Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (151ο): «Γάτα»….

 

-Maurice Carême, «Η γάτα κι ο ήλιος»

«Η γάτα άνοιξε τα μάτια,
Ο ήλιος μπήκε μέσα.
Η γάτα έκλεισε τα μάτια,
Ο ήλιος έμεινε μέσα.

Γιʼ αυτό, το βράδυ,
Όταν η γάτα ξυπνάει,
Διακρίνω στο σκοτάδι
Δυο κομμάτια ηλίου.»
 

-Τίτος Πατρίκιος , «Όπως οι γάτες»

«Όπως οι γάτες όταν αρρωσταίνουν
κουρνιάζουν στις πιο απόμερες γωνιές
όσο μονάχες τους να γιάνουν
έτσι κι εγώ σʼ αυτή την κόχη θʼ απομείνω
όσο να πάψει το αίμα μου σε κάθε χτύπο
υπόγεια να σχηματίζει τʼ όνομά σου.»

 

 

 

Φερνάντο Πεσόα: «Γάτε που παίζεις μες στο δρόμο»

«Γάτε που παίζεις μες στο δρόμο σαν να ‘ταν πάνω στο κρεβάτι,
Φθονώ την τύχη σου, γιατί, ούτε μπορείς να την πεις τύχη.
Καλέ υπηρέτη των μοιραίων νόμων, που ορίζουν πέτρες μα και ανθρώπους,
Δεν έχεις παρά αισθήματα γενικά, και μόνο αισθάνεσαι εκείνο που αισθάνεσαι.
Είσαι ευτυχής, γιατί έτσι είσαι, κι η ανυπαρξία είναι δική σου.
Αντίθετα, εγώ είμαι χωρίς εμένα, με γνωρίζω και ξέρω πως δεν είμαι εγώ».

 

 

 

-Βισουάβα Σιμπόρσκα, «Γάτα σ’ άδειο διαμέρισμα»

 «Να πεθαίνεις – αυτό δεν πρέπει να

το κάνεις σε μια γάτα.
Γιατί και τι να κάνει η γάτα
σ’ ένα άδειο διαμέρισμα.
να τεντώνεται στους τοίχους.
να χαϊδεύεται στα έπιπλα.
Σάμπως τίποτα δεν άλλαξε εδώ
κι όμως κάθε τι είναι διαφορετικό.
Σάμπως τίποτα δε σάλεψε
κι όμως κάθε τι μετατοπίστηκε.

Και η λάμπα τα βράδια δεν ανάβει πια.
Ακούς στα σκαλοπάτια βήματα,
όμως δεν είναι αυτά.
Και το χέρι, που αφήνει ένα ψάρι στο πιατάκι,
δεν είναι εκείνο που το άφηνε.
Κάτι εδώ δε γίνεται όπως θα έπρεπε να γίνεται.
Κάποιος ήταν εδώ πολύ καιρό
κι ύστερα χάθηκε ξαφνικά
και δε δίνει σημεία ζωής πεισματικά.
Έχει ψάξει κάθε ντουλάπι.
Έχει τρέξει πάνω σε κάθε ράφι.
Κοίταξε ακόμη και κάτω απ’ το χαλί.
Έως και την απαγόρευση αψήφησε κι έριξε κάτω τα χαρτιά.
Τι άλλο να κάνει κανείς.
μόνο να κοιμάται και να περιμένει.
Ας γυρίσει εκείνος λοιπόν, ας ξαναφανεί.

Και θα μάθει, ότι δεν πρέπει να φέρεσαι έτσι σε μια γάτα.
Θα πάει προς το μέρος του, σαν τάχα να μη θέλει,
με μικρά βηματάκια, ακροπατώντας χολωμένα.
Κι ούτε ένα σάλτο ούτε ένα νιάου στην αρχή.

(Πηγή των παραπάνω ποιημάτων: http://www.catisart.gr/index.php/cat)

 

 

 

-Σεφέρης Γιώργος, «Επιτύμβιο στη γάτα μου την Τούτη που μας άφησε χρόνους το περασμένο φθινόπωρο»

«Είχε το χρώμα του έβενου τα μάτια της Σαλώμης

η Τούτη η γάτα που έχασα· διαβάτη, μη σταθείς.

Βγήκε απ’ το χάσμα που έκοβε στης μέρας το σεντόνι

τώρα να σκίσει δεν μπορεί του ζόφου το πανί.»

Άγκυρα, 22. 8. 1949

(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1974)

 

-Σεφέρης Γιώργος, «Οι γάτες τ’ Αϊ-Νικόλα»

«Τον δ’ άνευ λύρας όμως υμνωδεί
θρήνον Ερινύος
αυτοδίδακτος έσωθεν
θυμός, ου το παν έχων
ελπίδος φίλον θράσος.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, 990 επ.

«Φαίνεται ο Κάβο-Γάτα…», μου είπε ο καπετάνιος
δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι
τ’ άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα,
«… και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη·
λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού.
Τρία καρτίνια αριστερά!»
Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο
κι ο Ραμαζάν πώς κοίταζε κατάματα το θάνατο,
μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής
στον παγωμένον ήλιο
κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός.
Μη σταθείς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια αριστερά» μουρμούρισε ο τιμονιέρης.

…ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστός σ’ ένα μικρό σπίτι με εικόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ’ τα κάδρα.
Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού
σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε
κι ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας
αλλοτινές ελεημοσύνες.

«Παράξενο», ξανάειπε ο καπετάνιος.
«Τούτη η καμπάνα ―μέρα που είναι―
μου θύμισε την άλλη εκείνη, τη μοναστηρίσια.
Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος
ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.

»Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,
―σαράντα χρόνια αναβροχιά―
ρημάχτηκε όλο το νησί·
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι,
χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου
και φαρμακερά.
Το μοναστήρι τ’ Αϊ-Νικόλα τό ειχαν τότε
Αγιοβασιλείτες καλογέροι
κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια
κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή·
τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.
Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα
και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη.
Όλη μέρα χτυπιούνταν ώς την ώρα
που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.
Απόδειπνα πάλι η καμπάνα
και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.
Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,
άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη
χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι.
Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα
πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί.
Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος
χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ωσάν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.
Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι».
«Γραμμή!» αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης.»
(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1974)

 

 

 

-Νίκος Καββαδίας, «Oι Γάτες των Φορτηγών»

«Oι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ’ τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Tα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι’ αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.

Eίναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό·
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ’ ένα αργό και ηδονικό σπασμό.

Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι’ αυτό·
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τούς κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.

Tης έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ’ το μαύρο θάνατο μ’ αυτό.

Γιατί είναι τ’ άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο το τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ’ ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

Λίγο πριν απ’ το θάνατον από τους ναύτες ένας,
―αυτός οπού ‘δε πράματα στη ζήση του φριχτά―
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μέσ’ στη θάλασσα την άγρια την πετά.

Kαι τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.»

(από το Μαραμπού, Άγρα 1990)

 

 

 

 

-WILLIAM BUTLER YEATS, «Η ΓΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ»

«Η γάτα πήγε εδώ κι εκεί,

με πάνωθέ της το φεγγάρι,

την πιο στενή του συγγενή,

που γύριζε σαν το κουβάρι.

Κι όπως η γάτα εκεί αλυχτούσε

κάρφωσε τη Σελήνη με το βλέμμα,

τι το καθάριο φως των ουρανών

τάραξε το ζεστό της αίμα.

Και τρέχει η Μιναλού στη χλόη

σηκώνοντας το πόδι αβρό.

Χορεύεις, Μιναλού, χορεύεις;

Τι πιο τερπνό από το χορό

σαν τέτοιοι συγγενείς συναντηθούν;

Μπορεί να μάθει το φεγγάρι,

αν τους  αβρούς του τρόπους βαρεθεί,

μιας νέας στροφής τη χάρη.

Η Μιναλού κυλιέται στο χορτάρι

σε μέρη φεγγαρόφωτα γοργή

και πάνω της η ιερή Σελήνη

πήρε μια νέα μορφή.

Γνωρίζει πως οι κόρες των ματιών της

θα πάνε από τη μια αλλαγή στην άλλη,

γεμάτες πρώτα κι ύστερα μισές,

κι από μισές γεμάτες πάλι;

Κυλιέται στο χορτάρι η γάτα,

σοφή, σπουδαία και μονάχη,

στην αλλαγή του φεγγαριού τα μάτια της

στραμμένα τα ‘χει.»

(YEATS WILLIAM-BUTLER, ΜΥΘΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑΤΑ, Γαβριηλίδης)

 

 

-«Charles Baudelaire , «Ο Γάτος»

«Μες στο μυαλό μου περπατά,
Όπως στο διαμέρισμά του, ένας ωραίος,
Γάτος δυνατός, γλυκός και γοητευτικός
Όταν νιαουρίζει, μόλις που ακούγεται,
Τόσο ο ήχος του είναι τρυφερός και διακριτικός
Αλλά η φωνή του είτε μαλακώνει είτε μαλώνει,
είναι πάντα πλούσια και βαθιά.
Να, η γοητεία του και το μυστικό του.
Αυτή η φωνή που αναβλύζει κόμπο κόμπο
Κι εισδύει στα πιο σκοτεινά μου βάθη
Σαν έπος πολύστιχο με γεμίζει
Και μ’ ευχαριστεί σα φίλτρο !
Αποκοιμίζει τους πιο σκληρούς πόνους !
Έχει μέσα του όλες τις εκστάσεις !
δεν του χρειάζονται οι λέξεις
Για να εκφράσει τις μεγάλες φράσεις.
Όχι, δεν υπάρχει δοξάρι που ν’ αγγίζει
Την καρδιά μου, όργανο τέλειο,
Και να κάνει πιο βασιλικά
Να τραγουδά η παλλόμενη χορδή της,
Απ’ ό,τι η φωνή σου, γάτε μυστηριακέ
Γάτε αγγελικέ, γάτε μοναδικέ,
Που όλα μέσα σου είναι, σα σε άγγελο,
Το ίδιο τέλειος κι αρμονικός!
-Από την καστανόξανθή σου γούνα
Αναδύεται άρωμα τόσο γλυκό, που κάποιο δειλινό
Ευφράνθηκα χαϊδεύοντάς την
Μια φορά, μόνο μια φορά.
Είναι το φιλικό δαιμόνιο του τόπου
Κρίνει, προεδρεύει, εμπνέει
Το καθετί μες το βασίλειό του
Ίσως να είναι νεράιδα, ή Θεός;
Όταν τα μάτια μου στο γάτο που αγαπώ
Σα μαγνητισμένα,
Στρέφονται πειθήνια
Και κοιτάζω εντός μου,
Έκθαμβος βλέπω
Τη φωτιά απ’ τις χλομές του κόρες
Φάρους καθαρούς, ζωντανές οπάλιες.
Που μ’ ατενίζουν σταθερά.»

(Πηγή: http://www.poiein.gr/archives/4525)

 

Μάτσης Χατζηλαζάρου, «Aπόγεμα»

«Μαύρη γάτα γυαλιστερή
λάγνα σα μάτι
κατοικίδιο
εσύ ελεύθερο
στην ηδονή έχεις
μιαν ανάσα αλλόκοτη
ήμερη ήμερη ήμερη
η ράχη σου βρίσκει
μες στο δωμάτιο
όλα τα λησμονημένα χάδια
κι αν δοκίμαζα με σένανε
τα ξόρκια μου
κι αν σε ονομάτιζα
Γριγρίτσα μου γυαλιστερή
εσύ ελεύθερη
όχι καλύτερα
να σε πω Γριγρία
γυαλιστερή μου λάγνα
Γριγρία
μαύρη σα μάτι
παίζεις καθώς γράφω
ψευτοδαγκάνεις το στιλό μου
Γριγρία λεβεντιά
ξένοιαστα ζυγώνεις
τη μελάνη ή το λόγο
παραφυλάς το θάνατο καμιά φορά
μα ποτές το ρήμα πεθαίνω»

(Από τη συλλογή «Κρυφοχώρι» της Μάτσης Χατζηλαζάρου, εκδ. Τετράδιο)

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (151ο): «Γάτα»….

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Επιτέλους θέμα για …μερακλήδες!

    1. Ο ΓΑΤΟΣ ΜΟΥ

    Ο γάτος μου
    έχει όλα τα ελαττώματα
    και τις αδυναμίες μου.
    Νωχελής και ακαμάτης
    νυχτόβιος και ονειροπόλος
    του αρέσει να μυρίζει το σκοτάδι.
    Σπάταλος στα χάδια
    ρίχνεται στο κορίτσι μου
    χώνεται στα πόδια της
    κι όταν τον διώχνω
    μου παρασταίνει τον τίγρη.
    Συχνά τον γελοιοποιώ
    και τότε αγριεύει
    σηκώνουνται στη ράχη του οι τρίχες
    και μου δείχνει τα νύχια του.

    Όταν οι καλεσμένοι μου
    μιλάνε για πολιτική
    πλήττει και κοιμάται στο χαλί.
    Δεν μου επιτρέπει να βλέπω τηλεόραση
    κι έμαθε με την ουρά του
    να μου κλείνει το κουμπί.
    Ωστόσο δεν χώνει την ουρά του πουθενά.
    Δειλός και άτολμος
    δεν ανεβαίνει ποτέ στα κεραμίδια.

    Αγαπάει τις όμορφες γάτες
    αλλά κανείς δεν ξέρει
    πού σμίγει τις φιλενάδες του.
    Αλχημιστής απολαύσεων
    αριστοτέχνης εκπλήξεων
    σκηνοθέτης της σκιάς του
    κυνηγάει πεταλούδες.
    Με εκλιπαρεί να τον προσέξω
    μα εγώ τον αποφεύγω επίτηδες
    και τον παρακαλώ να με αφήσει ήσυχο
    να γράψω αυτό το ποίημα για το γάτο μου
    που με βασανίζει χρόνια.
    Μου γυρίζει τότε την πλάτη
    και χάνεται στο σκοτάδι.
    Και βέβαια δεν με ζηλεύει καθόλου
    για τις επιδόσεις μου στην Ποίηση.

    Θέλει να μοιράζεται το πιάτο μου
    αλλά δεν του κάνω ποτέ το χατίρι
    κι ας λένε πως η Ποίηση
    είναι το πιάτο που μοιράζεται
    ο ποιητής με το γάτο του.

    (Γιώργης Παυλόπουλος, Να μην τους ξεχάσω, Κέδρος, 2008)

    Η γάτα, Αφροδίτη Μάνου

    2. Το Εγχειρίδιο Πρακτικής Γατικής του Γέρο-Πόσουμ
    (απόσπασμα)

    το να βαφτίζεις τα γατιά, έχει μια δυσκολία…
    δεν είναι επιπόλαιη κι ανάλαφρη ασχολία
    καθόλου δεν τρελάθηκα και δεν το λέω αστεία:
    κάθε μια γάτα , ονόματα πρέπει να έχει τρία!
    ένα να τη φωνάζουμε στην οικογένειά της
    ας πούμε, βίκτωρ, αύγουστος, τζωρτζίνα, ιπποκράτης
    ας πούμε μέρλιν, τζόναθαν, αλόνζο, μανταλένα
    καθημερινά ονόματα, καλά, συνηθισμένα.
    να βρείτε ωραιότερα υπάρχουν ευκαιρίες
    ονόματα για τζέντλεμεν και άλλα για κυρίες
    ας πούμε, πλάτων , άδμητος, ηλέκτρα, ευρυάλη
    μα όλα αυτά είναι κοινά και θα τα έχουν κι άλλοι.
    μια γάτα όμως, να ξέρετε, θέλει και το δικό της
    το δεύτερό της τ’ όνομα να ν ‘αποκλειστικό της!
    για να μπορεί αφ’ υψηλού τον κόσμο να κοιτάει
    και την ουρά της πάντοτε ψηλά να την κρατάει.
    πρέπει να είναι όνομα μονάχα για μια γάτα:
    χουρχούρης, για παράδειγμα, γλείψος, χνουδοπατάτα
    κι άλλα πολλά τέτοιας λογής μπορώ να αναφέρω:
    μπομπαλουρίνα, πιρπιρής, φρουφρου, τρελοκαμπέρω.
    πέρα όμως απ’ αυτά τα δυο, υπάρχει κι ένα άλλο
    τ΄ όνομα το μοναδικό, το τρίτο, το μεγάλο
    το όνομα το μυστικό, που άνθρωπος δεν ξέρει
    και γάτα σ’ άνθρωπο μπροστά ποτέ δεν αναφέρει.
    όταν σε διαλογισμό λοιπόν μια γάτα δείτε
    πάντα ο λόγος είν’ αυτός και να το θυμηθείτε:
    σ’ απύθμενους συλλογισμούς βρίσκεται βυθισμένη
    για τ’ όνομα το άρρητο
    το αρρητορητονιάρρητο
    το όνομά της το κρυφό σκέφτεται μαγεμένη…

    T. S. Eliot, Μετ.Παυλίνα Παμπούδη, Γιάννης Ζέρβας

    ***

    3. ΠΏΣ ΑΠΟ-ΚΑΛΟΥΜΕ ΤΙΣ ΓΑΤΕΣ

    Αφού διαβάσατε λοιπόν για Γάτων τόσα είδη
    Ίδια με μένα άποψη θα σχηματίσατε ήδη:
    Δεν ωφελεί, δεν γίνεται κανείς να προσπαθήσει
    Τη φύση αυτού του πλάσματος να την κατανοήσει.
    Ξέρετε τώρα αρκετά, να το παραδεχτείτε
    Και πόσο μοιάζουνε με μας μπορείτε να το δείτε
    Με σας, με μένα και μ’ αυτούς που δίπλα μας περνάνε
    Που είναι όλοι αλλιώτικοι κι άλλα μυαλά φοράνε:
    Υπάρχουν γάτοι γνωστικοί, υπάρχουν και τρελάρες
    Γάτοι αξιοσέβαστοι και γάτοι σαχλαμάρες
    Άλλοι καλοί, άλλοι κακοί – μα όλοι με αξία
    Και όλοι επιδέχονται ομοιοκαταληξία.
    Κι αν τώρα μάθατε πολλά, ονόματα, συνήθειες,
    Πώς παίζουν, πώς εργάζονται, κι άλλες μικρές αλήθειες,
    Έχουμε κάτι βασικό ακόμα να σκεφτούμε:
    Πώς είναι πρέπον τα Γατιά να τα απο-καλούμε;

    Εγώ σας λέω κατ’ αρχήν – και σας μιλώ σαν φίλος –
    Ποτέ μην το ξεχάσετε: ΔΕΝ ΕΙΝ’ Η ΓΑΤΑ ΣΚΥΛΟΣ!

    Οι σκύλοι υποκρίνονται συχνά πως ξεσαλώνουν
    Μα μοναχά γαβγίζουνε και σπάνια δαγκώνουν
    Και γενικώς μπορεί κανείς εύκολα να τους κρίνει:
    Είναι ψυχή απλοϊκή ο Σκύλος – τι να γίνει;
    (Τέτοιο κανόνα βέβαια οι Πικς* δεν τον φοβούνται
    Τ’ απίθανα Σκυλοφρικιά μπορούν να εξαιρούνται)
    Ο Σκύλος πάντως ο κοινός, ο τρέχων, ο συνήθης,
    Είναι χαζοχαρούμενος και ελαφρώς ευήθης.
    Τον κάνεις από ηδονή κι από χαρά να λιώνει
    Αν τον χαϊδέψεις μοναχά κάτω απ’ το σαγόνι.
    Κι αν τον χτυπήσεις φιλικά στην πλάτη θα τον ρίξεις
    Το ίδιο και την μπροστινή πατούσα αν του σφίξεις
    Θα κυλιστεί στα πόδια σου, χαλί να τον πατήσεις
    Α, είν’ ο σκύλος αφελής, κάνει ό,τι θελήσεις.

    Σας το θυμίζω πάλι εδώ και σας το λέω σταράτα:
    Ναι, το Σκυλί είναι Σκυλί – ΚΙ Η ΓΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΓΑΤΑ

    Στις γάτες ένα τυπικό πρέπει ν’ ακολουθούμε:
    Εάν δεν μας μιλήσουνε να μην τις ενοχλούμε.
    Σαφώς, όχι υπερβολές, γιατί ό,τι κι να πείτε,
    Κάποια μικρή προσφώνηση πάντοτε απαιτείται.
    Μα η Γάτα οικειότητες πολλές δεν αγαπάει
    Κι αυτό δεν επιτρέπεται κανείς να το ξεχνάει.
    Εγώ, π.χ., αν Γάτα δω, ευθύς -θέλω δε θέλω-
    Ευγενικά θα υποκλιθώ βγάζοντας το καπέλο.
    Θα την αποκαλέσω δε, κομψά και κυριλάτα
    Προσεχτικά, λακωνικά – πολύ απλά, «Ω ΓΑΤΑ!»
    Αν τύχει όμως κι ειν’ καμιά Γάτα γειτόνισσά μου
    Που συναντιόμαστε συχνά μπρος στο διαμέρισμά μου,
    θάρρος θα έχω σχετικό και ίσως να τολμήσω
    «ΚΑΛΩΣ ΤΗ ΓΑΤΑ» να της πω και να την προσφωνήσω.
    Βέβαια έχω ακουστά ότι τη λεν Εσπρέσσο
    Μα ειν’ νωρίς με τ’ όνομα να την απο-καλέσω.

    Μια Γάτα πριν καταδεχτεί φίλους της να σας κάνει
    Θέλει ένα δείγμα ιπποτισμού, κάτι να τη γλυκάνει:
    Μια προσφορά εκτίμησης, όπως λίγη κρεμούλα
    Πίτα Στρασβούργου εκλεκτή, ψητό ή Γαλοπούλα.
    Κάτι του γούστου της κανείς πρέπει να την τρατάρει,
    Λίγο πατέ ή σολομό, ή μια μπουκιά χαβιάρι.
    (Γνωρίζω κάποια Γάτα εγώ που άλλο μεζέ δε θέλει
    Και τίποτα δε δέχεται εκτός από κουνέλι.
    Δωσ’ της κουνέλι και θα δεις, θα γλείφει τα μουστάκια
    Κι όλη τη σάλτσα θα τη φάει κι όλα τα κρεμμυδάκια)
    Λοιπόν όταν σ’ απόσταση μια Γάτα σας κρατάει
    Τον εαυτό της σέβεται και σέβας σας ζητάει.
    Κι αν έμπρακτα το δείξετε πάτε με τα νερά της,
    Θα την απο-καλέσετε τέλος με τ’ όνομά της!

    Έτσι είναι τα πράγματα, να το παραδεχτείτε
    Τις Γάτες με ευπρέπεια πρέπει ν’ απο-καλείτε.

    *Πικς: σκυλοπαρέα, που ο Έλιοτ της αφιερώνει ένα ποίημα στην ίδια συλλογή με τίτλο: «Από την τρομερή μάχη των Πικς και των Πόλικς»

    (Τ.Σ. Έλιοτ, Εγχειρίδιο πρακτικής γατικής του γερο-Πόσουμ, Απόδοση: Παυλίνα Παμπούδη, Γιάννης Ζέρβας, Άγρα, 2005)

    ***

    4. ΤΟΥ ΝΥΧΑΡΑ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΧΗ

    Ο Νυχάρας ήταν μπράβος, ναύτης πάνω σε καΐκι
    Αγριόγατος βαρβάτος, σκόρπιζε παντού τη φρίκη
    Απ’ το Γκρέβσεντ ως την Όξφορντ που ταξίδευε λοστρόμος
    Ήταν κοσμοξακουσμένος ως « Του Τάμεση ο Τρόμος ».

    Η κοψιά του και οι τρόποι μαρτυρούσαν τον μπαμπέση
    Κουρελιάρα είχε γούνα που σακούλιαζε στη μέση
    Απ’ το ένα το αυτί του γερό έλειπε κομμάτι
    Και τον κόσμο τον εχθρό του, τον κοιτούσε μ’ ένα μάτι .

    Κλάψτε για το καναρίνι που θα βγει απ’ το κλουβί του
    Το πεκινουά ξεχάστε που ‘χει χάσει το λουρί του !
    Και ξεγράψτε το ποντίκι που στ’ αμπάρι θα βολτάρει
    Και θρηνήστε κι όποιον γάτο το Νυχάρα θα τρακάρει .

    Όλους βέβαια τους γάτους τους μισούσε, μα κυρίως
    Πέρσες, Τούρκους, Σιαμέζους, τους μαχότανε αγρίως
    Οι αλλοδαποί τον τρέμαν κι αποφεύγαν την οργή του
    Γιατί ήτανε σιαμέζος κείνος που ‘φαγε τ’ αυτί του .

    Μια γλυκιά βραδιά στο Μόλσυ – ήτανε καλοκαιράκι
    Το καΐκι είχε αράξει, το ‘λουζε το φεγγαράκι
    Κι όπως αγρολικνιζόταν κι ασημίζαν τα πανιά του
    Τη ρομαντική ο Νυχάρας ανακάλυπτε πλευρά του .

    Ήταν μόνος ο Νυχάρας και καθότανε στην πρώρα
    Κι είχε νου και μάτι μόνο για τη Λαίδη τη ΚΑΚΙΩΡΑ
    Οι δικοί του απ΄ το τσούρμο στις κουκέτες ροχαλίζαν
    Με σαμπάν και με πιρόγες οι εχθροί καθώς πλευρίζαν

    Ο Νυχάρας είχε μάτι και αυτί μόνο για κείνη
    Κι απ’ τα μπάσα του η Κακιώρα μαγεμένη είχε μείνει
    Μες του φεγγαριού τη λάμψη μες την άκρα γοητεία
    Εκατό γαλάζια μάτια άστραψαν με μοχθηρία .

    Οι Σιαμέζοι πλησιάσαν, περικύκλωσαν το σκάφος
    Σιωπηλά καθώς το ζεύγος τώρα ούρλιαζε με πάθος
    Και στα τελευταία ήταν ερωτιάρικα ντουέτα
    Τη στιγμή που υψωθήκαν τα καμάκια τα στιλέτα .

    Η Κακιώρα αναπηδάει τρέμει σκούζει τρομαγμένη
    Και –λυπάμαι που το λέω- φεύγει σαν κυνηγημένη .
    Μάλλον γλίτωσε στο τέλος , δεν μας πνίγηκε κι εκείνη
    Ο Νυχάρας όμως πάει τον στριμώξανε στην πρύμνη .

    Αντιστάθηκε γενναία μα χαμένος ήταν ήδη
    Και ανάποδα τον βάλαν να βαδίσει στο σανίδι
    Ήρθε η ώρα να πληρώσει για τα τόσα κρίματά του
    Και εκδίκηση να πάρουν τα δεκάδες θύματά του.

    T.S. Eliot , « Το Εγχειρίδιο Πρακτικής Γατικής του Γερο Πόσουμ »

    Η γάτα μου, Βαγγέλης Γερμανός

    5. ΟΙ ΓΑΤΟΙ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

    Οι γάτοι του La Fontaine: μοχθηροί, φαύλοι, υποκριτές,
    όμοιοι αυλικό πορνογράφο,
    που γύρισε θρησκόληπτος, με τρίχινο σάκο.

    Οι γάτοι του Eliot: κατασκευές.
    Οξφορδιανό χιούμορ,
    κούφιοι ρυθμοί, μηχανικές ρίμες…
    Γάτοι; μη-γάτοι; «σκέψεις στεγνού μυαλού
    σε στεγνές ώρες».

    Οι πιο ζωντανές γάτες: της Colette. Οι πιο θηλυκές,
    του Baudelaire. Δίπλα στις αιλουροειδείς του γυναίκες,
    οι μαγνητικές του γάτες. Οι πιο μουσικές: του Verlaine
    κι o νεραϊδοπαρμένος Minnaloushe του Yeats.

    Οι γάτες της Νέμεσης: Hoffman και Poe.

    Μα η πιο πραγματική γάτα, είναι η ανυπόστατη,
    η μεταφυσική γάτα του Cheshire,
    άπειρα επιμερισμένη σε φέτες ύπαρξης.
    Χιούμορ γνήσια γατικό. Άψογη
    γεωμετρική σκέψη του Carroll.

    Εμείς έχουμε τη Σεμίρα του Ροΐδη. Την Τούτη
    και τον Ραμαζάν του Σεφέρη.
    Και τις γάτες του Αϊ-Νικόλα,
    με το φαρμάκι της Ρωμιοσύνης.

    ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

    ***

    6. ΕΥΝΟΥΧΟΣ

    Δε λέω τ’ονομά του, γιατί ντρέπομαι.
    Ήταν ο πιο λεβέντης γάτος της γειτονιάς,
    τον έφθειραν ο πόλεμος κι ο έρωτας.
    Μήνες ολόκληρους, χωρίς φαΐ και ύπνο,
    γύριζε κουρέλι απ’τις πληγές.
    -Αν δεν τον κόψετε, δε θα ζήσει, είπε ο γιατρός.
    Τώρα είναι άλλος. Απόμακρος, γαλήνιος,
    μεγαλόπρεπος πάντα, ολύμπιος αλλά
    θεατής. Βλέπει να σφάζονται
    αδιάφορος. Τρώει, συλλογίζεται, κοιμάται.
    Κι εγώ που πήρα, γι’αυτόν, την απόφαση
    δέκα φορές τη μέρα χαίρομαι, και δέκα λυπάμαι.

    NIKOΣ ΔΗΜΟΥ

    ***

    7. Στωικός σαν Ρωμαίος φιλόσοφος.
    Ακίνητος ώρες, μέρες.
    Με μιαν άλλη διάσταση στα μάτια.
    Ούτε μία περιττή κίνηση
    ούτε μία περιττή σκέψη.

    Όταν οι άνθρωποι μιλάνε για ενδοσκόπηση,
    για αυτοσυγκέντρωση, για περισυλλογή,
    σκέφτομαι πάντα τον Μούψη,
    συμπαγή και σωστό σαν θεώρημα.

    ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ, «Βιβλίο των Γάτων»

    ***

    8. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Τα ζώα είναι αυτά που είναι:
    καθαρή φύση. Τίμια κοιτάνε,
    κατάματα. Ο άνθρωπος, έξω απ’ τη φύση,
    αναζητά.
    Το ζώο είναι. Ο άνθρωπος γίνεται. Αν μπορεί.

    Πρόσεξε αυτόν που δεν αγαπά τα ζώα.
    Η ανθρωπιά του αδύναμη. Το ζώο μέσα του
    αντιδρά. Πρόσεξε αυτόν
    που δεν αγαπά τις γάτες. Κάπου
    φοβάται. Κάπου τρέμει. Κάπου, κρύβεται.

    Ο Χίτλερ μισούσε τις γάτες. Κι ο Καίσαρας. Κι ο Ναπολέων.
    Όλοι οι τύραννοι. Οι δικτάτορες. Οι κήνσορες.
    Βλέπουν στις γάτες τα όρια της δύναμής τους.

    Γάτα στο τσίρκο; Ποτέ! Αδιαμαρτύρητα πεθαίνουν
    αλλά δε δαμάζονται. Η πιο ανθρώπινη αρετή
    φωλιάζει στις γάτες.

    ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

    ***

    9. ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ

    Μικρή γκρίζα γάτα κοιμάται
    στη μέση του δρόμου.
    Γύρω φορτηγά, λεωφορεία.
    Και δεν ακούς τίποτα
    τίποτα
    παρά την ανάσα της, που λείπει.

    (Νίκος Δήμου, Το βιβλίο των γάτων, Νεφέλη, 1981)

    Η ΜΑΥΡΗ ΓΑΤΑ

    10. Οι γάτες με ψυχοπονούν

    Οι γάτες στέκουν γύρω και κοιτούν.
    Κι όταν ακούν τις πόρτες, τα παράθυρα που κλείνουν
    με περιμένουν έξω να μου πουν:
    “Έρχεσαι, φεύγεις, είν’ αβάσταχτο.
    Μα εμείς το αντέχουμε γιατί
    το ‘χουμε καταλάβει
    πως κι όταν λείπεις μακριά
    μας σκέφτεσαι μ’ αγάπη.
    Τρίφτηκε το παλτό σου και του λείπουνε κουμπιά.
    Αυτού στις πόλεις που γυρνάς κανείς δεν σε φροντίζει;
    Μείνε μαζί μας, δεν μας νοιάζει το φαΐ. Μείνε μαζί μας.
    Εδώ οι αράχνες με την γκρίζα τους κλωστή
    θα σου μαντάρουν τα φθαρμένα σου σκουτιά. Και κοίταξε, αν έχεις
    λίγη μονάχα υπομονή, πυγολαμπίδες θα ‘ρθουν
    την άνοιξη με νήματα φωτός να τα μπαλώσουν.
    Και για κουμπιά μη νοιάζεσαι, υπάρχουν βελανίδια,
    κουκούτσια, δόντια δράκοντα και όστρακα και άστρα.

    Μείνε μαζί μας μόνο εσύ μας σέβεσαι ως ανθρώπους
    παμπάλαιους. Και μόνο εσύ
    προσέχεις κάθε στάση
    που παίρνουμε: Του λιονταριού, πύλες όταν φυλάσσει.
    Της σφίγγας της Αιγύπτιας, της σφίγγας των Ναξίων,
    της σφίγγας που στα τρίστρατα στεκότανε της Θήβας
    ή και την άλλη στάση μας, αυτή των μακαρίων
    όταν παρέα βρίσκονται με άδολους ανθρώπους.
    Τη στάση την ανάσκελη· τη στάση της καμπούρας
    του τόξου με τις τρίχες μας που ανατσατσαρώνουν
    όταν από τον φόβο μας γυρνάμε στη φοβέρα·
    τη στάση που το πόδι μας αθώα σηκωμένο
    γίνεται ανάκουστη αστραπή στης όχεντρας την κάρα.
    Μείνε μαζί μας. Μόνο εσύ
    ακούς τα αινίγματά μας…

    Κι έχεις μια θλίψη απέραντη όταν πουλάκια τρώμε”.

    Γιάννης Υφαντής (δημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Εντευκτήριο τον Ιούνιο του 2006, τεύχος 73.)

    ***

    11. Χόρχε

    Κοιτάζω τον γάτο μου
    στα μάτια,
    όταν θέλω να κοιτάξω
    κατάματα το σκοτάδι,
    όταν βλέπω το χαμηλό ποτήρι
    ν’ απομένει δίχως ουίσκι.

    Κοιτάζω τον γάτο μου
    στα μάτια,
    όταν τελειώνει το μολύβι,
    τα πυρομαχικά,
    τα λόγια μου,
    τα χέρια που είχα
    κάποτε εκπαιδεύσει
    να κλέβουν απαρατήρητα
    τις καρδιές των γυναικών,
    χέρια λωποδύτη,
    χέρια απατεώνα,
    χέρια που έκλεβαν την αγάπη
    και δεν τα καταλάβαινε κανένας,
    σε κόσμο, σε πλατείες
    κατάφωτες, και σ’ έρημους
    δρόμους τα χέρια μου.

    Αν δεν εύρισκαν λεία
    το αριστερό μου χέρι
    ήταν ικανό να κλέψει
    το δακτυλίδι μου
    από τον δεξιό παράμεσο,
    το ακριβό μου rolex από τον
    αριστερό καρπό
    το δεξί μου χέρι,
    έτσι σε διαρκή εξάσκηση
    να μη χάνουν το ρυθμό
    και τα δυο μαζί
    να βυθίζονται στο μυαλό μου
    και να μου κλέβουν τις σκέψεις,
    τα όνειρα,
    τις υποσχέσεις,
    τα χθεσινά αναφιλητά,
    λέξεις από τα τραγούδια μου,
    μεμονωμένες λέξεις-
    όταν τραγουδούσα την αγάπη,
    τα μαλλιά και τα μάτια της,
    τις στροφές και τις ρίμες.

    Κοιτάζω στα μάτια τον γάτο μου,
    χρόνος συμπυκνωμένος,
    όταν έχω χάσει το χρόνο μου
    τη χρονιά που μόλις διανύουμε
    αν κι είναι στις απαρχές της,
    το ήμισυ του μηνός Απριλίου
    του σωτηρίου έτους 2007,
    ο γάτος μου δεν το γνωρίζει.

    Χρόνος αδάμαστος
    χρόνος διαρκής
    τα μάτια του,
    κι έπειτα από το χρόνο
    θα με κοιτάνε πάντα.

    Κοιτάζω στα μάτια του
    τον γάτο μου
    τη χαμένη μου αιωνιότητα,
    τις ώρες,
    τις μέρες,
    τα χρόνια,
    χωρίς να επιθυμώ
    να πάρω πίσω
    ό,τι αγάπησα
    κι ό,τι έχασα
    δεν μπορώ να τα βρω στα μάτια του.

    Κοιτάζω τον γάτο μου
    κατάματα
    να αντικρύσω το βλέμμα
    που θα με εκμηδενίσει,
    το χρόνο που θα στερέψει,
    τον προσωπικό μου χρόνο
    τον αστείρευτο επιθυμιών
    που δεν έχω ακόμη γνωρίσει,
    κοιτάζω στα μάτια
    τον γάτο μου,
    για να δω τον χρόνο
    που θα συνεχίσει να κυλά
    και μετά από μένα,
    αυτή την ασήμαντη μονάδα
    της οικουμένης,
    το αφόρητο ονοματεπώνυμο,
    τα χιλιοφορεμένα ενδύματα
    του εγώ, του θέλω και του τώρα,
    τον πληθωρικό παρουσιαστικό μου
    σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία
    την σωματική επιβάρυνση
    που επέφεραν στον αρκτικό κύκλο
    οι σινιέ μου γαλότσες,
    το πρόσθετο βάρος
    που κουβάλησα πάνω από τον Ατλαντικό
    στην υπερπόντια πτήση μου,
    δυο-τρία βιβλία
    δυο-τρεις φιάλες double malt-
    αλλά όχι το γάτο μου
    μες στο κλουβί του.

    Νοσταλγώ το βλέμμα του,
    εννιά χιλιάδες χιλιόμετρα
    μακριά από το γάτο μου
    δεν μου φτάνει να δω τον κόσμο
    αν δεν βλέπω τα μάτια του.

    Κοιτάζω μέσα στα μάτια
    τον γάτο μου
    και βλέπω τον κόσμο.

    Σωτήρης Παστάκας, Χόρχε, Εκδόσεις Μελάνι 2008

    ***

    12. XOΡΧΕ

    Τώρα που απέκτησα
    συγγενείς και φίλους
    ανάμεσα στους νεκρούς,
    ο γάτος μου
    όλο και σκαλίζει το χώμα.

    Τώρα που κάθε λουλούδι
    ανθίζει μέσα στο πένθος,
    κι οι γλάστρες μου φέρουν
    το όνομα
    εκείνων που έχουν πεθάνει,
    ο γάτος μου
    τριγυρνώντας από τη μια στην άλλη,
    με τα μπροστινά πόδια του
    σκάβει, με τα πίσω κλωτσάει,
    γέμισε χώμα την ταράτσα μου,
    κοκαλάκια και νεκροκεφαλές,
    πειστήρια αγάπης ανθρώπων
    που εκείνος δεν αγάπησε
    επειδή δεν τους γνώρισε,
    αλλά σήμερα μπήκε στον κόπο
    και κουβάλησε ανάμεσα
    στα δόντια του, απ’ τη βεράντα
    και τον απέθεσε μπροστά
    στα πόδια του γραφείου μου
    τον Θανάση-αύριο ποιος ξέρει
    ποιόν θα ξεθάψει.

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ

    ***

    13. Χόρχε

    Ο γάτος μου κι εγώ
    διαμένουμε στη γη
    κι από δω απευθύνουμε
    τα νιαουρίσματά μας
    στο φεγγάρι.

    Όποιος μας ακούει
    ας σηκώσει πρώτος το χέρι
    μπαλκόνι κατάκλειστο
    ταράτσα πισσωμένη
    στον ακάλυπτο βγαίνουμε
    σαν ανατέλλει το φεγγάρι
    νιαουρίζει ο γάτος μου
    τ’ αφεντικό του κλαίει.

    Σωτήρης Παστάκας, Εκδόσεις Μελάνι, 2008

    ***

    14. Στις αδιέξοδες νύχτες
    ο γάτος μου κουλουριάζεται,
    νίπτει τα χέρια του
    τα πόδια του
    πάει και βρίσκει το καλαθάκι
    τον τελικό του προορισμό
    να ονειρευτεί για άλλη μια φορά
    πως ήταν αίλουρος

    Σ. Παστάκας

    ***

    15. Ο ΓΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΥΛΙ

    Ένα ολόκληρο χωριό ακούει θλιμμένο
    Το τραγούδι ενός πληγωμένου πουλιού
    Είναι το μοναδικό πουλί του χωριού
    Κι είναι ο μοναδικός γάτος του χωριού
    Που το μισόφαγε
    Και το πουλί σταμάτησε να τραγουδάει
    Ο γάτος σταμάτησε να νιαουρίζει
    Και να γλείφει τη μουσούδα του
    Και το χωριό ετοιμάζει στο πουλί
    Κηδεία επίσημη
    Κι ο γάτος είναι καλεσμένος
    Προχωρεί πίσω από ένα μικρό αχυρένιο φέρετρο
    Όπου είναι ξαπλωμένο το νεκρό πουλί
    Το φέρετρο σηκώνει ένα μικρό κορίτσι
    Το κορίτσι αυτό δεν σταματάει να κλαίει
    Αν ήξερα που σου ’κανα τόσο κακό
    Λέει ο γάτος στο κορίτσι
    Θα το είχα φάει ολόκληρο
    Κι ύστερα θα ’λεγα
    Πως το είδα να πετάει ψηλά να φεύγει
    Μέχρι τα πέρατα της γης
    Κάτω εκεί τόσο μακριά
    Απ’ όπου κανείς ποτέ δε γυρίζει
    Ίσως τότε πονούσες λιγότερο
    Έτσι απλά θα λυπόσουν μονάχα.
    Ποτέ δεν πρέπει ν’ αφήνουμε κάτι μισό

    (Ζακ Πρεβέρ, Θέαμα και Ιστορίες, μτφρ. Γιάννης Βαρβέρης,Ύψιλον)

    ***

    16. Σ’ ΕΝΑ ΓΑΤΟ

    Είσαι πολύ πιο σιωπηλός απ’ τους καθρέφτες
    και πιο κρυφός από την πολυκύμαντη αυγή.
    Είσαι εκείνος ο πάνθηρας που μόνο από μακριά,
    κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο, μας επιτρέπει να κοιτάζουμε η μοίρα.
    Μάταια σε ψάχνουμε μες στους ανεξιχνίαστους
    μηχανισμούς κάποιου θεϊκού νόμου.
    Πιο απόμακρος κι από το δειλινό ή απ’ τον Γάγγη
    εσύ κρατάς το μυστικό κλειδί της μοναξιάς.
    Η ράχη σου αφήνεται στο ανάλαφρο
    του χεριού μου το χάδι. Αιώνες τώρα
    που πια έχουν γίνει λησμονιά, αφήνεις μόνο
    στο χέρι το δισταχτικό να σ’ αγαπά.
    Ζεις σε αλλιώτικους καιρούς. Εξουσιάζεις
    έναν κόσμο κατάκλειστο, όπως του ονείρου.

    Χόρχε Λουίς Μπόρχες, από τη συλλογή Το χρυσάφι των τίγρεων. (Άπαντα, μτφρ Δημήτρης Καλοκύρης, Πατάκης, 2015)

    O Γάτος- Ελένη Πέτα

    17. Η γάτα μέσα μας

    Γουργουρίζοντας στον ύπνο του ο Φλετς
    τεντώνει τις μαύρες του πατουσίτσες
    για ν’ αγγίξει τα χέρια μου, με τα νύχια του κρυμμένα,
    απλώς ένα απαλό άγγιγμα
    για να βεβαιωθεί ότι είμαι δίπλα του όσο εκείνος κοιμάται.
    Θα πρέπει να με βλέπει στο όνειρό του.
    Λένε ότι οι γάτες δεν βλέπουν χρώματα :
    μόνο ασπρόμαυρες εικόνες με πολύ κόκκο,
    ένα φθαρμένο ασημένιο φιλμ που τρεμοπαίζει
    καθώς φεύγω από το δωμάτιο, επιστρέφω, βγαίνω έξω,
    τον παίρνω στην αγκαλιά μου, τον αφήνω κάτω.
    Ποιος θα μπορούσε να κάνει κακό σ΄ ένα τέτοιο πλάσμα;
    Άκου εκπαίδευσε το σκύλο του να σκοτώνει!
    Το μίσος προς τις γάτες φανερώνει
    ένα κακό, ηλίθιο, άξεστο,
    φανατισμένο πνεύμα.
    Δεν μπορώ να δεχτώ κανένα συμβιβασμό
    με αυτό το Κακό Πνεύμα.

    William S. Burroughs -Μετάφραση : Αργυρώ Πιπίνη και Κική Προδρομίδου

    ***

    18. Μην πιστεύεις !

    Μην πιστεύεις πως τάχα τα γατάκια που αγαπιούνται,
    που τα τάισες χαμένα από τη μάνα τους,
    τα χάιδεψες, τα μεγάλωσες,
    τ’ άφησες να χαρούν τη ζέστη του σπιτιού –
    μην πιστεύεις
    πως τάχα «φεύγουνε μια μέρα για περιπέτεια»,
    πως «ξαναγυρνάνε», «ύστερα από καιρό»,
    καμμιά φορά.

    Δε φεύγουν αυτά…
    Τα πατάνε αυτοκίνητα,
    τ’αλέθουνε σκουπιδοφάγοι,
    καθώς δεν πρόλαβαν τα άταχτα
    να πηδήσουν έξω απ’τον κάδο,
    τα’χουνε σκυλιά κατασπαράξει,
    έχουνε ψοφήσει μόνα κι αβοήθητα
    σ’άγνωστες ασφάλτους
    να ! εδώ, λίγο παραπάνω,
    (που δεν έφτασες ρωτώντας),
    σφαδάζουν σ’ανατομικά τραπέζια,
    στερημένα κι απ’τη λύπη σου,
    που τα γιάτρεψες φυλακισμένα στο κλουβί
    να θρέψει το σπασμένο πόδι τους,
    που δεν τα στείρωσες,
    να μην χάσουν τη χαρά της ζωής τους,
    δεν τα καταδίκασες να ζήσουν στη μονιά σου,
    να δεν τ’αγάπησες καθώς σ’αγάπησαν,
    καθώς θέλανε να μην τα ξαναβγάζεις μόνα
    έξω απ’το σπίτι σου,
    ξανά στο κρύο, στην παγωνιά, στο χιόνι…

    Μην τα πιστεύεις, ψεύτη, αυτά !
    Δεν είν αυτά σαν και σένα !
    «Καρδιά» σαν και σένα
    με την τάχα σου «αγάπη»
    δεν έχουν –
    μα έχουν αλήθια εσένα τον ίδιο,
    με το χάδι σου
    σ’αυτό τον κόσμο
    τον όλο «δόσεις» ανεξήγητες
    γι’αυτά –
    τον όλο «δόσεις»
    που κόβονται χωρίς καρδιά,
    και ξαναδίνονται χωρίς καρδιά…

    που «δεν το σκέφτηκες» ε ;
    καθώς σε βλέπαν έτσι τρυφερά,
    με το δυσκολεμένο από πτερύγιο
    στην ακρούλα
    δεξί τους μάτι (σκέρτσο τους!)
    γι’αυτό τάχα τα εγκατέλειψε η μάνα τους
    τα «βλαμένα» της
    κι’έφυγε με τα γερά της παιδιά ;

    εσύ ! εσύ τα’στειλες στις ρόδες,
    στα δόντια των σκυλιών
    στους κάδους, στους σκουπιδοφάγους,
    στ’ανάλγητ’ανατομικά τραπέζια,
    στις κλωτσιές των άκαρδων,
    στα στόχαστρα των οδηγών
    που και τη φόρα δεν κόβουν –
    και τα μισούν
    που τους κόβουνε τη φόρα !
    (δεν τους έχεις δει ποτέ σου, υποκριτή εσύ,
    που λες πως χαίρεσαι όταν ο ταύρος
    τρυπάει το θεατρίνο «ταυρομάχο» ;

    Nαι !
    Αυτά δεν έχουν απ’τη δικιά σου
    την ψεύτρα καρδιά !

    Αυτά είναι μονάχα,
    έτσι μονάχα όπως είναι,
    κι έτυχες στο δρόμο τους για λίγο
    και σε «δόσεις»
    που δεν τα σωσαν
    στον άθλιο κόσμο σου
    της ρόδας, της φόλας,
    του κοπανισμένου του γιαλού
    μες’τον κιμά –
    της «αγάπης σε δόσεις»,
    της «αδιαφορίας σε δόσεις»

    Αυτά δεν έχουν «δόσεις».
    Είναι μοναχά.
    Μήτε να σου νιαουρίσουνε μπορούνε πια,
    βραχνοχαδιάρικα,
    ξαπλωμένα εκεί σε κάποιον άσφαλτο,
    σα να κοιμούνται…

    Γλύτωσαν
    κι απ’τη μοναξιά που τα τάιζες
    κ’εσύ σε δόσεις

    – άκαρδε ! «Σε δόσεις» !

    Ρένος Αποστολίδης

    ***

    19. ‘Ελα πίσω !

    Μυκερινέ μου,
    ασπρόμαυρο γατάκι που μας έφυγες,
    κοιτώντας μας στα μάτια τελευταία βραδιά,
    λέγοντας το βλέμμα σου
    πως «δεν ήθελες ξανά στο κρύο κι απόψε»,
    πώς «καλά ήτανε κι εδώ στη ζέστη
    και στη σπιτική ανθρωπιά»,
    πώς «κι εσύ θα μπορούσες – να !
    στο κρεβάτι να ξαπλώνεις ανάσκελα
    ή να στήνεσαι με τα μάτια παιγνιδιάρικα
    και τα μπρος σου γαντζωμένα στην κουβέρτα,
    πώς τάχα είσ’έτομος να ορμήσεις» πάνθηρά μου !

    Γιατί σ’ αφήσαμε ξανά έξω στην ψάθα,
    και κοίταγες απ’ το τζάμι τους άσπλαχνους
    που τραβάνε πάλι αδιάφοροι για τ’ ασανσέρ τους
    και σε παρατάν μονάχο στο ψιλόχιονο ;

    Γιατί να μη σου βάλουμε τηλέφωνο
    στο καινούριο σου κολάρο για τους ψύλλους,
    να μας τηλεφωνήσεις,
    να νιαουρίσεις σ’ όποιους σ’ ηύραν «να μας πάρουνε»
    σ’ αυτά τα ακατανόητα σημάδια – να ! :
    έξι, και πέντε, και τρία κ’ ένα, κ’ εννιά,
    και πάλι εννιά, κ’ έξι!»,
    να ‘ρθουμε να σ’ αρπάξουμε (δε θα σε διναν
    και μη σε ξαναβγάλουμε απ’ τα κρεββάτια
    και τις πολυθρόνες,
    να γρατζουνάς όσο θέλεις τα χαλιά,
    νευριασμένος γυρνώντας τ’ απ’ την πλέξη,
    να κάνεις τον Ταρζάν στις κουρτίνες,
    κι ας φωνάζει η «διχτατόρρισα» ! –
    ό,τι θες να κάνεις ασπρόμαυρό μου !
    κι όλα να μας τα ξέσκιζες !

    παρά έτσι που ξεσκίζεται η καρδιά μας μόνη
    χωρίς εσένα μας, άταχτε, χατζηαβάτη !

    Πού διάολο τρέχεις ; Τί κυνηγάς ;

    ‘Eλα ! Και δε σε ξαναβγάζουμε πια νύχτα
    στο κρύο ψιλόβροχο !

    Ρένος Αποστολίδης

    ***

    20. Οι αληθινοί αρχηγοί της 17 του Νοέμβρη

    Εγώ κι ο γάτος μου ο Κεραυνός
    είμαστ’ ένα ανθρώπινο λιοντάρι
    κ’ ένας γάτος μαύρος πάνθηρας.

    Κοιμόμαστε μαζί, αγκαλιά, τις νύχτες.
    Δε βγαίνουμε να κυνηγήσουμε.

    (Ίσως δε θέλουμε κι άλλο πολύ να ζήσουμε).

    Κοιμόμαστε αγκαλιά
    και γουργουρίζει αυτός
    (μόνο τα λιοντάρια κ’ οι γάτες γουργουρίζουνε !
    κανέν’ άλλο ζώο !) –

    αλλά κ’εγώ γουργουρίζω, θα λέη,
    απ’ τα χρόνια βρογχικά μου,
    που καπνίζω ακόμα
    εξηνταέξι χρόνια !

    Βλέποντας τα πράσινά του μάτια
    μες’ το ολόμαυρο φόντο,
    εγώ λέω πώς αυτός είν’ ο αρχηγός
    της δεκαεφτά του Νοέμβρη,
    που εγώ του λέω
    ποιών πτώματα να στρώνη χάμω,
    για να διαβάζουνε
    βαμμένες στο αίμα τους
    τις προκηρύξεις μας.

    Κ’ εκείνος ξέρει πώς εγώ είμ’ ο αρχηγός.

    Αλλ ‘εμείς οι δυο δεν σκοτώνουμε,
    παρά μόνο με το βλέμ’ αυτός,
    καταπράσινο μες στο σκοτάδι,
    με τη σκέψη εγώ,
    για το σκοτάδι πάντα…

    Κατά τ’ άλλα όμως τους βαριόμαστε,
    τους πληχτικούς,

    και γι’ αυτό ούτε τους σκοτώνουμε
    γουργουρίζοντας…

    ΡΕΝΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ

    Οι γάτες, Θηβαίος

  2. Ciao Aggeliki!!!… Γεμίσαμε από όμορφα ποιητικά «νιαουρίσματα και γατίσια γουργουρητά»!!!… Grazie mille!!!

    -Κ. Π. Καβάφης, «Η Γαλή»

    Είν’ η γαλή αντιπαθής εις τους κοινούς ανθρώπους.
    Μαγνητική και μυστική, τον επιπόλαιόν των
    κουράζει νουν· και τους χαρίεντάς της τρόπους
    δεν εκτιμούν. [ ]
    [ ]
    [ ]

    Aλλ’ είναι της γαλής ψυχή η υπερηφάνειά της.
    Το αίμα και τα νεύρα της είν’ η ελευθερία.
    Ποτέ δεν είναι ταπεινά τα βλέμματά της.
    Εν των παθών της δε τω πάντοτε κρυπτώ,
    εν τη καθαριότητι, εν τη ηρεμία
    και καλλονή των στάσεων, τη εγκρατεία

    ενδείξεων, πόση λεπτή αισθήσεων αγνότης
    ευρίσκεται. Ότ’ αι γαλαί ρεμβάζουν ή κοιμώνται
    τας περιβάλλει οραματισμού ψυχρότης.
    Ίσως τριγύρω των τότε περιπλανώνται

    φάσματα παλαιών καιρών. Ίσως η οπτασία
    εις Βούβαστιν τας οδηγεί· όπου τα ιερά των
    ήνθουν, και Pαμεσών τας έστεφε λατρεία,
    κ’ ην οιωνός εις ιερείς παν κίνημά των.
    (Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

    -Τσεζάρε Παβέζε, «Οι γάτες θα το ξέρουν»

    Ακόμα θα πέφτει η βροχή
    στα γλυκά σου λιθόστρωτα
    μια σιγανή βροχή
    σαν φύσημα ή σαν βήμα.
    Ακόμα η αύρα και η αυγή
    θ’ ανθίζουν απαλά
    σαν κάτω από το βήμα σου,
    όταν εσύ θα ξαναγυρίζεις.
    Ανάμεσα στα λουλούδια και στα πρεβάζια
    οι γάτες θα το ξέρουν.

    Θά ‘ρθουν άλλες μέρες
    θά ‘ρθουν άλλες φωνές.
    Θα χαμογελάς μονάχη σου.
    Οι γάτες θα το ξέρουν.
    Θ’ ακούς λέξεις παλιές
    λέξεις κουρασμένες και άδειες
    όπως τα παρατημένα ρούχα
    της χθεσινής γιορτής.
    Θα κάνεις χειρονομίες
    θ’ απαντάς με λέξεις’
    πρόσωπο της άνοιξης
    θα κάνεις και συ χειρονομίες.

    Οι γάτες θα το ξέρουν,
    πρόσωπο της άνοιξης,
    και η σιγανή βροχή,
    η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων
    που κομματιάζουν την καρδιά
    εκείνου που δεν ελπίζει πλέον σε σένα,
    είναι το λυπημένο χαμόγελο
    που χαμογελάς μονάχη σου.
    Θά ‘ρθουν άλλες μέρες,
    άλλες φωνές και ξυπνήματα.
    Την αυγή θα υποφέρουμε,
    πρόσωπο της άνοιξης.
    (Τσέζαρε Παβέζε, Τα ποιήματα, PRINTA)

    -Γιάννης Βαρβέρης, «Λίγο πριν»

    Πριν βρέξει οι γάτες απορούν ως μιαν ανάσα
    τα υπόστεγα μιλούν για τη βροχή
    πήδος στον τσίγκο πήδος στην ταράτσα
    λουφάζει η γάτα πριν σαλτάρει
    σ’ άλλα παλιοσίδερα.
    Αγκάλιασε τον κούκλο της η Ελβίρα
    πάνω απ’ το τούλι απλώνεται λουλάκι ως πέρα
    στο δώμα ξέμεινε μικρό κουνούπι λίγο να τρομάζει
    σαλεύει το χεράκι και ραγίζει έν’ άρωμα.
    Με τη βροχή με το νερό
    οι φτωχοί κούμπωσαν την προσευχή στον κόρφο
    και σβήσανε σαν τα χαμόγελα.
    (Πηγή: http://www.e-poema.eu/dokimio.php?id=249)

    -Ηλίας Τρανταλίδης, «Ο γάτος»

    «Στην θερμάστρα εμπράς
    ένας γάτος χονδρός
    πάντα απλώνεται,
    με τα μάτια κλειστά
    αγαπά στα ζεστά
    να τεντώνεται.
    Τεμπελιά κανταριά,
    ρουθουνίζει βαριά,
    τον ακούετε?
    Κάπου -κάπου ξυπνά
    και με πόδια στιλπνά
    ξερολούεται.
    Πλην το πτώμα αυτό
    πουν εδώ ξαπλωτό,
    τι νομίζετε?
    Εν καιρώ της νυκτός
    ωσάν λέων φριχτός
    αγωνίζεται.
    Κάτω χθες,στην αυλή,
    χύθηκε αίμα πολύ
    απ’ το νύχι του.
    Στα ποντίκια σφαγή!
    Τον φθονούν στρατηγοί
    για την τύχη του.»
    (ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/anthology/542#ixzz4AhmcITcw)

    -Κική Δημουλά, «Δεν έχεις τι να χάσεις»

    «Καλά τα βγάζει πέρα η μοναξιά
    φτωχικά αλλά τίμια.
    Αλλού κοιμάται αυτή
    κι αλλού το εγκρατές σκεπτικό εάν.
    Μόνο καμιά φορά
    σε πειραματισμούς την παρασύρει
    η περιέργεια
    – όφις προγενέστερος
    και πιο φανατικός
    απ’ τον νερόβραστον εκείνον της μηλέας.
    Δοκίμασε της λέει, μη φοβάσαι
    δεν έχεις τι να χάσεις
    και την πείθει
    να κουλουριάζεται πνιχτά
    να τρίβεται σα γάτα ανεπαίσθητη
    πάνω στον διαθέσιμο αέρα
    που αφήνεις προσπερνώντας.
    Απόλαυση πολύ μοναχικότερη
    από τη στέρησή της.»
    (Από τη συλλογή «Χλόη Θερμοκηπίου»)

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. γάτες του χειμώνα

    Μια άσπρη γάτα
    λιάζεται πάνω στο πεζούλι
    κι άλλη μια πεθαμένη
    πάνω στο πεζοδρόμιο

    ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΤΣΩΝΗΣ

    ***

    2. ΤΑ ΓΑΤΙΑ

    Χάιντε-χα δυο παλιογατιά
    χάιντε-χα πάνε για καβγά
    Χάιντε-χα μ’ αγριοκοιτάνε
    χάιντε-χα κι όλο με φυσάνε

    Ψουτ τους κάνω και σταματούν
    την ουρά τους μόνο κουνούν
    Φουφ τους κάνω και φουφουλιάζω
    βγάζω νύχι και καμπουριάζω

    Χάιντε-χα και σας έφαγα
    χάιντε-χα ενιαούρισα
    Χάιντε-χα το τοιχίο πηδάμε
    χάιντε-χα και τρεχοκοπάμε

    Τα στριμώχνω σε μια γωνιά
    μου πατάνε μια δαγκωνιά
    Τη μικρή την ξεμοναχιάζω
    μες στα δυο μου πόδια τη βάζω

    Χάιντε-χα τι γλυκιά βραδιά
    χάιντε-χα που ‘ν’ εδώ ψηλά
    Χάιντε-χα βγήκε το φεγγάρι
    χάιντε-χα κι έχουμε Γενάρη.

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    ***

    3. Ο Μπλάκυ στην Ανταρκτική

    Υπεραστικό τηλεφώνημα από την αδελφή μου:
    Κοιμήσαμε το Μπλάκυ.
    Αθεράπευτη ασθένεια. Απίσχνανση. Υπέφερε.
    Όλοι με σπασμένη την καρδιά.
    Σκέφτηκα ότι θα ήθελες να τον θάψεις η ίδια
    μου λέει κλαίγοντας.
    Γι’ αυτό τον τύλιξα σε κόκκινο μεταξωτό
    και τον έβαλα στην κατάψυξη.

    Ω Μπλάκυ, μ’ αυτό το αυταπόδεικτο, άτεχνο όνομα,
    που σου δώσανε κάτι κοριτσάκια,
    μαύρε γάτε που πηδούσες από στέγη σε στέγη
    με το σκουφάκι και την ποδίτσα μιας κούκλας,
    Ω εσύ, πανούργο είδωλο με γούνινη μουρίτσα
    που ανέχτηκες λατρεία κι ατσαλοσύνη οδυνηρή,
    χωρίς πολλά γρατζουνίσματα,
    Ω θρηνητικέ, εθισμένε του φεγγαριού,
    έκθετο παραβατικό μωρό,
    νευρωτικέ αστρολόγε
    μάντη καταστροφών
    που αργότερα δημιουργούσες,
    Ω εσύ με τα μεσονύκτια χρώματα
    σύντροφε πιστέ του μεσονυκτίου,
    Ω γουρουνομαξιλαρόγατε,
    που έζεχνες συκώτι ωμό,
    πού να ’σαι τώρα;

    Δίπλα στα κατεψυγμένα χάμπουργκερ
    και τις φτερούγες από κοτόπουλο·
    στον παράδεισο των σαρκοβόρων. Τυλιγμένος
    σε κόκκινα μεταξωτά, αγία κάρα σε προσκύνημα,
    ένας Φαραώ στον άσπρο μεταλλικό ναό του, ή
    κοκκαλιάρης εξερευνητής της Ανταρκτικής
    μέσα στο κρουσταλλιασμένο anorák του
    που απέτυχε στην αποστολή του· ή
    (ας το δούμε ψύχραιμα) σαν κατεψυγμένο
    ψάρι. Ελπίζω κανένας να μη σε βγάλει
    απ’ το περιτύλιγμά σου καθ’ οδόν
    προς το δείπνο του, κατά λάθος.

    Τι προσβολή, να σ’ εξισώνουνε μ’ ένα κομμάτι
    κρέας! Όπως κάθε γάτος απεχθανόσουνα
    τη γελοιοποίηση. Πεινούσες για δικαιοσύνη
    τις κανονισμένες ώρες, για σούπα βοδινό
    σε φέτες, με τη σάλτσα του.
    Ήθελες αυτό ακριβώς
    που προοριζόταν για σένα.

    (Ο θάνατος είναι όμως. Γελοίος. Κι ήτανε για σένα.
    Όπως και για μας.
    Θα στραφούμε λοιπόν στη δικαιοσύνη.
    Ύστερα υπάρχει και το έλεος).

    Μάργκαρετ Άτγουντ (από τη συλλογή «The Door», 2007)
    Μετάφραση: Μαρία Τσάτσου

    ***

    4. Το Πένθος για τις Γάτες

    Γινόμαστε υπερβολικά συναισθηματικοί
    όταν πεθαίνουν ζώα.
    Σπαραξικάρδιοι.
    Όμως μόνο για τα ζώα που έχουνε γούνα,
    μόνο για κείνα που μας μοιάζουνε,
    έστω και κατά προσέγγιση.

    Αυτά που έχουνε μεγάλα μάτια,
    μάτια που κοιτάνε κατά μέτωπο.
    Αυτά που έχουνε μικρές μύτες
    και μικρά ράμφη.

    Κανείς δε θρηνεί μια αράχνη.
    Ούτ’ ένα καβούρι.
    Οι νηματέλμινθες δεν προκαλούν ολοφυρμούς.

    Ούτε τα ψάρια.
    Για τα βρέφη της φώκιας η θλίψη αναβαθμίζεται.
    Και για τους σκύλους, και για τις κουκουβάγιες,
    μερικές φορές.
    Για τις γάτες σχεδόν πάντοτε.
    Μήπως επειδή παρομοιάζουμε αυτά τα ζώα με νεκρά μωρά;
    Μήπως επειδή μας φαίνεται πως είναι κομμάτι δικό μας,
    η ψυχή του ζώου που έχουμε μέσα μας
    παραχωμένη κάπου στο μέρος της καρδιάς,
    γουνάτη και γεμάτη εμπιστοσύνη,
    ζωική παρόρμηση, πάντα σ’ επιφυλακή,
    βίαιη προς άλλες μορφές ζωής,
    ευδαίμων τον περισσότερο καιρό,
    αλλά και ανόητη κάποτε;

    (Γιατί σχεδόν πάντα οι γάτες; Γιατί οι νεκρές γάτες
    προκαλούν τόσα γελοία κλάματα;
    Γιατί τέτοιο βαρύ πένθος;
    Γιατί δεν μπορούμε πια να βλέπουμε
    στο σκοτάδι, χωρίς αυτές;
    Γιατί κρυώνουμε χωρίς τη γούνα τους;
    Μήπως επειδή έχουμε χάσει τον κρυφό δεύτερο εαυτό μας
    αυτόν στο οποίο θ’ αλλάζαμε
    αν θέλαμε να διασκεδάσουμε,
    αν θέλαμε να σκοτώσουμε
    χωρίς κανέναν ενδοιασμό,
    τότε που θα θέλαμε να πετάξουμε από πάνω μας
    το σκοτεινό γκρίζο βαρίδι
    που κουβαλάμε ως άνθρωποι;

    ( Margaret Atwood ) Μάργκαρετ Άτγουντ (από τη συλλογή «The Door», 2007)
    Μετάφραση: Μαρία Τσάτσου

    ***

    5. Ιανουάριος

    Κρουστή ευωδιά άσπρων ναρκίσσων:
    Ιανουάριος, χιόνι παντού.
    Παγώνουν οι σωλήνες απ’ το κρύο.
    Τα σκαλιά της εισόδου γλιστράνε. Προσοχή!
    Τη νύχτα το σπίτι τρίζει.

    Έμπαινες κι έβγαινες κατά βούληση,
    όμως τέτοια εποχή έμενες μέσα,
    ευτραφής μέσα στη γούνα σου, νεκροθάφτη.
    Ονειρευόσουνα ήλιο,
    μακελεμένα σπουργίτια,
    μαύρε γάτε που δεν είσαι πια εδώ.

    Αν, αν, μπορούσες να γυρίσεις πίσω
    απ’ το ποτάμι όπου τα λουλούδια έχουν παγώσει,
    από το δάσος όπου δεν υπάρχει τίποτα να φας,
    αν μπορούσες να μπεις πάλι μέσα,
    απ’ το παράθυρο που ’χει πιάσει πάγο,
    πάλι μέσα από τον κλειδωμένο αεραγωγό.

    Μάργκαρετ Άτγουντ (από τη συλλογή «The Door», 2007)
    Μετάφραση: Μαρία Τσάτσου

    ***

    6. πεινασμένος γάτος

    νομίζει πως συνέχεια τρώω ψάρια
    και νιαουρίζει κάτω απ’ το γραφείο
    πεινασμένος για τ’ αποφάγια

    αρπάζει με στόμα ορθάνοιχτο
    τα υπολείμματα που του πετάω
    και μόλις μπουκώνει
    τρέχει γρήγορα για να ταΐσει
    τον μεγαλύτερο αδερφό του
    στην κουζίνα

    κι όταν αδειάζει
    παρατηρώ στο βλέμμα του
    την αγωνία της πείνας
    τον τρόμο του κενού

    κάτι έχει πάρει προφανώς
    απ’ την κενοδοξία μου
    καθώς πασχίζει υστερικά
    να μη μείνει ποτέ νηστικός
    πάντα να καταβροχθίζει
    λάθη και αποτυχίες
    -τα σκισμένα χαρτιά μου –

    ο κάλαθος των αχρήστων

    Στάθης Κουτσούνης
    από τη συλλογή Έντομα στην εντατική, 2008

    ***

    7. Ασκητισμός

    Η γάτα μιλά.
    Μιλά; Και τι λέει;
    Λέει τις νύφες και το χιόνι να μαυρίσεις
    με ένα μολύβι που να είναι αιχμηρό,
    πως πρέπει να αγαπάς το γκρίζο χρώμα
    και να λατρεύεις τον μουντό καιρό.

    Η γάτα μιλά.
    Μιλά; Και τι λέει;
    Να τυλιχτείς στην βραδινή εφημερίδα,
    σε ένα σακί όπως τις πατάτες να χωθείς
    κι αυτό το ρούχο ανάποδα να το γυρίζεις,
    ποτέ με ένα καινούργιο στη ζωή να μην ντυθείς.

    Η γάτα μιλά.
    Μιλά; Και τι λέει;
    Λέει το Ναυτικό να καταργήσεις,
    πως ως και τη σημαία πρέπει να μαυρίσεις,
    κεράσια επίσης, παπαρούνες και το άνοιγμα της μύτης
    και πάνω στα γεράνια στάχτη να σκορπίσεις.

    Πρέπει – η γάτα συνεχίζει –
    να τρέφεσαι μονάχα από νεφρά, συκώτι, σπλήνα
    και με του ξέπνοου πνεύμονα τη χαλασμένη γλίνα΄
    σπλάχνα σκληρά, μπαγιάτικα να τρως για να χορτάσεις,
    ούρα νεφρών ανέρωτα να πίνεις αν διψάσεις,
    σε μαυρισμένη κατσαρόλα να τα μαγειρεύεις –
    έτσι να συντηρείσαι κι έτσι τη ζωή σου να πορεύεις.

    Κι εκεί, στον τοίχο πάνω, που παλιά αναμασούσε
    μια πράσινη εικόνα ένα τοπίο διαρκώς,
    πρέπει με το αιχμηρό μολύβι σου να γράψεις
    τη λέξη μες στο κάδρο «Ασκητισμός». Γράψε: «Ασκητισμός».
    Αυτό, λοιπόν, λέει η γάτα: «Γράψε, Ασκητισμός!»

    Günter Grass, «Δυο ποιήματα» (μτφρ. Γιώργος Καρτάκης)

    ***

    8. Η ΓΑΤΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

    Εγώ δεν είμαι Άργος. Όταν τον είδα να μπαίνει στην αυλή μετά τόσα χρόνια, του γύρισα επιδεικτικά την πλάτη. Ξόδεψα επτά ζωές στα γόνατα της Πηνελόπης περιμένοντάς τον. Βαρέθηκα τον χτύπο του αργαλειού και τα ψαροκόκαλα των μνηστήρων. Πάω να πεθάνω κάπου ήσυχα, να ξεχάσω το χάδι του.

    Ὄλγα Παπακώστα, ὅχι ἀκόμη Κάρμεν (σελ. 76)

    ***

    9. ΜΙΑ ΓΑΤΑ

    Είναι μια μαύρη, μία συνηθισμένη γάτα
    δεν διαφέρει σε τίποτε από τις κεραμιδόγατες
    στους κάδους των απορριμμάτων
    ή αυτές που καθημερινά κείτονται ξεκοιλιασμένες στη
    λεωφόρο.

    Μα όταν με καρφώνει με τα μάτια της
    μοιάζει σαν να έχει φτάσει ως εδώ από ένα πανάρχαιο
    ταξίδι
    παλιότερο από τον κατακλυσμό του Νώε ή του Δευκαλίωνα
    από τις πυραμίδες της Σακκάρα ή την κοιλάδα των Βασιλέων
    ερωμένη κάποιου μεγαλώνυμου Ραμσή
    συντροφεύοντας ίσως στην ερημιά του Σινά τον Μωυσή.

    Την βλέπω ξαφνικά να περπατάει
    στην υπόστυλη αίθουσα του Κάρνακ
    να λιάζεται, να χασμουριέται, να τεντώνεται στο τέμενος του Λούξορ˙
    είναι μια μαύρη γάτα, μια κοινή γάτα
    θα μπορούσατε να τη συναντήσετε απαράλλαχτη
    σε όλη την οικουμένη, στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν.
    Είναι η γάτα μου.

    TAΣΟΣ ΓΑΛΑΤΗΣ

    ***

    10. Ποίημα με ουρά

    Δεν ταιριάζουμε, οι δρόμοι μας χωριστοί
    Εσύ χασαπόγατα κι εγώ κεραμιδόγατα
    Το φαϊ σου σε τάσι γανωμένο
    το δικό μου στου λιονταριού το στόμα
    εσύ βλέπεις έρωτες στα όνειρά σου, εγώ κόκκαλα.
    Αλλά και το δικό σου δεν είν’ εύκολο, αδερφέ μου
    Καθόλου εύκολο
    κάθε μέρα του Θεού, έτσι να κουνάει κανείς την ουρά του.

    Kuyruklu şiir Orhan Veli Kanık
    (Yaprak, 15.12.1949)

    ***

    11. Απάντηση
    ( από τη χασαπόγατα στην κεραμιδόγατα)

    Μιλάς για την πείνα
    Άρα είσαι κομμουνιστής
    Άρα εσύ είσαι που έχεις κάψει όλα αυτά τα κτίρια
    Αυτά στην Κωνσταντινούπολη, εσύ
    κι αυτά στην Άγκυρα, εσύ…
    Α ρε σύ, τι γουρούνι είσαι συ

    Cevap Orhan Veli Kanık
    (Yaprak, 15.12.1949)

    ***

    12. ΓΡΙΑ ΓΑΤΑ

    Τίποτα πια για μένα
    Ούτε το τζάκι
    Γιατί όταν κρυώνω είναι σβηστό,
    Κι άλλοτε δεν μ’ αφήνουν να το πλησιάσω
    Βαριέμαι τις σκιές, ακόμα και τις μυστηριώδεις.

    Γύρω μου παίζουνε τρισέγγονα, τώρα όμως ξέρω
    Πώς το από κάτω των πραγμάτων είναι απλώς η κάτω τους μεριά
    Και πίσω από τη μισοκλεισμένη πόρτα
    Είναι άλλο ένα δωμάτιο σαν και τούτο εδώ.

    Προτιμώ να κάθομαι με βλέφαρα κλειστά
    Γιατί έχω δει τα πάντα
    Οι αναμνήσεις μου έχουν περισσότερο ενδιαφέρον.

    Έχω συμφιλιωθεί με όλα.
    Και τα ποντίκια έρχονται δίπλα μου
    Το ξέρουν πως ξέχασα τον πόλεμό μας.
    Τα τρισέγγονα μονάχα μ’ ενοχλούν καμμιά φορά
    Καθώς τραβούνε την ουρά μου, γλιστρούν, πηδούν επάνω μου.

    Τους δίνω μια γερή σκουντιά στ’ αυτιά
    Κι ύστερα γυρνάω εκεί που διέκοψα τις σκέψεις μου.
    Έχω συμφιλιωθεί με όλα.

    Πατρίτσια Χάισμιθ (Απόδοση: Γιάννης Ζέρβας).

    ***

    13. ΓΑΤΑ

    Μια γάτα έρχεται απ’ την πόρτα της βεράντας και τρίβεται στα πόδια μου να την ταΐσω. Αρπάζει το κρέας που της ρίχνω, μα όταν σκύψω για να τη χαϊδέψω, τραβιέται πίσω και μου βγάζει νύχια. Παράξενο· τα πόδια μου τα εμπιστεύεται, μόνο τα χέρια μου φοβάται. Μα ίσως να ‘ναι σοφή: από τα πόδια, το πολύ να φάει κλοτσιά, ενώ τα χέρια μπορεί και να την πνίξουν. Άγρια γάτα· τάχα δεν ξέρει από χάδια, ή μήπως ξέρει και γι’ αυτό τραβιέται;

    Κι εγώ λάτρεψα πόδια, κι έφαγα κλοτσιές· χάιδεψα χέρια, έφαγα ξύλο. Μα τη σοφία της γάτας δε μπόρεσα ακόμα να την καταλάβω.

    (Ντίνος Χριστιανόπουλος, Πεζά ποιήματα, Θεσσαλονίκη, Ιανός 2004)

    ***

    14. Οι ακρότητες του μέλλοντος

    Εκείνο το καλοκαίρι δεν έλεγε να ‘ρθει. κάτι σαν οργασμός που όλο αναβάλλεται μες στη νύχτα. Η γάτα γέννησε δίπλα στ’ αυτί μου έτσι όπως ξαπλωμένη ατένιζα το μέλλον στο ταβάνι. Τα μωρά της και οι φαντασιώσεις μου έσταζαν αίμα. Έβλεπα τον έρωτα σαν μεγάλη αγριότητα: ένα γδαρμένο ζώο και κρεμόταν απ’ το τσιγκέλι. Ο πόνος κι η ηδονή του, όλα αναίτια. Το μέλλον βαστιέται από άλλα κι όχι από κει που δίνουμε τη ζωή μας όλη. Για τους Κινέζους το μέλλον βρίσκεται πίσω μας. Όπως όταν ταξιδεύεις και κάθεσαι πλάτη πλάτη με τον οδηγό. Τότε το παρελθόν, ο δρόμος που διάνυσες είναι το μόνο που έχεις μπροστά σου. Και δε θα δούμε ποτέ τον οδηγό. Ποτέ δε θα ‘μαστε πλάι στη ζωή ή μαζί της. Η πλάτη της μόνο θα μας ζεσταίνει την πλάτη για λίγο, όσο να φτάσουμε.

    Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Ενάντιος Έρωτας»
    (από τη συλλογή “Ποιήματα 1978-1985′, εκδ. Καστανιώτη).

    ***

    15. Μαύρο αγκάθι

    Και ξαφνικά την είδα
    Γάτα με το κεφάλι μέσα στα σκουπίδια
    Κι αμέσως γράφτηκε εικόνα
    Που βγήκε από τα σκοτεινά
    Μπουντρούμια της ψυχής μου
    Πως είν’ εκείνη
    Η μυστηριώδης
    Ατλαντική
    Άστραψε κάτι μέσα μου
    Μια φλογερή χαρά
    Πως ήμουν δήμιος
    Και το μισάνοιχτο των σκουπιδιών καπάκι
    Λαιμητόμος.
    Και να σκεφτεί κανείς
    Πως η αγάπη
    Άδολη λένε πως είναι
    Σαν τις γλαδιόλες
    Ή σαν τα νήπια που αρμενίζουν μες στις κούνιες
    Βαρκούλες φωτεινές στον ουρανό

    30 Μαρτίου 1975
    Τάσος Δενέγρης, Από το βιβλίο:
    «Ακαριαία», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1985.

    ***

    16. [Πώς ν` αγαπάς μια γάτα!]

    λέγεται πως οι γάτες είναι απόμακρες
    μα μόλις με πλησίασε μια
    ζητώντας χάδια.
    απ` όλους, διάλεξε εμένα
    ίσως, γιατί μονάχα εγώ θα τη δεχόμουν.
    μου έδειχνε τα νύχια της
    πατώντας απαλά πάνω μου
    όμως αντί για φόβο
    προκάλεσε οικειότητα.
    το μαύρο πάνω της ήταν τόσο
    που δεν άντεξα και τη χάιδεψα
    κι εκείνη,
    αχόρταγη στο χάιδεμα,
    τρίβοντας αθώα το κεφάλι της
    στο δέρμα μου
    ζητούσε κι άλλο
    κι άλλο
    κι ήταν πέρα για πέρα μαύρη
    κι εγώ τόσο,
    τόσο ήθελα να την κρατήσω,
    ν` αφήσω τ` απειλητικά της χάδια
    όσο θα της δείχνω αγάπη,
    μα δε θα μ` άφηναν ποτέ.

    να φταίει η φύση της που διχάζει;
    να φταίει το χρώμα της που τρομάζει;

    παρεξηγημένα πλάσματα οι γάτες
    και δύσκολα.
    η αγάπη γι` αυτές προϋποθέτει
    αλλεπάλληλες γρατζουνιές
    κι η λειτουργία του σκισμένου δέρματος
    δεν είναι αυτή της προσδοκώμενης ανταπόδοσης
    παρά ένδειξη ειλικρίνειας.
    η ανταμοιβή
    είναι το συναίσθημα που δίνει η επιθυμία τους
    να κοιμηθούν
    υπό τους χτύπους της καρδιάς σου.

    Στέλλα Σκοπελίτου

  4. «Είναι γάτα, είναι γάτα ο κοντός με την γραβάτα»,
    δεν πιάνεται ε; Χαχα! Θα σταθώ στο απόσπασμα αυτό:
    Τίτος Πατρίκιος , «Όπως οι γάτες»

    «Όπως οι γάτες όταν αρρωσταίνουν
    κουρνιάζουν στις πιο απόμερες γωνιές
    όσο μονάχες τους να γιάνουν»……..
    ..γιατί ο γάτος μου περνά ακριβώς αυτή
    την φάση, ο γλυκούλης μου..! Αλλά μόλις
    γιάνει, θα εξαφανιστεί και πάλι! Καλό βράδυ
    και καλή εβδομάδα Γιάννη και Αγγελική !

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Καλημέρα, παλιόφιλοι!
    Νιάου, βρε γατούλες, με τις ροζ μυτούλες…

    *

    Ο ΓΑΤΟΣ

    Νυστάζω ξαφνικά
    Όπως ο γάτος
    Στη μέση του άλματος προσηλωμένος στο πουλί
    Ενώ
    Συστέλλεται η κόρη
    Όλο κλείνει
    Κάθετη
    Κλείνει
    Μαύρη σχισμή
    Μαυλίζοντας τη μοίρα του

    Ο γάτος
    Απορροφάται πάλι απ’ την ουρά του
    Το πουλί φτεροκοπά

    Μετέωρη απομακρύνομαι από το σώμα

    Τι το σπουδαίο μου διέφυγε;
    Η τροφή μου
    Το παιχνίδι
    Το Κακό
    Ο λόγος ύπαρξης

    Κοιμάμαι

    (Παυλίνα Παμπούδη.)

    ***

    Να και η Τέχνη
    Η μαύρη γάτα που κάθεται μέσα στη αποθήκη του κάρβουνου
    Μαζευτήκατε όλοι;
    Είμαι περιτριγυρισμένος από αυτούς που γεννάνε μετά
    θάνατον-
    Κάποιος απ’ τη μάζωξη ένα σπάνιο υπόδειγμα γνώσεων
    Ένα παλιός ξεχώρισε ότι η φωνή της γάτας λέει ουαί
    (το πνεύμα του ζώου μιλάει ελληνικά μέσα στην αποθήκη του κάρβουνου;)

    Το εκφράζεσθαι είναι πράγμα που το κλέβεις απ’ το Χάρο-
    Μη νομίσεις ότι είσαι κάποιος άλλος
    Και μην εγκαταλείπεις τον εαυτό σου-

    Νίκος Παναγιωτόπουλος, απόσπασμα από την ποιητική συλλογή Σύσσημον ΙΙ ή Τα Κεφάλαια
    ***

    ΘΑ ΦΥΓΟΥΝΕ

    Μια μέρα θα φύγω και εγώ
    όπως έφυγε ο Ντύλαν Τόμας
    όπως τα μανιτάρια από το
    πιάτο του παπά
    όπως οι φώκιες της Αλόννησου
    όπως το περιστέρι του ψαρά
    η μαύρη γαρίδα από την
    μαύρη Θάλασσα
    όπως η γάτα του λωτοφάγου
    οι κάτοικοι του βυσσινόκηπου
    από το κτήμα τους το αγαπημένο.
    Όλα φεύγουν, όλα φεύγουν
    που να πάρει ο διάβολος!

    MIΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

    ***

    Αχ, γιατί να είμαι γάτα!

    – Γάτα μου αγαπημένη γιατί είσαι μουτρωμένη;

    – Δεν μ΄ αρέσει η ουρά μου ούτε το νιαούρισμά μου.
    Μοιάζω με χοντροπατάτα. Αχ,γιατί να είμαι γάτα!

    – Να σε κάνω παπαγάλο;
    Λέγε γρήγορα Μαγδάλω!
    Αν δεν ήσουν αυτό που είσαι τι θα ήθελες να είσαι;

    – Κάτι καλύτερο από γατί.
    Μόνο που μάγε μου δεν ξέρω τί.

    – Άμπρα Κατάμπρα και λάδι και ξίδι
    πλοίαρχος γίνε και φύγε ταξίδι!

    – Φοβάμαι τον ωκεανό! Κάνε με κάτι στεριανό!

    – Καλά. Άμπρα Κατάμπρα πιλάφι και πουρές
    γίνε μαϊμού Μαγδάλω και κάνε μου χαρές!

    – Μπρος γκρεμός και ζούγκλα πίσω.
    Όχι! Δεν μπορώ να ζήσω
    μες στης μπανανιάς τα φύλλα
    και να παντρευτώ γορίλα!

    – Άμπρα Κατάμπρα και σκόρδα πλεξούδα
    γίνε ή μέλισσα ή πεταλούδα!

    – Το πρόβλημά μου πάλι δεν το έλυσα.
    Καθόλου δεν μ΄αρέσει να ΄μια μέλισσα.
    Πετάω στον αέρα και ζαλίζομαι,
    μυρίζω τα λουλούδια και φταρνίζομαι!

    – Άμπρα Κατάμπρα πάλι και μήλο και αχλάδι
    γίνε λαγός και πήδα συνέχεια στο λιβάδι!

    – Πώς σου ήρθε; Πρώτα πρώτα
    δεν μ΄ αρέσουν τα καρότα!

    – Άμπρα Κατάμπρα τότε και δυο αυγά μελάτα
    γίνε ξανά Μαγδάλω η όμορφή μου γάτα!

    – Ζήτω! Ξανάγινα γάτα! Να με πειράζεις σταμάτα.

    – Γάτα μου αγαπημένη είσαι ευχαριστημένη;

    – Πάρα πολύ! Το αλάτι δος μου
    κι άσε με να΄ μαι ο εαυτός μου.
    Δεν θέλω να΄ μια τίποτ΄άλλο
    παρά η γάτα η Μαγδάλω!

    Μαριανίνα Κριεζή

    ***

    Η γάτα μου κοιμάται στο γραφείο

    Κι αναρωτιέμαι
    Πώς ονειρεύονται οι γάτες
    Τι χρώματα χορεύουν στα ενύπνιά τους
    Άραγε γάτα να έγραψε ποτέ
    ποίημα για τον Bukowski

    Η γάτα μου κοιμάται στο γραφείο
    Κι εγώ να μένω ξάγρυπνος
    σκυμμένος πάνω από χάρτες
    Πόλεων της Περιπέτειας
    Μελετώντας διαδρομές του Έρωτος
    Σοκάκια της Τρυφερότητας
    Αλέες της Φιλίας

    Η γάτα μου κοιμάται στο γραφείο
    Και η Γυναίκα μου να πίνει ένα κρασί
    Εγώ να καθαρίζω ένα μήλο
    Και να ανάβω ένα κερί

    Μπαμπασάκης Γιώργος-Ίκαρος

    Η γάτα μου κοιμάται στο γραφείο

    -Η γάτα μου αγαπάει με τα μάτια-

    Σε λίγο έρχονται οι επίσημοι προσκεκλημένοι.
    Τα μικρά μας κλείσαν από νωρίς στα δωμάτια για ύπνο.
    Από το σαλόνι ακούγονται να πουλάνε αχρησιμοποίητες λέξεις,
    να ψάχνουν να αγοράσουν αχρησιμοποίητους ανθρώπους.

    Ανοίγω την πόρτα,
    κατεβαίνω την σκάλα χαμογελαστή,
    ξαπλώνω στην πορσελάνινη πιατέλα.
    Τώρα θαυμάζουν όλοι την ομορφιά μου.
    Απολαμβάνουν την εξαίσια μυρωδιά μου.
    Γλείφονται.

    Η μητέρα δοκιμάζει πρώτη το αίμα μου
    «Δε χορταίνεται αυτό το αίμα.
    Ξεπουλημένο από εφτάψυχες
    αγαπητουλούδες μαυρόγατες του Ευρίπου.
    Χυμένο σε εκ στόματος εκτρώσεις «σ’ αγαπώ»
    Γλειμμένο στην πληγή του ελαστικού λώρου του ευγενικού μου ανδρός».

    Ο πατέρας αλείφει το μυαλό μου σε φρυγανισμένο ψωμί.
    Προσφέρει στους φιλοξενούμενους αναφωνώντας
    «grand délice!»

    Πλησιάζει στο τραπέζι και η γάτα μας με ανασηκωμένη τη ράχη.
    «Αυτό θα ήταν κανιβαλισμός» τη νουθετεί η κυρία του κυρίου.
    Η γατούλα ψάχνει τα μάτια μου.
    Πάντα αυτά προτιμούσε πάνω μου.
    Μ’ αγαπάει.
    Τα πετάει στο πάτωμα ο κύριος της κυρίας προτρέποντας τη γάτα να παίξει.
    Αυτή τα δαγκώνει και περπατάει αργά προς το δωμάτιό μου.
    -…
    -…
    Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

    Πελαγία Μπότση

    ***

    Η γάτα της Αθήνας

    Κοιτάζω από το υπόγειο
    Απέναντί μου υπάρχει τοίχος δύο μέτρα
    Πιο πίσω τα γεράνια
    Περνά τώρα μια γάτα πάνω στον τοίχο
    Τεντώνεται τανιέται
    Γυρίζει πίσω κατουρά
    Το πιο κόκκινο γεράνι,
    Μετά ξαπλώνει φαρδιά-πλατιά
    Γλείφει τα μέλη της
    Βλέπω πως δεν έχει ακόμη ευνουχιστεί
    Δεν έχει ακόμη ενταχθεί στην Ευρωπαική Ένωση.

    Τζαν Γιουτζέλ

    ***

    «Ο γάτος μου είναι στενοχωρημένος»

    Ο γάτος μου είναι στενοχωρημένος
    Κανείς άλλος στην οικογένειά του δεν είναι γάτα
    Είμαστε όλοι άνθρωποι εκτός από αυτόν
    Είναι αποκλεισμένος από τα περισσότερα πράγματα
    Και κανείς δεν του λέει γιατί
    Θέλει μόνο να παίζει
    Και να τον αγαπάνε
    Μας κοιτάζει με απορία
    Και απογοήτευση
    Λέει γεια, είμαι μια γάτα τι είναι η ύπαρξή μου
    Τι είναι αυτό / γιατί αυτό και όχι εγώ
    μπορείς σε παρακαλώ να με κοιτάξεις, και επίσης να με αγαπάς
    Μπορώ παρακαλώ να έχω λίγο από το φαγητό σου, συγνώμη αλλά δε μου αρέσει πολύ το φαγητό μου
    Θέλεις να παίξεις με τα παιχνίδια μου;
    Αυτό είναι το αγαπημένο μου
    Σου αρέσω;
    Είμαστε αδέρφια;
    Γιατί εγώ δεν μεγάλωσα;
    Γιατί είμαι τόσο μικρός;
    Μπορεί να με βοηθήσεις να είμαι ευτυχισμένος;
    Πού πηγαίνεις;

    (Άγνωστος ποιητής, via)

  6. Καλησπέρα στις καλές μου φίλες, Αγγελική και Πέτρα!!!
    Grazie mille!!!…. Αγγελική μου πήρες όλες τις «γάτες» κι εγώ έμεινα με λίγα «γατάκια»….

    *»Catwoman»…

    -«…τα του γάτου στον σκύλο
    τα του σκύλου στον γάτο….»
    (Ελύτης, από το «Πρωινή γυμναστική»)

    -«Η γάτα» από τον Jean Cocteau

    «Πλάι στη φωτιά, σαν κόκκινο χρυσόψαρο που παρασύρει το νερό, βούλιαξε η γάτα στον εαυτό της. Αν, κατά λάθος, κουνηθώ, η γάτα μπορεί να μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο. Ο περιστρεφόμενος τροχός της παλιάς μαγείας δεν πρέπει να σταματήσει: να μεταμορφωθεί σε πριγκίπισσα είναι γι’ αυτήν το απλούστερο πράγμα».

    • Ο Γιάννης Ρίτσος μας μιλά για τις γάτες της γειτονιάς:
    Γιάννης Ρίτσος
    ΙΙΙ.
    Το σώμα -λέει-
    στη γενική: του σώματος
    και γενικά το σώμα
    άλλη λέξη πυκνότερη δεν έχω
    παίρνω τη νάιλον σακούλα
    μπαίνω στα λαϊκά εστιατόρια
    μαζεύω ψαροκόκαλα
    για τις άγριες γάτες της γειτονιάς
    στα διαλείμματα -λέει-
    κουβεντιάζω με τους μουσικούς
    στα σκοτεινά παρασκήνια-
    τι απέραντη απόσταση διανύω
    απ᾿ το σώμα σου
    έως το σώμα σου.

    -Κ. Π. Καβάφης, «Σπίτι με Kήπον» (με 7 γάτες)

    Ήθελα να ’χω ένα σπίτι εξοχικό
    μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο— όχι τόσο
    για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
    (βέβαια να βρίσκονται κι αυτά· είν’ ευμορφότατα)
    αλλά για να ’χω ζώα. A να ’χω ζώα!
    Τουλάχιστον επτά γάτες— οι δυο κατάμαυρες,
    και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
    Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώ
    να λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.
    Aπό σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.
    Θα ’θελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια).
    Κι εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα,
    τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,
    να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφάλες των.
    (Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

    -Μίλτος Σαχτούρης, «Καπνός ή γάτα»

    «Καπνός ήταν
    ή γάτα; όταν αυτός κατρακύλησε
    τα σκαλοπάτια βλέποντας
    καπνό ή γάτα
    κύλησε
    στο τελευταίο σκαλί
    κι ήτανε πια νεκρός.»

    -«Σαν γάτα», της Τζιοκόντα Μπέλι

    Σαν γάτα, σε θέλω, ανάσκελη
    με κοιλιά αναθρώσκουσα σε θέλω,
    νιαουρίζοντας μέσα απ’ τη ματιά σου,
    μέσα από τούτον τον έρωτα-κλουβί
    τον βίαιο
    τον γεμάτο γρατζουνίσματα
    σαν σε νύχτα με φεγγάρι
    σαν δυο γατιά ερωτευμένα
    που τον έρωτά τους ομιλούν στις στέγες
    ζευγαρώνοντας με λυγμούς και με κραυγές
    μ’ αισχρόλογα, χαμόγελα και δάκρυα
    (από εκείνα που κάνουν το κορμί ν’ αναρριγά από χαρά)
    Σαν γάτα, σε θέλω, ανάσκελη
    κι απ’ τη φυγή με υπερασπίζω,
    τη λιποταξία απ’ τη μάχη,
    από αδιέξοδα και νύχτες δίχως να μιλούμε,
    αυτόν τον έρωτα που με ζαλίζει,
    που γύρη με γεμίζει,
    γονιμότητα
    και πισώπλατα τη μέρα μ’ ακολουθεί
    προκαλώντας μου ρίγη.

    Δεν φεύγω, να φύγω δεν θέλω, να σ’ αφήσω,
    στα κρυφά σε ψάχνω
    γουργουρίζοντας,
    σε ψάχνω ξεμυτίζοντας πίσω απ’ τον καναπέ,
    πηδώντας πάνω στο στρώμα σου,
    λυκνίζοντας την ουρά μου στα μάτια σου μπροστά,
    σε ψάχνω με τα τεντώματά μου πάνω στο χαλί,
    φορώντας τα γυαλιά για να διαβάσω
    βιβλία οικιακής οικονομίας
    να μην γυρνώ αλλοπαρμένη και το σπίτι να ξέρω να διοικώ,
    φαγητό να μαγειρεύω
    και τα δωμάτια να συγυρίζω
    ώστε δίχως σκόνη ν’ αγαπιόμαστε και δίχως αταξία,
    ν’ αγαπιόμαστε τακτοποιημένα,
    τάξη βάζοντας σε τούτο το χάος
    επανάστασης, δουλειάς και έρωτα,
    σε κατάλληλο χρόνο κι ακατάλληλο,
    τη νύχτα, τα χαράματα,
    στο μπάνιο,
    γελώντας εμείς, ίδιοι γατιά εξημερωμένα,
    γλείφοντας τις μουσούδες μας σαν γατιά υπερήλικα, κουρασμένα
    απ’ το διάβασμα της εφημερίδας στα πόδια του καναπέ.

    Σαν γάτα, σε θέλω, ευγνωμονούσα,
    παχειά απ’ την προσοχή και τα χάδια τα πολλά,
    σαν γάτα, σε θέλω, ισχνή
    καταδιωκόμενη, κλαψιάρα,
    σαν γάτα σε θέλω, έρωτά μου,
    σαν γάτα, Τζιοκόντα,
    σαν γυναίκα,
    σε θέλω.

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου
    -γάτες με πέλματα βελούδινα
    και ταχύτητα αστραπής-
    τρίβονται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου.
    Σκύβω να τις χαϊδέψω·
    έχουνε κιόλας φύγει.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    ***

    ΤΟ ΓΑΤΙ (απόσπασμα)

    Μιάάουου! Έβαλεν οιμωγήν, θλιβερωτάτην, πληγωθέν το αιλουρίδιον, κ’ επεστράφη, ως δια να ιδή τι έπαθε. Πλην ταυτοχρόνως, άλλη πέτρα, δύο, τρεις επήρχοντο, η μία το επήρ’ εις το κεφάλι, το εξέγδαρε, Δευτέρα του σακάτεψε το πόδι, εκατρακύλησεν η τρίτ’ υπό το στήθος του, ενώ ρανίδες αίματος διέστιζον την λευκήν αυτού δοράν. Και αυθωρεί, τα δύο των παιδιών έσπευδαν, του έβγαιναν εμπρός, εμπόδιζαν την πρόοδόν του, ενώ τ’ άλλα δυό του έκοπταν την υποχώρησιν. Τοιουτοτρόπως πολιορκηθέν το κάτασπρο γατάκι, τα εσάστισεν ολότελα, έμεινεν εις το μέσον, εστάθη προς στιγμήν, συγκεχυμένον. Αλλά συνελθόν, με ορθωμένους εν οργή τους μύστακας, ώρμησε πάλιν εξ ενστίκτου, προς τα πλάγια ελεύθερα, νομίσαν ότι ημπορεί να εύρη διέξοδον εκείθεν. Πράγματι δε κατώρθωσε και διέφυγε, από το πεζοδρόμιον, ήρχι’ εκ νέου να πηδά, με την ελπίδα να γλυτώση.

    (Μιχαήλ Μητσάκης, Πεζογραφήματα, Νεφέλη, 1988)

    ***

    Ο ΓΑΤΟΣ

    Ο γάτος μου ο κανελής
    που τον φωνάζω Μπέμπη
    τα ποντίκια κυνηγά
    κυνηγά στον ύπνο μου
    κυνηγάει και στον ξύπνιο μου

    τα ποντίκια μου
    κυνηγιούνται απ΄τον γάτο μου
    στον ύπνο και στον ξύπνιο μου

    εγώ
    έχω ένα γάτο
    ή καλύτερα
    κάποτε στο σπίτι μου υπάρχει ένας
    μα το ξεχνώ

    και αυτό
    είναι ένα ποίημα για αυτόν
    για να μη ξεχνώ
    για την μελί
    χιονοστιβάδα
    που σπινθηροβολώντας κατεβαίνει
    τον αυχένα τον δικό σου
    για αυτό
    να μην ξεχνώ
    να μην ξεχνάς

    Τάσος Σκεντερίδης

  8. Grazie, Ageliki!!….

    -Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, «Σαν τη γάτα»

    «Όταν ξέφευγε από την ασυγκράτητη ορμή της επιθυμίας μου/ αναζητούσε καταφύγιο σε μια γωνιά/ Σαν τη γάτα/ Αλλά τα νύχια της ήταν πιο γλυκά από τα φιλιά μου».

    -Μπάροουζ: «Η γάτα μέσα μας»
    (Αποσπάσματα)

    «ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ, οι γάτες εξημερώθηκαν για πρώτη φορά στην Αίγυπτο. Οι αιγύπτιοι αποθήκευαν δημητριακά, που προσήλκυαν τα τρωκτικά, που προσήλκυαν τις γάτες. (Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι κάτι παρόμοιο συνέβη με τους ινδιάνους Μάγια, παρόλο που αρκετές άγριες γάτες είναι ιθαγενείς στην περιοχή). Δεν πιστεύω ότι τα στοιχεία αυτά είναι ακριβή. Σίγουρα δε μας δείχνουν όλη την εικόνα. Οι γάτες δεν είχαν εξαρχής το ρόλο του κυνηγού ποντικών. Οι νυφίτσες, τα φίδια και οι σκύλοι είναι πιο αποτελεσματικοί σε αυτήν τη δουλειά. Θεωρώ δεδομένο ότι οι γάτες έπαιζαν εξαρχής ρόλο ψυχικών συντρόφων, αγαθών Δαιμονίων, και δεν τον αποποιήθηκαν ποτέ. ΟΙ ΣΚΥΛΟΙ ΕΙΧΑΝ ΕΞΑΡΧΗΣ ΤΟ ΡΟΛΟ ΦΡΟΥΡΩΝ. Και αυτό εξακολουθεί να είναι το κύριο καθήκον τους στις φάρμες και τα χωριά, να ειδοποιούν αν πλησιάσει κάποιος, ως κυνηγοί και φύλακες, και γι’ αυτό μισούν τις γάτες. «Εμείς προσφέρουμε τόσες υπηρεσίες, ενώ οι γάτες το μόνο που κάνουν είναι να χουζουρεύουν εδώ κι εκεί και να γουργουρίζουν. Κυνηγούν ποντίκια; Ναι, τους παίρνει μισή ώρα για να σκοτώσουν ένα ποντικάκι. Το μόνο που κάνουν οι γάτες είναι να γουργουρίζουν και να αποσπούν την προσοχή του Αφέντη από την τίμια κοπρίτικη φάτσα μου. Και το χειρότερο είναι ότι δεν ξεχωρίζουν το σωστό από το λάθος»». «ΔΕ ΜΙΣΩ ΤΟΥΣ ΣΚΥΛΟΥΣ. ΜΙΣΩ ΟΜΩΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΑΤΑΝΤΗΣΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΤΟΥ ΦΙΛΟ. Το γρύλισμα ενός πάνθηρα είναι σίγουρα πιο επικίνδυνο από το γρύλισμα ενός σκύλου, αλλά δεν είναι άσχημο. Η οργή μιας γάτας είναι πανέμορφη, βράζει με μια αγνή γατίσια φλόγα, το τρίχωμά της έχει σηκωθεί όρθιο και πετάει μπλε σπίθες, τα μάτια της στραφταλίζουν και σπιθοβολούν. Όμως το γρύλισμα ενός σκύλου είναι άσχημο, είναι το γρύλισμα του όχλου των μισαλλόδοξων λευκών που λυντσάρει έναν πακιστανό… το γρύλισμα εκείνου με το αυτοκόλλητο «Σκότωσε μια αδερφή για χάρη του Χριστού» στο αμάξι του, ένα γρύλισμα γεμάτο φαρισαϊσμό. Όταν βλέπεις αυτό το γρύλισμα, βλέπεις πως δεν έχει δικό του πρόσωπο. Η οργή ενός σκύλου δεν είναι δική του. Υπαγορεύεται από τον εκπαιδευτή του. Και η οργή του όχλου που λυντσάρει, υπαγορεύεται από εξαρτημένα αντανακλαστικά». «ΓΙΑ ΝΑ ΜΥΗΘΕΙ ΕΝΑΣ ΝΑΖΙ ΣΤΙΣ ΑΝΩΤΕΡΕΣ ΒΑΘΜΙΔΕΣ ΤΩΝ SS, έπρεπε να βγάλει το μάτι μιας κατοικίδιας γάτας που την είχε ταΐσει και φροντίσει για ένα μήνα. Στόχος αυτής της άσκησης ήταν να εξαλείψει κάθε ίχνος του δηλητηρίου που λέγεται οίκτος και να διαμορφώσει έναν ολοκληρωμένο Übermensch. Πρόκειται για βασική αρχή της μαγείας: ο ασκούμενος κατακτά την ιδιότητα του υπερανθρώπου, εκτελώντας μια τρομερή, αποκρουστική πράξη υπανθρώπου». «ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΙΠΕ ΟΤΙ ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΖΩΟ ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΑΠΕΧΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΜΟΝΤΕΛΟ. Εξαρτάται περισσότερο από το είδος των ανθρώπων στο οποίο αναφέρεσαι, και φυσικά από το είδος των γατών. Πότε πότε βρίσκω τις γάτες αλλόκοτα ανθρώπινες». «ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ ΑΝ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΑΦΗΝΟΥΝ ΓΡΑΠΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ, όπως οι περιπλανώμενοι αλήτες: «Προσοχή, σκύλος». «Μην πλησιάζετε». «Γεροπαράξενος με όπλο». «Καλός για ελεημοσύνη». Κι αστέρια ποιότητας, όπως στους οδηγούς της Michelin: «Φαγητό, ρούχα, λεφτά και τσιγάρα. Δύο αστέρια. Μάσα και ποτό. Τρία αστέρια». Πρόσεξα ότι κανένα σκυλί δεν πλησίασε ποτέ το Πέτρινο Σπίτι: Κωλόσπιτο με γάτες». «ΕΧΩ ΠΕΙ ΟΤΙ ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΟ ΡΟΛΟ ΑΓΑΘΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ, ψυχικών συντρόφων. «Είναι οπωσδήποτε καλή συντροφιά». Τα αγαθά Δαιμόνια ενός γέρου συγγραφέα είναι οι αναμνήσεις του, σκηνές και μορφές από το παρελθόν του, πραγματικές ή φανταστικές. Ένας ψυχαναλυτής θα έλεγε ότι προβάλλω απλώς αυτές τις φαντασίες στις γάτες μου. Ναι, πολύ απλά και κυριολεκτικά, οι γάτες είναι σαν ευαίσθητες οθόνες για πολύ συγκεκριμένες συμπεριφορές, όταν υποδύονται τους κατάλληλους ρόλους. Οι ρόλοι μπορούν να αλλάξουν, και η ίδια γάτα μπορεί να υποδυθεί διαφορετικούς ρόλους: της μητέρας μου, της γυναίκας μου της Τζόαν, της Τζέιν Μπόουλς, του γιου μου του Μπίλλυ, του πατέρα μου, του Κίκι και των άλλων αμίγκο, του Ντέντον Γουέλτς, που με επηρέασε όσο κανένας άλλος συγγραφέας, αν και δε συναντηθήκαμε ποτέ. Οι γάτες μπορεί να είναι ο τελευταίος μου ζωντανός κρίκος με ένα είδος που τείνει να εκλείψει…».
    (Ουίλιαμ Μπάροουζ, Η γάτα μέσα μας, εκδ. Απόπειρα [Πηγή: http://www.doctv.gr])

    -Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης

    Στη συνείδηση των τουριστών ανά τον κόσμο, η Κωνσταντινούπολη, η Ιστανμπούλ, έχει αποκτήσει εσχάτως μια εντελώς νέα διάσταση: έχει αναχθεί σε «Πόλη των Γατιών», και δικαίως. Η Κωνσταντινούπολη ήταν ανέκαθεν μια πόλη παραδεισένια για τις γάτες. Τώρα όμως, χάρη στη δύναμη των social media, θεωρείται και η πρωτεύουσα όλων των γατόφιλων του κόσμου.
    Πράγματι, οι αδέσποτες γάτες της Κωνσταντινούπολης (όπως και των άλλων μεγάλων πόλεων της Τουρκίας, δηλαδή) απολαμβάνουν ένα ιδιαίτερο καθεστώς συλλογικής αγάπης, φροντίδας και σεβασμού από του κατοίκους. Βρίσκονται παντού και αρχίζουν να συναγωνίζονται πλέον με αξιώσεις τα μεγάλα αξιοθέατα της πόλης στην προτίμηση (και στις φωτογραφίσεις) των τουριστών, που εκπλήσσονται από την αντιμετώπιση των ίδιων των κατοίκων: στους δρόμους βρίσκει κανείς παντού μικρές φωλιές για τα αδέσποτα γατιά και αυτοσχέδιες ταΐστρες τοποθετημένες από τους κατοίκους. Η είσοδος δεν τους απαγορεύεται, στην ουσία, πουθενά. Κανείς δεν τις διώχνει, κανείς δεν τις πειράζει. Κι εκείνες ανταποδίδουν μ’ αυτόν τον ακαταμάχητο τρόπο τους, ποζάροντας, πλησιάζοντας χωρίς φόβο και γουργουρίζοντας, επιδεικνύοντας τον πιο γοητευτικό τους εαυτό (που δεν τους είναι, εξάλλου, και τόσο δύσκολο). Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης είναι κάτι αντίστοιχο με τις ιερές αγελάδες της Ινδίας: σχεδόν ιερά ζώα.
    Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του περίφημου Γκλι, ενός από τα γατιά που μπαινοβγαίνουν ελεύθερα μέσα στο μουσείο της Αγίας Σοφίας, προσελκύοντας τα φλας των τουριστών, ιδίως από τότε που συναντήθηκε με τον Μπαράκ Ομπάμα κατά τη επίσημη επίσκεψή του (του Ομπάμα, δηλαδή) στην Κωνσταντινούπολη το 2009. (Κοιτώντας τις φωτογραφίες του Γκλι, έχει κανείς την αλλόκοτη αίσθηση ότι ο αρχοντικός, αν και ελαφρώς αλλίθωρος, γάτος ήταν εκεί από πάντα.)
    Αλλά ακόμα και τα τζαμιά μοιάζουν να ανοίγουν σιγά-σιγά τις πόρτες τους στις γάτες, όπως το Aziz Mahmud Hüdayi, όπου ο ιμάμης του, ο Μουσταφά Εφέ, επέτρεψε σε μια οικογένεια γατιών να βρει εκεί προστασία. Ίσως και τον Θεο.
    Άλλωστε, τον τόνο τον είχε δώσει από παλιά κι ο ίδιος ο Μωάμεθ, σύμφωνα με το Κοράνι: παραδίδεται ότι ο γατόφιλος Προφήτης, βλέποντας τη γάτα του να κοιμάται μακαρίως πάνω στην εσάρπα του, προτίμησε να κόψει το ύφασμα παρά να ξυπνήσει το ζώο. Εξάλλου, πάλι σύμφωνα με την παράδοση, μια γάτα τού είχε σώσει τη ζωή, όταν έδιωξε ένα δηλητηριώδες φίδι που ετοιμαζόταν να τον δαγκώσει. Ναι, οι γάτες είναι περίπου ιερές. «Αν σκοτώσεις γάτα, πρέπει να χτίσεις τζαμί για να σε συγχωρέσει ο Θεός», λένε οι Τούρκοι.
    Φυσικά, υπάρχει και η εντελώς πρακτική πλευρά: οι γάτες έχουν αποτρέψει μια ακόμα άλωση της πόλης, αυτή τη φορά από τα ποντίκια.
    Κάπως έτσι, και χάρη στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, οι Γάτες της Κωνσταντινούπολης προσφέρουν πλέον στην πόλη μια επιπλέον τουριστική ατραξιόν. Η καλοσύνη πάντα ανταμείβεται. Κάτι ήξερε κι ο Μωάμεθ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: