρίζα τα μαλλιά.
    ^^^
    Μολύνουν, θλίβουν, σκοτώνουν την ομορφιά.
    Όταν περνούν, κοιτάζουν πίσω,
    Το δρόμο που είχαν ταχτεί να κάνουν,
    Κι άλλο δε βλέπουν παρά οδυρμούς.
    ^^^
    Έτσι, ω, να μπορούσαμε κάτι άλλο να είμαστε! λένε.
    Γιατί νομίζουν πως ξέρουν
    Πως όλα τα πράγματα κι οι σκέψεις που παίρνουν μαζί τους
    Ξεθωριάζουν και φεύγουν.
    ^^^
    Δεν ξέρουν, οι τυφλές και μίζερες
    Πώς τείχος υψώνουν
    Ψεύτικο θησαυρό προστατεύοντας, λάφυρα ενός κλέφτη
    Πως όλα μιαν Άλλη Σημασία έχουν
    Α, ναι! Ακόμα κι ο Θεός ο ίδιος.

    http://toixo-toixo.blogspot.gr/2011/08/blog-post_23.html

  4. Καλημέρα, Γιάννη! Όλα καλά;
    Ζόρικο το θέμα σήμερα, με λίγες δυνατότητες.
    Ωστόσο, επειδή θεωρώ το Mending Wall εκπληκτικό ποίημα, θα παραθέσω όσα αποσπάσματά του έχω στη διάθεσή μου από την όντως εξαιρετική μετάφραση του Διονύση Καψάλη.

    Mending Wall
    (αποσπάσματα)

    ….…………………………………………………..
    Στον γείτονά μου πέρα από το λόφο
    μηνώ, και συναντιόμαστε μια μέρα,
    και βάζοντας τον τοίχο ανάμεσά μας
    τον στήνουμε ξανά, σ’ όλο το μήκος.
    Πηγαίνοντας, κρατάμε σταθερά
    τον τοίχο ανάμεσά μας – στον καθένα
    οι πέτρες που ‘χουν πέσει στη μεριά του.
    ………………………………………………………….
    Α, ένα ακόμα υπαίθριο παιχνίδι,
    και τίποτε άλλο. Εκεί που βρίσκεται,
    τι να τον κάνουμε τον τοίχο. Εκείνος
    μόνο πεύκα κι εγώ μόνο μηλιές.
    Δεν θα ‘ρθουν οι μηλιές μου στη μεριά του
    να φαν τα κουκουνάρια του, του λέω,
    κι αυτός να λέει μόνο, «Οι καλοί φράχτες
    κάνουν τους καλούς γειτόνους».
    ………………………………………………………………
    Πριν χτίσω έναν τοίχο θα ρωτούσα
    τι κλείνω μέσα ή τι κλείνω απέξω
    και ποιον ενδεχομένως θα προσβάλλω.
    ………………………………………………………………
    Κάτι στον κόσμο αντιπαθεί τους τοίχους
    και θέλει να τους ρίξει. «Ξωτικά»
    θα’ θελα να του πω, αλλά δεν είναι
    ξωτικά ακριβώς, και θα προτιμούσα
    να το πει μόνος του. Τον βλέπω εκεί
    να φέρνει την κοτρόνα που κρατά
    από την άκρη, μια σε κάθε χέρι,
    σαν οπλισμένος άγριος βγαλμένος
    από τη λίθινη εποχή. Κινείται,
    όπως μου μοιάζει εμένα, σε σκοτάδι.
    όχι από δάση μόνο κι ίσκιους δέντρων.
    Δεν θ’ αναρωτηθεί, δεν θα ερευνήσει
    την παροιμία του πατέρα του.
    Τόσο του αρέσει που τη σκέφτηκε,
    που όλο την ξαναλέει: «Οι καλοί φράχτες
    κάνουνε τους καλούς γειτόνους».

    ROBERT FROST, μτφρ. Διονύσης Καψάλης

  5. Καλησπέρα σας!!!… Gregory και Αγγελική σας ευχαριστώ πολύ!…Όντως ζόρικο το θέμα… Ε, εντάξει, ό,τι βρούμε…

    -Γουίλιαμ Κ. Γουίλιαμς, «Ανάμεσα σε τοίχους»

    «Στις πίσω πτέρυγες
    του

    νοσοκομείο όπου
    τίποτα

    δε φυτρώνει ριγμένες
    στάχτες

    κι ανάμεσά τους λάμπουν
    τα σπασμένα

    κομμάτια μιας πράσινης
    μπουκάλας»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

    -Τίτος Πατρίκιος, «Η πόλη που γεννήθηκα»

    Αγγίζω τους τοίχους των σπιτιών
    δεν αποκρίνεται κανείς.
    Βρέθηκα σε μια πόλη δίχως όνομα.
    Ψάχνω τον ουρανό να βρω το στίγμα της
    και με τυφλώνουν ρεκλάμες.
    Η πόλη που γεννήθηκα είχε δυο απλές συντεταγμένες.
    Βόρειο πλάτος, αίμα.
    Βόρειο μήκος, θάνατο.

    -Ο. Ελύτης: [Δεν αντέχω τα παράθυρα χωρίς θέα]

    «Είμαι ένας απλός, καθημερινός, αισιόδοξος άνθρωπος.
    Αλλά, δεν αντέχω τα παράθυρα χωρίς θέα.
    Τα παράθυρα βρίσκονται εκεί για να ταξιδεύουν τη ματιά.
    Για ν’ αποκαλύπτουν ορίζοντες.
    Για να υπόσχονται το «παραπέρα».
    Για να λούζουν στο αληθινό φώς τ’ άδεια δωμάτια.
    Για να φτιάχνουν σκιές με χρώμα πάνω στους λευκούς τοίχους…»

  6. 1.
    …Ἂν μὲς στὶς φωνὲς ποὺ τὰ βράδια τρυποῦνε ἀνελέητα τὰ τείχη
    Ξεχώρισες μία: Εἶν᾿ ἡ δική του. Ἀνάβει μικρὲς πυρκαγιὲς
    Χιλιάδες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρπολοῦν
    τὴν ἀτίθαση νιότη μας
    Εἶν᾿ ἡ δική του φωνὴ ποὺ βουίζει στὸ πλῆθος
    τριγύρω σὰν ἥλιος…

    Μ. Αναγνωστάκης, ΧΑΡΗΣ 1944

    ***

    2.
    …Χτυπῶ τοὺς τοίχους τῆς ὑγρῆς φυλακῆς μου
    καὶ δὲν προσμένω ἀπάντηση
    Κανεὶς δὲ θ᾿ ἀγγίξει τὴν ἔκταση τῆς στοργῆς
    καὶ τῆς θλίψης μου.

    Μανόλης Αναγνωστάκης ~ 13 . 12 . 43

    ***

    3. Ακόμα λίγο
    ο τοίχος είναι δίπλα
    σύντροφε μ’ ακούς
    ο άλλος χαμογελάει πίσω απ’ τον τοίχο
    ένα μικρό βασανισμένο γέλιο
    ένα γέλιο
    σαν μια χαραμάδα φως
    ένα γέλιο που φέρνει το θάνατο
    σ’ όσους ξεχάσουν αυτό το γέλιο
    σύντροφε σ’ ακούμε
    αυτό το γέλιο ταπείνωσε τους εχθρούς.

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ***

    4. Σε ξέρω καλά σιωπή του τοίχου,
    σ’ έχω γνωρίσει τα κρύα απογεύματα
    όταν η μέρα γύριζε
    κι ο ίσκιος σου
    άρχιζε να δουλεύει
    μέσα στην κάμαρα και την καρδιά.
    Ήθελα κάποιον κοντά μου,
    κάποιον ζωντανό, που να μπορώ να μιλήσω,
    καθισμένον εκεί, στο κρεβάτι μου.
    Μα δεν υπήρχε κανένας στο σπίτι.
    Όλοι είχαν βγει
    να σεργιανήσουν στη λιακάδα.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    ***

    5. Τοιχογραφία
    ΙΙ

    Τα πάθη είναι γνώση, μα κι η άρνησή τους
    άλλα πεδία γνώσεως προσφέρει.
    Ζήσε παράλληλα τις δυο καταστάσεις
    αν θέλεις να μη ζήσεις ούτε μια.
    Κι αν πάλι δεν μπορείς να αποστρέψεις
    το πρόσωπό σου ολοκληρωτικά
    εμείς θα σε δεχτούμε με ζεστά τα βλέφαρα
    αδύνατοι άνθρωποι,
    έχοντας νοσταλγήσει τον Χριστό
    μα και την ειδωλολατρεία ταυτοχρόνως.

    ΓΙΩΡΓOΣ ΜΑΚΡΗΣ

    ***’

    6. Στα γάργαρα νερά

    Ο τοίχος είναι λευκός
    αν κάνεις ένα σάλτο
    μπαίνεις στο τίποτα

    απ΄το πρωί μαζεύω φύλλα
    και τα κολλάω με σάλιο
    πάνω στον τοίχο
    δίπλα δίπλα αγαπιούνται
    έτσι νομίζω θα κλείσω το τίποτα

    το βράδυ θα βάλω μέσα το κεφάλι μου
    κι απ΄ την άλλη πλευρά
    θα ακούω μια μουσική
    τα φύλλα πάντα ξεκολλούν
    ο αντίλαλος της πτώσης τους
    είναι το νήμα που κρατά
    τα πόδια μου στο σπίτι
    ενώ ένα σμήνος ψαριών
    περνά από μέσα μου
    προς τα γάργαρα νερά
    της άλλης όχθης.

    ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ

    Toίχο-τοίχο και γωνιά-γωνιά

    7. Πυργοφυλακή

    Κλαίει αυτός εδώ που εγκλωβίζω
    μες τ’ όνομά μου σε τούτη την πυργοφυλακή.

    ΄Εχω πολύν καιρό την έγνοια τοίχο να χτίζω στρογγυλό.

    Κι όσο υψώνεται τούτος ο τοίχος
    μέρα τη μέρα ψηλά στον ουρανό,
    στη σκοτεινή του τη σκιά κει μέσα
    και ν’ αντικρύσω πια αδυνατώ
    τον ίδιο μου πραγματικό εαυτό.

    Nοιώθω μια περηφάνεια για τον θεόρατο τούτον τοἰχο
    και τον επικαλύπτω κιόλας μ’ άμμο και σκόνη μην τύχει και μείνει
    τρύπα παραμικρή τα’ όνομα να διαπερνά.

    Μ’ απ’ τη φροντίδα που βάζω την πολλή
    κει μέσα και ν’ αντικρύσω πια αδυνατώ
    τον ίδιο μου πραγματικό εαυτό.

    [ R.Tagore, Dungeon] – Poem by dimitrios galanis
    http://www.poemhunter.com/poem/r-tagore-dungeon/

    ***

    8. Τα Τείχη Μου

    Τείχη έχτιζα, φαίνεται, με τα υλικά της υποκριτικής μου τέχνης
    και δεν απέφυγα τελικά την παρεξήγηση.
    Τι κρίμα να χάνουν γύρω μου ένας ένας τη διάθεση να μπει στον κόσμο
    των υλικών και των συμβόλων τους!

    Το μέγα μου πάντα παράπονο που δε μου δίνανε και την ευκαιρία
    τούτα δω ακριβώς να εξηγήσω.
    Και βρέθηκα μονάχος μου ο δύστυχος,
    κλεισμένος μες »τα τείχη μου» τα ίδια, πικρά να μετανιώνω
    που δεν άφησα εγκαίρως κατά μέρος τις επιτηδευμένες
    και… περισπούδαστες, γελοίες δηλαδή, του φαίνεσθαι εκζητήσεις.

    ΄Ετσι που μ’ αφήσανε [κι αφέθηκα] δευτέρα φύση ν’ αποκτήσω
    δεν τολμώ ν’ απεκδυθώ το προσωπείο για ‘να πρόσωπο αυθεντικής υφής.
    Με τρομάζει μια επείγουσα περισυλλογή νέων υλικών,
    κι η χρήση υπαρχόντων ξένη μου είναι πια.

    Η καταδίκη μου προβλέπω νά ‘ναι αυτή εδώ:
    Μια παρωδία προ νέων να εκτυλίσσεται οφθαλμών,
    στο εξής ως ‘ξένον’ κι ‘άλλον’ να βλέπω εαυτόν να πορεύεται εμπρός μου,
    κι αυτόν τον ΄Αλλον Ξένον αντίοι γνώριμοι προσιόντες
    ν’ αναγνωρίζουνε κι εμένανε τον ίδιον ν’ αγνοούνε παντελώς.
    Προσήκουσα, ομολογώ με καθυστέρηση,
    η της φύσεως των ανθρωπίνων εκδίκηση.

    Poem by dimitrios galanis
    http://www.poemhunter.com/poem/-10689/

  7. 1.
    …Ἂν μὲς στὶς φωνὲς ποὺ τὰ βράδια τρυποῦνε ἀνελέητα τὰ τείχη
    Ξεχώρισες μία: Εἶν᾿ ἡ δική του. Ἀνάβει μικρὲς πυρκαγιὲς
    Χιλιάδες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρπολοῦν
    τὴν ἀτίθαση νιότη μας
    Εἶν᾿ ἡ δική του φωνὴ ποὺ βουίζει στὸ πλῆθος
    τριγύρω σὰν ἥλιος…

    Μ. Αναγνωστάκης, ΧΑΡΗΣ 1944

    ***

    2.
    …Χτυπῶ τοὺς τοίχους τῆς ὑγρῆς φυλακῆς μου
    καὶ δὲν προσμένω ἀπάντηση
    Κανεὶς δὲ θ᾿ ἀγγίξει τὴν ἔκταση τῆς στοργῆς
    καὶ τῆς θλίψης μου.

    Μανόλης Αναγνωστάκης ~ 13 . 12 . 43

    ***

    3. Ακόμα λίγο
    ο τοίχος είναι δίπλα
    σύντροφε μ’ ακούς
    ο άλλος χαμογελάει πίσω απ’ τον τοίχο
    ένα μικρό βασανισμένο γέλιο
    ένα γέλιο
    σαν μια χαραμάδα φως
    ένα γέλιο που φέρνει το θάνατο
    σ’ όσους ξεχάσουν αυτό το γέλιο
    σύντροφε σ’ ακούμε
    αυτό το γέλιο ταπείνωσε τους εχθρούς.

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ***

    4. Σε ξέρω καλά σιωπή του τοίχου,
    σ’ έχω γνωρίσει τα κρύα απογεύματα
    όταν η μέρα γύριζε
    κι ο ίσκιος σου
    άρχιζε να δουλεύει
    μέσα στην κάμαρα και την καρδιά.
    Ήθελα κάποιον κοντά μου,
    κάποιον ζωντανό, που να μπορώ να μιλήσω,
    καθισμένον εκεί, στο κρεβάτι μου.
    Μα δεν υπήρχε κανένας στο σπίτι.
    Όλοι είχαν βγει
    να σεργιανήσουν στη λιακάδα.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    ***

    5. Τοιχογραφία
    ΙΙ

    Τα πάθη είναι γνώση, μα κι η άρνησή τους
    άλλα πεδία γνώσεως προσφέρει.
    Ζήσε παράλληλα τις δυο καταστάσεις
    αν θέλεις να μη ζήσεις ούτε μια.
    Κι αν πάλι δεν μπορείς να αποστρέψεις
    το πρόσωπό σου ολοκληρωτικά
    εμείς θα σε δεχτούμε με ζεστά τα βλέφαρα
    αδύνατοι άνθρωποι,
    έχοντας νοσταλγήσει τον Χριστό
    μα και την ειδωλολατρεία ταυτοχρόνως.

    ΓΙΩΡΓOΣ ΜΑΚΡΗΣ

    ***

    6. Στα γάργαρα νερά

    Ο τοίχος είναι λευκός
    αν κάνεις ένα σάλτο
    μπαίνεις στο τίποτα

    απ΄το πρωί μαζεύω φύλλα
    και τα κολλάω με σάλιο
    πάνω στον τοίχο
    δίπλα δίπλα αγαπιούνται
    έτσι νομίζω θα κλείσω το τίποτα

    το βράδυ θα βάλω μέσα το κεφάλι μου
    κι απ΄ την άλλη πλευρά
    θα ακούω μια μουσική
    τα φύλλα πάντα ξεκολλούν

    ο αντίλαλος της πτώσης τους
    είναι το νήμα που κρατά
    τα πόδια μου στο σπίτι
    ενώ ένα σμήνος ψαριών
    περνά από μέσα μου
    προς τα γάργαρα νερά
    της άλλης όχθης.

    ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ

    Toίχο-τοίχο και γωνιά-γωνιά

  8. Grazie Aggeliki!…
    *Και το τελευταίο μου γι αυτό το θέμα:

    -Αργύρης Χιόνης, [Φυλακισμένος μες στους τέσσερις τοίχους μου]

    «Φυλακισμένος μες στους τέσσερις τοίχους μου, φαντάζομαι
    τον κάμπο, το βουνό και τη θάλασσα. Κοιτώντας ένα λουλούδι
    στο βάζο, ένα λουλούδι ξεχασμένο και ξερό, μαντεύω την ευ-
    διά του ανοιξιάτικου κήπου. Τρώγοντας μόνον ελιά, πίνοντας
    μια γουλιά κρασί, διασχίζω νοητούς ελαιώνες, τρυγώ μυθι-
    κούς αμπελώνες. Με το σπέρμα μου να κυλάειανάμεσα απ’ τα
    δαχτυλά μου ή πάνω σε στείρους μηρούς, ακούω γέλια παι-
    διών, ακούω κλάμα»
    (Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, ΝΕΦΕΛΗ)

  9. Πυργοφυλακή

    Κλαίει αυτός εδώ που εγκλωβίζω
    μες τ’ όνομά μου σε τούτη την πυργοφυλακή.

    ΄Εχω πολύν καιρό την έγνοια τοίχο να χτίζω στρογγυλό.

    Κι όσο υψώνεται τούτος ο τοίχος
    μέρα τη μέρα ψηλά στον ουρανό,
    στη σκοτεινή του τη σκιά κει μέσα
    και ν’ αντικρύσω πια αδυνατώ
    τον ίδιο μου πραγματικό εαυτό.

    Nοιώθω μια περηφάνεια για τον θεόρατο τούτον τοἰχο
    και τον επικαλύπτω κιόλας μ’ άμμο και σκόνη μην τύχει και μείνει
    τρύπα παραμικρή τα’ όνομα να διαπερνά.

    Μ’ απ’ τη φροντίδα που βάζω την πολλή
    κει μέσα και ν’ αντικρύσω πια αδυνατώ
    τον ίδιο μου πραγματικό εαυτό.

    [ R.Tagore, Dungeon] – Poem by dimitrios galanis

  10. ΚΑΘΩΣ ΜΕΓΑΛΩΝΑ

    Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό.
    Έχω σχεδόν ξεχάσει τ’ όνειρό μου.
    Αλλά ήταν τότε, ήταν εκεί,
    κατάντικρύ μου,
    σαν ήλιος λαμπερό-
    τ’ όνειρό μου.

    Και τότε υψώθη ο τοίχος,
    υψώθη αργά,
    αργά,
    ανάμεσα σ’ εμέ και στ’ όνειρό μου.
    Υψώθη αργά, αργά,
    θαμπώνοντας
    και κρύβοντας
    τ’ ονείρου μου το φως.

    Υψώθηκε ώσπου άγγιξε τα ουράνια
    ο τοίχος.

    Σκοτάδι.
    Είμαι ένας μαύρος.

    Κείτουμαι χάμω μέσα στο σκοτάδι.
    Έφυγε πια το φως του ονείρου από μπροστά μου,
    έφυγε πάνωθέ μου.
    Μονάχα ο τοίχος ο χοντρός
    και το σκοτάδι.

    Χέρια μου!
    Σκοτεινά μου χέρια!
    Τον τοίχο τούτον διαπεράστε,
    βρείτε μου τ’ όνειρό μου.
    Βοηθάτε τη μαυρίλα να σκορπίσω,
    τη νύχτα αυτή να τη συντρίψω,
    να κομματιάσω το σκοτάδι ετούτο
    σε μύρια ηλιόφωτα, σε μύριων
    ηλιόνειρων στροβιλισμό.

    Langston Hughes, μτφρ. Δημήτρης Σταύρου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: