Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (153ο): «Άννα – Μαρία»…

 

 

  1. Ποιήματα για την «Άννα»

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Άννα Κομνηνή»
«Στον πρόλογο της Aλεξιάδος της θρηνεί,
για την χηρεία της η Άννα Κομνηνή.

Εις ίλιγγον είν’ η ψυχή της. «Και
ρείθροις δακρύων», μας λέγει, «περιτέγγω
τους οφθαλμούς….. Φευ των κυμάτων» της ζωής της,
«φευ των επαναστάσεων». Την καίει η οδύνη
«μέχρις οστέων και μυελών και μερισμού ψυχής».

Όμως η αλήθεια μοιάζει που μια λύπη μόνην
καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχη γυναίκα·
έναν καϋμό βαθύ μονάχα είχε
(κι ας μην τ’ ομολογεί) η αγέρωχη αυτή Γραικιά,
που δεν κατάφερε, μ’ όλην την δεξιότητά της,
την Βασιλείαν ν’ αποκτήσει· μα την πήρε
σχεδόν μέσ’ απ’ τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης.»

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

-Μαρίνα Τσβετάγιεβα, «Άννα Πασών των Ρωσιών»

«Στην Άννα την χρυσόστομη – πασών των Ρωσιών
Στον Λόγο εξιλαστήριο –
Αγέρα την φωνή μου φέρε
Και τον βαρύ αναστεναγμό
Πύρινε ουρανέ την ιστορία πες μας
Για κείνα τα μάτια μαύρισε ο πόνος
Για την βαθιά υπόκλιση
Καταμεσής στην χρυσή κοιλάδα

Ρυάκι καταπράσινο, μέσα στο δάσος που κυλάς,
Πες μας πως απόψε το βράδυ
Σαν έσκυψα από πάνω σου
Πως την μορφή εκείνης είδα

Εσύ πάνω στης θύελλας τα ύψη
Εφάνηκες ξανά!
Ανώνυμε! Σύ!
Στην Άννα τη χρυσόστομη – πασών των Ρωσιών
Την αγάπη μου φέρε!»

(27 Ιουνίου 1916, μτφ. Δ. Τριανταφυλλίδης)

(Πηγή: http://www.vakxikon.gr/)

 

 

 -Σταύρος Βαβούρης, «Giudici, ad Anna, giudici»

«Σπρώξε τους τότε τους ανίδεους
τους χαμερπείς και ξέφυγε
για μια στιγμή, για λίγα δευτερόλεπτα
απ’ άρχοντες αστάθμητους κι αόρατους
αλλά και σταθμητούς
π’ άρον άρον θα σε σέρνουν
σαν την Άννα Μπόλεϊν στο δήμιο.

Ξέφυγέ τους κι ούρλιαξε:
«Δικαστές, για μένα δικαιοκρίτες, δικαστές».

Όχι για να σε βγάλουν λάδι δηλαδή·
όπως εσύ,
όλοι τις έχουν κάνει τις λαδιές τους
όπως και η Άννα φυσικά.
Αλλά
τα χρόνια που ’ρχονται τουλάχιστον Μετά
να σε δικάσουν έντιμα
κι έστω, να σε καταδικάσουνε Σωστά.»

(http://www.poiein.gr/archives/6949)

 

 

-Τάκης Σινόπουλος, «Ποιήματα για την Άννα»

«ΠΡΟΛΟΓΟΣ»:
1) Αυτά τα ποιήματα ανήκουν στην Άννα
στην Άννα-πουλί.
Βγήκανε μέσα από δύσκολες στιγμές κι’ από θαυμαστές
πάλι στιγμές της νύχτας και της ημέρας. Η νύχτα είταν
η μεταρσίωση και τη μέρα είταν ο ήλιος.
Η Άννα-η Αννούλα, είναι η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ
κι εγώ ένας τρελλός ποιητής.
Λοιπόν ας βοηθήσουν οι θεοί
για την αγάπη αυτή που γεννήθηκε και γεννιέται κάθε μέρα,
μέσα σε τόση τρέλλα, τόσο παραλογισμό, τόση μέθη και τόσο πόνο.

2) Αυτά τα ποιήματα ανήκουν στην Άννα της θάλασσας
την Αγαπημένη
μπορεί σιγά-σιγά ν’ αλλάξουν μορφή. Όμως το πρώτο
γράψιμο, όπως βγήκαν τα ποιήματα, ανήκει στην Άννα,
όπως φυσικά και το τελευταίο.

(Τάκης Σινόπουλος, «Ποιήματα για την Άννα», Ερμής)
 

-Ἑλένη Ἀρβελέρ, «Ἄννα Δαλασηνή»

«Ποτὲ δὲν τὴν φαντάστηκε τέτοια τιμὴ ἡ Δαλασηνή!
Ὁ γιός της αὐτοκράτορας, κι ἐκείνη νὰ κινεῖ
τοῦ Κράτους τὰ ἡνία, στὴν Πόλη ἀρχηγός,
ὅσο ἔλειπε ὁ Ἀλέξιος στὴν μάχη στρατηγός.
Περήφανη, σεμνή, σεβάσμια ἡ Ἄννα,
ὅμως κι ἀγέρωχη, ἄτεγκτη, ὡς βασιλέως μάνα,
ἔκρυψε τὴ χαρά, ποὺ νὰ τὴν κάνει θὰ μποροῦσε,
ἀπὸ συγκίνηση νὰ χύσει, δημόσια, ἕνα δάκρυ,
σὰν τῆς διάβαζαν τὸ χρυσοβουλλο, ποὺ τὴν τοποθετοῦσε
στῆς Ῥωμανίας τὴν ἀρχή, Δέσποινα ἀπ᾿ ἄκρου σ᾿ ἄκρη…
«Ὅ,τι δικό μου, καὶ δικό σου», ἔγραψε ὁ Κομνηνός,
στὴ μάνα του ἀφήνοντας τὴν αὐτοκρατορία.
Ὥστε ἕνα τὸ ὄνειρό τους, κι ὁ στόχος τοὺς κοινός.
Κι ἂς ἔλεγαν, στῆς Πόλης τὴν ἀγορά, μὲ μοχθηρία,
ἔξαρχοι τῶν συντεχνιῶν, μὰ καὶ συγκλητικοί,
ὅτι ἀπὸ τοὺς Κομνηνοὺς ἀρχίζει ἡ ἱστορία
ποὺ ἔκανε τὸν θρόνο, καρέκλα οἰκογενειακή.
(Ἴσως ἐξαίρεση ὁ Ἀνδρόνικος· ὅμως κι αὐτὴ περαστική).»

(Ἑλένη Ἀρβελέρ, Τὸ Ἄγνωστο Βυζάντιο, Ἑρμῆς 2006)

 

2. Ποιήματα για τη «Μαρία»

 

 -BERTOLT BRECHT, «Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ Α.»

1

Τη μέρα εκείνη, με τη μπλε σεπτεμβριανή σελήνη,
σε μια μικρή δαμασκηνιά αποκάτω, δίχως λέξη
να λέμε, κράταγα στην αγκαλιά μου τη χλωμή μου
αγάπη, κι ήταν όνειρο γλυκό – αχ, και να μη φέξει!
Κι απάνω μας, στον όμορφο τον ουρανό του θέρους,
καθόταν ένα σύννεφο που τό ’βλεπα ώρες και ώρες:
λευκό, κατάλευκο, τεράστιο, στον αιθέρα αλλάργα·
μα σαν επήγα να το ξαναδώ, είταν σ’ άλλες χώρες.

2
Από τη μέρα εκείνη και μετά φεγγάρια πλήθος
κολύμπησαν αμίλητα στα πέλαγα τα ουράνια.
Κοπήκαν οι δαμασκηνιές· ξυλεύτηκαν· καήκαν –
κι εσύ όλο με ρωτάς τί απέγινε ο έρωτας. Αδράνεια
του νου, σου λέω, με κωλύει να θυμηθώ, κι εν τούτοις
καταλαβαίνω, ναι, καλά τί πας να πεις. Αχ, σβήσει
πλέον έχει μέσα μου η όψη της, δεν τη θυμάμαι διόλου·
θυμάμαι, πάντως, πως την είχα τότε, ω ναι, φιλήσει.

3
Αλλά κι εκείνο το φιλί θαν τό ’χα λησμονήσει
από καιρό, αν δεν ήτανε παρόν και μας θωρούσε
το συννεφάκι… τότε… που το ξέρω… το θυμάμαι:
λευκό, κατάλευκο, στον ουρανό βραδυπορούσε.
Μπορεί οι δαμασκηνιές να θάλλουν πάντοτε, ν’ ανθίζουν,
κι εκείνη η κοπελλιά ίσως νά ’χει εφτά παιδιά να θρέψει
αυτή την ώρα. Αλλά τί λίγο που άνθισε εκεί τότε
το σύννεφο! Και πόσο βιάστηκε ο αέρας να το δρέψει!
(Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

 

 

-Ο. Ελύτης, «Μαρία Νεφέλη»

(απόσπασμα)

 «Η Μαρία Νεφέλη λέει:
Η ΝΕΦΕΛΗ
Μέρα τη μέρα ζω – που ξέρεις αύριο τι ξημερώνει.
Το ‘να μου χέρι τσαλακώνει τα λεφτά και τ’ άλλο μου τα ισιώνει
Βλέπεις χρειάζονται όπλα να μιλάν στα χρόνια μας τα χαώδη
και να ‘μαστε και σύμφωνοι με τα λεγόμενα «εθνικά ιδεώδη».
Τι με κοιτάς εσύ γραφιά που δεν εντύθηκες ποτέ στρατιώτης
η τέχνη του να βγάζεις χρήματα είναι κι αυτή μία πολεμική ιδιότης
Δεν πα’ να ξενυχτάς- να γράφεις χιλιάδες πικρούς στίχους
ή να γεμίζεις με συνθήματα επαναστατικά τους τοίχους
Οι άλλοι πάντα θα σε βλέπουν σαν έναν διανοούμενο
και μόνο εγώ που σ’ αγαπώ: στα όνειρά μου μέσα έναν κρατούμενο.

Έτσι που αν στ’ αλήθεια ο έρωτας είναι καταπώς λεν «κοινός διαιρέτης»
εγώ θα πρέπει να ‘μαι η Μαρία Νεφέλη κι εσύ φευ ο Νεφεληγερέτης.
Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία. […]

 

Η Μαρία Νεφέλη λέει:
Όσο υπάρχουνε Αχαιοί θα υπάρχει μία ωραία Ελένη
και ας είναι αλλού το χέρι αλλού ο λαιμός
Κάθε καιρός κι ο Τρωικός του πόλεμος.
Μακριά μέσα στ’ απώτατα βάθη του Αμνού
ο πόλεμος συνεχίζεται.

 Η Μαρία Νεφέλη λέει:
Αλλού είναι ο θάνατος.
Κεραυνός οιακίζει.
Εσείς άνθρωποι θα χαθείτε
το χτένι μες στο χέρι σας θ’ ακινητήσει ένα πρωί στον αέρα
κι ο καθρέφτης θα δείξει την υποδόρια υφή
των ιστών όπου ο χρόνος
όπως έντομο σε απελπισία παγιδεύτηκε.

Αλλού είναι ο θάνατος.
Μη μ’ αφήνετε να τρέξω γιατί θα χαθώ.
Δεν μου δόθηκε η χάρη να κλάψω αλλά φοβάμαι.

Δεν έχω συγγενείς
απ’ όλη μου τη ζωή
προσπάθησα να φτιάξω μια πετρώδη νεότητα.

Γέμισα τον έρωτα σταυρούς.
Η Λύπη ομορφαίνει
επειδή της μοιάζουμε.[…]»

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, [Μαρία! Μαρία!]

«Μαρία! Μαρία! Μαρία!
Άσε με να ‘μπω Μαρία!
Δε βαστώ πια στους δρόμους!
Δε θες;
Περιμένεις
σε λάκκους να βουλιάξουν τα μάγουλά μου

κι έτσι απ’ όλες δοκιμασμένος,

γλυκανάλατος

να ’ρθω
και φαφούτικα να ψευδίσω, πως

σήμερα είμαι

«απίθανα τίμιος».

Μαρία,

βλέπεις,

έχω αρχίσει

να καμπουριάζω.

Στα σοκάκια

οι άνθρωποι
μέσ’ απ’ το λίπος της τετραώροφης σγάρας τους
θα ξετρυπώσουνε τα ματάκια,
τα φαγωμένα απ’ τη σαραντάχρονη χρήση,
κάνοντας χάζι
με πνιχτά χαχανητά,
που στα δόντια κρατάω-
-ξανά-
το μπαγιάτικο κουλούρι
απ’ το χτεσινό σου χάδι.

Πλημμύρισε η βροχή
με λυγμούς τα πεζοδρόμια·

κυκλωμένη απ’ τους νερόλακκους λωποδύτρα,

μούσκεμα, γλείφει του δρόμου

το στουπωμένο απ’ το λιθόστρωτο πτώμα,

ενώ στα λευκά τσίνορα, άκρη ως άκρη

-μάλιστα-
στων κρουστάλλων τα τσίνορα

-μάλιστα, κοίτα-
στα χαμηλωμένα μάτια απ’ τα λούκια

σταλάζει το δάκρυ.
Μαρία!
Πώς στ αφτί τους, απ’ το λίπος πρησμένο,

να τρυπώσει μια λέξη απαλή;
Το πουλί
με το τραγούδι του διακονεύει,

τραγουδάει πεινασμένο,

ηχερό.
Μα εγώ είμ άνθρωπος, Μαρία, το ξέρεις,

απλός,
που μ’ έφτυσε η νύχτα η χτικιάρα

στης Πρέσνιας το βρόμικο χέρι.

Μαρία, τέτοιον με θέλεις, λοιπόν;
Άσε με να μπω, Μαρία!
Με δάχτυλα σπασμωδικά θα σφίξω

του κουδουνιού το σιδερένιο λαιμό!

Μαρία!

Αγριεύει των δρόμων η βοσκή.
Το λαιμό μου πληγώνουν
τα δάχτυλα του συνωστισμού.

Άνοιξέ μου!
Πονώ!

Βλέπεις – οι καρφίτσες απ’ τα γυναικεία καπέλα

στα μάτια μου έχουν μπηχτεί!

Άνοιξες!

Μωρό μου!
Μη φοβάσαι πως στο σβέρκο μου το βουβαλίσιο

υδροκοίλες γυναίκες, βουνό έχουν καθίσει,
πως απ’ όλη μου τη ζωή που πέρασε

σέρνω εκατομμύρια πελώριους καθάριους έρωτες,
δισεκατομμύρια μικρούς βρόμικους ερωτάκους.
Μη φοβάσαι,

ξανά, πως
στη βαρυχειμωνιά της προδοσίας,
θα πεις «ξανακύλησες
στις χιλιάδες τις ομορφούλες»
-τις «ερωτευμένες το Μαγιακόβσκι»-

ξέρεις, είν’ ολόκληρη δυναστεία

ανεβασμένος στην καρδιά ενός τρελού

βασίλισσες.

Πιο κοντά μου, Μαρία!
Με τσίτσιδη ξετσιπωσιά,
ή με τρέμουλο φοβισμένο,
των χειλιών σου δώσ’ μου την άφθαρτη γοητεία:
Ως ένα Μάη δεν πρόλαβα να ζήσω εγώ
μαζί με την καρδιά,
σ’ όλη μου τη ζωή
ο εκατοστός χειμώνας μόνο υπάρχει για μένα,

Μαρία!
Ο ποιητής φτιάχνει σονέτα στην Τιάνα,

μα εγώ
-από σάρκα ολοσούμπιτος,

ολοσούμπιτος άνθρωπος-

το κορμί σου ζητώ,

έτσι απλά και ήμερα,

όπως οι χριστιανοί ζητάνε

«τον άρτον ημών τον επιούσιον

δος ημίν σήμερον»,
Μαρία – δώσ μου!
Μαρία!
Φοβάμαι, τ’ όνομά σου μην ξεχάσω,

όπως ο ποιητής φοβάται μην ξεχάσει

μια λέξη
γεννημένη σ’ ολονύχτιο αγκομαχητό,

στη μεγαλοσύνη της παρόμοια με το Θεό.

Το κορμί σου
θα το φυλάω και θα τ’ αγαπώ,
σάμπως φαντάρος,
απ’ τον πόλεμο κουτσουρεμένος,
άχρηστος,
μην ανήκοντας πια σε κανένα,

το πόδι του φυλάει το μοναδικό.
Μαρία-

Δε θέλεις;
Δε θες!

Χα![…]»
(Απόσπασμα από «Το σύννεφο με παντελόνια»)

Οδυσσέας Ελύτης «Η Μαρίνα των βράχων»

«Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη – Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Xίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

– Μα πού γύριζες;
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου ‘λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων – Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών

Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Άκουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο

άλλο καλοκαίρι,
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.»

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-Κατερίνα Γώγου, «Θα ΄ρθει καιρός»

«Θα ‘ρθεί καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
– μη βλέπεις εμένα – μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα
άκου θα ‘ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θά `μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι – σκέψου! – θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι, καταπίεση, μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
δύσκολοι καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
παρ’ όλα αυτά Μαρία.»

(Κατερίνας Γώγου, Το ιδιώνυμο)

Advertisements

Single Post Navigation

11 thoughts on “Πες το με ποίηση (153ο): «Άννα – Μαρία»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Δύο σε ένα σήμερα; Γιατί το κάνεις αυτό, καλέ μου Γιάννη;
    Αφεντικό είσαι, θα μου πεις κι ό,τι θέλεις κάνεις. Συμμορφώνομαι λοιπόν…
    Αλλάάάά΄… εγώ σήμερα θα ασχοληθώ μόνο με την Άννα.
    Η Μαρία αύριο.

    Είδα την Άννα κάποτε, Διονύσης Σαββόπουλος

    Άννα

    Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες
    Για να μην τύχει και προσέξεις
    Πόσο διστάζω να σε αγγίξω
    Σαν τον κατάδικο που στέκει μες στη νύχτα
    Διστάζοντας να βάλει το απολυτήριο στη τσέπη
    Γιατί το ξέρει
    Πως τόσο φως δεν θα το αντέξει
    Είχα πάντα έτοιμο
    Ένα μικρό μπουκάλι πού ’ριχνα στη θάλασσα
    Βόρειο πλάτος – αλλάζει κάθε μέρα
    Μεσημβρινός – αλλάξει κάθε νύχτα
    Στίγμα – οι χειροπέδες μου
    Δεν το ’ριξα ποτέ
    Φαίνεται πως πάντοτε υπήρχε
    Όσο υπάρχεις
    Ταξιδεύω
    Θα σε βρω
    Όπου πατάς
    Πέφτουν πράσινα φύλλα

    Ίσως και να ’ναι πρόφαση
    Όπως προφασίζουμε τα φύλλα
    Κι έχω κατά νου μου το νερό
    Όπως μιλάω για γεράνια
    Και βλέπω εκεί που αγγίξανε
    Τα χείλη σου το φως

    Τις νύχτες σκάβαμε κρυφά
    Μια υπόγεια σήραγγα
    Μ΄ ένα σουγιά μ΄ ένα πιρούνι με τα νύχια
    Σκάβαμε τις πέτρες
    Ξέροντας πως θα φτάσουμε το πολύ ως τη θάλασσα
    Κι όμως μας ήταν ανάγκη
    να βλέπουμε τα χέρια μας να ζούνε
    μου ήτανε ανάγκη
    να βλέπω πως κοντεύω πόντο – πόντο
    να σε φτάσω

    Άρης Αλεξάνδρου – Ποιήματα

    Κώστας Καράλης – Άννα

    ΣΤΗΝ ΑΝΝΑ ΤΗ ΛΟΥΛΟΥΔΙΝΗ

    Ω ΕΣΥ, ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ και των 27 μου αισθήσεων, Σου αγαπώ!
    Εσύ Εσού Εσένα Εσέ, ημείς υμάς και ημάς υμείς,– – – – εμείς;
    Αλλά τι λέω τώρα, αυτά είν’ όλως διόλου άσχετα!

    Ποια είσαι, απροσμέτρητο τσουλί;
    Μην είσαι… είσαι στ’ αλήθεια αυτή;
    Ο κόσμος λέει ότι είσαι μία εσύ…
    Άσ’ τους να λένε, άσ’ τους να πουν,
    πού παν τα τέσσερα δεν ξέρουν να σου πουν.

    Φορείς το καπελάκι Σου στα πόδια, και με τας χείρας
    πορπατείς, πάνω στας χείρας πηαίνεις.

    Γεια και χαρά Σου, εμπρός Σου φτάνω, χαιρετώ!
    Τα κόκκινα τα ρούχα Σου τ’ ασπροπριονισμένα,
    κόκκινα τ’ αγαπώ, Άννα Ανθηρή, κόκκινη σου αγαπώ και Σου!
    Εσύ, Εσού, Εσένα, Εσέ, ημείς υμάς και ημάς υμείς,– – – – εμείς;
    Αλλά τι λέω τώρα, αυτά είναι κάρβουνα αναμμένα, παγερά!
    Άννα Λουλούδινη, Άννα μου κόκκινη Ανθηρή, τι λέει ο κόσμος!

       Γρίφος (ο ευρών αμειφθήσεται):

       Η Άννα η Ανθηρή διαθέτει ένα πουλί.
       Η Άννα η Ανθηρή είναι κόκκινη.
       Τι χρώμα έχει το πουλί.

    Κυανό είν’ το χρώμα των μαλλιών Σου των κίτρινων,
    κόκκινο το χρώμα του πουλιού Σου του πράσινου.
    Εσύ, κορίτσι απλό στο τσίτι το καθημερνό.
    Εσύ, ζωάκι πράσινο κι αγαπητό, Σου αγαπώ!
    Εσύ, Εσού, Εσένα Εσέ, ημείς υμάς και ημάς υμείς,– – – – εμείς;
    Αλλά τι λέω τώρα, αυτά είναι η μαγιά της κάψας μοναχά!

    Άννα Λουλούδινη, Άννα, Α – – – – Ν – – – – Ν – – – – Α!
    Στη γλώσσα μου σταλάζω τ’ όνομά Σου,
    Το όνομά Σου στάζει σαν μαλακό ξίγγι βοδιού.
    Το ξέρεις τάχατε, Άννα, άραγε το ‘χεις κατά νου
    ότι κι ανάποδα μπορείς να διαβαστείς;
    Ότι Εσύ, ω Εσύ, η αγλαοτέρα πάντων,
    είσαι από πίσω όπως κι από μπρός:
    Α – – – – – – Ν – – – – – – Ν – – – – – – Α.
    Τη ράχη μου χαϊδεύοντας, ξίγγι σταλάζει βοδινό.
    Άννα Λουλούδινη, Άννα Ανθηρή.
    Ζωάκι Εσύ σταλακτιστό,
    Σου – – – – – – – αγαπώ!

    Κουρτ Σβίττερς, μεταγραφή: Κώστας Κουτσουρέλης

    Αχ, Αννούλα του χιονιά, Αντώνης Καλογιάννης

    [Η Μπαλάντα των Εκδοχών του Χρόνου]
    (απόσπασμα)

    Σε μια εκδοχή του χρόνου συνεχίζω με την Άννα
    ποτέ δεν πήρα το πτυχίο μου έχουμε μια κόρη.
    Επισκέπτης φαρμακείων και πρωί κι απόγευμα
    ξοπίσω απ’ τους λογαριασμούς τα ιδιαίτερα
    το βραδινό φαΐ που φτάνει τηλεφωνικώς στο διαμέρισμα.
    Αρχίζω να τα λέω μοίρα μου όσα συνέβησαν
    και πιάνω στον καθρέφτη αυτό το βλέμμα
    του δαρμένου σκύλου
    που έχουν οι άνθρωποι που αγάπησαν χωρίς ν’ αγαπηθούν
    και δε γράφω πια καθόλου, μα καθόλου ποιήματα.

    BΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ [Από την υπό έκδοσιν συλλογή: Μνημεία Περιστάσεων. Πρώτη δημοσίευση στο φανζίν Μπραζίλ]

    Μάρκος και Άννα, Πάνος και Χάρης Κατσιμίχας

    The last simphony
    (ανάκλαση)

    Άννα,
    Φρόντιζε για μένα,
    Χτένισε μου τα μαλλιά με τα λεπτά σου δάχτυλα,
    Γιατί έχω γράψει έναν ύμνο για σένα.
    Έλα, για τελευταία φορά να με λούσεις.
    Και αγάπη μου…. Συγχώρεσέ με,
    Όπως συγχωράς τη βροχή που ρίχνει τα φύλλα στη γη.
    Στο συρτάρι υπάρχει ένα τετράδιο,
    Άνοιξε το στην τελευταία σελίδα και διάβασε το από μέσα σου…
    Δέξου το σαν δώρο.
    Και μετά πες μου αν κάτι της λείπει,
    για να είναι τέλειο.

    Άννα…,
    Στο πιάτο , ένα μήλο περιμένει να κοπεί.
    Απόλαυσε το εσύ !
    Στο βάζο , το λουλούδι διψά για νερό. Πότισε το εσύ!
    Το άσπρο φουλάρι, που έχει δυο εποχές να φορεθεί,
    φόρεσε το εσύ!
    Και τώρα άνοιξε το παράθυρο αγάπη μου,
    Να γευτώ τη μελωδία του δάσους , που γυμνώνεται αυτή την εποχή.
    Αχ, στο κεφάλι μου υπάρχει μονό η σιωπή.

    Αισθάνεσαι το παλμό του αέρα;
    Είναι του θεού η αναπνοή.
    Το πρόσωπο σου, είναι η παρομοίωση Του!
    Ήμουν χαμένος χωρίς εσένα, Άννα.
    Δυστυχισμένος και σιωπηλός.

    Άννα….
    Ο σκύλος θρηνεί.
    Διαισθάνεται την αποδημία της ψυχής.
    Μα τι υπάρχει πέρα από το δάσος Άννα…;

    Αρντίτα Ιατρού (Ardita Jatru)

    Άννα, δεν ήμουνα εγώ γι’ αεροπλάνα, Καζούλης

    Για την δεκαοχτάχρονη Αννέτα

    Αννέτα, μη μεγαλώσεις πια,
    Χαμένα τα’ χει η μάνα σου,
    Σαν βλέπει τα στήθη σου σαν μπουμπούκια
    έτοιμα να πετάνε κάτω από το φουστάνι,
    και τη λάμψη των ματιών σου, την ερωτική.

    «Πιάσε το φουστάνι, Αννέτα, κρύψε τα βραχάκια σου»!
    Πως άνθησες έτσι ξαφνικά!
    Μη, Αννέτα, μη μεγαλώσεις πια.
    Σε θυμάμαι μικρή σαν χθες, Αννέτα,
    Με τα σορτς επάνω στο ποδήλατο
    Ξένοιαστο παιδί του αέρα, ζωή γεμάτο
    Και τη φωνή της μάνας σου «Μη πέσεις παιδάκι μου»!

    Σαν μεγάλωσες Αννέτα.
    Το βλέπω στα διψασμένα μάτια των αγοριών
    που κυνηγάνε τον τρελό αέρα που αφήνει πίσω
    το φτερούγισμα των φτερών σου,
    Όμορφη Αννέτα.
    Μικρούλα μου Αννέτα,
    Σαν περνούσες το πρωί κάτω από το παραθύρι μου,
    Το μελαγχολικό αέρα της μοναξιάς μου ταρακούνησες
    Με το κρότο των ψηλών τακουνιών σου
    Που χτύπησε την πόρτα της πονεμένης μνήμης της ψυχούλας μου,
    και ράγισα…ζήλεψα την νιότη σου.
    Ήμουν κι’ εγώ μικρούλα, σαν εσένα, και όμορφη, Αννέτα
    Γεμάτη ζωή και όνειρα, αχ, με όνειρα μόνο
    Που εσύ δεν μπορείς να καταλάβεις, τα σκλαβωμένα μου όνειρα.

    Εκεί στην Αλβανία που γεννήθηκα και μεγάλωσα,
    Τότε στα χρόνια των φυλακισμένων ψυχών.
    Νιότη μου ονειρεμένη, Αννέτα εσύ.

    Αρντίτα Ιατρού (Ardita Jatru)

    Κάνε Κουράγιο Άννα, Γιώργος Νταλάρας

    Πάρε ένα κοχύλι απ’ το Αιγαίο, Χατζής-Μαρινέλλα

    Πάρε ένα κοχύλι απ’ το Αιγαίο

    Άννα, δώσ’ μου για να σε θυμάμαι
    το μικρό χτενάκι που κρατάς
    Μπήκε ο Σεπτέμβρης και φοβάμαι
    τ’ όνειρο πως τέλειωσε για μας

    Πάρε ένα κοχύλι απ’ το Αιγαίο
    να ‘χεις στο ταξίδι συντροφιά
    Κι από το φιλί το τελευταίο
    κράτησε στα χείλη τη δροσιά

    Η καρδιά μου φύλλο-φύλλο
    ματωμένη τριανταφυλλιά
    Στο Αιγαίο και στον ήλιο
    Θεέ μου πόση νοιώθω μοναξιά

    Άσε την αλμύρα από τ’ αλάτι
    κάτω από τα μάτια της σιωπής
    Πάρε της φυγής το μονοπάτι
    τέτοιαν ώρα τίποτα μην πεις

    Μόνο «θα ξανάρθω» να μου τάξεις
    όταν το μαντήλι θα χαθεί
    Βγες στην κουπαστή ναν το φωνάξεις
    σ’ όλο το Αιγαίο ν’ ακουστεί

    Ξενοφώντας Φιλέρης

    Μαχαιρίτσας- Άννα

  2. Ciao Aggeliki!… Προτίμησα τα δυο ονόματα στην ανάρτηση για μεγαλύτερη ευκολία στην εύρεση ποιημάτων, αν και το καθένα, όπως λες και συ, θα μπορούσε να αποτελέσει ξεχωριστή ανάρτηση…

    -Ήντιθ Σίτγουελ, «Το τραγούδι της Άννας Μπολέυν»»

    «”Μετά τη φοβερή βροχή, ο Ευαγγελισμός”-
    Το αίμα – πουλί στις φλέβες μεταμορφωμένο σε σμαράγδια
    Έδωσε απόκριση στου πουλιού το κάλεσμα…
    Μες στην καινούριαν Άνοιξη θα ξεχαστεί
    Το ψύχος του Χειμώνα
    Καθώς εγώ ξεχνώ την κρυάδα του στερνού εραστή μου,

    Του μεγάλου τεφρού Βασιλιά
    Που ξεκουράζεται πάνω στα στήθια μου
    Και κυβερνάει στις φλέβες μου το αίμα – πουλί που στρίγκλιζε μ’ ένα γέλιο
    -Ίδιος ήχος φόβου-
    Όταν το βήμα μου περήφανο και φωτεινό
    Σπιρούνιζε απ’ τον ουρανό τον ήλιο μου
    Μες στο χορό μου τον αμέριμνο κι ακέφαλο –
    Ω είναι πολύς καιρός αγαπημένη,
    Κόρη μου ζωντανή!

    Στις νύχτες της Άνοιξης, το πουλί, ο Άγγελο; Του Ευαγγελισμού
    Κάθεται περίλυπο στους ουρανούς των φτερών του και της άγριας πρά-
    σινης φωτιάς
    Όπως καθένας μέσα στο δικό του κόσμο, καθένας μέσα στο αυγό του
    Σα Μοίρα έχει ξαπλώσει.

    Τραγούδησε στο αίμα μου, καθώς ο Ερρίκος, Βασιλιάς μου πρώτος,
    Ήλιος μου φοβερός
    Σαν τη συνήθεια ήρθε της Άνοιξης, την πρώτη πράσινη ουλή,
    Και φώναξε,
    “Κλαριά είναι οι φλέβες σου όπου αρχίζει το πρώτο άνθισμα
    Μετά τις χειμωνιάτικες βροχές –
    Τα μάτια σου είναι μαύρα και βαθιά
    Σαν ύπνος άχρονος
    Κι η αγκάλη σου και τα βυζιά σου είναι της Ζωής οι ποταμοί μου
    Ενώ ένας κόσμος νέος μεγαλώνει στο πλευρό σου”.

    Είπανε κάποιοι πως εγώ ήμουν η αρχή του Ξεπεσμού,
    Εγώ που του ‘δωσα τον κόσμο της νιότης και της Άνοιξης σα μήλο
    Και των μηλόκηπων τη σμαραγδένια γνώση –
    Πως η αμαρτία κρύβεται στο σπόρο.

    Αλλά ο Ερρίκος με σκεφτόταν μέσα στον παγερό Χειμώνα
    Όταν για να βαστάξω την αγάπη του ξεμάκραινα απ’ αυτόν πώς ξεμα-
    κραίνει
    Ο κόσμος απ’ τον ήλιο… Και τότε ο κόσμος γέρασε –

    Όμως εγώ που μέσα στην καρδιά μεγάλωσα πώς μεγαλώνει
    Του πουλιού το κελάηδισμα στην καρδιά της Άνοιξης…
    Εγώ, Άγγελε φοβερέ
    Των σμαραγδιών μέσα στο αίμα του ανθρώπου και του δέντρου,
    Πώς μπορούσα να ξέρω που θα ‘ταν οι νύχτες της Άνοιξης κρύες

    Όταν ο τεφρός χλωμόφεγγός μου Βασιλιάς –
    Γέροντας ερωτιάρης Θάνατος έτσι με συνήθισε ψυχρή;
    Τα γηρατειά του πάνω στα στήθια μου κοιμούνται,
    Οι φλέβες μου, κλαριά ροδακινιάς όπου το πρώτο άνθισμα
    Σαλεύει, φέρνουν τη ζεστασιά της Άνοιξης στα γκρίζα του μαλλιά.»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, μτφ. Γ. Παυλόπουλος, Ελληνικά γράμματα)

    *Και τρία ποιήματα για μια διάσημη Μαρία, την «εν πολλαίς αμρτίαις περιπεσσούσα γυνή», τη Μαρία Μαγδαληνή:

    -Κώστας ΒΑΡΝΑΛΗΣ, «Μαγδαληνή»

    «Μες σε παλάτια, που σα σπήλια αντήχαν οι μουσικές
    Κι αστράβαν απ’ τα μέταλλα και τα δεμένα φώτα
    Στα μάγουλά μου, που κανείς δεν τα είδε ήλιος, οι μοσκιές
    Γλίστρααν με λάγγεμα πολύ και τα δαγκώναν σαν οχιές
    Στην κρυσταλλένια μου φωνή θαμπή εγλιστρούσε νότα.

    Στην τεσσεριβασίλεφτη Γιουδαία εγώ ήμουν η πηγή:
    Του κόρφου μου τ’ αμάραντα και μοσκοβόλα κίτρα.
    Ωσάν τη φλόγα του κορμιού μου άλλη δε γνώρισεν η Γη
    Σαν της αγκάλης μου μεστή καμιά δεν ύπαρχε σιγή.
    Ο έρωτάς μου νίκαγε τη Ρώμη τη νικήτρα…

    Σκοτάδια είτανε μέσα μου, ξέρα μεγάλη κι αμμουδιά
    Και στα γλυκά τα χείλια μου πικρά πολύ τα γέλια.
    Και μου τινάζαν άξαφνα τ’ αγνώστου φόβοι την καρδιά
    Και μου κοβόταν η αναπνιά μες σε φορέματα φαρδιά –
    Απ’ του θριάμβου την κορφή μακριά βλεπα συντέλεια.

    Δεν είταν άξαφνη αστραψιά. Τούτο συνέβη αργά σιγά…
    Ωραίος δεν είσουν, τίποτα δεν είχες πάνω σου άξο!
    Κοίταγες χάμω τα χαλίκια, ως μίλαγες σιγά κι αργά.
    Την Τρίτη ή τέταρτη φοράν άρχισε ο νους μου να ριγά
    Κι ως σήκωσες τα μάτια σου, δε βάσταα να κοιτάξω.

    Κι ένιωσα ορμή ασυγκράτητη στα πόδια σου να κυλιστώ.
    Είδα να σειέται μέσα μου ψυχή παρθένα ως τώρα.
    Την εφτυχιά τη γνώρισα στο δόσιμο χωρίς μιστό,
    Τη λεφτεριά, στο σκλάβωμα σε κάποιο ιδανικό σωστό
    Και την υπέρτατη ηδονή στον πόνο, – άξια γνώρα.

    Και στους φτωχούς μοιράζοντας τα υπάρχοντά μου (ασημικά,
    Διαμαντικά, μεταξωτά, μπαξέδες και παλάτια)
    Τα βήματά σου ακλούθησα, που κι αν τα σβηούσε ταχτικά
    Στον άμμ’ ο αγέρας του βραδιού, σα φώτα μένανε γλυκά
    Για πάντα σ’ άμμο και ψυχή και σ’ ακοές και μάτια.

    Πράματα νέα δεν έλεγες κι ούτε, με λόγια νέα, παλιά.
    Από τους πολλούς κι από καιρούς όλα είταν ειπωμένα.
    Μα ‘χες τη δύναμη ν’ ακούς των ουρανών τη σιγαλιά
    Κι όλα για σένα (κι άψυχα κι ανθρώποι) διάφανα γιαλιά
    Και διάφαν’ η καρδιά του θεού για σένα – και για μένα!

    Κανείς (και πλήθη και σοφοί και μαθητάδες και γονιοί)
    Δεν ξάνοιγε το σπαραγμό στα θάματά σου πίσω
    Κι αν πρόσμενες το λυτρωμό σου από την άδικη θανή,
    Εγώ μονάχα το ‘νιωσα, που είμουνα λάσπη κοινή…
    Πόσο, Χριστέ σουν άνθρωπος! Κ’ εγώ θα σ’ αναστήσω!
    (Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, εκδ. Κέδρος)

    -Κώστας ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, «ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ»

    Την έβλεπα στα πόδια μου μπροστά γονατισμένη:
    μου γύρευε ένα φίλημα. Τ’ αφράτα της τα στήθια
    η πιθυμιά τα τράνταζε. Δειλή, κομματιασμένη
    ανέβαινε η φωνούλα της απ’ της ψυχής τα βύθια.

    Πουκάμισο αραχνόφαντο της σκέπαζε τα κάλλη
    κ’ η σάρκα της διακρίνονταν σφιχτή, σφιχτή, ροδάτη,
    να τρέμει μες στη θύμηση της ηδονής. Μια αγκάλη
    ολάνοιχτη με πρόσμενε μυρόβολη, χιονάτη.
    Την άκουγα κ’ εγέλαγα, μ’ αντίκριζε θλιμμένα.
    Μα ξάφνου ανασηκώνεται, στα μάτια με κοιτάει,
    και με γοργότη αφάνταστη — που κάτι είχε παρμένα
    απ’ του σπαθιού το τράβηγμα — το ρούχο της πετάει.
    Γυμνή, πανώρια, θεϊκή στεκότανε σιμά μου,
    τα μάτια μου θαμπώθηκαν, επιάστηκε η φωνή μου,
    και μου ‘πε ξαναπέφτοντας σα νεκρωμένη χάμου,
    σε δυο λυγμούς ανάμεσα: «Σου δίνω το κορμί μου».
    Και νιώθω τότε μέσα μου μια πάλη γιγαντένια:
    οι πόθοι μ’ έσερναν εκεί, ν’ αρμέξω το φιλί της,
    μα μια φωνή μου φώναζεν: «Αυτή ‘ναι τιποτένια
    κ’ έχει πουλήσει σε πολλούς τ’ αμαρτωλό κορμί της».
    Έριξα κι άλλη μια φορά στην όμορφη ένα βλέμμα
    όλ’ όργητα, κάποια βρισιά μού ξέφυγε σπ’ το στόμα,
    κ’ είπα (μα μέσα μου έβραζε από τον πόθο το αίμα):
    «Της σάρκας σου δε γίνηκα προσκυνητής ακόμα!»
    (Κ. Καρυωτάκης, Άπαντα, Πέλλα)

    -Νίκος Καζαντζάκης, “Μαγδαληνή”

    «Ω Κύριε, εγώ ‘μαι που έσπασα σα μυρογιάλι
    στα ιερά σου πόδια την καρδιά μου, και τα ολόξανθα
    μακριά μαλλιά μου εγώ τ’ ανέμισα στις τρέμουλες,
    σκυφτές των Αποστόλων κεφαλές, σα φλάμπουρο!
    Εγώ ‘μαι που όντας όλοι οι εδικοί μακριάθε
    κοιτώντας το σταυρό σε κλαίγαν σκορπισμένοι,
    στεκόμουν στο πλευρό σου παραστάτης, κι όρθια
    στα χέρια μου εδεχόμουν, στην ποδιά, στο πρόσωπο,
    πηχτό, ζεστό, σαν όμπρο θερινό, το γαίμα σου!
    Κ’ έκραζα: Ανοίξου γης, ποτίσου γης, σκιρτήστε
    σα σπόροι αθάνατοι στο χώμα, ώ πεθαμένοι!
    Χριστέ, κι αν όλοι σ’ αρνηθούν, δε θα πεθάνεις!
    Γιατί στον κόρφο μου το αθάνατο νερό
    κρατώ και σε κερνώ, και κατεβαίνεις πάλι
    στη γης, και περπατάς μαζί μου στα χωράφια,
    βολές σωπαίνοντας γλυκά, βολές ταΐζοντας
    το Λόγο τον καλό στα πεινασμένα πλήθη.»

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Η Μαρία στην ποίηση και τη μουσική:

    *

    Ἡ Μαρία

    Ἡ Μαρία σκεφτικὴ ἔβγαζε τὶς κάλτσες της
    Ἀπὸ τὸ σῶμα της ἔβγαιναν
    φωνὲς ἄλλων ἀνθρώπων
    ἑνὸς στρατιώτη ποὺ μιλοῦσε σὰν ἕνα πουλὶ
    ἑνὸς ἀρρώστου ποὺ εἶχε πεθάνει ἀπὸ πόνους προβάτων
    καὶ τὸ κλάμα τῆς μικρῆς ἀνεψιᾶς τῆς Μαρίας
    ποὺ αὐτὲς τὶς μέρες εἶχε γεννηθεῖ

    Ἡ Μαρία ἔκλαιγε ἔκλαιγε
    τώρα ἡ Μαρία γελοῦσε
    ἅπλωνε τὰ χέρια της τὸ βράδυ
    ἔμενε μὲ τὰ πόδια ἀνοιχτὰ
    Ὕστερα σκοτείνιαζαν τὰ μάτια της
    μαῦρα μαῦρα θολὰ σκοτείνιαζαν
    Τὸ ραδιόφωνο ἔπαιζε

    Ἡ Μαρία ἔκλαιγε
    Ἡ Μαρία ἔκλαιγε
    τὸ ραδιόφωνο ἔπαιζε

    Τότε ἡ Μαρία
    σιγὰ-σιγὰ ἄνοιγε τὰ χέρια της
    ἄρχιζε νὰ πετάει
    γύρω-γύρω στὸ δωμάτιο

    Mίλτος Σαχτούρης

    Χάρις Αλεξίου – Να με λένε Μαρία

    Μαρία ή Το θαύμα της βροχής

    Καθώς
    εγώ
    τη μυγδαλιά τινάζω
    .
    πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή
    κι εσύ
    πώς λάμπεις
    .
    μα δεν θυμώνεις
    μόνο
    με κοιτάζεις
    και μου χαμογελάς
    φεγγοβολώντας
    .
    Κι εγώ
    τινάζω με
    μανία το δέντρο
    και Θε μου σε
    φοβάμαι και
    μ’ αρέσεις
    .
    κι όλο βυθίζεσαι στο φως
    και μέσα
    στην εκτυφλωτική σου λάμψη
    σβήνεις
    .
    Κι εγώ
    τινάζω κλαίγοντας
    — γελώντας
    και κλαίγοντας —
    το δέντρο
    και
    ξυπνώ
    .
    και πια
    δεν είναι φως
    δεν είναι δέντρο
    .
    μόνο δωμάτιο γκρίζο
    βουρκωμένο
    και βρέχει
    βρέχει
    βρέχει
    και
    δεν είσαι
    .
    κανείς δεν είναι πια
    και με σκεπάζουν
    άγρια θολά νερά
    .
    νερά
    και χρόνια

    Ο ρ έ σ τ η ς Α λ ε ξ ά κ η ς (1931)
    Από τη συλλογή Ο Ληξίαρχος (1989)

    Ave Maria Maria -Callas

    ΤΙ ΛΕΣ ΜΑΡΙΑ;

    −Ἄχ, μ’ ἔλεγ’ ἕνας κ’ ἔκλαιγε πικρά,
    Εἶναι προδότις.
    Θὲ νὰ χαθῶ, μὲ πῆρε ἡ σκληρά
    Εἰς τὸν λαιμό της.
    −Δὲν εἶχ’ ἀλήθεια τρέλλα περισσή;
    Τί λὲς Μαρία;
    Ἄν μ’ ἔπαιρνες εἰς τὸν λαιμό σου ἐσύ,
    Τί εὐτυχία!

    Ν. Γ. Καμπάς, 1878, Ποιήματα και Πεζά, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2002, σ. 71

    ΑΧ ΜΑΡΙΑ, Μανόλης Μητσιάς

    Μαρία

    Όλη την ομορφιά που μπόρεσα να συλλάβω
    τη ζωγράφισα στο πρόσωπό σου
    Όλα τα ποιήματα που ήθελα να γράψω
    έγιναν ένα ποίημα εσύ
    Έλαμπες και το σπίτι έμοιαζε πηγή φωτός
    Τραγουδούσες κι ο άνεμος γινόταν μελωδία
    Περπατούσες κι η Γη λικνιζόταν στο ρυθμό σου

    Τώρα είσαι αστέρι και φωτίζεις τους ταξιδιώτες τού σύμπαντος
    είσαι μελωδία και δίνεις ρυθμό στο άπειρο
    Κι εγώ ταπεινή ταξιδιώτισσα που δεν αξιώθηκα ακόμη να σ’ ακολουθήσω
    σου στέλλω αυτούς τους στίχους να τους μελοποιήσεις
    Μόνο εσύ μπορείς να κάνεις τα λόγια ποίηση
    να τα μετατρέψεις σε ήχο κίνηση και φως
    για να σημάνουν

    28-10-1990
    Ζωή Σαμαρά,, Από τη συλλογή Για την Μαρία (1991

    Γέλαγε η Μαρία, Πουλόπουλος

    Για την Μαρία

    17

    Θυμάσαι;
    με μάλωνες
    με νουθετούσες

    Επειδή κάπου διάβασες μου έλεγες
    πως ο κόσμος είναι ένα βιβλίο
    νόμισες πως τα βιβλία είναι ζωή
    Μην την αφήνεις να κυλά μέσα απ’ τα χέρια σου
    Τρέξε να την προλάβεις
    Τρέξε μαζί της στους αγρούς να κυνηγάτε πεταλούδες
    Τι είναι η ζωή;
    ένα λουλούδι που αγαπάμε
    ένα άγγιγμα ένα βλέμμα

    Κι όμως Μαρία μου είχα δίκιο
    Ζωή βιβλίο
    και τα δυο είναι από χαρτί
    που σχίζεται
    που πετά με τον απαλό άνεμο
    σαν πεταλούδα
    σαν λουλούδι
    σαν άνθρωπος

    13-1-1991
    Ζωή Σαμαρά, Από τη συλλογή Για την Μαρία (1991)

    Μια μέρα μιας Μαίρης – Αφροδίτη Μάνου

    [Μαρία Σελήνη]

    Η Σελήνη κι η Μαρία είναι από την ίδια ύλη κι ακατάλυτες…
    κουράζουν τους ποιητές πριν πέσουν να κοιμηθούν και να γίνουν Ενδυμίωνες…
    κι έπειτα φυσάνε φως απάνω τους… ήταν μικρά κορίτσια…
    και η ποίηση τους έπαιρνε πραγματικότητα…
    και την έστρεφε κάθε φορά σε μιαν αμφίβολη αθανασία…

    περιμένουν μια πρωτοχρονιά εθελουσίας εξόδου…
    κι αφήνουν μόνο λέξεις για να διαχειριστούν οι ολίγιστοι…
    ακυρώνουν εκατομμύρια λεκτικές μεταφορές…
    κι ανατέλλουν κάθε νύχτα… αειπάρθενες…
    άπιαστες από τα δόκανα του λόγου… κορίτσια πολλών ηλικιών…
    που ρίχνει κάποτε ο χρόνος στη ζωή των ποιητών… ένα ακόμα βασανάκι…

    σώματα κι ανάμεσα όνειρα ή εφιάλτες… όπως είπε ο ποιητής…
    μαύρη Μαρία… και κατάλευκη σαν άγραφη οθόνη…
    να ψάχνουμε κάτι ν’ ανανεώσει τ’ όνομά σου μέσα μας… πριν ο θάνατος…
    από σελήνη η ζωή κι από ήλιο ο θάνατος… κι από ποίηση το μαρία…

    θέλω να πω η ποίηση είναι αναβολή σιωπής…
    καλύτερα να γείρεις για να κοιμηθείς…
    και να φυσάει φως από Μαρία πάνω σου…

    Βασίλης Λαλιώτης

    Proud Mary – Creedence Clearwater Revival

    «Εγώ δεν είμαι θυρωρός του ωκεανού»
    (Απόσπασμα)

    «Αγαπημένη μου Μαρία ξεσκονίζω το πάτωμα
    Αποβάλλω τα πούπουλα των περιστεριών
    Το ψυγείο είναι ένα μαυσωλείο
    Θυμόμουν σήμερα τη Δύση στην έρημο Σαχάρα
    Όταν οι καμήλες ανάσκελα προσπαθούσαν
    Να συλλάβουν την ύπαρξή τους

    Γιατί ο ανελκυστήρας του ουρανού
    Έπαθε βλάβη στο βυθό»

    ΝΟΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ – Μαρία ακόμα σ’ αγαπώ

    Ο Μονόλογος της Μαρίας

    Η δουλειά ενός αγγέλου
    Είναι να προσέχει τις σιδηροδρομικές διαβάσεις
    Ενώ δεν υπάρχουν τραίνα
    Και τα δένδρα μοιάζουν κάπως με δένδρα
    Και η χλόη
    Και η θάλασσα
    Και οι σκύλοι

    Νιώθω λίγο σαν εξωγήινη
    Έχω ένα χαρτοφύλακα
    Μια συμπαγή επαγγελματική
    Προσωπικότητα
    Όμως και οι άνθρωποι
    Ώρες ώρες
    Μου θυμίζουν κάτι

    Ίσως έχω ένα σαλεμένο μυαλό
    Όμως η μνήμη μου
    Δεν με απάτα
    Ίσως έχω ένα σαλεμένο μυαλό
    Και η μνήμη μου μοιάζει
    Σαν τις αναμμένες λαμπάδες
    Την Ανάσταση
    Που με πήγαινες
    Μικρή

    Πάντως και οι άγγελοι
    Που φυλάγουν
    Τις δήθεν σιδηροδρομικές
    Διαβάσεις
    Είχαν το πέος
    Κάπου στο στήθος
    Όμως το πρόσωπό τους
    Ήταν φτιαγμένο
    Από το χώμα
    Ενός άλλου πλανήτη

    Ώρες ώρες
    Νιώθω λιγάκι
    Εξωγήινη
    Και οι άνθρωποι
    Μου θυμίζουν
    Κάτι
    Και πίνω
    Γιατί
    Ώρες ώρες
    Νιώθω λίγο εξωγήινη

    Κι εκεί στα μπαρ
    Κάπου στο σώμα
    Σα να ‘χαν φτερά
    Κι από το στόμα τους
    Σαν τσιγάρο
    Κρέμεται
    Το συκώτι τους
    Όμως νομίζω
    Ότι κάποτε
    Γνώρισα
    Ένα άγγελο
    Έκανε το πόνο
    Άθελα του
    Όμως το αποτέλεσμα
    Του πόνου
    Ήταν ένα έργο τέχνης
    Κάπως σα νύχτα
    Με φωτεινά μανιτάρια

    Κι όταν πέθανε
    Η γιαγιά μου
    Νόμιζα ότι είχα
    Δει
    Ότι ξαναπέθαινε
    Κι όταν έψαξα
    Να τη βρω
    Είδα ένα λύκο
    Με ένα
    Λευκό
    Τριαντάφυλλο
    Στο
    Στόμα

    Και τα δάση κάπως
    Μου θυμίζουν τα δάση
    Και τα άλογα έχουν
    Κάπως μεγαλύτερα μάτια
    Κι ότι ένα άλογο
    Πέρασε μια καβαλάρισσα
    Μια τέτοια σιδηροδρομική
    Διάβαση
    Ο άγγελος κατέβασε
    Τη γιαγιά μου
    Και σκότωσε
    Το λύκο
    Κι έμεινε το τριαντάφυλλο
    Ανάμεσα στα φωτεινά μανιτάρια
    Πίσω από μια κυλόττα
    Που αιωρείτο στο στερέωμα

    Μια βιντεογραφική κάμερα
    Έδειχνε σε κάποιον
    Κατώτερο υπάλληλο
    Του ουρανού
    Δυο άντρες που περπατούσαν
    Ανάμεσα σε ένα δάσος με λεύκες
    Που έμοιαζε με δάσος με λεύκες
    Ο ένας έμοιαζε με το μπαμπά μου
    Ο άλλος ήταν κάποιος που είχα δει
    Να κοιμάται
    Με το κεφάλι ακουμπισμένο
    Πάνω στο μπάγκο
    Του μπαρ

    Γιατί νιώθω λίγο εξωγήινη
    Και που και που πίνω
    Μόνο που όταν τα θυμάμαι αυτά
    Ο κόλπος μου μετατοπίζεται
    Έξω από το κορμί μου
    Προς ένα σημείο
    Εφαπτόμενο του κεφαλιού
    Πάνω στο μπάγκο του μπαρ
    Μπαρ που έμοιαζε κάπως με μπαρ
    Περίπου σαν κι αυτά
    Που πίνουν οι ηλιαχτίδες
    Του ήλιου
    Ενός ήλιου
    Που μοιάζει κάπως
    Με τον ήλιο.

    Κι ακούω
    Ένα γέλιο
    Που μοιάζει
    Με το γέλιο
    Των σκύλων
    Στον ουρανό
    Κι ακούω
    Ένα κλάμα
    Που μοιάζει
    Με το κλάμα
    Των σκύλων
    Στον ουρανό

    Και πίνω πού και πού
    Γιατί νιώθω λίγο εξωγήινη
    Στα μπαρ
    Ανάμεσα
    Στο κάπου
    Και στο πουθενά
    Σκύλων λιγάκι διαφορετικών
    Αλλά όσο πιο δυνατά
    Παίζει η μουσική
    Τόσο πιο πολύ
    Ακούω
    Το γέλιο των σκύλων
    Και το κλάμα των σκύλων
    Στον ουρανό

    Κι ακούω ιστορίες
    Ότι είχα διαβάσει
    Για το κοιμισμένο
    Κεφάλι
    Στο μπάγκο
    Του μπαρ
    Σ’ ένα μυθιστόρημα
    Στο ίδιο μυθιστόρημα
    Η μαμά μου λέει
    Πως το δάσος
    Με τις λεύκες
    Υπάρχει
    Μόνο που δε φαίνεται
    Γιατί το κρύβουν
    Πυκνά σύννεφα
    Σύννεφα κάπως σαν σύννεφα

    Ακούω κι άλλες ιστορίες
    Τις ακούω
    Τόσο ζωντανά
    Όσο το γέλιο
    Και το κλάμα
    Των σκύλων
    Αλλά μόνο τις ακούω
    Δεν τις σκέπτομαι
    Δεν μπορώ να σκεφτώ
    Γιατί κουβαλώ
    Αυτό το μεγάλο
    Χαρτοφύλακα
    Που μοιάζει με χαρτοφύλακα
    Που είναι γεμάτος
    Φάρμακα για τρελούς
    Και ποιήματα
    Φάρμακα περίπου σαν φάρμακα
    Και ποιήματα περίπου σαν ποιήματα
    Δεν ξέρω
    Ποιος έγραψε
    Αυτά τα ποιήματα
    Ίσως ο άντρας που κοιμάται
    Στο μπαρ

    Η μαμά μου
    Μου λέει
    Πως τα έγραψαν
    Οι λεύκες
    Το τρομερότερο
    Όλων
    Είναι
    Πως
    Φαντάζομαι
    Ότι
    Το μπαρ
    Και ότι υπάρχει
    Μέσα
    Και γύρω
    Από το μπαρ
    Καταστρέφονται
    Από ένα τραίνο
    Κάπως σαν τραίνο
    Αφού δεν υπάρχουν
    Τραίνα

    Και το μόνο
    Που μένει
    Είναι
    Εκείνο
    Το άσπρο
    Τριαντάφυλλο
    Που είχα ακούσει
    Κάπως
    Κάποτε
    Αλλά τώρα δεν θυμάμαι
    Κάπως δε θυμάμαι
    Δεν θέλω να θυμάμαι

    Φτερά φτερά φτερά
    Θέλω ν αγκαλιαστώ
    Και να πετάξω
    Με φτερά
    Φτερά πεθαμένων αγγέλων
    Ανυπέρβλητων
    Όμως μαμά
    Έχω διακοπές

    Ώρες ώρες νιώθω
    Εξωγήινη
    Και ξεχνάω
    Κάπως σαν να ξεχνάω
    Α θυμήθηκα
    Πάω διακοπές
    Πάω για μπάνια
    Πάω ν αγοράσω
    Ένα μπικίνι
    Ένα αληθινό μπικίνι
    Ένα μπικίνι που να μη μοιάζει
    Με κάπως σαν μπικίνι.

    NOTHΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ

    Bruce Springsteen – O Mary Don’t You Weep

    ΤΟ ΚΟΛΑΤΣΙΟ / LA MERIENDA

    Θυμήσου ακόμη, Μαρία,
    στις τέσσερις το απόγευμα
    το απανθρακωμένο μας λιμάνι.

    Το λιμάνι μας
    που μάλλον έμοιαζε με ξεβρασμένη φωτιά
    ή χέρσα γη
    ή αστραπή.

    Θυμήσου το φλεγόμενο έδαφος,
    εμάς να γδέρνουμε τη ράχη της γης
    τάχα μου για να ξεθάψουμε το πράσινο λιβάδι.

    Την αλάνα όπου μας μοίραζαν το κολατσιό,
    το πιάτο μας ξέχειλο απ’ τα κρεμμύδια
    που για μας αλάτιζε η μάνα μου,
    που για μας ψάρευε ο πατέρας μου.

    Όμως παρόλ’ αυτά,
    εσύ το ξέρεις,
    θα θέλαμε να έχουμε καλέσει τον Θεό
    να καθήσει στην κορυφή του τραπεζιού μας,
    τον Θεό χωρίς τον Λόγο
    χωρίς θαύματα
    μόνο και μόνο για να μάθεις,
    Μαρία,
    ότι ο Θεός είναι παντού
    ακόμα και στο πιάτο με τα κρεμμύδια σου
    ακόμα κι αν αυτό σου φέρνει δάκρυα.

    Όμως πάνω απ’ όλα
    θυμήσου εμένα και την πληγή,
    τον καιρό πριν βοσκήσουν απ’ τα χέρια μου
    στον σιταγρό των κρεμμυδιών
    για να κάνουν από το ψωμί μας
    την πείνα των ημερών μας όλων
    κι εκτός των άλλων, τώρα,
    που εσύ πια δε θυμάσαι
    και που ο σπόρος ο κακός θρέφει τον αγρό των εξαφανισμένων
    για να σε κάνω να δεις, Μαρία
    ότι δεν έφταιξες εσύ
    ούτε η μνήμη σου,
    γιατί αυτός είναι ο καιρός
    κι αυτά είναι τα ήθη του.

    Αντρέα Κότε (Μπαρρανκαμπερμέχα, Κολομβία, 1981). Η ανθολογία Ποίηση ενάντια στην αβεβαιότητα, Μετάφραση: Ούρσουλα Φωσκόλου

    Μαίρη πού πας – Αντώνης Βαρδής

    ΜΑΡΙΑ

    ‘Εξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.
    Θα τρελαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.
    ‘Εκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,
    παράφορη, γυρίζοντας
    με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα,
    σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.

    Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.
    Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.
    Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.

    Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου
    μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε
    κι όρμησε πάνς του. Μα εκείνος
    είταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος
    ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.

    Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε
    τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό
    κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.

    TAKHΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΖΑΚΗΣ (Άντζελα Ζήλια) – Μαρία

    ΜΑΡΙΕΣ ΜΕ ΠΑΧΝΗ

    Ευλογημένη υπακοή, που η σκέψη μου
    Δεν ξέρει να αναγνωρίζει…
    Τζάμια υγρά, λίγο κόκκινο,
    Κάποια ψελλίσματα επιστροφής
    Σε πράγματα πολύ λυπημένα.

    Σάρκα ανθισμένη σε μελάνι
    Μ’ ένα δυο τριαντάφυλλα ακόμη
    Από χαμένη επιστολή.
    Μια Μαρία, σοβαρή μαθήτρια,
    Που κρύβει τις βρεγμένες της κάλτσες
    Βηματίζοντας διακεκομμένα
    Από τον ύπνο της στο δικό μου.
    Κάθε μάθημα τής είναι αρεστό.

    Και μια άλλη, που τα φαγωμένα μου νύχια
    Αποθέτει στα μακριά της τα δάχτυλα,
    Περιποιείται το δειλό νερό
    Που αράχνιασε στα κυπαρίσσια.
    Εξαίσιες εργασίες χωρίς άγγιγμα
    Για το κρυμμένο νοικοκυριό των ριζών.

    Ε, πρέπει να φυλαχτείτε, κορίτσια!
    Είναι ένα αρπαχτικό η μελαγχολία μου
    Με το ράμφος καρφωμένο στο χιόνι
    Κι ανυπολόγιστο άνοιγμα φτερών

    ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

    Μαρία με τα κίτρινα, Δήμητρα Γαλάνη

    ΑΙΘΕΡΑΣ

    Συλλαβίζω ό,τι γράφει: Μαρία.
    Ύστερ’ αλλάζω τους τόνους
    Μάρια Μαριά ή τις θέσεις γραμμάτων
    Αρίμα, Ιράαμ, Μαριά
    αγαπώντας τους φόνους
    Ο αφρός είναι τέρμα βυθού;

    Βοή από σπηλιά προβάλλει ο ήχος
    γυμνός στον νου χτυπάει
    κι όμοια πνοή σε δέρμα υδάτων
    φλοίσβος γραμμάτων
    η μορφή σου περνάει
    Ο αφρός η μέση ουρανού;

    Σιγή. Τα Α δονεί φτιάχνοντας άκρες
    το Ι χρόνος απλώνει
    κι όπως κυλούν σε Ρ ένα άλλο Α το
    χρώμα φέρνει, ενώ
    το Μ συγκρατεί κι ενώνει
    Ο αφρός ρίζα λεπτού νερού;

    Συλλαβίζω ό,τι ακούω: ΑΙΡΑΜ
    και κοιτώ όπως πέφτει σαν
    σε άσπρη οθόνη μια ταινία.

    Σ’ ένα κόσμο καθρέφτη
    η μνήμη το φιλμ
    και το φως – εγώ σε προβάλλει Μαρία
    Ο αφρός ρίζα μέση και τέρμα.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΛΑΧΟΥΡΗΣ, Ο σκοπευτής των λέξεων και η αδελφή φωνήεν

    Η Μαίρη – Παύλος Παυλίδης

    Κι όμως εγώ ήθελα μόνο να μιλήσω
    για τη Μαρία
    ………………………………………………..
    Γράψε και γι’ αυτόν τον καθημερινό μου φόβο μήπως χαθεί για πάντα η
    Μαρία
    σ’ ένα μέρος χωρίς βροχή, ένα πρωινό χωρίς στίχους.
    ………………………………………………..
    Γράψε, πάχνη του πρωινού, καθώς αποσύρεσαι, τους σημερινούς
    μελλοθάνατους
    κι ανάμεσά τους να προσθέσεις και αυτόν τον καπνό θυσίας που αναθρώσκει
    μπροστά μου
    είναι απ’ τους στίχους που δεν έγραψα και ναυάγησαν πρόωρα μες στον
    καφέ μου
    είναι απ’ τους στίχους που δεν θέλησες ούτε σήμερα να διαβάσεις μαζί μου,
    Μαρία.

    Δημήτρης Αγγελής, Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου, Πόλις (σελ.11)

    Γιάννης Γιοκαρίνης- Μαράκι

  4. ….Την τιμητική της σ’ αυτό μου τοα σχόλιο έχει η Άννα:

    -Γιάννης Καλαμίτσης, «Άννα

    «Άννα, δεν είναι η βροχή που σου χαράκωσε το βλέμμα,
    είναι που είσαι μοναχή κι αν τ’ αρνηθείς θα είναι ψέμα.
    Ξέρω, ξέρω το δάκρυ το καυτό άμα το δω σε μάτια ξένα.
    Άννα, γιατί να σου κρυφτώ, είμαι μονάχος σαν κι εσένα.

    Έλα λοιπόν και μη ντραπείς
    μα σε παρακαλώ μονάχα:
    πες ό,τι θες, όμως μην πεις
    πως μ’ έχεις αγαπήσει τάχα.

    Άννα, οι άνθρωποι πονούν και τους φοβίζει το σκοτάδι.
    Πόσοι γι’ αγάπη δεν μιλούν για να περάσουν ένα βράδυ,
    πόσοι δε λένε «σ’ αγαπώ» και το ξεχνάνε μόλις φέξει.
    Άννα, ποτέ δε θα σ’ την πω αν δεν τη νιώσω αυτή τη λέξη.»

    -Ξενοφώντας Φιλέρης, «Πάρε ένα κοχύλι απ’ το Αιγαίο»

    «Άννα δώσ’ μου για να σε θυμάμαι
    το μικρό χτενάκι που κρατάς
    Μπήκε ο Σεπτέμβρης και φοβάμαι
    τ’ όνειρο πως τέλειωσε για μας

    Πάρε ένα κοχύλι απ’ το Αιγαίο
    να ‘χεις στο ταξίδι συντροφιά
    Κι από το φιλί το τελευταίο
    κράτησε στα χείλη τη δροσιά

    Η καρδιά μου φύλλο-φύλλο
    ματωμένη τριανταφυλλιά
    Στο Αιγαίο και στον ήλιο
    Θεέ μου πόση νοιώθω μοναξιά

    Άσε την αλμύρα από τ’ αλάτι
    κάτω από τα μάτια της σιωπής
    Πάρε της φυγής το μονοπάτι
    τέτοιαν ώρα τίποτα μην πεις

    Μόνο «θα ξανάρθω» να μου τάξεις
    όταν το μαντήλι θα χαθεί
    Βγες στην κουπαστή ναν το φωνάξεις
    σ’ όλο το Αιγαίο ν’ ακουστεί»

    -Σαράντης Αλιβιζάτος, «Άννα»

    «Λες και τ’ αρώματα
    ξάφνου αποκτήσαν σώματα
    και γίναν όλα ένα
    σ’ ένα κορμί, σε σένα.
    Εγώ δυο χέρια αφτέρωτα
    όλη μια στάλα του έρωτα,
    είπες δεν ξαναγκάλιασα
    άλλη φορά τη θάλασσα.

    Με είπες κρήνη των κρίνων
    Άννα την άνοιξη
    ποτάμι των πέντε οίνων
    βαθιά κατάνυξη.
    Άναψα στα φιλιά σου,
    το φως γεννήθηκε,
    με πήρες αγκαλιά σου
    κι η γη φωτίστηκε.
    Με είπες κρήνη των κρίνων
    Άννα την άνοιξη.

    Λες και τ’ αρώματα
    ξάφνου αποκτήσαν σώματα
    και πήρε η ανάσα χρώμα
    για ένα φιλί ακόμα.
    Εγώ δυο λόγια ανείπωτα
    άχνα ουρανού και τίποτα,
    είπες δεν ξαναγκάλιασα
    άλλη φορά τη θάλασσα.

    Με είπες κρήνη των κρίνων…

    Νύχτες μαζί σου σε δωμάτια αναμμένα
    κι εγώ στη γάμπα μου τατού τα δυο σου χείλια,
    είναι τα μάτια μου φωτιά, ξενυχτισμένα
    με την ηχώ απ’ τα φιλιά στ’ αυτιά κοχύλια.

    Με είπες κρήνη των κρίνων
    Άννα την άνοιξη
    ποτάμι των πέντε οίνων
    βαθιά κατάνυξη.
    Με είπες κρήνη των κρίνων
    Άννα την άνοιξη.»
    (Πηγή: http://dimitriosgogas.blogspot.gr/2012/08/blog-post_3461.html)

    *Κι ένα ποίημα του Πούσκιν που δυστυχώς δεν το βρήκα στα ελληνικά…

    -A LETTER FROM ALEKSANDER PUSHKIN TO / ANNA KERN FROM THE OTHER WORLD

    «How monotonous eternity is, everything smells
    Of wilted flowers, incense and oblivion;
    Here light wears a cloak, angels are drab
    And their soft murmur tunes the wings of sleep.
    Remembering the absolute horrors of my Russia keeps me awake.
    Just evoking your eyes of blue fire,
    Your hair entangled with my life, your insane hands,
    Give me a caress without grief as a present.
    The emperor and his double-beaked eagle
    Yearned to throw my body to the dogs.
    Death lay in ambush for my shadow, questioned my pen,
    My tongue and my ear, and I kept it away
    With the outburst of verses and the drum roll of your pace.
    Today I was encircled by a gust of wind that had your form
    And I wanted to go into it and transform myself and assume
    The profile of my loved and elusive Freedom.
    You well know that the dead speak, that truth
    Melts the marble and that the look of an honest man
    Can destroy the arms of the degenerate gods.
    But I shall remember our appointment: when my monument
    Was arriving your body got in its way on the street, your body
    A thousand times asleep in the box of time.
    I know that your heart trembled like the loneliest autumn leaf.
    But it was not you who came in my search.
    It was I who became stone to see you pass by.»

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Κάτσε και μετάφρασέ το, βρε Γιαννάκη, τόσο ωραίο ποίημα.

    • …Πολύ καλό θα ήταν, μα δεν μπορώ, τα αγγλικά μου δεν επαρκούν, αν ήταν στα ιταλικά θα τα κατάφερνα…Καλό βράδυ, Αγγελική μου!!!

  6. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ένα ποίημα για τη Μαρία. Τραγούδια οκτώ για την Άννα. Τετέλεσται.

    ***

    ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ

    Ένα χαμόγελο
    στρογγυλό βαζάκι με ανεμώνες,
    αγκαλιά
    γεμάτη αχνιστό ήλιο,
    δυο μάτια
    στο χρώμα καστανής καλωσύνης,
    όλη μια ελπίδα,
    όλη μια υπόσχεση
    πως υπάρχουν άνθρωποι…

    ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ, ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΙΩΠΗΣ (1985)

    Άννα, Θωμάς Μπακαλάκος

    Paul Mauriat – Song For Anna

    Annie’s Back in Town – Tom Waits

    Άννα – Αφροδίτη Μάνου, Σάκης Μπουλάς

    ΑΝΝΑ (ΑΣΤΡΟΝΕΙΡΑ) – Αλέξανδρος Μολφέσης & Μηχανή του Χρόνου

    Θέμης Ανδρεάδης -Ώσπου γνώρισα την Άννα

    Η Άννα της Αραγωνίας (Μυθολογία του Σαββάτου)

    ΑΝΝΑ

    Ξέρω τα γράμματα
    της αλφαβήτου
    το συν, το επί, το διά
    τους πληθυσμούς
    των χωρών της Ευρώπης
    απ` έξω κι ανακατωτά.

    Ξέρω να κρύβομαι
    πίσω από στίχους
    με λέξεις να πιάνω λαγούς
    κι αν ξέρω κι άλλα
    που δεν τα φανέρωσα
    φταίει που εσύ δε μ` ακούς.

    Άννα, ξέρω γιατί τη ζωή μας
    τη λένε πουτάνα.
    Μα ό,τι ελπίζω στα μάτια σου καίγεται
    ζωή δε λέγεται, Άννα.
    Άννα, βλέπω στο χέρι σου
    όσα δεν βλέπει η τσιγγάνα
    και προφητεύω έναν κόσμο κυκλάμινο
    μέσα στην κάμινο, Άννα.

    Ξέρω να φτιάχνω παλάτια στην άμμο
    κορίτσια γυμνά στον πηλό
    ξέρω της τράπουλας όλα τα κόλπα
    ακόμα κι αν είναι Ταρό.

    Ξέρω την τέχνη και την τυραννάω
    να μου βγάλει απ` τη λάσπη χρυσό
    μα όταν γνωρίζει πως δε μ` αγαπάς
    το τραγούδι μου μένει λειψό.

    ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ

    Άννα, Ηλίας Λιούγκος
    http://www.mygreek.fm/el/video-clip/33427/Anna-(Zontana)

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Και ξαφνικά μου ήρθε η έκλαμψη. Η πρώτη ποιητική συλλογή που απόκτησα σχεδόν παιδάκι ήταν «Η νύχτα και η αντίστιξη» του Σινόπουλου. Τότε δεν καταλάβαινα Χριστό, όμως τώρα καθώς πληκτρολογώ για χατίρι σου [και γιατί γουστάρω βεβαίως-βεβαίως]. καταλαβαίνω τη δύναμη των στίχων του.
    Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

    *

    Η ΜΑΡΙΑ ΚΙ Ο ΗΛΙΟΣ

    Μού έλεγε…

    Ήλιε
    Είσουν πάντα τόσο ζεστός
    Τόσο σίγουρος
    Ωραία μέρα θριαμβευτική
    Γέφυρα του διαστήματος
    Νύχτα που έρχεσαι
    Πόρτες κλειστές
    Παράθυρα κλειστά
    Πού να χτυπήσεις;

    Μου έλεγε τα νύχια μου χάλασαν
    Μου έλεγε άσπρισε το πρόσωπό μου
    Φεύγω μα θα γυρίσω κάποτε
    Πάντα γυρίζουμε
    Είμαστε τόσο γυμνοί.

    Καθαρίζει τα χέρια της
    Καθαρίζει τα νύχια της
    Και σκοτεινιάζει.

    Πού θα κρυφτούμε μου έλεγε
    Παντού κοιτάζουν
    Όλοι κοιτάζουν
    Είσαι σκοτάδι μου έλεγε
    Όλη τη νύχτα
    Είσαι η νύχτα.

    Εγώ φοβάμαι μου έλεγε
    Είμαι γυμνή
    Και παγωμένη
    Σε παγωμένη φωτιά
    Περιφέρομαι
    Ο ήλιος μου έλεγε
    Είναι ένας άντρας όμορφος
    Η μέρα είναι μου έλεγε
    Μια γλυκειά γυναίκα
    Το φως
    Ένα αγαθό παιδί.

    Τώρα παντού
    Είναι νύχτα.

    Κάθε μέρα θα φύγω μου έλεγε
    Θα πάω στα ξένα
    Θα πάω στην έρημο
    Και θάμαι
    Στους άμμους
    Ένας ίσκιος θάμαι
    Πάνω στους άμμους.

    Ο άμμος η θάλασσα
    Ο αέρας μου έλεγε
    Η αγάπη μου έλεγε
    Ταξιδεύει παντού
    Γυρίζει όλο το σώμα
    Η αγάπη είναι η νύχτα
    Που ταξιδεύει.

    Τα φτερά τα φτερά
    Τα ωραία τα’ ακίνητα σώματα
    Κοίτα λάμπουν στον ήλιο
    Τα φτερά που λάμπουν στον ήλιο
    Τα γαλάζια φτερά.

    Ήλιε-

    Η νύχτα παγώνει παντού-

    Είσουν τόσο ζεστός

    ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, Η νύχτα και η αντίστιξη 1959

    ***

    Η ΑΝΟΙΞΗ ΚΑΙ Η ΜΑΡΙΑ

    Βεβαιωθείτε κύριε, ότι το χέρι που έσφιγγε
    Με τόση δύναμη την άμμο, ήτανε της Μαρίας.
    Δεν Ξαίρω ωστόσο αν η καρέκλα κάτω από το φως
    Υπάρχει στη δική μου μνήμη ή στη δική σας.
    Απ’ τον εξώστη βλέπαμε μαζί τη θάλασσα.
    Άδεια τα σπίτια από ψυχές.
    Η άνοιξη είταν έρημη.
    Ακόμα βλέπαμε και τη Μαρία
    Άσπρη, με την ομπρέλλα της για να σκεπάζει τη γυμνότητα
    23χρόνια.

    Βεβαιωθείτε ακόμα πως το ποίημα που διαβάζετε,
    Το γράφω τώρα που είστε εδώ κοιτάζοντας
    Απ’ το παράθυρο τον ήλιο. Ανήκει στη Μαρία.
    Δεν έχει σημασία 3αν σεις πρώτος μιλήσατε
    Σ’ αυτό το πρόσωπο μετά από τη σιωπή
    Και κατεβήκατε τη σκάλα ανήσυχος.
    Η εικόνα δεν αλλάζει.
    Απ’ τον εξώστη βλέπαμε μαζί τη θάλασσα.
    Εγώ κι εσείς εδώ. Πιο πέρα είταν το χέρι που έσφιγγε
    Με τόση δύναμη την άμμο –αυτό
    Που φως ονόμασα.

    Γιατί όσο φως υπάρχει μες το ποίημα
    Δεν είναι όπως νομίζετε της άνοιξης,
    Μα της ψυχής που τώρα ντύνει τη γυμνή Μαρία.

    ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, Η νύχτα και η αντίστιξη 1959

  8. Ciao Aggeliki!… Ωραιότατα!!!
    Με το ψάξε ψάξε βρήκα κι εγώ κάποια για τη Μαρία…

    -«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
    Παίξτε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
    Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ , εδώ Μαρία.
    Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.»
    (Ν. Καββαδίας)

    -«Η Μαρία Βουλιάζει στον ύπνο
    όπως πουλί στο χιόνι
    Φτεροκοπώντας»
    (Θανάσης Μαρκόπουλος)

    -Εουχένιο Μοντέχο (Βενεζουέλα), «Μαρίνα»

    «Όταν ξαπλώνεις και κοιμάσαι στο πλευρό μου
    και μια απαλή πνοή δονεί το στήθος σου,
    στέκομαι και σε βλέπω στο κρεβάτι
    όπως στην άκρη αγκυροβολημένου πλοίου.

    Υποχωρεί και δυναμώνει ρυθμικά ένα
    ήρεμο κύμα από ενεδρεύοντες αφρούς,
    ενώ σε κάθε διάστημα η νύχτα σβήνει
    το πλοίο, τον γκρεμό, την προκυμαία.

    Ξέρω πως είναι μόνο ένα καράβι αυτό που βλέπω,
    που απ’ αυτό η ζωή μου τώρα μεγαλώνει
    κι ο ορίζοντάς της είναι απέραντος, ελεύθερος.

    Ένα πλοίο που στο πλευρό μου είν’ ένας στεναγμός
    και μου είναι αδιάφορο αν αποχωρώ ή αν επιστρέφω,
    γιατί πάντα με ταξιδεύει εκεί που πάει.»
    («Τα 100 ωραιότερα ποιήματα της ισπανικής γλώσσας, Εκάτη)

    -Ώστιν Κλαρκ, «Ιατρικός ιεραπόστολος της Μαρίας»

    «Φυσούσε εκείνο το πρωί κι η αδελφή Μιχαήλα
    που σπούδαζε μαιευτική
    έπεσε απ’ το ποδήλατό της οδηγώντας,
    το φόρεμά της μπλέχτηκε γύρω απ’ το πηδάλι:
    έπαθε μωλωπίσματα
    και βλάβη σοβαρή στη ραχοκοκαλιά της.
    Έτσι, σε θαύμα ελπίζοντας,
    την πήγανε στη Λούρδη με φορείο
    πετώντας πάνω από λευκές βουνοκορφές λειψανοθήκες:
    δεν ήταν η εκλεκτή, δεν θεραπεύτηκε,
    παρόλο που εννιά μέρες προσευχόταν κι ασπάστηκε
    άγια λείψανα: χειρότερα παρά ποτέ γύρισε πίσω
    ξαπλωμένη μέσο Λονδίνου,
    κι εκεί, με τη βοήθεια του Θεού, ένα γιατρό επισκέφτηκε
    και τώρα αναρρωνύει.»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνική γράμματα)

  9. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Η Άννα της Κοκκινιάς

  10. Grazie, Aggeliki!!!…

    *Κι επειδή κατοικώ στο Βόλο, βρήκα μια οργανική διασκευή από το Μίμη Πλέσσα, του γνωστού παραδοσιακού τραγουδιού «Τρία παιδιά βολιώτικα (Μας κλέψαν την Αννούλα)»…

    * Κι ένα παραδοσιακό ηπειρώτικο: «Μαρία λεν’ την Παναγιά»…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: