Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

1η Αυγούστου 2016: Καλό μήνα με το ποίημα του μήνα – «Οι εραστές τ’ Αυγούστου»….

kouros-kori-skiniko

 

Ιωσήφ Μπρόντσκι, «Οι εραστές τ’ Αυγούστου»

«Οι εραστές τ’ Αυγούστου,
οι εραστές τ’ Αυγούστου με λουλούδια στα χέρια έρχονται,
τ’ αόρατα καλέσματά τους τραβούν στις αυλές,
οι εραστές τ’ Αυγούστου με κόκκινα πουκάμισα και μισάνοιχτα στόματα
τρεμοσβήνουν στα σταυροδρόμια,
εξαφανίζονται στα σοκάκια,
τρέχουν στις πλατείες.
Στους εραστές τ’ Αυγούστου
αχνοφέγγουν στη βραδινή ατμόσφαιρα
οι ερυθρόλευκες γραμμές των κεντημένων λουλουδιών πάνω
στα πουκάμισά τους,
φωτίζονται τ’ ανοιχτά παραθύρια στις σκοτεινές αυλές
κι αυτοί όλο πηγαίνουν κι όλο τρέχουν σε κάποιο κάλεσμα.
Να και το δείλι της ζωής, να και το δείλι που δίπλα περνά απ’ την πόλη,
να το που χρωματίζει τα δέντρα,
που σβήνει τη λάμπα,
που γυαλίζει τ’ αυτοκίνητα . . .
Στα στενά σοκάκια βιαστικά ηχούν οι παρέες,
γύρισε πίσω, έβγα στο μπαλκόνι και πέταξε το παλτό.
Βλέπεις, οι εραστές τ’ Αυγούστου τρέχουν κρατώντας λουλούδια στα χέρια.
Οι γαλάζιες ανταύγειες των διαφημίσεων κυλούν από τις στέγες
κι εσύ κοιτάζεις κάτω, δίχως ποτέ και με κανένα θέση δεν αλλάζεις,
συνομιλώντας με τον εαυτό σου.
Να τα λουλούδια και τια διαμέρισμα με το νέο έρωτα,
με το καινούριο μαστίγιο, που μπαίνει σε κύκλο νέο,
παραδίδοντας τον εαυτό του με νέα κραυγή και νέο αίμα,
παραδίδοντας τον εαυτό του, αφήνοντας τα λουλούδια να πέσουν απ’ τα χέρια του.

Το νέο δείλι θορυβεί,
κανείς δεν θα επιστρέψει στη νέα ζωή,
κανείς δε θα περάσει κάτω απ’ το μπαλκόνι για να ‘ρθει να σε δει,
κανείς δε θα σου παρασταθεί,
κανείς δε θα σου σταθεί,
πιο κοντά, απ’ ό,τι εσύ στον εαυτό σου,
απ’ τα λουλούδια,
απ’ ότι είσαι εσύ στον εαυτό σου.»
(Ιωσήφ Μπρόντσκι, 1961, «Οι εραστές τ’ Αυγούστου.»

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Advertisements

Single Post Navigation

4 thoughts on “1η Αυγούστου 2016: Καλό μήνα με το ποίημα του μήνα – «Οι εραστές τ’ Αυγούστου»….

  1. Αύγουστος μήνας

    Αύγουστος μήνας, έλιωνε η άσφαλτος
    κάτω απ΄ τις ρόδες των αυτοκινήτων,

    καθώς κυλούσαμε όλοι ναρκωμένοι
    θαρρείς προς κάποιο μαγικό προορισμό,

    δικό του ο καθένας κι όμως ίδιο:
    τόποι καταγωγής, θαμποί κι ατόφιοι,
    με κόκαλα ιερά κατοικημένοι,

    πολύ κοντά μας κι όμως τόσο μακρινοί –
    σαν ίσκιοι συμπαγείς, σαν ψευδαισθήσεις:
    η Ελλάδα που δεν ξέρει να πεθαίνει.

    Κυλούσαμε, κι εμείς κι οι διπλανοί μας
    κι άλλοι μπροστά και πίσω, ένα πλήθος
    μέταλλα που άστραφταν στο φως του δειλινού,

    καθρεφτισμοί και φευγαλέα πρόσωπα,
    κάθε αυτοκίνητο και μία κιβωτός

    σ’ ένα παιχνίδι επιστροφής που κάποιος
    το κούρδισε και τ’ άφησε να παίζει
    χωρίς κανένα νόημα·

    κυλούσαμε,
    με όγκους βουνών που έριχναν στο δρόμο
    από δασόφυτες πλαγιές λίγη δροσιά:

    τον ίσκιο μιας απώλειας· κυλούσαμε
    καθένας στο δικό του μικροσύμπαν
    ιδιοτέλειας και προσδοκίας,

    με μια λαθραία θλίψη κερδισμένη
    ποιος ξέρει από ποια κρυφή συναλλαγή
    με το αδιανόητο ενός άλλου κόσμου,

    όλοι γνωρίζοντας πως δεν υπάρχει
    επιστροφή, πως δεν υπάρχει τέλος
    κανένα, μόνο κίνηση και πόνος

    κι ο χρόνος μιας αέναης επιστροφής
    σ’ αυτό που δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει.

    Κι ο ένας λέει “εδώ είναι η πατρίδα μου·
    εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα,
    και πάλι εδώ θα έρθω να πεθάνω”·

    κι ο άλλος δεν μιλά, σχεδόν δεν νιώθει,
    τα χρόνια του στιγμές που αποσταλάζουν
    φόβο το φόβο σ’ ένα κέλυφος σιωπής,

    με το λαμπρό τους κέντημα από μέσα
    ανεύρετο ακόμη και στα όνειρα.

    Όμως εκεί, μπροστά στα μάτια μας, το φως
    διηγόταν μια πολύ παλιά ιστορία,
    και θά ΄λεγες – τίποτα δεν αλλάζει,

    το ακοίμητο νερό κυλάει ακόμα
    και πλέκει τον αέναό του κύκλο
    μέσα σε δάση από έλατα και δρυς,

    αδιάβατα ρουμάνια και χαράδρες
    και ρεματιές με τα ψηλά πλατάνια,

    κι ευλογημένος από μέσα τους φυσά
    αέρας δροσερός τα καλοκαίρια
    και κρύος το χειμώνα με τα χιόνια.

    Αν είναι ακόμα αιώνιος ο κόσμος.

    Κυλούσαμε όλοι, κάπου δεκαπέντε
    δισεκατομμύρια χρόνια μακριά
    απ΄ τη μεγάλη έκρηξη·

    ο δρόμος ήταν σπαρμένος με κουφάρια ζώων
    που αδιάφοροι οδηγοί τα προσπερνούσαν,

    το τρίχωμα, τα κόκαλα κι οι σάρκες
    ένας αδιάφορος πολτός·

    κυλούσαμε στην άσφαλτο που έλιωνε σαν λίπος,
    ρευστοί μέσα στο φως, ιχνογραφίες
    στη λάμψη του μεγάλου γυρισμού,

    καθώς σωπαίνοντας κοιτούσαμε τον ήλιο
    να βασιλεύει αυτοπυρπολημένος
    αργά προς την αιώνια αδιαφορία.

    ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ, Ο κρότος του χρόνου, 2007

    • Ciao Aggeliki!!!!… Έκανα ένα μικρό διάλειμμα για καλό μήνα!… Δεν το ήξερα το ποίημα του Καψάλη! Grazie mille!…
      «Ο Αύγουστος είναι ο μήνας του φωτός.
      Ο ήλιος ή ηλιάτορας του Ελύτη, το φεγγάρι που δεν άφηνε τη Σαπφώ να κλείσει μάτι, η πανσέληνος που διαλύει το έρεβος της νύχτας, οι αστερισμοί, οι Πλειάδες και ο Σείριος που υποδέχεται τη μέρα, το φάος – φως του Αυγούστου, παγιδεύει το χρόνο.
      Ενας μήνας που φλέγεται, με λαμπρή καρποφορία και μυρωδιές, με ηλιοκαμένα κορμιά, μέσα στην αδιάλειπτη εγρήγορση των πόθων, κορμιά παραδομένα σε κάθε παραίσθηση, στη διονυσιακή ευωχία.
      Τον Αύγουστο η θάλασσα μπαίνει σε κάθε κόλπο του μυαλού, αλμυρίζει τις ουτοπίες, σ’ έναν ατέλειωτο ορίζοντα επιθυμιών.
      Πυρκαγιά το μεσημέρι, βάζει φωτιά και πυρπολεί το πάθος, το εφικτό και το ανέφικτο του έρωτα.
      «Ρεμβασμός το Δεκαπενταύγουστο», όπως ο Παπαδιαμάντης,
      «… δέρμα σαν καμωμένο από γιασεμί εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; – η βραδυά…», όπως ο Καβάφης.
      Μήνας της λατρείας του Διονύσου, συνεγείρει τα πνεύματα, ανατρέπει ισορροπίες και δημιουργεί απείθαρχες συνειδήσεις, γι’ αυτό είναι επικίνδυνος για την εξουσία των νόμων της καταστολής και των εξαναγκασμών, της ανισότητας και της αδικίας.
      Στο φως του, οι μικρές αλλαγές που συντελούνται μέσα μας, οδηγούν στη μεγάλη υπέρβαση, στην ανυπακοή …»
      (Γιάννης Π. Τζήκας)

  2. Καθυστερημένα εντελώς,καθώς είμαι λίγο στο τρέξιμο, τις ευχές μου για έναν υπέροχο μήνα 🙂

  3. Eyxaristw poly, aristea!!!!… Καλό μήνα επίσης!!!!

    «Και σε θραύσμα Βρισηίδας βρίσκεται και σε κοχύλι Ευρίπου

    εκείνο που εννοώ. Θέλει να ‘χει άγριες πείνες άπνοιας

    ο Αύγουστος για να ζητάει μελτέμι

    ώστε στο φρύδι ν’ αφήνει λίγο αλάτι και

    στον ουρανό ένα μπλε που τ’ όνομά του μέσα στα πολλά τ’ ακούς ευώνυμο

    στο βάθος όμως είναι μπλε Ιουλίτας…»

    (Ο. Ελύτης, Δυτικά της λύπης)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: