Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (152ο): «Σκύλος»…

 

-ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ «ΤΟ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟ ΣΚΥΛΙ»

«Μια διαδήλωση κατεβαίνει στην Τσιμισκή.
Ο κόσμος βρήκε θέαμα.
Μονάχα ένα κοπρόσκυλο δε δίνει σημασία.
Πέτυχε ένα κόκαλο σε μια σακούλα και προσπαθεί να την ξεσκίσει.

Δείχνει ευτυχισμένο.
Δεν περιμένει τίποτα απ΄ τις ιδεολογίες.»

(http://greek-translation-wings.blogspot.gr/2009/05/blog-post_4401.html)

 

 

 

 

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ, «ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΣΚΥΛΙΑ»

«Η πίκρα στο στόμα το πρωί
Δεν έχει να κάνει με τσιγάρα
Και χθεσινοβραδινά μεθύσια
Χρόνος προδομένος είναι
Που αργά και σταθερά
Μου σφίγγει το λαρύγγι
Τ’ αδέσποτα σκυλιά κείτονται ψόφια
Πάνω στο λεπτό παγωμένο δέρμα της λίμνης
Ονειρεύονται τη θάλασσα
Κι ευτυχώς ευτυχώς ευτυχώς
Κανείς πια δεν μπορεί
Να τα ξυπνήσει»

(http://poihtiko-ksespasma.blogspot.gr/2012/05/blog-post_30.html)

 

 

 

 

-Λόρενς Φερλινγκέτι, «Σκυλί»

«Το σκυλί τρέχει ελεύθερο στο δρόμο
Και βλέπει την πραγματικότητα
Και όσα βλέπει
Είναι πιο μεγάλα απ’ αυτό
Και όσα βλέπει
Είναι η πραγματικότητά του
Φεγγάρια σε δέντρα επάνω
Μεθυσμένους σε κατώφλια
Το σκυλί τρέχει ελεύθερο στο δρόμο
Και όσα βλέπει
Είναι μικρότερα απ’ αυτό
Ψάρια σ’ εφημερίδες
Μυρμήγκια σε τρύπες
Κοτόπουλα σε βιτρίνες της Τσάιναταουν
Με τα κεφάλια τους ένα τετράγωνο πιο κάτω
Το σκυλί τρέχει ελεύθερο στο δρόμο
Και όσα μυρίζει
Μυρίζουν λίγο σαν κι αυτό
Το σκυλί τρέχει ελεύθερο στο δρόμο
Περνάει λακούβες και μωρά
Γάτες και πούρα
Μπιλιάρδα κι αστυνομικούς
Δεν τους μισεί τους μπάτσους
Απλώς καμία ανάγκη δεν τους έχει
Κι έτσι προσπερνά κι αυτούς
Και τις νεκρές γελάδες στην κρεαταγορά του Σαν Φρανσίσκο
Προτιμάει τρυφερές γελάδες για φαϊ
Παρά σκληρούς αστυνομικούς
Αλλά όποιο τύχει, καλό είναι
Και προσπερνάει το εργοστάσιο «Ραβιόλια Ρόμεο»
Και τον Πύργο Κόιτ
Και τον βουλευτή κύριο Ντόυλ
Τον Πύργο Κόιτ τον φοβάται
Όχι όμως και τον βουλευτή τον κύριο Ντόυλ
Αν και ακούει πράγματα πολύ αποθαρρυντικά
Πολύ καταθλιπτικά
Πολύ παράλογα
Για ένα τέτοιο λυπημένο νεαρό σκυλί
Για ένα τέτοιο σοβαρό σκυλί
Έχει όμως τον δικό του κόσμο ελευθερίας για να ζει
Δικούς του ψύλλους για να μασουλάει
Φίμωτρο δεν μπαίνει επάνω του
Για το σκυλί
Ο βουλευτής ο κύριος Ντόυλ δεν είναι παρά ένας
Ακόμα πυροσβεστικός κρουνός
Το σκυλί τρέχει ελεύθερο στο δρόμο
Κι έχει τη δική του σκυλίσια ζωή να ζει
Και να σκεφτεί
Να στοχαστεί
Ν’ αγγίξει, να γευτεί να τα ελεγξει όλα
Όλα να τα ερευνήσει
Χωρίς το πλεονέκτημα της ψευδορκίας
Πραγματικός πραγματιστής
Με ιστορίες πραγματικές
Και μια ουρά για να τις λέει
Ένα αληθινό
Φωνακλάδικο
Δημοκρατικό σκυλί
Που ξέρει από αληθινή
Ελευθερία του επιχειρείν
Που έχει πράγματα να πει
Περί οντολογίας
Πράγματα να πει
Περί πραγματικότητας
Πώς να τη βλέπεις
Και πώς να την ακούς
Με το κεφάλι του γερμένο λίγο πλάι
Στων δρόμων τις γωνίες
Λες κι ετοιμάζεται
Να κάνει φωτογράφηση
Για τη Victor Records
Ή σαν να αφουγκράζεται
τη His Master’s voice
Κοιτώντας
Σαν ζωντανό ερωτηματικό
Μες στο μεγάλο
Γραμμόφωνο
Της παράξενης τούτης ύπαρξης
Με το θαυμαστό, κούφιο χωνί της
Που όλο μοιάζει
Έτοιμο να φτύσει
Μια νικηφόρα απάντηση
Για τα πάντα.»

(σε μετάφραση Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, ειδικά για το dim/art)

 

 

 

-Τσάρλς Μπουκόφσκι, «Καημένο ανόητο ζωάκι»

«Προσπαθήσαμε να το κρύψουμε στο σπίτι για να μην

το δουν οι γείτονες.

Ήταν δύσκολο, καμιά φορά χρειαζόταν να λείψουμε

Κι οι δυο μαζί κι όταν επιστρέφαμε

Βρίσκαμε περιττώματα και κάτουρα

παντού.

 

Αρνιόταν να μάθει να πηγαίνει εκεί όπου πρέπει

Αλλά είχε τα πιο γαλανά μάτια που έχεις δει

ποτέ

Έτρωγε ό,τι τρώγαμε κι εμείς

και καμιά φορά βλέπαμε μαζί τηλεόραση.

Ένα βράδυ γυρίσαμε σπίτι και δεν το βρήκαμε

εκεί.

αίμα στο πάτωμα,

Μια γραμμή από αίμα.

 

Την ακολούθησα ως έξω στον κήπο

Και το βρήκα στους θάμνους,

Σακατεμένο.

Κρεμόταν μια πινακίδα απ΄τον κομμένο του

λαιμό:

«δεν θέλουμε τέτοια πράγματα στη γειτονιά μας».

 

Πήγα στο γκαράζ να πάρω το φτυάρι.

Είπα στη γυναίκα μου, «μην βγεις έξω».

Έπιασα το φτυάρι και

Βάλθηκα να σκάβω.

 

Ένιωθα πρόσωπα να με κατασκοπεύουν πίσω

από κατεβασμένα στόρια.

Είχαν και πάλι την γειτονιά τους,

Την ωραία ήσυχη γειτονιά με το καταπράσινο γρασίδι,

Τα φοινικόδεντρα, τα κυκλικά ιδιωτικά δρομάκια, τα παιδιά,

Τις εκκλησίες, τα σούπερ μάρκετ κ.λ.π

Έσκαψα στο χώμα.»

(Από το βιβλίο «Η λάμψη της αστραπής πίσω από το βουνό» με ποιήματα του Τσάρλς Μπουκόφσκι. Πηγή: www.lifo.gr)

 

 

 -Λόρδος Μπάυρον, ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΚΥΛΟ 1

«Κοντά σε αυτό το Σημείο

κείτονται τα Λείψανα κάποιου

που είχε Ομορφιά χωρίς Ματαιοδοξία,

Δύναμη χωρίς Θράσος,

Τόλμη χωρίς Σκληρότητα

και όλες τις Αρετές του Ανθρώπου χωρίς τα Ελαττώματά του.

Ο Επαινος αυτός, που θα μπορούσε να είναι μια ανούσια Κολακεία

αν αναγραφόταν πάνω από ανθρώπινες στάχτες,

δεν είναι παρά ένας δίκαιος φόρος τιμής στη Μνήμη του

ΜΠΟΟΥΣΟΝ2, ενός ΣΚΥΛΟΥ,

που γεννήθηκε στη Νέα Γη, τον Μάιο, 1803

και πέθανε στο Αββαείο του Νιούστεντ, στις 18 Νοεμβρίου, 1808.

Οταν κάποιος περήφανος Γιος του Ανθρώπου επιστρέφει στη γη,

άγνωστος στη Δόξα, αλλά δικαιωμένος από τη Γέννησή του,

η τέχνη του γλύπτη εξαντλεί τη μεγαλοπρέπεια της θλίψης

και οι χιλιοτραγουδισμένες υδρίες μαρτυρούν για εκείνους που αναπαύονται

από κάτω.

Οταν όλα έχουν τελειώσει, πάνω στο Μνήμα βλέπει κανείς

όχι αυτό που ήταν, αλλά αυτό που θα ‘πρεπε να είναι:

Αλλά ο φουκαράς ο Σκύλος, ο πιο πιστός φίλος στη ζωή,

πρώτος να καλωσορίσει, πρώτος απ’ όλους να υπερασπιστεί,

που η άδολη καρδιά του ανήκει ακόμα στον Κύριό του,

που μοχθεί, παλεύει, ζει, αναπνέει μόνο γι’ αυτόν,

πέφτει χωρίς δόξα, χωρίς να αναγνωριστεί όλη η αξία του –

και αμφισβητείται στον Ουρανό η Ψυχή που είχε στη γη:

ενώ ο άνθρωπος, ματαιόδοξο έντομο! ελπίζει να συγχωρεθεί

και απαιτεί για τον εαυτό του τη μοναδική αποκλειστικότητα του Ουρανού.

Ω άνθρωπε! εσύ, αδύναμε ένοικε μιας ώρας,

εξευτελισμένος από τη δουλεία, ή διεφθαρμένος από την εξουσία

-η αγάπη σου είναι λαγνεία, η φιλία σου όλη μια απάτη,

η γλώσσα σου υποκρισία, τα λόγια σου ένα ψέμα!

Από τη φύση σου αχρείος, εξευγενισμένος μόνο κατ’ όνομα,

κάθε ευγενικό ζώο μπορεί να σε κάνει να κοκκινίσεις από ντροπή.

Εσύ, που τυχόν θα δεις αυτήν την απλή υδρία,

προσπέρνα – δεν τιμάει κάποιον που θα ‘θελες να θρηνήσεις.

Για να σημαδέψει τα λείψανα ενός φίλου αυτές οι πέτρες έχουν υψωθεί·

δεν γνώριζα παρά μονάχα έναν – και βρίσκεται εδώ.»

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=151920

 

 

 

 

-Beth Norman Harris, «Η προσευχή του σκύλου»

«Δείξε μου αγάπη, αγαπημένε μου αφέντη, γιατί καμιά καρδιά σε όλον τον κόσμο δεν εκτιμά περισσότερο την αγάπη σου από την καρδιά μου που σε αγαπά.’

‘Μην τσακίζεις το μυαλό μου με το ξύλο, γιατί αν και θα σου γλύφω το χέρι ανάμεσα στα χτυπήματα, η υπομονή και η κατανόησή σου θα με κάνουν να μάθω πιο γρήγορα αυτά που θέλεις από εμένα.’

‘Μίλα μου συχνά, γιατί η φωνή σου είναι η πιο γλυκιά μουσική του κόσμου, όπως γνωρίζεις από το ασταμάτητο ζωηρό κούνημα της ουράς μου, όταν τα τεντωμένα μου αυτιά ακούν τα βήματά σου στην πόρτα.’

‘ Όταν κάνει κρύο ή βρέχει, σε παρακαλώ πάρε με μέσα …γιατί είμαι ένα εξημερωμένο ζώο τώρα, ασυνήθιστο στα άγρια καιρικά φαινόμενα…και δεν σου ζητώ παρά να έχω το προνόμιο να κάθομαι κοντά στα πόδια σου, δίπλα στο τζάκι…αν και, αν δεν είχες σπίτι, θα προτιμούσα να σε ακολουθώ στον πάγο και στο χιόνι, παρά να κάθομαι στο πιο μαλακό μαξιλάρι ή στο πιο ζεστό σπίτι του κόσμου… γιατί είσαι ο δικός μου θεός και είμαι ο αφοσιωμένος σου πιστός.’

‘Να μου έχεις πάντα φρέσκο νερό, γιατί αν και δεν μπορώ να το πω, υποφέρω όταν διψώ. Τάισε με καθαρή τροφή για να είμαι πάντα υγιής ώστε να παίζω, να τρέχω, να εκτελώ τις επιθυμίες σου, να περπατώ δίπλα σου και να είμαι έτοιμος, πρόθυμος και ικανός να σε προστατέψω με την ζωή μου, αν η ζωή σου βρεθεί σε κίνδυνο.’

‘Και, αγαπημένε μου αφέντη, αν ο Κύριος θεωρήσει αναγκαίο να μου στερήσει την υγεία μου ή την όρασή μου, μην με διώξεις από κοντά σου. Κράτα με στην αγκαλιά σου απαλά και τα ικανά χέρια σου θα μου χαρίσουν το εύσπλαχνο δώρο της αιώνιας ανάπαυσης…και θα σε αφήσω γνωρίζοντας στη τελευταία ανάσα μου, ότι η μοίρα μου ήταν πάντα ασφαλής στα  χέρια σου.»

(http://www.tilestwra.com/i-teleftea-prosefchi-tou-skilou-tha-sas-feri-dakria-sta-matia/)

 

 

-Dogs – Pink Floyd

«Who was trained not to spit in the fan.
Who was told what to do by the man.
Who was broken by trained personnel.
Who was fitted with collar and chain.
Who was given a pat on the back.
Who was breaking away from the pack.
Who was only a stranger at home.
Who was ground down in the end.»

 

 

-Ένα από τα πιο όμορφα και χαριτωμένα ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ για το σκύλο είναι αυτό του ποιητή Δημήτρη Κόκκου. Το ποίημα εκφωνήθηκε για πρώτη φορά το Φεβρουάριο του 1887 σε εκδήλωση του «Παρνασσού», ενώ δημοσιεύτηκε λίγες ημέρες αργότερα στο φιλολογικό ένθετο της εφημερίδας «Ακρόπολις» (08.03.1887)…

«Ο ΣΚΥΛΟΣ ΜΟΥ»

Ι

Ο σκύλος μου είναι πολύ πρωτότυπο σκυλί,

μα η πρωτοτυπία του βεβαίως είναι τόση,

που μερικοί τον αγαπούν, και τον μισούν πολλοί,

αλλά και τον σιχαίνονται ειλικρινώς καμπόσοι!

όμως αυτός τους φίλους του απ’ τους εχθρούς γνωρίζει,

και διά τούτο και τους μεν, ως και τους δε… γαβγίζει!

 

Αλλά κανείς, παρακαλώ, μη παραξενευθεί,

γιατί κανείς σας σήμερα πιστό δεν έχει φίλο,

κι αν ένας – όχι εκατό – φίλος πιστός βρεθεί,

να του χαρίζω στη στιγμή τον προσφιλή μου Σκύλο!

όμως κανείς δεν βρίσκεται, κι έχω χαρά μεγάλη,

που μένω με το σκύλο μου αχώριστος και πάλι.

 

Ίσως στην αρχαιότητα υπήρχαν μερικά,

ως λέγουν παραδείγματα μοναδικής φιλίας,

υπήρχαν πλην μας έμειναν αρχαιολογικά,

μεθ’ όλης της προγονικής αρχαίας μας ευκλείας.

Υπήρχαν φίλοι-αδελφοί, και δη τυραννοκτόνοι,

μα σήμερα ο αδελφός τον αδελφό σκοτώνει!..

 

Εγώ λοιπόν και αδελφούς και φίλους παραιτώ,

και τον πιστό μου σύντροφο σκοπεύω να υμνήσω…

αλλά προ τούτου, Κύριοι, μια χάρη σας ζητώ,

συντόμως, όσο δύναμαι, να τον βιογραφήσω.

Αν σκύλο κι όχι άνθρωπο τον έπλασε η φύση,

έχει το βίο του μεστό μ’ ελπίδες κι αναμνήσεις.

 

 

ΙΙ

Ήταν, θαρρώ, ανοίξεως χρυσή πρωταπριλιά,

οπόταν είδε και αυτός το φως λαμπρής ημέρας,

αλλ’ επειδή αόμματα γεννώνται τα σκυλιά,

θα εγεννήθη πιθανώς το σκοτεινό εσπέρας.

Έμειν’ ημέρες αρκετές με μάτια τυφλωμένα

κι ήσαν τα πάντα δι’ αυτόν και άγνωστα και ξένα.

 

Η μήτηρ του ήταν λαμπερά Λεβρέτα, σταχτερή,

αλλ’ ο πατήρ του φαίνεται ιθαγενής να είναι,

και μάλιστα κοπρόσκυλος – αν μας το συγχωρεί –

τοιούτους θρέφουν παμπληθείς οι κλασσικές Αθήναι…

Εκ των γονέων δε αυτών, χωρίς να καταλάβει,

γεννήθηκε το εύμορφο και παχουλό κουτάβι.

 

Κι όταν τα μάτια έπαυσε να έχει σφαλιστά,

κι έβλεπε πως τριγύρω του σκυλάκια ήσαν άλλα,

κι έτρεχε στη μανούλα του με πόδια τρεκλιαστά,

κι έκανε πως την γάβγιζε για να του δώσει γάλα,

τότε κι εγώ εξάπλωσα τη ληστρική μου χείρα,

και το κουτάβι το μικρό εδιάλεξα και πήρα!

 

Έτσι συμβαίνει δυστυχώς εδώ καμιά φορά,

άλλοι να κάνουν το παιδί και να το παίρνουν άλλοι,

αλλ’ η μητέρα έμεινε με τ’ άλλα της μωρά,

και δεν μ’ εφάνη η θλίψη της πάρα  πολύ μεγάλη.

Ναι μεν ως μήτηρ έπρεπε να είν’ απελπισμένη,

αλλ’ ήταν στις απαγωγές πολύ συνηθισμένη.

 

Εν τούτοις έφερα κι εγώ στο σπίτι το σκυλί,

και μόνο γάλα του ‘δινα να τρώει κάθε μέρα,

κι εκείνο τόσο έξυπνο, μα και μωρό πολύ,

ποιος ξέρει αν δεν μ’ έπαιρνε ακόμη για μητέρα!

Εγώ, δεν ημπορώ να πω, πως το υιοθετούσα,

μα όσο εμεγάλωνε και τόσο τ’ αγαπούσα.

 

Κι όσο περνούσε ο καιρός μεγάλωνε κι αυτό,

και πάντοτε ομόρφαινε στο σχήμα και στο χρώμα,

ως που μια μέρα έγινε σκυλάκι ζηλευτό,

με το κομψό της μάνας του και λυγερό της σώμα.

Στον άγνωστο πατέρα του δεν φαίνεται ν’ ανήκει,

κι ουδέ περί πατρότητας θα του κινήσει δίκη!

 

Μεγάλωνε, κι εγώ μ’ αυτό περνούσα τον καιρό,

γιατί αγαπούσε σαν παιδί κι εκείνο τα παιχνίδια.

Μα μια φορά που έτυχε να το στενοχωρώ,

με τα λεπτά δοντάκια του, με δόντια σαν αγκίδια,

χωρίς να θέλει το φτωχό, το χέρι μου δαγκώνει,

και το μικρό μου δάχτυλο αρχίζει να ματώνει!

 

 

Να με δαγκώσει, ω στιγμή, ανέλπιστος, κακή!

και να ματώσει μάλιστα, και να ναι καλοκαίρι,

και λυσσασμένα τα σκυλιά ν’ ακούς εδώ κι εκεί,

και ο Παστέρ το φάρμακο της λύσσας να μην ξέρει,

και να φορώ την άσπρη μου τυχαίως πουκαμίσα,

ω, πως δεν τρελάθηκα, προτού με πιάσει λύσσα!

 

Σαν σχοινοβάτης στη στιγμή τα ρούχα μου φορώ,

και στο γιατρό μου σαν καπνός, σαν αστραπή προφθαίνω.

Γιατρέ, του λέγω, σώσε με, γιατρέ μου δεν μπορώ,

γιατρέ μου είμαι άρρωστος, γιατράκο μου πεθαίνω,

γιατρέ με δάγκασε σκυλί, γιατρέ το νου θα χάσω,

γιατρέ μου γιάτρεψε ευθύς, γιατί θα σε… δαγκάσω!

 

– Ήταν σκυλί λυσσάρικο; ο δόκτωρ με ρωτά.

– Όχι, γιατρέ μου, του απαντώ, ήταν μικρό κουτάβι,

μα τότε μ’ απορία του στα μάτια με κοιτά

και είναι, λέγει, σε καιρό κανείς να τον προλάβει…

– Να με προλάβεις; μα λοιπόν ελύσσαξα; ομίλει!..

– Δεν λύσαξε ο φίλος μου, της Μιχαλούς οφείλει!..

 

Είπε ο γιατρός κι εννόησα πως δεν παραφρονώ,

τρέχω στο σπίτι, το λαμπρό κουτάβι μου γυρεύω,

και όπως όταν έκανα ταξίδι μακρινό,

το πιάνω, το διπλοφιλώ, το σφίγγω, το χαϊδεύω!

Κι αυτό, σαν να κατάλαβε, την κεφαλή του σκύβει,

με γλύφει, την ουρά κουνεί, μα τα δοντάκια κρύβει!

 

Ε, από τότε πιο πολύ ακόμη τ’ αγαπώ…

Αλλά κι αυτό από κοντά καθόλου δεν μ’ αφήνει.

Όταν απ’ έξω έρχομαι φωνάζει χαρωπό,

και σπίτι σκυθρωπότατο χωρίς εμέ θα μείνει.

Και τόσο είν’ ευγενικό, κι όχι σκυλί του δρόμου,

οπού μια μέρα του δωκα και το ψευδώνυμό μου.

 

ΙΙΙ

Ο Dock είναι περίφημο αληθινά σκυλί!

δεν είναι ζώο λογικό, μα έχει τέτοια γνώση,

οπού μπορεί σαν άνθρωπος κι αυτό να μη μιλεί,

μα σε πολλούς ανθρωπινά μαθήματα να δώσει.

Μπορεί να μην βουλεύεται, μπορεί και να μην κρίνει,

αλλ’ αγαπά, χωρίς κανείς ρουσφέτια να του δίνει.

 

Είπα ρουσφέτια κι άθελα ο νους μου με καλεί

εις τους κοινοβουλίου μας τις θυελλώδεις σφαίρες…

αλλ’ αν το κοινοβούλιο ήταν κυνών Βουλή

ίσως εκεί θα βλέπαμε σκηνές ανθρωποτέρες!

Εν τούτοις την πολιτική αφήνω κατά μέρος,

και πάλι επανέρχομαι στο Σκύλο μου εγκαίρως!

 

Είναι λοιπόν ο Σκύλος μου, σκυλί πολύ πιστό,

μα είναι τόση η πίστη του που έχει προς εμένα,

που άνθρωπος δεν πίστεψε ποτέ του στο Χριστό,

μ’ αισθήματα πιο άγια και αφοσιωμένα!..

και μην ειπήτε τ’ άγια πως ρίπτω εις τους κύνες,

η παρομοίωση αυτή δεν είναι απ’ εκείνας!

 

Όπου πηγαίνω και σταθώ μαζί μου θα βρεθεί,

και πάντοτε στα μάτια μου, τα μάτια του καρφώνει.

Μαζί μου στο κρεβάτι μου κι αυτό θα κοιμηθεί

και λες πως ύπνος και ζωή παντού μας αδελφώνει!

Στην πόλη και στην εξοχή, στη χώρα μας, στα ξένα

Εγώ δεν ζω χωρίς αυτόν, και αυτός χωρίς εμένα.

 

Μα όχι, ελησμόνησα μια μόνη εποχή,

που έπρεπε στην ξενιτιά, χωρίς αυτόν να φύγω,

τι πόνο που αισθάνθηκα βαθιά μες στην ψυχή,

την ώρα που τον άφησα και δεν τον είδα λίγο…

Ναι δεν τον είδα μια στιγμή, γιατί θαρρώ πως πρέπει

ό,τι κανένας αγαπά, σαν φεύγει να μη βλέπει.

 

 

Μα πάλι σαν εγύρισα από την ξενιτιά

και το λιμένα έβλεπα του Πειραιώς και πάλι,

κι όταν σε βάρκα έτυχε να ρίξω μια ματιά,

και γνώρισα του σκύλου μου το έξυπνο κεφάλι,

Dock! του φωνάζω, και ο Dock στη θάλασσα πετιέται

και πριν ακόμ’ αράξουμε στα πόδια μου κυλιέται.

 

IV

Ο σκύλος μου ουδέποτε υπήρξε κυνηγός

και το μαντήλι μια φορά δεν έτρεξε να πάρει,

ποτέ δεν τον απάντησε στο βίο του λαγός

και στην κουζίνα πάντοτε ανηλεώς φερμάρει.

Αλλ’ έχει κυνηγητικό και τρέξιμο και μάτι,

κι αυτό πικρά τ’ ομολογούν της γειτονιάς οι γάτοι.

 

Ο σκύλος μου στα στήθη του κρύβει παιδιού καρδιά,

μα έχει μια συνήθεια, που τον διασκεδάζει,

γαβγίζει όπου απαντά τα ξένοιαστα παιδιά,

μα δεν τα πείραξε ποτέ και μόνο τα τρομάζει!…

ε, μια κακή συνήθεια, μα και πολύ αθώα,

θαρρώ, πως επιτρέπεται να έχουν και τα ζώα!

 

Μα έχει προτερήματα εξάλλου ζηλευτά,

και πρώτον στον περίπατο μαζί μου σαν πηγαίνει,

την ώρα που εδώ κι εκεί αμέριμνος κοιτά,

αν απαντήσει έξαφνα καμιά του ερωμένη,

και μολονότι τρυφερά τον προσκαλεί εκείνη,

εκείνος εις του έρωτα τις φλόγες την αφήνει.

 

Κι όταν μια μέρα έτυχε, μα μόνο μια φορά

τη λυγερή μητέρα του στο δρόμο ν’ απαντήσει,

Ω τι παιχνίδια, τι φωνές και τι τρελή χαρά

που κι αν μιλούσε αδύνατο να μας την εξηγήσει!

μα της φιλίας η φωνή αντήχησε αγρία,

κι αφήκε τη γεννήτορα εις του λουτρού τα κρύα!

 

Ο Dock, ως θα επείσθητε, είναι λαμπρό σκυλί,

κι ήταν νομίζω άξιος των στίχων μου καθ’ όλα,

και μολονότι τον μισούν, ως είδατε πολλοί

αυτός ποτέ δεν έδωκε εις τους εχθρούς του φόλα!

αυτός υπήρξε πάντοτε καλός προς όλους φίλος,

γιατί δεν είναι άνθρωπος, αλλ’ είναι μόνο σκύλος!

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (152ο): «Σκύλος»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Σου αξίζει το Όσκαρ της Ανωτάτης Σκυλικής Τέχνης, Γιάννη.
    Τα βρήκες όλα. Όλα. Μπράβο.
    Απόμεινε ο πιο πιστός φίλος του σκύλου, η Πέτρα. Και τέλος εγώ, το πιστό και αφοσιωμένο σκυλί της ποίησης.

    *
    1. Παράπονο σκύλου

    Έχω την όψη ανθρώπου και την καρδιά ενός σκύλου.
    Φαίνεται θα ’μαι εγκαταλελειμμένο σκυλί, πεινασμένο που
    η γειτονιά το ξέρει και τ’ αποδιώχνει με βία.
    Γι’ αυτό τους ανθρώπους κοιτάζω στα χέρια.

    Μέρα και νύχτα ο καιρός μέσα μου αλλάζει,
    η ψυχή μου ντύνεται, γδύνεται, βρέχεται, υποφέρει.
    Αν προσέξεις, το βλέμμα μου είναι σκυλίσιο.
    Κατεβαίνει ένα υγρό παράπονο από τα μάτια μου
    γιατί έλειψεν ο Κύριός μου. Έξω από την εκκλησιά
    περιμένω να βγει. Ο Κύριός μου ας ήταν.
    Κόσμος πολύς, ευλογημένος, με τα καλά του ντυμένος
    μ’ απομακρύνει. Μα ο Κύριός μου δε βγαίνει. Έτσι
    κυλάει η ζωή μου περιμένοντας από γωνιά σε γωνιά
    από όνειρο σ’ όνειρο. Δεν έχω δύναμη άλλη απ’ την δύναμη να περιμένω.

    Όμως μια μέρα της συνοικίας τα παιδιά, στην ουρά μου
    τον τενεκέ δέσαν των σκουπιδιών. Έτρεχα αγκομαχώντας.
    Τέλος αποσύρθηκα κάτω από τον τσίγκο της γειτονιάς
    που η βροχή τον κεντούσε. Άκουγα πάνω τα βήματά της.
    Σα να κοιμόμουν, σαν να ονειρευόμουν εγώ το εγκαταλελειμένο σκυλί
    μου ήρθε να κλάψω. Όχι βέβαια για μένα που από κει
    θα μ’ έδιωχναν πάλι. Αλλά γιατί δε θ’ άκουγα τα βήματα της βροχής
    που μ’ έκαναν να ελπίζω πως έρχεται ο Κύριός μου.

    Κρίτων Αθανασούλης

    Φοίβος Δεληβοριάς – Ένας σκύλος στο Κολωνάκι

    2. ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΚΥΛΟ

    Είναι ένας σκύλος ήσυχος, μικρούλης, που πηγαίνει
    στα πόδια των ανθρώπων και ποτέ του δεν γαυγίζει
    μήτε δαγκώνει και γι’ αυτό ποτέ του δε χορταίνει
    το ποθητό και δίχως πέτσα κόκκαλο, που ελπίζει.

    Είναι ένας σκύλος ήσυχος, μικρούλης και φτωχός,
    που απ’ τη σκυλίσια του ψυχή, για λάθος του νομίζει,
    το ότι είναι σκύλος και πιο πολύ ότι είν’ μικρός.
    Γι’ αυτό σαν τον κλωτσάνε δεν δαγκώνει ούτε γαβγίζει.

    Είναι ένας σκύλος με ψυχή βαθιά χριστιανική,
    που δείχνει ταπεινόφρονα ότι δεν έχει πονέσει,
    που με την πράξη του αποχτά ευτυχία μοναδική,
    μες στον παράδεισο των σκύλων μια μικρούλα θέση.

    Μονάχα από τα «γήινα» τα δεινά του, λείπει, ακόμα,
    κάτι, που την αγάπη του εαυτού του θα ξυπνήσει·
    του λείπει μια γερή κλωτσιά, κατάμουτρα στο στόμα,
    να θυμηθεί τα δόντια του, να ορμήσει να ξεσκίσει.

    ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΙΕΡΟΠΑΙΣ (1920-1945) Από το βιβλίο: «Λευτέρης Ιερόπαις. Μια παρουσίαση από τον Γιώργο Μαρκόπουλο», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ 21.

    ***

    3. ΤΟ ΣΚΥΛΙ

    Μου λεν να πάρω ένα σκυλί –
    καλό σκυλί και φύλακας.
    Τώρα τι να το πάρεις το σκυλί,
    αφού το ξέρεις,
    θ’ αρχίσει πάλι ν’ αλυχτάει όλη τη νύχτα
    και θα ’ρχονται οι χωροφύλακες χαράματα
    να παίρνουν τον πατέρα σου.

    Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Από τη συλλογή «Ξένος ειμί και άλλα ποιήματα», εκδ. Τυπωθήτω – λάλον ύδωρ, (β΄ ανατύπωση Φεβρουάριος 2009)

    ***

    4. Όσα δε μάθαμε ποτέ για τα σκυλιά

    Έχουν δική τους μοίρα τα σκυλιά
    δικό τους πρόσωπο Θεού λατρεύουν
    δικό τους αγναντεύουν ουρανό
    δίνουν δικό τους ορισμό για τους ανθρώπους

    Κρατούν τη μνήμη του
    κατακλυσμού
    το ρίγος για μιαν άγνωστη πατρίδα
    ψάχνουν το δάσος κάτω από την πόλη
    θέλουν να ξεψυχήσουν σ’ άλλους τόπους

    Κάποτε μες στον ύπνο των σκυλιών
    θρηνούν οι λύκοι
    σαλεύει ο φόβος τα βαριά κλαδιά του
    φίδι σφυρίζει η πείνα την οργή της

    Ακούν στα βάθη την παλιά οιμωγή
    της ερημιάς τον προσκλητήριο θρήνο
    δαγκώνουν την αόρατη αλυσίδα
    κόκκινο φως τα μάτια τους τυφλώνει
    θυμούνται φλόγες και
    ξεριζωμό
    ξυπνά το αγρίμι μέσα τους
    και κλαίει

    Oρέστης Αλεξάκης, Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος, 1989, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994

    Τραγούδι για το σκύλο τον Κανέλλο, Στάθης Δρογώσης

    5. Το σκυλί

    Το ‘να σκυλί το σκότωσαν
    τ’ άλλο το πήραν οι γειτόνοι.

    Βγαίνει τις νύχτες
    και κοιτάει το φεγγάρι,
    μυρίζει στις μολόχες
    που του ‘ριχνες ψωμί.
    Ύστερα βρίσκει τον τορό
    κ’ έρχεται με μουσούδα
    όλο δροσιές στο μνήμα σου.

    Κάθεται στα πισινά κι ακούει
    τ’ άλλο σκυλί που αλυχτάει κάποιο διαβάτη.

    Μιχάλης Γκανάς, Μαύρα Λιθάρια (1980)

    ***

    6. Β4
    Σκύλος κοκαλογλείφτης φέρνει γύρα
    κρακ! τακ! της γειτονιάς τους τενεκέδες.
    Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα
    για την πατρίς καυγά στους καφενέδες.

    Οι γάτοι λυγεροί στα κεραμίδια
    ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες.
    Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τα ίδια.
    Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,

    φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια αποκαΐδια,
    τ’ ανταμώνει αττικότατη αρμονία.

    Και κοιμισμένη στα όνειρά της βλέπει
    μουρλή γλωσσοκοπάνα Πολιτεία
    τον Περικλή. Μα ο Χασεκής τής πρέπει.

    ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, «Σατιρικά Γυμνάσματα», έκδοση του Ξ. Α. Κοκόλη.

    ***

    7. Σύντομον

    “Τραγουδώ τους πεσμένους προπάτορες
    Είμαι των άστρων ο σκύλος
    με τα μάτια κοιτάζω ψηλά
    με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη”.

    Νίκος Καρούζος, «Έλαφος των άστρων” (1962)

    Γιάννης Λογοθέτης-Το σκυλάκι το κανίς

    8. Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
    στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη
    Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
    έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί

    Είχε βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
    κ ήταν ψηλό κι αδύναμο –μου φάνηκε πεινασμένο
    το κοίταξα και με κοίταξε κι αυτό
    έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
    και του αγόρασα ένα κουλούρι
    από τον πλανόδιο πωλητή
    που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα
    του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα
    το κράτησε για λίγο και το άφησε
    Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα το δρόμο
    περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.

    Έτσι με τη χειρονομία αυτή
    ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
    ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου
    ξεγύμνωσε τη ματαιοδοξία μου
    και μου στέρησε το αίσθημα της ικανοποίησης
    για μια φτηνή χειρονομία
    για την ελεημοσύνη της δεκάρας.

    Γιώργος Μολέσκης, «Το Ημιτελές Ποίημα» εκδ. Μεταίχμιο

    ***

    9. ΓΑΤΑ ΚΑΙ ΣΚΥΛΟΣ

    Με ένα σκύλο μια άσπρη γάτα
    Περπατώντας μια φορά,
    «Μην κουνάς» του λέει «στη στράτα
    »σ’ όπιον τύχει την ουρά.»

    «Μπρε χαρά στην την περφάνια!
    »Οπιος» είπε το σκυλί
    «σουρτουκέβει σε ταβάνια,
    »τέτια γλώσσα δε μιλεί.»

    «Αν εγώ στα κεραμίδια»
    λέει η γάτα «περπατώ,
    »μα τη μύτη σε σκουπίδια
    »σαν κι’ εσένα δε βουτώ.»

    Κι’ έτσι δα τα μεγαλεία
    λογοφέρνοντας ξεχνά,
    κι’ ίσα ίσα στην πλατεία
    γκρουτζανίσματα αρχινά.

    Αλ. Πάλλης, Ταμπουράς και Κόπανος: Τραγούδια, (Παιδιάτικα), Τυβίγγη, Τυπογρ. Ερρίκου Λάουπ του Νεωτέρου, 1910, σ. 32
    [Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του πρωτότυπου]

    Αρλέτα – Πλατεία Αμερικής
    [Ήταν ένα κουταβάκι,
    ένα αδέσποτο σκυλάκι]

    10. ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΣΚΥΛΙΑ

    Ξέρετε τι τιμή τα κάνουνε
    Όταν τα ζώα αυτά
    Τα ονομάζουμε αδέσποτα
    Είναι χωρίς κυρίους
    Χωρίς αφεντικά το νιώθετε
    Αυτό δεν είναι πια τιμή
    Αυτό είναι προνόμιο
    Γι’ αυτό και κάθε εξουσία
    Τους ρίχνει φόλα με ευχαρίστηση

    Αργύρης Μαρνέρος

    ***

    11. ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ

    Ο σκύλος λέει της γάτας:
    «Τα νύχια σου ετοιμάζεις, φυσάς και καμπουριάζεις.
    Μα τι έχεις και θυμώνεις; Ώς πότε οι τσακωμοί;»
    Κι εκείνη:
    «Μη ζυγώνεις, μη ζυγώνεις, σε σκίζω στη στιγμή!»

    «Για στάσου», λέει ο σκύλος, «δε θέλεις να ’μαι φίλος;»
    «Για στάσου», λέει ο σκύλος, «μιλώ στα σοβαρά!»
    Και κούναε την ουρά.
    «Μη ζυγώνεις, μη ζυγώνεις, σε σκίζω στη στιγμή!»

    «Τρωγόμαστε βδομάδες, παίρνεις και δίνεις ξύλο.
    Ας πάψουν οι καβγάδες και δέξου με για φίλο!»
    «Μη ζυγώνεις, μη ζυγώνεις, σε σκίζω στη στιγμή!»

    «Δε σκέφτηκες κομμάτι πως απ’ την γκρίνια αυτή
    θα μείνω μ’ ένα μάτι, θα μείνεις μ’ ένα αφτί;»
    «Μη ζυγώνεις, μη ζυγώνεις, σε σκίζω στη στιγμή!»

    Λόγο τιμής εδώσαν. Ήταν εχθροί, φιλιώσαν!
    Ξεχάσαν τι είχε γίνει. Συντρόφεψαν. Ειρήνη…

    Ζαχαρίας Παπαντωνίου

    ***

    12. ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ Η ΟΥΡΑ

    Έχω ακούσει χίλια λόγια
    Χαρωπά, λυπητερά,
    μα ποτέ καμιά φορά
    δε μιλήσανε τα λόγια
    σαν του σκύλου την ουρά.

    Ανταμώθηκαν άνθρωποι
    Κι έχουν κλάψει από χαρά
    Μα κανείς καμιά φορά
    «Καλωσόρισες» δεν είπε
    Σαν του σκύλου την ουρά.

    Και σε φίλους και σε ξένους
    Έχω δώσει τη χαρά.
    Με ξεχάσαν μια φορά…
    Μα πιστός μου μένει ο σκύλος
    Και σαλεύει την ουρά.

    ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

    Γιάννης Κότσιρας – Ο σκύλος μου ο Ρωμιός

    13. «Ο σκύλος, κύριε, είναι αθάνατος! Δεν είναι δική μου η σκέψις. Το έχει γράψει ένας Γάλλος συγγραφεύς του περασμένου αιώνος. Πεθαίνουν μόνον εκείνοι που το γνωρίζουν… Ο Ερμής δεν έχει συνείδηση, αγνοεί το τέλος, όπως το δάσος δεν γνωρίζει τίποτε για το πριονιστήριο. Μακαριότητα. Έζησε και πεθαίνει χωρίς να υποψιάζεται την απουσία του, χωρίς να ξέρει τίποτε για το χρόνο. Σκέπτομαι ότι, όποτε χρειαστεί, θα υποβάλω σε ευθανασία μιαν ανύποπτη, δηλαδή μιαν αθάνατη ύπαρξη».

    Κώστας Μαυρουδής, Η αθανασία των σκύλων, Πόλις

    ***

    14. «Ιαπωνικό παραμύθι. Αν, αντί για τα Τρία Γουρουνάκια, ως παιδαγωγική υποθήκη είχα ακούσει το παραμύθι με τους δύο σκύλους, αρκετά στη ζωή μου θα ήταν διαφορετικά. Όχι μόνον θα φρόντιζα να έχω ουρά, αλλά και θα την κουνούσα διαρκώς φιλικά, σε ένα ρεσιτάλ καλής προαιρέσεως και αξιοπιστίας (…).
    Κάποτε, λοιπόν, στη μακρινή Ιαπωνία υπήρχε ένας ναός με χίλιους καθρέφτες. Ένας περαστικός σκύλος βρήκε την πύλη ανοιχτή και δεν δίστασε να μπει. Επειδή οι σκύλοι δεν γνωρίζουν από καθρέφτες, φοβήθηκε πως τον είχαν περικυκλώσει. Όταν τους γρύλισε, γρύλισαν αμέσως κι εκείνοι. Όταν τους έδειξε τα δόντια του, βρέθηκε κυκλωμένος από χίλιους σκύλους που έδειχναν τα δικά τους. Έτρεξε μακριά, όσο πιο γρήγορα μπορούσα. «δεν θα ξαναπάω ποτέ», σκέφτηκε, και έζησε μόνος την υπόλοιπη ζωή του.
    Μια μέρα ένας άλλος σκύλος περνούσε από το ναό. Μπήκε. Καθρέφτες δεν είχε ξαναδεί και συνειδητοποίησε πως βρισκόταν κυκλωμένος. Κούνησε την ουρά του κι αμέσως κούνησαν κι αυτοί τις δικές τους. Χάρηκε πολύ κι αποφάσισε στο εξής να μείνει στο ναό, με αυτή τη μεγάλη κι ωραία συντροφιά. Κι έτσι μεγάλωσε, έζησε και πέθανε, με την εικόνα ενός θαυμάσιου κόσμου, όπου κάθε σκύλος είναι ιδανικός σύμμαχος, άψογος συνομιλητής και ισόβιος φίλος…»

    Κώστας Μαυρουδής, Η αθανασία των σκύλων, Πόλις

    Μανώλης Αγγελάκης – Όλα τα ξέρουν τα σκυλιά

    15. Τα ρομαντικά σκυλιά

    Τον καιρό εκείνο ήμουν είκοσι χρονών
    κι ήμουν τρελός.
    Είχα χάσει μία χώρα
    είχα όμως κερδίσει ένα όνειρο.
    Κι αν είχα αυτό το όνειρο
    τίποτ’ άλλο δεν είχε σημασία.
    Ούτε το να δουλεύω ούτε το να προσεύχομαι
    ούτε να μελετάω μέσα στα ξημερώματα
    δίπλα με τα ρομαντικά σκυλιά.
    Και τ’ όνειρο ζούσε στο ευρύχωρο του πνεύματός μου.
    Ένα δωμάτιο ξύλινο,
    μισοσκιασμένο,
    μέσα σε κάποιον απ’ τους πνεύμονες του τροπικού.
    Και φορές φορές μέσα μου επέστρεφα
    και τ’ όνειρο επισκεφτόμουν: άγαλμα που έγινε αιώνιο
    μέσα σε στοχασμούς υγρούς,
    ένα λευκό σκουλήκι που στριφογυρίζει
    στην αγάπη.
    Μία αγάπη ανεξέλεγκτη.
    Ένα όνειρο μέσα σε άλλο όνειρο.
    Και ο εφιάλτης μου έλεγε: θα μεγαλώσεις.
    Θ’ αφήσεις πίσω τις εικόνες του πόνου και του λαβύρινθου
    και θα ξεχάσεις.
    Αλλά τον καιρό εκείνο, το να μεγαλώσεις θα ήταν έγκλημα.
    Είμαι εδώ, είπα, μαζί με τα ρομαντικά σκυλιά
    Κι εδώ θα μείνω.

    Roberto Bolaño Ávalos, μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου

    ***

    16. ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΑΛΛΟΘΙ

    Το σκυλί μου κόπια του όγδοου αιώνα
    κομμένο στα τέσσερα
    μ’ άλλους σακατεμένους κώδικες
    λέω να το πουλήσω για πατατόσπορο
    έχω παιδιά να θρέψω
    θέλει πισσόχαρτο η στέγη μου
    θέλει καλαμπόκι το κοτέτσι
    θέλουν τα ποντίκια μου τυρί
    την Πτολεμαία Κλεοπάτρα θέλω στο στρώμα μου
    και βρέχει.

    ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

    ***

    17. ΣΚΥΛΟΣ ΤΟΞΟΤΗΣ

    Τώρα σε τέταρτη διάσταση συνεχίζω όσα δεν είπαμε.
    Χαμογελώ του χρώμιου χτες του ψευδάργυρου
    αύριο πεθαίνω του λιγνίτη
    χαλκός και νίκελ ματώνουν μες στα χέρια μου
    που πρέπει τ’ αναστάσιμα καρφιά μας να ισιώνω
    κ’ η διεθνής του αντιμόνιου απ’ το χαράκωμα
    ατέλειωτο ταμπούρλο.
    Θεόσταλτοι αφορισμοί από τους άμβωνες με οχταήχι
    με σιγγίλια π ε ί θ ο υ ν ε με ξιφολόγχες και
    χρηματιστήρια, με οχτάστηλα ή τέταρτη εξουσία
    κι ο δεξιός ιεροψάλτης λουστρίνι μάγουλο
    βήμα που το ‘μαθε η χήνα
    καινούργιος στη μασχάλη του ο χαρτοφύλακας
    από το δέρμα σου πατρίδα.
    Μόνο ο ιδρώτας μου ερυθρόδερμος παραμερίζει
    υπόκλιση άψογη, χαμόγελο νέα μανιφατούρα
    ξάφνου αμολάει το κανελί σκυλί του
    κι όλα γίνονται της πουτάνας.
    Δεν περνάει το δικό σου,
    όχι.

    ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ (απ΄τη συλλογή Οδός Λαιστρυγόνων)

    Το τραγούδι του ομοφυλόφιλου σκύλου – Γιάννης Μπέζος

    18. «Οπωσδήποτε ένα σκυλί βρίσκεται στην ποίησή μας.
    Είτε σαν μια μέρα που δείχνει τα σκυλόδοντά της… »
    ………………………………………………………
    Το τέλος του Άργου κανείς δεν το ’μαθε
    Μόνο έχουν να λένε ακόμα και σήμερα
    Πως στη θέρμη του καλοκαιριού
    Όταν καταλαγιάζει το λιμάνι
    Και κλείνουν τα μπαράκια
    Ένα φτερωτό σκυλί βογκάει από έρωτα
    Και σέρνει στην πλάτη του υπομονετικά
    Μια νύμφη που την λένε Πηνελόπη.

    Μάριος Μιχαηλίδης, Τέφρα Ονείρων (Γαβριηλίδης 2016)

  2. Ciao Aggeliki!… Είσαι το καλύτερο «ποιητικό κυνηγετικό σκυλί»…»Κυνηγάς κι οσφραίνεσαι» την ποίηση σαν το καλύτερο λαγωνικό… Bravissima!!!

    -Σεργκέι Γιεσένιν, «Τραγούδι για το σκύλο»

    «Το πρωί, μες στου αχυρώνα τη γωνιά,
    Όπου γραμμή χρυσίζουν τα σακιά,
    Η σκύλα γέννησε εφτά μικρά.
    Εφτά κοκκινοκαφετιά σκυλιά.

    Εκεί τα χάιδευε μέχρι το βράδυ
    Και τους χτένιζε με τη γλώσσα τα μαλλιά.
    Το χιόνι λιώνοντας έτρεχε ρυάκι
    Κάτω απ’ τη ζεστή της την κοιλιά.

    Το βράδυ, όταν στα κοτέτσια
    Κουρνιάζουν οι κότες εδώ κι εκεί,
    Ήρθε ο νοικοκύρης μουτρωμένος
    Κι έριξε τα εφτά σκυλιά μες στο σακί.

    Έτρεχε πίσω του μέσα στα χιόνια
    Ακολουθώντας τον ώρα πολλή
    Κι έτρεμε, έτρεμε τόσο πολύ
    Καθώς νερό πριν πήξει στο γυαλί.

    Όταν το βράδυ αργά σύρθηκε πίσω,
    Τον ιδρώτα γλείφοντας απ’ την κοιλιά,
    Της εφάνη το φεγγάρι πάνω απ’ την καλύβα
    Σαν ένα απ’ τα δικά της τα σκυλιά.

    Στο γαλάζιο θόλο κάρφωσε το βλέμμα
    Πικρό αφήνοντας ουρλιαχτό,
    Κι όλο κοιτούσε μακριά το λόφο
    Που κρυβόταν το φεγγάρι το λεπτό.

    Κι υπόκωφα, σάμπως όταν της ρίχνουν
    Πέτρα για ψωμί, γελώντας ειρωνικά,
    Κυλήσαν τα μάτια τα σκυλίσια
    Μες στο χιόνι καθώς άστρα χρυσά.»
    (Ρώσοι ποιητές του 20ου αιώνα, εκδ. Μεσόγειος)

    -Θανάσης Μαρκόπουλος, «Σκυλί που κλαίει»

    «Νύχτα φορτωμένη μήλα σιωπής
    διάστικτη από νησιά μοναξιάς, αναμένα
    ραγισμένο σώμα
    κι απ’ το βαθύ το ρέμα
    με τα σκοτωμένα αηδόνια
    τ’ αγιάζι ανεβαίνει
    σκυλί που κλαίει τη σπασμένη αρτιμέλεια.»
    (Θ. Μαρκόπουλος, Ανοιγμένη φλέβα, Παρατηρητής)

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Η ζωή ενός σκύλου

    Με πλησίασε μια μέρα ένα γέρικο σκυλί
    κι άρχισε να μου μιλάει με ανθρώπινη φωνή.
    Δεν γεννήθηκα μου λέει από αδέσποτους γονείς
    η μητέρα μου μαλτέζα κι ο πατέρας μου κανίς.

    Η μαμά μου μ’ αγαπούσε και με φρόντιζε πολύ
    κι όλα δείχναν πως θα γίνω ένα υπέροχο σκυλί.
    Όταν έκλεισα δυο μήνες με αρπάξαν με το ζόρι
    και με πήγανε σαν δώρο σε ένα 8χρονο αγόρι.

    Στην αρχή με αγαπούσε και με τάιζε στο στόμα
    στο κρεβάτι του κοιμόμουν σε ένα πουπουλένιο στρώμα.
    Την αγάπη για να δείξω του κουνούσα την ουρά μου,
    δεν τον είχα αφεντικό μου μα αδερφό μες στην καρδιά μου.

    Καθώς πέρναγε ο χρόνος όλο με παραμελούσε,
    είχε άλλες ασχολίες και εμένα με ξεχνούσε.
    Οι γονείς του αποφασίσαν πως δεν είχαν πλέον λόγο
    άλλο πια να με κρατήσουν και με πέταξαν στο δρόμο.

    Με έβαλαν μες στο αμάξι και στην εξοχή με πήγαν,
    νόμισα πως πάμε βόλτα όμως μ’ άφησαν και φύγαν.
    Μες στους δρόμους τριγυρνούσα δίχως να ‘χω που να πάω,
    ήμουν μόνος και πεινούσα και δεν έβρισκα να φάω.

    Κάποιοι άγνωστοι μου φέρναν που και που να πιω νερό,
    μου πετούσαν για να φάω και κανα ψωμί ξερό.
    Μία μέρα με χτυπήσαν και μου κόψαν την ουρά μου,
    δυο παιδιά για να γελάσουν και την πέταξαν μπροστά μου.

    Όταν πέρασε ένας χρόνος δίχως τα εμβόλιά μου,
    άρχισα να ‘χω αρρώστιες και να πέφτουν τα μαλλιά μου.
    Τώρα οι άνθρωποι δεν ‘θέλαν να ‘ρθουν πια να με χαϊδεύουν,
    ήμουν θέαμα αστείο μόνο για να κοροϊδεύουν.

    Για να μην τους πλησιάσω αντικείμενα πετούσαν,
    μου φωνάζανε, με βρίζαν, με κακία μου μιλούσαν.
    Τώρα πια που ‘χω γεράσει μια σκιά μου έχει μείνει,
    μα όλα αυτά που ‘χω περάσει δεν μου φεύγουν απ’ την μνήμη.

    Πριν ν΄ αφήσω αυτόν τον κόσμο που ονειρεύτηκα αλλιώς,
    μάθε πως εσύ είσαι εκείνος ο 8χρονος μικρός,
    Σε αναζητούσα χρόνια και ήταν πάντα το όνειρό μου
    να ξαναβρεθώ μαζί με τον μεγάλο αδερφό μου.

    Ίσως δεν μ’ αναγνωρίζεις, ίσως να μην με θυμάσαι
    μα δεν σου κρατώ κακία δεν δαγκώνω μην φοβάσαι.
    Τα σκυλιά δεν νιώθουν μίσος, ξέρω μόνο ν’ αγαπάω
    κι ας μην έχω την ουρά μου από αγάπη στην κουνάω.

    Αν χαρίσεις στο παιδί σου κάποτε ένα σκυλί,
    πες του ότι θέλει μόνο να το αγαπάς πολύ.
    Λίγη αγάπη αν του δώσεις δεκαπλάσια θα δώσει,
    νιώθει αληθινή φιλία που ποτέ δεν θα προδώσει.

    Και από εσένα θέλω μόνο μία χάρη να ζητήσω,
    άσε με να σε κοιτάξω μες στα μάτια πριν ψοφήσω
    και να πω στον εαυτό μου είμαι με τον αδελφό μου,
    ο εφιάλτης της ζωής μου ήταν μόνο στ’ όνειρό μου.

    Νίκος Μαλιάτσης

    ***

    Ο Ντικ

    Η πέτρα σταυρωμένη από τον άνεμο
    Ο άνεμος η σιγαλιά
    Δεν ακούγεται τίποτα
    Μόνο το καρδιοχτύπι της πέτρας
    Κι η πέτρα της καρδιάς μου δουλεύεται
    Με τον θυμό και με τον πόνο
    Βαριά, σιγά και σταθερά
    Μπόλικη πέτρα
    Μπόλικη καρδιά
    Να χτίσουμε τις αυριανές μας φάμπρικες
    Τα λαϊκά μέγαρα
    Τα κόκκινα στάδια
    Και το μεγάλο μνημείο των ηρώων της επανάστασης

    Να μη ξεχάσουμε και το μνημείο του Ντικ
    Ναι, ναι του σκύλου μας του Ντικ
    Της ομάδας του Μούντρου
    Που τον σκοτώσαν οι χωροφυλάκοι
    Γιατί αγάπαγε πολύ τους εξόριστους
    Να μην ξεχάσουμε σύντροφοι τον Ντικ
    Τον φίλο μας τον Ντικ
    Που γάβγιζε τις νύχτες
    Στην αυλόπορτα αντίκρυ στη θάλασσα
    Κι αποκοιμιόταν τα χαράματα
    Στα γυμνά πόδια της λευτεριάς
    Με τη χρυσόμυγα του αυγερινού
    Πά στο στυλωμένο αυτί του

    Τώρα ο Ντικ κοιμάται στη Λήμνο
    Δείχνοντας πάντα το ζερβί του δόντι
    Μπορεί μεθαύριο να τον ακούσουμε πάλι
    Να γαβγίζει χαρούμενος σε μια διαδήλωση
    Περνοδιαβαίνοντας κάτου απ’ τις σημαίες μας
    Έχοντας κρεμασμένη στο ζερβί του δόντι
    Μια μικρή πινακίδα «κάτω οι τύραννοι»
    Ήταν καλός ο Ντικ

    ΓΙΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    ***

    Μιὰ παλιὰ ὑπηρέτρια (απόσπασμα)

    …Κάποιο ἀπόγευμα, ἕνα σπουργίτι τὴ σταμάτησε στὴν αὐλή, καὶ τὴν κοίταξε στὰ μάτια,
    τὴν ὥρα ποὺ βιαζόταν ν’ ἁπλώσῃ τὰ πλυμένα ρούχα∙
    κι ἀπόμεινε χαμένη, μὲ τὰ δυό πανέρια κάτου ἀπ’ τὶς μασκάλες,
    κι οὔτε μπο¬ροῦσε νὰ κάνῃ τὸ σταυρό της,
    μονάχα τοῦ ‘πε: «Ἀεὶ στὸ καλό σου, χριστια¬νέ μου!» κι ἀπ’ τὸ ψηλό παράθυρο
    μιὰ κοριτσίστικη φωνή τὴ ρώτησε: «Σὲ ποιόν μιλᾶς;» κι αὐτή ἀποκρίθηκε:
    «Στὸ σκυλί, κόρη μου!» γιατὶ τὸ σκυλί εἶναι πιὰ μεγάλο ἀπ’ τὸ πουλί,
    καὶ στὸ σκυλί ἐπιτρέπεται νὰ μιλᾶς, νὰ τὸ μαλώνῃς, νὰ τὸ συμβουλεύῃς! Μὰ κείνη τὴν ὥρα
    τὸ πουλί φώναξε: «Ψέμματα λέει! Μὲ μένα μιλάει!»
    κι ἀκούστηκε ἀπὸ πάνου, ἀπ’ τὸ ψηλό παράθυ¬ρο, τὸ κοριτσίστικο γέλιο…

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    ***

    σκυλοτροφή

    στις κατακόμβες τού κράτους περιπλανήθηκε κάποτε ένας τρομερός ληστής
    είχε βάλει γινάτι να βρει το κρυμμένο χρυσάφι
    κατέβαινε και σκότωνε για μέρες
    ατρόμητος έφτασε μέχρι τα πιο βαθιά θεμέλια
    βρήκε το λαμπερό σεντούκι, αυτό είναι είπε
    το πήρε παραμάσχαλα κι άρχισε να ανεβαίνει
    ανέβαινε και σκότωνε για μέρες
    το πήγε στο βουνό το ‘βαλε μες στο σπίτι του
    ο σκύλος δίπλα γάβγιζε
    έκανε να τ’ ανοίξει
    μέσα από ένα σύννεφο σβησμένου σπίρτου ξεπρόβαλαν οστά από ήρωες του έθνους
    το χρυσάφι μοιάζει με άσπρα κόκαλα είπε, είμαι πλούσιος τώρα;
    κι έθαψε το σεντούκι του στο χώμα
    πέρασαν λίγες μέρες, άρχισαν τα θεμέλια να τρίζουν
    δεν άντεχε το κράτος χωρίς τους ήρωές του
    ξέσπασαν ταραχές, το εμπόριο σταμάτησε, ο κόσμος άρχισε να πεινάει
    τα σκυλιά κατάπιναν ποντίκια και τα ποντίκια σκύλους
    η πόλη γινότανε ένα νεκροταφείο
    ο τρομερός ληστής όταν βράδιαζε κατέβαινε στη πόλη μουλωχτά
    έπαιρνε τους νεκρούς δυο-δυο, τους έσπαγε τα κόκαλα
    και τα ‘θαβε στο λόφο του σπιτιού του για χρυσό
    μα βέβαια το πιο σημαντικό ήταν πως του ‘μενε και κρέας άφθονο
    που με το καιρό είπε να το ανταλλάξει
    φέρτε μου κόκαλα διέταζε το νέο καθεστώς και θα σας δώσω κρέας
    τι να κανε και ο πατέρας
    διάλεγε το πιο χωλό απ’ τα εννιά παιδιά, να ζήσει η φαμίλια ένα μήνα
    έτσι χαθήκανε γενιές, μίκραιναν οι φαμίλιες
    τρώγοντας σκυφτοί κάθε φορά -χωρίς να ξέρουνε- του σκοτωμένου τους το κρέας
    ένα πρωί εκείνος ο πατέρας μια κόρη του ‘μενε να θυσιάσει, πώς να τολμούσε
    πήγε στο λόφο και του πρόσφερε ένα σακούλι λίρες
    το είδε ο ληστής, αυτά δεν είναι κόκαλα του είπε
    αυτό έχω άρχοντά μου μόνο
    και τι είναι αυτό τονε ρωτάει;
    χρυσός ατόφιος άρχοντα, κοίτα τον πως λάμπει, του 21ου αιώνα
    και ο ληστής άρχισε να γελάει
    γελούσε τόσο δυνατά που το έβαλε στα πόδια ο πεινασμένος
    με μια συνηθισμένη κίνηση ο τρομερός ληστής
    πρώην ληστής νυν ηγεμόνας
    γύρισε το σακούλι ανάποδα
    κι έχυσε το χρυσό στο σκύλο του που είχε μυριστεί τη λιχουδιά
    του τρέχανε τα σάλια ώρα.

    ΣΑΜΣΩΝ ΡΑΚΑΣ

    ***

    Πράξη δεύτερη: Ο ποιητής – σκύλος και ποια είναι τα καλά σκυλιά

    Τραγουδώ τον βρώμικο σκύλο, τον φτωχό σκύλο, τον σκύλο χωρίς σπίτι, τον άσωτο σκύλο, τον σαλτιμπάγκο σκύλο, τον σκύλο που το ένστικτό του, σαν το ένστικτο του φτωχού, του μποέμ και του αγύρτη, έχει κεντριστεί θαυμάσια από την ανάγκη, αυτή την καλή μητέρα, αυτή την αληθινή πατρόνα των πνευμάτων. Τραγουδώ τα ολέθρια σκυλιά, αυτά δηλαδή που πλανιώνται μοναχά, στις θλιβερές χαράδρες των απέραντων πόλεων, αυτά που είπαν στον εγκαταλειμμένο άνθρωπο, με ζωηρά και πνευματώδη μάτια: Πάρε μας μαζί σου και θα φτιάξουμε από τις δυο μας δυστυχίες, ένα είδος ευτυχίας!
    “Πού πάνε τα σκυλιά;” έλεγε κάποτε ο Νέστωρ Ροκπλάν στο μυθιστόρημά του, που σίγουρα ξέχασε και μόνο εγώ κι ο Σαιντ-Μπεβ ίσως θυμόμαστε ακόμα σήμερα. Πού πάνε τα σκυλιά, λέτε εσείς, τόσο παρατηρητικοί άνθρωποι. Πάνε στις δουλειές τους. Επαγγελματικά ραντεβού, ερωτικά ραντεβού. Μέσα στην ομίχλη, μέσα στο χιόνι, μέσα στις κοπριές, κάτω από τη σκυλίσια ζέστη, κάτω από τη βροχή που κυλά, πηγαίνουν, έρχονται, τρέχουν περνάν κάτω από τις άμαξες, ερεθισμένα από τους ψύλλους, το πάθος, την ανάγκη ή το καθήκον. Σαν κι εμάς, σηκώθηκαν νωρίς το πρωί και ψάχνουν τη ζωή τους ή κυνηγούν τις χαρές τους.

    Σαρλ Μπωντλέρ, «Spleen et Ideal», μετ. Ιωάννα Ευσταθιάδου – Λάππα(;)

    ***

    Άγραφον

    Επροχωρούσαν έξω από τα τείχη
    της Σιών ο Ιησούς και οι μαθητές Του,
    σαν, λίγο ακόμα πριν να γείρει ο ήλιος,
    ζυγώσανε αναπάντεχα στον τόπο
    που η πόλη έριχνε χρόνια τα σκουπίδια,
    καμένα αρρώστων στρώματα, αποφόρια,
    σπασμένα αγγειά, απορρίμματα, ξεσκλίδια …

    Κ’ εκεί, στον πιο ψηλό σωρόν απάνω,
    πρησμένο, με τα σκέλια γυρισμένα
    στον ουρανό, ενός σκύλου το ψοφίμι,
    που – ως ξαφνικά ακούοντας, τα κοράκια
    που το σκεπάζαν, πάτημα, το αφήκαν –
    μια τέτοια οσμήν ανάδωκεν, οπού όλοι
    σα μ’ ένα βήμα οι μαθητές, κρατώντας
    στη φούχτα τους την πνοή, πισωδρομήσαν …

    Μα ο Ιησούς, μονάχος προχωρώντας
    προς το σωρό γαλήνια, κοντοστάθη
    και το ψοφίμι εκοίταζε· έτσι, πόνας
    δεν εκρατήθη μαθητής και Του ‘πεν
    από μακρά: «Ραββί, δε νιώθεις τάχα
    τη φοβερήν οσμή και στέκεσ’ έτσι;»

    Κι Αυτός, χωρίς να στρέψει το κεφάλι
    απ’ το σημείο που κοίταζε, αποκρίθη:
    «Τη φοβερήν οσμήν, εκείνος πόχει
    καθάρια ανάσα, και στη χώρα μέσα
    την ανασαίνει, όθ’ ήρθαμε … Μα τώρα
    αυτό που βγαίνει απ’ τη φτορά θαμάζω
    με την ψυχή μου ολάκερη … Κοιτάχτε
    πώς λάμπουνε τα δόντια αυτού του σκύλου
    στον ήλιο· ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο,
    πέρα απ’ τη σάψη, υπόσκεση μεγάλη,
    αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι ακόμα
    σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα!»

    Έτσ’ είπ’ Εκείνος· κ’ είτε νιώσαν ή όχι
    τα λόγια τούτα οι μαθητές, αντάμα,
    σαν εκινήθη, ακλουθήσαν και πάλι
    το σιωπηλό Του δρόμο …

    Και να τώρα,
    βέβαια στερνός, το νου μου πώς σ’ εκείνα,
    Κύριε, τα λόγια Σου γυρίζω, κι όλος
    μια σκέψη στέκομαι μπροστά Σου: Α! … δώσε,
    δος και σ’ εμένα, Κύριε, ενώ βαδίζω
    ολοένα ως έξω απ’ της Σιών την πόλη,
    κι από τη μια της γης στην άλλην άκρη
    όλα είναι ρείπια, κι όλα είναι σκουπίδια,
    κι όλα είναι πτώματα άθαφτα που πνίγουν
    τη θεία πηγή τ’ ανασασμού, ή στη χώρα
    είτ’ έξω από τη χώρα· Κύριε, δος μου,
    μες στην φριχτήν οσμή όπου διαβαίνω,
    για μια στιγμή την άγια Σου γαλήνη,
    να σταματήσω ατάραχος στη μέση
    απ’ τα ψοφίμια, και ν’ αδράξω κάπου
    και στη δική μου τη ματιάν έν’ άσπρο
    σημάδι, ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο·
    κάτι να λάμψει ξάφνου και βαθιά μου,
    έξω απ’ τη σάψη, πέρα από τη σάψη
    тου κόσμου, ωσάν τα δόντια αυτού του σκύλου,
    που, ω Κύριε, βλέποντάς τα εκειό το δείλι,
    τα ‘χες θαμάσει, υπόσκεση μεγάλη,
    αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι αντάμα
    σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα!

    Άγγελος Σικελιανός

  4. Ciao Aggeliki!!!…

    -Ο Χρήστος Θηβαίος, το 2000 στον δίσκο των Συνήθων Υπόπτων “Είμαι αυτό που κυνηγάω” θα τραγουδήσει το «Άλλοθι»:
    “Είμαι ένα σκυλί που γαβγίζει στ` αστέρια
    μήπως ραγίσει και πέσει η αγάπη
    Με τα δυο μάτια μου κοιτάζω ψηλά
    Με τα δυο χέρια μου γιορτάζω τη λάσπη”.

    -“Άσπρα σπασμένα τ’ ουρανού μέσα στη νύχτα
    πάω μ’ από κοντά τον σκύλο της σελήνης μου.
    Κάποιος άγνωστος Γαβριήλ μου κάνει νοήματα
    -Σύμφωνοι, θα πεθάνουμε όλοι μας· άλλα προς τι;”
    (Ο. Ελύτης, από το “Ημερολόγιο ενός Αθέατου Απριλίου”)

    -Μ. Λουντέμης, «ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΑΙΤΩ» (Ψεύτικα σκυλιά)

    «Κοίτα εκεί. Τι ακαταλόγιστη αντινομία!
    Τι μασκαράδικη αθάνατη ψευτιά!
    Να ψάχνεις μες σ’ έναν ωκεανό από νερό
    και να μη βρίσκεις ούτε μια σταγόνα!
    Μα όλα αυτά είναι μαθήματα αργοπορημένα.
    Τ’ αφήσαμε σκαλισμένα στις πέτρες.
    Και οι πέτρες πάλιωσαν και θρυμματίστηκαν.
    Και τα μαθήματα χάθηκαν.
    Μα να που βρυκολάκιασαν μερικά
    κι έλαβα προχθές ένα
    από έναν πλανταγμένο καλλιτέχνη.
    Έναν αργοπορημένο Φειδία
    που αντίς για μάρμαρο
    δούλευε σε ξύλο.
    Έφτιαχνε ξύλινα σκυλιά.
    Τα σκάλιζε, τα μαστόρευε.
    Τα λουστράριζε.
    Τ’ αράδιαζε στο ράφι
    γλυκά και προσεχτικά.
    Κι ύστερα έπεφτε σ’ απελπισία!
    – Αλίμονο, τι θ’ απογίνουμε σινιόρε;
    Κανείς πια σήμερα, κανείς
    δεν αγοράζει ψεύτικα σκυλιά.
    – Ξέρεις γιατί, Τζιάκομο;
    Είναι πολύ απλό: γιατί δεν δαγκώνουν.
    Φτιάξε καλύτερα ανθρώπους.
    – Ξύλινους;
    – Ξύλινους, χάρτινους, αχυρένιους.
    Έχουν πέραση.
    – Κακή μου μοίρα. Και τι θα πούνε οι αληθινοί;
    – Μα… υπάρχουν;
    Γερο-Τζιάκομο, θέλω να σου πω μιαν ιστορία.
    Μιαν ιστορία για έναν Γκραίκο,
    έναν Διογένη. Τον έχεις ακουστά;
    – Δεν είναι από δω… Τι δουλειά κάνει;
    – Τρεις χιλιάδες χρόνια ψάχνει γι’ άνθρωπο
    κι ακόμη δε τον βρήκε!
    Όσο για τα ψεύτικα σκυλιά σου,
    κράτα τα! Μια μέρα θα σου χρειαστούν.
    – Τι; Θα μάθουν να δαγκώνουν;
    Θα γίνουν αληθινά;
    – Όχι. Θα γίνουν πιο ψεύτικοι οι αγοραστές
    και θ’ αγοράζουν τα ψεύτικα σκυλιά σου!
    (http://selidestexnis.blogspot.gr/2016/03/1912-1977.html)

    -Γ. Βιζυηνός, «Τὸ σκυλί»

    Κάθε νύχτα στὴν αὐλὴ
    γάβου-γάβου τὸ σκυλί,
    δῶσ᾿ του καὶ γαβγίζει.
    Τοῦ σπιτιοῦ ἐδῶ αὐτὸς
    εἶναι φύλακας πιστός,
    ποιὸς δὲν τὸν γνωρίζει;
    Ἀψηλὰ τ᾿ ἀφεντικὰ
    κοιμηθήκανε γλυκά,
    πέρασε ἡ ὥρα.
    Τὸ γνωρίζει τὸ σκυλὶ
    καὶ φωνάζει ἀπ᾿ τὴν αὐλὴ
    γάβου, γάβου τώρα.
    Γιὰ νὰ ξέρουν οἱ κακοί,
    ποὺ γυρνοῦν ἐδῶ κι ἐκεῖ
    κάτι νὰ σουφρώσουν,
    πὼς σὰν ἔμπουν στὴν αὐλή,
    θὰ τοὺς πιάσει τὸ σκυλὶ
    καὶ δὲ θὰ τὴ γλυτώσουν.
    (http://users.uoa.gr/~)

    -»Σα να ‘μουν εσύ.»

    Κι αν άκουσα εγώ το πρώτο κλάμα σου
    κι αν σου ‘δωσα ανάσα απ’ τη δική μου, δεν το θυμάμαι πια. Για δε ζητάς, για δε ρωτάς να μάθεις κι εγώ ξεχνώ. Μόνο υπομονετικά κοιτάς κι εγώ σου λέω τα πάντα.

    Κι αν όλα αυτά δεν μας συνέβαιναν ποτέ, τ’ ανθρώπινα δεν σε οδηγούσα να τα ζήσεις, πάλι τα ίδια θα ‘μαστε. Να κοιταζόμαστε γλυκά, να παίζουμε απλά, να μη ζητάς, να μη ρωτάς, να με κοιτάς και να σου λέω τα πάντα.

    Κι αν ακόμα τη θύμηση και της ανάγκης τη στιγμή αγγίξεις, εσύ μαζί, στο πλάι μου αδελφός, φίλος λιτός, καρτερικός, να μη ζητάς να μη ρωτάς, αληθινά να συμπονάς και να σου λέω τα πάντα.

    Κι αν πρώτος φύγεις κάποτε, δε φευγεις μονος. Ένα κομματι απ’ την ψυχη μου θα χεις παρει, να το κρατήσεις συντροφιά, να μη ζητάς, να μη ρωτάς, παρα γλυκά να το κοιτάς και θα σου λέει τα πάντα.

    Κι όταν σε βρώ και συντροφέψουμε ξανά, πίσω θα στο ζητήσω και άμα δεν ήμουνα καλή, αν δεν σε αγάπησα πολύ, κράτα το εσύ και τη ψυχή μου ας χάσω, να μη ζητώ να μη ρωτώ, σα να ‘μουν εσύ να σε κοιτώ και να μου λές τα πάντα…σκύλε μου!
    http://clubs.pathfinder.gr/Labradors_club/728765

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Το σκυλί του Μοναστηριού

    Ένα πρωί πέντε Μαγιού και ώραν την ενάτην
    Αγαρηνοί τελούσανε κάποιαν ποινήν εσχάτην.
    Τον Άγιο Εφραίμ με ρόπαλα πολλοί τον μαστιγώνουν
    κι απ’ τα πολλά χτυπήματα αμέσως θανατώνουν.

    Πολλά δεινά υπέφερε ο Άγιος ο Μάρτυς
    κι ο σκύλος του Μοναστηριού ήταν αυτόπτης μάρτυς.
    Φεύγουν οι άπιστοι ευθύς πολύ μακριά να πάνε
    τον Άγιο κάτω στη γη αμέσως παρατάνε,
    και το σκυλί εδάκρυσε και έκλαιε, και έκλαιε!!

    Τρεις χωρικοί περνούσανε κοντά στο μονοπάτι
    κι ακούνε γαύγισμα σκυλιού που έμοιαζε με κλάμα,
    και όλοι πια ελέγανε τί νάναι αυτό το πράγμα;
    Ένα σκυλί εγαύγιζε και ήτανε θλιμμένο
    κι εκείνοι το κοιτούσανε με βλέμμα απορημένο.

    Τί να συνέβη άραγε σ’ αυτόν εδώ τον τόπο;
    πάμε να δούμε έλεγαν, αξίζει πια τον κόπον,
    ότι άφησαν οι άπιστοι τα φονικά τους ίχνη
    κι ο σκύλος που εβάδιζε εκεί κοντά, τους δείχνει·
    βλέπουν το σώμα τ’ Άγιου Εφραίμ το πληγωμένο
    κι ένα πλευρό του ήτανε στην άκρη πεταμένο.

    Παίρνουν αξίνες και οι τρεις αμέσως για να σκάψουν
    το σώμα το μαρτυρικό μέσα στη γη να θάψουν.
    Κι ο σκύλος βλέπει το πλευρό στην άκρη πεταμένο,
    ήτανε άγιο κι αυτό πολύ ευλογημένο.

    Το παίρνει γρήγορα, ευθύς στο στόμα του το θέτει
    και με πολύ ευλάβεια στο λείψανο αποθέτει.
    Οι τρεις τους τον εθάψανε μ’ ένα μεγάλο δέος,
    ήταν αγρότες χριστιανοί, εκάμανε το χρέος,
    και το σκυλί τ’ αφήσανε εκεί κοντά του μόνο
    και το σκυλί εδάκρυσε και έκλαιε, και έκλαιε!!

    Ποίημα Λάμπρου Χάιδα
    Πηγή: Οπτασίαι και Θαύματα του Οσιομάρτυρος και Θαυματουργού Εφραίμ του Νεοφανούς, βιβλίο Β΄, εκδ. Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Νέας Μάκρης Αττικής, σ. 92

    ***

    O ΣΚΥΛΟΣ ΦΕΡΝΕΙ ΟΜΟΡΦΙΑ

    Η ατέρμονη νυμφομανία του Χάροντα
    είναι το μωβ εισόδημα της ποίησης
    όπως αγγέλλεται στις διαφημίσεις
    των νεοϊδρυθέντων εμπορικών καταστημάτων
    και ο ήλιος κερασφόρος άμαχος
    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΥΔΗΣ

    ***

    Οδύσσεια, ρ 290-327

    Αυτά καθώς λαλούσανε κι ανάμεσό τους λέγαν,
    σκυλί που κοίτουνταν, τ’ αυτιά και το κεφάλι ορθώνει,
    ο Άργος, που ο αντρόψυχος Δυσσέας τον είχε θρέψει,
    όμως δεν τόνε χάρηκε, γιατ’ είχε φύγει εκείνος
    στη Τροία τότες την ιερή· σ’ άλλους καιρούς οι νέοι
    τον παίρνανε, να κυνηγούν λαγούς, ζαρκάδια, γίδια.
    Τώρα, π’ ο αφέντης έλειπε, τον άφηναν πεσμένο
    στην σωριασμένη την κοπριά βοδιών και μουλαριώνε,
    που ομπρός στη θύρα απλώνονταν, κι οι παραγιοί αποκείθε
    την σήκωναν και κόπριζαν τους κήπους του Οδυσσέα.
    Απάνω αυτού κοιτότανε τσιμπουριασμένος ο Άργος.
    Και τώρα, άμα μυρίστηκε σιμά τον Οδυσσέα,
    γοργοσαλεύει την ουρά, τ’ αυτιά του κατεβάζει,
    μα πιο κοντά του αφέντη του δεν μπόρειε να ζυγώση.
    Γύρισ’ αυτός την όψη του και σφούγγισ’ ένα δάκρυο
    κρυφό με τρόπο, κι ύστερα τον πιστικό ρωτούσε
    «Μεγάλο θάμα, στην κοπριά να μνήσκη τέτοιος σκύλος·
    όμορφος σκύλος, μα άραγες νά ‘ναι και γοργοπόδης
    κοντά στην τόση του ομορφιά, για νά ‘ναι δα από κείνους
    που στα τραπέζια στολισμό τους έχουν οι αφεντάδες;»
    Κι εσύ, Εύμαιε χοιροβοσκέ, του απολογήθης κι είπες·
    «Είν’ εκεινού που απέθανε στα ξένα αυτός ο σκύλος.
    Αν ήταν έτσι στο κορμί, και στα έργα του σαν τότες
    που ο Οδυσσέας τον άφησε κινώντας για την Τροία,
    τότες θα κοίτας δύναμη και γληγοράδα, αλήθεια.
    Αγρίμι δεν του ξέφευγε μες στα βαθιά του λόγγου,
    κάθε κυνήγι, που έβγαζε στ’ αχνάρια μαθημένος.
    Μα παθιασμένος τώρ’ αυτός, ο αφέντης του στα ξένα
    χαμένος, και δε νοιάζονται γι’ αυτόν εδώ οι γυναίκες.
    Κι οι δούλοι, σα δε βρίσκεται ποπάνω τους αφέντης,
    δουλειά να κάμουνε σωστή δε θέλουνε πια τότες·
    τι παίρνει τη μισή αρετή του ανθρώπου ο βροντορίχτης
    ο Δίας, άμα της σκλαβιάς η μαύρη τού ‘ρθη μέρα.»
    Αυτά σαν είπε, στα λαμπρά παλάτια μέσα μπήκε,
    και πήγε τους καμαρωτούς μνηστήρες ν’ ανταμώση.
    Όμως τον Άργο θάνατος μαύρος κι αχνός τον πήρε,
    σαν είδε τον αφέντη του, στα είκοσι χρόνια απάνω

    (Μετάφραση: Αργύρης Εφταλιώτης)

  6. Ciao Aggeliki!… Grazie!!!…

    -Χρίστος Ρουμελιωτάκης, “ΤΟ ΣΚΥΛΙ»

    «Μου λεν να πάρω ένα σκυλί –
    καλό σκυλί και φύλακας.
    Τώρα τι να το πάρεις το σκυλί,
    αφού το ξέρεις,
    θ΄ αρχίσει πάλι ν΄ αλυχτάει όλη τη νύχτα
    και θά ΄ρχονται οι χωροφύλακες χαράματα
    να παίρνουν τον πατέρα σου.»
    (http://www.poiein.gr/archives/111/index.html)

    -[Το σκυλί της Γκαμπριέλα] του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ

    «Ο πατέρας του είναι σέρβικο τσομπανόσκυλο
    η μητέρα του – αλβανικό λαγωνικό.
    Ο ένας παππούς του – βουλγάρικο σαρακατσάνικο
    ο άλλος, απ’ την πλευρά της μητέρας του, έρχεται απ’ τη Θεσσαλονίκη.
    Ο μπασταρδόσκυλος των Βαλκανίων – γελάει η Γκαμπριέλα
    (εκείνη είναι αυστριακιά με μητέρα Ουγγαρέζα)
    Δε φοβάται τους πυροβολισμούς
    είναι καλό για κυνήγι
    γλείφει τα χέρια όλων
    δεν θυμώνει αν του βάλεις τις φωνές
    μόνο καμιά φορά, μόνο καμιά φορά
    (πολύ σπάνια όμως)
    ρίχνεται και δαγκώνει, δαγκώνει…»
    [Μετάφραση από τα βουλγάρικα: Ζντράβκα Μιχάιλοβα]

    *Ένα ωραίο κεμενάκι του φίλου μου Δικέλη Βληχού που ανάρτησε στο fb:

    -ΟΤΑΝ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΟΣΤΙΖΕΙ ΑΚΡΙΒΑ…
    Χθες λίγο προτού βραδιάσει, έφυγε ο Γκάρφιλ. Σε δρόμο της Σάμης. Ο Γκάρφιλ ήταν ένα σπάνιο σκυλάκι χορευτής. Σε πλησίαζε και κυριολεκτικά με τα μικρά του βηματάκια χόρευε. Γύριζε όλες τις γειτονιές. Όλοι τον ήξεραν. Κι εκείνοι που ενίοτε τον χτυπούσαν. Κι εκείνος δεν το έβαζε κάτω. Αλώνιζε τους δρόμους και τα χωράφια μοιράζοντας χαρά και αγάπη. Ερωτευόταν εύκολα. Ένας γυρολόγος του έρωτα ήταν. Ο φόβος μας μη τον χτυπήσει κάποιο αυτοκίνητο επαληθεύτηκε. Δεν κάναμε, τελικά, λάθος. Ο Γκάρφιλ το έκανε. Το μοναδικό του λάθος. Πίστευε στους ανθρώπους. Γιατί ήταν βέβαιος πως αν γινόταν αυτός να οδηγήσει αυτοκίνητο ποτέ του, μα ποτέ του δε θα σκότωνε ανθρώπους. Ο Γκάρφιλ είχε τη Συνείδηση της Αγάπης. Τώρα, εκεί, στον αστερισμό του Μεγάλου Κυνός θα είναι ο Γκάρφιλ με την Ιδεατή του Αγαπημένη.
    Καλά να είσαι εκεί Γκάρφιλ μου και να μας θυμάσαι κάπου κάπου. και να μας στέλνεις την αγάπη σου…

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ο άνθρωπος, το άλογο και το σκυλί

    Ένας άνθρωπος, το άλογό του και το σκυλί του περπατούσαν σ’ ένα δρόμο. Καθώς περνούσαν δίπλα από ένα τεράστιο δέντρο, έπεσε ένας κεραυνός και όλοι έμειναν στον τόπο. Αλλά ο άνθρωπος δεν αντιλήφθηκε ότι είχε πια αφήσει τον κόσμο τούτο και συνέχισε να περπατάει με τα ζώα του. Μερικές φορές οι πεθαμένοι θέλουν χρόνο για να συνειδητοποιήσουν τη νέα τους κατάσταση.

    Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς, ανηφορικός, ο ήλιος έκαιγε και αυτοί είχαν ιδρώσει και διψούσαν πολύ. Σε μια στροφή διέκριναν μια μεγαλόπρεπη πύλη, καμωμένη ολόκληρη από μάρμαρο, που οδηγούσε σε μία πλατεία στρωμένη με χρυσάφι, που στο κέντρο της είχε μία πηγή από όπου ανάβλυζε κρυστάλλινο νερό.

    Ο οδοιπόρος προχώρησε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο: “Καλημέρα”.
    “Καλημέρα”, απάντησε ο φύλακας.
    “Ποιος είναι αυτός ο τόσο όμορφος τόπος;”
    “Είναι ο παράδεισος”.
    “Ωραία που φτάσαμε στον παράδεισο, διψάμε πολύ”.
    “Μπορείτε να μπείτε, κύριε, και να πιείτε όσο θέλετε” και ο φύλακας έδειξε την πηγή.
    “Το άλογο και το σκυλί μου διψάνε κι αυτά”.
    “Λυπάμαι πολύ” είπε ο φύλακας. “Εδώ δεν επιτρέπονται ζώα”.

    Ο άνθρωπος στενοχωρήθηκε επειδή διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να πιει νερό μόνο αυτός. Ευχαρίστησε το φύλακα και συνέχισε το δρόμο του. Αφού περπάτησαν πολλή ώρα στην ανηφόρα, εξαντλημένοι πια, έφτασαν σ ένα μέρος που είχε για είσοδο μια παλιά ξύλινη πύλη που οδηγούσε σ ένα χωματόδρομο πλαισιωμένο από δέντρα. Στη σκιά ενός από τα δέντρα καθόταν ένας άνθρωπος μ’ ένα καπέλο στο κεφάλι, ίσως και να κοιμόταν.

    “Καλημέρα” είπε ο οδοιπόρος.
    Ο άνθρωπος έγνεψε με το κεφάλι. “Διψάμε πολύ, εγώ το άλογό μου και το σκυλί μου”.
    “Έχει μια πηγή σ’ εκείνες τις πέτρες” είπε ο άνθρωπος δείχνοντας το σημείο.
    “Πιείτε όσο θέλετε”.
    Ο άνθρωπος, το άλογο και το σκυλί πήγαν ως την πηγή και έσβησαν τη δίψα τους.
    Ο οδοιπόρος γύρισε για να τον ευχαριστήσει. “Ελάτε πάλι όποτε θέλετε” απάντησε ο άνθρωπος.
    “Αλήθεια, πως λέγεται αυτό το μέρος;”
    “Παράδεισος”.
    “Παράδεισος;;” Μα ο φύλακας της μαρμαρένιας πύλης είπε ότι ο παράδεισος ήταν εκεί!”
    “Εκεί δεν είναι ο παράδεισος, είναι η κόλαση”.

    Ο οδοιπόρος τα ‘χασε. “Πρέπει να τους απαγορεύετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας! Αυτό σίγουρα θα προξενεί μεγάλα μπερδέματα!”
    “Καθόλου, αντίθετα μας κάνουν μεγάλη χάρη. Επειδή εκεί μένουν όλοι αυτοί που είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερούς τους φίλους…”

    Paulo Coelho

  8. ….Και κάτι ακόμα του Ρίτσου:

    -Γ. Ρίτσος, «Ἕνα σκυλὶ μέσα στὴ νύχτα»

    – – – -…Εἶχε χάσει τὸν κύριό του, / εἶχε χάσει τὸ νερό του, τὸ σκουτέλι του, τὸ λουρί του, / τὸν ἴσκιο τοῦ κυρίου τοῦυ στὸ πάτωμα, / [] τὸν τρόπο νὰ κινῇ τὴν οὐρά του, καὶ κεῖνο τὸν ἀέρα / ἀνάμεσα στὶς δυό πόρτες τοῦ διαδρόμου ποὔκανε ἕνα ρεῦμα φωτεινό τὶς Κυριακὲς / κι ὁ ἀέρας φυσοῦσε τὸ τρίχωμά του σὰν κάποιος νὰ τὸ χτένιζε… Ὅλα τἄχασε. Τώρα / τὸ μαλλί του πεσμένο, ἡ οὐρά του / λερωμένη, νεκρή. Τὰ δυό μεγάλα σκοτεινά του μάτια τσιμπλιασμένα… Γυρίζει, / ὀσμίζεται τὸν ἀέρα – ποῦ πῆγε ὁ Κύριός του; καὶ γιατί;.. Μιὰ πελώρια ἀπορία / κρέμεται στὶς αὐλές, στοὺς τοίχους τῶν σπιτιῶν, στοὺς ἤχους τῶν δρόμων, / ὅταν χτυπάῃ τὸ ρολόι τῆς ἀγορᾶς. Καὶ κεῖνο τὸ σπίτι κλεισμένο. / Ἡ μάντρα τοῦ ψηλή – ἀπὸ ποῦ νὰ μπῇ; / Πῶς τὄκλεισαν ἀπέξω; Προσβλέπει / μὲ κουρασμένο φθόνο τὰ πουλιά∙ ἐκεῖνα / μποροῦν καὶ πηδοῦν πάνω ἀπ’ τὴ μάντρα / – ἴσως καὶ νὰ τσιμπολογοῦν στὴν αὐλή τὸ δικό του σκουτέλι, / ἴσως νὰ μπαίνουν ἀκόμη καὶ στὸ σπίτι / ἀπ’ τὴν ὀπὴ τῆς σόμπας, ἀπ’ τὸν καπνοδόχο ἢ ἀπ’ τὸ σπασμένο τζάμι…
    – – – -Οἱ πόρτες καρφωμένες σταυρωτά μὲ σανίδια..- ποῦ πῆγε ὁ Κύριός του; / Μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ καὶ νὰ λείπῃ;.. Μπορεῖ νὰ μήν ὑπάρχῃ;.. / Μέσα στὸ σπίτι θἆναι ὁλόσωμη ἡ ὀσμὴ τοῦ Κυρίου του!.. Γυρεύει / τὸ ὠρισμένο χάδι, τὸ ὡρισμένο πιάτο, τὸ ὡρισμένο ἀκόμη λάχτισμα / ἀπ’ τ’ ὡρισμένο πόδι, ποὺ ἦταν μόνο γι’ αὐτόν κι ὄχι γι’ ἄλλον..- // κ’ ἦταν -α ὐ τ ό, καὶ -ὑ π ῆ ρ χ ε! Τώρα τί εἶναι; Ποῦ εἶναι;.. Τώρα / γυρίζει μέσα στ’ ἄσκοπο σὰ μιὰ βρώμικη μαλλιαρή δυστυχία, / στέκει παράμερα περιμένοντας στὶς αὐλὲς τῶν ἄλλων σκυλιῶν / κάτι νὰ φάῃ ἀπὸ τὰ ξένα πιάτα, / ταπεινωμένο ἀπ’ τὴν ἴδια του τὴν πεῖνα…
    – – – -Κάποτε ψάχνει τοὺς ντενεκέδες τῶν σκουπιδιῶν μ’ ἐπιδειχτική βουλι­μία / ἀνάμεσα στὰ φλούδια τῶν ροδάκινων καὶ τ’ ἀποφάγια ζεσταμένα ἀπ’ τὸν ἥλιο∙ κάποτε / δείχνει τὰ δόντια του μ’ ἕνα ἀδιάφορο μῖσος∙ / κάποτε, τὰ λαμπρά μεσημέρια, κρεμάει τὴ γλῶσσα του ἄτονη, / σὰ νὰ κρεμάῃ τὴν ψυχή του σαλιωμένη στὸ χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ∙ / κάποτε βαδίζει διψασμένο πλάι στὸ ρυά­κι χωρίς νὰ σκύψῃ νὰ πιῇ∙ / κάποτε κοιτάει στὸ νερό τὴ μορφή του / λυπημένο ἀπ’ τὴ μεγάλη ἐρημιά τῶν ματιῶν του… Ἄν κάποιος / τὸ κοιτάξῃ μιὰ στιγμή, ἄν ἅπλωσῃ τὸ χέρι του / νὰ τοῦ χαϊδέψῃ τὸ μπλεγμένο του τρίχωμα, ἐκεῖνο / γυρίζει ἀργά τὴ ράχη του καὶ χάνεται κατὰ τὸ λόφο… Ἴσως νὰ κλαίῃ λίγο πιὸ πέρα / φοβισμένο μὴν προδώσῃ τὸν Κύριό του μὲ τὸ χάδι ἕνος ἄλλου / – μὲ τὸ χάδι ποὺ τοῦ ζητάει, ἔστω ἑνὸς ἄλλου… Τότε σκέφτεται / τὸ ἄδειο του πιάτο στὴν αὐλή, τὸν ἴσκιο ἀπ’ τὸ χέρι τοῦ Κυρίου του / πάνω στὸ τρίχωμά του, καὶ μπορεῖ νὰ κλάψῃ / μόνο γιὰ Κεῖνον καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του…
    – – – – Ἔτσι φεύγει μὲς στὴ νύχτα. / Πορεύεται ἀργά πρὸς τὸ θάνατο γιὰ νὰ Τὸν συναντήσῃ…

    – – – -Ἕνα δεῖλι παράξενο, πορτοκαλί καὶ ρόδινο, / σταμάτησε μπρὸς στὸ κλεισμένο σπίτι… Μιὰ συντροφιά χαρούμενη / κατέβηκε ἀπ’ τ’ ἁμάξι, μπρὸς στὴ μάντρα… / Τὰ μάτια τοῦ ξανθοῦ ἀγοριοῦ μοιάζαν μὲ τοῦ Κυρίου του…
    – – – -Στάθηκε…
    – – – -Οἱ νέοι τὸ κοίταξαν… / Σάλεψε τὴν οὐρά του. Στάθηκε…
    – – – -Οἱ νέες τὸ χάιδεψαν… / Ἐκεῖνο μάντεψε… Στάθηκε…
    – – – -Τοῦ δέσαν στὴν οὐρά ἕνα ντενεκέ… Στάθηκε…
    – – – -Ὕστερα μάκρυνε, ἀκούγοντας πίσω του τὸν κρότο τοῦ ντενεκέ πάνω στὶς πέτρες / – καθόλου λυπημένο τὸ σκυλί, καθόλου ὠργισμένο / μ’ αὐτή τὴν εὐτυχία τῆς τιμωρίας γιὰ τὴν πρώτη προδοσία του. / Αὐτός ὁ κρότος, σ’ ὅλη του τὴν εἰλικρίνεια, / θὰ εἰδοποιοῦσε τὸν Κύριό του..- / κ’ ἴσως, μιὰ μέρα, νὰ Τὸν συναντοῦσε…[]

    – – – -Δέν τὸ συνάντησες ποτέ σου αὐτό τὸ σκυλί, [] μὲ τὰ πελώρια σκοτεινά μάτια, / μὲ τὸ ψόφιο μαδημένο τρίχωμα, νὰ ὀσμίζεται τ’ ἀπογεύματα τὴ θάλασσα, / νὰ ὀσμίζεται ἔνοχα τὰ ροῦχα τῶν κολυμβητῶν ἀφημένα στὴν ἀμμουδιά, / ἢ τὰ γδαρμένα σφάγια στὰ τσιγγέλια τῆς ἀγορᾶς, / ἢ κάποτε τὰ διάφανα πατήματα τῶν ἄστρων στῶν ἀέρα;.. Δὲν τὄδες;..
    – – – -Εἶδες τοὐλάχιστον τὸ σπίτι μὲ τὶς καρφωμένες πόρτες; / Τὴ στέρνα μὲ τὰ σάπια φύλλα; Τὸ ἑτοιμόρροπο μπαλκόνι; / Τὴν ψηλή μάντρα καὶ τὴν πιό ψηλή σιωπή, ὅταν νυχτώνῃ κι ἀρχίζῃ νὰ φυσάῃ / ἀντιστρέφοντας τὰ δέντρα τοῦ κήπου μὲ τὶς ρίζες τους στὸν ἀέρα / σαλεύοντας ἀπελπισμένα σὰν τὰ μαλλιά τῶν φαντασμάτων / κι ἀκούγεται στὸν ἀπέναντι λόφο ὁ κρότος τοῦ ντενεκέ μέσα στὸ δίβουλο σκοτάδι / σημαδεύοντας τὴν πορεία τοῦ σκυλιοῦ μέσα στὴ νύχτα;..
    – – – -Δὲν τὸ συνάντησες λοιπὸν ἐκεῖνο τὸ σκυλί;.. Ε ὐ τ υ χ ι σ μ έ ν ο, σοῦ λέω∙ / μὲ μιὰ σιωπηλή περηφάνεια καὶ σεμνότητα, / μοναχικό καὶ πληρωμένο, σχεδόν νέο, / μὲ τρίχωμα πάλι στιλπνό, ζωντανεμμένο, / μεταφέροντας τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου του μέσα στὰ μάτια του, / προβάλλοντας τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου του πάνω στὰ πράγματα, ἀ ν α γ ν ω ρ ί ζ ο ν τ ά ς -Τον, / στὶς πέτρες, στὶς κλεισμένες πόρτες, στὰ παράθυρα, στὰ φύλλα, / στὰ βήματα τῶν βραδυνῶν περιπατητῶν, ποὺ μήτε τὸ προσέχουν… []

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: