Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (154ο): «Φτωχός – φτώχεια»…

-«Ποιητές: Φτωχοί λαθρεπιβάτες πάνω στις φτερούγες των πουλιών
την ώρα που πέφτουν χτυπημένα.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Άφησες τους φτωχούς φτωχοί να μείνουνε χρόνια και χρόνια
γιατί ήτανε οι πόθοι τους πιο όμορφοι απ’ τον Παράδεισό σου.
Πεθάνανε, αλίμονο, πριν δουν το φως σου
πεθάνανε μακάριοι, όμως –και σαπίσαν παρευθύς.»

(Μπ. Μπρεχτ)

 

 

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, Είμαι φτωχός

«Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν :  που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου

Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;»

(Ψυχοστασία, Ποιήματα 1949-1976)

 

 

-Ο. Ελύτης, «ΕΧΕΙ ΚΙ Ο ΦΤΩΧΟΣ ΠΟΥΛΙ»

«Να ‘χεις στόλους και βαπόρια
και πλεούμενα πελώρια

Με το δένε και το λύνε
λίγο βέβαια δεν είναι

Όμως της ζωής το αλάτι

βρίσκεται μες στο κρεβάτι

Μια μονάχα μες στις δέκα
να ‘ναι αληθινή γυναίκα

Και τα τέτοια δεν τα θέλει
κύριε Γιώργο κύριε Τέλη

Μάθετέ το είναι καιρός
ίδια τα ‘δωκε ο Θεός

Τι λιγάκι τι πολύ

έχει κι ο φτωχός πουλί.»

(Ο. Ελύτης, Τα ρω του έρωτα, Ίκαρος)

 

Emily Dickinson, [Γι ακόμη μια φορά είμαι φτωχή!]

«Μονάχα δυο φορές έχασα τόσα

Κι έγινε αυτό στην χλοερή την γη

Δυο φορές εμπρός καθώς ο επαίτης

Στην πύλη του Θεού χω σταθεί!

                           ***

Οι Άγγελοι δυο φορές κατήλθαν

Το απόθεμα μου για να επιστραφεί

Κλέφτη, Τραπεζίτη – Πάτερ

Γι ακόμη μια φορά είμαι φτωχή!»

(http://www.schooltime.gr/2014/02/05/afieroma-stin-emily-dickinson-poiimata-epistoles/)

 

 

 

 

 

-Α. Πούσκιν, «Ο φτωχός ιππότης»

Ήταν στον κόσμο ένας φτωχός ιππότης
              απλός και σιωπηλός μ` όψη χλωμή, 
              συννεφιασμένο τ` όνειρο της νιότης
              κι αλύγιστη η γενναία του ψυχή.

              Κάποια οπτασία που ποτέ δε σβήνει
              και που κανείς δεν έχει φανταστεί
              τούτυχε, κι από τότε η εικόνα εκείνη
              στα φύλλα της καρδιάς του έχει γραφτεί.

              Στάχτη κι αποκαϊδια πια η ψυχή του,
              σ` άλλη γυναίκα μήτε μια ματιά
              δεν έριξε, κι ως τη στερνή πνοή του
              δεν άλλαξε ούτε λέξη με καμιά.

              Αντί μαντήλι στο λαιμό του γύρω
              δένει το κομποσκοίνι του ασκητή,
              κι απ` τη μορφή του τ` ατσαλένιο γείσο
              δε σήκωσε, κανένας να τον δει.

              Κείνη η οπτασία μόνη του ηλιαχτίδα,
              γεμάτος έρωτα πιστό κι αγνό,
              Α. Μ. Δ. πάνω στην ασπίδα
              με το αίμα του είχε γράψει το ζεστό.

              Στης Παλαιστίνης τις ερήμους. Βράχοι
              ολόγυρα, κι οι Παλαδίνοι εκεί
              κραυγάζαν, καθώς ρίχνονταν στη μάχη,
              τ` όνομα της καλής τους -μουσική.

              Και, Lumen coeli, sancta Rosa! εκείνος
              εφώναζε άγριος, και σαν κεραυνός
              στων Μουσουλμάνων πάνωθε το σμήνος
              έπεφτε της φοβέρας του ο αχός.

               Κι ως γύρισε, στον πύργο του κλεισμένος,
               τυλίχτηκε σε μοναξιά αυστηρή,
               πάντοτε σιωπηλός, πάντα θλιμμένος,
               και σαν τρελλός ετέλειωσε τη ζωή.

απόδοση: Άρης Αλεξάνδρου

(http://the-grand-utopia.blogspot.gr/2010/10/1799-1837.html)

 

 

 

 

-Φώτης Αγγουλές, «Μείνε φτωχός»

Συδαύλιζε μ’ ό,τι μπορείς
της πίστης σου το πυροφάνι
και μια χαρά να σού ‘μείνε
κάψτην και κείνη.
Μείνε φτωχός μείν’ άχαρος
μείνε ό ,τι να ‘ναι, φτάνει
στα σκοτεινά η ψυχή σου να μη μείνει.
Άκου το σκλάβο πώς βογκά
άκου τον κόσμο π΄ψς στενάζει
κάτι πεθαίνει μέσα του,
κάτι γεννιέται, κάτι αλλάζει.

(http://atexnos.gr/)

 

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, [Μεγάλη φτώχεια]

Μεγάλη φτώχεια πλάκωσε, παιδί μου,/ και το ψωμί το τρώμε με το δράμι.

Πέθανε η κόρη εψές του μπάρμπα Τίμου- δεκάξι χρονών, σαν το κρύο νερό-

κ’ η σεμνούλα η Πηνιώ του μπάρμπα Τσάμη/ την κακιά στράτα πήρε από καιρό.

 

Η φτώχεια τους ανθρώπους έχει αγριέψει./ Προχτές τη Δημαρχία είχαν κυκλώσει

μάνες, παιδιά, που η πείνα τα ‘χει ρέψει,/ κι άλλος ψωμί ζητούσε, άλλος δουλειά,

μ’ αντίς ψωμί- σαν πήρε να σουρουπώσει-/ με το ξύλο τους διώξαν τα σκυλιά.

 

Τα μάτια τους παράξενα σπιθίζαν,/ κ’ είχαν σφιχτά τα χείλη. Ακολουθούσα

και γω μαζί, και την καρδιά μου αγγίζαν/ τα λόγια τους σα γνώριμη λαλιά,

και πόθησα, δεν ξέρω πώς, να κλειούσα/ όλους μ’ ίδια στοργή στην αγκαλιά.

 

Λες κ’ ήτανε παιδιά μου σαν και σένα/ και γω ήμουνα γι αυτούς  καλή μητέρα,

κ’ είχα τα μάτια, γιε μου δακρυσμένα/ σαν από λύπη, σαν από χαρά,

κ’ ήμουνα νέο πουλί που στον αγέρα/ δοκίμαζα πρωτάνοιχτα φτερά.

(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 1ος)

 

 

 

-Πάμπλο Νερούδα, Ωδή στη φτώχεια 

Όταν γεννήθηκα,

φτώχεια,

με ακολούθησες,

με κοιτούσες

μέσα από

τις τάβλες που είχαν σαπίσει

από τη βαρυχειμωνιά.

Ξαφνικά

ήταν τα δικά σου μάτια

εκείνα που κρυφοκοιτούσαν απ’ τις τρύπες.

Οι σταλαγματιές

τη νύχτα

επαναλάμβαναν

το ονοματεπώνυμό σου

ή, μερικές φορές,

η άδεια αλατιέρα,

το σκισμένο σακάκι,

τα τρύπια παπούτσια,

με προειδοποιούσαν.

Ήταν εκεί

παραμονεύοντάς με

τα όμοια με σαράκι δόντια σου,

τα μάτια σου, τέλματα σωστά,

η σταχτιά σου γλώσσα

που κόβει

τα ρούχα, το ξύλο,

τα κόκαλα και το αίμα,

ήσουν εκεί

ψάχνοντάς με,

ακολουθώντας με

στους δρόμους

από τότε που γεννήθηκα.

Κι όταν νοίκιασα ένα κούτσικο

δωμάτιο, στην άκρη της πόλης,

καθισμένη σε μια καρέκλα

με περίμενες,

ή όταν, έφηβος,

ανασήκωνα τα σεντόνια

ενός σκοτεινού ξενοδοχείου

δεν έβρισκα το άρωμα

του γυμνού τριαντάφυλλου,

αλλά το ψυχρό σφύριγμα

του στόματός σου.

Φτώχεια,

με ακολούθησες

στις γειτονιές και στα νοσοκομεία,

στην ειρήνη και στον πόλεμο.

Όταν αρρώστησα χτυπήσαν

την πόρτα:

δεν ήταν ο γιατρός, παρά ερχόταν

ξανά η φτώχεια.

Σε είδα να βγάζεις τα έπιπλά μου

στο δρόμο:

οι άνθρωποι τ’ αφήναν

να πέσουν σαν τις πέτρες.

Εσύ, με αβάσταχτη στοργή,

απ’ όλη την εγκατάλειψη του κόσμου

στη μέση του δρόμου και κάτω απ’ τη βροχή

έφτιαχνες

έναν σαραβαλιασμένο θρόνο

και κοιτώντας τους φτωχούς

μάζευες από χάμω

το τελευταίο πιάτο μου να το κάνεις διάδημα.

Τώρα,

φτώχεια,

σ’ ακολουθώ εγώ.

Είμαι αμείλικτος

όπως ήσουν κι εσύ.

Μαζί

με κάθε φτωχό

θα με βρεις να τραγουδώ,

κάτω από κάθε σεντόνι

αδιανόητου νοσοκομείου

θα βρεις το τραγούδι μου.

Σ’ ακολουθώ,

φτώχεια,

σε παραμονεύω,

σε κυκλώνω,

σε στήνω στον τοίχο,

σε απομονώνω,

σου μπήγω τα νύχια,

σου σπάω

τα δόντια που σου απομένουν.

Βρίσκομαι παντού:

στον ωκεανό με τους ψαράδες,

στο ορυχείο

όπου οι άντρες,

σκουπίζοντας το μέτωπό τους

για να στεγνώσουν τον μαύρο ιδρώτα, βρίσκουν

τα ποιήματά μου.

Σχολάω κάθε μέρα

με την εργάτρια της κλωστοϋφαντουργίας.

Τα χέρια μου είναι κάτασπρα

απ’ το μοίρασμα του ψωμιού στους φούρνους.

Όπου κι αν πας,

φτώχεια,

το τραγούδι μου

τραγουδά,

η ζωή μου

ζει,

το αίμα μου

αγωνίζεται.

Θα καταρρίψω

τις ωχρές σου σημαίες

όπου κι αν υψωθούν.

Άλλοι ποιητές,

στο παρελθόν, σε αποκάλεσαν

αγία,

ασπάστηκαν το μανδύα σου,

τράφηκαν με αέρα

και χάθηκαν.

Εγώ

σε προκαλώ,

με σκληρούς στίχους σού ραπίζω το πρόσωπο,

σε σκάφος σε φορτώνω και σε εξοστρακίζω.

Εγώ μαζί με άλλους,

πάρα πολλούς άλλους,

σ’ εξορίζουμε

από τη Γη στη Σελήνη

για να μείνεις εκεί

παγωμένη κι αιχμάλωτη

κοιτώντας με μισό μάτι

το ψωμί και τα ελέη

που θα καλύψουν τη γη

από αύριο.

(Μετάφραση: Δήμητρα Παπαβασιλείου)

(http://www.oanagnostis.gr/nerounta-ke-aritzis-gia-ti-ftochia/)

 

 

 

-Δύο αποσπάσματα από το “Το βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου” του Ραϊνερ Μαρία Ρίλκε που έχει ως κεντρικό θέμα την φτώχεια:

“Φτωχοί δεν είναι
μονάχα στερημένοι βασικών αγαθών
κι αφημένοι στην τύχη, δίχως δύναμη και δίχως θέληση.
Είναι σημαδεμένοι απ’ τη σφραγίδα μιας αγωνίας δίχως όνομα
γυμνωμένοι απ’ όλα, ακόμη κι απ’ το νόημα της φτώχειας τους.
Η σκόνη των πόλεων σηκώνεται ν’ αμαυρίσει τα πρόσωπά τους
κι όλος ο βόρβορος κολλάει πάνω τους.
Θα ξωκείλουν μια μέρα ακυβερνητοι σαν ξεβρασμένα ναυάγια·
προκαλούν το φόβο σαν τους πανουκλιασμένους
μα αν ο κόσμος αισθανόταν το βάρος της οδύνης
θα είχε σαν τους φτωχούς ροδοστέφανο στο μέτωπο.
Γιατί οι φτωχοί έχουν την αγνότητα της πέτρας
και την αθωότητα του νιογέννητου τυφλού ζώου·
και μέσα στην πλέρια από σένα απλότητά τους
δεν ζητούν παρά να μείνουν φτωχοί όπως κι είναι στ’ αλήθεια…
Γιατί η φτώχεια είναι σαν μεγάλο φως στο βάθος της καρδιάς..
Εσύ είσαι ο φτωχός, ο γυμωμένος απ’ όλα,
είσαι η πέτρα που κυλά δίχως αναπαμό,
είσαι ο απεχθής λεπρός που όλοι αποστρέφονται
και που πλανιέται ολόγυρα απ’ τις πόλεις με τα κουδούνια του.Μήτε καν σαν τον άνεμο δεν έχεις χώρο
κι η ομορφιά σου με κόπο κρύβει τη γύμνια σου
κι ακόμη και το ρούχο που τ’ορφανό βάζει τις καθημερινές
είναι λαμπρότερο, γιατί τουλάχιστον του ανήκει…
Είσαι φτωχός σαν την ανάγκη ενός μωρού να γεννηθεί
στα σπλάχνα μιας κόρης ντροπιασμένης που ‘ναι μάνα
και που σφίγγει την κοιλιά της τόσο που να πάει να πνίξει
την άλλη ζωή που φέρνει και σκιρτά μέσα της.
Είσαι φτωχός σαν ανοιξιάτικη βροχή
που σιγανά πέφτει στις στέγες μιας πόλης
και σαν τη μόνη λατρεμένη ευχή ενός φυλακισμένου
στα βάθη του κελιού του για πάντα έξω απ’ τον κόσμο.

Είσαι φτωχός σαν τους αρρώστους που ολονυχτίς
στριφογυρίζουν ολοένα κι είναι σχεδόν ευτυχισμένοι
και σαν τ’ ανθάκια μέσα στις ράγες
τόσο θλιμμένα μες στον άνεμο τον ταραγμένο απ’ το ταξίδι
και σαν το χέρι που έρχεται στα μάτια να κρύψει
δάκρυα μεγάλης θλίψης…

Και τί είναι μπροστά σου τα τρεμάμενα πουλιά;
Τί είναι μπροστά σου, το σκυλί το κοκκαλιάρικο;
Τι είναι για σένα η αιώνια και σιωπηλή θλίψη των ζώων
των εγκαταλειμμένων απ’ όλους στην υποδούλωση;
Και μπροστά σε σένα και τη δυστυχία σου
τι είναι όλοι οι φτωχοί των ασύλων της νύχτας;

Δεν είναι παρά ταπεινά χαλίκια,
κι όμως σαν τη μυλόπετρα του μύλου,
λίγο ψωμί του δίνουν…
Μα εσύ είσαι αληθινά ο φτωχός, ο γυμνωμένος απ’ όλα,
ο επαίτης που κρύβει το πρόσωπο·
είσαι το μεγάλο φως της πενίας
που ο χρυσός δίπλα του ωχρά.

Είσαι εξόριστος, δίχως πατρίδα,
κανένα μέρος εδώ-κάτω δε σου ανήκει.
Το μέγεθός σου μας συνθλίβει, είσαι τεράστιος για εμάς.
Ουρλιάζεις στον άνεμο,
είσαι σαν άρπα που θα την έθραυε όποιο χέρι άγγιζε τις χορδές της.
Εσύ που γνωρίζεις τα πάντα, εσύ που η αστείρευτη γνώση σου,
πηγάζει από την υπεραφθονία της φτώχειας,
κάνε να μην είναι πάντα οι φτωχοί συντριμμένοι,
λευτέρωσέ τους από τη βαρειά καταφρονιά
τη δεμένη στην περπατησιά τους.

(…)

Οι φτωχοί είναι σιωπηλοί σαν πράγματα,
κι αν έρμαια των δρόμων μια εστία τους υποδεχτεί
παίρνουν μια θέση ταπεινά σαν πρόσωπα οικεία
κι ανακατεύονται στις ακαθόριστες σκιές του σκηνικού,
σβήνοντας στη λησμονιά σαν εργαλεία παρατημένα.

Μοιάζουν με κείνους τους φύλακες αγαθών
που δεν τα αντίκρισαν ποτέ με τα μάτια τους·
περιπλανιούνται χαμένες σχεδίες πάνω από βάραθρα
και σε σεντόνια ύφασμα απλωμένα στους κάμπους
κείτονται ανυπεράσπιστοι, εκτεθειμένοι σ’ όλους τους ανέμους.

Πάσχουν από εκείνη τη μοναδική και μεγάλη οδύνη
την οποία ο άνθρωπος μετέτρεψε σε μικρομέριμνες·
κι αποδέχονται την ύπαρξή τους με πολλή αγάπη,
που θε να ‘χε τη γλύκα του χόρτου ή τη σκληράδα της πέτρας.

Και πηγαίνουν στο χώρο που αγκαλιάζει το βλέμμα σου
όπως τα χέρια πάνω στις χορδές της άρπας.
Σώσε τους μόνο από την αμαρτία των μεγάλων πόλεων
όπου το μίσος κι η σύγχυση βαραίνουν πάνω τους.
Οι μεγάλες πόλεις σκέφτονται μονάχα τον εαυτό τους
και παρασέρνουν τα πάντα στην αδηφάγα τους βιάση·
θραύουν τη ζωή των ζώων σαν ξύλο ξερό
αναλώνουν λαούς ολόκληρους στη βάσανό τους.

Κι οι άνθρωποι υποδουλωμένοι σε μιαν επιστήμη κίβδηλη
πλανιούνται, έχοντας χάσει το ρυθμό της ζωής
κι επειδή ρίχνονται σε θορύβους το ίδιο μάταιους
αποκαλούν πρόοδο το χνάρι που αφήνουν σαν το γυμνοσάλιαγκα.
Επιδείχνουν την αναίδεια τους σαν εταίρες
και ζαλίζονται μες στο θόρυβο του μετάλλου και του γυαλιού.

Προχωρούν αδιάκοπα κυριευμένοι από μια πλάνη που τους ωθεί εκτός εαυτού.
Ο χρυσός κυβερνά τυραννικά και φθείρει όλες τις δυνάμεις τους…
Και μόνο με το μαστίγιο του αλκοόλ και άλλα δηλητήρια
εμμένουν στη στείρα ταραχή τους.

Οι φτωχοί υποφέρουν κι αυτοί, υπόδουλοι σε τούτο το ζυγό
κι όλα όσα βλέπουν τους καταπονούν.
Αισθάνονται στο πετσί τους τα ρίγη του πυρετού
και τριγυρνούν τη νύχτα σαν ψυχές κατάδικες·
είναι απόβλητοι μαζί με όλη τη φύρα της πόλης
και γεννούν την απέχθεια σαν το ψοφίμι το αφημένο στον ήλιο.

Έρμαια των δρόμων τα πάντα τους προσβάλλουν και αηδιάζουν:
το κυνικό φτιασίδι των γυναικών
και το θαμβωτικό βροντολόγημα των αυτοκινήτων…”

http://redlineagrinio.gr/greece/arts/3751-poiisi-ftoxoi-einai-siopiloi-san-pragmata

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (154ο): «Φτωχός – φτώχεια»…

  1. Ομέρο Αρίτζις

    Γεννήθηκα στην οδό Πενίας

    Μετάφραση: Δήμητρα Παπαβασιλείου

    Γεννήθηκα στην οδό Πενίας

    γωνία με την Αδικία

    γονείς μου ήταν η Αξιοπρέπεια

    και το Ίσως-Αύριο

    πάντα στην εξώθυρα του μεγάρου

    της κυρίας Εντιμότητας

    από πολύ νέος έμαθα

    να τρώω αέρα

    και να εκτιμώ το Αόρατο

    στο σχολείο της Στέρησης.

    Μια βροχερή μέρα

    επειδή έτυχε να βρεθεί εκεί

    έβρεξα το στιλέτο μου

    στο στέρνο ενός στρατηγού

    και πέρασα είκοσι χρόνια

    στο οίκημα της Πραγματικότητας.

    Τώρα είμαι ελεύθερος

    να γυρίζω στους δρόμους

    της Δέσποινάς μας της Πόλης

    συντροφιά με την Ανυποληψία και τα Γεράματα.

  2. Καλημέρα! Ευχαριστώ πολύ tsigros gregory!!!

    -Ηλέκτρα Στρατωνίου, «Η ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ»

    Έβαλαν τη φτώχεια και την ανεργία
    σε καραντίνα,
    με κίτρινες σημαιές, διόδια
    και «μπάρες» ασφαλείας,
    επικίνδυνη και βαριά αρρώστια,
    τουλάχιστον να την περιορίσουνε!…
    Οριοθέτησαν πολλές περιοχές,
    το Πέραμα, τη Δραπετσώνα,
    το Περιστέρι, το Καματερό!

    • Όχι μωρέ παιδιά,
    δεν υπάρχει θέμα «σιχαμάρας»
    για τη φτώχεια σας, όχι!
    Υπάρχει όμως σοβαρός φόβος
    να μολυνθεί όλη η πρωτεύουσα,
    όλη η Ελλάδα,
    κρίμα κι άδικο δεν είναι να νοσήσουν
    η Κηφισιά και η Εκάλη,
    η Πολιτεία και το Κολωνάκι,
    η Γλυφάδα και το Φάληρο;
    Δε θ΄ αντέξει ο οργανισμός τους
    ετούτη τη θανατηφόρα αρρώστια!

    Όχι, δεν είναι θέμα «σιχαμἀρας»
    η φτώχεια και η μιζέρια σας,
    κίνδυνος ζωής και θανάτου
    μας επιβάλλει την καραντίνα σας!
    Πώς αλλιώς θα σώσουμε τους ευγενείς
    και πλούσιους συμπολίτες μας;;;
    (http://atexnos.gr/)

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Χαίρε, Γιάννη!
    Ωραίος και πλήρης. Σήμερα θαύμασα το ποίημα «Ο φιλομαθής πτωχός» και τη μελοποίησή του από τον Ξυδάκη.

    *

    1. ΦΤΩΧΕΙΑ

    Όταν κοίταξα τη φτώχεια μου:
    Τις μπότες μου και την κοιλιά της γυναίκας μου,
    Το ποντίκι το πιασμένο στην παγίδα
    Και το πρόσωπο του παιδιού μου ενώ κοιμάται,
    Ήξερα πως τίποτα δεν μπορεί να με πληγώσει πια.
    Μπορώ να κινήσω μέσα στη νύχτα
    Χωρίς ελπίδα,
    Χωρίς διεύθυνση.
    Τίποτα δεν μπορεί να με πληγώσει πια.
    Ξέρω πως ζω.
    Είναι ένα δώρο
    Που πια δε φοβάμαι
    Ν’ ανοίξω.

    Charles Simic -μτφρ.: Σ. Λ. Σκαρτσής

    ***

    2. ΕΝΔΕΙΑ

    Ἔμεινα στή στέπα. Ἔμεινα.

    Εὐχαριστημένα τά λουλούδια ποτισμένα στόν κῆπο ἡσυχάζουν
    δέν ἔχουν θλίψη λάμπει τους ἡ ταπεινή ὀμορφιά· τό
    μνῆμα τῆς Παρθένου περιμένει μά ὀ Γκογκό νταής ξεχασμένος
    τά περιστέρια του σχεδιασμένα στούς τοίχους ἐπιζοῦν –τί φρίκη!

    Ποντικοί μυριάδες πέρασαν τό ποτάμι· ἐκεῖνος σάρωνε τούς δρόμους
    ἔμεινε ἐκεῖ. Κάτω ἀπ᾿ τά φύλλα σεντονάκια τοῦ ὀνείρου πού
    συνήθως πουντιάζει· ἕνα φού ἕνα τόσο δά τῆς στάχτης
    καί πάρτον γιά τόν ἄλλο κόσμο. (Ἀκούραστο φεγγαράκι
    πάρε ρακί καί πότισέ τον ἀπό ψηλά. Χαρτζιλίκι μηδαμηνό
    τῆς εὐσπλαχνίας σου – ἄν ξανάρθουμε ἐδῶ θά τό θυμηθεῖ).

    Ἄν ξανάρθουμε! Πρός τό παρόν μακρινό φωτάκι στό παρεκκλήσι
    τέσσερις ὑβίσκοι ἀνθίζουν ἀπό τήν ἀνατολή ἕως τή δύση
    τοῦ ἡλίου, τόσο μόνο. Καί τό λαδάκι τόσο τοῦ ἔρμου Κωνστα-
    ντίνου, μπράτιμοι γύφτοι τὄπαν. Σάμπως φτώχεια, στό παλιό πεταμένο
    παπούτσι κατουρᾶνε οἱ βροχές, μέ τά δικά μας τραγούδια χορεύουν.

    ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ

    Πετρή Σαλπέα – Η φτώχεια είναι καμάρι

    3. ΔΕΚΑΕΤΙΑ 50

    Εκείνα τα χρόνια η φτώχεια περίσσευε
    Τη μαζεύαμε, λοιπόν, σε πιάτα
    Και τη μοιράζαμε στους γείτονες

    Η κυραΛένη τρία σαλιγκάρια στο πιάτο, για μας
    Και μεις σκέτες πικραλήθρες για την κυρία Αρετή
    Κι αυτή, ένα Χριστουγεννιάτικο Δέντρο
    Στολισμένο με βώλους, τυλιγμένους με χρυσόχαρτα
    Για να το βλέπει όλος ο κόσμος-το ’κανε χωρίς έπαρση.

    Τα θερινά απογεύματα, οι γριούλες έγνεθαν ποκάρια απ’ το
    Γειτονικό εργοστάσιο του Τζήμα και οι νεότερες έπλεκαν
    Πολύχρωμες, μ’αυτά, φανέλες,για όλα τα παιδιά της γειτονιάς.

    Ένα βράδυ πέρασε απ’ τη γειτονιά μας ο Χριστός
    Ζήτησε ένα ποτήρι νερό και του το’φεραν με προθυμία.

    Εκείνος ευλόγησε και χάθηκε στο δειλινό.

    Από τότε η φτώχεια μας έσπασε σε άπειρα κομμάτια
    Έτσι που χάθηκε ή τη συνηθίσαμε.

    Γιάννης Τσίγκρας, «Έχεις δίκιο είναι ο Αλντεμπαράν»

    ***

    4. Ο ΠΤΩΧΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

    Κάποτε στην ένδειά μου
    ίσως
    μαγειρέψω
    κάνα δυο ποιήματά μου
    κι ως θα ‘χουν (ελπίζω)
    γεύση ωραία
    εις τον ζωμόν τους
    θα βουτήξω
    λίγο ψωμί ξερό…
    Γιάννης Περγαμηνέλλης

    Απερίγραπτη λένε η φτώχεια στην Ισταμπούλ- Λοΐζος

    5. LEBENSWEISHEITSPIELEREI *
    * Η σοφία της ζωής, παιχνίδι (ελεύθερη απόδοση τίτλου)

    Όλο και πιο αδύναμο, γέρνει το φως του ήλιου
    Το απόγευμα. Οι υπερήφανοι κι οι δυνατοί
    Έχουν αποχωρήσει.
    Αυτοί που απόμειναν είναι οι ανολοκλήρωτοι,
    Οι οριστικά ανθρώπινοι,
    Κάτοικοι μιας φθίνουσας σφαίρας
    Η φτώχεια τους είναι μια φτώχεια
    Φτώχεια φωτός,
    Χλομάδα άστρου στην άκρη κλωστής.
    Λίγο λίγο, η ένδεια
    Του φθινοπωρινού χώρου γίνεται
    Ένα βλέμμα, κάποιες ειπωμένες λέξεις.
    Ο κάθε άνθρωπος μας αγγίζει βαθιά
    Μ’ αυτό που είναι κι όπως είναι,
    στο ξεπεσμένο μεγαλείο του αφανισμού.

    Wallace Stevens
    Μετάφραση: Μάρω Παπαδημητρίου ( Ο ΒΡΑΧΟΣ )

    ***

    6. Στην καταφρόνια και στη φτώχεια

    Στην καταφρόνια και στη φτώχεια πέρασες τα χρόνια σου-
    μην το ξεχνάς.
    Κι αν τώρα
    τόσο αναπάντεχα εγύρισε ο τροχός
    και βρήκες ρούχα κι έντυσες τη γύμνια σου
    και σπίτι και φωτιά να ζεσταθείς
    και δυο γλυκές κουβέντες-
    μη λησμονείς ποτέ την προσφυγιά
    και μιαν αγάπη για τους στερημένους.

    Ανέστης Ευαγγέλου, [Από την ενότητα Μετά την καύση] Από τη συλλογή Το διάλειμμα (1976)

    ***

    7. ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ

    Είμαι σχεδόν χωρίς επάγγελμα τώρα.

    Νεότερη
    κατασκεύαζα κυρίως διαμαρτυρίες.
    Αλλά και μεταχειρισμένες καταστάσεις
    μάζευα
    που μεταποιούσα εύκολα
    σε πρωτοτυπίες και παραφορές.
    Στρωμένη δουλειά.
    Ευπορούσα.

    Τώρα επιδίδομαι στο άσκοπο.
    Ίσα ίσα τα προς το ζην:
    επιβαίνω του ανέργου χρόνου μου
    κι εκτελώ μικρά δρομολόγια
    για λίγη αναδρομή
    στα εύκρατα της νεότητός μου
    επαγγέλματα.

    Κική Δημουλά, «Ερήμην» (1958), συγκεντρωτικός τόμος «Κική Δημουλά – Ποιήματα», Ίκαρος, Αθήνα. (Δ΄ έκδοση 2002)

    ***

    8. [ΠΩΣ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ ΚΡΕΜΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΜΠΑΛΑΚΙΑ ΤΩΝ ΠΛΟΥΣΙΩΝ]

    Την ποίηση την συντηρώ στο νερό όχι στον πάγο.
    Οι παλιοί την ποίηση τη βυθίζανε στη θάλασσα.
    Μοναχικοί ψαράδες αλιεύανε στίχους στα ρηχά.
    Σήμερα την ποίηση τη βολεύουν στα ψυγεία
    Μαζί με τη σόδα και το μπολ με τα παγάκια΄
    Μερικοί τη σερβίρουνε με σαμπάνια και σολωμό΄
    Εγώ προτιμώ στη λαδόκολα με μια παστή σαρδέλα.
    Μου λένε δεν τη σέβομαι όταν την πετώ στα σκουπίδια.

    (Προτιμώ να ταΐζει τους γάτους παρά τους μπουρζουάδες).

    Αλέξανδρος Αραμπατζής

    ***

    9. ΠΤΩΧΟΠΡΟΔΡΟΜΙΚΑ (απόσπασμα)

    «Και έμαθον τα γραμματικά μετά πολλού του κόπου.
    Αφού δε τάχα γέγονα γραμματικός τεχνίτης,
    Επιθυμώ και το ψωμίν και του ψωμιού την μάνναν
    Υβρίζω τα γραμματικά λέγω μετά δακρύων

    «Ανάθεμά τα γράμματα, Χριστέ, και οπού τα θέλει!
    Ανάθεμα και τον καιρόν και εκείνην την ημέραν
    Καθ’ήν με παρεδώκασιν εις το διδασκαλείο
    Προς το να μάθω γράμματα, τάχα να ζω απ’εκείνα»

    Εδάρε τότε αν μ’έποικαν τεχνίτην χρυσορράπτην,
    Απ’αυτούς οπού κάμνουσι τα κλαπωτά και ζώσι.
    Και έμαθα τέχνην κλαπωτήν την περιφρονημένην,
    Ου μη ήνοιγα το αρμάριν μου και ηύρισκα ότι γέμει

    Ψωμίν, κρασίν πληθυντικόν και θυννομαγειρίαν
    Και παλαμιδοκόμματα και τσίρους και σκουμπρία
    Παρ΄ού ότι τώρα ανοίγω το, βλέπω τους πάτους όλους,
    Και βλέπω χαρτοσάκκουλα γεμάτα τα χαρτία.

    Ανοίγω την αρκλίτσαν μου, να εύρω ψωμίν κομμάτιν,
    Και ευρίσκω χαρτοσακκούλαν άλλο μικροτερίτσιν.
    Απλώνω εις το περσίκιν μου, γυρεύω το πουγγίν μου
    δια στάμενου το ψηλαφώ, και αυτό γέμει χαρτία.

    Αφού δε τα γωνίας μου τας όλας ψηλαφίσω,
    ίσταμαι τότε κατηφής και απομεριμνημένος,
    λιγοθυμώ και ολιγωρώ εκ της πολλής μου πείνας
    και από την πείναν την πολλήν και την στεναχωρίαν
    γραμμάτων και γραμματικών τα κλαπωτά προκρίνω»

    Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος, στ.15-39.

    ***

    10. Μέρες του ’50

    Επιστροφή σε χρόνια φτώχειας:
    ασπρόμαυρη ζωή,
    γεμάτη αξιοπρέπεια –
    πού η σημερινή υπερπληθώρα.
    Οι απολαύσεις μας λιτές:
    κάνας Καβάφης,
    κι αυτός δυσεύρετος.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    «Είμαι φτωχός» -Μάνος Μοναστηριώτης

    11. «Οι πιο φτωχοί συμμαθητές απ’ τους συνοικισμούς των προαστίων» («Die ärmeren Mitschüler aus den Vorstädten»)

    «Οι πιο φτωχοί συμμαθητές με τα λεπτά παλτά τους
    Ερχόταν καθυστερημένοι στο πρωινό μάθημα πάντα
    Γιατί μοιράζαν γάλα ή εφημερίδες για τις μάνες τους.

    Οι δάσκαλοι
    Τους γράφανε στο μαύρο τους τεφτέρι και τους βρίζαν.
    Για κολατσιό δε φέρναν τίποτα μαζί τους. Στα διαλείμματα
    Γράφαν μέσα στους καμπινέδες τα μαθήματά τους.
    Αυτό απαγορευότανε. Τα διαλείμματα
    Ήτανε για αναψυχή και για φαΐ.
    Σαν το δεκαδικό αριθμό του π δεν ξέρανε
    Ρωτούσανε οι δάσκαλοι: Γιατί
    Δεν έμενες καλύτερα στη λάσπη, απ’ όπου έρχεσαι;

    Μα αυτό το ξεραν.
    Στους πιο φτωχούς μαθητές απ’ τους συνοικισμούς των προαστίων
    Υπόσχονταν κατώτερες θέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες.
    Γι’ αυτό το περιεχόμενο των
    Βρώμικων σχολικών βιβλίων τους από δεύτερο χέρι αγορασμένων
    Με τον ιδρώτα του προσώπου τους μαθαίνανε απ’ έξω

    Μαθαίνανε να γλείφουνε τις μπότες του δασκάλου και
    Τις μανάδες τους τις ίδιες να καταφρονούνε.
    Τα κατώτερα πόστα των πιο φτωχών μαθητών απ’ τους συνοικισμούς των
    προαστίων
    Βρισκότανε κάτω απ’ το χώμα. Η καρέκλα του γραφείου τους
    Δεν είχε κάθισμα. Θέα τους
    Είχανε τις ρίζες των μικρών φυτών. Γιατί
    τους βάλανε
    Να μάθουνε ελληνική γραμματική και για τις εκστρατείες του Καίσαρα
    Του θείου τον τύπο και τον αριθμό του π;

    Στους ομαδικούς τάφους της Φλάντρας, που γι’ αυτούς
    ήτανε προορισμένοι
    Τι άλλο τους χρειαζότανε πέρα από
    Λίγο ασβέστη;

    1937 Μπέρτολτ Μπρεχτ (μετάφραση: Νάντια Βαλαβάνη)

  4. Ciao Aggekiki!….Για τη «φτώχεια» το θέμα μας αλλά πλούσιο κι ωραιότατο το σχόλιό σου!!!

    *Σημείωση: Τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο το «μαγαζί» κλείνει για διακοπές…Το πρώτο Σάββατο του Σεπτέμβρη, να ‘μαστε καλά, πάλι με νέα ανάρτηση!

    -Ώστιν ΚΛΑΡΚ, «Η επιθυμία των φτωχών εραστών»

    «Λυπηθείτε τους φτωχούς εραστές
    που ίσως δεν κάνουν ό,τι τους αρέσει
    με τα φιλιά τους κάτω από ένα φράχτη,
    σπίτι που μια σταγόνα της βροχής
    μπορεί να καταστρέψει,
    από άθλιους αιώνες κρεβάτι δεν γνώρισαν,
    κάθε βάτο και αγκάθι τους θυμίζει αγίους.

    Επιθυμία της είναι η κουρτίνα που θα τη βλέπει τις νύχτες,
    ευχάριστη θέση που τ’ όνομά της θα μπορούσε να αλλάξει.
    Επιθυμία του-των νυμφευμένων αγκάλιασμα
    που οι σκέψεις τους όμοιες να γίνουν μπορούν,
    που η φύση τους ρέει χωρίς την ντροπή ή τον ψόγο.

    Ξαπλωμένοι στο χόρτο σαν να ‘ταν η κίνηση αμάρτημα,
    ο ένας του άλλου την ανάσα κρατάει και τρέμει,
    να μοιραστούν είναι έτοιμοι τον πανάρχαιο τρόμο
    Τα φιλιά ξαναρχίζουν-
    της Ιρλανδίας τον τρόμο που τους συντροφεύει.

    Τις εξουσίες σκεφτείτε, παιδιά, τις θεμελιωμένες επάνω
    από τη δική σας την άγνοια, που το βλέμμα τους κρύβουν,
    και νόμιμα αμείβονται για ν’ αρπάξουν
    τα ανόητα όνειρα των φτωχών εραστών,
    των εραστών που, όπως φαίνεται,
    η επίσημη ευλογία τους λείπει.»
    (Μ. Λαϊνά, Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά Γράμματα)

    -Γ. Ρίτσος, «Αναφυλλητό»

    (μικρό απόσπασμα)
    «…Συντροφιά μου θέλω
    τους φτωχούς, τους ταπεινούς
    κείνους που δεν ξέρουν
    παρά μόνο να μοχτούν,
    κείνους που δεν ανεβήκαν
    πάνω από τη μοίρα
    -πού ν’ ανέβεις;
    και ποια μοίρα;
    Κείνους που παλεύουν
    στήθος-στήθος με τη μοίρα,
    που πατάν βαριά τη γη,
    τόνα πόδι λύπη
    τ’ άλλο οργή. […]
    Αχ, καλέ μου, αχ ακριβέ μου
    βάλε το πόνο σου κι εσύ
    πάνω στο δικό μου
    ν’ αλαφρώσουμε κ’ οι δυο,
    βάλε κι εσύ ένα χέρι
    να στήσουμε ένα αστέρι
    στη φτωχιά μας γειτονιά
    στον πικρό μας ουρανό.»

    -Ντίνος Σιώτης, «Φτωχοί μου άνθρωποι»

    Ελάτε φτωχοί μου άνθρωποι να δείτε
    τα γουρούνια πώς έγιναν από τότε που
    το ’ριξαν στο φαΐ ελάτε να δείτε πώς
    πάχυναν οι λογαριασμοί τους στις
    τράπεζες πόσους ορόφους απέκτησαν
    τα ακίνητά τους για πότε ανακαίνισαν
    τον νεοκλασικό φιλελευθερισμό
    τους που δεν διαφέρει σε τίποτα
    απ’ τον σοσιαλισμό σας ελάτε κάτω
    στο λιμάνι να δέιτε τα συνδικάτα της
    τέφρας για πότε εξαέρωσαν τις επιχο-
    ρηγήσεις για πότε άδειασαν τα ταμεία
    τις συντάξεις τις συνάξεις τις επιτάξεις
    ελάτε να δείτε τις μαλακές πτυχώσεις
    στις κοιλές τους τί όμορφες δίπλες
    φτιάχνουν πάνω στις μεταξωτές σαιζ
    λονγκ της παραλίας με την παχυά άμμο
    ελάτε πιο κοντά να δείτε το πρόσωπο
    της εξουσίας πόσο στρουμπουλό είναι
    ελάτε να δείτε γιατί τα αγαθά πρώτης
    ανάγκης φαντάζουν είδη πολυτελείας
    (https://porfyras.com/)

    -Φτώχεια (απόσπασμα) / Daridro

    Ω φτώχεια, με έχεις κάνει μεγάλο.
    Με έχεις κάνει τιμημένο σαν το Χριστό
    Με το αγκαθωτό στεφάνι του. Μου έχεις δώσει
    Κουράγιο να αποκαλύψω τα πάντα. Σε σένα οφείλω
    Τα άγρυπνα γυμνά μάτια μου και τη δρυμεία γλώσσα.
    Η κατάρα σου μετέτρεψε το βιολί μου σε σπαθί.
    Ω περήφανε άγιε, η τρομερή φωτιά σου
    Έχει ερημώσει τους ουρανούς μου.

    Ω τέκνο μου, αγαπητό μου,
    Δεν έχω να σου δώσω ούτε σταγόνα γάλα,
    Κανένα δικαίωμα δεν έχω να χαροποιηθώ.
    Η φτώχεια κλαίει μέσα από τις πόρτες μου παντοτινά
    Όπως η σύζυγος και το παιδί μου.
    Ποιος θα παίξει το φλάουτο;
    (http://users.auth.gr/~xkalaitz/metaasia.html)

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Καλό καλοκαίρι λοιπόν!
    Καλή ξεκούραση. Αu revoir!

    1. ΦΤΩΧΟΣ-ποιητής

    Από φτωχούς γεννήθηκα σ’ ένα χωριό ένα βράδυ.
    Στην κούνια μου παράστεκαν η νύχτα η κρύα κι η φτώχεια.
    Το πρώτο ο αγέρας μούφερε στα σπάργανα το χάδι.
    Το πρώτο κλάμα μου έσκυψαν να πιουν τα πρωτοβρόχια.

    Τη γύμνια μου χαρήκανε βοριάδες και λιοπύρια
    και την καρδιά μου μοίρασαν της γης οι αγάπες όλες.
    Μέσα στη φτώχεια πλούτισα του πόνου τα ζαφείρια
    κι όπου το δάκρυ στάλαζε, φουντώσαν άγριες βιόλες.

    Μπορεί, δε λέω, να διάβασα κι εγώ δυο τρία βιβλία,
    μα στο σχολειό δεν μ’ έμαθαν όσα οι καιροί στις ρούγες.
    Κι οι λογισμοί μου αμόλευτοι, μακριά από τραίνα ή πλοία
    με του βοριά ταξίδεψαν μονάχα τις φτερούγες.

    Σοφός ο λόγος. Κι έμεινα με του λαού τη γνώμη,
    με τη σοφία που βρίσκεται χρυσόσκονη στην άμμο.
    Για μένα ούτε συστήματα, κούφιες ιδέες και νόμοι.
    Πολλοί οι Θεοί, τον άνθρωπο τον ένα πώς να κάμω.

    Της μοναξιάς μπιστεύτηκα. Της πολιτείας ποτέ μου,
    μέσα στη νύχτα που περνώ με του ασκητή το ράσο,
    ένα τραγούδι γύρευα, μου τόδωκες Χριστέ μου.
    Ε! φτάνει αυτό τα βάσανα του κόσμου να περάσω.

    Αθανάσιος Κυριαζής

    Βρέχει στη φτωχογειτονιά-Γρηγόρης Μπιθικώτσης

    2. Σε φτώχεια φιλοσοφημένη

    Σύ που τρυφάς, με την αρρώστεια χαίρεσαι, πλούσιος ως είσαι·
    έχεις τη συμφορά και της αρρώστιας σου το φάρμακο.
    Φτωχός ο άλλος μα εγκρατής· και τρισευτυχισμένος
    όποιος δεν έχει μήτε συμφορά κι ούτε και φάρμακο.
    Τον που ‘ναι πλούσιος μά στα πάθη υποταγμένος
    απ’ το φτωχό θα προτιμούσα και σοφό,
    όταν το δυνατό μά ανόητο προτιμήσω
    απ’ αυτόν που είναι ολόγερος όχι όμως τόσο δυνατός.

    Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

    Στη φτωχιά μας την αυλή -Γιάννης Πουλόπουλος

    3.
    1
    το πετρέλαιο είναι άκακο, εκτός από το ίχνος της φτώχειας που αφήνει πίσω του
    εκείνη την ημέρα, όταν τα πρόσωπα όσων ανακαλύπτουν και άλλα πηγάδια πετρελαίου σκοτεινιάσουν
    όταν η ζωή εκραγεί μές στην καρδιά σου για να εξορύξει κι άλλο πετρέλαιο
    από την ψυχή σου για δημόσια χρήση
    αυτή… είναι… η υπόσχεση του πετρελαίου, μια αληθινή υπόσχεση
    το τέλος…

    ASHRAF FAYADH, Μετάφραση: Σάρα Θηλυκού
    (από την μετάφραση στα αγγλικά της Mona Kareem)

    ΠΕΡΙΣΤΕΡΑΚΙ ΤΗΣ ΦΤΩΧΙΑΣ ΜΟΥ ΑΥΛΗΣ – ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

    4.
    «Ύστερα από πολλές δεκαετίες φτώχειας
    τώρα που πλησιάζω το χείλος τού
    τάφου,
    ξαφνικά έχω σπίτι, καινούργιο αυτοκίνητο,
    υδρομασάζ, πισίνα, υπολογιστή.

    θα με καταστρέψει αυτό;
    ε, κάτι θα με κατέστρεφε
    αργά ή γρήγορα
    ούτως ή άλλως.

    τα παλικάρια στις φυλακές, στα σφαγεία,
    στα εργοστάσια, στα παγκάκια του πάρκου, στα
    ταχυδρομεία, στα μπαρ
    δεν θα το πίστευαν
    ποτέ.

    εδώ δυσκολεύομαι να το πιστέψω ο ίδιος.
    δεν έχω αλλάξει: είμαι ίδιος μ΄ εκείνον που έμενε στα
    μικροσκοπικά δωμάτια της
    πείνας και της τρέλας».

    Τσαρλς Μπουκόφσκι: «H λάμψη της αστραπής πίσω απ’ το βουνό». Μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου. Εκδόσεις «Ηλέκτρα», 2005

    Στης ανάγκης τα θρανία, Νταλάρας

    5. Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι

    Α τι ωραία να’ σαι νεφεληγερέτης
    να γράφεις σαν τον Όμηρο εποποιίες στα παλιά παπούτσια σου
    να μη σε νοιάζει αν αρέσεις ή όχι
    τίποτε

    Απερίσπαστος νέμεσαι την αντιδημοτικότητα
    έτσι` με γενναιοδωρία` σαν να διαθέτεις
    νομισματοκοπείο και να το κλείνεις
    ν’ απολύεις όλο το προσωπικό
    να κρατάς μια φτώχεια που δεν την έχει άλλος κανείς
    εντελώς δική σου.
    Την ώρα που μες στα γραφεία τους απεγνωσμένα
    κρεμασμένοι απ’ τα τηλέφωνά τους
    παλεύουν για’ να τίποτα οι χοντράνθρωποι
    ανεβαίνεις εσύ μέσα στον Έρωτα
    καταμουντζουρωμένος αλλ’ ευκίνητος
    σαν καπνοδοχοκαθαριστής
    κατεβαίνεις απ’ τον Έρωτα έτοιμος να ιδρύσεις
    μια δική σου λευκή παραλία

    χωρίς λεφτά

    γδύνεσαι όπως γδύνονται όσοι νογούν τ’ αστέρια
    και μ’ οργιές μεγάλες ανοίγεσαι να κλάψεις ελεύθερα…

    Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι.

    Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη, Ίκαρος, Αθήνα 1980 , 4η έκδοση

    …εμείς που ζήσαμε φτωχοί, Σωτηρία Μπέλλου

    6. «ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΝΔΕΙΑ»

    Μοιάζουν οι λέξεις μου παιδιά ορφανά
    Η μάνα τους σκοτώθηκε ευθύς μετά την γέννα
    Αυτόχειρας σε μια στιγμή γνήσιας ηδονής

    Δεν καταδέχτηκε
    Από το χέρι να τα πάρει
    Με προστυχιά τον κόσμο να γνωρίσουν

    Φευγάτε μόνα σας
    Κραυγάζει
    Ξυπόλυτα λιγνά και τρομαγμένα
    Γυρέψετε να σας ανοίξουν πόρτες

    ΠΑΡΑΔΕΙΣΑΝΟΥ ΕΙΡΗΝΗ

    ***

    7. ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΝΔΕΙΑ

    Η έμπνευση ξεθώριασε.

    Ανάπηροι οι ποιητές

    προσπαθούν να ξεγελάσουν την πείνα τους

    με ξεφτισμένα ολιγόστιχα.
    Ιωαννίδου Άννα

    ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΚΟΛΩΝΑΚΙ – ΛΙΝΤΑ & ΧΙΩΤΗΣ

    8. Η ΦΤΩΧΕΙΑ

    Α, το λοιπόν, δεν είσαι φίλος
    Στη φτώχεια,
    Σε τρομάζει,
    Δεν σ’ αρέσει να πας στην αγορά με σαραβαλιασμένα τσόκαρα
    Και να γυρίσεις με το γνώριμο παλιό φουστάνι.

    Αγάπη μου, δεν μας αρέσει
    -όπως θα το ‘θελαν οι πλούσιοι-
    Η μιζέρια. Εμείς
    Την ξεριζώνουμε σαν χαλασμένο δόντι
    Που δάγκωνε ως τα σήμερα του ανθρώπου την καρδιά.

    Αλλά δεν θέλω
    Να μού τη φοβάσαι.
    Αν έρχεται από δικό μου λάθος στο κονάκι σου,
    Η φτώχεια αν σου κλέβει
    Τα χρυσά πασούμια σου,
    Το γέλιο μην αφήσεις να σου διώξει -άρτο της ζωής μου.
    Αν δυσκολεύεσαι το νοίκι να πληρώσεις,
    Τράβα για τη δουλειά με βήμα αψήφιστο
    Και να θυμάσαι, αγάπη μου, ότι σ’ ακολουθεί η ματιά μου
    Και πως οι δυο μας είμαστε ο πιο μεγάλος θησαυρός
    Που συσσωρεύτηκε ποτέ πάνω στη γη.

    PABLO NERUDA, Ποιήματα τριαντάφυλλα, Δίγλωσση έκδοση, μτφρ. Γιούλικα Κ. Μasry

    Δραπετσώνα (εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί)

    9. Των φτωχών τα φαρμάκια τα κάνατε χρήμα
    και το αίμα του κόσμου χρυσό
    και σας λεν καλλιτέχνες, τι κρίμα, τι κρίμα
    σας μισώ, σας μισώ.

    ΣΩΤΙΑ ΤΣΩΤΟΥ

    ***

    10. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

    Είμαι εξαντλημένος.
    Η φτώχεια των πετρών
    που πάνω τους ρίχνομαι
    όταν έρθει η στιγμή
    που περίμενα

    Δεν έχω πια τίποτα
    να δώσω
    από αυτή τη σκληρότητα
    της νικημένης ζωής
    όπως ένας δρόμος
    του πολέμου.

    Giuseppe Ungaretti

    ΜΕΓΑΛΗ ΦΤΩΧΕΙΑ, ΑΛ. ΚΑΓΙΑΛΟΓΛΟΥ-ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΡΙΚΑΛΩΝ

    11. ΓΝΩΡΙΣΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

    Γνώρισα ανθρώπους που
    όταν κανένας τους ρωτούσε πώς τους λένε,
    με αιδημοσύνη —σαν να μην αξίωναν καν
    το δικαίωμα να έχουν ονομασία δική τους—
    «δεσποινίς Κρίστιαν» απαντούσαν κι έπειτα:
    «όπως το όνομα, ξέρετε», ήθελαν
    να ευκολύνουν την κατάσταση,
    τίποτα δύσκολο όπως «Ποπιόλ» ή «Μπαμπεντερέρντε» —
    «σαν το βαπτιστικό» — παρακαλώ,
    μη βαρύνετε το μνημονικό σας!

    Γνώρισα ανθρώπους που
    μεγαλώσαν με γονείς και τέσσερα αδέλφια
    σ’ ένα δωμάτιο στριμωγμένοι, κλείνοντας με τα δάχτυλα
    τ’ αυτιά τους τις νύχτες,
    που μελετούσαν πάνω στις εστίες της κουζίνας,
    που πέτυχαν, απ’ έξω ωραίες και άψογες σαν αριστοκράτισσες
    και μέσα απαλές και φιλόπονες σαν τη Ναυσικά,
    με το άσπιλο μέτωπο των αγγέλων.

    Συχνά αναρωτήθηκα μα απάντηση δεν βρήκα,
    πόθεν ετούτη η γλυκύτητα κι η καλοσύνη,
    και σήμερα ακόμη δεν το ξέρω κι είν’ ώρα να πηγαίνω.

    Γκόττφρηντ Μπεν, μτφρ. Κώστας Κουτσουρέλης
    Πρώτη δημοσίευση: περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 1794, Νοέμβριος 2006

    ***

    12. ΚΑΝΕΙΣ ΜΗΝ ΚΛΑΨΕΙ

    Τριαντάφυλλα, ένας θεός ξέρει από πού τόσο ωραία,
    η πόλη στον χλωρό ουρανό
    τα βράδια
    μέσα στου χρόνου την παροδικότητα!

    Με πόση νοσταλγία θυμάμαι τον καιρό
    όπου ένα μάρκο και τριάντα ήταν για μένα ζήτημα ζωής,
    όπου, πιεσμένος από την ανάγκη, τα μετρούσα
    τις μέρες μου μετρώντας πάνω τους,
    τι λέω; ολόκληρες βδομάδες, με ψωμί
    και κρέμα από δαμάσκηνα
    βρασμένη μες σε πήλινα τσουκάλια,
    φερμένη απ’ το χωριό
    με ακόμη πάνω της νωπά τής φτώχειας τα σημάδια,
    πόσο ήταν όλα επώδυνα,
    πόσο γεμάτα κάλλος και αγωνία!

    Τι να σου κάνει η λάμψη των τιμών,
    των τρανών ονομάτων,
    των παρασήμων Pour le mérite
    που ευσταλή τραβούν εμπρός θριαμβεύοντας,

    α, μόνο ό,τι παρέρχεται είναι στ’ αλήθεια ωραίο,
    η φτώχεια πίσω μας
    κι η οδύνη εκείνη που τον εαυτό της αγνοεί
    και σέρνεται με απόνοια προς το στίγμα,
    πόσο είναι ο Άδης τούτος θαυμαστός
    που γεύεται τα άλγη σαν τιμές —
    κανείς μην κλάψει
    κανείς μην πει: εγώ, ο τόσο μόνος.

    Γκόττφρηντ Μπεν, μτφρ. Κώστας Κουτσουρέλης
    Πρώτη δημοσίευση: περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 1794, Νοέμβριος 2006

  6. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Αφιερωμένο:

    Λουκιανός Κηλαηδόνης – Ένας φτωχός και μόνος καουμπόι

  7. Ευχαριστώ πολύ, Αγγελική!!!…. Καλές διακοπές, τα ξαναλέμε το Σεπτέμβρη!…

    -«Φτώχεια, φωτιά, φαρμάκι ο τόπος.
    Μονόξυλα οι Έλληνες μες στα χρώματα των επιγραφών κι ο έρωτας τελευταία ελπίδα.»
    (Νίκος Καρούζος)

    -«Φτωχά γεννάς τραγούδια, πατρίς, φτωχή μητέρα!
    Μικρά πουλιά πετούνε μες σε κλουβί στενό,
    Οι σταυραϊτοί γυρεύουν ελεύθερον αέρα
    Κι απέραντο ουρανό.»
    (Κωστής Παλαμάς)

    -Τάσος Λειβαδίτης, Η ανάσταση των φτωχών

    Κι όταν μ’ έθαψαν κι έριξαν όλο το χώμα της γης επάνω μου,
    ήτανε τόση η θλίψη ενός αδέξιου θαυματοποιού στη γωνιά του δρόμου
    που βγήκα μέσ’ απ’ το καπέλο του.

    (Από τη συλλογή Σημειώσεις)

    *Κι ένα διήγημα που θυμήθηκα από το Ανθολόγιο του Δημοτικού σχολείου:

    -Γιάννης Βλαχογιάννης, «Της φτώχειας τα στερνά»
    (Διήγημα)
    ΜΟΡΦΟΥΛΑ! Ε, μορφούλα! Πού είσαι κυρά μου; Ψίνα, ψιψίνα μου! τι θα φάμε σήμερα; Η γριά Λασκαρού έκραζε τη γάτα της βραχνά, αν και δεν την έβλεπε στο σπίτι. Μόλις έφεγγε, άδειο, παγωμένο ήτανε το σπίτι, ισόγειο, όλο ένα χώρισμα, με τα φτωχικά του τα συγύρια αραδιαστά τριγύρω. Κι η Λασκαρού, διπλωμένη μες στα παλιοσκούτια της, πλάι στη σβηστή γωνιά, δε σπάραζε. Το ξέθωρό της πρόσωπο, με την τριπλοτυλιγμένη μαντήλα στο κεφάλι, καθώς το ’χε γυρμένο κατά τη γωνιά κι έβλεπε με μάτια ακίνητα τη στάχτη σβησμένη, φάνταζε παράξενα και τρόμαζε μες στ’ αυγινό μισόθαμπο.
    Μα κάποτε σείστηκε η γριά σιγά-σιγά. Σείστηκε κι ανασηκώθηκε και γύρισε το πρόσωπο, με το στανιό, κι είδε κατά την κλεισμένη πόρτα.
    — Μορφούλα, κόρη μου καλή, πού είσαι; ρώτησε πάλι.
    Και πιάστηκε από της γωνιάς το γύρο, κι έβαλε αγώνα χέρια, γόνατο και στάθηκε στα πόδια της. Και κίνησε ύστερα σκυφτή κατά την πόρτα. Πήγε, άνοιξε την πόρτα κι έκραξε πάλι. Της γάτας το νιαούρισμα που ’ταν γριά κι αυτή και μαδημένη, έφτασε μέσ’ από το περιβόλι και τα ξερόδεντρα του περιβολιού, τα λίγα που απομένανε για τη φωτιά κι αυτά και της γριάς τη ζέστα. Κι ήρθε η γατούλα κλαίοντας παραπονιάρικα και στάθηκε κοντά στα πόδια της κυράς της, στο μοναχικό σκαλί της πόρτας, το λειωμένο από τα χρόνια.
    — Μορφούλα, τι θα φάμε σήμερα, τι έφερες;
    Η γάτα απάντησε με το παράπονο της, κι έσκυψε πιο πολύ η γριά κι είδε στην πέτρα απάνου ένα ψάρι αποθεμένο. Το ’χε φέρει η γάτα η Μορφούλα.
    Ήταν ένας κοβιός μεγάλος, και τον πήρε η Λασκαρού και μπήκε στο σπίτι, με τη γάτα μπρος κι ολόρθη την ουρά της παίζοντας.
    Αυτό θα ήτανε της μέρας το φαΐ και για τους δύο τους. Ήτανε κι η Μορφούλα γέρικη πολύ. Δε χρειαζότανε μεγάλα πράματα για το φαΐ της. Λίγα ψαροκόκαλα της φτάνανε.
    Το κυνήγι της το καθημερινό ήτανε πάντα ένα ψάρι, όμως πάντα πετρόψαρο. Κι η γριά Λασκαρού το περίμενε πια ταχτικό κι απ’ αυτό κρεμούσε την ελπίδα της θροφής της, την καθημερινή.
    Βράδυ νωρίς, πριν πέσει στο ξερόστρωμα και πριν κλείσει την παλιόπορτά της, συνήθιζε η γριά Λασκαρού, μ’ όλη την αγάπη που ’χε της Μορφούλας — κι είχε την ανάγκη να τη ζεσταίνει στον ύπνο η συντροφιά της κιόλας — άνοιγε και την έβγαζε έξω.
    Ήταν άπονο αυτό που ’κανε, μα πάλι πώς θα ζούσανε; Την έσπρωχνε όξω με το πόδι
    μαλακά τη Μορφούλα και της έλεγε:
    — Σύρε, μορφούλα, σύρ’ εσύ, καλή μου ψίνα μου, κυρά μου, σύρε να φέρεις τίποτα… Δεν έχουμε αύριο να φάμε καψερούλα και θα μείνεις νηστική κι εσύ.
    Η γάτα απ’ όξω έμενε και παρακαλούσε κάμποσο. Ύστερα ξεμάκραινε σιγά-σιγά η φωνή της και χανότανε μες στα σκοτάδια και μες στης θάλασσας τα μουγκρητά. Και την αυγή, να ’το ένα ψάρι στο σκαλί αφησμένο πάλι. Και δεν το ’τρωγε η Μορφούλα. Δεν το πείραζε καθόλου. Ίσως έτρωγε άλλο πριν το φέρει το κυνήγι της αυτό στο σπίτι. Μα πάλι μπορεί να ήτανε μόνο αυτό, και το ’φερνε ίσα στην κυρά της, άγγιχτο.
    Πώς γινότανε τέτοιο πράμα τ’ απορούσε η γειτονιά κι η χώρα η μισογκρεμισμένη. Μα η γριά διόλου δεν το ρωτούσε. Νομίζαν οι άλλοι στην αρχή πως η γάτα η Μορφούλα πήγαινε στην αγορά και τα ’κλεβε τα ψάρια. Μα η Αμέρσα, η πιο κοντινή γειτόνισσα, μαλωμένη με την Λασκαρού από χρόνια, παραφύλαγε τη γάτα κι έβλεπε πως τα ’φερνε τα ψάρια από το γιαλό. Την ακολουθούσε ίσαμε τα σκόρπια βράχια, πλάι στο παλιό λιμάνι, που κάναν ένα πλήθος ήσυχα κορφάκια εκεί, κι όλα αντάμα κάναν ένα πεζονήσι απότομο. Κι εκεί την έχανε τη Μορφούλα. Στο τέλος την παράτησε, βέβαιη πια πως η γάτα τα ’βγαζε τα ψάρια από τη θάλασσα.
    Τότε η Αμέρσα έφερε γύρα τις γειτόνισσες και τα παράστησε όλα με το Νι και με το Σίγμα, και με θάμασμα τρανό!
    Και το ’μαθε όλη η χώρα τι και πώς η γάτα της γριάς Λασκαρούς πήγαινε και ψάρευε τη νύχτα στο γιαλό. Έπιανε μια θέση στο γιαλό και στεκόταν άσειστη σαν πέτρα ανάμεσα στις άλλες πέτρες τις ακίνητες εκεί, και περίμενε ώρες άσειστη. Κι η πείνα βέβαια την οδήγησε κει πέρα και της έδειξε τον τρόπο αυτόν. Και καθώς ζύγωναν οι κοβιοί και τ’ άλλα τα πετρόψαρα και φέρνανε τη μούρη τους ως την κορυφή και γυρεύανε να βρούνε το πιο παχύ χορτάρι, εκεί πού το νερό πάει ανάλαφρο και παιχνιδίζει με τις πέτρες, χραπ! το νύχι της Μορφούλας τ’ αρπάζει.
    Η ίδια η γριά Λασκαρού θα μπορούσε να το πει και να το μαρτυρήσει πως τα ψάρια που της έφερνε η Μορφούλα δεν ήτανε κλεμμένα — τόσο φρέσκα, μισοζώντανα, καμιά φορά και ζωντανά. Μα η Λασκαρού δε συλλογιόταν τίποτα κακό για τη Μορφούλα ούτε και συλλογιόταν τίποτ’ άλλο. Είχε αλαλογήσει κι όλα λίγο. Έμοιαζε λωλή καθώς έβγαινε στο περιβόλι κι έστηνε ψιλή κουβέντα με τη γάτα της. Γιατί όπως γύριζε στο περιβόλι και μαχότανε να κόψει κανένα ξεροκλάδι από τα παλιόδεντρα —χειμώνας που ’ταν τώρα— και να σκίσει κανένα σανίδι από σεντούκι σάπιο, αχρείαστο, ή να βγάλει λαχανάκι από τον κήπο το λιγόσπαρτο, η γάτα εκεί κοντά της, η Μορφούλα τη συντρόφευε και της αποκρινότανε με το νιαούρισμα της, σ’ όσα εκείνη της λαλούσε λόγια ανόητα, λόγια λωλά. Ύστερα την ακολουθούσε στη γωνιά που άναβε τη φωτίτσα κι έβανε να ψήσει το φαΐ, της Μορφούλας το κυνήγι. Και το μοιράζονταν ύστερα οι δύο τους σα δύο φίλοι αγαπημένοι που ήτανε, χωρίς ψωμάκι κιόλας το συχνότερο.
    Χωρίς ψωμάκι αλήθεια τώρα τελευταία, αφού ο άχαρος ο γέροντας της Λασκαρούς έπαψε να της στέλνει τα ταχτικό μηνιάτικο στο ξερονήσι. Γιατί τον έφαγε κι αυτόν η θάλασσα στερνά. Η Λασκαρού ήτανε πολύ περήφανη και δεν ζητούσε ούτε καταδεχότανε. Θα πέθαινε νηστικιά — τα ξέραν όλοι, αλλά δε θα ’βγαινε όξω τον πόνο και την πείνα της να πει.
    Τα ’ξερε αυτά κι η Αμέρσα πιο καλά από κάθε άλλον. Ήταν η πιο κοντινή γειτόνισσα, αν και πλήθος άλλα σπίτια κατάκλειστα ρημάδια πια, χωρίζαν το δικό της απ’ της Λασκαρούς το σπίτι. Έτσι ήταν όλη η χώρα αριά κατοικημένη μ’ όλα τα σπίτια τα πολλά και τ’ αρχοντόσπιτα.
    Ήταν από χρόνια η Αμέρσα μαλωμένη με τη Λασκαρού. Μίση οικογενειακά, συφέροντα παλιά… Μα τώρα τι χρειαζόντανε τα μίση, αφού σβήσανε και τα συφέροντα και πάνε; Πάλι να σηκωθεί να πάει στη Λασκαρού και να φιλιώσει, αυτά δεν τ’ αποφάσιζε η Αμέρσα. Την ήξερε καλά τη Λασκαρού, κι ήξερε και τον ίδιο τον εαυτό της. Όμως η συφορά της Λασκαρούς τη λύγισε, της γλύκανε το περασμένο της φαρμάκι. Μα και πάλι δεν ήθελε να δείξει την αδυναμία της. Ήτανε ψυχή κλειστή η Αμέρσα, όπως όλες οι νησιώτισσες κι όλοι οι νησιώτες εκεί πέρα. Τι να κάνει; Έπαιρνε άλλη μια γειτόνισσα, μια πονηρούλα από το παραπέρα σπίτι, την Κατερινιώ, και πήγαιναν και παραφυλάγαν όξω από της Λασκαρούς το περιβόλι. Τα Χριστούγεννα ήτανε κοντά. Ξεροβόρι άγριο φυσούσε τις τελευταίες μέρες. Η χώρα έβλεπε βορεινά και την έπιανε το κύμα άσκημα. Η Μορφούλα έφτασε μιαν αυγή από το γιαλό, με χωρίς τίποτα στο στόμα, και νιαούριζε στην πόρτα της κυράς της.
    — Κοίταξε, είπε η Αμέρσα. Σήμερα δεν ψάρεψε η Μορφούλα. Με τέτοιον αγριόκαιρο…
    — Τι θα φάνε σήμερα οι δύο τους οι κακόμοιροι; Να ’χουνε τίποτα τάχα; είπε η Κατερινιώ.
    —Καρτέρα μια στιγμή, είπε η Αμέρσα. Έφυγε και γύρισε μ’ ένα φελί ψωμί σπιτίσιο.
    —Ψίνα, Μορφούλα, έκραξε σιγά η Αμέρσα.
    Πήγε η Μορφούλα και στάθηκε στη ρίζα του τοίχου, κάτω από τις γυναίκες, και νιαούρισε γλυκά. Οι δύο αυτές, αφού της ρίξανε ένα κομματάκι και την καλόπιασαν, ύστερα της πέταξαν όλο τα φελί. Τις κοίταξε καλά-καλά η Μορφούλα, κοίταξε και το ψωμί, το μύρισε, το πήρε με τα δόντια της και πήγε και τ’ απόθεσε με προσοχή στο σκαλί επάνω και νιαούρισε.
    — Πού είσαι, Μορφούλα, ψίνα;… Μπα, εδώ είσαι καλή μου; Σήμερα τίποτα δεν έφερες; Πού είναι το κυνήγι σου; Ξέρω, φυσούσε απόψε… Μα τώρα τι θα φας; Εμένα δε με μέλει, κακομοίρα, μα για σένα λέω… Σύρε, φεύγα από κοντά μου, δε θέλω να σε βλέπω παλιόγατα. θα μείνεις νηστική. Μα τι είναι αυτό; Ψωμί έφερες, ψιψίνα μου; Έκαμες καλύτερα. Είχαμε τρεις μέρες ν’ αγγίξουμε ψωμί στο στόμα… Έτσι να φέρνεις ψίνα μου και καμιά φορά λίγο ψωμάκι, όχι μονάχα ψάρια… Και χωρίς αλάτι κιόλας τα βαρέθηκα… καμιά φορά και λίγο τυράκι… όχι ακόμα, είναι Σαρακοστή… Έλα, μέσα τώρα, Μόρφω μου, καλή νοικοκυρά μου.
    Ούτε και ρώτησε πού το ’βρε το ψωμί η Μορφούλα. Την άλλη μέρα πήγε η Κατερινιώ κι άφησε άλλο ένα κομμάτι ψωμί στην πόρτα της γριάς. Άφησε και λίγο τυρί.
    — Μη, της είπε Αμέρσα, θα μας καταλάβει κι ύστερα θα τα πετάξει όλα άμα νιώσει πως τα βάνουμε…
    Η Αμέρσα φύλαγε τη θέση της εκεί συχνά πίσω από τον τοίχο. Μια μέρα πέρασε η Μορφούλα κρατώντας ένα ολάκερο χταπόδι ζωντανό. Την έσκιαξε τη γάτα και την έκανε να τ’ αφήσει από το στόμα της. Έκοψε τα μισό, το χτύπησε, τ’ αλάτισε και το ξανάδωσε της γάτας πάλι.
    — Ακούς παράξενο; έλεγε. Πώς μπόρεσε και το ’πιασε; Πού το’ βρε;
    — Θα το πέτυχε στη ρήχη, είπε η Κατερινιώ, και το θαλάμι του θα ’τανε ψηλά. Ύστερα πώς να την τσακώσει τη Μορφούλα; Οι πλόκαμοί του δεν κολλούνε στο μαλλί της. Ακούς αλήθεια εκεί.
    — Άπιστο πράμα.
    — Ναι, η καημένη, μα πώς θα το φάει, Έχει και φωτιά;
    — Καλά λες, είπε η Αμέρσα. Στάσου να δεις αύριο τι θα κάμω.
    Την άλλη μέρα, απόγιομα, φύλαγαν πάλι οι δύο γυναίκες ώσπου είδαν τη γριά να βγαίνει και να γυρίζει στο περιβόλι με τη γάτα της και να μιλεί.
    — Σήμερα, το κατάλαβες Μορφούλα μου, πως δεν έχω πια ξύλα, μήτε σπίρτα και μου το ’φερες ψημένο το χταπόδι ε; Πονηρή, καλή μου ψίνα μου, νοικοκυρά μου εσύ, όλα τα φροντίζεις… Ξέρεις πως είναι και Σαρακοστή. Μεθαύριο έχομε και Χριστούγεννα, κυρά μου. Πάμε μέσα τώρα — θα μου πείνασες λιγάκι, πάμε..; Κρύο κάνει. Έχουμε λίγο χταπόδι… Και ψωμί… Και το τυρί θα το φυλάξουμε για τη γιορτή, μεθαύριο. Πάμε.
    Δάκρυσαν οι γυναίκες. Την παραμονή λησμονήσανε τη Λασκαρού, δοσμένες στις δουλειές και τις ετοιμασίες τού σπιτιού τους. Το πρωί όμως τη θυμήθηκε η Αμέρσα. Μπήκε σαν κλέφτρα, πρώτη φορά ύστερα από χρόνια, στο περιβόλι, και πήγε κι άφησε στην πόρτα της ένα κομμάτι ψωμί, και τόλμησε κι ένα κοψίδι ψητό κρέας.
    Μα όλη μέρα, Χριστούγεννα, η Μορφούλα ανήσυχη, θρηνούσε απ’ όξω από το σπίτι. Τ’ απομεινάρια του φαγιού ήτανε κει — σημάδι πως τα ’χε φάει η γάτα. Τότε ανησύχησε η Αμέρσα. Κάλεσε την Κατερινιώ κι άλλες γειτόνισσες κι αποφάσισαν και χτυπήσανε της Λασκαρούς την πόρτα. Όμως κανένας δεν τους αποκρίθηκε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: