Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (155ο): «Μοίρα – Τύχη – Πεπρωμένο»

 

  • ΜΟΙΡΑ

 

-«Ένα και δυο: τη μοίρα μας δεν θα την πει κανένας
Ένα και δυο: τη μοίρα του ήλιου θα την πούμ’ εμείς.»
(Ο. Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος)

 

 

-«Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

-«…Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια….»

(Κ. Καρυωτάκης, «Ανδρείκελα»)

 

 

 

 

-Μοίρας θ’ ής πλείστην τιμήν πόρε μητίετα Ζεύς.

Θεογονία Ησιόδου

Κλύτε, Μοίραι, Διός αι τε παρά θρόνων αγχοτάτω Θεών
εζώμεναι περιώσι’ άφυκτά τε μήδεα
παντοδαπάν βουλάν αδαμαντίναισιν υφαίνεται κερκίσιν,
Αίσα και Κλωθώ Λάχεσις τ’ ευώλενοι.
Νυκτός Κόραι,
ευχωμένων επακούσατ’, Ουράνιαι χθονίαι τε
δαίμονες ω πανδείματοι,
πέμπετ’ άμμιν ροδόκολπον
Ευνομίαν λιπαροθρόνος τ’ αδελφάς, Δίκαν
και στεφανηφόρον Ειρήναν, πόλιν τε τάνδε βαρυφρόνων λελάθοιτε
συντυχίαν.

(Ακούστε Μοίρες που κάθεστε κοντά στους Θεούς,
πλάι στο θρόνο του Διός και με τις διαμαντένιες σας σαϊτες
υφαίνετε μύρια άφευκτα τεχνάσματα για κάθε λογής βουλές,
Αίσα Κλωθώ και Λάχεση, Κόρες της Νύχτας με τα όμορφα χέρια,
ακούστε τις προσευχές μας, δεινές Θεές του Ουρανού και της Γης.
Πέμψατε τη Δίκη και τη στεφανωμένη Ειρήνη, και βοηθήστε τούτη την πόλη
να λησμονήσει την κακή Τύχη που το στήθος της πιέζει.)

 

 

 

 

-Ορφικός ύμνος Μοιρών:

Μοῖραι ἀπειρέσιοι, Νυκτὸς φίλα τέκνα μελαίνης, κλῦτέ μου εὐχομένου, πολυώνυμοι, αἵτ᾽ ἐπὶ λίμνης οὐρανίας, ἵνα λευκὸν ὕδωρ νυχίας ὑπὸ θέρμης ῥήγνυται ἐν σκιερῶι λιπαρῶι μυχῶι εὐλίθου ἄντρου, ναίουσαι πεπότησθε βροτῶν ἐπ᾽ ἀπείρονα γαῖαν· ἔνθεν ἐπὶ βρότεον δόκιμον γένος ἐλπίδι κοῦφον στείχετε πορφυρέηισι καλυψάμεναι ὀθόνηισι μορσίμωι ἐν πεδίωι, ὅθι πάγγεον ἅρμα διώκει δόξα δίκης παρὰ τέρμα καὶ ἐλπίδος ἠδὲ μεριμνῶν καὶ νόμου ὠγυγίου καὶ ἀπείρονος εὐνόμου ἀρχῆς· Μοῖρα γὰρ ἐν βιότωι καθορᾶι μόνη, οὐδέ τις ἄλλος ἀθανάτων, οἳ ἔχουσι κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου, καὶ Διὸς ὄμμα τέλειον· ἐπεί γ᾽ ὅσα γίγνεται ἡμῖν,

Μοῖρά τε καὶ Διὸς οἶδε νόος διὰ παντὸς ἅπαντα. ἀλλά μοι εὐκταῖαι, μαλακόφρονες, ἠπιόθυμοι,   Ἄτροπε καὶ Λάχεσι, Κλωθώ, μόλετ᾽, εὐπατέρειαι, ἀέριοι, ἀφανεῖς, ἀμετάτροποι, αἰὲν ἀτειρεῖς, παντοδότειραι, ἀφαιρέτιδες, θνητοῖσιν ἀνάγκη· Μοῖραι, ἀκούσατ᾽ ἐμῶν ὁσίων λοιβῶν τε καὶ εὐχῶν, ἐρχόμεναι μύσταις λυσιπήμονες εὔφρονι βουλῆι. {Μοιράων τέλος ἔλλαβ᾽ ἀοιδή, ἣν ὕφαν᾽ Ὀρφεύς}

 

*Μετάφραση:
(Ώ Μοίραι αναρίθμηται, αγαπητά τέκνα της μαύρης Νυκτός, ακούσατε την προσευχήν μου σείς με τα πολλά ονόματα, πού κατοικείτε επάνω σε λίμνη επουράνια όπου λευκό νερό στάζει από νυκτερινή ζέστη στον σκιερό μυχό ωραίου φκιασμένου με καλά λιθάρια σπηλαίου, και πετάτε εις την απέραντη γή των ανθρώπων, από όπου βαδίζετε προς το ανθρώπινο δουλικό γένος με ανεκπλήρωτη, κενή ελπίδα, αφού σκεπασθήτε με πορφυρά λεπτά ενδύματα, εις την μοιραίαν πεδιάδα, όπου το άρμα πού κρατεί όλην την γήν το καταδιώκει ή δόξα. πλησίον εις το τέρμα της δίκης (της δικαιοσύνης) και της ελπίδος και των φροντίδων, και εις τον πανάρχαιον νόμον της απέραντου αρχής πού κυβερνάται με καλούς νόμους.
Διότι μόνον ή Μοίρα βλέπει τα συμβαίνοντα εις τον βίον των ανθρώπων, ούτε κανείς άλλος από τους αθανάτους, πού κατέχουν τάς κορυφάς του χιονοσκεπούς Ολύμπου, (βλέπει τα συμβαίνοντα εις τους ανθρώπους), καί το τέλειον μάτι του Διός επειδή όσα συμβαίνουν εις ημάς (τους ανθρώπους) τα γνωρίζει εξ ολοκλήρου όλα ή Μοίρα και ο νους του Διός.
Αλλά ελάτε δι’ έμέ σείς αι αερινές, αι ευμενείς με την ήπιαν διάθεσιν, σεις η Άτροπος η Λάχεσις καί η Κλώθω, πού έχετε καλόν πατέρα, αι νυκτερινές, αι αφανείς, αι αμετάπειστες, αι πάντοτε σκληρές, πού δίδετε τα πάντα καί αφαιρείτε την ανάγκην από τους θνητούς
ώ Μοίραι, ακούσατε τάς ίδικάς μου ιεράς προσφοράς και τάς προσευχάς, καί ελάτε εις τους μύστας με χαρμόσυνη διάθεσι και αποδιώξατε την λύπην.)

 

 

 

Γιώργος Σεφέρης, “Η μορφή της μοίρας”

Η μορφή της μοίρας πάνω από τη γέννηση ενός παιδιού,

γύροι των άστρων κι ο άνεμος μια σκοτεινή βραδιά του Φλεβάρη,

γερόντισσες με γιατροσόφια ανεβαίνοντας τις σκάλες που τρίζουν

και τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς ολόγυμνα στην αυλή.

Η μορφή πάνω απ’ την κούνια ενός παιδιού μιας μοίρας

μαυρομαντιλούσας

χαμόγελο ανεξήγητο και βλέφαρα χαμηλωμένα

και στήθος άσπρο σαν το γάλα

κι η πόρτα που άνοιξε κι ο καραβοκύρης θαλασσοδαρμένος

πετώντας σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο σκουφί του.

Αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα περιστατικά σ’ ακολουθούσαν

καθώς ξετύλιγες το νήμα στην ακρογιαλιά για τα δύχτια

κι όταν ακόμα αρμενίζοντας δευτερόπριμα κοίταζες το

λάκκο των κυμάτων,

σ’ όλες τις θάλασσες, σ’ όλους τους κόρφους

ήταν μαζί σου, κι ήταν η δύσκολη ζωή κι ήταν η χαρά.

Τώρα δεν ξέρω να διαβάσω παρακάτω,

γιατί σε δέσαν με τις αλυσίδες, γιατί σε τρύπησαν με τη λόγχη,

γιατί σε χώρισαν μια νύχτα μέσα στο δάσος, από τη γυναίκα

που κοίταζε στυλώνοντας τα μάτια και δεν ήξερε

καθόλου να μιλήσει,

γιατί σου στέρησαν το φως το πέλαγο το ψωμί.

Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;

Δεν ήταν της δικής σου μοίρας, μήτε της δικής μου τα γραμμένα,

ποτές μας δεν πουλήσαμε μήτε αγοράσαμε τέτοια πραμάτεια,

ποιος είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει πίσω από μας;

Άφησε μη ρωτάς, τρία κόκκινα άλογα στ’ αλώνι

γυρίζουν πάνω σ’ ανθρώπινα κόκαλα κι έχουν τα μάτια δεμένα,

άφησε μη ρωτάς, περίμενε… το αίμα, το αίμα

ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον Άη- Γιώργη τον καβαλάρη

για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα το δράκοντα.

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 

-Τόλης Νικηφόρου, «Σκοτεινή μοίρα»

«εκούσια βυθίζομαι
μες στις αστραφτερές παγίδες
τις κόρες των γυμνών ματιών σου
τη σκοτεινή εκείνη θάλασσα των τροπικών
που λαχταράει τον ξάστερο ουρανό
τους μυστικούς βυθούς όπου ελλοχεύει
στο αίμα βουτηγμένη
γεμάτη αγκίδες κι άρωμα μεθυστικό
ακέραια η ψυχή σου
μετά τις τόσες μάταιες απόπειρες λεηλασίας

τυλίγομαι στα μαύρα σύννεφα
και τον κατακλυσμό δακρύων των μαλλιών σου
κι εσύ δεν μου μιλάς
μα στέλνεις τις σκιές σου αδιάκοπα
να απλωθούν στους ώμους μου

ζητάς βοήθεια απεγνωσμένα
με ήχους που δεν κρυσταλλώνονται
ξέροντας πως καμιά φυγή
καμιά προσποιητή αδιαφορία
τίποτα δεν σε σώζει πια

μα όπως δεν θέλεις να σωθείς
και διάλεξες ν’ ακολουθήσεις χωρίς δισταγμό
τον τελικό αυτό δρόμο της φωτιάς
χαμογελάς και χαίρεσαι
καθώς με βεβαιότητα ορθώνεται μπροστά
η σκοτεινή μας μοίρα»

(Από τη συλλογή Το μαγικό χαλί (1980)

http://greek-translation-wings.blogspot.gr/2010/01/blog-post_25.html)

 

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «La Forza del Destino» (Η δύναμη της μοίρας)

Μαθηματική απόδειξη του Ezra Pound

In tempore senectutis ένας άνθρωπος
φουντωμένος απ’ τις λαλιές ερημωμένος
αντιλαλεί στα βρεφικά χαράματα – που ο ήλιος
άβγαλτος ωθεί τη διαύγεια
καταπάνω με ουράνια δύναμη –
πιασμένος απ’ την ερινύα ο γενειοφόρος πετεινός
αντιλαλεί: Mortalitas, τον πιο καθάριο ήχο.
Ένας άνθρωπος αληθειανός κι αντρειωμένος.
Όταν πηγαίνω στο ποτάμι τον βλέπω πάντα εκεί
κανείς ακόμη δεν τον έβγαλε απ’ το νερό –
με τα ρούχα του
τα παπούτσια του
το καπέλο του
τον βλέπω πάντα εκεί
πνιγμένο.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’,  Ίκαρος)

 

 

 

 

-Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Μοῖρες»

Nous sommes rendues a la lumiere du jour; A
La verite, nous ne sommes plus des personnes.
SECOND FAUST

Ἀργά, βαρειὰ κι ἀκόμα σὰν βγαλμένα,
Μέσ᾿ ἀπὸ νύχτες μακρινὲς ἄγνωστων χρόνων,
Ἀπάνω στὰ λιθόστρωτα ἀντηχοῦν συρμένα,
Κάποια χαμένα βήματα, λησμονημένα,
Τὰ μυστικὰ παράπονα τῶν παραπόνων.

 

Ἀδύνατα κορμάκια, ἀποσωμένα,
Πρόσωπα ποὺ δὲ φαίνεστε μὲς στὸ σκοτάδι,
Μάτια μεγάλα, μαῦρα, ἀραχνιασμένα,
Καὶ στεναγμοὶ βγαλμένοι μέσ᾿ ἀπὸ τὸν Ἅδη,
Φαντάσματα σκυφτά, μαυροντυμένα,

 

Ποῦ ἀφήνετε τοὺς τάφους σας βράδυ σὲ βράδυ.
Καὶ δείχνετε, δὲ λέτε, περπατεῖτε μόνον,
Μὲ τὰ βουβὰ παράπονα τῶν παραπόνων.

(Μ. Μαλακάσης, Άπαντα, εκδ. ALVIN REDMAN (HELLAS)

 

 

 

-Πωλ Βαλερύ, «Η Νεαρά Μοίρα»  (οι πρώτοι στίχοι)

«Ποιος είναι που κλαίει αν όχι απλώς ο άνεμος,/ Αυτή τη μοναδική ώρα με τα απόλυτα διαμάντια;.. Όμως ποιος/ Κλαίει, τόσο κοντά στον εαυτό μου στα πρόθυρα δακρύων;/
Τούτο το δικό μου χέρι, ονειρεύεται πως χτυπάει τις δυνατότητές μου/ Αφηρημένα ενδοτικό σε κάποιο βαθιά κρυμμένο τέλος/ Περιμένει για ένα δάκρυ να λιώσει από την αδυναμία μου/ Και, βαθμιαία να διαιρεθεί από τα άλλα πεπρωμένα μου/ Για την αγνότερη να φωτίσει μια σπασμένη στην σιωπή καρδιά/ Ο αφρός μουρμουρίζει σε μένα στην σκιά της μομφής/ Ή αποσύρεται παρακάτω, στα βραχώδη φαράγγια/ Όπως κάτι απογοητευμένο, μεθυσμένο στην πικρία/ Η φήμη του θρήνου και της αυτοσυγκράτησης/ Τι ψάχνεις εσύ, όρθιε, ανυψωμένε; Και αυτό το χέρι του πάγου/ Και τι ρίγος από ένα σβησμένο φύλλο/ Επιμένει μέσα σου, απομονωμένο από το γυμνό μου στήθος;/ Αστράφτω και συνδέομαι με τον άγνωστο παράδεισο../ Το γιγάντιο σμήνος λαμποκοπάει στην δίψα μου για καταστροφές…»

 

 

  • ΤΥΧΗ

 

-«…– Μια φορά στα χίλια χρόνια
γίνεται η αγάπη αιώνια
Να ’χεις τύχη να ’χεις τύχη
κι η χρονιά να σου πετύχει…»

(Οδυσσέας Ελύτης, «Θαλασσινό τριφύλλι»)

 

 

-«Η τύχη δεν κατασκευάζεται, αν και η οργάνωσή της σε κάποιο χώρο εν αγνοία μας συντελείται

(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

 

-«Μην ανησυχείς. Υπάρχει πάντα μια δεύτερη τύχη που ακολουθεί πί-
σω απ’ την πρώτη. Αρκεί να ξέρεις να περιμένεις παρά έναν ή δύο
αιώνες, ενίοτε.»

(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

 -«…Μίλα.
Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
έχουν τους ανταγωνισμούς:
αν κάποια απ’ αυτές σε αιχμαλωτίσει,
σ’ ελευθερώνει άλλη.
Τράβα μία λέξη απ’ τη νύχτα στην τύχη.
Ολόκληρη νύχτα στην τύχη
Μη λες «ολόκληρη»,
πες «ελάχιστη»,
που σ’ αφήνει να φύγεις.
Ελάχιστη
αίσθηση,
λύπη
ολόκληρη
δική μου .
Ολόκληρη νύχτα…»

(Κική Δημουλά, απόσπασμα από την «Περιφραστική πέτρα»)

 

 

-Οδυσσέας Ελύτης, «Τέχνη – Τύχη – Τόλμη»

Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις (μα είναι λέξεις;) που με το βαθυπράσινο μελάνι της χλώρης, το βαθυκόκκινο του έρωτα, και το βαθυγάλαζο της θάλασσας, κοσμήσανε τις σελίδες μιας χρονιάς, ανίσως όχι τα εγκαίνια μιας νεότητας. Η αναγωγή της αλήθειας σ’ ένα απλό, σ’ ένα βαθύ σκίρτημα ζωντανού οργανισμού, στάθηκε η μοναδική της φιλοσοφία. Πραγματικά, για τίποτε άλλο καταμεσής του ’35 δε γνοιάστηκα παρά για μιαν ύπαρξη γερή, φυσιολογική, που να μπορεί ν’ απλώνεται με άνεση ως τ’ ακρότατα όρια μιας καθολικής ελευθερίας. Ό,τι άλλο έμελλε να’ ρθει, βέβαια, ήρθε πιο αργά…

Μα όταν, το καλοκαίρι εκείνο, ευνοϊκές συνθήκες μ’ έφεραν σε βουνά και γιαλούς του Μοριά, των Νησιών, της Εύβοιας και της Στερεάς, μ’ έβαλαν να τριγυρίζω μ’ ένα παλιοπαντέλονο κι ένα κοντό άσπρο πουκάμισο από τις πιο βαθιές ρεματιές ως τους πιο αφροκάπνιστους κάβους, συλλογίστηκα, πολύ συχνά, «παλεύοντας στήθος με στήθος προς τον άνεμο», πόσο βαθιά ήταν η ενότητα της αγάπης μου σ’ αυτή την ποίηση και σ’ αυτή τη γη.

Ο ήλιος, που εδωπέρα έστηνε τον μαρμάρινο κορμό μιας Υγείας, εκειπέρα τη θερμή γαλήνη μιας Παναγίας, ο ίδιος ο ήλιος έμπαινε κι έτρεχε καθώς χλωροφύλλη στις ίνες του πλατανόφυλλου της Τέχνης, τέτοιου που το φανταζόμουνα πάντα κι ήθελα ν’ αντιπροσωπεύει για μένα την πιο μεγάλη, την πιο αφιλοκερδή εκδήλωση του ανθρώπου.

Στην εξοχή της ποίησης δεν έχουνε πια στέγες τα σπίτια! Είναι ξεσκέπαστα, και τα τζιτζίκια, σφηνωμένα στα μαλλιά τη γης, ψάλλουν ερωτικά, ψάλλουν τ’ αγριοπούλια χωμένα στις γλαυκές κόχες των έρημων όρμων. Εκεί, σε τέτοιες ώρες, περνάει, πάντοτε αγκαλιασμένο, ένα ζευγάρι. Ο έρωτας —ας προσκυνήσουμε— λειτουργεί σ’ όλη την έκταση και σ’ όλο του το βάθος τη ζωή, ενώ οι δείχτες της καρδιάς δείχνουν το πιο λαμπρό τους μεσημέρι… Ω να βαδίσει κανείς στο πλάι ενός συντρόφου φωνάζοντας ολούθε τα αισθήματά του… να ενωθεί πάλι με τα στοιχεία που τον έκαναν μια για πάντα να ζήσει!

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα 1987)

 

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα»

«Δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα

Σκοτείνιασε από την άλλη τη μεριά καθώς κοιτάζω
τ’ άσπρα σπίτια και τα μαύρα σπίτια
ποιο χέρι σημαδιακό τώρα θα μ’ αγγίξει;
δαιμονικές κόκκινες ρόδες όλο και κυλάνε
αυτό το σμάρι των παιδιών
φωλιάζει κι από ένας θάνατος μέσ’ στο κορμί τους
τον κάνανε χαρούμενο στεφάνι
και το χτυπούν με το μικρό το ξύλο
κυλάει κυλάει το τσέρκι, το κυλάνε
κυλάει η ζωή τους ήλιος που τα περονιάζει
καθώς χτυπάνε με το ξύλο
τον παγωμένο θάνατο που τρέχει

το πένθος άφωνο κοκκάλωσε τριγύρω

δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα»

 

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΤΥΧΗ»

«Βαθιά μεσ’ στον περίπατο έφτυσα το ταξίδι.

Στα όρια εσχατικά της μουσικής

έμεινα σύξυλος απ’ τις εννέα.

Ο χρόνος άκαιρος

ή

βαθύτερα χρονικός.

ονειρώδης.

όπως ο πάτερ Jonathan Swift

αποτυχημένος Ηρώδης.

Γι’ αυτό και η τεράστια μόνωση

αρχαία φτέρη φούντωσε τριγύρω μου.»

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’,  Ίκαρος)

 

 

  • «ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ»

 

 

-Μαρία Πολυδούρη, «ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ»

«Ψυχή μου, τοῦ ἄσωτου καημοῦ παιδί, σὰν ποιὰ προσμένεις
γαλανὴ μέρα νὰ διαβῆ, μαζί της νὰ σὲ πάρη;
Κάτω ἀπ᾿ τὸ φῶς δὲ θὰ μπορῆς τὰ ὄνειρα ν᾿ ἀνασταίνης,
θὰ σβήση ἡ ὡραία φλόγα σου καὶ θὰ σοῦ μείνη ἡ χάρη,

μέσα σὲ θρόνο ὁλόχρυσο καρτερικὰ νὰ μένης
σὰ σ᾿ ἕνα πλούσιο κόσμημα χλωμὸ μαργαριτάρι.
Τῆς Νύχτας, σὰ μυστήριο τοῦ Ἅδη σκοτεινιασμένης
περνάει τὸ φάσμα, κοίταξε, μὲ θριαμβικὸ καμάρι.

Σήκωσε τὰ περήφανα χέρια σου καὶ δεήσου
νὰ γίνης ἕνα ἀπ᾿ τὰ πολλὰ τὰ μαῦρα μυστικά της,
νὰ μὴ σ᾿ ἀγγίζη ἡ ἐλπίδα, ὅπως τ᾿ ἀνήλια τῆς ἀβύσσου

ἡ ἀχτίδα, γιὰ τὰ πρόσχαρα ποὖνε γιὰ σένα ξένα.
Καὶ μόνο ἡ σκέψη κάποτε στὸ ἄσκοπο πέταμά της
νὰ βρίσκης ὅλα ποὺ πόθησες, τὰ ὡραῖα στερημένα.»

(Μ. Πολυδούρη, Ποιήματα, εκδ. γράμματα)

 

 

 

 

-Φερνάντο Πεσσόα, «Το πεπρωμένο…»

«Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας,
θα έπρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο
μας, να αλλάζουμε ζωή, όπως αλλάζουμε ρούχα
– όχι για λόγους επιβίωσης, όπως κάνουμε
όταν τρώμε ή κοιμόμαστε,
μα με εκείνο το σεβασμό που έχουμε
σαν τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας.»

(http://theatrodromionennafplio.blogspot.gr/)

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

9 thoughts on “Πες το με ποίηση (155ο): «Μοίρα – Τύχη – Πεπρωμένο»

  1. Carmina Burana ~ O Fortuna | Carl Orff ~ André Rieu

    1. Ω Τύχη,
    σαν το φεγγάρι
    αλλάζεις διαρκώς.
    Πάντα γιομίζεις
    και πάντα μικραίνεις

    Η επαχθής ζωή
    πρώτα καταπιέζει
    και μετά απαλύνει
    κατά τα γούστα της.
    Την φτώχεια
    και την εξουσία
    τις λιώνει σαν πάγο.

    Ω Τύχη! Τερατώδης
    και κενή.
    Ω εσύ σφαίρα που γυρίζεις!
    Στέκεσαι κακόβουλη.
    Η ευδαιμονία είναι μάταιη
    Και πάντα εκμηδενίζεται.

    Μυστηριώδης
    και με καλυμμένο το πρόσωπο
    με μαστίζεις και εμένα!
    Τώρα με κόλπο
    φέρνω την γυμνή μου πλάτη
    στην δικιά σου κακία.

    O Fortuna | Carl Orff-μετάφραση

    ***

    2. ΑΛΛΑΞΤΕ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΣΑΣ

    Άβουλος μη σταθείς στιγμή μπρος στης ζωής τη στράτα
    κι είν’ όμορφα τα γηρατειά κι είναι γλυκά τα νιάτα.
    Χιλιόγλωσση είν’ η προσευχή κι έχει απ’ τα χρόνια πια γεράσει
    κι όμως ως του θεού τ’ αφτιά ποτέ δεν έχει φτάσει.

    Τίποτα – Τίποτα καλό σε σας δεν έχουν δώσει
    όσοι σοφοί κι αν πέρασαν και παντογνώστες και μεγάλοι.
    Ποιον περιμένετε ναρθεί; Ποιον καρτερείτε να σας σώσει;

    Εσείς οι ίδιοι με τα χέρια σας
    με το μυαλό σας, με την πράξη,
    αν δεν αλλάξετε τη μοίρα σας,
    ποτέ της δεν θ’ αλλάξει.

    ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

    ***

    3. ΤΥΧΗ ΚΟΙΝΗ.

    Οι δρόμοι μου,
    οι δρόμοι σας
    κι αυτό.

    Εκείνος,
    εγώ
    κι αυτό.

    Οι νυμφίοι Μάιοι,
    το κατάλληλο ένδυμα
    κι αυτό.

    Το άμαχο αίσθημα,
    το κρυμμένο μαχαίρι
    κι αυτό.

    Η οδεύουσα δίψα,
    η καλή Σαμαρείτις
    κι αυτό.

    Η μακροζωία των ονείρων,
    η εργατικότης των ελπίδων
    κι αυτό.

    Οι άλτες όρκοι πάνω από το χρόνο,
    η φυλλοβόλος μνήμη
    κι αυτό.

    Ο απαραίτητος ήλιος,
    η ξαφνική ωραία διάθεση
    κι αυτό.

    Η άμιλλα των κίτρινων φύλλων
    για μια ψύχραιμη πτώση,
    η ποίηση που τα εμψυχώνει
    κι αυτό.

    Η ανομβρία,
    η βροχή
    κι αυτό.

    Η μύηση των αγαλμάτων
    στις δικές μας μεθόδους ανίας,
    η θυσία όλο και κάποιας Ιφιγένειας
    για ένα ψωροφύσημα ανέμου
    κι αυτό.

    Η εκγύμναση των λέξεων
    να περνούν μέσ’ απ’ τη σιωπή,
    η εκγύμναση της σιωπής
    να περνά μέσ’ απ’ τις λέξεις
    κι αυτό.

    Το αυστηρώς φρουρούμενο μέλλον
    κι η αρπαγή του στο τέλος
    απ’ αυτό:

    Το ανώφελο.

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

    Μοίρα κακή κι αντίδικη, τυραννισμένη μοίρα-Νταντωνάκη

    4. ΟΜΟΡΦΑΙΝΩ ΤΗ ΜΟΙΡΑ

    Οι ποιητές είναι πιο άρρωστοι απ’ τις μητέρες
    κι ο άξιος εύκολα μένει στ’ όνειρο
    κι ο άξιος με γυμνό σώμα πολεμά το επίγειο κράτος,
    πολεμά την τίγρισσα,
    κ’ η θρησκεία κ’ η τέχνη κηλίδες απάνω στο θηρίο
    κ’ οι ποιητές κ’ οι φιλόσοφοι κηλίδες
    ανώφελες και γύρω τους η ερημιά.
    Τρέχει τ’ άγριο ζώο πηδά στροβιλίζει τον τρόμο
    και τρέφεται με τους φόνους
    και τρέχει το δέρμα του και τρέχουν οι κηλίδες
    ακίνητες και γύρω τους η ερημιά.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    ***

    5. ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ

    Κοιτάζοντας ένα δέντρο
    δεν μπορούμε
    να καταλήξουμε.
    Κοιτάζοντας μια ρεματιά έναν άνθρωπο
    ένα βενζινάδικο
    δεν μπορούμε
    να καταλήξουμε.

    Καλάμι κούφιο που φιλεύεις τον αέρα
    στα σωθικά σου κι ο αέρας σε διαβαίνει
    μεγάλη τύχη δυο φορές ετούτη
    μια να γεννηθούμε κι άλλη να πεθάνουμε.

    Πρωί δεν αντικρίζεται ο ήλιος
    όταν έχεις ξενυχτήσει.
    Γενική κούραση, μαραμένες φοβίες
    κι ο βραδινός πονοκέφαλος
    από ώρες χρεωκοπημένος.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    Η Μπαλάντα του Καφέ (Θα σου πω τη μοίρα) – Νένα Βενετσάνου

    6. Η τετελεσμένη μοίρα

    Θα ‘θελα κάποτε να γυρίσω πάλι εκεί,
    κοντά στα θεόρατα κύματα και τους ασά-
    λευτους κάβους.
    Θα ‘θελα να γυρίσω πάλι κάποτε,
    ακόμα κι αν ξαναβυθιστώ στην πέτρα,
    κι αν βουλιάξω
    κάτω απ’ τα κυπαρίσσια και τις ξερολιθιές.

    Να ‘μαι εγώ εδώ κι εκείνα εκεί
    δεν το βαστώ. Δεν υποφέρεται
    τέτοιος ζωντανός χωρισμός.

    Ας ξεριζώσει λοιπόν τα δέντρα και τα παράθυρα,
    κι ας με ξαναφέρει πάλι αυτός ο άνεμος.
    Δε μπορώ πια οι άλλοι να μ’ αναγκάζουν,
    να μ’ αναγκάζει η ίδια η ανάγκη
    κι η τετελεσμένη μοίρα.

    Ο ήλιος να σέρνει τις αλυσίδες του στη θάλασσα.
    Να ουρλιάζει γύρω το μελτέμι.
    Η νύχτα να πέφτει σκούρα σα μελάνι.

    «Δε θα ξαναπάς ποτέ!»,
    μου ‘λεγε ο άνεμος αυτός.

    ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΑ ΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ (1971)

    ***

    7. Η μοίρα του Οδυσσέα

    Γιατί ο Οδυσσέας δεν ήθελε τον πόλεμο
    γιατί δεν ήθελε στρατιώτη να τον πάρουν
    έπιασε κι όργωνε σαν έμαθε πως φτάνουν
    απεσταλμένοι του Αγαμέμνονα.
    Όργωνε με το ένα και με τ’ άλλο
    χούφτωνε αλάτι και το έσπερνε
    για να τους πείσει ότι ήτανε τρελός.
    Ή μήπως δίχως να το ξέρει
    μετείχε σε μια πράξη μαγική, το αλάτι σπέρνοντας,
    αυτός που του μελλόταν να θερίζει
    χρόνια ολόκληρα τη θάλασσα;

    Γιάννης Υφαντής, Ναός του κόσμου (1996)

    ***

    8. «Θέλω να γράψω ένα ποίημα»

    «Θέλω να γράψω ένα ποίημα για τη μοίρα
    γιατί αυτή οδηγεί τη χειράμαξα με το ποίημα.
    Αυτή εκπαιδεύει
    και ξαφνικά γνωρίζουμε
    τα φυτά απ’ τις κρυφές εκκρίσεις τους
    τα πουλιά από την άλλη τους λαλιά
    την ψυχή από τη μουγκή της την κραυγή
    Η μοίρα μάς μαθαίνει
    πώς να υπακούμε
    στο διαφορετικό πρόσταγμα
    της κάθε σάρκας
    και πώς οι ανατριχίλες στο δέρμα εκείνου υψώνονται
    σελίδες αφηνιασμένες
    Όχι το ταλέντο
    αλλά οι άπειρες συμπτώσεις
    άφησαν να πέσει στο χώμα
    ώριμος καρπός το ποίημα […]
    Θα ‘θελα να γράψω ένα ποίημα εμπνευσμένο
    αλλά η μοίρα σαν να μην οδηγεί πια».

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ, («Θέλω να γράψω ένα ποίημα», 2005)

    ***

    9. Μοιραίο

    Πάντοτε υπάρχουν ειλικρινείς περίεργοι
    για τις γωνίες, τα ψηλά καθίσματα της εξουσίας
    τα χλωμά πρόσωπα και τις κακόηχες φωνές
    που μοιάζουν περισσότερο με αναπόφευκτες
    αρρώστιες.
    Καμιά φορά ενώ νοιώθεις οίκτο
    για τους προικισμένους με δυστυχία
    και ομορφιά
    εξακολουθείς ο ίδιος να καθρεφτίζεσαι.

    Ρούλα Αλαβέρα, Πέρασμα (1964)

    Μοίρα κρυφή – Λιζέτα Καλημέρη

    10. «Μοίρα άγει»

    Α, στο λαό πώς μ’ έριξεν η μοίρα,
    πώς μ’ έκρουσε στη θείαν ανατροφή
    και μ’ άφησεν ο δύσμοιρος και πήρα
    τη χλεύη, τη βρισιά και τη ντροπή.

    Όχλε λαέ, βαρβάρων σπέρμα νόθο,
    πού την βρίσκεις την κρίση και χτυπάς
    στη ρίζα τον ακόρεστό μου πόθο.
    Α, μαστροπέ, στην άβυσσο με πας!

    ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ

    ***

    11. Τυχερός

    Ἀνεμοδέρνουν μέρα νύχτα ἀπάνου
    σὲ στύλους σταυροσήμαδα φτερά σου,
    νὰ γελιέσαι πὼς εἶν᾿ Ἑλλάδα ὁ τόπος.
    Μὰ δίπλα τ᾿ ἀγκαλιάζει νὰ τὰ σπάσει
    τοῦ ξένου ἡ ἀστερομάτισσα κατάρα.
    Ἂν φαρμάκωνε μόνη τὸν ἀέρα,
    ἴσως, ραγιᾶ νὰ ξύπναες κάποιαν ὥρα:
    «Στὴ χώρ᾿ αὐτὴ ποὺ τήνε λέω δικιά μου
    ξένος εἶμαι καὶ τυχερὸς ποὺ ζῶ!»

    ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

    ***

    12. ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

    Λόγια; Ναι, του αέρα,
    και χαμένα στον αέρα.

    Άσε με να χαθώ μέσα σε λόγια,
    άσε με να ‘μαι ο αέρας σε δυο χείλη,
    μια περιπλανώμενη ελάχιστη πνοή
    που ο αέρας θα σκορπίσει.

    Ακόμη και το φως στον εαυτό του μέσα χάνεται.

    ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ
    [Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

    ΜΟΙΡΑΙΑ-ΜΕΛΙΝΑ ΚΑΝΑ

    13. πεπρωμένο

    σε μια ρωγμή του τοίχου
    σε μια σχισμή του βράχου
    στην έρημο άγριο φυτό
    να ζήσω ήμουν ταγμένος
    και ν’ ανθίσω
    με τα ελάχιστα της γης
    και τα πιο λίγα τ’ ουρανού
    με το βαθύ γαλάζιο
    και το κόκκινο
    με το δικό σου χνώτο
    να φλέγομαι ταγμένος
    να φλέγομαι και να ονειρεύομαι
    με όλες τις αισθήσεις μου
    με την ψυχή μου
    Θα ‘ναι δικός μας αύριο ο κόσμος

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, συλλογή «Φωτεινά παράθυρα»

    ***

    14. μοίρα αγαθή

    στην Ισιδώρα

    αν είσαι πράσινο φύλλο
    σ’ έρημο καπνομάγαζο
    κι ούτε μια αχτίδα ήλιου
    διαπερνά τα σκονισμένα τζάμια
    όταν σε έσχατη απόγνωση
    γυρεύεις τις πηγές σου
    θυμήσου πως στην κωμόπολη Σουγκ-Λι της Κίνας
    υπάρχω εγώ
    περίτεχνο ψηφιδωτό και φως
    προορισμένος να χαϊδεύω τα γυμνά σου πέλματα

    (1986) Τόλης Νικηφόρου, «ρίγος αιχμάλωτο στον ήχο της φωνής σου» – 63 ποιήματα για τον έρωτα και την αγάπη (1966-2015)», εκδ. Μανδραγόρας 2015

    Ανδριάνα Μπάμπαλη – Μοίρα μου έγινες

    15. Η ΜΟΙΡΑ ΜΙΑΣ ΓΕΝΙΑΣ

    Η φωνή μας
    σαν τα τσαλακωμένα χαρτιά που τα παίρνει ο άνεμος.
    Σαν πουλιά σκοτωμένα, φιμωμένοι οι στίχοι μας.

    Κι όμως, κάτι κατορθώσαμε κάποτε.
    Κάτι πιστέψαμε πως χρωστάμε ακόμα.
    Γι’ αυτό, έστω και με κομμένη τη γλώσσα
    δίχως μιλιά
    δεν σταματάμε
    να τραγουδάμε.

    Έξω από το τραγούδι, ο άνθρωπος
    δεν είναι παρά ένα φοβισμένο αγρίμι.
    Μέσα στο τραγούδι η καρδιά του χτυπάει πιο ανθρώπινα.
    Ανάβει μυστικά φεγγάρια στα σκοτεινά, στα έρημα βράδια
    κρατάει συντροφιά στους ξένους, στους κυνηγημένους
    δίνει στους απελπισμένους κουράγιο.

    Ας το πούμε μια φορά ακόμα: δίχως Ποίηση
    δεν ξέρω αν υπάρχει ελπίδα στον κόσμο.
    Πάντως δίχως τραγούδι
    δεν υπάρχει Ομορφιά

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ. Από «ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ» – 2007

    ***

    16. «Το Τραγούδι του Πεπρωμένου»

    Ψηλά πλανιέστε στο φως, μακάρια πνεύματα,
    Σε χώμα πατάτε ‘λαφρύ!
    Έξοχες αύρες θεϊκές σας χαϊδεύουν,
    Σαν της αρπίστριας τα δάχτυλα
    Καθώς αγγίζουν τις ιερές χορδές.

    Χωρίς πεπρωμένο, όμοιοι με βρέφη στον ύπνο,
    Ανασαίνουν οι Ουράνιοι. Μες στην εγκράτεια,
    Σα μπουμπούκι σεμνό ανθίζει αιώνια το πνεύμα τους.
    Και τα μακάρια μάτια τους
    Σιωπηλά κοιτάζουν μ’ αστείρευτη διαύγεια.

    Κι εμείς πουθενά δεν ησυχάζουμε.
    Ταλαίπωροι άνθρωποι τυφλοί ξεπέφτουμε
    Κι αφανιζόμαστε όσο περνά ο καιρός,
    Σαν το νερό που κυλά από βράχο σε βράχο,
    Για να χαθεί στο άγνωστο.

    Friedrich Hoelderlin, (μετφρ. Νίκος Βουτυρόπουλος)

    You are my destiny, Paul Anka

    17. Πεπρωμένο

    Γνωρίζω πως είναι από φωτιά το πεπρωμένο μου,
    όπως οι αζαλέες ξέρουν
    να αποβάλλουν αυτή την ποσότητα του φωτός
    που πια δεν θα χρησιμοποιήσουν,
    το φως
    που πια δεν χρειάζονται
    και αγνοούν, στ’ αλήθεια,
    για ποιο λόγο τόσο.

    Ξέρω πως ακολουθώ μια γραμμή φωτιάς,
    όπως τα πουλιά στον αέρα ιχνογραφούν
    ένα τρίγωνο αόρατο
    υπαγορευμένο από το ένστικτό τους,
    και στην προσπάθειά τους παράγουν
    το φως που θα τους λείψει,
    όταν δεν αρκεί η πτήση για να δουν το τέλος.

    Ιβάν Καμπρέρα Καρτάγια,
    *Από το βιβλίο “Πίστεις του θέρους”. Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης, σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.

  2. Ciao Aggeliki!… Να ‘μαστε πάλι εδώ με την αγαπημένη μας ποίηση!!!… Καλό φθινόπωρο!!!

    -«Δεν είμαι εγώ σπορά της τύχης
    ο πλαστουργός της νιας ζωής
    Εγώ είμαι τέκνο της ανάγκης
    κι ώριμο τέκνο της οργής…»
    (Κ. Βάρναλης)

    -«Είμαι το άνθος που φύτρωσε μέσα στη μοίρα σου!»
    (Ν. Βρεττάκος)

    -«Δεν το ‘χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει
    Μαντατοφόρους που ‘ρχονται να πούνε
    Πως τόσος πόνος στη ζωή πήγαν στην άβυσσο
    Για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη»
    (Γ. Σεφέρης)

    -«Γιε μου, ποια Μοίρα στόγραφε και ποια μου τόχε γράψει
    τέτοιο καημό, τέτοια φωτιά στα στήθεια μου ν’ ανάψει;»
    (Γ. Ρίτσος, Επιτάφιος)

    -«…Νάναι το χέρι τους στον ώμο μου,
    το χέρι τους που δούλεψε
    με το σφυρί
    σφυρί,
    μια δυνατή σφυριά στο θάνατο
    μια δυνατή σφυριά στη μοίρα
    και στη σιωπή….»
    (Γ. Ρίτσος, Αναφιλητό)

    -«…Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
    Τρεις αδερφάδες ήμαστε κι οι τρεις κακογραμμένες.
    Η μια ‘χτισε το Δούναβη κι η άλλη τον Αφράτη
    κι εγώ η πιο στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.»
    (Δημοτικό)

    -Βύρων Λεοντάρης, «Της Άνοιξης και του Πολέμου»
    (απόσπασμα)

    III
    Έξω από το χαράκωμα της μοίρας
    Στόμα του τριαντάφυλλου
    Μάτια της βροχής
    Δάχτυλα που δεν έχουν αδερφούς
    Και αδερφές στον κόσμο
    Σφίγγουν τα ηνία του χαμόγελου, καθώς
    Το αίμα στο χαράκωμα του ορίζοντα σαλπίζει
    Σιωπητήριο καρδιάς.

    -ε. ε. κάμμινγκς:

    «…κρατώ την καρδιά σου μαζί μου (την κρατώ μες
    στην καρδιά μου) δεν την αποχωρίζομαι ποτέ (όπου
    κι αν πάω πηγαίνεις κι εσύ, καλή μου, κι ό,τι γίνεται
    από μένα μόνο είναι δικό σου έργο, αγαπημένη μου)
    δεν φοβάμαι
    καμία μοίρα (γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) δεν θέλω
    κανέναν κόσμο (γιατί ομορφιά μου εσύ είσαι ο κόσμος μου, ο αληθινός)
    και είσαι εσύ ό,τι από πάντα σημαίνει ένα φεγγάρι
    κι ό,τι ένας ήλιος πάντα θα τραγουδάει είσαι εσύ…»
    (Μτφ.: Χάρης Βλαβιανός)

    -Βιτσέντζος Κορνάρος, «Ερωτόκριτος», (Δ΄, 601-610)

    «Όποιος τσι μεγαλότητες ζητά ετουνού του κόσμου
    και δε γνωρίζει πως επά διαβάτης είν’ του δρόμου,
    μα ρέμπεται στες αφεντιές, στα πλούτη του καυκάται,
    εγώ άγνωστο τόνε κρατώ και πελελός λογάται.
    Τούτα ’ναι ανθοί και λούλουδα, διαβαίνου και περνούσι
    και μεταλλάσσουν τα οι καιροί, συχνιά τα καταλούσι·
    σαν το γυαλί ραγίζουνται, σαν τον καπνό διαβαίνου,
    ποτέ δε στέκου ασάλευτα, μα πιλαλούν και πηαίνου.
    Κι όσο πλια η Μοίρα στα ψηλά τον άθρωπο καθίζει,
    τόσο και πλιότερα πονεί, όντε τόνε γκρεμνίζει.»

    -Παντελής Ροδοστόγλου, «Το βλέμμα που σακάτεψε τη μοίρα μου»

    Είχες το βλέμμα που σακάτεψε τη μοίρα μου
    και μια σιωπή που τη στοιχειώναν μυστικά
    ένα κατώφλι που περίμενες το τίποτα
    και μια γάτα που τη λέγαν Σύλβια Πλαθ

    Είχες μια χούφτα σκόνη αστέρια στην παλάμη σου
    έτσι όπως γύριζες στον ύπνο σου γλυκά
    μια κουρασμένη αγάπη, κρύα, λεία στην αγκάλη σου
    κι ένα θάνατο αργό στα γιασεμιά

    Κι εγώ που δεν σε γνώριζα μα πάντα σ’ αγαπούσα
    κι εγώ που σε φοβόμουνα και στη σκιά σου ζούσα
    είχα ένα ψέμα για να ζω και εκτοξευμένος στο κενό
    δε μπόρεσα να θυμηθώ γιατί πονούσα
    (http://www.poiein.gr/archives/244)

    -Γιάννη Πλαχούρη, «ΤΥΧΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ»

    «Την ματιά του μόνο θυμάμαι ακόμα
    ούτε πρόσωπο ούτε σώμα
    και τις παντόφλες του
    απροσδιόριστο χρώμα τα σκαλιά ένα -ένα
    από τον δεύτερο ως την εξώπορτα
    με την σακούλα των σκουπιδιών.
    «Στάζει, μην λερωθείτε»
    «Όταν γυρίσω, θα καθαρίσω»
    «Αφήνω ανοιχτά»
    «Καληνύχτα»»
    «Κλειδώστε όταν μπείτε»
    Μάταιες λέξεις. Δεν γεμίζουν την αμηχανία της σχέσης.
    Κάτοικοι της ίδιας καθέτου, τόσο κοντά μα τόσο μακριά
    καθένας μα; βουλιαγμένος στην δική του άπατη μοναξιά,
    στιγμή
    γκρεμοί
    που νομίζεις ρηχαίνουν οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις
    άφησε και άφησα πάνω στο μάρμαρο τρεις κόκκους σκοτάδι
    το «στάζει» μου, τα «θα γυρίσω» του και αυτός
    ανύποπτος
    βαδίζοντας από το κοινόχρηστο φως στο ατομικό του βράδυ»
    (http://fractalart.gr/)

    -Σταύρος Βαβούρης, «Μονόλογος μπροστά στα ριζικά μας»

    Ο χλωμός προπάππους μου του κάδρου
    λεν οι συγγενείς πως πέθανε τρελός.
    Ήταν γιατρός και γεωμέτρης.
    Το μόνο που δεν μπόρεσε να κλείσει σε τετράγωνα
    ήτανε το χάος της καρδιάς του·
    το μόνο που δε γιάτρεψε:
    η νοσταλγία μιας ανύπαρκτης χαράς.

    Τέλος, παντρεύτηκε για ν’ αντιδράσει
    κι έκανε και παιδιά.
    Ούτε κι αυτά τον κάναν όμως πάλι να πιστέψει
    πως ένα κι ένα κάνουν δύο.

    Πέθανε νέος.
    Τον τελευταίο του καιρό
    κλεινότανε στο πιο βαθύ υπόγειο του σπιτιού.
    Έλεγε λόγια τρελά
    που απέλπιζαν για το μυαλό του τους δικούς του.

    Λόγου χάριν, όταν του λέγανε να βγει
    έλεγε
    ότι η πνοή που ’φερνε η θάλασσα στον κήπο
    τον ξερίζωνε,
    παραπονιότανε
    πως δεν ευρέθηκε σοφός
    να κάνει το κορμί φτερό
    και κούναγε μ’ αδυναμία το κεφάλι
    όταν του τονίζανε πως έπρεπε να γίνει πιο δραστήριος
    για τα παιδιά του.

    Ο προπάππους μου δεν πέθανε τρελός.
    Μόνο δεν έκανε καλά
    να νομίζει πως θα ξαναγινόταν γεωμέτρης
    κάνοντας γάμους και παιδιά
    φυτεύοντας έτσι τα παράξενά του πεπρωμένα
    στα μυαλά μας και στις μέρες μας.
    http://www.poiein.gr/archives/6927/index.html

  3. 1. Φευγάτη μοίρα

    Λύση του κόπου
    Πόνος οδύνη
    Δάγκωμα
    Βλέπω τα μάτια
    Τα χιόνια
    Ζωής που αυγάζει

    Ακούω το πράο
    Βρεφικό ντέρτι
    Μένω στο χώμα
    Όπου η φτερούγα
    Νωπό ασήμι
    Το φλοιό της κρήνης
    Γεννούν το σώμα.

    Γιώργος Σαραντάρης

    ***

    2. Η τύχη με σέρνει

    Η τύχη με σέρνει
    και η συνείδηση υποφέρει
    διότι με βλέπει
    και δεν μπορεί να μη βλέπει
    διαρκώς·
    κατήντησα φάντασμα
    επικίνδυνο για τη συνείδηση,
    μέσα στην όψη μου το παρελθόν
    την παραδέρνει…
    Γιώργος Σαραντάρης

    ***

    3. ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

    Συμπυκνωμένη ύλη των χρόνων του παρελθόντος.
    με τι θ’ αναλύσουμε την απίθανη ουσία;

    Γλοιώδης συρροή από τις αναμνήσεις
    δεν ξεκολλά από τη γεύση που κατέχουμε.

    Να μεταχειριστούμε ό,τι μας δίνεται,
    να χειριστούμε τον εαυτό μας στην προϋπόθεσή του.

    Άναυδη θέληση, ανυπολόγιστης ολκής αλήθεια,
    ό,τι αποζητήσαμε, κατόπιν, ό,τι ζήσαμε, σέρνουμε.

    Βάρος αλάθητο, ευθύνες μέλλοντος που δεν υπάρχει
    προϋπάρχει η λέξη του εαυτού μας
    στην πυκνή της ύλης σιωπή.

    «Κουράστηκε η θέληση
    η επιθυμία μας αποφεύγει»
    Είναι σχεδόν το παρελθόν
    το μέλλον που έρχεται.
    Το πρόσωπό μας είναι γνωστόν
    που θαρθεί, το γνωρίζουμε
    διαρκώς το ίδιο συνθέτουμεμ
    δεν προσθέτουμε ήχο.
    Στέκεται σύμβολο
    διαλεγμένο από τους φόβους μας,
    ασπίδα η έκφρασή μας,
    δίχως ελπίδα
    δεν φοβάται κανείς το παρόν
    που επέρχεται σαν
    το μέλλον επιστρέφει σχεδόν.

    ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ

    ***

    4. Η μοίρα του σπόρου

    Απ’ τη μοίρα του σπόρου εξαρτάται
    σε τί χώμα θα πέσει
    μα να φυτρώσει πρέπει
    κι αφού φυτρώσει να μαραθεί

    ή να ευδοκιμήσει σαν πράσινο φύλλο
    μόνον η γη το γνωρίζει

    κι η γυναίκα που ποτίζει το χώμα
    και ξέρει την πορεία απ’ το σπόρο στο φυτό
    απ’ το φυτό στο λουλούδι
    και το λουλούδι στο βόστρυχό της

    Ajmer Rode, μτφρ. Manolis Aligizakis

    Τα όσα η μοίρα μου ‘γραφε-Χαΐνηδες

    5. ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ

    Δε διαλέγει τόπο
    Σηκώνει στην τύχη κορμό
    κλώνους, φύλλα, δύσκολο καρπό
    Της σιωπής και της σκόνης
    των άνυδρων εποχών
    των ανέμων που δοκιμάζουν την αντοχή του
    Δειλό και γενναίο
    με σημάδια από μάχες στις πλάτες
    πάντοτ’ εκεί
    Αφύλαχτο σ’ αυτόν που θά ’ρθει
    στον ίσκιο να σταθεί ή να το ρίξει
    Κι αν βρουν οι ρίζες πέτρα, δεν πενθεί
    Με δίχως φύλλα επιμένει
    νά ’ρθουν πουλιά στ’ άλκιμα κλαδιά
    να τ’ αντικαταστήσουν

    ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ

    ***

    6. Η ΤΥΧΗ ΤΩΝ ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΩΝ

    Τα ρούχα δανεικά
    Ένα ζευγάρι αρβύλες αντρικές
    ένα παντελόνι με τιράντες
    ένα πουκάμισο
    και δίπλα στα χείλια μια λειχήνα
    Είχα τα χέρια σφιγμένα προσοχή
    τα μάτια κλειστά
    Στη φωτογραφία ήταν ακόμα
    ο αδερφός μου
    η μάνα μου νέα
    συγγενείς
    Μια στέγη
    ένας τοίχος με τον αριθμό 224
    και σε μια άκρη το χάος
    Έγραφε
    Η Μάρθα παντρεύτηκε
    πήρε καλό παιδί
    Φυσούσε αέρας
    και τα κλείσαμε τα μάτια
    Τα παιδιά είναι βγαλμένα
    μπροστά απ’ την Πασχαλιά.

    ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ

    ***

    7. ΜΙΑ ΡΙΞΙΑ ΖΑΡΙΩΝ ΔΕΝ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΤΥΧΗ

    Όχι
    Δεν είναι το «art pour l’art»
    Η ανωτέρα εκδήλωσις των ποιητών και των ανθρώπων
    Ούτε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός που είναι απλώς πολιτική
    Ούτε η τέρψις τάξεων προνομιούχων
    Δεν είναι αυτά ο προορισμός των ποιητών
    Γιατί δεν είναι δυνατόν
    Με την αφηρημένη μόνον ομορφιά
    Ή με την συμβατικώς παραστατική
    Ή με το «όπερ έδει δείξαι» μόνον ή το «γαρ»
    Να αντικατασταθούν ή να πνιγούν των ενορμήσεων οι ώσεις
    Αφού ο λόγος δεν είναι λογικη
    Αφού το κάλλος δεν είναι αισθητική
    Και το καλόν δεν είναι ηθική
    Αφού «un coup de dés jamais n’abolira le hasard»
    Αφού εν σπερματοζωάριον μονάχα αρκεί
    Να γονιμοποιηθεί το ωάριον της γυναικός ή ο λόγος
    Αφού μόνον ο έρωτας τον θάνατο νικά
    Θάναι η ποίησις σ π ε ρ μ α τ ι κ ή
    Απόλυτα ερωτική
    Ή δ ε ν θ α υ π ά ρ χ η.

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

    ***

    7. Φάρσα της μοίρας:
    κάτω απ’ το κράνος λαλεί
    ένα τριζόνι.

    [1970]
    Ματσούο Μπασό, μτφρσ. Γιώργος Σεφέρης

    ΜΑΓΙΣΣΑ ΜΟΙΡΑ-ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΟΥΤΣΑΤΣΟΥ

    8. τύχη

    κάποτε
    ήμασταν νέοι
    σε αυτή
    τη μηχανή…
    πίνοντας
    καπνίζοντας
    χτυπώντας τη γραφομηχανή
    ήταν η πιο
    θαυμάσια
    μαγευτική
    εποχή
    ακόμα
    είναι
    μόνο που τώρα
    αντί
    να προχωράμε εμείς
    προς τον
    χρόνο
    εκείνος
    προχωρά
    προς εμάς
    κάνει την κάθε λέξη
    να τρυπά
    βαθιά
    το χαρτί
    ξεκάθαρα
    γρήγορα
    σκληρά
    να κλείνει
    ένα κενό
    που όλο στενεύει.

    Charles Bukowski, Ποιήματα (μετάφραση: Νίκος Αδαμόπουλος)

    ***

    9. η μοίρα μου μού χαμογελάει

    δεν υπάρχει άλλος τρόπος:
    8 ή δέκα ποιήματα κάθε
    νύχτα.
    στον νεροχύτη
    πίσω μου υπάρχουν πιάτα
    που δεν έχουνε
    πλυθεί εδώ και 2
    εβδομάδες.
    τα σεντόνια χρειάζονται
    άλλαγμα
    και το κρεβάτι είναι
    άστρωτο.
    τα μισά φώτα είναι
    καμένα εδώ μέσα.
    είναι σκοτεινά
    και σκοτεινιάζει όλο και περισσότερο
    (έχω λάμπες για να τις
    αντικαταστήσω μα δεν μπορώ να τις
    βγάλω από το χαρτονένιο
    περιτύλιγμά τους.) Παρόλα τα
    βρόμικα μου σορτσάκια στην
    μπανιέρα
    και την υπόλοιπη βρόμικη
    μπουγάδα μου στο
    πάτωμα του υπνοδωματίου μου,
    δεν έχουν
    έρθει ακόμα για μένα
    με τα σήματά τους και
    τους κανονισμούς τους και τα
    μουδιασμένα τους αφτιά. ωχ, αυτοί
    και τα καπρίτσια τους!
    όπως η αλεπού
    τρέχω με τον κυνηγημένο και
    αν δεν είμαι ο πιο ευτυχισμένος
    άνθρωπος στη γη είμαι στα σίγουρα ο
    πιο τυχερός άνθρωπος
    που ζει.

    Μπουκόφσκι

    ***

    10. Μοίρα, καταπάνω μου ρίχνεις
    μια απειλητική σκιά.
    Απάλυνε τούτη τη δική μου στιγμή
    της μελαγχολικής καρτερίας.

    Η ελπίδα φυραίνει,
    τα πράγματα μ’ αγκυλώνουν,
    στο πεινασμένο μου μυαλό
    ανοίγονται τρύπες.

    Φύλλο ριγμένο στην άκρη του τοίχου νεκρό.
    Κι εγώ είμαι έρημος.

    ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ, Διπλανό δωμάτιο

    ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ – ΤΥΧΑΙΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ.

    11. Φύσις

    Μοῖρες μου πολυτεχνίτρες,
    τῆς ζωῆς μας κυβερνῆτρες
    τί πεθαίνω, ἂν γεννιοῦμαι;
    κι ἂν πεθαίνω, τί γεννιοῦμαι;

    Ἄνθρωπε οἱ Μοῖρες λέγουν
    ὅτι εἰς τοῦτο δὲν σὲ φταίγουν
    καὶ αὐτὴν τὴν κωμωδία
    σὲ τὴν παίζουν τὰ στοιχεῖα.

    Ζωντανά ‘ναι, τρέχουν, σμίγουν
    κι εὐθὺς πάλ’ ἐκεῖ ξεσμίγουν.
    Μιὰ συμπλέκουν, μιὰ ξεμπλέκουν
    καὶ ποτὲ ποσῶς δὲν στέκουν.

    Ὅλη τέτοια εἶν’ ἐπίσης
    ἡ παντάστατή τους φύσις˙
    κι ἀπ’ αὐτὴν λοιπὸν στοχάσου,
    τρέχ’ ἡ γέννα κι ἡ φθορά σου.

    Ὁ σωρός τους ὁ σμιγμένος
    εἶσ’ ἐσὺ ὁ γεννημένος
    κι ὁ σωρός τους ὁ ξεσμιγμένος
    εἶσ’ ἐσὺ ὁ πεθαμένος.

    Τοῦτο ξεῦρε το καὶ γέλα
    κι ἔλ’ νὰ πᾶμε στὴ βαρέλα,
    νὰ ρωτήσουμε κι ἐκείνη
    τί ἀπόκριση μᾶς δίνει.

    Αθανάσιος Χριστόπουλος, Λυρικά

    ***

    12. Μοιραῖα

    Σὲ ρεμβασμοὺς νἄχει πικροὺς τὴ σκέψη του ἀφισμένη
    νἄχει ὁπλισμένη τὴν ψυχὴ τάχα μ᾿ ἀπαντοχὴ
    τὸ κάθε τοῦ εἴδωλο μ᾿ ἀνθοὺς δροσάτους νὰ τὸ ραίνει,
    καὶ νὰ τὸ χάνει στὸ βοριὰ στὸ χιόνι, στὴ βροχή.

    Καὶ νὰ περνᾶ… κι ὁ θάνατος στὸ πλάι του νὰ διαβαίνει·
    νὰ βλέπει καὶ νὰ μελετᾶ μ᾿ ἕναν καϋμὸ βαθὺ
    πὼς θὰ τὸν λησμονήσουνε κι οἱ πιό του ἀγαπημένοι
    κι ὅσοι δὲ θὰ τὸν ἔχουνε ὡς τὰ τότε ἀπαρνηθεῖ…

    Τὰ δάκρυά τους θὰ τὰ φωτὰ ἡ παρηγοριὰ στὸ στόμα
    τὸ πικραμένο τοὺς φαιδρὸ τὸ γέλιο θὰ ξυπνᾶ
    τὸ θούριο χαρμόσυνα θὰ κρούει κι ἡ ἐλευθερία.

    Μία τυραννία κι ὁ ἔρωτας κι ὅσο πιστὸς πιὸ ἀκόμα,
    καινούργια θέλει τὴ ζωὴ κάθε καρδιὰ ξανὰ
    μακριὰ ῾πὸ κείνους πὤκρυψεν ἡ μαύρη γῆς ἡ κρύα.

    MIΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ

    ***

    13. Το πεπρωμένο

    Το πεπρωμένο,
    Πολλές φορές
    Στον δρόμο μου εμφανίζεται.
    Αλλά,
    Η ηρεμία μου
    Δεν γίνεται ακόμα πιο θλιμμένη.

    Τόσο μόνος,
    Κοιτάζοντάς με,
    Έρχεται και μένει η θλίψη.

    Δεν επαναστατώ,
    Ούτε απελπίζομαι.

    Θέλω όμορφα να πεθάνω.

    António Botto

    ***

    14. Θεά τύχη

    Θεά τύχη
    δακρύζω στον καθρέφτη σου,
    υπνωτισμένος και κουρασμένος,
    απλώνω σύννεφα με σαγόνια
    στις άκρες των ματιών σου.

    Περπάτησα στα ανοιχτά παράθυρά σου
    τοποθετώντας μικρές σκιές,
    από ξεχασμένους ονειροπόλους ακροβάτες,
    στην αφθονία του τίποτα.

    Θεά τύχη
    εσύ που χορεύεις πάνω στα βράχια,
    εσύ που λιγοστεύεις τις πιθανότητες
    κάθε προσδοκίας,
    άλλο μην μας λησμονείς.

    Τρέχουμε σαν τρελοί
    από το πρωί ως το βράδυ
    για μια θέση στο λεωφορείο
    στο νοσοκομείο,
    στο δικαστήριο,
    στην πιάτσα των ταξί,
    στα δρομολόγια για το πουθενά.

    Πρόγραμμα, πρόγραμμα καθημερινό
    η επιβίωση ,
    ληστεία στην τράπεζα των ευκαιριών
    δολοφονία στο κορμί της ανάγκης,
    φυλακισμένοι στην συχνή ενημέρωση
    τι έχουμε κάνει και μας αποφεύγεις;

    Μη κρύβεσαι στα χιόνια
    κι αυτά θα λιώσουν,
    μη κρύβεσαι στις προσευχές
    κι αυτές θα τελειώσουν.

    Πόσο παιδί νιώθεις
    που κοιμάσαι ακόμα με τα παραμύθια μας;

    Λεύτερη είναι η ανατριχίλα μας
    γουργουρίζουμε σαν γάτες θηλυκές
    κάθε που βραδιάζει για ένα σου χάδι.

    Θεά τύχη
    περιμένουμε πώς και πώς να σε σκοτώσουμε.

    Ανδρέας Τσιάκος

  4. καλησπερα

    Άνθρωποι τύχης είδωλον επλάσαντο, πρόφασιν ιδίης αβουλίης.
    Δημόκριτος, 470-370 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος

    μτφρ: οι άνθρωποι επινόησαν τη θεά της Τύχης για να δικαιολογήσουν τη δική τους έλλειψη θέλησης.
    πηγη http://www.gnomikologikon.gr/catquotes.php?categ=570

    «Το Τραγούδι του Πεπρωμένου», ποίηση: Friedrich Hoelderlin, μουσική:Johannes Brahms (μετφρ. – επιμέλεια: Νίκος Βουτυρόπουλος)
    Ραδιόφωνο Ποιείν, καταχώρηση από: Σπύρος Αραβανής

    Ψηλά πλανιέστε στο φως, μακάρια πνεύματα,
    Σε χώμα πατάτε ‘λαφρύ!
    Έξοχες αύρες θεϊκές σας χαϊδεύουν,
    Σαν της αρπίστριας τα δάχτυλα
    Καθώς αγγίζουν τις ιερές χορδές.
    Χωρίς πεπρωμένο, όμοιοι με βρέφη στον ύπνο,
    Ανασαίνουν οι Ουράνιοι. Μες στην εγκράτεια,
    Σα μπουμπούκι σεμνό ανθίζει αιώνια το πνεύμα τους.
    Και τα μακάρια μάτια τους
    Σιωπηλά κοιτάζουν μ’ αστείρευτη διαύγεια.
    Κι εμείς πουθενά δεν ησυχάζουμε.
    Ταλαίπωροι άνθρωποι τυφλοί ξεπέφτουμε
    Κι αφανιζόμαστε όσο περνά ο καιρός,
    Σαν το νερό που κυλά από βράχο σε βράχο,
    Για να χαθεί στο άγνωστο.

    Το Τραγούδι του Πεπρωμένου δημοσιεύτηκε το 1799, στο 2ο τόμο του μυθιστορήματος: Υπερίων ή Ερημίτης στην Ελλάδα. Με τη μορφή επιστολών, ο Hoelderlin αφηγείται τις περιπέτειες του ήρωά του Υπερίωνα, καθώς προσπαθεί να απελευθερώσει την Ελλάδα από τον τουρκικό ζυγό. Το 1934 ο Georg Lukacs δημοσίευσε κριτική μελέτη για το συγκεκριμένο έργο, το οποίο χαρακτήρισε ύμνο στην αρχαία Ελλάδα και στον επαναστατικό ηρωισμό. Μεταξύ 1868 και 1871, ο Johannes Brahms ολοκλήρωσε την ομώνυμη σύνθεση, έργο 54, για μικτή χορωδία.

    πηγη http://www.poiein.gr/archives/24573

  5. Kalhspera, Gregory!!!…Καλώς ήρθες στην παρέα μας!… Σ’ ευχαριστούμε πολύ!!

    -Το ήθος του ανθρώπου χαράζει τη μοίρα του-Ηράκλειτος-

    -Την ειμαρμένην ουδ’ άν εκφύγοι- Σωκράτης

  6. Ciao Aggeliki!!!!… Χειμαρρώδης, όπως πάντα!!!…

    -«Διόλου Τυχαίο που το χέρι ομοιοκαταληκτεί με το μαχαίρι,
    μαζί στο φόνο καταλήγουνε.»
    (Αργύρης Χιόνης)

    -ΧΟΣΕ ΓΙΕΡΟ, «Χαρούμενη μοίρα»

    «Μας παρατήσαν στα μισά του δρόμου.
    Βαδίζαμε στο φως τυφλοί.
    Πουλιά είμαστε διαβατικά, σύννεφα καλοκαιριού,
    αιώνιοι αλήτες.
    Φτωχοί διαβόλοι που γυρνάν στους κάμπους τραγουδώντας.
    Αν κι είναι δύσκολοι οι καιροί και χαλεπός ο δρόμος,
    τραγουδάμε όλο κέφι. Και δεν υπάρχει ούτ’ ένας
    τη ζωντανή να νιώσει αιτία του τραγουδιού μας.

    Πεθαίνουμε και ζούμε ζωές και θανάτους άλλων.
    Στους ώμους μας απάνω πολύ οι νεκροί βαραίνουν.
    Κράζοντας μας ζητάνε να πεθάνουμε λίγο,
    καθώς πεθάναν όλοι εκείνοι,
    με βιασύνη να ζήσουμε σαν τρελοί πυρπολώντας
    τη ζωή που εκείνοι δεν τη ζήσαν.

    Ποτάμια θυμωμένα, θολά, γοργά ποτάμια
    (Μα δε μετράει το βάθος μας κανείς παρά το πλάτος).
    Δαγκώνουμε τους όχτους, γκρεμάμε τα γιοφύρια.
    Λεν πως τυφλοί βαδίζουμε.

    Μα ζούμε. Τα νερά μας κουβαλάν την ουσία
    των ζώων και των θανάτων ζωντανών και νεκρών.
    Πια, βλέπετε αν μας δίνει χαρά να ξέρουμε ότι
    γι’ αυτό ήρθαμε στον κόσμο.»
    (Σύγχρονη ισπανική ποίηση, εκδ. ΓΝΩΣΗ)

    -Θανάσης Μαρκόπουλος, «Η τύχη του Τσε»

    «Σε ατμοσφαιρικό μπαράκι
    πίνεις γουλιά γουλιά την οδύνη
    κόσκινο κάνοντας τη σιωπή
    με αναμμένα τσιγάρα

    Στο άλλο τραπέζι ο Γκεβάρα
    θερισμένος κάμπος
    Νύχτα φυσάει στα μαλλιά του
    σβήνουν γύρω τ’ αστέρια τα τσίγκινα

    Από μια άποψη ήσουν τυχερός
    δικέ μου Τσε
    Έπαιξες κι έχασες
    Εμάς έλα να μας δεις
    που χάνουμε χωρίς να παίζουμε»
    (Θ. Μαρκόπουλος, Ανοιγμένη φλέβα, παρατηρητής)

  7. Πρόσεχε τις σκέψεις σου, γιατί γίνονται λόγος.
    Πρόσεχε τα λόγια σου, γιατί γίνονται πράξεις.
    Πρόσεχε τις πράξεις σου, γιατί γίνονται συνήθεια.
    Πρόσεχε τις συνήθειές σου, γιατί γίνονται ο χαρακτήρας σου.
    Πρόσεχε τον χαρακτήρα σου, γιατί γίνεται το πεπρωμένο σου…

    Γκάντι(;)

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    1. Το ρόλο μας τον διαλέξαμε οι ίδιοι εμείς –
    την πρώτη μέρα που διστάσαμε να πάρουμε μιαν απόφαση
    ή που σταθήκαμε εύκολοι σε μιαν αναβολή.

    Μια ταπείνωση, που δεν ανταποδόθηκε,
    αναπηδάει μιαν άλλη ώρα, σαν μαχαίρι, μέσα σου
    για να σκοτώσει ό,τι πιο πολύ αγαπάς.

    Ένα μεγάλο, ακατόρθωτο όνειρο,
    που του ’κλεισες την πόρτα,
    κάθεται ‘κεί απέξω χρόνια τώρα
    κι όταν σε βρουν νεκρό,
    κανείς δεν ξέρει ότι δεν άντεχες
    ν’ ακούς αυτά τα τεράστια ματωμένα νύχια του
    να γδέρνουνε την πόρτα σου.

    Όλα όσα αρνηθήκαμε-
    αυτό είναι το πεπρωμένο μας

    Τάσος Λειβαδίτης, «Οι τελευταίοι», απόσπασμα, 1964

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    2.
    Α14
    Η τύχη μάς αντάμωσε τους δυο,
    μια στιγμή στην ακάθαρτη αγορά.
    Είχα τριάντα χρόνια να σε διω.

    Ήσουν εσύ της νιότης μου η χαρά.
    Μας γέλασαν ξανά οι φευγάτοι χρόνοι,
    και βιαστικά κι απάντεχα εκεί δα

    των ερώτων τ’ αθάνατο τ’ αηδόνι
    ξανάρχισε το θείο κελαηδισμό·
    στον κήπο να! τ’ αγιόκλημα φουντώνει,

    να το κορμί σου το λαχταριστό…
    – Χοντρή γυναίκα εσύ
    και σωμένος ψαρότριχος εγώ! –

    Και χωριστήκαμε ήσυχα. Η ζωή.

    ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Σατιρικά γυμνάσματα

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    3. BIRTH MARK

    μια ρωγμή σχηματίστηκε
    και πέρασα σχεδόν άθικτη
    μέσα από τη φλεγόμενη βάτο

    μ’ ένα μικρό σημάδι στον αριστερό γοφό
    και μελανά τα χείλη
    δεν ξέρω αν ήταν η Λάχεσις ή η Κλωθώ
    που μ’ έσωσε από την καταιγίδα

    η Άτροπος όμως σίγουρα
    ήταν αυτή που επέβαλε
    οριστικά και αμετάκλητα
    τις δέκα πληγές του Φαραώ
    και γλίτωσε η ζωή μου

    αλλά εσένα
    ποιος σε όρισε
    και έγινες
    η πιο δικιά μου μοίρα
    το μαγικό ραβδί
    ο από μηχανής θεός
    η ελάχιστη αποζημίωση
    της πιο μεγάλης περιπέτειας

    το «μ» αμετανόητο
    στη μέση του Νοέμβρη

    ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΟΡΤΟΥΝΗ, «ΦΥΣΙΚΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ»

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    4. Κισμέτ

    Πανάρχαιο ιερατείο
    ακριβός ο χρόνος
    ακριβοί οι χρησμοί
    φάρμακα στα φαρμάκια
    και στο Κισμέτ.
    Όλα όπως, τίποτα.
    Πανάρχαια ερπετά φυλάνε
    τους ναούς….
    Οι χρησμοί δεν πρέπει
    να ξεκλειδωθούν.

    2005

    Αφροδίτη Νότη

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    5. “Σε δουλειά να βρισκόμαστε”

    “Από την ειρωνεία της ιστορίας στην ειρωνεία της τύχης
    και από κει πίσω ολοταχώς στο τυχαίο
    και μοιραία στο όλως τυχαίως
    ύστερα ατυχώς στο δυστυχώς και πάει λέγοντας.
    Αυτό δεν είναι ένα ακόμα παιχνίδι με τις λέξεις
    είναι το ύστατο χαίρε του κυρίου ράβε ξήλωνε
    καθώς πετάει με τα σύνεργα της μαστορικής του στον ουρανό.”

    Κίμωνας Ρηγόπουλος, “Στο πλήρωμα του τρόμου”

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    6. Ξένο θέλημα

    Τίποτα δεν είναι τυχαίο, όλα έχουν γίνει
    όπως έπρεπε να γίνουν και ό,τι θες άλλος το θέλει,
    δε σκέφτηκες εσύ τη σκέψη σου και η ζωή σου
    είναι δανεική˙ τα όνειρα που σ’ έσπρωχναν
    προς την ελπίδα, η κίνησή σου προς το φως,
    ήταν ξένο το θέλημα, εκτελεσμένη ήταν εντολή˙

    οι άνθρωποι που γνώρισες και αγάπησες ήρθαν,
    για να τους γνωρίσεις και για να τους αγαπήσεις
    ήταν η συνάντηση από καιρό γραφτή, στημένη˙
    τα μυστικά που έμαθες, έπρεπε να τα μάθεις,
    θα τα μάθαινες, ακόμα και αν δεν ήθελες να τα μάθεις˙
    ω η απελπισμένη σου η θέληση, τη μοίρα σου να αλλάξεις
    ήταν της μοίρας σου η θέληση, τη μοίρα σου να αλλάζεις!

    ως και η ώρα του θανάτου σου, στον ουρανό είναι γραμμένη,
    ο θάνατος θα έρθει σε ώρα προετοιμασμένη,
    έτσι που η αλυσίδα της γέννησης να μείνει ακατάλυτη
    και ο συγκροτημένος, άναρχος κόσμος να δικαιωθεί

    Τι ήσουν, τι ήμουν ποιος ξέρει; η Ύπαρξη
    ξέρει καλά να κρύβει το σκοπό της, ο Θεός είναι άγνωστος,
    άγνωστες οι βουλές του Κυρίου, η ροή με παρασέρνει
    του κρύου ποταμιού

    AΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΜΑΛΛΙΔΗΣ, Τα άυλα ποιήματα

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>.

    7. Μια τυχερή μέρα

    Τη συνάντησα στο μετρό. Απέριττη
    κι όμως μπορούσες αμέσως να την ξεχωρίσεις
    με μια νύχτα στα μάτια, ένα φαράγγι για πρόσωπο
    και μια λιωμένη λαμπάδα για κορμί.
    Περάσαμε μια μέρα μαζί
    κοιτάζοντας την απέραντη θάλασσα…

    ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    8. Μοῖρες

    fetch the shoebox, fetch the shovel
    Philip Larkin, «Take one home for the kiddies»

    Χαίρω πολύ,
    εἶπα μόλις μοῦ τὴ σύστησε.
    Τόσα χρόνια
    εἶχε ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά του,
    ἔτσι δὲν ἔστερξε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ,
    καραδοκοῦσε σὲ μιὰν ἄλλη χώρα
    τοῦ μιλοῦσε μόνο, μάθαινα, ποῦ καὶ ποῦ
    στὸ τηλέφωνο.

    Νὰ σοῦ συστήσω τὴ μάνα μου, μοῦ εἶπε
    κι ἔπεσα ἀπὸ τὰ σύννεφα, φαινόταν
    τόσο νέα καὶ τόσο δυνατή,
    σὰν νὰ μὴν εἶχε μάθει τί ἐπέκειτο.

    Πῶς εἶσαι, τὸν ρώτησα
    μ᾽ἕνα χάδι στὸ εὔθραυστο πιὰ κορμί του.
    Τί ρωτᾶτε, μὲ διέκοψε αὐτή,
    ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε τὰ πράγματα εἶναι δύσκολα.

    Ὀσφράνθηκε τὸν θάνατο
    καὶ ἐμφανίσθηκε.
    Σὰν μοίρα
    ἀπαραιτήτως παρούσα
    ὅταν ξεκινᾶς
    καὶ ὅταν φτάνεις.

    George Le Nonce, Πέντε Ποιήματα τῆς Μετεφηβείας

  8. Ciao, Aggeliki!!!

    *Μας διέφυγε το πασίγνωστο…

    -«Ερωτικός Λόγος» του Γιώργου Σεφέρη
    (από την έκδοση «Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα», Ίκαρος, 1989)

    Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
    όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
    μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.
    ΠΙΝΔΑΡΟΣ
    Α’
    Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
    μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
    κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
    κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.
    Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
    από τ’ αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
    η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ’ αποχτήσει
    ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.
    Β’
    [….]
    Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
    την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
    να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
    και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

    Ε’
    Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
    Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να ‘ναι για μας πλωτός;
    Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
    για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;
    Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
    που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά
    προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
    την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ’ ανοιχτά
    τριαντάφυλλα… Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
    μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
    ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
    τρίκυμισμα της θάλασσας… Ο κόσμος είναι απλός.
    (Αθήνα, Οχτώβρης ’29 – Δεκέμβρης ’30)

    -Μίλτος Σαχτούρης, Το πράσινο απόγεμα

    Εκείνο το πράσινο απόγεμα
    ο θάνατος είχε βάλει, στόχο την αυλή μου
    απ’ το νεκρό μου το παράθυρο
    με το βελούδινό μου μάτι
    τον έβλεπα να τριγυρνάει
    γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή
    γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη
    και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν
    έπαιζαν με πιστόλια και τσίριζαν
    αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε
    και πάλι μάκραινε και έφευγε
    ύστερα ξαναρχόταν
    στο τέλος αγριεύτηκε
    άρχισε να ουρλιάζει
    έβαψε τα μάτια και τα νύχια του
    φούσκωσε τα βυζιά του
    άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή
    έκανε σα γυναίκα…
    τότε είναι που έφυγε οριστικά
    ψιθυρίζοντας:
    — Δεν είχα τύχη σήμερα
    αύριο θα ξανάρθω

    -Κώστας Καρυωτάκης, «ΠΟΙΑ ΘΕΛΗΣΗ ΘΕΟΥ ΜΑΣ ΚΥΒΕΡΝΑΕΙ…»

    Ποια θέληση θεού μας κυβερνάει,
    ποια μοίρα τραγική κρατάει το νήμα
    των άδειων ημερών που τώρα ζούμε
    σαν από μια κακή, παλιά συνήθεια;

    Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου,
    εχάσαμεν τη χρυσή πανοπλία,
    και μόνο το μεγάλο ερώτημά μας
    ολοένα πιο σφιχτά μας περιβάλλει.

    Χωρίς πίστη κι αγάπη, χωρίς έρμα,
    εγίναμε το λάφυρο του ανέμου
    που αναστρέφει το πέλαγος. Θα βρούμε
    τουλάχιστον το βυθό της αβύσσου;

    Οι άνθρωποι φεύγουν, ή, όταν πλησιάζουν,
    στέκουν για λίγο πάνω μας, ακούνε
    στην έρημη βοή, μάταιη και κούφια
    σα να χτυπούν το πόδι σε μια στέρνα.

    Κοιτάζουνε με φόβο, με απορία,
    έπειτα φεύγουν πάλι στους αγώνες,
    και μόνο το συναίσθημα κρατούνε
    του μακρινού, αόριστου κινδύνου.

    Είναι κάτι φρικτές ανταποδόσεις.
    Είναι στον ουρανό μια σιδερένια
    μια μεγάλη πηγμή, που δε συντρίβει
    μα τιμωρεί, κι αδιάκοπα πιέζει.

    -Μαρία Πολυδούρη: Μητέρα μου

    Μητέρα μου, πόσο φρικτὰ βαραίνει
    ἡ μοίρα σου στὸ νεανικό μου στῆθος.
    Ὅλοι μου οἱ πόνοι καταφεύγουν πλῆθος
    γύρω στὴ θύμησή σου ποὺ πικραίνει.

    Ἐμένα, ποὺ σὲ δέχτηκα εὐλογία
    κ᾿ ἔγινα τὸ θαυμάσιο ὁμοίωμά σου,
    ἂς μὲ δεχτῆ σὰ νἆμαι ἁμάρτημά σου
    ἡ μνήμη σου, μαρτυρικὴ κι᾿ ἁγία.

    Στὴ μοίρα σου, ποὺ γνώρισα σὲ μένα,
    τὴ σπαραγμένη σκέψη μου προσφέρω.
    Μὰ στὴν καρδιά μου μόνο ἐγὼ θὰ ξέρω
    πόσους μετροῦν νεκροὺς τἀγαπημένα.

  9. 1. Και μη γελάς και μην κλαις και μη χαίρεσαι,
    Μη σφίγγεις άδικα τα παπούτσια σου σα να φυτεύεις πλατά-νια,
    Μη γίνεσαι ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΝ.

    ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ, Αμοργός (απόσπασμα)

    ****

    2. Δεν ξέρω

    Δεν ξέρω τι στο διάβολο
    φταίει
    τι έκανα
    ή
    τι παράλειψα να κάνω
    (ή μήπως οι άλλοι,
    η μοίρα
    ή ο Θεός;)
    και κάτι δεν πάει καλά
    εδώ και καιρό
    κάτι στράβωσε
    και κακοφόρμισε
    λίγο λίγο
    και χάλασε
    η ζωή μου.

    Ανέστης Ευαγγέλου, [Από την ενότητα Μετά την καύση] Το διάλειμμα (1976)

    ***

    3. Προσευχηθείτε να περάσει αυτό το σύννεφο
    που πάει να γίνει πεπρωμένο μας.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «1-9-1939», 13-14. Το μεσουράνημα της φωτιάς, 1940. Τα ποιήματα, Α΄. Τρία φύλλα, 1981. 112

    ***

    4. Μεγάλοι συνωμότες, δρόμοι χωρίς πεπρωμένο, διασταυρώνοντας το Χ των διστακτικών μου βημάτων, ψάθες γεμάτες πέτρες ή χιόνι, πηγάδια ανάλαφρα στον χώρο, ακτίνες απ’ τη ρόδα των ταξιδιών, δρόμοι της αύρας και των καταιγίδων, δρόμοι αρρενωποί μες στους υγρούς κάμπους, δρόμοι θηλυκοί μες στις πόλεις, σπάγκοι μιας τρελής σβούρας, ο άνθρωπος, καθώς έγινε θαμώνας σας, χάνει την πορεία του κι αυτή την αρετή που τον καταδικάζει στους στόχους. Αψηφά την παρουσία του, παραιτείται απ’ την εικόνα του κι ονειρεύεται ότι τ’ αστέρια θα πορεύονται απ’ αυτόν.

    Paul Éluard, μτφρ.: Ανέστης Μελιδώνης (1926 – ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΗΣ ΟΔΥΝΗΣ)

    ***

    5. «Επιπλέω»

    Όχι πως έπαθα ναυάγιο, κινδύνεψα να χαθώ
    κι ανάγκη πάσα να κρατηθώ στον αφρό.
    Μην πάει ο νους σας σε θαλάσσιες τραγωδίες
    αύτανδρα βυθισμένα φορτηγά
    επιβάτες και πληρώματα χαμένα.
    Τα φοβούμαι αυτά και τ’ απωθώ.

    Αν και φυγείν αδύνατον το πεπρωμένο
    δεν το προκαλώ ποτέ.
    Μετακινούμαι βέβαια, αλλά μονάχα για δουλειές.
    Και το πλοίο τ’ αποκλείω.

    *

    «Επιπλέω» λοιπόν ίσον τα βολεύω πάντα
    –μες τις ελληνικές αντίξοες, τόσο ρευστές, συνθήκες–
    με την ψυχή στα δόντια –ή μάλλον τα δόντια στην ψυχή.

    Με κάποια ασύλληπτη, για βάρβαρους, αλληγορία.

    Πάνος Θασίτης, Από τη συλλογή Ελεεινόν θέατρον (1980)
    [Από την ενότητα β’]

    Της μοίρας το παιχνίδι- Πάριος

    6. Στην..

    Έγνοια δεν έχω που η μοίρα μου στη γη
    Λίγο απ’ τη γη μέσα της κλείνει ίσως –
    Ότι αγάπης χρόνια έχουν λησμονηθεί
    Μέσα σ’ ενός λεπτού το μίσος: –
    Δεν κλαίω εγώ που κι ο απελπισμένος,
    Είναι περσότερο από εμένα ευτυχισμένος,
    Μα που συμπόνεσες εσύ, καλή μου,
    Ενός περαστικού τη μοίρα – τη δική μου.

    Έντγκαρ Άλαν Πόε, (Μετάφραση: Στέφανος Μπεκατώρος)

    ***

    7. Η μοίρα

    Όταν σε κοιτάζω δεν είναι μόνο η μυρωδιά σου.
    Μην αναμένεις αυτό που δεν μπορώ να δώσω.
    Είμαι εδώ.
    Μα ο έρωτας γεννιέται και κάπου αλλού.
    -Ο λόγος μάς ενώνει όταν αναζητούμε
    όταν ερωτευόμαστε ή όταν θρηνούμε-
    Όταν σε αγγίζω δεν είναι μόνο το δέρμα σου
    είναι κι αυτά που το παρελθόν φέρνει στο σήμερα
    και μας περικυκλώνουν.
    Όταν με φιλάς είναι η μοίρα
    που υψώνει το ποτήρι στην υγειά μας.

    Λίλη Μιχαηλίδου
    από τη συλλογή Αρένα, 2014
    Ενότητα : Μικρές παύσεις

    ***

    8.
    …Aλλ’ είναι μάταιος, ανωφελής
    πολύς
    θρήνος εν πόλει ταλαιπωρημένη·
    η δυσμενής κωφεύει ειμαρμένη…

    ΚΑΒΑΦΗΣ, Πριάμου Nυκτοπορία, απόσπασμα

    ***

    8. «Το αντίο»

    Φύλλο ξερόφυλλο σαν πεταλούδα φθινοπωρινή
    πέφτοντας νανουρίζεται
    – στο καλό! στο καλό!
    Ήταν δικό σου το αντίο
    τύχη και μοίρα και ειμαρμένη
    λέξη που κουδουνίζει σαν κάτι άλλο’

    φύλλο φυλλαράκι γνωστό από τα παλιά
    όχι ζούδι νεκρό μα προσδοκία
    λευκής νιφάδας στο μέτωπό σου τώρα
    που έγινες σιωπή και ποίημα και σκοτάδι
    έγινες δύσβατο φως καθώς θερίζει την αιώνια ματαιότητα.

    ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ, Τα ποιήματα της σκάλας

    ***

    9. Κι αν έρθουν και σε βρουν απορημένοι

    της λάμψης σου τι απόγινε ο χρυσός,

    τα μάτια σου που σβήσαν, ποια ειμαρμένη

    ανήλεη τα σάρωσε και πώς,

    μια λέξη σου θ’ αρκούσε ν’ ακυρώσει

    ό,τι μια τόση αμαύρωσε ομορφιά:

    «Ζωή σε τούτο το παιδί έχω δώσει,

    στην άνοιξή του ανθώ κι εγώ ξανά.

    ΣΑΙΞΠΗΡ, Σονέτα, απόσπασμα

    Deep Purple – Soldier Of Fortune

    10.
    …Τον κόσμ’ ο δόλος διοικεί
    κι η άδικ’ ειμαρμένη.
    Τα πλούτη έχουν οι κακοί,
    κι εδώ στους βράχους κατοικεί
    η αρετή κρυμμένη.

    «Ο Κλέφτης», απόσπασμα (Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή)

    ***

    10. ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

    Χαράζεται η φωνή μες στον τρεμάμενο άνεμο, και μες στα κρύφια
    δέντρα του εσύ αναπνέεις
    Είναι ξανθή κάθε σελίδα του ύπνου σου κι όπως κινάς τα δάχτυλα
    σου μια φωτιά σκορπίζεται
    Μέσα σου με παρμέν’ από τον ήλιο αχνάρια! Και ούριος πνέει
    ο κόσμος των εικόνων
    Και η αύριο δείχνει ολόγυμνο το στήθος της σημαδεμένο από
    το αναλλοίωτο άστρο
    Που νυχτώνει το βλέμμα καθώς όταν πάει να εξαντλήσει ένα
    στερέωμα
    Ω μην ανθέξεις πια στα βλέφαρα
    Ω μη σαλέψεις πια μέσα στους θάμνους του ύπνου
    Ξέρεις ποια ικεσία στα δάχτυλα το λάδι ανάβει που φρουρεί
    τις πύλες της αυγής
    Ποιο δροσερό φανέρωμα θροΐζει μες στην προσδοκία
    η χορταριασμένη ανάμνηση
    Εκεί που ελπίζει ο κόσμος. Εκεί που ο άνθρωπος δε θέλει
    παρά να ‘ναι ο άνθρωπος
    Μόνος του και χωρίς καμιά Ειμαρμένη!

    Οδυσσέας Ελύτης

    ***

    12. Όλα περνούν και τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μου λέει τίποτα, όλα είναι ξένα στο πεπρωμένο μου, ξένα στο ίδιο τους το πεπρωμένο -ανεμελιά, βρισιές απρόβλεπτες, όταν η μοίρα πετάει πέτρες, αντίλαλοι αγνώστων φωνών-, συλλογική σαλάτα της ζωής.

    ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ (μετ. Μαρία Παπαδήμα)

    ***

    13. [Τυχαία]

    Σ’ έναν τυχαίο δρόμο, συνάντησα τυχαία το ξανθό κορίτσι.
    Όχι, όχι, δεν είναι εκείνη.

    Η άλλη ήταν σ’ άλλο δρόμο, σ’ άλλη πόλη, κι εγώ ήμουν
    άλλος.

    Χάνω ξαφνικά την εικόνα μπροστά μου,
    είμαι γι’ άλλη μια φορά στην άλλη πόλη, στον άλλο δρόμο,
    και το άλλο κορίτσι περνάει.

    Τι μεγάλο προνόμιο να θυμάσαι αδιάλλακτα.
    Τώρα λυπάμαι που δεν είδα ποτέ το άλλο κορίτσι,
    λυπάμαι που τελικά δεν κοίταξα ούτε κι αυτό.

    Τι μεγάλο προνόμιο να φοράς την ψυχή σου το μέσα έξω!
    Τουλάχιστον γράφεις στίχους.
    Γράφεις στίχους, σε περνάν για τρελό, κι έπειτα για
    ιδιοφυία, ενδεχομένως,
    ενδεχομένως, ή ακόμη μη ενδεχομένως,
    θαύμα των διασημοτήτων!

    Έλεγα λοιπόν πως τουλάχιστον έτσι γράφεις στίχους…
    Αλλά το έλεγα εξαιτίας μιας κοπέλας,
    μιας ξανθιάς κοπέλας,
    αλλά ποιάς απ’ όλες;
    Ήταν μια που είδα πριν πολύ καιρό σε μια άλλη πόλη,
    σε κάποιον άλλο δρόμο
    κι είναι αυτή που είδα πριν πολύ καιρό σε μια άλλη πόλη,
    σε κάποιον άλλο δρόμο
    γιατί όλες οι αναμνήσεις είναι η ίδια ανάμνηση,
    όλα όσα υπήρξαν είναι ο ίδιος ο θάνατος,
    χτες, σήμερα, ποιός ξέρει αν ακόμη κι αύριο;

    Ένας περαστικός με κοιτάζει με περιστασιακή περιέργεια.
    Μήπως κάνω στίχους με χειρονομίες και μορφασμούς;
    Μπορεί… Η ξανθιά κοπέλα;
    Τελικά είναι η ίδια…
    Όλα τελικά είναι τα ίδια…

    Μόνο εγώ κατά κάποιον τρόπο δεν είμαι ο ίδιος, αλλά
    τελικά κι αυτό είναι το ίδιο.

    Άλβαρο Ντε Κάμπος [Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: