Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (156ο): «Γυρισμός – επιστροφή»

-Κ. Καρυωτάκης, «Γυρισμός»

«Γέλιο των θεών, Σαρωνικέ, πάντα μεγάλε, που δρομείς,
του πλοίου μας ευλογία,
όμοια γαλήνη σου βαθιά κι όμοια βαθιά θ’ ακούαμε μεις
εδώ την τρικυμία.

Κάτου απ’ την πάχνη αναρριγά, με του κορμιού της την ογρή
νωχέλεια, περιστέρα
η Αθήνα, κ’ ηδονεύεται και σαν νυμφίον ακαρτερεί
τον ήλιον από πέρα.

Είναι, που αιθρίασεν, ο ουρανός χήτη του Πήγασου, ξανθή
του Παρθενώνα μοίρα,
ποτήρι και ξανάστροφα το κρεμεί ο Δίας για να χυθεί
τ’ ονειροφώς πλημμύρα.

Aσωτο φτάνω εγώ παιδί πάλι σε σας, να λυγιστώ
στην αύρα σα λουλούδι,
χώμα, ουρανέ και θάλασσα της Αττικής, που σας χρωστώ
τα πάντα, το Τραγούδι!»

(Άπαντα Καρυωτάκη, εκδ. ΠΕΛΛΑ)

 

 

-ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ, “Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ”

Όταν στ’ ανάκτορα βρέθηκε νεκρή, χωρίς σημεία να δείχνουνε ότι ο θάνατος δεν ήταν φυσικός, η Ιφιγένεια, που είχε επιστρέψει, μας έκανε εντύπωση ότι δε ζήτησε στις υποψίες μας να αρνηθεί

                                                                             (Αποσπάσματα απ’ την κατάθεση)

 ***

«Μου φάνηκε περίεργο σαν είδα τη ρυτίδα

Δίπλα στο στόμα της Ηλέκτρας

Τη ρώτησα

Πέρασε λοιπόν από το φόνο τόσος καιρός;

«Έχω έτοιμα τα νομίσματα», μου λέει, «μόνο μη μου το πεις

Τώρα έτσι θυμούνται ή ξεχνούν»

Κι έλυνε με βία τα παπουτσάκια της τα παιδικά

«Θέλω να μου τα βάλεις», λέει,

«Εγώ μόνον προσπάθησα να δοκιμάσω αν μ’ αγαπούν»

 

***

«Πρέπει να υπερασπιστώ», είχε πει,

«Κι ο τρόπος δεν είναι ν’ ακολουθείς»

 

***

 Από πολλά χρόνια είμαστε μια οικογένεια νεκρών

 Ο πατέρας μου ζει κάτω από ένα δίχτυ

 Όταν σπαρταρά

-΄Οσο περνάει ο καιρός πιο σπάνια και ολότελα ξαφνικά ακούς

 να χτυπάει πάνω στο βαμμένο κατάστρωμα του καραβιού,

 εκεί που τ΄ακουμπήσαμε στη σκια-

 Τα μικρά ψάρια που ανασαίνουν απ’ την πληγή τους

 Σκορπίζονται

 Από τις τρύπες που δε φροντίσαμε πριν

 Η μητέρα μας ανοίγοντας τα πόδια της

 Άφησε τη θάλασσα να περάσει

 Στην αντίκρυ μεριά του Ισθμού

 Εμείς τότε παίζαμε με τ’ αδέλφια μου στην αμμουδιά.

 

***

-Κατεβαίνοντας τη σκάλα συναντήσατε τον άνθρωπο

  που έφερνε την επιστολή;

-Ο διάδρομος έστριβε και έμενε πάντοτε ένα κενό

  που φαινότανε από κάτω η αρματωσιά της οικοδομής

 

***

Μια μέρα την είδα που φώναζε τους βαρκάρηδες

Να ανασύρουν το πτώμα μου απ’ το βυθό

Κρατούσε ένα σφουγγάρι στα χέρια της

Και το περνούσε μαλακά σ’ όλη την επιφάνεια

Φροντίζοντας τα μαλλιά μου ν’ απλώνονται ως την άκρη

Κυματιστά

Είχε γύρω της-με διπλωμένα τα γόνατα-

Ένα σωρό παιδιά

Αλλόκοτα

Πιο σκούρα

Και τους έδειχνε τον Ορέστη να φεύγει

Καθώς στο πλακόστρωτο μεγάλωναν ολοένα

Τα βρεγμένα του πέλματα

Όσο εκείνος γινότανε πιο μικρός

 

***

Το θέμα δεν είναι η επιστροφή

Η οριστική αναγνώριση

Που μας έφερε ως εδώ

 

***

«Συνεχώς μετατίθεσαι», είχε πει μια φορά,

«Όλοι στο βάθος ζητούμε να περιποιούνται τα σώματά μας

Όπως αυτοί»

Και μου έδειξε τότε την κρύπτη

«Ίσως περισσότερο κι από σένα τους χρειάζομαι

Δεν έπρεπε να ‘ρθεις»

 

***

    Σ’ αυτό το σημείο η Ιφιγένεια, ενώ εμείς περιμέναμε να

κλείσομε πια, ανεβάζοντας τα χέρια στο στήθος της προχώ-

ρησε ως το παράθυρο που ακούγονταν η βοή της γιορτής

 

Κόρες του βασιλιά

Κόρες του βασιλιά

 

Στο μέρος της καρδιάς μου ακούμπησα

Για να επιτύχω ένα αποτέλεσμα οριστικό

Το ξίφος δεν είχε λαβή

 

Μπορώ ακόμη να κερδίσω καιρό.»

(Πηγή: https://antonispetrides.wordpress.com/)

 

 

-Γιώργος Σεφέρης «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου»

― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα ‘ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

― Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους.

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-Βύρων Λεοντάρης, «Ο γυρισμός των εξορίστων»

«…Νησιά που μες στο χάρτη δε θα βρεις, νησιά βρέφη της τρικυμίας

βύζαξαν τόσο αίμα, τόσον πόνο…

Νησιά που μες στο χάρτη δε θα βρεις – Μα εσύ ναύτη

όταν ζυγώνεις στους στιφούς κάβους της αρετής,

εκεί που τα νερά είναι δύσκολα, χαμήλωσε το βλέμμα

κι όρθωσε τα κουπιά, να χαιρετίσεις

αυτούς που δεν κουράστηκε ποτέ το μεγαλείο τους

[…]

Μια δυνατή αίσθηση ταράζει τον αγέρα.

Χτυπούν φτερά καλοκαιρινών αναστημένων

μια δυνατή αίσθηση – Όμως εσείς αισθάνεστε;

στ’ αλήθεια πέστε μας αισθάνεστε,

μ’ αυτά τα μάτια που σας ράγισαν

μ’ αυτό το δέρμα που σας έξυσαν

με τα σπασμένα κόκαλά σας

τραβέρσες στις γραμμές τόσων παραλλήλων;

 

Κι εμάς που μόνο ν’ αγαπούμε ξέρουμε,

εμάς που δεν τολμήσαμε

τίποτα πέρα από μια τύψη

τίποτα πέρα από έναν πόνο,

εμάς που μόνο να αγαπούμε ξέρουμε, άραγε θα καταδεχτείτε

να μας αγαπήσετε, θα καταδεχτείτε;

-…κι αυτοί βουβοί και σοβαροί ξεμπάρκαιναν από τα σκού-

ρα πλοία τους

κρυφοδαγκώνοντας με οργή τα ξεσκισμένα χείλια τους που

ετρέμαν.

Ξέραν αυτοί τι θρίαμβο κλείναν στην καρδιά,

τι ίλιγγο αγάπης».

(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/βιβλία)

 

 

 

-Επιστροφή απ’ το φαρμακείο (Τάσος Λειβαδίτης)

 «Συνέβη χωρίς ποτέ να καταλάβω πώς — η μητέρα είχε πονοκέφαλο,
……θυμάμαι, και μ’ έστειλαν στο φαρμακείο,
στο γυρισμό, είναι η αλήθεια, χάζεψα λίγο, κορόιδεψα έναν γέρο,
……τρόμαξα με μια πέτρα δυο πουλιά
κι ώσπου να στρίψω πάλι το δρόμο
ούτε σπίτι, ούτε νεότητα πια.»

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, Κέδρος)

 

 

 

 

Γιάννης Ρίτσος, «Η επιστροφή τής Ιφιγένειας» (απόσπασμα)

[…]
Οι άνθρωποι συνεχίζουν να πορεύονται έτσι
ανύποπτοι για κείνους που έφυγαν, γι’ αυτούς που φεύγουν, για τους ίδιους
που φεύγουν κι αυτοί∙ — κυκλοφορούν με φυσικότητα
ανάμεσα στο θάνατό τους.
Το πιρούνι ή το κουτάλι
βρίσκει το στόμα τους αλάθευτα, χωρίς δισταγμό, χωρίς παύση,
ενώ σιμά τους, πλευρό με πλευρό, οι πεθαμένοι
κοιτάζουν τις μηχανικές κινήσεις των χειλιών τους, χωρίς να τρώνε εκείνοι. Και το μήλο
πούχε κυλήσει κάτω απ’ το τραπέζι κ’ ύστερα
κάτω απ’ τον καναπέ κ’ εξαφανίστηκε — πιθανόν σε μια τρύπα στο πάτωμα
ή μέσα στον τοίχο, — τόχε κλωτσήσει με το πόδι του ο μικρός πεθαμένος
κ’ ίσως το βρήκαν στο δρόμο τα παιδιά, μες στη λιακάδα,
και το μοιράστηκαν δαγκώνοντας με τη σειρά τους ένα-ένα —
λογής-λογής αποτυπώματα δοντιών, — κ’ είταν εκείνο το ίδιο
που βρήκαμε προχτές στον κήπο μέσα στις ξερές πευκοβελόνες.

Τι περιμένουμε, λοιπόν, μέσα σ’ αυτή την ερήμωση; Τι περιμένουμε ακόμη; —
γιατί (δεν ωφελεί να το κρύψουμε): περιμένουμε ακόμη
πίσω απ’ την πόρτα, πίσω απ’ τα ρούχα μας, πίσω απ’ το θάνατό μας,
πίσω απ’ τα μάτια μας, μέσα στο κυμαινόμενο σκοτάδι,
μέσα στις γερασμένες κάμαρες με τις μακριές, ετοιμόρροπες κουρτίνες
κατεβασμένες μ’ έμφαση ως κάτω, για να δείχνουν
ότι τάχα δεν περιμένουμε.
[…]
(Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα, Στ’ Τόμος)

 

 

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Επιστροφή ενός εξόριστου»

«Σ’ ένα χαράκωμα ζήσαμε χρόνια
στριμωγμένοι, άγρυπνοι, πάντα έτοιμοι
γιατί από παντού ερχόταν ο εχθρός.
Και κάθε μέρα πληθαίναν οι νεκροί.
‘Αλλοι σκοτώνονταν από τις σφαίρες,
άλλοι πεθαίναν απ’ αρρώστειες,
άλλοι χάνονταν σε μυστικές αποστολές
δεν ξανακούγονταν ποτέ.
Κι όμως είχαμε συνηθίσει.
Στενός ο χώρος, πολύς ο θάνατος, μεγάλη η πίστη
οι κινήσεις σχεδόν καθορισμένες
οι συνομιλίες χαμηλόφωνες μα προσιτές
ισοπεδωμένες ανάγκες κι απολαύσεις –

 

Και τώρα εδώ πώς ξαναρχίζεις;
Σ’ αυτή την άπλα που σε πνίγει
εδώ μέσα στο πλήθος που βασιλεύει η μοναξιά
που οι χειρονομίες είναι απεριόριστες
και δεν υπάρχει παραλήπτης,
άοπλος, αβοήθητος, χωρίς το σώμα
έστω και του νεκρού συντρόφου σου που σε προφύλαγε
μες στις ατέλειωτες επιθυμίες
και τους πολύπλοκους κοινωνικούς μηχανισμούς.

Εδώ, στην πόλη αυτή, πώς συνηθίζεις;»

(Τίτος Πατρίκιος, Ποιήματα, II, Κέδρος)

 

 -Ν. Βρεττάκος, «Ἐπιστροφή»

«Μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου
βρῆκα τὸ πατρικό μου σπίτι νὰ κοιτάζει,
μὲς ἀπ᾿ τὶς φυλλωσιές, σὰν ἄλλοτε, τὴ δύση.

-μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου.

Γοργὰ τὸ νζάκι ἡ μάνα μου τρέχει ν᾿ ἀνάψει.
Κ᾿ ἐνῷ ἀπ᾿ τὴν πόρτα βλέπω τὶς γλυκές του λάμψεις,
μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου
δὲ μπαίνω μέσα. Ἀπέξω κάθομαι καὶ κλαίω…»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikhforos_brettakos_poems.)

 

 

 

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Επιστροφή από τους Δελφούς»

Δίπλα μας πάνω στό ἅρμα του, ταξίδευε ὁ Ἡνίοχος.

Ἀκολουθοῦσαν πίσω μας οἱ Φαιδριάδες.

Ἀντίλαλοι παράξενοι γύριζαν μές στή νύχτα,

μιά νύχτα πού δέν ἔμοιαζε ὅπως τίς ἄλλες νύχτες

τοῦ κόσμου᾿ τόσο πού, μπρός της, παραμέρισαν

ἀκόμα κι οἱ βασιλικές νύχτες τῶν παιδικῶν μου χρόνων.

Ἤτανε τόσο διάφεγγα ὅλα καί ξεχωρίζαν

τά βουνά τόσο φωτεινά, πού ἔμοιαζε σάμπως κάποιος

συμπαντικός λαμπαδηφόρος, τοῦ Πυθίου Ἀπόλλωνος

Ἀποσταλμένος, τρέχοντας στά ὕψη, νά μᾶς συνόδευε

φωτίζοντας μ’ ἕναν πυρσό πάνω μας τόν ὁρίζοντα.

Πάνω ἀπ’ τά ἐλάτια τοῦ βουνοῦ, ὁλόχρυσο, παιχνιδίζοντας,

ἔτρεχε ἀνάλαφρο μαζί μας το δρεπάνι τοῦ φεγγαριοῦ,

σάν ἀλαφάκι, ὥσπου ἔδυσε τέλος κι ὁ κόσμος ἄλλαξε

σάμπως νά γύρισε ὁ Θεός σελίδα. Σάμπως νἄγινε

πάνω μας μιά παράξενη ἄνοιξη, ὁ οὐρανός

ἔμοιαζε με κλαδί ἀνθισμένο. Ὄρθιος ὁ Ἡνίοχος

στό πλάϊ μας πάντα, λάσκαρε κάθε τόσο τά γκέμια,

κοίταζε πάνω του τό σύμπαν καί χαμογελοῦσε.

Βλέπαμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο παραξενεμένοι.

Δέν ξέραμε ἄν ἤτανε νύχτα στή γῆ ἤ μέρα,

κάπου, σέ κάποιον κόσμον ἄλλο. Καί δέν ξέραμε

τί εἶχε συμβεῖ πάνω στή γῆ. Νιώθαμε τήν ψυχή μας

θησαυρισμένη μουσική. Φεύγαμε κι οἱ καρδιές μας

χτυποῦσαν ὅπως τό πρωΐ οἱ καμπάνες. Θά τελειώσει;

Μέσα μας ζούσαμε ἕναν φόβο. Τοῦτο τό ταξίδι

μπορεῖ σέ λίγο νά τελειώσει; Θεέ μου, θά τελειώσει;

Καί τί θά γίνει αὐτό τό φῶς ὅλο πού ἀναδιπλώνεται

καί ξεχειλίζει καί κυλάει παντοῦ, σέ μιάν ἀδιάκοπη

ἄμπωτη, σάν νά μή χωράει; Τά πάντα ἔλαμπαν σάμπως

νά βγήκανε ὅλες οἱ ἄνοιξες τῶν αἰώνων στό στερέωμα

καί βάδιζαν σιγά -σιγά βαστάζοντας ἀστέρια

καί λουλούδια στά χέρια τους.

(Καί γιά πρώτη φορά

νιώθαμε πώς ὑπάρχουνε στόν κόσμο αὐτόν

ὧρες πού εἶναι ἔξω ἀπό τό χρόνο. Πού δέν ξέρεις

πόσο διαρκοῦνε. Μῆνες; Χρόνια; Αἰῶνες;

Πού ἰσοζυγιάζουν ὅλη μας τή ζωή).

Ἄς μή τελειώσει!

Χωρίς κουβέντα, χωρίς ψίθυρο, σά νἆχαν

οἱ λέξεις ὅλες εἰπωθεῖ, σά νά μήν ἔκανε,

σά νά μή ξέραμε καμιά γλώσσα, ὅπως τ’ ἀστέρια

καί τά ἔλατα τοῦ Παρνασσοῦ, σιωπούσαμε. Ἕνα δάκρυ

εἶναι μιά γλώσσα πού μιλεῖ μ’ ἀναρίθμητες λέξεις,

κάτω ἀπ’ τήν ἁγιωσύνη τοῦ στερεώματος,

ὅταν γυρνᾶς ἀπ’ τούς Δελφούς, μέ μόλις

συγκρατημένους τούς λυγμούς. Νομίζαμε

πώς κάτι ἀκούονταν ἁπαλά, σάμπως πάνω ἀπ’ τ’ ἀστέρι της

νἄπαιζεν ἡ Σαπφώ τή λύρα της᾿ ἐνῶ ὅλα σιωπούσανε

κι ἐμεῖς, καί τ’ ἄστρα, κι οἱ ποιητές τῶν αἰώνων, καί τ’ ἀγέρι

τό κοιμισμένο στίς ἐλιές πάνω καί δέν ἀκούγονταν

παρά μόνο οἱ ἀντίλαλοι τῶν Φαιδριάδων,

πού βούϊζαν κι ἀντιβούϊζαν μέσα σέ ὅλη τή νύχτα,

τή νύχτα αὐτή τήν πιό ὄμορφη τῆς ζωῆς μας πού ποτέ

δέν θά ξανάρθει, ἀντίλαλοι πού ἔμοιαζαν σάμπως κάποιος

πρωτάγγελος μές στή σιωπή, ὄρθιος, νά ἐπαναλάβαινε:

«Ὤ, μά τόν Δία! Τί χρειάζονται οἱ λέξεις στήν ἀγάπη;»

Πέφτουν σάν κρίνα οἱ διάττοντες, οἱ ἀντίλαλοι σαλεύουν

τίς γιασεμιές τῶν οὐρανῶν. Δέν εἶχε μείνει πόρτα

κλειστή. Λουλούδι ὁλάνθιστο. Ἄστρο σβυστό. Χαμήλωνε

ντυμένη ὅλες τίς χάρες της ἡ παντοδυναμία!

Καί καθώς ταξιδεύαμε, νιώθαμε ὡς νά μήν ἦταν

δρόμος κάτω ἀπ’ τά πόδια μας καί γῆς. Σάν νά μᾶς πήγαινε

λικνίζοντάς μας πάνω του ἕνα τρελλό ποτάμι!

Ξέχειλη θάλασσα, καρδιά, ὅπου θέλεις πήγαινέ μας!

(από τη συλλογή “Ο χρόνος και το ποτάμι”)

 

 

 

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Επιστροφές»

«Επιστρέφω συχνά στη γενέθλια γη μου.

Εκεί, με βλέπει η χλόη, με ακούει

το χώμα, γνωρίζω τρεις λέξεις ανέμου.

Τα τοπία της είναι σα μιάν αγκαλιά που

με παίρνει’ κ’ ενώ ταλαντεύεται το κεφάλι μου

αστήριχτο, πέφτουν τα χέρια μου όπως

τα χέρια του Ιησού στους φιλεύσπλαχνους

ώμους του Ιωσήφ, μετά την αποκαθήλωση.»

(http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/106359/2.pdf)

 

 

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος,   «Ἐπιστροφὴ στὸ βουνό»

«Δὲ θὰ ξανάρθω πιὰ κοντά σου
νὰ μὴν ἀκούσεις τὸ ποτάμι
ποὺ μὲς στὸ στῆθος μου κυλᾷ.
Ἂν δεῖς τὸν ἥλιο νὰ σοῦ γνέφει
τὸν ἕσπερο νὰ σὲ ρωτᾷ,
βάλε τὰ σπάρτα τὰ μαλλιά σου
τὶς μυγδαλιὲς στὴν ἀγκαλιά σου
κι᾿ ἔβγα νυφούλα στὰ βουνὰ
Ἔβγα νυφούλα στὰ βουνά.
κι᾿ ἂν σὲ ρωτήσουνε τ᾿ ἀλάφια,
ἂν σὲ ρωτήσουν τὰ πουλιά,
πές τους: θὰ βγῶ μὲ τὸ φεγγάρι,
μὲ τρεῖς ἀγγέλους συντροφιά!
Διπλὸ γαρύφαλλο στ᾿ ἀφτί μου,
ἡ μάνα μου καὶ τ᾿ ἄλογό μου,
ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κ᾿ ἑφτὰ παιδιά!»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikhforos_brettakos_poems.)

 

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (156ο): «Γυρισμός – επιστροφή»

  1. 1. ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

    Άκυρα γράμματα
    σκληρά ταχυδρομεία.
    Τα χρόνια που έλειψες
    δεν ξέρεις ποιοι γεράσανε
    και ποιοι γεράσαν.
    Τους έκλαψες ερήμην
    όλους ανεξαίρετα.
    Στα ξένα όλοι μπερδεύονται
    και πιο πολύ
    η νοσταλγία με το πένθος.

    Τώρα που γύρισες
    για όποιους δεν βρεις
    θλίψη δεν έχεις.
    Τους έχεις κλάψει
    μ’ όση χαρά δεν έχεις
    για όσους βρήκες.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, Από τη συλλογή «Στα ξένα», εκδ. Κέδρος, 2001

    *****

    2. ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ

    Αύριο φεύγουμε
    Τελευταία νύχτα απόψε.

    Εκείνη απλώς γυρίζει σε οικείο παρελθόν
    εγώ επιστρέφω σ’ ένα δύσθυμο μέλλον

    [Γιάννης Βαρβέρης από τη συλλογή ΒΑΘΕΟΣ ΓΗΡΑΤΟΣ 2011]

    *****

    3. «Θα ξαναγυρίσουμε»

    Θα ξαναγυρίσουμε
    Όταν οι ελιές θα ντύνουν στο χρυσάφι τα γέρικα όνειρά τους
    Όταν τα μελτέμια θα κινούν να χαϊδέψουν τις εφήμερες πεζολογίες του νησιού
    Όταν δυο μάτια σκοπελίτικα θα φωτιστούν απ’ τη χαρά του γυρισμού
    Τούτο το καλοκαίρι είτε το άλλο που θα ‘ρθει
    Δεν έχει σημασία πότε
    Κάποιο καλοκαίρι τέλος πάντων θα ξαναγυρίσουμε
    Πιο δυνατοί πιο μεστωμένοι
    Έχοντας συνοψίσει το νόημα της πρώτης προσπάθειας
    Πειθαρχώντας στη νοσταλγία του Αιγαίου

    Θα ξαναγυρίσουμε
    Συνοδευόμενοι από γυναικεία στήθια σ’ ενάντιον άνεμο
    Κι από το βασιλιά το Στάφυλο με το αρχαίο σπαθί του
    Ποιος θα βρεθεί να μας τον ιστορήσει
    Πιο νέοι πιο ξανθοί πιο ακμαίοι
    Χωρίς αυταπάτες μ’ αγκαλιές γιασεμιά
    Να φυτέψουμε στου πελάγους τη ράχη
    Τον σπόρο του έρωτά μας

    ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ

    *****

    4. Η επιστροφή που καρτερούσαμε

    Η επιστροφή που καρτερούσαμε ναυάγησε
    Κάποια άνοιξη θα ‘ρχόμασταν γυμνοί κι ωραίοι σαν τη μέρα
    που γεννήθηκες
    Η φωνή μας θα ηχούσε στρωτή κι επίπεδη σαν τους κάμπους
    που σου ιστορούσα
    *
    Μα τώρα δεν βλέπω την όψη σου έτσι που κρύφτηκες μες
    στις αμυγδαλιές
    Τα μάτια σου ματωμένα κοχύλια που νοστάλγησαν τον άλλο
    βυθό
    Οι αυτοκινητάμαξες οδύρονται τα δειλινά το κλάμα τους πώς
    να καταλαγιάσει
    Άνθρωποι ανεβοκατεβαίνουν στους δρόμους τα χαμίνια
    σιγοσφυρίζουν στις γωνιές
    Χειρονομίες μετέωρες συσπάσεις πονεμένες στα στρατιωτικά
    νοσοκομεία
    Κι έχουμε τόσα πολλά να πούμε τάχατες θα τελειώσουν ποτέ
    Για μια παλιά φυγή για μια φωτιά που έσβησε μες στην
    καρδιά μου
    για ένα ταξίδι αξέχαστο ας πούμε με το α/π Αγγέλικα
    Κι υπάρχουν τόσοι τρόποι να σ’ αγαπήσω ακόμη
    Μέρες δύσκολες ήλιος αναιμικός κι ο Άδωνις λησμόνησε τα
    μονοπάτια
    Τάχα ποιο τ’ όφελος κάθε ζωή σημαδεύει το θάνατό της
    Κι οι εποχές στριφογυρίζουν αδιάκοπα σαν τη ρουλέτα ενός
    καζίνου
    *
    Όμως εμείς κάθε μέρα σωπαίνουμε κι οι θριαμβικές ιαχές μας
    Των περασμένων ημερών αντιλαλούν στους τοίχους που μας
    φυλακίζουν
    Κι άσε τους επικριτές να μας αποκαλούν κλειστά βιβλία
    Σε ποιον να εξομολογηθούμε τα τόσα μας κρίματα
    Τώρα που έχουμε μια πίκρα στην καρδιά
    Τώρα που έχουμε μια μεταμέλεια
    ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ -Ποίημα από τον τόμο «Εν όλω – Συγκομιδή: 1943-1997»
    Εκδόσεις Άγρα 2006

    Pink Floyd – Coming Back to Life

    5. Επιστροφή απ’ το όνειρο

    Με τη χρυσή βελόνα του παραμυθιού
    Κεντάει ο άνθρωπος τα όνειρά του
    Μόνο που μερικές φορές τρυπάει
    Βαθιά τη σάρκα του και τότε ο πόνος
    Τον ξυπνάει και βλέπει κάτω την τρύπια
    Κάλτσα του μέσα από εκεί που γλίστρησε
    Το όνειρο και έφυγε και πάει.

    Αργύρης Μαρνέρος, Από τη συλλογή Αίθουσα αναμονής (2003)

    *****

    6. ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ

    Πρώτα, θα επιστρέψουνε
    τα χέρια σου`
    πάντα μου άρεσαν
    όταν τα έφερνες
    μέσα στον ασημένιο δίσκο.
    Ύστερα,
    ό,τι με τα χέρια σου έκρυβες`
    η θλίψη σου
    κι η ήβη σου.
    Κι ύστερα,
    ό,τι αποκάλυπτες
    με των ματιών τ` αναπετάρισμα.
    Έτσι, κομμάτι-κομμάτι
    θα κτίσω μέσα μου
    την επιστροφή σου.

    Αργύρης Χιόνης: Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ποιήματα 1966-2000 εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ 2006

    *****

    7. Θα επιστρέψω φωτεινός

    Έφτιαξα μια ζωή από πηλό
    Που ράγισε στα χέρια μου
    Λερώθηκε στα χέρια αλλωνών
    Μέχρι που κομματιάστηκε
    Ζωγράφισα τη μοναξιά
    Με βλέμμα τρομαγμένο ταξίδεψα
    Σε έρημα νησιά χωρίς φωνή.
    Αγάπησα φαντάσματα που σύρθηκαν
    Μαζί μου σε κρεβάτια ηδονικά
    Κι έπειτα πέταξαν από κοντά μου κρώζοντας.
    Αρρώστησα σε κάτασπρα δωμάτια
    Κρατώντας το κορμί να μη σκορπίσει
    Έκλαψα από πόνο κι από στέρηση.
    Πύργους ονειρεμένους έχτισα
    Μα η αρχιτεκτονική λειψή και χάλασαν
    Στο δεύτερο σεισμό δεν άντεξαν
    Κρίθηκαν κατεδαφιστέοι.
    Με βλέμμα άτονο την παγωνιά προσμένω
    Νοέμβριος και στο μυαλό μου βρέχει καλοκαίρια.

    Μα είμαι σίγουρος πως κάποτε
    Μέσα από του χωραφιού την πρωινή δροσιά
    Μέσα από τη λίμνη την ακύμαντη θα βγω
    Και θα επιστρέψω φωτεινός.

    Αλέξανδρος Ίσαρης, Θα επιστρέψω φωτεινός (Ποιήματα 1993-1999) (2000)

    *****

    8. Επιστροφή

    Έτσι που γυρίσαμε
    γυαλίζουνε οι ράγιες στο σκοτάδι
    απ’ την πολλή σιωπή
    έτσι που γυρίσαμε
    βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
    και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
    θα μας περισσεύει
    και τα τέσσερα χρόνια
    γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
    θα μας λείπουν
    έτσι που γυρίσαμε κi οι δρόμοι προχωράνε
    τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
    σε πένθιμους φακέλους
    κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
    Θεέ μου! ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
    κι ας μου ζητούσε
    την ταυτότητά μου.

    AΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Γράφτηκε το 1952 και δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952)

    *****

    9. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

    Βαρύς
    Μ’ ένα κεφάλι σαν αυγό
    Χωρίς μάτια χωρίς χαρακτηριστικά
    Ξαναγυρίζεις

    Πάνω στο σώμα έχουνε σβήσει
    Χίλια άστρα

    Άσπρος σα γύψος – πρεσβύτης περινούστατος –
    Ο πατέρας σ’ αγκαλιάζει
    Αυτός ουσιαστικά
    Σ’ έδιωξε από το σπίτι
    Ξαναγυρίζεις
    Με την κίτρινη κολοκύνθη της ερήμου
    Γεμάτη χλιαρό νερό
    Δεμένη με σκοινί στο ραβδί σου
    Μακρύ σαν κηρύκειο
    Γερτός απ’ τη γεωμετρία της πόλης
    Που σηκώνεις στην πλάτη σου
    Πρόσεξε να περάσεις το κατώφλι του σπιτιού
    Θα βασιλεύει ένα πράσινο βαθύ
    Κι ο πατέρας διαρκώς θα σ’ αγκαλιάζει.

    ΝΙΚΟΣ ΣΠΑΝΙΑΣ (1924-1990)
    (ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ GIORGIO DE CHIRICO, 1981)

    *****

    10. Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΞΟΡΙΣΤΟΥ

    Δεν ήρθε άλλη στιγμή από τότε.
    Πυκνή ομίχλη ο χρόνος γύρω μου
    και τα παράθυρα διεσταλμένα στη μνήμη.
    Ανέγγιχτα άφησα τα πράγματά σου
    στην παιδική σου αφή καθηλωμένα
    και ‘γώ από κυπαρίσσι της σιωπής ακουμπισμένη
    στο θάνατο μετρούσα που γυρόφερνε
    στενεύοντας το κύκλο γύρω μου
    στενεύοντας το κύκλο…

    Ανέγγιχτα άφησα τα πράγματά σου
    κ’ η στιγμή που ‘φυγες
    πουλί παγιδεμένο στο ρολόι.
    …Μα γιατί στέκεις έτσι ξεχασμένος
    μες στα παληά σου ενθύμια;

    Είναι φριχτό μα δε σ’ αναγνωρίζουν
    μήτε και συ τ’ αναγνωρίζεις πια…
    Φύλλο νεκρό το παρελθόν, παιδί χαμένο,
    μαρμαρωμένος ο παληός σου ο κόσμος, πάει,
    και συ με νέο πρόσωπο έχεις γυρίσει
    από μιάν άλλη γνώση φαγωμένο.

    ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ , Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Μαρτυρίες», Μάιος 1964.

    Βήμα – βήμα σου ζητώ να γυρίσεις , Χάρις Αλεξίου

    11. επιστροφή στους κήπους του παραδείσου

    το φύλλο της οξυάς
    έχει μια μοναδική αγνότητα
    καθώς καθρεφτίζει
    χωρίς περιστροφές
    μια ζωή ταγμένη προς τα πάνω
    οι φλέβες που δέχτηκαν τη βροχή και τον ήλιο
    διαγράφουν μια πορεία ξεκάθαρη
    κι ένα θάνατο όρθιο
    έλα λοιπόν
    μαζί να οδοιπορήσουμε
    έλα να βρούμε την υφή των δέντρων
    να μάθουμε το νόημα του μύθου
    και μή διστάσεις
    θάνατος είναι ο δισταγμός
    προφέροντας τη λέξη ελευθερία
    ν’ αποκρυπτογραφήσουμε τα μυστικά του κήπου

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Αναρχικά

    *****

    12. Ο γυρισμός

    Σχέδιο για μια λυρική εποποιία
    Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
    Οδύσσεια Ε 84
    Έκτη ραψωδία

    Κάβοι και κόλποι
    Της πρωινής χαράς που ακούω να με καλωσορίζουν και να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου
    Που βλέπω τον εαυτό μου να σηκώνεται και να περπατεί
    Μαζί με τα δέντρα, μαζί με τους γλάρους που φωνάζουν ψαρεύοντας με ανεμότρατα
    Το πατρογονικό μου σπίτι είναι γυρτό και σκύβει τρίζοντας σαν ένας γέροντας
    Φορτωμένος χρόνια, γεμάτος γενιές και πεθαμένους που κάθονται και πίνουν τα τσιμπούκια τους
    Και σιγοκουβεντιάζουνε για τη ζωή που πάει και πάει και δεν τελειώνει
    Μαζί γεννηθήκαμε μαζί μεγαλώναμε
    Κάτω απ’ τους ίδιους αστερισμούς Ιχθύς και Παρθένο
    Γράφοντας μες στη μεγάλη κάμαρα της φωτιάς μια γραφή και μια τοιχογραφία
    Με ψηλά φορέματα, γαλήνια πρόσωπα πεζούς και καβαλάρηδες
    Να πορεύονται
    Και κάτι καράβια με πλώρες όρθιες κατά τα μάτια της αυγής
    Και γυναίκες, κοπέλες με γοφούς σαν κύκνους και σαν κύματα
    Όταν τα πλάθει ο άνεμος και τα κυλάει να παν να βρουν τους βράχους
    Να σηκώνουν σταμνιά και να κεντούν τα χίλια ψάρια κοιτάζοντας μες στους βαθιούς καθρέφτες
    Ανάβοντας το πάθος της ομορφιάς μες σε μεγάλα τζάκια
    *
    Πρόσωπά μου αμέτρητα
    Παιδιά και κορίτσια κορίτσια και παιδιά που δε σας ξέρω και που σας βλέπω
    Να κατεβαίνετε τα σκαλοπάτια των σπιτιών που έρχονται
    Καπνίζοντας από μακριά σαν τα μεγάλα καράβια που τ’ ανάβει ο ήλιος
    Σαν τα πουλιά των νησιών που κατεβαίνουν το ρέμα του καιρού
    Για να κουβαλήσουν τις ψυχές που χάσαμε
    Τις φωνές που περιμένουμε
    *
    Μακριά
    Εκεί που πέφτει η συγνεφιά της σκόνης
    Ακούω τον καβαλάρη να καλπάζει
    Τον άσπρο μανδύα που διαπληκτίζεται με τον άνεμο μέσα στη νύχτα
    Προς τις ακραίες φωτιές

    (Γιώργος Θέμελης) Συλλογή Ο γυρισμός (1948) του Γιώργου Θέμελη- Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

    *****

    13. Επιστροφή

    Από σκαλί σε σκαλί
    Δε βρίσκω καιρό να σηκώσω κεφάλι
    Να θυμηθώ κοιτάζοντας τον ουρανό

    Δεν μπορώ να κινήσω το χέρι
    Ν’ αγγίξω τον καρπό τον πόνο μες στο δέρμα
    Ο άνεμος περνά σφυρίζοντας μες από κορμούς
    Χορδές σκονισμένα μαλλιά ακούρευτα όνειρα

    Πουθενά δεν είναι σταμάτημα
    Ακούς που ηχεί βαθειά το σώμα
    Φωνάζει βοήθεια η λυγισμένη κραυγή

    Το παλιωμένο σπίτι στέκει από συνήθεια
    Πρέπει να πατώ στα δάχτυλα
    Να μιλώ με τα μάτια
    Μην ξυπνήσω τον ύπνο που κοιμάται
    Θα φωνάξουν οι σωπασμένες φωνές
    Θα γκρεμιστούν οι ψεύτικες κούκλες

    Νύχτα θολή από ήσκιους που χόρτασαν αίμα

    Να πατήσω επάνω σε πτώματα
    Να περπατήσω επάνω στα δάκρυα
    Με τα παλιά σχισμένα παπούτσια

    Ας βγάλουμε από πάνω μας το μπαλωμένο πουκάμισο
    Να ξαναγίνουμε ξυπόλητα παιδιά του δρόμου
    Να ξαναγίνουμε γυμνά νεογέννητα νήπια
    Ανάμεσα στα έκπληκτα αγαθά ζώα

    Ατέλειωτο τραγούδι ο κόσμος
    Μέσα στα μάτια ενός παιδιού
    Ουράνια φτερά και χελιδόνια αντάμα
    Ένα τραγούδι κρυμμένο στην καρδιά του νερού

    Ο ουρανός
    Μέσα στα πρόσωπα

    Γιώργος Θέμελης, Από τη συλλογή Γυμνό παράθυρο (1945)

    *****

    14. ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

    Η γυναίκα ξαναγύρισε.
    Κόκκοι σκόνης αιωρούνται στο τραπέζι,
    τα παιδιά τρώνε πρωινό,
    ο άντρας διαβάζει εφημερίδα,
    κανείς δεν την προσέχει
    που βηματίζει ανάλαφρα
    που ζυμώνει το ψωμί
    που βάζει την τσαγιέρα στη φωτιά.
    Όλα είναι ίδια όπως παλιά.

    Κανείς δεν παρατηρεί
    την γαλάζια λωρίδα ουρανού
    πάνω στα μαύρα της μαλλιά.

    ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

    *****

    15. Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ

    Μη με ζητάτε εκεί που ξέρατε κάποτε.
    Εκεί που η σιωπή άνθιζε σαν χαμόγελο
    σε περήφανη μουσική.

    Γιατί όλα αλλάζουν μια μέρα σε κάποιους.
    Τόσο που δεν ξέρω αν είναι φωνή αυτή που χτυπάει πίσω απ’
    τα δόντια μου
    ή αν είναι ένα μυστρί που ζητάει να με χτίσει.

    Όμως πρέπει σε κάποιον κάποτε να μιλήσω.
    Και δεν βρίσκω άλλη στιγμή πιο κατάλληλη από τούτη
    που είμαι σαν τον πνιγμένο.
    Σαν τον χωμένο μέχρι το κάτω χείλι σε μια στέρνα γεμάτη
    που πια δεν τον τρομάζει η βροχή.

    Πολλοί είχαμε τότε κινήσει. Πολλοί γυρίσαμε πάλι.
    Οι λίγοι έμειναν εκεί πάνω.
    Σαν τις όρθιες πέτρες που σημαδεύουν τους δρόμους.
    Δείχνοντας πόσο απέχει απ’ την κάθε πράξη μας
    η τιμή…

    Πάλι δεν καταφέρνω να συνεχίσω.
    Όχι επειδή είναι τόσα πολλά που στριμώχνονται μέσα μου.
    Μα φαίνεται κάποτε πως η πιο μεγάλη βρωμιά
    βρίσκεται στην ελπίδα.
    Κι εγώ ελπίζω ακόμα.

    Γυρίζω στους δρόμους χτυπώντας τις πόρτες.
    ζητώντας και βρίσκοντας, όπως κάποιος που τον έχουν κυ-
    κλώσει τα πάθη του.
    Μα θα’ ρθει μια μέρα που κανένας δε θα μου δώσει.
    Και θα πέσω στη μέση του δρόμου ουρλιάζοντας.
    χτυπώντας τα στήθια μου. βγάζοντας όλα τ’ αγρίμια που
    κρύβονται μέσα μου.

    Ακόμα δεν έχω μάθει τι χτυπάει πρωτύτερα.
    Ο πόνος για η μαχαιριά.

    Θανάσης Κωσταβάρας, Από τη συλλογή: Ο Γυρισμός, 1962

    *****

    16. Σ’ ένα δρόμο όλο επιστρέφω

    Σ’ ένα δρόμο όλο επιστρέφω –
    βράδυ μπροστά σε μιαν αυλόπορτα
    χτυπώντας το κουδούνι.

    Μ’ αρέσει να βλέπω το φως π’ ανάβει,
    μ’ αρέσει ν’ ακούω βήματα

    και τη σκιά στο βάθος
    με μια λάμπα να προβάλλει.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    *****

    17. Αιώνια επιστροφή

    Του μεσοχείμωνου οι βουλές αλλάξανε.
    Μέρες λαμπρές και νύχτες κρύες.
    Και τώρα περιμένουμε την άνοιξη.
    Κι όμως, ο ίδιος ουρανός, ο ίδιος ήλιος,
    ο ίδιος άνεμος.
    Αιώνια επιστροφή, αιώνια άνθηση.
    Η ίδια κάθε φορά και νέα.
    Αρχίζει, ξαναρχίζει, δεν τελειώνει
    ποτέ και πουθενά.
    Αλλάζει η γεύση του ανέμου, η όψη του ήλιου.
    Αλλάζει η όψη τ’ ουρανού, η γεύση του έρωτα.
    Νύχτες βαθιές, κρυστάλλινες,
    που βυθισμένη ακόμα η πλάση
    σε ύπνο βαρύ κι ανόνειρο ανασαίνει,
    που κατεβαίνουν οι άγγελοι κι ορχούνται σε κρυ-
    φές σπηλιές,
    ενώ στη γη οι δαίμονες χτυπούν τα τύμπανα.

    ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ- ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ (1963)

    *****

    18. Ξαναγυρίζουμε

    Ξαναγυρίζουμε στην εποχή του χαλκού
    και του λίθου.
    Κυκλοφορούμε ανάμεσα στα τελευταία μαμούθ,
    με ξύλινα ρόπαλα και δέρματα ζώων,
    κυνηγώντας το ρένο και τον τάρανδο,
    ανάβοντας δαδιά και λυχνάρια, για να φωτίσουμε
    τις τρώγλες μας,
    πασχίζοντας πάνω σε κέρατα και κόκαλα
    να ιστορήσουμε τη ζωή μας.
    Ξαναγυρίζουμε στην εποχή των παγετώνων,
    στη μεγάλη αδράνεια.
    Ο ήλιος δεν μπορεί να λιώσει τους πάγους μας,
    δεν μπαίνει απ’ τα παράθυρα μας.
    Ξάφνου φουντώνει σα σβηστή φωτιά
    μας καίει τα βλέφαρα,
    κι ώσπου να λάμψει,
    βυθίζεται ξανά στο υπερπόντιο χάος.
    Αποτραβιόμαστε στα σκοτεινά μας σπήλαια·
    Βουλιάζουμε στην προϊστορική νύχτα.
    Ζώα θηριόμορφα, που μόλις σέρνονται στη γη
    βγαίνοντας απ’ το τέλμα τους,
    ιπτάμενα ερπετά,
    υδρόβια σαρκοφάγα, πτεροδάκτυλα
    μαρτυρούνε το πέρασμα μας.
    Ξαναγυρίζουμε στην εποχή των θαλάσσιων τεράτων.

    Κώστας Στεργιόπουλος, Τα τοπία του Ήλιου (1971)

    Μη γυρίζεις πια – Γιώργος Νταλάρας

    19. Γυρίζω

    Γυρίζω γύρω γύρω ματωμένος
    μες στο φεγγάρι του ύπνου μου

    ασπρίζει μέσα μου η φωτιά

    άγριο σπίτι της κούκλας με τις πασχαλιές
    το πόρφυρό σου μάτι υψώνοντας
    μ’ εξουθενώνεις

    δέντρα που καίτε τα πορτοκάλια
    σαν κεριά
    στην παγωμένη σας βροχή
    θ’ αναπαυτώ

    ασπρίζει μέσα μου η φωτιά
    καυτό μες στην καρδιά μου
    στάζει το κερί

    και συ μαρμάρινο φεγγάρι

    με ραγίζεις

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη

    *****

    20. Επιστροφή

    Μα ας επιστρέψουμε
    Στον τόπο του ονείρου λοιπόν.
    Στην λήψη του προσώπου μας στον ήλιο.
    Το κενό ήταν οικείο στο φως.
    Τα φυτά ήταν διάχυτα.
    Τα μαλλιά μας ανέπνεαν σε κάποιον ελάχιστο κυματισμό.
    Η λύπη μας είχε μετασχηματιστεί
    Με τη συμμετοχή του φωτός
    Σ’ ένα αδιάφορο τρόπο.
    Ήταν χαμένα τα μάτια μας
    Απέρρεαν από κάποια πολύ παλιά θύμηση.
    Ενός άλλου κόσμου.

    Ησαΐα Νανά

    *****

    21. Επιστροφή

    Επιστρέφοντας
    για να βρω μερικές σκέψεις.
    Λέξεις που δεν σκέφτηκα να σου πω.
    Απογεύματα σιωπής στη λεωφόρο.
    Επιστρέφοντας μ’ ένα παράθυρο τραίνου
    για να δω τον κόσμο.
    Ξέρω ότι θα βρω στη θέση τους
    θρησκευτικά τα αντικείμενα
    του χωρισμού.
    Την επιστροφή στη θέση της φυγής μου.
    Στα χέρια μου όμως δεν θα υπάρξει
    καμιά ύλη προσώπων
    και τελευταίων στιγμών.
    Ομοιώματα μόνο των λυγμών.
    Και κάποια ελάχιστη στάχτη από τη ζωή.
    Σαν άχρηστη λύπη.

    Ησαΐα Νανά

    The Equals – Baby, Come Back

    22. Επέστρεφε

    Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
    αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—
    όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
    κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
    όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
    κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

    Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
    όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…

    – Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

    *****

    23. ΓΥΡΙΣΜΟΣ

    Ἦρθες! ἦρθες! πλημμύρισε ἡ χαρά μου
    κ᾿ ἡ λαχτάρα μὲ σφίγγει νὰ μὲ πνίξη.
    Ἦρθες, ὅσο κι᾿ ἂν μάκρυνεν ὁ χρόνος,
    ὁ ἴδιος χρόνος τὴν πόρτα σοὔχει ἀνοίξει.

    Ψυχή μου, γιατί μένεις λυπημένος;
    Κυττᾶς τὸ μαρασμὸ ποὺ μ᾿ ἔχει ντύσει
    σὰν τὴν ὁμίχλη τὴ δειλινὴ ὥρα;
    Θὲς νὰ σοῦ πῶ τὸ πῶς μ᾿ ἔχει ἀπαντήσει;

    Μὰ τί σημαίνει. Φαίδρυνε τὰ χείλη
    στῆς πάναγνης χαρᾶς μου τὸ μεθύσι.
    Τί σημαίνει πὼς ὁ χειμώνας ἦρθε
    πρὶν τίποτε γιὰ μένανε ν᾿ ἀνθίση.

    Τώρα πιά, ὅπως ἄλλοτε, δὲ θέλω
    εὔοσμα ἄνθη ἀπ᾿ τὰ νεανικά σου χέρια.
    Εἶμαι σεμνή. Μὲ κάθαρεν ἡ ἀγάπη
    ἀπ᾿ τὰ στολίδια, δές, μ᾿ ἔγδυσε πλέρια.

    Κύττα πὼς ἀγωνίζεται ἡ ψυχή μου
    τὰ στέρεα τῆς ζωῆς δεσμὰ νὰ λύση·
    ἀνέσπερον ἀστέρι νὰ προφτάση
    τὸ ἀργυρὸ μέτωπό σου νὰ φιλήση.

    ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ ΜΑΡΙΑ

    *****

    24. ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

    Ἐγὼ δὲν ἐπλανήθηκα σὲ δάση ἀπάρθενα, βουερά,
    μηδὲ ἡ ριπὴ μ᾿ ἐχτύπησε τοῦ ὠκεάνειου ἀνέμου.
    Σκλάβο πουλί, τ᾿ ἀνώφελα πηγαίνω σέρνοντας φτερὰ
    καὶ δὲ θὰ ἰδῶ τοὺς οὐρανοὺς ποὺ νοσταλγῶ, ποτέ μου.

    Μὰ πάντα, ὦ φύση, ἀλίμονο! πόσο ἡ ψυχή μου ταπεινὴ
    λάτρισσα στὸ παραμικρὸ γίνεται μάντεμά σου,
    καὶ πόσο, τώρα ποὺ ἡ βραδιὰ θὰ πέσει φθινοπωρινή,
    τὸ καθετὶ περσότερο μοῦ λέει τὴν ὀμορφιά σου!

    Μὲ μίαν ἀκρούλα σύννεφου ταξιδεμένου μὲ καλεῖς,
    μὲ τὸ χρυσίο χαμόγελο τοῦ μαραμένου βρύου,
    μ᾿ ἕνα χορτάρι ἀνάμεσα στὶς πλάκες ὅλες τῆς αὐλῆς,
    ποὺ τὸ σαλεύει μοναχὸ ἡ πνοὴ τοῦ Σεπτεμβρίου.

    Καὶ τὴ φωνή σου ἀκούγοντας, τὴ μυστικιά, τὴ δυνατή,
    ὦ φύση, θά ῾ρθω κάποτε φέρνοντας τὸ σταυρό μου.
    Θά ῾ναι τὸ χῶμα σου ἐλαφρό, καὶ θά ῾ναι πάντα ὀνειρευτὴ
    ἡ ὥρα μὲ τ᾿ ἀναπάντεχο τέλος τοῦ μάταιου δρόμου!

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ

    ΓΥΡΙΣΜΟΣ, Γιώργος Νταλάρας

    25. Επιστροφή

    Κι όταν θα ρθει η στιγμή, και πάλι
    να κατεβώ προς το βυθό,
    χωρίς την πίστη, που έχουν άλλοι,
    μα και χωρίς να φοβηθώ,

    με την ψυχή που περιμένει
    την ώρ’ αυτή, σαν εραστή,
    (τόσο είναι ταλαιπωρημένη,
    και τόσο που έχει κουραστεί),

    δε θα ‘χω να με συντροφέψει,
    καμιά παρήγορη φωνή,
    – μα θανατώνοντας τη Σκέψη,
    που τώρα με δολοφονεί,

    σαν ένα φέρετρο που κλείνει,
    θα γείρω, πάλι, στο βυθό,
    ζητώντας, μόνο, τη γαλήνη,
    που είχα προτού να γεννηθώ…

    Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888 – 1944)

    *****

    26. βροχή επιστροφής

    «Είσαι μες την αλμύρα και τ’ αλάτια
    από τότε που ήμουνα θάλασσα.»

    Εγώ, όταν θα μεγαλώσω
    θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος

    Έβρεξε δω λιγάκι.
    Δοκιμαστικά σαν έλεγχος
    αν λειτουργούν καλά οι πτώσεις.
    Όπως χτυπάνε κάθε τόσο ξαφνικά οι σειρήνες, δοκιμαστικά,
    αν λειτουργεί καλά ο τρόμος του πολέμου.
    Ελάχιστη βροχή,
    ίσα που την πλατάγισε στο στόμα του
    το χώμα τη σταγόνα
    -καθώς δοκιμαστής κρασιών-
    μόλις που πρόλαβε η υγρόεσσα ευωδιά
    παραπονιάρα να τριφτεί
    πάνω στα περιβόλια.

    Δέναν οι παραθεριστές
    στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα,
    μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.
    Πεθαίναν απ’ τη ζήλια τους τα σπίτια
    κοιτώντας τα τροχόσπιτα
    στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου.
    Απ’ τ’ ανοιχτά παραθυράκια τους,
    μικρά όσο ένα σάντουιτς ματιάς,
    κουρτινάκια φτερακίζαν κατά έξω,
    νάιλον γλάροι εμπριμέ, δεμένοι.
    Λοξά στημένη
    νανούριζε τα τέλια της
    μια κιθάρα ηλιοκαμένη.

    Ευτυχώς βελτιώθηκε
    το βιοτικό επίπεδο της βάρκας.
    Γίνανε βάρκες κατοικίδιες
    -αστυφιλία των σκαριών.
    Αστραφτερές, εξωλέμβιες,
    πάνω στα τρέιλερ κουρνιασμένες,
    ακολουθούν τ’ αφεντικά τους,
    σκυλάκια ράτσας
    χωρίς καθόλου τρίχωμα θαλάσσης.
    Γαύροι πηδάνε κατά πάνω,
    μια τελευταία ασημένια περιέργεια.

    Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
    γι’ αυτό το «προς το τέλος».
    Αν έχει ξαστεριά
    θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέρι.

    Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
    Μήπως και ξαναβρέξει.
    Να σε ξεπλύνω λίγο.
    Είσαι μες την αλμύρα και τ’ αλάτια
    από τότε που ήμουνα θάλασσα.

    KIKH ΔΗΜΟΥΛΑ

  2. Ciao Aggeliki!!!…. «καταγίδα επιστροφής» το σχόλιό σου… Σ’ ευχαριστώ!!!

    *Έχω μπλέξει με γιατρούς και εξετάσεις και δεν έχω χρόνο να ψάξω για ποιήματα, γι αυτό προς το παρόν περιορίζομαι στο παρακάτω κείμενό μου…

    -«Γενέθλιος τόπος»: Να επιστρέφουμε…

    «Είμαι δεμένος μ’ αυτό το χώμα, με το γενέθλιο τόπο μου, με την πατρική γη,
    τα δέντρα, τα βουνά, τα ταπεινά σπιτάκια.
    Είμαι σφιχτά δεμένος με τους ανθρώπους μου.
    Χαίρομαι να τους βλέπω να γελούν
    και λυπούμαι σαν το πρόσωπό τους συννεφιάζει».
    (Σαράντης Παυλέας)

    Κάθε φορά που επιστρέφω στο γενέθλιο τόπο, νιώθω πως νοιάζομαι περισσότερο για τη μουσική.
    Για ό,τι, δηλαδή, αγαπήσαμε ανεπιτήδευτα και άδολα και μέσα μας ακόμα ηχεί. Τις λέξεις που ως ήχος πλάγιος βυζαντινός ηχούν κι ας είναι καθημερινές, το πρώτο της ανεκπλήρωτης αγάπης σκίρτημα, το ποθοπλάνταγμα της πρώτης εφηβείας, το γάργαρο γέλιο ενός κοριτσιού που τρέχει ανέμελά κυνηγώντας τους ανέμους στο λιβάδι, το μυστικό ενός φίλου, τις γοερές κραυγές του Αλέξανδρου την ώρα που οι χωροφύλακες σέρναν τον πατέρα του για τη Γυάρο, το «κελάρυσμα» του αίματος απ’ το γρατσουνισμένο γόνατο, απ’ το τρύπιο κεφάλι π’ άνοιξε στον πετροπόλεμο στον απάνω μαχαλά, το βουβό κλάμα των μαυροφόρων που ως τραγωδίας χορός ακολουθούν το ξόδι, το χάδι απ’ το ροζιασμένο χέρι της μάνας, το σκαμπίλι του πατέρα που μας τ’ άστραψε σαν ανακάλυψε πως καπνίζαμε στη λούφα τσιγαράκι, το παραμύθι της βαβάς, τις ιαχές της νίκης στο ποδόσφαιρο, του γάμου τα τσουγκρίσματα, τα «όπα! ίστα!» στο χορό. Όλα χορός του μέσα. Όλα μουσική. Μουσική που ηχεί στα τζιέρια μας και θα ηχεί ως το επέκεινα που μέλλει να μας βρει.
    Εδώ είμαστε, αδέρφια. Στη ρίζα μας. Στο γενέθλιο τόπο μας. Όποιο κι αν έχει όνομα, όπως και να τον ονοματίσεις το ίδιο είναι. Γνώριμες αγαπημένες οι ψυχές εκεί για τον καθένα μας.. Ίδιες οι χαρές, ίδιες οι λύπες. Ίδια και η αγωνία μας: Να μη χαθούμε, να μην αφανιστεί ο τόπος ο γενέθλιος.
    Στο γενέθλιο τόπο μας. Εκεί που κρυφοδιαβαίνουν οι ψυχές που χάθηκαν για πάντα και ψιθυρίζουν προσευχές για το καλό μας. Που μόνο εμείς τις ψυχανεμιζόμαστε και κανείς άλλος. Που οι ψυχές που ζουν κλαίνε και γελούν και μαραίνονται και ανθίζουν. Και οι ψυχές που θάρθουν θα κλάψουν, θα γελάσουν και θα μαραθούν και θα ανθίσουν κι αυτές. Εκεί στον ίδιο τόπο, το γενέθλιο. Να μην αφήσουμε τις νιες ψυχές να ξεχάσουν, για νάχουμε ζωή και αύριο. Να κρατάμε σφιχτά το νήμα της μνήμης και να ταξιδεύουμε στα πέρατα του χρόνου. Να μη «χαθούμε».
    Στο γενέθλιο τόπο να επιστρέφουμε, όπου, καθώς περνάνε τα χρόνια, πληθαίνουν οι απουσίες και αραιώνουν οι παρουσίες. Γι αυτό όσοι κι αν μείνουμε, όσο λιγοστοί και να ‘μαστε πάντα να επιστρέφουμε, γιατί το απουσιολόγιο του χρόνου γράφει και δεν ξεγράφει. Να μην ξεχνούμε να επιστρέφουμε στον τόπο το μικρό που μας γέννησε. Εκεί που αποθέσαμε την πιο ζωντανή μας μνήμη, που κρατήσαμε στα χέρια μας το πιο ζεστό χαμόγελο, τον πιο καθάριο λόγο, το πιο καυτό μας δάκρυ.
    Να επιστρέφουμε στο γενέθλιο τόπο, να ακουμπούμε στα χώματα που κάποτε περπατήσαμε ξυπόλητοι και να παίρνουμε δύναμη. Να ανταμώνουμε με γνώριμα πρόσωπα που τα κοιτάς και έχεις πλήρη την αίσθηση των αλλαγών που πάνω τους σμιλεύει ο χρόνος. Με φίλους γκαρδιακούς να ανταλλάσσουμε αγκαλιές γεμάτες, να αλληλοσυστήνουμε τα παιδιά μας και να αναφωνούμε με έκπληξη «πότε μεγάλωσαν!». Και τα παιδιά μας να μη νιώθουν τη δική μας έκπληξη. Έχουν όλο τον χρόνο μπροστά τους για να εκπλαγούν από άλλες απουσίες και άλλες παρουσίες. Ναι, από απουσίες που πονoύν και σφάζουν και από παρουσίες που δίνουν ελπίδα και κουράγιο.
    Να ανταμώνουμε, στο γενέθλιο τόπο. Που μόνον εκεί μπορείς να νιώσεις ως το μεδούλι το βαρύ φόρτο της ανεπανάληπτης συνέχειας του χρόνου. Που μόνον εκεί μπορείς να ξέρεις από πρώτο χέρι πως ψυχές και σώματα στο χρόνο γυρνάνε, αλλάζουν ονόματα και πάλι απ’ την αρχή. Εκεί που ο καθένας μας έχει πολλά να θυμηθεί, πολλά να πει, πολλά να τραγουδήσει και να κλάψει. Μόνον εκεί, πουθενά αλλού.
    Να επιστρέφουμε έστω και μια φορά το χρόνο, στις γιορτάδες, στο πανηγύρι, στο αντάμωμα. Κι όλοι μαζί να ψάλλουμε και να ευχηθούμε, να τραγουδήσουμε και να τσουγκρίσουμε, να μνημονεύσουμε και να στοχαστούμε. Και να ξέρουμε πως, εκτός απ’ τις ζωντανές αγκαλιές και τα χαμόγελα, σκιες αόρατες γύρω μας, αγαπημένες, μας κοιτούν και μας χαμογελούν και χαίρονται μαζί μας.
    Γενέθλιος τόπος. Τόπος αλλού δεν υπάρχει. Κάθε που μπορούμε να επιστρέφουμε. Για να μην καίγονται οι ψυχές μας από νοσταλγία…

  3. Mε την άνεσή σου, Γιάννη, κάνε τις εξετάσεις σου. (Να δω πότε θα μπω στη διαδικασία κι εγώ.)
    Εύχομαι καλά αποτελέσματα.
    Η ποίηση καλά κρατεί.

    *

    1. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

    Μόνο στα όνειρά μου θα ξανάρθεις πια.

    Ο Απρίλης φέτος, μου μιλάει με μια φωνή πικρή
    Από κει πέρα,
    ένας κυκλώνας θλιβερός μ’ αναζητάει
    και ψάχνει
    προχωρώντας με στροφές λυπητερές.
    Ποιος δρόμος θα στρώσει τη χλόη του στα βήματά μου;
    Ποια κύματα,
    Ποιες αύρες θα ’ρθουν για μια νέα μου αναζήτηση
    κει που τελειώνει η πράσινη γραμμή;
    Εκεί που σβήνει ο αφρός της τελευταίας παλίρροιας,
    Εκεί που η τελευταία ντάλια
    θροΐζει το πικρό της μυστικό στον τελευταίο αέρα;

    Κανείς δεν θα απαντήσει.
    Γυρίζω.
    Στρώστε μου μια κάμαρα στοργή
    κι ένα προσκέφαλο απ’ Αγάπη να τελειώσω.

    Ο κάμπος με παρατηρεί
    με μια φαρμακωμένη πρασινάδα.
    Ποιο μονοπάτι θα ανοιχτεί στρωτό στα βήματά μου;
    Οι φλόγες που αρμενίσανε στολίσκος σιωπής
    σε πεθαμένα πέλαγα δακρύων
    κι οι παπαρούνες,
    δείχνουνε στο πληγωμένο φως
    μιαν άνοιξη θαμμένη.

    Δε θα ρωτήσω
    τώρα που η ώρα της επιστροφής μου αυγάζει
    άνοιξε του πικρού ουρανού σου τη γαλήνη.
    Ο Θάνατός μου
    θα ’ναι η ανταρσία κι η αγανάκτηση
    μιας πικροδάφνης που ’ζησε
    και σβήνει στη Σκιά,
    Ώρα του σιωπηλού αποβιβασμού
    Ώρα της Μοίρας έπειτα από την Ώρα μου

    στη Σκιά.
    Δε θα πληρώσω πια ακριβά
    χρυσά πουλιά κι άλλου καιρού
    που δε θα χτίσουν στην καρδιά μου τη φωλιά τους.

    ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ [από το ΤΡΙΠΤΥΧΟ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ]

    *****

    2. Διαδικασία επιστροφής

    Πάλι πλησιάζω την ελευθερία˙
    Το χώμα κυματίζει.
    Δεν είναι κανένας εδώ.
    Θα επιστρέψω πάλι στο κορμί μου.

    Αυτό θα πει ελευθερία:
    Να φεύγεις για πάντα
    Και να επιστρέφεις για πάντα
    Εκεί όπου όλα πεθαίνουν ακόμα μια φορά
    Μετά τον θάνατο
    Με κάτι έργα της στιγμής
    Που άλλοι τα είπανε πολέμους
    Κι άλλοι νεκροί τα είπαν μουσική.

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΝΑΒΟΥΡΗΣ- Τα επίχειρα της προοπτικής, Γαβριηλίδης 2010

    ******

    3. ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ / RETORNOS

    Δεν πιστεύω στις επιστροφές
    αλλά αυτή η πικρή καρδιά από παλιά σπίτια και δρόμους κατεστραμμένους
    χτυπά σε κάθε επιστροφή
    χωρίς χειρονομίες ή μορφασμούς
    και ξέρει ότι ο κόσμος είναι ένα τόπος κακός για να φτάσεις

    Και επιστρέφει για να γράψει ένα ποίημα που μιλάει για ένα κορίτσι σ’ ένα αεροδρόμιο
    που περιμένει ένα αεροπλάνο ποιος ξέρει από πού
    ή να γράψει για εκείνο το γράμμα που ποτέ δεν έλαβα εκείνο το Σάββατο
    ακούγοντας την παλιά κασέτα με τις αγαπημένες μου νοσταλγίες
    ή για τους κλεμμένους στίχους απ’ τον Σαλίνας, τον Μπόρχες, τον Γουόλκοτ
    και για τα ηλιόλουστα απογεύματα στο γήπεδο.

    Δεν πιστεύω σε επιστροφές
    αλλά αυτή η αποστεγνωμένη από άλλες ημέρες καρδιά τραγουδά ετεροχρονισμένα
    πάνω στον ουρανό όπου καίει τ’ όνομα μιας γυναίκας που αγάπησα

    Δεν πιστεύω στις επιστροφές
    αλλά η κλίση μου στο ταξίδι, κάθε φορά που αναχωρώ προς την κακοκαιρία του κόσμου,
    αφήνει, όπως τις μέρες που ήμουνα πρόσκοπος, βότσαλα και σβολαράκια ψωμιού
    για να μη χαθεί το μονοπάτι της επιστροφής για το σώμα σου.

    Federico Díaz Granados, Μετάφραση: Δημήτρης Αγγελής

    ΔΡΟΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΓΥΡΙΣΜΟ – ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΕΥΓΑΣ

    4. Λοιπόν δεν θα γυρίσουμε άλλο πια

    Λοιπόν δεν θα γυρίσουμε άλλο πια
    Μέσα στο βράδυ τόσο αργά,
    Κι ας κρύβει τέτοια αγάπη η καρδιά,
    Κι ας λάμπει το φεγγάρι δυνατά.

    Γιατί το ξίφος φθείρει το θηκάρι
    Και η ψυχή το στήθος το κουράζει
    Έτσι ανάσα η καρδιά πρέπει να πάρει
    Η αγάπη να σταθεί να ξαποστάσει

    Αν και γι’ αγάπη ήταν πλασμένη η νυχτιά
    Αν και η μέρα πάντα έρχεται στη θέση του βραδιού
    Εμείς δεν θα γυρίσουμε άλλο πια
    Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού

    Μπάιρον (1788-1824) (Από ένα γράμμα που έστειλε από τη Βενετία ο Μπάιρον στον Τόμας Μουρ τον Φεβρουάριο του 1817). Mετ. Λητώ Σεϊζάνη

    *****

    5. Αέναος επιστροφή

    Επιστρέφω εκεί όπου ποτέ δεν υπήρξα-
    παθιασμένος σαν πάντα μ’ αυτό το «ποτέ»
    κρέμασα φεγγάρια στην κρεβατή μου, κρέμασα άστρα
    και κάτι πήρα από της μάνας μου την λεοντή, να κοίτα:
    αυτήν την καλογερίστικη διάθεση, μόνος σέρνω
    το σιγανό τραγούδι μου και μ’ ακούει μοναχά ο ουρανός. Εδώ

    που η φωλιά των πουλιών, λες κι έπεσε μες τα χέρια μου και την υπερασπίζομαι
    διαβασμένος να ακούω ρήματα θάλασσας και τελεσίδικες αποφάσεις
    λουλουδιών. Εδώ

    που η μιλιά μου είναι ένα τρυπάνι που
    τρυπανίζει τον ορίζοντα- κλείνοντας
    τις εκκρεμότητες με του Θεού την γνώμη και της φύσης τον κουρασμένο πια λόγο.
    Κρατώ
    από του παππού μου τις αγιότητες και λίγο
    από το δωρικό συννεφάκι που με γαλούχησε και πλέον εχάθη’

    ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ

    ******

    5. H MEΓAΛH EΠIΣTPOΦH

    Για τρεις χιλιάδες χρόνια, πέντε, έξη, δέκα.
    H ομορφιά σου που με κράτησε παράφορο.
    K’ είναι για μένα το κορμί σου, ώ γυναίκα,
    στη φυλακή του κόσμου ένα παράθυρο.

    Φτερά πιο δυνατά από τα πόδια σου δεν ένοιωσα ποτέ πάνω στους
    ώμους μου.
    Nά ’μαι που τερματίζω εδώ μες στο κορμί σου εκστατικός όλους τους
    δρόμους μου.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

    ******

    7. ΛΙΜΑΝΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

    Είναι πάντα πεντέμισι
    Φοράω στον λαιμό μου
    Εκείνο το ηφαίστειο
    Καπνίζει δίπλα στο φόρεμά σου
    Κι όμως κρυώνω
    Φταίει ο Αύγουστος στον Πειραιά
    Που μετακομίζει βόρεια
    Αφήνοντας παντού
    Σημάδια από αλάτι

    Σ’ ένα περίπτερο του λιμανιού
    Είναι κρεμασμένη η φωτογραφία σου
    Με κοιτάζεις με ινδιάνικα χρώματα
    Με συνοδείες ξενοδοχείων
    Με πλοία γεμάτα επιστροφής

    Εμφύλιο κατάστρωμα Σαντορίνης

    Κρατάς μια θολή πινακίδα
    Πώς λέγεται τώρα αυτό – απόσταση;
    Σε βλέπω απ’ την απογοητευμένη μου θάλασσα

    Ούτε έρχεσαι

    Ούτε φεύγεις

    Σταύρος Σταυρόπουλος, από το βιβλίο Δύο Μέρη Σιωπή Ένα Μέρος Λέξεις
    εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2009

    *****

    8. Επιστροφή

    Ο ταξιδιώτης γύρισε με άδεια τα μάτια.
    «Δεν είσαι συ!» έκλαψε ο εγκαταλελειμμένος φίλος.
    «Μου έταξες τη φωτιά που δεν σώνεται,
    Κι αυτό που μου φέρνεις δεν μπορεί παρά να ‘ναι το τέλος».

    Ο ταξιδιώτης κοίταξε τα άδεια του χέρια
    Και είπε: «Σου δίνω πράματα που δεν μπορείς να δεις˙
    Τους θησαυρούς της γης πέρα από κάθε γη,
    Τα μυστικά της θάλασσας πέρα από κάθε θάλασσα.
    Οι ψυχές μας έχουν σύνορα κι η αγάπη μας αναπόφευκτα
    Θα προσαράξει εκεί που όλα αρχίζουν. Η σιωπηλή άκρη
    Είναι γεμάτη ναυάγια. Την ψυχή μου την γύρισαν πνιγμένη
    Μιας και τ’ όνειρό της αψήφησε τον ανθρώπινο νόμο.
    Με βλέπεις εδώ, αλλά δεν έχω επιστρέψει.
    Όσα δεν υπάρχουν είναι προορισμένα να ανατρέπουν
    Τα όσα υπάρχουν, τα πλούτη που αποκτήσαμε.
    Όταν θα ‘ναι πια όλα χαμένα θα βρούμε το Άπειρο».

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ, Από την έκδοση «Μυθολογία του ωραίου, δοκίμια και ποιήματα», μτφρ.: Νάνος Βαλαωρίτης, Μανόλης Μαρκάκης, εκδόσεις Χάρβεϋ, 1988

    ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ-ΕΥΑΝΘΙΑ ΡΕΜΠΟΥΤΣΙΚΑ

    9. ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΠΕΡΙΠΑΤΟ

    Δολοφονημένος από τον ουρανό
    ανάμεσα σε σχήματα που πάνε προς το φίδι
    και σε σχήματα που ψάχνουνε το κρύσταλλο
    θ’ αφήσω να πέσουν τα μαλλιά μου
    Με το δέντρο των ακρωτηριασμών που δεν τραγουδά
    και το παιδί με το λευκό πρόσωπο του αυγού
    Με τα ζωάκια με το ανοιγμένο κεφάλι
    και το κουρελιάρικο νερό με τα στεγνά πόδια
    Με όλα όσα έχουν κωφάλαλη κόπωση
    και πεταλούδα πνιγμένη στο μελανοδοχείο
    Σκοντάφτοντας με το διαφορετικό πρόσωπό μου της κάθε ημέρας
    Δολοφονημένος από τον ουρανό!

    Federico García Lorca, 1929-1930 (μετ.Πολίτη)

    *****

    10. επιστροφή

    γυρνώντας από τη σιωπή
    δε βρήκα κανένα
    δεν ήξερα ποια ήταν η πρόθεση
    για αυτή τη φωτιά
    η ζεστασιά ή η αποτέφρωση
    -όμως λειώνει κι η στάχτη στο χώμα
    και χάνεται στα κύματα –
    δε βρήκα κανένα στα ολόφωτα παράθυρα
    που προσκαλούσαν μαγνητίζοντας να δω το μέσα:

    έρημη έκταση παγερή
    κατάλευκη
    σαν αίθουσα υποδοχής κρεματορίων
    φορούν οι χώροι επίσημη στολή
    για να καλύψουν την κατάρρευση
    να αναχαιτίζονται οι τριγμοί
    περιμένοντας
    θα περάσω τις μέρες μου
    περιμένοντας άνεμο –
    είμαι σύμφωνος
    ακούς τη σιωπή;

    ένα λεπτό κορμί
    μέχρι να το σβήσει το φως
    κι η σιγή
    όλα όσα συντελούνται
    είναι για την ψυχή…

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΤΑΚΗΣ

    *****

    11. «Τετάρτη των τεφρών» (απόσπασμα)

    Διότι δεν ελπίζω να γυρίσω πάλι
    Διότι δεν ελπίζω

    Διότι δεν ελπίζω να γυρίσω
    Του ενός το χάρισμα ζητώντας και του άλλου το σκοπό
    Τώρα δε μάχομαι να μάχομαι για τέτοια

    (Γιατί ο γερο- αετός ν’ ανοίγει τα φτερά του;)
    Γιατί να πενθώ
    Την αφανισμένη δύναμη της κοινής βασιλείας;

    Διότι δεν ελπίζω να γνωρίσω πάλι
    Την ανάπηρη δόξα της θετικής ώρας
    Διότι δεν νομίζω
    Διότι γνωρίζω πως δε θα γνωρίσω
    Την μια κι αληθινή πρόσκαιρη δύναμη

    Διότι δεν μπορώ να πίνω
    Εκεί, που ανθίζουν δέντρα, και πηγές κυλούν, αφού τίποτε
    δεν υπάρχει πάλι

    Διότι γνωρίζω πως ο χρόνος είναι πάντα χρόνος
    Και ο τόπος είναι πάντα και μόνο τόπος
    Και ότι είναι τωρινό είναι τωρινό για μόνο μια φορά
    Και μόνο για έναν τόπο

    Χαίρομαι που τα πράγματα είναι όπως είναι και
    Απαρνούμαι την ευλογημένη μορφή
    Κι απαρνούμαι την φωνή

    Διότι δεν μπορώ να ελπίζω να γυρίσω πάλι
    Χαίρομαι συνεπώς, έχοντας να οικοδομήσω κάτι
    Πάνω στο οποίο χαίρομαι
    Και προσεύχομαι στο Θεό να ‘χει έλεος επάνω μας
    Και προσεύχομαι στο Θεό να μπορώ να λησμονήσω
    Τα θέματα που συζητώ τόσο πολύ με τον εαυτό μου
    Τόσο πολύ εξηγώ

    Διότι δεν ελπίζω να γυρίσω πάλι
    Ας αποκριθούν αυτές οι λέξεις
    Για ό,τι έγινε, να μη γίνει πάλι
    Μήπως η κρίση δεν είναι τόσο βαριά πάνω μας

    Διότι τούτα τα πτερά δεν είναι πια πτερά για να πετούν,
    Μα μονάχα ριπίδια να κτυπούν τον αέρα
    Τον αέρα που είναι τώρα ολότελα μικρός και στεγνός
    Μικρότερος, στεγνότερος κι από την βούληση

    Δίδαξέ μας μέριμνα κι όχι μέριμνα
    Δίδαξέ μας να μένουμε ακίνητοι.
    Προσεύχου για μας αμαρτωλούς τώρα και στην ώρα του
    θανάτου μας
    Προσεύχου για μας τώρα και στην ώρα του θανάτου μας.

    Τόμας Σ. Έλιοτ, μτφρ. Αριστοτέλης Νικολαϊδης

    Céline Dion-It’s all coming back to me now

    12. Περιφρόνηση

    Καὶ τὶς ἀχτίδες σου, ἥλιε, θὰ στὶς ἐπιστρέψω.
    Στοῦ σύμπαντος τὸν ὀργασμό θὰ ζεσταθῶ,
    θἄχω ἐξοφλήσει πιὰ στὴ γῆ κάθε μισθό –
    καὶ τὶς ἀχτίδες σου θὰ σοῦ τὶς ἐπιστρέψω.

    Τίποτα λογαριάζω πώς δὲν σοῦ χρωστῶ.
    Μέσα στὸν τάφο μου τὸ σῶμα θ’ ἀντιστρέψω –
    καὶ τὶς ἀχτίδες σου θὰ σοῦ τὶς ἐπιστρέψω,
    στὴ σκληρὴ πλάκα μου διαθλῶντας σου τὸ φῶς.

    Νικηφόρος Βρεττάκος

    ******

    13. Γυρισμοί

    Σᾶς ξαναβλέπω, ὢ ξέφωτο, μαγευτικὲς ἀκρογιαλιὲς
    νερὰ στρωτὰ ὅπου πρῶτα
    τὸ γύρω θάμα ἐκλείνατε μέσα σὲ χίλιές σας σταλιὲς
    μὲ τὰ μαλλιά μου ὡς τίναζα τὸ διαμαντένιο ἱδρώτα.

    Φεύγω καὶ πάλε, ἔχετε γεια χρώματα, σχήματα, οὐρανοὶ
    στὸ χρυσαφένιο δίσκο,
    σᾶς παίρνω τώρα ὅλα μαζὶ στὴν ξενητειὰ τὴ σκοτεινὴ
    στῆς θολωμένης μου ματιᾶς τὸ δάκρυο νὰ σᾶς βρίσκω.

    ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ

    *****

    14. Άνευ επιστροφής

    Αγόρασα εισιτήριον άνευ επιστροφής
    ακύρωσα τις συναντήσεις με φίλους
    Μακριά, όσον πιο μακριά
    από επιδιώξεις, από τις σχετικές κακίες.
    Μακριά, από τιμές από επικηδείους
    όσον πιο μακριά.

    Χριστόδουλος Καλλίνος, «Ρέκβιεμ στην νεότητα»

    Νίκος Πλατύραχος & Γιώργος Νταλάρας – Γύρισα Ξαναγύρισα

    15. S/S Terrified Return

    Δεν ξέρω αν φταίνε τα μάτια μου ή αν έχουν μεταβληθεί τα λιμάνια,
    αν κάθε τι καινούριο κρύβει κι ένα χωρισμό,
    ή μόνο τα μάτια γέρνουν, όλο και πιο πολύ ησυχάζουν,
    ο χρόνος καταπιεστικά μας περιφράσσει στα χαρακώματα.

    Κι όλο ζητάω να βρω καινούριες προβλήτες, καινούρια περίπτερα,
    τόπους καινούριους, άλλους ορίζοντες, ξένα φανάρια,
    γιατί φοβάμαι, τρομάζω την κάθε επιστροφή,
    δεν αντέχω την επαιτεία σε χώρους που αγάπησα.

    ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ

  4. «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου» (δημοτικό τραγούδι)

    Ερρόδισε γ’ η ανατολή και ξημερώνει η δύση,[…]
    παν τα πουλάκια στη βοσκή κι οι λυγερές στη βρύση.
    Βγαίνω κι εγώ κι ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
    Βρίσκω μια κόρη πόπλενε σε μαρμαρένια γούρνα.
    Τη χαιρετάω, δε μου μιλεί, της κρένω, δεν μου κρένει.
    —Κόρη, για βγάλε μας νερό, την καλή μοίρα να ’χεις,
    να πιω κι εγώ κι ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
    Σαράντα σίκλους έβγαλε, στα μάτια δεν την είδα,
    κι απάνω στους σαρανταδυό τη βλέπω δακρυσμένη.
    —Γιατί δακρύζεις, λυγερή, και βαριαναστενάζεις;
    Μήνα πεινάς, μήνα διψάς, μην έχεις κακή μάνα;
    —Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μήτ’ έχω κακή μάνα.
    Ξένε μου, κι αν εδάκρυσα κι αν βαριαναστενάζω,
    τον άντρα ’χω στην ξενιτειά και λείπει δέκα χρόνους[…].
    —Κόρη μου, ο άντρας σου πέθανε, κόρη μου, ο άντρας σου χάθη·
    τα χέρια μου τον κράτησαν, τα χέρια μου τον θάψαν,
    ψωμί κερί τού μοίρασα, κι είπε να τα πλερώσεις,
    τον έδωκα κι ένα φιλί, κι είπε να μου το δώσεις.
    —Ψωμί κερί τού μοίρασες, διπλά να σε πλερώσω,
    μα για τ’ εκείνο το φιλί, σύρε να σου το δώσει.
    —Κόρη μου, εγώ είμαι ο άντρας σου, εγώ είμαι κι ο καλός σου.
    —Ξένε μου, αν είσαι ο άντρας μου, αν είσαι κι ο καλός μου.
    δείξε σημάδια της αυλής και τότες να πιστέψω.
    —Έχεις μηλιά στην πόρτα σου και κλήμα στην αυλή σου,
    κάνει σταφύλι ροζακί και το κρασί μοσκάτο,
    κι όποιος το πιει δροσίζεται και πάλι αναζητά το.
    —Αυτά είν’ σημάδια της αυλής, τα ξέρει ο κόσμος όλος,
    διαβάτης ήσουν, πέρασες, τά-είδες και μου τα λέεις.
    Πες μου σημάδια του σπιτιού και τότες να πιστέψω.
    —Ανάμεσα στην κάμαρα χρυσό καντήλι ανάφτει,
    και φέγγει σου που γδύνεσαι και πλέκεις τα μαλλιά σου,
    φέγγει σου τις γλυκές αυγές που τα καλά σου βάζεις.
    —Κάποιος κακός μου γείτονας σου τα ’πε και τα ξέρεις.
    Πες μου σημάδια του κορμιού, σημάδια της αγάπης.
    —Έχεις ελιά στα στήθη σου κι ελιά στην αμασκάλη […].
    —Ξένε μου εσύ είσαι ο άντρας μου, εσύ είσαι κι ο καλός μου.
    [πηγή: Ν. Γ. Πολίτης, Δημοτικά Τραγούδια. Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού, Αθήνα 1958 (παρατίθεται στο Ομηρικά Έπη Οδύσσεια, Α΄ Γυμνασίου, μτφ. Δ.Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: ΟΕΔΒ]

  5. Ευχαριστώ πολύ, Grigori, που θυμήθηκες αυτό το υπέροχο δημοτικό! Πολύ καλή και η εκτέλεση από τη Γιώτα Βέη!… Πολύ καλός κι ο Λάντσιας!…Να ‘σαι καλά!!!

  6. Καλησπέρα, Αγγελική!!!… Σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα!!!!…Εύχομαι υγεία και ποιητική εγρήγορση!!!
    *Βρήκα λίγο χρόνο κι ανακάλυψα ένα του Σικελιανού και τρία ακόμα του Βρεττάκου…

    -Γυρισμός- Ἄγγελος Σικελιανός

    Ὕπνος ἱερός, λιονταρίσιος,
    τοῦ γυρισμοῦ, στὴ μεγάλη
    τῆς ἀμμουδιᾶς ἁπλωσιά.
    Στὴν καρδιά μου
    τὰ βλέφαρά μου κλεισμένα·
    καὶ λάμπει, ὡσὰν ἥλιος, βαθιά μου…

    Βοὴ τοῦ πελάου πλημμυρίζει
    τὶς φλέβες μου·
    ἀπάνω μου τρίζει
    σὰ μυλολίθαρο ὁ ἥλιος· 10
    γεμάτες χτυπάει τὶς φτεροῦγες ὁ ἀγέρας·
    ἀγκομαχάει τὸ ἄφαντο ἀξόνι.

    Δέ μου ἀκούγεται ἡ τρίσβαθη ἀνάσα.
    Γαληνεύει, ὡς στὸν ἄμμο, βαθιά μου
    καὶ ἁπλώνεται ἡ θάλασσα πᾶσα –

    Σὲ ψηλοθόλωτο κύμα
    τὴν ὑψώνει τὸ ἀπέραντο χάδι·
    ποτίζουν τὰ σπλάχνα
    τὰ ὁλόδροσα φύκια,
    ραντίζει τὰ διάφωτη ἡ ἄχνα 20
    τοῦ ἀφροῦ ποὺ ξεσπάει στὰ χαλίκια·
    πέρα σβήνει τὸ σύφυλλο βούισμα
    ὁποῦ ξέχειλο ἀχοῦν τὰ τζιτζίκια.

    Μιὰ βοὴ φτάνει ἀπόμακρα·
    καὶ ἄξαφνα,
    σὰν πανὶ τὸ σκαρμὸ ποὺ ἔχει φύγει,
    χτυπάει· εἶν᾿ ὁ ἀγέρας ποὺ σίμωσε,
    εἶν᾿ ὁ ἥλιος ποὺ δεῖ μπρὸς στὰ μάτια μου
    – καὶ ὁ ἁγνὸς ὄχι ξένα τὰ βλέφαρα
    στὴν ὑπέρλευκην ὄψη του ἀνοίγει. 30

    Πετιῶμαι ἀπάνω. Ἡ ἀλαφρότη μου
    εἶναι ἴσια με τὴ δύναμή μου.
    Λάμπει τὸ μέτωπό μου ὁλόδροσο,
    στὸ βασίλεμα σειέται ἀνοιξάτικο
    βαθιὰ τὸ κορμί μου.
    Βλέπω γύρα. Τὸ Ἰόνιο,
    καὶ ἡ ἐλεύτερη γῆ μου!
    (ἀπὸ τὸν Λυρικὸ Βίο, A´, Ἴκαρος 1965)

    -Νικηφόρος Βρεττάκος, «Υπόμνηση για την επιστροφή»

    Αλλιώς μ’ έδωσες, Κύριε, σε τούτη τη γης
    αλλιώς να με πάρεις. Να μου ανοίξεις μια πόρτα
    να φύγω στον ήλιο, χωρίς
    να εννοήσω το βάρος μου.
    Χωρίς να βουλιάξω
    γειτονιά με τις ρίζες. Να μείνω στην αχτι-
    νοβολία των πραγμάτων σου: Μι’ απόχρωση κόκκινου
    στα βουνά το πρωί, ή καθώς θ’ ανατέλλει
    σιγανά το φεγγάρι μιάν ιδέα τριαντα-
    φυλλιά στο στεφάνι του. Μι’ ανεπαίσθητη ανταύγεια
    σ’ ενός δέντρου ανθισμένου το κάτασπρο διάφεγγο.
    Να μου ανοίξεις μια πόρτα, σάμπως νάταν να φύγει
    μι’ αστραπή σου, κι αμέσως να διπλώσω σαν ένα
    φως στον Ταΰγετο
    (http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/106359/2.pdf)

    -Νικηφόρος Βρεττάκος, “Ο Δ. Μ. δεν επέστρεψε”

    Ώρα 11 και 20’. Πέρασε
    κι ο τελευταίος συρμός’ άλλον δεν έχει,
    δεν έχει άλλο σφύριγμα.
    Δεν έχει άλλο πράσινο σινιάλο,
    άλλα φώτα.
    Τ’ αστέρια της φαίνονται
    σαν τραίνα που έρχονται
    με προβολείς και σημαίες, αλλά
    ο λόχος που πέρασε. Σηκώνει το πρόσωπο,
    κοιτάζει παντού: «Τι όμορφα που έκαμες
    Θεέ μου τα πράγματα!…» Κάνει δυό βήματα,
    στέκεται πάλι – δεν έχει άλλο τραίνο.
    Σκύβει στη γη,
    Γυρίζει μετά
    την άκρη της μπόλιας της, σκουπίζει τα μάτια,
    σταυρώνει τα χέρια, παίρνει τις ράγες
    και φεύγει βαστάζοντας ένα μικρό
    λουλούδι στα δάχτυλα.
    (http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/106359/2.pdf)

    -Νικηφόρος Βρεττάκος, Και φεύγοντας έρχεσαι

    Τώρα το ξέρεις: τα βουνά δε μπορούνε
    να μας χωρίσουν. Και φεύγοντας έρχεσαι.
    Και φεύγοντας έρχομαι. Δεν υπάρχει άλλος χώρος
    έξω απ’ το χώρο μας. Κι ο άνεμος είναι
    η αφή των χεριών μας.
    Καθώς ταξιδεύουμε,
    εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
    κοιτώντας τον ήλιο, ο καθένας μας έχει
    τον άλλο στο πλάι του

  7. 1. Επιστρέφοντας

    Αν αφαιρέσουμε από τ’ αγάλματα
    αυτό το αβέβαιο λευκό
    τι θάχει μείνει;
    Αν αφαιρέσουμε από τ’ αγάλματα
    αυτή την παρουσία τους μέσα στη νύχτα
    τι θάχει μείνει;

    Θα μείνουμε -λέω- εμείς,
    επιστρέφοντας από τοπία κυμάτων ή φύλλων
    σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο
    όπου οι κουρτίνες θα κρέμονται στο φως.
    Η μητέρα θα στέκεται στην πόρτα
    μιλώντας με τα μικρά μας ονόματα.

    Εγώ θα θέλω ν’ αγγίξω πάλι την πληγή σου,
    που γιατρεύαμε νύχτες και ημέρες
    με πανάρχαια βότανα.

    Θα μείνουμε εμείς·
    ένα πρόσωπο νέο για φίλους
    και εχθρούς.

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΝΑΒΟΥΡΗΣ, Μικρόφωνο, Ηριδανός 1985

    *****

    2. Επιστρέφω,
    να ράψω ερμητικά
    τα μάτια των προδομένων
    τα ράκη να φορέσω των μοναχών
    και στους καταραμένους
    την άφεση να δώσω.

    Έρχομαι,
    να πέσω εδώ στη μέση της αρένας
    χωρίς αίμα και μνήμα,
    χωρίς καθρέφτη κι ελπίδα,
    χωρίς Αίγυπτο, Ακαρνανία και όρη.

    Τα βήματα του θηρίου ακολουθώ
    τη μυσταγωγία του ανομολόγητου έρωτα.
    Ορκίζομαι στο όνομα των πλοίων
    που δεν λύσαν ποτέ τα σκοινιά τους.

    Εκλιπαρώ το τρύπιο βλέμμα,
    ανοίγω τον στρόβιλο των νεκρών ημερών
    Έρχομαι με τους τελευταίους να πέσω
    εδώ στη μέση της αρένας.

    ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

    Θα βαδίσω ξανά
    στην εκδοχή των αδιέξοδων οδών.
    Σαν το θύμα
    που κάθε πρωί
    ακολουθεί το ίδιο πιστό δρομολόγιο
    περιμένοντας να συναντήσει το δολοφόνο του.
    Σαν μια δίκη που δεν τελειώνει ποτέ
    κι αιώνες τώρα απολογούμαι.

    Τόσα μέτωπα ανοιχτά
    και τα παιδιά να πεινάνε.
    Πού να γυρίσω;
    Σε ποιον πάσσαλο η εξουσία
    θα κρεμάσει το κεφάλι μου;
    Ποιοι σύντροφοι θα με αποκηρύξουν;
    Ποιοι κομισάριοι θα ταριχεύσουν
    τα οράματά μου;

    Προδομένος και μόνος
    στη μέση στο ποτάμι και σας μιλώ.

    Καλό χειμώνα σας λέω,
    σας μιλώ,
    θα γυρίσω.

    Γιώργος Δάγλας, Καντάδες για ένα δαίμονα [Φίλντισι, Παπάγου 2015]

    *****

    3. ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ

    Μου άρεσαν πάντα οι επιστροφές
    στα χώματα, στους ορίζοντες
    που γέννησαν την ψυχή μου.

    Κι τώρα που κάθομαι σιωπηλός κι αδέξιος
    ανάμεσα σε τεράστιους λευκούς τοίχους,
    αισθάνομαι την ανάσα αυτών που έφυγαν
    να περνά σφυρίζοντας
    πάνω από καρπισμένα στάχυα,
    το κυμάτισμα των ψυχών που αγωνίστηκαν
    να ψελλίσουν άγνωστες λέξεις,
    μιας γλώσσας ακατανόητης και οδυνηρής,
    τον ήχο των βημάτων που προσπέρασαν
    χωρίς να σταματήσουν.

    Αποθησαυρισμένη απορία…
    Κινήσεις σκοτεινές κάτω από ένα
    αμείλικτο φως. Ακριβές μνήμες,
    φυλαγμένες στην πιο ζεστή γωνιά της θύμησης.

    Εδώ,
    εδώ που τα νερά βούρκωσαν
    κι ο καθρέφτης της λιμνοθάλασσας σου επιστρέφει
    ένα πρόσωπο αγνώριστο.

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ, 1973)

    ******

    4. ΕΠΑΝΟΔΟΣ

    Δεν ήταν μυστικό
    σε περίμεναν με υπομονή
    από το περασμένο καλοκαίρι
    ήξεραν άλλωστε τα πάντα για σένα
    οι βράχοι της παραλίας, οι γλάροι,
    οι ψαραετοί
    δεν σε αναγνώρισαν όμως τώρα
    έχεις αλλάξει από τις στερήσεις, τις ενέσεις
    ξαναγύρισες
    από τα σκουπίδια που έψαχνες όλο το χειμώνα,
    όλη τη μαύρη άνοιξη μια μπουκιά κι αυτή με το ζόρι

    ένα μόριο πείνας
    λίγο πιο μεγάλο τώρα
    απ΄ τον κόκκο της άμμου.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

    *****

    5. V [Είναι εύκολο να επιστρέφεις…]

    Είναι εύκολο να επιστρέφεις
    ν’ αναχωρείς
    να επιστρέφεις
    ν’ αναχωρείς και πάλι.
    Είναι αργά ωστόσο να χειραφετηθείς
    απ’ την ψευδαίσθηση της ομολογίας.

    Θηρευτής ονείρων που δεν ήταν θεμιτό να ονειρευτώ.

    Κάθε διάλογος
    κάθε χειρονομία
    καλύπτει απλώς τη σιωπηλή αποδοχή του τέλους.

    «Όπως βλέπεις», είπες
    καθώς άνοιγες την πόρτα
    «το αίμα μιλάει τη δική του γλώσσα.
    Ο καθένας ηθικολογεί με τον πόνο του.»

    Σκέφτηκα: εάν όμως συμβεί κάτι…

    Δεν συνέβη τίποτα.
    Παρέμεινα εδώ.
    Δεν υπάρχεις πια.
    Είμαι νεκρή.
    Θέλω να πεθάνω.

    Χάρης Βλαβιανός, V (Η νοσταλγία των ουρανών, 1991)

    Simon & Garfunkel – Homeward Bound

    6. ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

    Γέρασαν οι ιδέες μου

    Γέρασαν οι πράξεις

    Κι ακόμα δεν κατάφερα
    Να γίνω ένα παιδί
    Που σκορπάει το χαρτζιλίκι του
    Στ’ αδέσποτα της γειτονιάς

    (ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΥΤΡΑΣ)

    *****

    7. ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

    Ο ουρανός γέμισε δαντέλες και κηλίδες.
    Σημάδι πως κάτι θα ερχόταν. Μια μπόρα ίσως μια
    αλλαγή.
    Το ρολόι συστρεφόταν σαν φίδι
    ακολουθώντας τη θάλασσα
    που σάπιζε στην άκρη.

    Τα πυροτεχνήματα φτιάχνανε ωραίες κουρτίνες
    μπροστά από το μάτι
    της κρυμμένης στην κάμαρα γυναίκας
    που κάτι σημάδευε στο υφαντό
    σκοτάδι ίσως και τελείες πουλιών.
    Το πρόσωπο όλο προσευχή
    δεν είχε στόμα.

    Μια λύρα με επτά φωνές
    θρύλησε στον αέρα
    ενόσω μια ανεμώνη από αμμωνία
    καθάριζε το επικείμενο τοπίο – που είχε διαφύγει της
    προσοχής
    εραστών εν ευθυμία.
    Κάτι ερχόταν. Μια μπόρα ίσως μια αλλαγή.

    Η νύχτα έδειξε τα δόντια της μα ευπρεπώς.
    Κι ο κρόκος της σελήνης
    υδραργυρικώς υποβάσταζε το σκοτάδι όταν
    ένα χέρι τράβηξε το κορδόνι
    της γέφυρας όλων αυτών
    ένα σκυλί αλύχτησε κι ύστερα πέθανε σαν χελιδόνι
    και η γνωμάτευση του ταριχευμένου γεωμέτρη ασαφής:
    «Δεν ξέρω, παιδί μου, να διαβάζω τα ιώδη.
    Και η λέξη Οδυσσέας μελανιάζει».

    ΣΤΕΛΛΑ ΔΟΥΜΟΥ – ΓΡΑΦΑΚΟΥ, «ΧΑΜΗΛΕΣ ΟΚΤΑΒΕΣ»

    *****

    8. Η επιστροφή (El retorno)

    Στο ημερολόγιο
    η απουσία.
    Παράθυρα λευκά
    απ’ όπου ξεγλιστρά
    η μορφή σου.

    Με ανακουφίζει η μοναξιά.
    Τεντώνει το δέρμα μου.
    Τους ήχους ξαναβρίσκω
    της εσώτερης ζωής,
    που τα λόγια σου τους είχαν σιγήσει.
    Οι μέρες απορροφούν την πικρία.
    Έξω πέφτουν οι πρώτες βροχές.

    Η μοναξιά μου μυρίζει νοτισμένη γη.
    Ανέμους γεμίζει η κοιλιά μου.
    Λίγες ημέρες ακόμη και θα σβήσουν
    οι γραμμές οι ακριβείς του προσώπου σου.

    Και τότε απ’ την αρχή θα σε ποθώ
    ξανά.
    Θ’ αποκλείσω λήθη και οργή.
    Η νοσταλγία θα με μουσκεύει
    και εγώ η ίδια υγρασία θ’ αναδίνω.

    Απ’ τα λευκά παράθυρα
    τα μάτια σου θα με θωρούν τα πρότερα,
    εκείνα της αγάπης.
    Φθαρμένη θα προσμένω
    την ανάσταση της σάρκας
    αυτού που υπήρξαμε.

    Η ψυχή μου θ’ αποσύρει τις βιτρίνες
    της αισιοδοξίας.
    Στα παράθυρα κανναβούρι θα σκορπίσω
    και θα προσμένω το σκληρό σου ράμφισμα,
    το βλέμμα σου, βλέμμα πουλιού.
    Σκιρτώντας.

    ΤΖΙΟΚΟΝΤΑ ΜΠΕΛΙ, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

    *****

    9. Αγέλαστη επιστροφή

    Σκιές ασώματες γυρνούν
    κι οι μοναξιές μαζί τους
    Μήδειες

    φοίνικες αναγεννώμενοι]
    το κουφάρι
    της αγέλαστης επιστροφής
    δειπνούν
    [Χαράζει…]
    …μετά από μιας νύχτας ουρλιαχτό
    και
    από κείνους τους πολεμιστές μετά
    που βάδιζαν μονάχοι
    χαϊδεύοντας ηδονικά τη λάσπη του χειμώνα

    Αθηνάκης Δημήτρης

    *****

    10. ΜΕΣΤΗ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΑΘΩΑ

    Μεστή επιστρέφει αθώα
    Και φαιδρά προσωπεία
    Στον αγκώνα

    Η εποχή
    Η ορθή βία
    Τέντωσε τους αρμούς
    Τα ηχηρά περιδέραια

    Γιώργος Σαραντάρης

  8. Η επιστροφή

    -Ο Γιαννούλης Χαλεπάς εισάγεται στο φρενοκομείο της Κέρκυρας το 1888. Παραμένει έως το 1902-

    Θεραπευμένος γύρισα στο πατρικό το σπίτι μου
    κατόρθωσα σιγά-σιγά πρόβατα λίγα ν’ αποκτήσω
    τα βόσκω μοναχός στην εξοχή
    τ’ αρμέγω, τα κουρεύω
    τα σαλαγάω, τα χαίρομαι
    τους έχω δώσει ονόματα: Μαρία, Μαριγώ, Ειρήνη…

    Κανέναν δεν συναναστρέφομαι
    (στους ζωντανούς εξάλλου δεν με λογαριάζουν)
    η “Μήδεια” ανολοκλήρωτη με βασανίζει

    Η μάνα μου το σπίτι κάθε μέρα θυμιατίζει
    και καταστρέφει κάπου-κάπου τα έργα μου
    «αυτά φταίνε γι’ όλα», λέει
    και βγαίνω έξω βουρκωμένος στην αυλή
    προσπαθώ να μη με δει
    που κλαίω και μαλώνω με τις πέτρες
    Στο τέλος κατεβαίνω στο εργαστήρι

    Πουλάει κανά πρόβατο
    και μου το κρύβει
    μου λέει, «Χάθηκε»
    και τότε παίρνω να γυρίζω
    τρέχω από ʼδω, τρέχω από ʼκεί
    φωνάζω «Μαριγώ!..», φωνάζω «Ειρήνη!..»

    μες στις βαθιές χαράδρες του μυαλού μου
    χορτάριασαν τα αγάλματα

    μα πάλι ξάφνου λάμπουν

    Πέτρος Γκολίτσης, από τη συλλογή Το τριβείο του χρόνου, 2013
    Ενότητα : Πορτρέτα εκτός κάδρου

    Χάρις Αλεξίου -Γύρνα εκεί που αγαπάς!

    ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΘΩ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ

    Τώρα είναι πίσω οι αναμνήσεις στην ομίχλη
    και η υγρασία στο πουκάμισο υγραίνει το γιακά.

    Ταξιδεύω με το μεγάλο «Σολωμό»,
    τον ποιητή το όνομα με επιστρέφει.
    Και η θάλασσα πανεύκολα ν’ αλλάζει
    χρώματα στο μπλε, στο μαύρο
    στα ανοιχτά της αντηλιάς
    στα σκοτεινά του σύννεφου.

    Μνήμες, μνήμες φρέσκες
    σαν τα φρεσκοβαμμένα ξύλα στο κατάστρωμα.
    Πίσω η Ζάκυνθος μικραίνει σαν σκιά ονείρου.
    Κι εγώ να επιθυμώ απ’ την αρχή όλο το ταξίδι.
    Σημάδι στα κύματα η ελπίδα του γυρισμού.
    Πρέπει να μάθω να επιστρέφω.

    Λουάν Τζούλις

    ***

    EΠΙΣΤΡΟΦΗ

    Τα κρουστά μέσα στο δάσος αναγγέλλουν την ανάστασή μου.
    Ανεβαίνει ο ήλιος, ο ουρανός πορφυρός λούζει τα πρόβατά μου.
    Πύρινος κύκλος οπλίζει το χέρι μου μ’ ανεμώνες.
    Ο άνεμος με αίμα και σκόνη λούζει τα πρόσωπα.
    Καίω το δέντρο μου με τη βαθειά φωνή μου,
    κυττάζω τους αμνούς με το μέτωπο σφραγισμένο.
    Καλώ αυτή τη στιγμή στη λίμνη μου τους ψαράδες. Καλώ με φόρμιγγες και αυλούς τους τυφλούς απ’ τους δρόμους.
    Τώρα που κρούω την τεράστια πόρτα ν’ ανεβώ
    ελάτε δόντια, πύρινες κραυγές, ελάτε λύκοι, φεύγει το
    σώμα μου, έλασμα τρίξε γκρεμίζω το ναό μου,
    μπορώ ν’ ανέβω στο άλλο οροπέδιο με το βέλος.
    Οι γιοι του ήλιου ενίκησαν, μητέρα μου επιστρέφω.

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

  9. …Και δυο τελευταία για την επιστροφή:

    -Γ. Ρίτσος, «Νέα επιστροφή»

    Είχε ξαπλώσει μες στη γνώση του, στη λύπη του, στη δόξα του,
    σαν σε μια αρχαία σαρκοφάγο. Εμείς τον παραστέκαμε και πάλι
    με την αφοσίωσή μας ή το φθόνο μας – αδιάφορο – τον παρα-
    στέκαμε.

    Ένας μας μια στιγμή έσκυψε πάνω του,
    καθώς αυτός χαμογελούσε με κλεισμένα μάτια
    σ’ άνα δικό του φως, τυραννικό κι απόρρητο,
    κ’ είπε: «Συ που μας δίδαξες να μην ξεχνούμε, εσύ μας ξέχασες.
    έβγαλε το δεξί μαρμαρωμένο πόδι του απ’ το μάρμαρο
    σαν να πατούσε στον αναβατήρα ενός αλόγου
    κ’ εχάθη καβαλάρης μες στο φως. Μα εμείς δεν κλάψαμε –
    ξέραμε πως γυρνούσε πάλι ανάμεσά μας απ’ τον άλλο δρόμο,
    ίσως λιγότερο μεγάλος κ’ ίσως πιότερο δικός μας.
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 4ος, Κέδρος)

    Γ. Ρίτσος, «Η επιστροφή του λιποτάχτη»

    Ένιωθε ανήσυχος τούτες τις μέρες, σα φρουρός που παράτησε τη
    βάρδια του, αφήνοντας αφρούρητη την πολιτεία. Για καιρό,
    είχε το φόβο μην ανακαλύψουν την απειθαρχία του,
    μην έπεσε η πόλη από δικό του λάθος. Λιποτάχτης,
    κρυμμένος μες στα θάμνα, δε διέκρινε τα τείχη,
    μονάχα φανταζόταν τρομερές συνέπειες για τους αφρούρητους πο-
    λίτες
    και προπαντός για τον ίδιο τον εαυτό του. Αργότερα, έμαθε
    πως η πόλη δεν έπεσε, και πως κανένας δεν πρόσεξε την απου-
    σία του.
    Δεν τον αναζητήσαν καν. Δε βρέθηκε στους καταλόγους
    των διασωθένυων, των απολεσθέντων μήτε των αγνοούμενων.
    .
    Γύρω του,
    απλώθηκε άχρηστη μια πελώρια ησυχία.Κ’ ήταν τώρα.
    αυτή που τον βασάνιζε -μ αυτή
    που τόσον είχε ονειρευτεί. Έξω από το σπίτι του, ένιωθε, σαν νύ
    χτωνε
    χιλιάδες ίσκιους να γλυστρούν σαν αδέσποτες γάτες
    στ’ αγκάθια του έρημου γηπέδου, και μέσα στη ντουλάπα του
    ένιωθε κρεμασμένα, πλαδαράτα κοστούμια σαν αποφόρια πεθαμέ-
    νων. Τότε
    έσυξε την εξάρτυσή του χιαστί στο στήθος του,
    σα να ‘δενε ένα μπόγο με όλα τα χρειαζούμενα
    κ’ έφτασε στο φυλάκιο ακριβώς στην ώρα του.
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 4ος, Κέδρος)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: