Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (149ο): «Ελένη»…

(*Το ωραίο, πλούσιο και επίκαιρο (Κωνσταντίνου και Ελένης σήμερα) υλικό της σημερινής ανάρτησης είναι της καλής μου φίλης, Αγγελικής, η οποία είναι και συνεργάτης μου, καθώς σε κάθε ανάρτηση στο «Πες το με ποίηση» μας χαρίζει τα ωραιότατα σχόλιά της εμπλουτίζοντας έτσι την κάθε ανάρτηση με υπέροχα ποιήματα και τραγούδια.

Χίλια ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου, Αγγελική!!!)

 

-Νίκος Καρούζος, «Η ΕΛΕΝΗ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΩΝ»

«Εἶναι σκιὰ

ἑνὸς ἄστρου ποὺ φλέγεται

τῆς λεμονιᾶς τὸ ἄρωμα Λευκή.

Χρόνια τοῦ ἔαρος

ὢ χρόνια καπνισμένα κι ὁ οὐρανὸς ἀλήτευε στυφός.

Ἐλευθερώσετε τὸν ὕπνο γιὰ τὴν ὡραιότητα

στὸ ἄλλο βράδυ πάνω σὲ φύλλα

τὰ νεαρά μου ὀστᾶ.»

 

-Μάνος Χατζιδάκις – Για την Ελένη

https://www.youtube.com/watch?v=ZqEQWSEKae0

 

 -Ευριπίδης, «Ελένη»

«ΤΕΥΚΡΟΣ

… ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον, οὗ μ’ ἐθέσπισεν

οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικόν

Σαλαμῖνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας.

………………………………………………………..

ΕΛΕΝΗ

Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρῳάδ’, ἀλλ’ εἴδωλον ἦν.

…………………………………………………………..

ΑΓΓΕΛΟΣ

Τί φῄς;

Νεφέλης ἄρ’ ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι;»

 

-Γιώργος Σεφέρης, «Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»

«Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλων,

συ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους

στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές

αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.

Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη

βήματα και χειρονομίες∙ δε θα τολμούσα να πω φιλήματα∙

και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.

 

«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»
Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;

Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:

καινούριους τόπους, καινούριες τρέλες των ανθρώπων

ή των θεών∙

η μοίρα μου που κυματίζει

ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα

και μιαν άλλη Σαλαμίνα

μ’ έφερε εδώ σ’ αυτό το γυρογιάλι.

Το φεγγάρι

βγήκε  απ’ το πέλαγο σαν Αφροδίτη∙

σκέπασε τ’ άστρα του Τοξότη, τώρα πάει νά ‘βρει

την Καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ’ αλλάζει.

Που είν’ η αλήθεια;

Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης∙

το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

 

Αηδόνι ποιητάρη,

σαν και μια τέτοια νύχτα στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα

σ’ άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,

κι ανάμεσό τους –ποιος θα το ‘λεγε;– η Ελένη!

Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.

Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου∙ την άγγιξα μου μίλησε:

«Δεν είν’ αλήθεια, δεν είν’ αλήθεια» φώναζε.

«Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.

Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία».

 

Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό

το ανάστημα

ίσκιοι και χαμόγελα παντού

στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα∙

ζωντανό δέρμα, και τα μάτια

με τα μεγάλα βλέφαρα,

ήταν εκεί στην όχθη ενός Δέλτα.

Και στην Τροία;

Τίποτε στην Τροία – ένα είδωλο.

Έτσι το θέλαν οι θεοί.

Κι ο Πάρης, μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν

πλάσμα ατόφιο∙

κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια.

 

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.

Τόσα κορμιά ριγμένα

στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης∙

τόσες ψυχές

δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.

Κι οι ποταμοί φούσκωναν μες στη λάσπη το αίμα

για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη

μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου

για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.

Κι ο αδερφός μου;

Αηδόνι αηδόνι, αηδόνι,

τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;

 

«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουν να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»

 

Δακρυσμένο πουλί,

στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη

που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,

άραξα μοναχός μ’ αυτό το παραμύθι,

αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,

αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι δε θα ξαναπιάσουν

τον παλιό δόλο των θεών∙

αν είναι αλήθεια

πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,

ή κάποιος άλλος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη

ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος, που ωστόσο

είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,

δεν το ‘χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει

μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε

πως τόσος πόνος τόση ζωή

πήγαν στην άβυσσο

για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.»

 

 -Ελένη, Χαρούλα Αλεξίου

https://www.youtube.com/watch?v=9sHcBTHfL3Q

 

-Ηλίας Λάγιος, «AΦΙΕΡΩΜΑ»

«Ελένη είναι ο τρόπος, να περιπατείς στο άγριο δάσος

να μην φοβάσαι τον λύκο, τ’ αγκάθια να μην σε τρυπάνε

ν’ ακολουθείς στο τρέξιμο το πιο γοργό ζαρκάδι, να το προφτάνεις

να το κοιτάς κατάματα, στα μάτια της Ελένης»

 

Ο Πάρης και η ωραία Ελένη, Henri Joseph Duwee

 

 –Έντγκαρ Άλαν Πόε, «ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ»

Είναι για μένα το κάλλος σου, Ελένη,
σαν την περασμένη εκείνη εποχή
που σε μια θάλασσα με φύκια μυρωμένη
τον θαλασσοδαρμένο, κατάκοπο ταξιδευτή
της Νίκαιας τα πλοία φέραν στην πατρική του την ακτή.

Πλέοντας άσκοπα σε μαύρες θάλασσες χρόνια ολάκερα εδώ και κει,
η κόμη σου από υακίνθους, κι η κλασική σου η μορφή,
σαν Ναϊάδα η αύρα σου μ’ έφερε ακόμη
στη δόξα που ήτανε Ελλάδα
και στο μεγαλείο που ήταν Ρώμη.

Και να, σε κείνη την υπέρλαμπρη κόγχη
σαν άγαλμα στητό σε βλέπω να στέκεις
με το λύχνο από αχάτη σφιχτά μες στο χέρι
αχ! Ψυχή, που έρχεσαι από άγια μέρη!

(Έντγκαρ Άλαν Πόε, απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης)

 

-Η ΕΛΕΝΗ ΤΟΥ ΜΑΗ -ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

https://www.youtube.com/watch?v=fe_WMAdMbFo

 

-Τάκης Σινόπουλος, «Ποίημα για την Ελένη»

«Ωραία εσύ η ανείδωτη
μέσα στον ουρανό του ποιήματος
καυτερή θρησκεία γυναίκα αγέρινη,
ντυμένη χαραυγές ένα άστρο σύμβολο
με τ’ όνομά σου δένοντας των εποχών τις γέφυρες.
Ωραία εσύ
νυχτερινή του απείρου εξαίσιο του θανάτου λάφυρο
από τη σκόνη του θανάτου αναγεννώμενη.
Σ’ αναγνωρίζω Ελένη μου μέσα στους μαύρους έρωτες
που κάψανε μ’ οράματα τα χρόνια μου. Ω ποτέ
ποτέ μη φύγεις για τους τόπους του χαμού
στις χώρες τις απάνθρωπες μη σπαταλήσεις
τούτη τη σάρκα σου από σμάλτο κι από κρύσταλλο.
Σε περιμένω.
Κοίταξε, σου ‘φερα καπνούς κι αρώματα από τα βουνά
πετράδια από τη θάλασσα
ήλιους και φύλλα σου ‘φερα, κατηφοριές κι ανέμους
καλάμια από τις ποταμιές βράχια και πέτρες κι όνειρα
και καταχνιές κι αφρούς για σένα προσφορά.
Με χέρια και με γόνατα σπασμένα παραμόνεψα
γυμνός πλανήθηκα πάνω στη γη σε κάθε στρίψιμο
του κόσμου παραμόνεψα. Σε περιμένω.
Είμαι νεκρός τα βράδια κάτω απ’ το λυχνάρι μου
κι όμως ακόμα ζωντανός αστράφτοντας απ’ τη δική σου δύναμη.
Κοιμάμαι σε κρεβάτι φορτωμένο με γεννήτορες
που μου γυρεύουν να μιλήσω. Κι ανυμνώ τη χώρα μου
κι εσένα και τη βλάστηση
γεύομαι μνήμες όνειρα και βλάστηση
και χώμα αιώνιο απ’ τη δική μας γη,
προπάντων χώμα χώμα Ελένη.

Και τούτο τ’ ονομάζω προσμονή. Η γέννηση του ποιήματος.

Μια νύχτα Ελένη τάχα θα σε συναντήσω,
όταν ο χρόνος θα ‘ναι ακίνητος από τα θαύματα,
στεφανωμένη υποταγή κι ανάσταση τρεμάμενη;
Μες στην πελώρια πόλη του ύπνου θα συναντηθούμε
σάμπως σε μια αυτοκρατορία νεκρών ποιητών
κατάμεστη από σταλαχτίτες-ποιήματα
και τάχα θα μιλήσουμε θα κοιταχτούμε
λουλουδισμένοι κι άφωνοι με τη χωμάτινη καρδιά
να ζωντανεύει και να γίνεται
ξανά ένα ρόδο πορφυρό ξανά μια πυρκαγιά απαράμιλλη
τάχα θα σμίξουμε άλλη μια φορά
μια νύχτα που η σιωπή θα ‘ναι μια απέραντη σιωπή
εγώ γεμάτος διάστημα
εσύ γεμάτη μ’ άστρα
πάντα άφθαρτη παρθένα ανέγγιχτη
μεταρσιωμένη;»

[Τάκης Σινόπουλος, Από τη συλλογή Ελένη (1957) Συλλογή Ι. 1951-1964, Ερμής, Αθήνα 1990, σ. 151-152]

 

-Ε.Τσαλιγοπούλου & Μ.Πασχαλίδης – Κι αν με βγάλανε Ελένη

https://www.youtube.com/watch?v=l_UyxEFV0mE

 

-Τάκης Σινόπουλος, «ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ»

«Λάμψε ήλιε
πανύψηλε της προπατορικής Ελλάδας, λάμψε εδώ·
σε τούτη τη στυφή αγκαλιά
της στάχτης. Λαβωμένο φως
να λούσει τη θρησκεία του σώματος
και την πικρή σου ανάμνηση, ήλιε.
‘Ηλιε βασάνισε τον ισκιερό κατήφορό της,
όπου πυρώνουν δόντια της παραφοράς,
όπου αναζούν οι καθαρές
κινήσεις των μαστών των πράσινων,
στην περιφέρεια του αδυσώπητου
φιλιού, στον κύκλο αυτής της τρομερής
γυμνότητας.
Λάμψε ήλιε των νεκρών
ποιητών.
Αχτιδοφόρος ήλιος της Ελλάδας είναι τώρα εδώ,
στον πείσμονα αρνητή της μαρτυρίας του χρόνου,
στον ηττημένο από τη μέθη του κακού
παραμυθιού. Πάνω στα κέρδη λάμπει τα πολύτιμα,
πάρα πολύ πικρά, που δεν υπάρχουν. ‘Ηλιε,
λάμψε ήλιε της φανταστικής
Ελλάδας, η πολυάνεμη,
η κόμη αυτή πολυάνεμη που κατεβαίνει ως τις ρωγμές
του σώματος βαθύσκιωτη ανεμίζοντας,
σκεπάζει ένα κεφάλι λευτεριάς
κι’ οδύνης. Ω, καθάρισε
της ανηφορικής Ελλάδας ήλιε,
την άμπωτη τη σκοτεινή της νύχτας του αίματος,
τις ανεξήγητες φωνές των προπατόρων,
ω του θανάτου αχτίδα αστραφτερή
στέμμα βαρύ της μνήμης μου ήλιε,
πάνω σ’ αυτό το σώμα που μονάχο αμύνεται,
χλοερές κοιλότητες μα πέτρινα
τα μέλη, αστείρευτοι οι μηροί.
Λάμψε ήλιε της νεκρής Ελένης.
Η σάρκα αποχαιρέτησε την έκσταση.
Αιώνια κύματα σαρώνουν την ασήκωτη καρδιά.
Σώμα έρημο περίλυπο μέσα στην κάψα του ήλιου·
κι’ εδώ στα δώματα η κραυγή μυρίζει ακόμα
τον έρωτα. Γαρύφαλλα, γαρύφαλλα
κηρύχνουν άλλη μια φορά μια ματωμένη ανάσταση.
Το πρόσωπο – αίνιγμα του πάθους ξαναγύρισε.
‘Ηλιε,
λάμψε ήλιε των μηρών των ξάστερων
της ζωντανής Ελένης, ω
μετέωρο πνεύμα, δικαιοσύνη του φωτός
πυρπόλησε το κέντρο το νωπό των τρομερών κοιλάδων
κι’ ας ζήσει μόνο ο λόγος ο γυμνός
που ξέρει
ποιες παραισθήσεις ποια όνειρα ποιες αναμνήσεις αθεράπευτες
ποια δίψα μ’ έφερε ως εδώ,
τον έρωτα να δέσω και το ποίημα τούτο το παράφορο
με την νεκρήν Ελένη.»

 

 

-Ο. Ελύτης, «Μαρία Νεφέλη»

Η Μαρία Νεφέλη λέει:

 Ο ΤΡΩΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Τουλάχιστον αν ζούσαμε από την ανάποδη

να τα βλέπαμε όλα ίσια: Μπα. Η αναποδιά

έχει μια μονιμότητα πεισματική·

αποτελεί όπως λέμε τον κανόνα.

Όπου σημαίνει ότι αν καταφέρνουμε να ζούμε

βέβαια ζούμε από τις εξαιρέσεις.

Προσποιούμαστε ότι δε συμβαίνει τίποτε

ακριβώς για να συμβεί επιτέλους κάτι

έξω και πάνω από τη χλεύη.

Ένα κεράσι την ώρα που χειμάζονται

μέσα του όλες οι αθλιότητες

και αυτό στο πείσμα τους καθάριο παντοδύναμο

άψογο λάμπει δείχνοντας

ποια θα μπορούσε να ‘ταν η υπεροχή του ανθρώπου.

 

Η σταγόνα το αίμα κάθε Απρίλιο

δωρεάν και για όλους.

Δυστυχείς εμπροσθοφυλακές και ανάστροφοι

οδηγοί των βαρέων αρμάτων τ’ ουρανού

ως και τα σύννεφα είναι ναρκοθετημένα

το νου σας: από μας η άνοιξη εξαρτάται.

 

Να ξαναδώσουμε στα πόδια μας το χώμα.

Το πράσινο στο πράσινο τον άνθρωπο του Νεάντερταλ

στον άνθρωπο του Νεάντερταλ. Δεν ωφελούν πια οι μυώνες

θέλει αγάπη θηριώδη

 

θέλει πήδημα τίγρισσας μες στις ιδέες.

Όσο υπάρχουνε Αχαιοί θα υπάρχει μία ωραία Ελένη

και ας είναι αλλού το χέρι αλλού ο λαιμός.

Και ο Αντιφωνητής:

 Η ΕΛΕΝΗ

Η Μαρία Νεφέλη αναμφισβήτητα

είναι κορίτσι οξύ

αληθινή απειλή του μέλλοντος·

κάποτε λάμπει σαν μαχαίρι

και μια σταγόνα αίμα επάνω της

έχει την ίδια σημασία που είχε άλλοτε

το Λάμδα της Ιλιάδας.

 

Η Μαρία Νεφέλη πάει μπροστά

λυτρωμένη από την απεχθή έννοια του αιώνιου κύκλου.

Και μόνο με την ύπαρξή της

αποτελειώνει τους μισούς ανθρώπους.

 

Η Μαρία Νεφέλη ζει στους αντίποδες της Ηθικής

είναι όλο ήθος.

Όταν λέει «θα κοιμηθώ μ’ αυτόν»

εννοεί ότι θα σκοτώσει ακόμη μια φορά την Ιστορία.

Πρέπει να δει κανείς τι ενθουσιασμός που πιάνει τότε τα πουλιά.

 

Εξ’ άλλου με τον τρόπο της

διαιωνίζει τη φύση της ελιάς.

Γίνεται ανάλογα με τη στιγμή

πότε ασημένια πότε βαθυκύανη.

 

Γι΄ αυτό και οι αντίπαλοι ολοένα εκστρατεύουν – κοιτάξτε:

άλλοι με τις κοινωνικές τους θεωρίες

πολλοί κραδαίνοντας απλώς λουλούδια

 

Η Μαρία Νεφέλη λέει:

Κάθε καιρός κι ο Τρωικός του Πόλεμος

 

Και ο Αντιφωνητής:

Κάθε καιρός κι η Ελένη του»

(ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Μαρία Νεφέλη, Ίκαρος)

Η ΕΛΕΝΗ -ΒΙΟΛΑΡΗΣ

https://www.youtube.com/watch?v=MXrTY7yl8YU

 

-Αλμπέρ Σαμαίν, «Ελένη»

«Της μάχης πλέει αχνός στη βραδιασμένη μέρα…
Κι έξω απ’ τα τείχη η Αργείτισσα κι απ’ τα παλάτια
μακριά – πάει προς το κόκκινο ποτάμι πέρα
πατώντας ξαπλωτά κορμιά ή κορμιών κομμάτια.
Φέγγουν των Αχαιών φωτιές στο θαμπόν αέρα·
στ’ άρματα δίπλα χλιμιντρούν τ’ αθάνατα άτια…
Μόνη, του μακελειού διαβάτρα η λευκοχέρα,
το χέρι της περνά με φρίκη εμπρός στα μάτια.
Τη δείχνει θεία με τη στερνή φεγγοβολιά της
η μέρα· – απ’ τα κρυφά τα πέπλα, που ανεμίζει,
μια ανίκητη μυρωδιά αγάπης αναβρύζει.
Προς τα γυμνά της πόδια οι βαριοπληγωμένοι
σέρνοντας στους αγκώνες, τα χρυσά μαλλιά της
αγγίζουν – και πεθαίνουν παρηγορημένοι.»
(Αλμπέρ Σαμαίν, μετ. Γεώργιος Δροσίνης)

 

ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ –Μαρία Φωτίου

https://www.youtube.com/watch?v=AWUIYbj2zT4

 

– Γ. ΡΙΤΣΟΣ, «ΕΛΕΝΗ»

«Θυμάμαι ακόμα παιδί, στις όχθες του Ευρώτα, πλάι στις ζε-
στές πικροδάφνες,
τον ήχο απόνα δέντρο που ξεφλουδιζόταν μόνο του’ οι φλούδες
πέφτανε μαλακά μες στο νερό, πλέαν σαν τριήρεις, ξεμακραίναν,
κ’ εγώ περίμενα, σώνει και καλά, μια μαύρη πεταλούδα με
πορτοκαλιές ραβδώσεις
να κάτσει σε μια φλούδα, απορημένη που, ενώ μένει ακίνητη,
κινείται,
κι αυτό με διασκέδαζε που οι πεταλούδες, αν και έμπειρες του
αέρα,
δεν έχουν ιδέα από ταξίδια στο νερό κι από κωπηλασίες.
………………………………………………………………………………………..
Κείνο το δείλι,
τριγυρισμένη απ’ τις ατέλειωτες κραυγές των πληγωμένων,
απ’ τις ψιθυριστές κατάρες των γερόντων και το θαυμασμό
τους, μέσα
στη μυρωδιά ενός γενικού θανάτου, που στιγμές- στιγμές λαμ-
πύριζε
πάνω σε μια ασπίδα ή στην αιχμή ενός δόρατος ή στη μετόπη
ενός αμελημένου ναού ή στον τροχό ενός άρματος- ανέβηκα
μόνη
στα ψηλά τείχη και σεργιάνισα,
μόνη, ολομόναχη, ανάμεσα
σε Τρώες και Αχαιούς, νοιώθοντας τον αγέρα να κολλάει επάνω
μου
τα λεπτά πέπλα μου, να ψαύει τις θηλές μου, να κρατάει το
σώμα μου ακέριο
ντυμένο κι ολόγυμνο, μόνο με μια φαρδιά, ασημένια ζώνη
που ανέβαζε τα στήθη μου ψηλά-
έτσι ωραία, ανέγγιχτη, δοκιμασμένη,
την ώρα που μονομαχούσαν οι δυο αντεραστές μου και κρινόταν
η τύχη
του πολυχρόνιου πολέμου’-
μήτε που είδα να κόβεται ο ιμάντας
από την περικεφαλαία του Πάρη, μάλλον μια λάμψη απ’ το
χαλκό της είδα,
μια λάμψη κυκλική, καθώς ο άλλος την περίστρεφε οργισμένος
επάνω απ’ το κεφάλι του- ένα ολόφωτο μηδέν.
Δεν άξιζε διόλου να κοιτάξεις’ –
την έκβαση την είχαν από πριν ρυθμίσει οι θεϊκές βουλές’ κι
ο Πάρης,
δίχως τα σκονισμένα του σαντάλια, θα βρισκόταν σε λίγο
στην κλίνη,
λουσμένος απ’ τα χέρια της θεάς, να με προσμένει μειδιώντας,
κρύβοντας τάχα μ’ ένα ρόδινο τσιρότο μια ψεύτικη ουλή στο
πλευρό του.
…………………………………………………………………………………………………..

Μπορούσαν κι απ΄ τις δυο πλευρές να με τοξεύσουν.
Έδινα στόχο,
βαδίζοντας αργά πάνω στα τείχη, σχεδιασμένη ακέρια
στο χρυσοπόρφυρο ουρανό της εσπέρας.
Κρατούσα τα μάτια κλεισμένα
για να ευκολύνω μια εχθρική χειρονομία τους- γνωρίζοντας
στο βάθος
ότι κανείς δεν θα τολμούσε. Τα χέρια τους τρέμαν απ’ το θαμ-
βος
της ομορφιάς και της αθανασίας μου-
(ίσως τώρα μπορώ να προσθέσω:
δεν τον φοβόμουν το θάνατο, γιατί τον ένιωθα πολύ μακριά μου).
…………………………………………………………………………………………..
Τώρα ξεχνώ τα πιο γνωστά μου ονόματα ή τα συγχέω μεταξύ
τους.
Πάρις, Μενέλαος, Αχιλλέας, Πρωτέας, Θεοκλύμενος, Τεύκρος,
Κάστωρ και Πολυδεύκης-οι αδελφοί μου, ηθικολόγοι’ αυτοί,
νομίζω,
έγιναν άστρα-έτσι λένε- οδηγοί καραβιών’
Ανδρομάχη, Κασσάνδρα, Αγαμέμνων- ήχοι, μόνον ήχοι
χωρίς παράσταση, χωρίς το είδωλό τους γραμμένο σ’ ένα τζάμι,
σ’ έναν μεταλλικό καθρέφτη ή στα ρηχά στ’ ακρογιάλι.»

(Γ. ΡΙΤΣΟΣ, αποσπάσματα)

 

-Η Ωραία Ελένη –Φαραντούρη

https://www.youtube.com/watch?v=dFB5-8363Hw

 

-Θωμάς Γκόρπας, «ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ή ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΞΕΝΗΣ»

 

«Σε λέω φωνή της άνοιξης σιωπή του έρωτα

σε λέω ομορφιά πλασμένη από πικραμύγδαλο και πικροδάφνη.

Τα μάτια σου οι ωραίοι μου στοχασμοί που επαληθεύονται

στα μάτια σου η άνοιξη της αγάπης σου

για τα μάτια σου σκοτώνω δυο μικρά πουλιά και τα κρεμάω στα στήθη σου

από τα μάτια σου ξεκινάει ένα όνομα

ριζώνεται στα χείλη μου γίνεται μουσική και με κερδίζει

ριζώνεται στα σπλάχνα μου γίνεται καφτό νερό τα κάνει στάχτη

ριζώνεται στην καρδιά μου γίνεται καημός την πνίγει μες στο αίμα της.

Τι να σε πω; Τι να σε πω; Είσαι πέλμα στερεωμένο στη γη

βλέμμα πολιορκημένο απ’ τον ουρανό

είσαι φιλί που αγκομαχάει στην υπομονή.

Είσαι καημός είσαι φιλί είσαι καυτό νερό και μουσική.

Είσαι πείσμα μικρό μες το μεγάλο μαϊστράλι.

Είσαι ανεμοπερπάτημα ξαφνιάζεις την πολιτεία μας

είσαι κακό φως ματιάζεις τα κορίτσια της

είσαι σκληρό σπαθί πληγώνεις τα παιδιά της.

Απ’ τα μαλλιά σου ξεκινάει ένα όνομα

κι εγώ το τραγουδώ όλο στοργή και πίκρα

απ’ τα μαλλιά σου κι απ’ τα μάτια σου ξεκινάει ένα όνομα

κι εγώ το τραγουδώ σε τραγουδώ χωρίς να ξέρεις

με λόγια πλασμένα από πληγή αίμα και στάχτη

Ελένη!»

(ΘΩΜΑΣ  ΓΚΟΡΠΑΣ από την ποιητική συλλογή ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ)

 

Το τανγκό της Ελένης- Βασίλης Παπακωνσταντίνου https://www.youtube.com/watch?v=pB-qugikXQ8

Advertisements

Single Post Navigation

15 thoughts on “Πες το με ποίηση (149ο): «Ελένη»…

  1. *Ciao Aggeliki!!!… Grazie mille, για την υπέροχη ανάρτησή σου!!!

    -Κική Δημουλά, «Κωνσταντίνου και Ελένης»

    «Κύριε σού έφερα το πρόσφορο/ ζεστή ακόμα η σάρξ με σφραγίδα
    εδώ το χαρτονόμισμα να δώσεις κάτι στο κερί
    που σου διαβάζει οδυρμούς εν περιλήψει
    κι εδώ είναι το χαρτί με των ψυχών τα ονόματα.
    Όσα μπορείς αγίασον.
    Για την Ελένη κυρίως ενδιαφέρομαι
    ήτανε κάποτε η μάνα μου. Τώρα δεν ξέρω
    τι συγχωνεύσεις έκανες
    αν σε κοινό αυλάκι ρέει
    το ίδιο αίμα με το ξένο
    αν το αδειάζεις ως απόβλητο
    εκεί που υδρεύονται οι πίστεις
    αν το επεξεργάζεσαι βαφή για τα τριαντάφυλλα
    βαφή για τον θυμό των άυλων πραγμάτων
    – να ρίχνεις καμιά στάλα από δαύτο
    στο μαύρο που ’ναι οι πληγές – αίμα δικό τους είναι.

    Ελένη. Να σ’ την δείξω μην την μπερδέψεις
    με άλλες έτσι που κατάργησες τα επίθετα
    κατάργησες τις ανομοιότητες.
    Μόνο διακριτικό που τους απέμεινε
    είναι πόσο τους ξέχασαν
    και πόσο ακόμα τους θυμούνται.
    Αλλά αυτό εσένα μάλλον σε μπερδεύει.
    Το έργο σου εσύ το αναγνωρίζεις
    απ’ το ευδιάκριτο εκείνο αδιακρίτως.

    Ελένη Ελένη – άσε τον Αθανάσιον
    τον έχω αναλάβει εγώ αυτόν
    τον αναπαύω εγώ αυτόν σε πουπουλένια κλάματα.
    Τη μάνα μου αγίασον.

    Έλα πιο κάτω να σ’ την δείξω.
    Είναι εκείνη η συρμάτινη φουρκέτα.
    Διχαλωτή αιωρείται σαν κεραίες
    σβησμένου αποτυπώματος μικρού σαλιγκαριού.

    Έτσι έζησαν τα λιγοστά μαλλιά της.
    Γυροφέρνοντας το σχήμα ενός κότσου
    ίδιος με ασθενικό σαλιγκαριού καβούκι
    που όλο ξεγλιστρούσαν και κατέρρεαν
    αδύναμοι οι κύκλοι του απ’ τη περιέλιξή τους.
    Και η φουρκέτα – συνέχισε μάνα για λίγο εσύ
    να τρέξω εγώ να πιάσω τον κρυφτούλη ήχο
    της πτώσης άφθαρτα όπως χτυπά
    επάνω στην πλακόστρωτη την πατρική επιφάνειά μου.

    Αυτή είναι, δες την καλά.
    Κοίτα μη μου αγιάσεις ξένη μάνα
    και γίνει η στοργική ορφάνια μου
    μετά από τόσα χρόνια μητριά μου.»

    -Κωστής Παλαμάς, «Άτιτλο»

    «Γυρνά κι ορμά ο Μενέλαος
    με το σπαθί στο χέρι
    το θάνατο στην άπιστην
    Ελένη να προσφέρει.

    Αλλ’ εκείνη ολογάληνη
    με τ’ ανθισμένο χέρι
    το αντίχολο κι αντίλυπο
    βοτάνι του προσφέρει.

    Και το πίνει ο Μενέλαος
    και του πέφτει απ’ το χέρι
    το σπαθί, κι ένα φίλημα
    στην Ελένη προσφέρει»
    (Κ. Παλαμάς, «Ίαμβοι και Ανάπαιστοι»)

    -ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, “ΕΛΕΝΗ”

    … Δίδωσι δ’ οὐκ’ ἔμ’, ἀλλ’ ὁμοιώσασ’ ἐμοί

    εἴδωλον ἔμπνουν οὐρανοῦ ξυνθεῖσ’ ἄπο,
    Πριάμου τυράννου παιδί. καί δοκεῖ μ’ ἔχειν
    κενήν δόκησιν, οὐκ ἔχων…
    (Εὐριπίδης, Ἑλένη, 39-43).

    Είμ’ η Ελένη. από του Ήλιου
    την πηγή χυμένη εγώ,
    το χρυσόνειρο είμαι του Ήλιου
    και στον Ήλιο, εκεί, γυρνώ.
    γύρω μου, όχι. σε είδωλό μου
    θεόπλαστο ολοζωντανό
    θεοί και ήρωες γύρω αψήφησαν
    πόλεμο και χαλασμό.
    Όχι εμένα! τον υπέρκαλο
    νυχτανεβασμένο ίσκιο μου
    σε γη και ώρα στοιχειωμένη
    πήρε ταίρι ο γόης Κιμμέριος.
    είμ’ η ανέγγιχτη κι η αχάλαστη,
    κι η άφταστη. Και είμ’ η Ελένη.

    -Τάσος Λειβαδίτης, «Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ»

    «Ένιωθα ξένος σ’ αυτήν την πόλη παρ’ όλο που η οικογένειά μου είχε εγκατασταθεί εδώ προ αμνημονεύτων χρόνων.
    Γι’ αυτό όταν η Ελένη γδυνόταν κι έβγαζε τις φουρκέτες απ’ τα μαλλιά της, τα μαλλιά της έπεφταν ασυγκράτητα και σκέπαζαν όλα τα αινίγματα.
    Με κόπο έβρισκα ύστερα το δρόμο της επιστροφής.
    Και πάντα στο δρόμο ο τυφλός με το φλάουτο: έπαιζε μια σιγανή μουσική που έκανε τα πουλιά να κατεβαίνουν και να τσιμπολογούνε τα μικρά στίγματα που αφήνουν οι αιώνες πάνω στα μάρμαρα.»
    (Τάσος Λειβαδίτης,Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου)

    -ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, «ΣΠΟΡΑΔΕΣ»

    «ΕΛΕΝΗ»

    «Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
    μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
    όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
    Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός;
    Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα;
    Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας
    κι είμαστε – σα να πέρασε μέσα μας η ομίχλη –
    μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

    Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούργια οδύνη.
    Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις
    μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη
    να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας.
    Μια που υπάρχει αλλού
    Καταπράσινη πεδιάδα πέρ’ από το γέλιο σου ως τον ήλιο
    λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι.
    Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ’ αντιμετωπίσουμε
    παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
    ένα θολό συναίσθημα
    η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας
    που όσο παν κι απομακρύνονται.
    Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
    κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
    το φως στον άσπιλο ουρανό
    κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική
    διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα.
    Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
    το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
    που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως.
    Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
    που δε βλέπει τίποτε
    γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα του μεγάλου
    ρολογιού στον τοίχο
    γιατί έγινε κιόλας
    ποίημα στίχος μ’ άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα και λόγια.
    Λόγια όχι σαν τ’ άλλα μα κι αυτά μ’ ένα μοναδικό τους προορισμόν : Εσένα!»
    (Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί, Ίκαρος)

    -ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, “ΕΛΕΝΗ”

    Συ κύματ᾽ ασημένια και χαλκά
    που ανεμίζουν κυκλικά στο κοίλο πέλαγο
    η Ελένη κοιμάται.

    Χαμόγελο πουλιού σε άμπωτης λαγόνια.
    Βλέφαρ᾽ ανοιγοκλείνουν πλημμυρίδας
    όθε τ᾽ οστράκου η πήλινη ανθεί Αιθερία.
    Ορχηστρική ευωδία δόκιμου αετού.
    Δασώδεις λαγκαδιές που νοστιμίζουν
    το άβατο της Άνασσας.
    Χερουβικές φωνές επιθαλάσσιες.
    Και μια νιφάδα ύπαρξης σε κήπο αυγής.

    Παιδίσκη κλέβει από του πρίγκιπα το χέρι
    μήλο το εκλεκτό.
    (ΙΜΕΡΟΣ, 2012)

    -ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΣΑΒΒΙΔΟΥ, «ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΓΕΜΑΤΟ»

    «Θέλω να γυρίσω στο νησί μου που ‘ναι
    γεμάτο κορίτσια και να τους προσφέρω
    ένα δίκτυ γεμάτο λέξεις απαγορευμένες μέχρι
    τότε γι’ αυτές»
    «Ποιητική του έρωτα», J. Winterson.

    «Έτσι κάπως θ’ άρχιζε η αληθινή
    Απολογία της Ελένης, Που την ονόμασαν «κοινή»
    Στην Αρχαιότητα,
    Γιατί άφησε την κλίνη τη βασιλική
    Για να βρει τον Εαυτό της.
    Χαρίζοντας και σ’ αυτήν λέξεις που ‘ταν
    Μονάχα του Μενέλαου.
    «Ταξίδι», «Κατάκτηση», «Ηδονή», «Πείραμα»,
    «Σκέψη», «Επιλογή», ΖΩΗ. …
    Δικαιωμένη όχι «γιατί δεν πήγε τελικά»,
    Ξεβγαλμένη στην ακτή της Αιγύπτου…
    Μα γιατί πήγε…
    Η Ελένη του Εαυτού της.
    Όχι της κλίνης της «δημόσιας τιμής»
    Όχι της Τροίας
    Ούτε του Πάρη.
    Κι ακριβώς γι αυτό
    Η Ωραία Ελένη.»
    (ΚΤΟΝΙΑ-ΑΥΤΟ, 2005)

  2. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Έξοχα όλα τα ποιήματα, που αλίευσες, Γιάννη! Πλην του τελευταίου, δεν είχα ανακαλύψει κανένα άλλο.
    Τώρα με την αλλαγή των ρόλων μας, είδες που χρειάζονται παραπάνω από ένας για να ευοδωθούν οι όποιες προσπάθειες -στόχοι;
    Σ’ ευχαριστώ για όλα.

    *

    ΕΛΕΝΗ ΙΙ

    από τους άντρες κρατάω απόσταση
    πιο πολύ από κείνους που σε θέλουν για μάνα –
    ελένη των δυο ποταμών
    τρέμει το χείλι σου από θυμό πνιγμένο
    ελένη των περιστεριών της κρύας θάλασσας
    χρόνια στον πάγκο της αναμονής
    μες στα προάστια ή στους προθάλαμους των ιατρείων
    ελένη της φωτιάς
    αναμοχλεύοντας δάκρια παλιά
    πετώντας πέτρες στο κορμί
    που θέλει ν’ αλωθεί
    από τους αγαπητικούς σου παίρνω απόσταση
    ελένη της σφαγής
    σάμπως τι να μου έδινες
    αν γύρναγα μαζί σου στα χωράφια
    τα ίχνη ψάχνοντας
    αν και τον ύπνο μου θυσίαζα
    ακούγοντας
    τον αρχαίο σου μύθο
    στα τείχη που ‘ χει ανάγκη η ομορφιά σου
    καταδικάζεις τα αρσενικά στην έξαψη
    κι ύστερα διασύρεις τα κορμιά τους στα πεδία
    ελένη όλων των καιρών
    με την σπασμένη φτέρνα

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΤΑΚΗΣ

    Γ. ΝΤΑΛΑΡΑΣ: ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ Φ.
    [ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΗΡΩΙΚΗ ΔΑΣΚΑΛΑ ΕΛΕΝΗ ΦΩΚΑ, ΠΟΥ ΕΠΕΜΕΙΝΕ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ ΣΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΤΑ ΕΚΕΙ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΑ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ.]

    «Ενδυμίων»

    Δεν εγνώριζα
    Κι ας μου ήταν γνωστό τ’ όνομά της
    – που ως Ελένη το έψαυσε η ψυχή
    του τυφλού και τον ξένο
    για άντρα απ’ τους άντρες επέλεξε
    ως Ωραία, που τον τόπο του Έλληνα έσυρε
    σε δεκάχρονο στέρησης βίο κι αδειανό
    την ομοίασε πουκάμισο των ερώτων
    η πίκρα αιώνων

    γράμμα γράμμα τα χρώματα ωσάν βλέμματα-σώματα σμίγοντας λέξεις φράσεις ανάκατες οι ζωές των ανθρώπων τελειώνοντας να εικάζουν το σχήμα

    Ας μου ήταν γνωστό
    Δεν εγνώριζα
    Τα ονόματα σαν τα δέντρα
    πως έχουν τη ρίζα τους
    Σκοτεινή και υπόγεια.

    Όντα ζώντα μέσα σ’ άργιλο έδαφος
    κατεβαίνουν της Κρήτης
    της Μιλήτου θαρρείς τις πλαγιές
    Κατεβαίνουν ανοίγοντας μονοπάτια χωμάτινα
    Με σφυρίγματα πένθιμα με της Μάνης τραγούδια
    Μικρασία που σφάχτηκε
    και το αίμα καρδιά μου εδάνεισε την ύστατη ώρα
    να κρατήσει να μείνει να μη σβήσει
    της αγάπης η θλίψη κι όσα σπάρθηκαν
    σε ραχούλες σ’ αμμουδιές κι ακρογιάλια
    κι όσα φύγαν και σε χαίτες πετάξαν
    των Βορείων της Θράκης

    Μακεδόνες ονόματα κατεβαίνουν και πάνε
    Σαν σε θάλασσα απάνεμη ήρεμη
    της αλός σαν να θέλουν παρά θιν ν’ απαγκιάσουν
    και πιο μέσα πιο πέρα πιο βαθιά
    να κουρνιάσουν κατεβαίνουν
    μ’ ανακούφιση τρέχουν
    Σαν ακτίνες φωτός ωσάν βόρειος
    άνεμος στις κορφές των ορέων
    Τραγουδώντας σχεδόν ακατάληπτους
    φθόγγους βαρβάρων που αλώσανε
    ξένη πατρίδα
    Κατεβαίνουν και το σώμα
    κλαδώνουν να βλασταίνει, μπουμπούκια
    να βγάζει λουλουδάκια αμάραντα τους ανθούς
    μη μου άπτου ν’ ανοίγει
    και μετά τους καρπούς του μαραίνοντας
    Σαν τους σβόλους ν’ αφήνει
    σε γωνίτσες μισή συλλαβή
    άλλη ρίζα να πιάσει
    προχωρούν
    Προχωρούν
    κι από μέσα τυλίγουν τον κόσμο

    Κόμπο κόμπο τον δένουν
    Την ψυχή κόμπο κόμπο του ανθρώπου.
    Τον θυμό του κυρίεψαν και τον νου

    Αφανώς τις ζωές κυβερνούν.

    ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΣΑΚΗ (από τη συλλογή της Λιγοστό και να χάνεται, 2002, Στη μέση της ασφάλτου, σ. 299-301)

    Η ΡΟΔΙΝΗ ΚΥΡΑ (Ένα παραμύθι θα σας πω για την Ελένη)

    Για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη…

    Το φάντασμά της μέσα στους αιώνες
    πλανιέται, σταματάει
    σ’ αδειανά πουκάμισα, τα ντύνεται
    και μια σειρά Ελένες ξεπετάγονται
    ελληνικές Ελένες
    που αιώνια ταλαντεύονται
    ανάμεσα στον Πάρι κι έναν Μενέλαο.
    Ποτέ τους δεν κατασταλάζουν.
    Πάντοτε παρεμβαίνει
    κάποιος άσχετος, φτερωτός Θεός και τις απάγει.
    Ύστερα τις εγκαταλείπει
    σε μια τυχαία Αίγυπτο.

    Εξόριστες και παρεξηγημένες
    επωμισμένες μ’ ένα χρέος ολέθριο
    -τόσους πολέμους και νεκρούς-
    βουβά υπομένουνε
    τη μόνιμη κατάρα τους
    την ομορφιά!

    Αγγελική Σιδηρά, ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ, εκδόσεις Καστανιώτη και Διάττων, 2011

    ΕΛΕΝΗ

    Πώς βρέθηκα ένοχη;
    Ποιος κριτής σκληρός
    με καταδίκασε;

    Τ’ όνομά μου έγραψε
    την ιστορία μου
    απ’ όταν μου δόθηκε.

    Η άλωσις είμαι εγώ,
    η ωραία άλωσις.

    Κ ε ρ α σ ί α Χ ρ. Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

    Ελένη

    ΕΛΕΝΗ

    Ελένη, ορθή φτερούγα στον αγέρα,
    φλογάτη στα μαλλιά της ζωής μαντίλια,
    σκισμένη της αγάπης μπαντιγέρα,
    άγρια ελπίδα του ανέλπιδου πολέμου,
    γοργή μαντατοφόρα περιστέρα,
    χίλια καλώς μας ήρθες, άγγελέ μου,
    με το γλυκό μαντάτο στο λαιμό σου,
    πέρφανη αρραβωνιαστικιά του ανέμου!

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Τερτσίνες

    Δήμος Αναστασιάδης – Aχ Ελένη

    ΕΛΕΝΗ

    Τ’ αηδόνια να σωπάσουνε.
    Λίγη ησυχία να γένει,
    να ταγουδήσ’ η Ελένη
    με τη γλυκεία φωνή.
    Τ’ αηδόνια να σωπάσουνε·
    να μη φυσάει τ’ αέρι,
    ένα αγγελούδι αϊταίρι
    τσ’ Ελένης να φανεί.
    Να έλθει από την Παράδεισο
    σ’ εμάς εν αγγελούδι
    να πει αν εκεί τραγούδι
    άκουσε πλέα γλυκό.
    Να πει αν εις την Παράδεισο
    είναι κι’ εκεί μια Ελένη,
    να τραγουδά, να ευφραίνει
    τον άπειρο ουρανό.

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ, Ανθολογία Ποιήσεως, Α΄ Τόμος, Μ. Περάνθη

    Τέρης Χρυσός – Η ωραία Ελένη 1969

    Δεν είναι ν’ απορεί κανείς, έλεγαν οι γερόντοι,
    Πάνω απ’ τα τείχη του Ίλιου κοιτώντας την Ελένη,
    Αν για μια τέτοια ομορφιά έχουμε πάθει τόσα:
    Για ένα της βλέμμα δεν αρκούν όσα δεινά περνούμε.
    Κι όμως θα ‘ταν καλύτερα, για να γλυκάνει ο Άρης,
    Πίσω να τήνε δώσουμε στον νόμιμό της άντρα,
    Παρά να βλέπουμε στη γη παντού αίμα χυμένο,
    Εχθρούς μες στο λιμάνι μας, στα κάστρα μας να ορμούνε.
    Πατέρες, όποιου η δύναμη λιποψυχά δεν κάνει
    Με συμβουλές ανάρμοστες να συγκρατεί τους νέους·
    Μα σύσσωμοι θα έπρεπε κι οι γέροντες κι οι νέοι
    Να βάλετε σε κίνδυνο κορμιά, πόλη και πλούτη.
    Σοφός πολύ ο Μενέλαος, αλλά θαρρώ κι ο Πάρης,
    Που ο ένας την εζήταγε, κι ο άλλος την κρατούσε.

    RONSARD, Sonnets pour Helene, II -μετφρ. Στρατής Πασχάλης

    POLL-ΕΛΕΝΗ

    ΕΛΕΝΗ

    Ακούω νερά
    σε κοίτη βαθειά, δειλινή
    Λόγια και χρόνια
    με τα φεγγάρια στους ώμους
    και των χαμένων τους ίσκιους
    Ένα τους βλέμμα
    μια νεφέλη ζητώ χελιδόνια
    Κορμιά που πλάγιασαν ήσυχα
    με το δόρυ στα σωθικά
    Ενυδρεία της μνήμης
    Κοπάδια καράβια
    που αποκοιμήθηκαν στα νερόκρινα, άδεια
    και τα τυλίγει η σιωπή
    Τελωνεία της δόξας
    που θησαύρισαν αίμα και σάρκα
    Ποιους σήκωσες πόθους
    κι ακόμη καλείς
    με θηλές αναμμένες
    με σπηλιές του κορμιού σου υγρές
    κι άλλες του νου σου λαγνείες
    Περνούν ακόμη ποτάμια θανάτου πικρά∙
    του Αίαντα, του Παύλου, του Νίκου σπαθιά τσακισμένα

    Πάνος Κυπαρίσσης, Το χώμα που μένει

    Η ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ ΕΛΕΝΗ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

  3. Ciao Aggeliki!… Καλά τα πήγα με το ψάξιμο, είναι μάλλον και λίγο ποιητικά «πιασιάρικο» το θέμα «Ελένη»…..

    -Ομήρου Ιλιάδα, «Οι γέροντες θαυμάζουν την Ελένη»

    «οὐ νέμεσις Τρῶας καί ἐϋκνήμιδας Ἀχαιούς
    τοιῇδ’ ἀμφί γυναικί πολύν χρόνον ἄλγεα πάσχειν·
    αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν·
    ἀλλά καί ὧς τοίη περ ἐοῦσ’ ἐν νηυσί νεέσθω,
    μηδ’ ἡμῖν τεκέεσσί τ’ ὀπίσσω πῆμα λίποιτο.»
    (Γ 156-160)

    -Ομήρου Ιλιάδα, [Ο Πρίαμος μιλά με την Ελένη]

    «…Και ο Πρίαμος εκάλεσε σιμά του την Ελένην:
    “Προχώρησε, παιδί μου, εδώ κοντά μου να καθίσεις
    τον πρώτον άνδρα σου να ιδείς, τους συγγενείς και φίλους· 8
    συ δεν μου πταίεις, οι θεοί μου πταίουν, οπού εκείνοι
    165 μ’ έριξαν στον πολύθρηνον των Αχαιών αγώνα·
    κι εκείνον τον θεόρατον να μου ονομάσεις άνδρα 9
    που ανάμεσα των Αχαιών τόσο λαμπρά φαντάζει.
    Αλήθεια, στο ανάστημα τον υπερβαίνουν κι άλλοι,
    αλλ’ άνδρα ως αυτόν καλόν και σεβαστόν δεν είδα
    170 εις την ζωήν μου· φαίνεται τωόντι βασιλέας».
    Και προς αυτόν απάντησεν η Ελένη γυνή θεία:
    «Σέβας και φόβον, ω γλυκέ, σου έχω, πεθερέ μου·
    κάλλιο να είχα σκοτωθεί, παρά να φύγ’, οϊμένα,
    με τον υιόν σου, αφήνοντας τον θάλαμον, τους φίλους,
    175 τες τρυφερές ομήλικες, την μόνην θυγατέρα·
    αλλ’ έζησα· να φθείρεται στα κλάυματα η ζωή μου.
    Αλλά σ’ αυτό που μ’ ερωτάς εγώ θα σου απαντήσω.
    Εκείνος είναι ο κραταιός Ατρείδης Αγαμέμνων,
    συνάμα βασιλιάς καλός και ανδρείος πολεμάρχος
    180 και ανδράδελφον, έναν καιρόν, εγώ τον είχα η σκύλα!…”»
    (Ομήρου Ιλιάδα, μτφ. Ν. Καζαντζάκη – Ι. Κακριδή, ΕΣΤΙΑ)

    -Ομήρου Οδύσεια
    (μικρό απόσπασμα)

    «…Κι ως τούτα ανάδευε στα φρένα του και στην καρδιά του, βγήκε
    η Ελένη απ ̓ τον αψηλοτάβανο, το μοσκοβολισμένο
    γυναικωνίτη, όμοια στην Άρτεμη τη χρυσοδοξαρούσα.
    Θρονί μπροστά της καλοκάμωτο της βάζει η Αδρήστη η βάγια,
    κι η Αλκίππη ένα κιλίμι μάλλ
    ινο, στα μαλακά να κάτσει’
    μετά η Φυλώ ένα ασημοπάνερο
    της φέρνει, απ ̓ του Πόλυβου
    το ταίρι, την Αλκάντρα, χάρισ
    μα, που στην αιγύπτια ζούσε
    τη Θήβα, εκεί όπου βιος αρίφνητο το κάθε σπίτι κρύβει.
    δυο του Μενέλαου κείνος χά
    ρισε λουτήρες ασημένιους,
    τριπόδια δυο και δέκα τάλα
    ντα χρυσάφι· χώρια πάλε
    η Ελένη δώρα απ ̓ τη γυναίκα του πανώρια δέχτηκε άλλα:
    χρυσή αλακάτη της εχάρισε κι ένα αργυρό πανέρι
    με ρόδες, που το ακροσειράδ
    ωναν μαλαματένια χείλια.
    Αυτό ήταν που η Φυλώ της έφερεν η παρακόρη τότε,
    γεμάτο από κλωσμένα γνέματα, και στην κορφή θωρούσες
    την αλακάτη που ‘χε πάνω της μαλλί μενεξεδένιο.
    Μόλις εκάθισε κι ακούμπησε
    τα πόδια στο προσκάμνι,
    η Ελένη γύρισε στον άντρα
    της και τον ψιλορωτούσε:
    «Αλήθεια, ξέρουμε, αρχοντόγεννε Μ
    ενέλαε, τούτοι οι δυο τους,
    που φτάσαν τώρα στο παλάτι μας
    , ποιοι πέτουνται πως είναι’
    Σωστά μιλώ για μη γελάστηκα; μα να μιλήσω θέλω:
    Ποτέ μήτε άντρα εγώ δε γνώρισα μήτε γυναίκα ως τώρα
    να μοιάζει τόσο με άλλον άνθρωπ
    ο — σαστίζω που τον βλέπω’—
    καθώς αυτός με τον Τηλέμαχο, το γιο του ψυχωμένου
    μοιάζει Οδυσσέα, που εκείνος αφήκε μωρό παιδί στο σπίτι,
    σύντας οι Αργίτες ξεκινούσατε γι ̓ άγρια σφαγή πολέμου
    κάτω απ ̓ την Τροία για της αδι
    άντροπης εμένα το χατίρι…»
    (Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη – Ι. Κακριδή)

    -Το παρακάτω ποίημα του Παλαμά με αναφορά στην ωραία Ελένη είναι άτιτλο, φέρει τον αύξοντα αριθμό 12 και περιλαμβάνεται στη συλλογή «Σατιρικά Γυμνάσματα».
    12

    Τα ονείρατ’ απαλά σκληρά τα έργα,
    το μίσος δε μπορώ να το σηκώσω,
    της αγάπης από χρυσάφι η βέργα,

    το μίσος από σίδερο. Κι ως τόσο
    μέσα μου κλειώ, ψυχή, νους, αίμα ω φρίκη!
    κάτι που δεν μπορώ να το σκοτώσω,

    το σίχαμα, το σίχαμα. Σκουλήκι.
    Άπιαστο, τρώει, αμέτρητα βαραίνει,
    περηφάνια μου εσύ και καταδίκη!

    Σιχαίνομαι την πλάση την Ελένη,
    τη Λάμια πλάση, τη χαρά, τα νιώτα,
    σιχαίνομαι ό,τι ζει κι ό,τι πεθαίνει.

    Κι εμένα πιο πολύ κι απ’ όλα πρώτα.»

    -Άρης Δικταίος, «ΕΛΕΝΗ»

    «Πού θα σε βρω; Στην πράσινη άφρη απάνω
    του γρασιδιού ν’ απλώνεις τ’ άσπρα χέρια
    προς το γαλάζιο, ως γλάροι που ξεχάσαν
    το δρόμο το θαλασσινό, ω τοπίο σάρκας
    χαμένης στο γρασίδι, ω Πλατυτέρα
    από το γαλάζιο τ’ ουρανού, ω Ελένη,
    που δε σε δένει ο ύπνος λευκής πέτρας,
    μα ζεις, ξυπνάς στα χέρια μου, ως γρασίδι
    που η αυγή κινεί τα χέρια του, ω γρασίδι
    της σάρκας μου, που αναριπιέσαι στων θαλάσσιων
    ελληνικών ανέμων τα περάσματα, ω γρασίδι
    που άνοιξη φέρνεις, ω γρασίδι, την Ελένη
    που φέρνεις στη φωνή μου, ω τραγούδι
    που η μοίρα σου είναι η Ελένη, η Ελένη, η Ελένη!

    Δεν είναι αυτή φωνή μονάχα, δεν είναι αίμα
    μονάχα, δεν είναι το μίσος ζυμωμένο
    μ’ αγάπη μόνο, δεν είναι τραγούδι που τέρπει
    μόνο, είναι αλυσίδες που έσπασαν, οι θύελλες
    που μουγκρίζουν πάνω από τις στέγες
    του θέρους, είναι η κραυγή της θάλασσας
    που καταπίνει τα καράβια, είναι η ανάσα
    των νέων μανάδων που μαθαίνουν
    νέα νανουρίσματα, είναι ο σύθρηνος των ίσκιων
    που χάνονται στον Άδη, είναι όλα τούτα
    κι άλλα πολλά αμολόγητα, που τα συμπαίνεις,
    Ελένη, στην καρδιά μου, για ν’ ανάψεις
    την πρεπούμενη φλόγα μες στη νύχτα
    του αιώνα, να πάρω γυμνοπόδαρος το δρόμο
    και να σε βρω, ω λευκό, ω γαλάζιο, Ελένη!

    Εγώ ’μαι ο ανθός κι ο πρόγονος η ρίζα
    που χρωματίζει τη φωνή μου, είναι ο πατέρας
    μου ο ήλιος που με καίει, είναι ο ουρανός μου
    ο αιθέρας που με σέρνει, όλα τα ξέρω
    κι ακόμη πιο πολλά αμολόγητα, μα εσύ ’σαι
    κι ο ανθός κι η ρίζα, είσαι ο ήλιος, είσαι ο αιθέρας,
    είσαι όλα, Ελένη. Μα έχω αχαμνά τα χέρια
    για να βολοκοπήσω, κι είναι ο νους μου
    νωθρός για τη δουλειά, μα μες στον ήχο
    του τραγουδιού μου ζεις, είσαι η λαχτάρα
    μου όλη, είσαι ο καημός μου, η πείνα μου είσαι
    κι η δίψα μου όλη, Ελένη, είσαι όλα Ελένη,
    όσα ποθεί η καρδιά του νιούτσικου το θέρος
    που, από το στήθος βγαίνοντας, ξαπλώνει
    ανάσκελα κάτω από τ’ άστρα, κι αγναντεύει
    μες στον φαρδύ ουρανό ως φρεγάδα ν’ αρμενίζεις
    με τα μαλλιά λυμένα, με τα χέρια
    απλωμένα, και σαν τραγούδι και σαν κύκνο
    κι ως κρίνο πορφυρό κι άλικη φλόγα
    στην καθαρή νυχτιά να την τινάξεις,
    που άστρο να γίνει, να σε δουν όσοι περνάνε
    τις ώρες τους στις φυλακές, όσοι γεννιούνται
    για να ξεχάσουν την εκδίκηση, που ως άνθος
    ποτίζω τη φωνή μου, ω Ελένη, ω Ελένη, ω Ελένη!

    Δε μπορεί μνήμη να’ ναι τούτο, είναι η πεδιάδα
    των ασφοδελών, είναι το κρίνο της γενιάς μου,
    που ο ήλιος πορφύρησε στη σάρκα μου, ο ήλιος
    ο φλογοπόδαρος της μάνας μου και του προγόνου,
    είναι οι φωνές, είναι οι φωτιές, το αίμα που αιώνες
    κυλούσε πάνω στα μάρμαρα ίσαμε ν’ ανθίσει
    στα χείλη μου, ως τραγούδι. Έρημε κύκνε
    και κρίνο και τραγούδι, σε γνωρίζω εσένα,
    μνήμη, πρωτεϊκή μνήμη, κύκνε, κρίνο,
    τραγούδι του παλιού καιρού, αχνό καλοκαίρι
    της ανταρσίας της Κρήτης, καλοκαίρι, μνήμη,
    που δε θα μάθεις τ’ όνομά μου παρά μόνο
    στο έναστρο μέτωπο του απόγονού μου, ω αγόρι
    της γενιάς μου, ω φωνή μελλούμενη, αίμα
    της Ελένης, ω Ελένη, ω Ελένη, Ελλάδα, μέθη
    πρώτη, αιώνια, όσο κι ο κρίνος, όσο ο κύκνος
    γεννιέται στο τραγούδι των χειλιών μου,
    πάρα απ’ τη γη, απ’ το θάνατο, απ’ την ανταρσία
    της Ελένης, πέρα από μένα κι απ’ τον κόσμο,
    καθώς ανώφελο τραγούδι, ως κρίνο, ως κύκνος
    ανώφελος, ω μέθη, μέθη, μέθη, της Ελένης!»
    (Άρη Δικταίου με τίτλο «Τα ποιήματα 1934-1965»)

    -Τάσος Λειβαδίτης, «Οι γυναίκες με τα αλογίσια μάτια»
    (απόσπασμα)

    «…Η Ελένη, ορθή, κοιτάζει απ’ το παράθυρο το ηλιοβασίλεμα. Το βλέμμα της χάνεται μακριά, πάνω από τις στέγες και τους λόφους
    πέρα απ’ τον έρωτα και τη δίψα του, πάνω απ’ το χρόνο και τη φθορά του, εκεί προς τις αιώνιες ρίζες.
    Κι είναι σαν ένα δέντρο καταμόναχο στη μέση ενός έρημου κάμπου, βαθύ, ήρεμο δέντρο που σηκώνει καρτερικά στους ώμους του όλο το βάρος της απεραντοσύνης. Κι οι επουλωμένες πληγές απ’ τα κομμένα του κλωνάρια είναι τα μάτια ενός θεού, τυφλωμένου από την ίδια του τη λάμψη.
    Όχι, όχι, μη μιλήσεις, τίποτα μην πεις. Αιώνια απρόσιτη, πικρή γυναίκα, που όλα τα λόγια μας δεν κάνουν ένα σου στεναγμό. Άσε μόνο να παίζουν στα σφοδρά μαλλιά σου οι τελευταίες λάμψεις της γλυκιάς, θνητής ημέρας.
    Κι η κρύπτη της γυμνή, μοιάζει τώρα μ’ έν’ απόμακρο ρημοκλήσι πνιγμένο στα χόρτα και τη μοναξιά…
    Κι οι τρεις μεσόκοπες καμαριέρες, απ’ αυτές που στρώνουν τα ερωτικά κρεβάτια κι οι ίδιες αυτές δεν αγαπήθηκαν ποτέ,
    απ’ αυτές με τα μεγάλα δακρυσμένα μάτια των αλόγων που τα ξεχάσαν μες στο χιόνι
    μαζεμένες στο δωμάτιο υπηρεσίας σαν ένας αρχαίος, τραγικός χορός μπρος στα προπύλαια ενός βρώμικου νιφτήρα,
    κουβεντιάζουνε με τόση καρτερία που και τα πιο απλά λόγια στο πικρό τους στόμα τη βαθιά λάμψη ξάφνου παίρνουνε των μύθων…
    Αυτές που μες στο φως και τη γιορτή και το θρίαμβο μυρίζονται μακριά, σα σκύλες τους
    αόρατους κινδύνους, τυλίχτηκαν ξάφνου με το σάλι τους μέχρι τα μάτια όπως κάνουν χιλιάδες χρόνια τώρα οι γυναίκες σαν είναι κάπου μες στον κόσμο να τρέξει αίμα.
    Γιατί οι γυναίκες έχουν προαιώνιους, μυστικούς δεσμούς με το αίμα. Αίμα της ήβης, αίμα της παρθενιάς, αίμα της γέννησης
    και βλέπουν πως τα λόγια στάζουν αίμα λογχισμένα απ’ τη δυσπιστία και βλέπουν πως οι πράξεις τρέχουν αίμα απ’ τη δειλία αποκεφαλισμένες. Αίμα στα χέρια, αίμα στις κούπες, αίμα στο ψωμί, αίμα για να γεννηθείς, αίμα για να πεθάνεις βαθύ, σα θαύμα, ανθρώπινο αίμα.
    Γιατί η ζωή είναι ατέλειωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει και δυο φορές -να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Και τίποτα δε χάνεται, μα όλα είναι για πάντα μέσα σου. Kι οι νεκροί κι οι σημαίες κι οι όρκοι και τα χρόνια που φύγανε και τα χρόνια που έρχονται. Και τα τραγούδια και τα δάκρυα κι οι φτυσιές κι οι ταπεινώσεις κι όλα τα όνειρα μέσα σου. Kι είσαι ξέχειλος από ανθρώπινα πεπρωμένα…
    Kαι πέρα στο βάθος απλώνεται η πόλη απέραντη, πολύβουη, κατάφωτη, αμφιθεατρική, σαν ένα αρχαίο, γιγάντιο στάδιο όπου οι δειλοί δεν έχουν θέση…»

    -Γ. Mανουσάκη, [Ελένη Περπάτησα]

    «Ελένη Περπάτησα έξι μέρες ώσπου να ’ρθω στην πύλη αυτού του παλατιού. Ήθελα ν’ αντικρίσω μια φοράν εκείνη που η ομορφιά της θόλωσε τα φρένα τόσων παλικαριών και γέμισε με θρήνους τις χώρες της Ελλάδας και την Τροία. Βαρέθηκα πια να μετρώ τις μέρες που σέρνομαι εδώ γύρω. Δούλες πονόψυχες μου δίνουν πότε – πότε λίγο φαΐ και δούλοι βλοσυροί με διώχνουν, με χτυπούν με τα ραβδιά τους.
    Μα εγώ όλο και ξαναγυρίζω προσδοκώντας να ιδώ τον ήλιο που θα μου θαμπώσει τα μάτια. Σήμερα το πρωί δε βάσταξα και ρώτησα την πιο γριά υπηρέτρα γιατί δε βγαίνει η Ελένη απ’ το παλάτι να λάμψει η πόλη, να χαρούν οι ανθρώποι το θείο δώρο της μορφής της. Γέλασε εκείνη ένα στριγγό κακόηχο γέλιο και μου ’πε: Ποιαν Ελένη θέλεις να δεις; Σ’ ένα δωμάτιο με κλειστά τα παραθύρια, δίχως τους καθρέφτες της, μακριά απ’ τον κόσμο, ζει μια γυναίκα όμοια μ’ εμένα.
    Άσπρα μαλλιά, στόμα ξεδοντιασμένο, σακκουλιασμένα μάτια δίχως λάμψη, κι η σάρκα πλαδαρή, νερου- λιασμένη. Έξω δε βγαίνει και κανένα πια δε θέλει να δεί. Εγώ μόνο μπαίνω στο μισοσκότεινο δωμάτιο και τη φροντίζω. Ξένε, δε συλλογίστηκες σαν πόσα χρόνια να ’χουν περάσει απ’ όταν άρχισε ο πόλεμος της Τροίας.»
    Γ. Μανουσάκης, Σπασμένα αγάλματα και πικροβότανα.
    (Πηγή: http://slideplayer.gr/slide/2003360/)

    -Άγγελος Σικελιανός, «Ελένη Παπαδάκη»

    «Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά άστραψε
    κι όλος ο θεός της Τραγωδίας εφάνη.

    Μνήσθητι Κύριε: για την ώρα που άξαφνα, κ’ οι εννιά αδελφές εσκύψαν
    να της βάλουνε των αιώνων το στεφάνι.»
    (Α. Σικελιανός, Λυρικός βίος, τ. ΣΤ’, Ίκαρος)

    • AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

      Μια χαρά τα πας, Γιάννη-Γιαννάκη μου.
      Μια χαρά τα πας, παλικαράκι μου.
      Όλες οι Ελένες του ντουνιά μαζευτήκανε εδώ…

      *

      ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΕΛΕΝΗ

      Θεοί που τις παρθένες έστειλαν να κοιμηθούν
      στην αιώνια μουριά του χωριού μου αποκάτω
      τώρα πίνουν μπύρες και κάνουν πως δεν ξέρουν τίποτα.
      Ο δραγάτης Νικόλαος Γαλένης μονίμως απασχολούμενος
      με τα ανδραγαθήματα της συζύγου του Ελένης
      χορεύει τσάμικο και ρίχνει στον αέρα μπαταριές
      Αν είσαι άντρας μπουλουγούρη βγες μπροστά μου.

      Ρε Νικόλα ρε Γαλένη σου χαϊδέψαν την Ελένη.

      Τα σκάγια μες στα φρύδια
      και οι μπιστικοί τα κορμιά τους τυραννάνε
      στα μαρμαρένια αλώνια.

      Θα πω πως η ομορφιά είναι θάνατος και κανείς δε θα με
      πιστέψει.
      Θα πω πως οι θεοί είναι μπεκρήδες και κανείς δε θα με
      πιστέψει.
      Θα πω πως ο δραγάτης Νικόλαος Γαλένης είναι αθώος και κανείς
      δε θα με πιστέψει.

      Ρε Νικόλα ρε Γαλένη μας την πήραν την Ελένη.

      ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

      ***

      Ελένη άναμμα πρωιού

      Β΄.
      Ελένη άναμμα πρωιού
      Καλοκαιρινού-
      Στα ξαφνικά και οι ελπίδες σκίρτησαν- όμως
      Τα πουλιά ανεβήκανε μονάχα τους την σκάλα
      Της μελωδίας που τα αθώωσε
      Και το γεράνι στην αυλή που τσούγκρισε το κεφαλάκι του με το γαρίφαλο
      Πήρε το νόημα του απρόσμενου αυτό τους το κατορθωμένο-
      Με έκπληξη το είπε η στιγμή που ευθύς το θέλησε δικό της!
      Αλλά
      Ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει από φως
      ( γιατί του είπε την ματιά σκοτάδι). Εγώ
      Όμως θα σου ζητήσω να φυσήξεις μια πνοή
      Πάνω στο σώμα που έπλασα από ευωδιά
      Κι αν είναι να ανάψουνε τα σπλάχνα του – θ’ ανάψουνε
      Κι αν είναι όχι η ευωδιά που μένει
      Χτυπώντας την η ανάσα σου θε να σκορπίσει ολόγυρα
      Να καταλάβουν οι ανθρώποι τι ζητώ να κάνω!

      1987 ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ

      ***

      Για την Ελένη…

      Με ποιόν τρόπο θα μοιραστούν οι χαρές; πάντα
      οι ποιητές τραγουδούν μια Ελένη
      υπαρκτή ή ανύπαρκτη.
      Αν θα σε βρω
      θα είναι ανάμεσα στα πολλά ζήτω
      των λουλουδιών που γελάνε.
      Νωπή φωνή της κερασιάς, δροσερό νερό
      της θέλησης.
      Πικρά
      μας πολιόρκησε η ζωή – μα μην σε νοιάζει.
      Όσοι ονειρεύονται καλά,
      έχουν του ουρανού αντικλείδια
      και τελαλίζουν αγνότητες
      που οι άλλοι ζηλεύουν.

      ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ

      ***

      Ελένη…

      ελένη η αύριο
      ελένη οικουμενική
      ελένη των ρόδων
      ελένη του έρωτα
      δραστική σαν ο αέρας- ελένη
      ιερότητες σπέρνει
      στον καιρό που μας πολεμά
      ελένη πληρεξούσια των φιλιών
      ελένη ντελικάτη ελευθερία
      ελένη ώριμη σαν η κερήθρα που το μέλι την πλημμύρισε
      ελένη η δική μας
      ελένη η όλων
      ελένη η ευφραντική
      ελένη
      η υπερούσια
      ελένη σαν καρύκευμα στην γεύση-
      ελένη
      κόμπος ο λυμένος που φυλά
      το αίνιγμα
      ελένη
      η αποψινή ελένη
      η αυριανή- ελένη
      η ποιητική απόχη που μου χάρισε
      το ποίημα.

      ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ

      Τζίμης Πανούσης – Ελένη όπως Ελλάδα

      Ελενάκι

      Δεν κατασκευάζω Δούρειο Ίππο
      Γιατί απλούστατα δεν είμαι ο Οδυσσέας
      Δεν μισώ κανένα βασιλιά και το λαό του
      Δεν πολιορκώ καμία Τροία
      Δεν παριστάνω τον πολυμήχανο.
      Το μόνο που πολιορκώ με δικές μου μεθόδους
      Είναι το Ελενάκι
      Μικρούλικο, ναζιάρικο, μελαχρινούλι, τοσοδούλικο
      Και το κυριότερο
      Πουτανίτσα.

      Χρήστος Παπαγεωργίου
      από τη συλλογή Κρύβε λόγια, 2014
      Ενότητα : Λάσπη στον ανεμιστήρα

      ***

      Παράπονο

      Αχ! να με λέγαν Σύλβια
      ή έστω Εμιλυ
      ακόμη και το Ανν
      καλύτερο θα ήταν
      αφού για το «Βιρτζίνια»
      το ξέρω
      πιθανότητα καμία
      Με ένα κοινό και σύνηθες
      «Ελένη»
      τη λύπη μου
      απ’ την αφάνεια
      πώς να την ανασύρω;
      Κι όσο για έρωτες
      λειψοί όλοι
      κι ανάξιοι
      μετά από εκείνον
      που έριξε την Τροία

      ΕΛΕΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟΥ

  4. Γεια σου Αγγελική μου με τα ωραία σου!
    Πολύ χαίρομαι με την αντιστροφή τών ρόλων
    αν και ο Γιάννης και πάλι έχει συλλέξει πολύ ωραία
    ποιήματα (στα σχόλια! χαχα!) Καλή εβδομάδα παιδιά 🙂

    • AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

      Ω, ντίαρεστ, σ’ ευχαριστώ για όλα: για τα καλά λόγια, για την έμπνευση, για την …εισήγηση.

      Με την ευκαιρία, τα κατάφερε κι ο Γιάννης ως σχολιαστής στο ίδιο του το μπλογκ… Εύγε του! Χαχαχα…

  5. Σας ευχαριστώ πολύ και τις δυο!!!… «Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα»!!!!

    -Συνεχίζω την παράθεση με τρία ποιήματα του Ζαν Πιέρ Ζουν σε μετάφραση Ελύτη:

    -Ζαν Πιέρ Ζουβ, «ΕΛΕΝΗ»

    «Τι ωραία που είσαι τώρα που δεν υπάρχεις πια
    Η τέφρα του θανάτου σ’ έγδυσε κι απ’ την ψυχή σου ακόμη
    Τι ποθητή που είσαι απ’ τον καιρό που αφανιστήκαμε
    Κύματα κύματα γεμίζουν την καρδιά της ερήμου
    Την πιο πελιδνή από τις γυναίκες
    Ωραία που είναι στις υδάτινες κορφές της γης αυτής
    Του νεκρού απ’ την ασιτία τοπίου
    Που ζώνει ολόγυρα την πολιτεία την πρωτινή
    Ωραία που είναι μέσ’ στα χλοερά κι απρόσμενα πλατώματα
    Μεταμορφωμένα σε ναούς ωραία που είναι
    Στο γυμνό κι ανάστροφο κι ολέθριον οροπέδιο
    Που είσαι τόσο πεθαμένη
    Σκορπώντας ήλιους απ’ τ’ αχνάρια των ματιών σου
    Και τους ίσκιους των μεγάλων ριζωμένων δέντρων
    Στη φοβερή σου κόμη αυτήν που μ’ έριχνε σε παραμιλητό.»
    (Ο. Ελύτης, Δεύτερη γραφή, Ίκαρος)

    -Ζαν Πιέρ Ζουβ, «Η Ελένη λέει:»

    «Μεσ’ απ’ τη νυχτερινή τούτη στοά κράτα με να περάσω
    Αγαπημένε του φωτός του ζόφου αγαπημένε
    Σιμά να φτάσω στα θαμμεν’ από τη νοσταλγία παλάτια
    Κάτω από σύδεντρα σαρκός της ευωδιάς και ηδονικής
    Που εδώ κι εκεί τα κόβει των νερών το μάρμαρο
    Των τρομερότερων που υπάρχουνε! Κι εσύ
    Ποιος είσαι τέκνο ανέκφραστο και απόλαυση άδολη
    Που το κόκκινο μέλος κρύβεις στον μανδύα σου
    Τι ζητάς να πάρεις απ’ το στήθος μου άλλοτες
    Ζωντανό κι απ’ την πτυχή μου μέσα τη γεμάτη από σκιές
    θανάτου
    Ποιος ο λόγος που έρχεσαι τις πυκνές να περάσεις
    πέτρινες κοιλάδες μου;
    (Ο. Ελύτης, Δεύτερη γραφή, Ίκαρος)

    -Ζαν Πιέρ Ζουβ, «Χώρα της Ελένης»

    «Σ’ αυτούς τους τόπους έζησεν η ασύγκριτη Ελένη.

    Σ’ αυτούς τους τόπους τους αρχαίους της χλόης και τ’ αση-
    μιού
    Τα πετρωμένα δάκρυα
    Ένας καημός βαθύς γαλάζιος όμως ρήγματα ρεμβαστικά
    Ξέσπασμα καταμέλανο βράχων μέσα στο ασήμι

    Έξω απ’ τ’’ ανθρώπινα κι απίθανη εντελώς ντυμένη ένα μα-
    κρόσυρτο
    Φόρεμα τι ωραία που ήτανε σφιγμένη μες στην πέτρα
    Και στων χόρτων τα λουλούδια. Μες στα βράδια τ’ απέραντα
    Μεγάλων κάτασπρων σπιτιών τριγυρισμένων κάγκελα

    Πόσο ήτανε θλιμμένη! Και τι έρωτας στα χέρια της
    Τι δύναμη στη μέση της όλο λαμπρότη ρόδινη
    Για ν’ αγαπά και για να ζει. Και τι στήθος για να
    Δίνει θροφή! Και της σκιάς της τα γλυκά
    Ονειροπολήματα! Και τι ωραία που πέθανε

    Σ’ ένα φιλί πλημμυρισμένο βάγια και κοιλάδες

    Τα δάκρυά της σώζονται τα βλέπεις ίδια πάντα ρδώ
    Στο χλοερό το μάκρος του νεκροταφείου
    Μια καρυδιά πελώρια που αποκοιμήθηκε απ’ το φως
    Φυλάει στη ρίζα της τα μνήματα σκόρπια μαργαριτάρια

    Κι όταν η καρυδιά, των παγετώνων της αντίπερα όχθης,
    Τους γερτούς λαμποκοπώντας πάγους πάει ν’ αγγίξει
    Όπου πέντε ασημωτές αιχμές δόντια κακοφυτεμένα
    Μιας μεγάλης δυστυχίας λάμπουνε
    Στο βάραθρο αρμονία αιώνιας θέρμης

    Λιβάδι της ημέρας! Με του λίγου πράσινου
    Τα δάση και τα κύματα και τους ουράνιους βράχους
    Η ύλη σου η καθάρια κοφτερή πνοή πονάει
    Καθώς εδώ στα μέρη αυτά μια πεθαμένη βάδιζε!

    Καρυδιές και παγετώνες άραγες να τ’ αγαπούσε αυτά;
    Η Ελένη με το χέρι της τ’ ολόγυμνο να χάιδευε
    Απαλά τα όρη αυτά; Ν’ ασπαζόταν με την άκρη
    Του φορέματός της τα λιβάδια;
    Μες στου νέου της εραστή τα μάτια να έλπιζε
    Και το χρυσό το φως;

    Στα βράχια πέρα μακριά τα βράχια της Ελένης
    Από τον νεκρικό τον ήλιο καθαρά γραμμένα
    Λάμπανε μέσα στα σκληρά μελανά δόντια
    Κι ο ήλιος σπάραζε σωστή θρησκεία.»
    (Ο. Ελύτης, Δεύτερη γραφή, Ίκαρος)

  6. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Πλούσια τα ελέη της Ελένης.
    Για να δούμε τι θα δούμε…

    *

    ΠΑΙΔΕΙΑ

    Φαίνανε πανί στον αργαλειό
    και σε ταρσανά ξόμπλιαζαν κατάρτι
    αντικρύ στο Νήρυτο και στο Δασκαλιό
    για ένα κοριτσάκι από τη Σπάρτη.

    Κι άρχισε μια τέτοια φασαρία,
    πήρε πέντε τούμπες η Ιστορία.

    Κέρδισε τη νίκη μια φοράδα
    δίχως νου και δίχως γρηγοράδα –
    το ’γραψε κι ο Γέρος στην Ιλιάδα.

    Φύγαμε μπατίδοι από την Τροία.
    Έχω και χαρτί και μαρτυρία.
    Δε θυμάμαι μόνο την πορεία.

    Σίγουρα κυβέρναγε το διάκι
    ένας γιος τσοπάνου από το Θιάκι.

    Είχε δαγκωνιά στο μάγουλό του
    που και κείνη βγήκε σε καλό του.

    Για τη ναυτοσύνη δάσκαλο είχα
    ένα γεμιτζή από τη Δολίχα.

    Τσούρμο από Καστό κι από Εχινάδες,
    όλοι τους παιδιά: κλάφτε, μανάδες.

    Χίπηδες λεβέντες με μαλλιά δασά,
    κι ήταν οι χιτώνες μας τσαντίρια.
    Μας ξεπροβοδίζαν ξένα τρεχαντήρια,
    πούπουλο κρεβάτι και καλά κρασιά.

    Κάπου εκεί κοντά στους Λαιστρυγόνες
    αγκαστρώσαμε όλες τις γοργόνες.

    (Αν τα τελευταία τα γράφω πρώτα
    είναι που μπερδέψαμε τη ρότα.)

    Είχες και το φόβο της τιμής σου.
    Οι άνθρωποφάγοι τα σκυλιά,
    Πριν σε φαν, σου κάναν τη δουλειά,
    για να νοστιμίσει το κορμί σου.

    Σμίξαμε κοντά στην Ασκανία
    με τους κατεργάρηδες του Αινεία.
    Πήγαμε όλοι τσούρμο στα πορνεία.

    Κείνες οι ρουφιάνες, τ’ αποσπόρια,
    πήγαν και τους κάψαν τα παπόρια.

    Να και η Ναυσικά από τσου Κορφούς
    τυλιγμένη μες στη σαπουνάδα.
    Είχε τρεις φονιάδες αδερφούς
    Κάπου στο Μαντούκι, στη Σπιανάδα.

    Φαίνε, Πηνελόπη, το πανί σου,
    κλώσσαγε την τίμια αναμονή σου.

    Του θεού το ασκί, του Αιόλου,
    μας σκορπάει κατά διαόλου.

    Την ευχή μου! Βρέστε μου, παιδιά,
    κάτι να ριμάρει με παιδεία.
    Θέλει και κουράγιο, και καρδιά.
    Όλοι μια φωνή: – Ένα . . . δύο . . .

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ, Αθήνα 1974

    ΕΛΕΝΗ, Μητσιάς, Κωστάλας

    “ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΤΡΩΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ”

    Λένε πολλά για τις αιτίες που οδήγησαν
    σε σύρραξη τους Τρώες και τους Έλληνες
    στα 1400 π. X., στην Ιωνία.
    Οι πιο μοντέρνες θεωρίες μας μιλούν για τη συνήθεια
    του πλιάτσικου που φτάνει ως τις μέρες μας.
    Οργανωμένες συμμορίες από κράτη, εταιρείες, βασιλείς,
    πολιορκούσαν, έκαιγαν και άρπαζαν
    κοπάδια, θησαυρούς, γυναίκες, δούλους.

    Όμως εντύπωση εμένα πάντα μού ’καναν
    οι λεπτομέρειες εκείνες σαν κι αυτή
    που σαν οι Έλληνες εσύρανε τα πλοία τους
    μαύρα και με τεράστια τα μάτια τους στην πλώρη
    όταν οι Έλληνες εσύρανε τα πλοία τους
    σε μακριά παράταξη εκεί στην αμμουδιά. Το πρώτο πράγμα
    πού ’καμαν αφού στήσαν τις σκηνές τους
    ήτανε τα λουτρά, με τους λουτήρες, με τις βρύσες
    κ’ ήταν μετά το στάδιο για τα παιχνίδια των αγώνων.

    Βεβαίως χρειαζόντουσαν κοπάδια για τροφή
    βόδια και πρόβατα και γίδια. Χρειαζόντουσαν
    ψωμί και οίνο και ξυλεία, χρειαζόντουσαν
    σκλάβες γυναίκες που γινόντουσαν
    πολύ συχνά οι γλυκές συντρόφισσές τους
    επάνω σε φλοκάτες κι υφαντά της Αιτωλίας,
    των Μυκηνών, της Θεσσαλίας, της Ιθάκης.
    Βεβαίως και ζητούσαν, κι υποχρέωναν ή άρπαζαν
    αλλά ο πόλεμος δεν έγινε γι’ αυτά.

    Όταν γυμνή σε κοίταζα στο στρώμα μου
    εκεί στο πέτρινο το σπίτι που για φύλακες
    έχει αστερισμούς. Ενώ σε κοίταζα
    έξω απ’ τον καθρέφτη, ζωντανή μέσα στο χρόνο
    ενώ σε κοίταζα κι απόλαυσα
    ξανά και πάλι και ξανά και πάλι και ξανά
    τη θεϊκή, τη φονική σου ομορφιά,
    κατάλαβα καλά που αυτός ο πόλεμος
    έγινε μοναχά για μια γυναίκα.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ (ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ, 2004)

    ***

    «Κι αν ήταν άδειος ίσκιος πλανερός, ας είναι βλογημένος·
    γι’ αυτόν τον ίσκιο εμείς παλέψαμε και πλάτυνεν ο νους μας,
    γερέψαν τα κορμιά, γυρίσαμε στην ποθητή πατρίδα
    κι ήταν γιομάτα περιπλάνησες τα φρένα μας κι αντρεία
    και τα καράβια μας ξεχείλιζαν ασήκωτα λεβέτια,
    χρουσά σκουτιά κι ανατολίτισσες πολύ γλυκές γυναίκες.
    Η γης όλη μου φαίνεται, ασκητή, σα νιολουσμένη Ελένη,
    πέπλα φοράει με ξόμπλια θάλασσες και ξενιτιές και κάστρα …»

    Νίκου Καζαντζάκη, Οδύσσεια, γ΄έκδοση, εκδ. Δωρικός, ραψωδία Ω, στίχοι 966-973.

    ***

    Ελένη Νιόβη
    Και άλλες· όλες τους όμοιες
    Νύχτες και Λόγια

    Γιάννης Πλαχούρης, Παράθυρα στο φως

  7. Ciao Aggeliki!!!

    -Γοργία, Ἑλένης Ἐγκώμιον

    Ποια αιτία λοιπόν μας εμποδίζει να θεωρήσουμε ότι η Ελένη ήρθε στην Τροία χωρίς τη θέλησή της, το ίδιο όπως αν αρπάχτηκε από απαγωγέων τη βία; Αφού η επίδραση της πειθούς, αν και δεν έχει του εξαναγκασμού τη μορφή, έχει την ίδια μ’ αυτόν δύναμη. Γιατί ο λόγος που έπεισε την ψυχή εξανάγκασε και αυτήν την οποία έπεισε να πιστέψει αυτά που λέχθηκαν και να συγκατατεθεί σ’ αυτά που έγιναν. Αυτός λοιπόν που την έπεισε, εφόσον την εξανάγκασε, διέπραξε αδίκημα, ενώ αυτή που πείσθηκε, εφόσον εξαναγκάστηκε από τον λόγο, άδικα κατηγορείται. (13) Και για να αντιληφθεί κανείς ότι η πειθώ, όταν προστεθεί στο λόγο, προκαλεί και στην ψυχή την εντύπωση που θέλει, πρέπει να μελετήσει, πρώτον, τα λόγια των κοσμολόγων, οι οποίοι, αντικαθιστώντας τη μιά πεποίθηση με την άλλη, απορρίπτοντας τη μιά και εφαρμόζοντας την άλλη, καθιστούν τα απίστευτα και άδηλα φανερά στα μάτια της πίστης· δεύτερον, τους υποχρεωτικούς στους δικαστικούς αγώνες λόγους, όπου ένας με τέχνη γραμμένος λόγος τέρπει και πείθει ένα μεγάλο πλήθος, κι ας μη λέει την αλήθεια· και τρίτον, τους διαγωνισμούς των φιλοσοφικών λόγων, στους οποίους φανερώνεται, μεταξύ άλλων, ότι η ταχύτητα της σκέψης κάνει ευμετάβλητη την πίστη σε μιά πεποίθηση. (14) Και η δύναμη του λόγου είναι για την ψυχή ό,τι τα φάρμακα για τη φύση των σωμάτων. Γιατί όπως κάθε φάρμακο εξάγει από το σώμα διαφορετικούς χυμούς, και άλλα σταματούν την αρρώστια ενώ άλλα τη ζωή, έτσι και οι λόγοι, άλλοι προκαλούν λύπη, άλλοι ευχαρίστηση, άλλοι φόβο, άλλοι δίνουν στους ακροατές τους θάρρος, και άλλοι φαρμακώνουν και μαγεύουν την ψυχή με ένα είδος δόλιας πειθούς. […]
    Πώς λοιπόν μπορεί κανείς να θεωρήσει δίκαιη τη μομφή εναντίον της Ελένης αφού, είτε ερωτεύτηκε, είτε πείσθηκε με λόγια, είτε αρπάχτηκε με τη βία, είτε εξαναγκάστηκε από θεϊκή ανάγκη και έκανε ό,τι έκανε, οπωσδήποτε απαλλάσσεται από την κατηγορία;
    Με το λόγο μου απάλλαξα από τη δυσφήμηση μια γυναίκα· έμεινα πιστός στους όρους που έθεσα στην αρχή του λόγου· δοκίμασα να καταλύσω την αδικία της μομφής και την αμάθεια της πεποίθησης· θέλησα να γράψω τον λόγο ως εγκώμιο της Ελένης και δικό μου παιχνίδι.

    -Σωτήρης Σκίπης, «Τραγούδι για την Ελένη»

    «Για τη θυσία σου ήταν όλα έτοιμα.
    Ο βωμός νάτος! Ξαπλωμένη
    σε είχανε και γαλήνια πρόσμενες
    Ελένη, Ελένη.

    Άντρες, γυναίκες, νέοι και γέροντες,
    σε λιτανεία θορυβημένη
    ξεκίνησαν κοντά σου να ‘ρθουνε
    Ελένη, Ελένη.

    Ο αυλητής το ολέθριο σύνθημα
    σφύριξε… Τρεμανασαίνει
    της Σπάρτης ο λαός βαράθυμος
    Ελένη, Ελένη.

    Μα ο Ευρώτας οπού παραμόνευε
    ξάφνου σ’ αρπά και σε πηγαίνει
    στου κρύφιο του νεραϊδοπάλατο
    Ελήνη, Ελένη.

    Κι έτσι από τότε ζεις βασίλισσα
    εκεί της Σπάρτης ποθεμένη
    του ποταμού του αρχαίου νεράιδα
    Ελένη, Ελένη.

    Και της αγάπης αναστέναγμα
    απ’ των νερών τα βάθη βγαίνει
    κι όσοι τ’ ακούσουν σ’ ερωτεύονται
    Ελένη, Ελένη.

    Και τ’ άκουσα κι εγώ… σ’ αγάπησα…
    και την ψυχή μου είδα συρμένη
    από ένα κύμα – το κύμα σου
    Ελένη, Ελένη.

    Ω, ας ήταν το στρατό των Δαναών
    να ‘χα, στην Τροία τη βουλιαγμένη
    ναν τον εφέρω κι έναν πόλεμο
    να στήσω εκεί βαθιά για σε
    που να μην τέλειωνε ποτέ
    Ελένη, Ελένη.»
    (Μπαστιάνα, καλοκαίρι 1927)

    -ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, “ΠΑΛΙΝΩΔΙΑ”

    Οὐκ ἐστ’ ἔτυμος λόγος οὗτος
    Οὐδ’ ἔδας ἐν νηυσίν ἐϋσέλμοις
    Οὐδ’ ἵκεο πέργαμα Τροίας.

    ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΣ

    ΤΗΝ ΕΙΠΕ την κουβέντα του ο επιρρεπής στου λόγου την ωορρηξία.
    Μήτε στοχάστηκε (κι ας ήταν έκτος αιώνας )
    πως όφειλε να μελετά και να μετρά
    κάθε του βήμα — τώρα ιδιαιτέρως
    που γέρασε — κάθε του λέξη δηλαδή
    να τη χτυπά με το ραβδί του· κούφια η ώρα!

    Κι είπε για την Ελένη μας τη θυγατέρα
    της Λήδας, του Τυνδάρεω και… τι λέω!
    είπε για την Ελένη μας πως έφτασε
    στην αντρειωμένη Τροία κι ήταν ο Έπαφος
    που ζωντανά της έστρωσε κορμιά
    στο πέρασμά της —κρίνα και τραγούδια
    λουσμένα στο αίμα— είπε για την κόρη
    τη θαυμαστή και λιγομίλητη, καμάρι
    της αρετής, καῦχος ἀρούρης, λάμψις,
    πως μπήκε στα γοργόφτερα καράβια
    και τα ποδάρια της τα τιμημένα,
    όλα ένα βλέφαρο, τα κάστρα μισάνοιξαν
    της Τροίας και μπήκαν· είπε αυτά εκείνος.

    Κι αν θες από Θεού ένα χτύπημα, μια κίνηση
    των άστρων του έφραξε μεμιάς το στόμα
    και των ματιών του γέμισε η σακούλα
    τεφρό σκοτάδι. Κι είδε στο βυθό του
    την θείαν Ελένη ξαγριεμένη κι αργυρή
    να του ζητά το δίκιο της μ’ άντρόψυχο
    γυναίκας πείσμα· δάγκωνε τα σπλάχνα του
    με τα μαργαριτώδη της κοφτήρια.
    Κι αυτός παραπατώντας (γέρος είπαμε)
    τυφλάρπαζε στην τύχη τ’ ακροστήθι
    της τρομερής και ράγιζε ο καθρέφτης.

    «Εσύ», του λέει, «εσύ με κακολόγησες
    κι όπου με πήρε η ποίησή σου μ’ έριξες.
    Ποιος είπε πως εγώ η Ελένη τ’ άρματα
    της εμορφιάς εζώστηκα και χύθηκα
    σε τορνευτά γοργόφτερα καράβια,
    τον άντρα μου ποιος είπε πως απάτησα,
    δεινό πολέμαρχο μπρος στο δειλό Alexander,
    ποιος είπε ποιον αγάπησα περίτου
    κι έσσω τον έβαλα μες στο μυχό του κόλπου ;
    Ν’ ανακαλέσεις αυθωρεί, Στησίχορε,
    είδε καν ου, το φως των αμματιών σου,
    που είμ’ εγώ, το χάνεις διαπαντός».

    Έτσι λοιπόν ο τλήμων ποιητής·
    ως γόνος της αλήθειας και σωστός
    εργάτης των Μουσών, σε πανηγύρι
    κρατώντας τη μυρτιά — κεφάλι ξέσκεπο,
    δάκρυα ξεθηκαρωμένα — εκοίταε
    να μη ακουμπήσει πια σε μανικές
    αστοχασίες· τη νιώθει την αιτία
    και σύγκορμος τρεμίζει μην την πάθει
    χιώτικα σαν τον Όμηρο· τον αναιδή
    κι υφάλμυρο του λόγο ανακαλεί.

    « . . . Και τα χυτά μαλλιά σου δεν ανέμισαν
    σε τορνευτά γοργόφτερα καράβια
    κι ουδέ ποτέ της Τροίας το άντρο επάτησες…
    Τον ήλιο μου δεμένο απ’ την ουρά
    τ’ άλογου που τ’ απίστομα τον σέρνει
    σπλαχνίσου τώρα εσύ κι εγώ την άρνηση
    κάθε φανταστικής μυθοπλασίας
    θ’ ακολουθήσω του λοιπού· φρονίμων τέχνη».
    «Πόσιμος ειν’ ο λόγος σου, Στησίχορε,
    σ’ έξαγνισμόν αλάθευτα οδηγεί
    εάν δεν κρύβει απάτη δολερή.
    Σε προκαλώ και τίμια ν’ απαντήσεις
    ότι ποτέ δεν μπήκα σε καράβι
    κι είν’ όλα παραμύθια, μα τον Άδωνι.
    “Αν τη σωστήν απάντηση μου δώσεις
    αμέσως θ’ αναβλέψεις, θα κερδίσεις
    αυτό που λένε φῶς με τα φτερά του.
    Αν οχι, ως οχυρή δεν αστειεύομαι.
    Τά θαρραλέα μου κάλλη θ᾽ ακοντίσω
    από το μοσκομύριστό μου στόμα,
    με την αντρόφονή μου γλύκα θα σε στείλω
    ξαρμάτωτο στη μάνα του διαόλου
    και θα χαθούν οι στίχοι σου για πάντα ».
    Η νύχτα π’ αγραυλούσε στο πλευρό του
    τόνε γεμίζει μέτρο, λόγου εγκράτεια.
    Κι αυτά για την Ελένη λέει εκείνος:
    «Να είσαι αγνή κι αιθέρια, οι λογισμοί σου
    ωσάν τη λάμψη του μετάλλου να είναι.
    Και μιαν ωραία μέρα να το ξέρεις
    θα την ξεχάσουνε τήν ομορφιά σου
    και δε θα σ’ έχει ανάγκη πια κανείς.
    Του βίου η τραγωδία, η κωμωδία,
    έτσι τελειώνει: με παλινωδία.
    Την πάσα αλήθεια μου θα πω· και δεν απάτησες
    ποτέ δεν πάτησες, ποτέ δεν πήγες,
    ποτέ δεν έφυγες, ποτέ δεν έμεινες
    και δεν αγάπησες κι ούτε που είδες».
    (ΔΟΚΙΜΙΝ, 2000)

  8. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Τρία ποιήματα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη από την Κύπρο κι από μένα. Και τέλος.

    *

    1. “ΕΛΕΝΗ”

    Συ κύματ᾽ ασημένια και χαλκά
    που ανεμίζουν κυκλικά στο κοίλο πέλαγο
    η Ελένη κοιμάται.

    Χαμόγελο πουλιού σε άμπωτης λαγόνια.
    Βλέφαρ᾽ ανοιγοκλείνουν πλημμυρίδας
    όθε τ᾽ οστράκου η πήλινη ανθεί Αιθερία.
    Ορχηστρική ευωδία δόκιμου αετού.
    Δασώδεις λαγκαδιές που νοστιμίζουν
    το άβατο της Άνασσας.
    Χερουβικές φωνές επιθαλάσσιες.
    Και μια νιφάδα ύπαρξης σε κήπο αυγής.

    Παιδίσκη κλέβει από του πρίγκιπα το χέρι
    μήλο το εκλεκτό.

    ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ (ΙΜΕΡΟΣ, 2012)

    ***

    2. “ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΑ”
    αὐτός γὰρ ὄσσοις ἰδόμην· καὶ νοῦς ὁρᾷ
    ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, Ελένη

    — Και τώρα, Τεύκρο, σ᾽ ερωτώ και να μου πεις αλήθεια:
    Έσυρε, ως λεν, απ᾽ τα μαλλιά την άπιστη γυναίκα του
    της Σπάρτης ο Μενέλαος ή μήπως είναι του καιρού μας παραμύθια;

    — Ναι, μα το Δία, την έσυρε και τα λευκά ποδάρια
    γιομίσαν το πλακόστρωτο μαύρες ανατριχίλες.

    — Ήσουνα εκεί, την άκουσες, την είδες με τα μάτια,
    την άγγιξες από κοντά, σου μίλησε κι εκείνη;

    — Άκουσα και τ᾽ αγάλματα να πέφτουνε με γδούπο
    – της Αθηνάς, τ᾽ Απόλλωνα, της Ήρας –
    καθώς αυτός την έσερνε στις ράγες
    του τρένου της γραμμής Ιλίου-Σπάρτης.

    — Κι ουδέ κανείς εκίνησε να τη γλυτώσει
    από τα χέρια κι από τα μαχαίρια;
    Δεν θέλω να πιστέψω πως εκοίταγες
    άπραγος σαν γυναίκα εσύ και δείλιαζες!

    — Μπορούσα να τσακίσω κάθε χέρι του,
    όχι και να στρεβλώσω κάθε σκέψη του.
    Μ᾽ αυτήν, θαρρώ, την έσερνε το πιότερο.

    — Μου φαίνεται δεν ήσουν μάρτυς στο μαρτύριο της άμοιρης Ελένης.
    Γιατί, αν ήσουν όντως, Τεύκρο, εκεί
    δεν θα μιλούσες με φιλοσοφίες.

    — Και ήμουν και είδα και άκουσα. Να ξέρεις όμως
    πως άλλα βλέπει ο νους κι ακούει, Ελένη.

    ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ (ΔΟΚΙΜΙΝ, 2000)

    ***

    3. “ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΕΛΕΝΗ”
    (απόσπασμα)

    Ήρθα σ᾽ αυτό τον ξένο τόπο κι είχα
    στην τσέπη μου τριάντα δυο δραχμές.
    Της εσθήτος μου η πόρπη χαλασμένη
    και τα λευκά ποδάρια μου με μώλωπες.

    Ο Πάρις στη βιασύνη να με πάρει
    μ᾽ έσυρε χάμω κι έσπασε το βάζο
    των αρωμάτων μου. Του λέω “μην κάνεις
    έτσι, καλέ μου, ιδού δικιά σου θα ᾽μαι”.

    Με κείνος άγουρος πολλά και ξαναμμένος
    μες στο παλάτι έρωτα γυρεύει
    κι εγώ η ανόητη με δυο παιδιά
    στην κούνια και με δίχως να ντραπώ
    το νυφικό στεφάνι μου πατώ.

    ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ (ΜΕΘΙΣΤΟΡΙΑ, 1995)

  9. Ciao Aggeliki!!!… Το τελευταίο νομίζω σχόλιο για την Ελένη κι από μένα:

    *Μετά το Γοργία που παρέθεσα παραπάνω, να σου κι ο Ισοκράτης που πλέκει της «Ελένης εγκώμιον»…

    -ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, «ΕΛΕΝΗΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ»
    (ΙΣΟΚΡ 10.16–20)
    «Θα αρχίσω λοιπόν τον λόγον μου από την αρχήν της καταγωγής της. Διότι, ενώ πάρα πολλοί ημίθεοι εγεννήθησαν εκ του Διός, μόνον αυτής της γυναικός ο Ζευς ηξίωσε να ονομασθή πατήρ. Ενώ δε κατ’ εξοχήν εφρόντισε διά τον υιόν της Αλκμήνης και τα τέκνα της Λήδας, τόσον περισσότερον επροτίμησε την Ελένην του Ηρακλέους, ώστε εις τούτον μεν έδωκε δύναμιν, η οποία δύναται διά της βίας να επικρατή των άλλων, εις εκείνην δε έδωκεν ωραιότητα, η οποία εκ φύσεως είναι τοιαύτη ώστε να κυριαρχή και αυτής της δυνάμεως. Γνωρίζων δε ότι η επίδειξις και η δόξα δεν προέρχονται από την ησυχίαν, αλλ’ από τους πολέμους και τους αγώνας, επειδή ήθελε όχι μόνον να εξυψώση τα σώματά των μέχρι των θεών, αλλά να μείνη επί της γης και η δόξα των αείμνηστος, εκείνου μεν τον βίον (του Ηρακλέους) έκαμεν επίπονον και φιλοκίνδυνον, εκείνην δε επροίκισε με ωραιότητα, ώστε έγινε περίβλεπτος και περιμάχητος.
    Και πρώτον μεν ο Θησεύς, τον οποίον φέρουν ως υιόν του Αιγέως, αλλά πράγματι είναι υιός του Ποσειδώνος, ιδών αυτήν ότε δεν ήτο ακόμη εις την ακμήν της ηλικίας της, αλλά διεκρίνετο ήδη των άλλων κορασίδων, εσαγηνεύθη τόσον πολύ από την ωραιότητά της αυτός, ο οποίος ήτο συνηθισμένος να νικά τους άλλους, ώστε, αν και είχε πατρίδα και βασιλείαν ασφαλεστάτην, έκρινεν ότι δεν ήτο άξιον να ζη εν μέσω των αγαθών, τα οποία απήλαυε, χωρίς να αποκτήση την οικειότητα εκείνης. Επειδή δε δεν ηδύνατο να λάβη αυτήν παρά των γονέων της, διότι ούτοι επερίμεναν ώστε να φθάση εις την νόμιμον ηλικίαν και να είπη η Πυθία τον χρησμόν της, καταφρονήσας την εξουσίαν του Τυνδάρεω και την δύναμιν του Κάστορος και Πολυδεύκους και παραμελήσας όλους τους εν Λακεδαίμονι κινδύνους, ήρπασε την κόρην και την εγκατέστησε εις τας Αφίδνας της Αττικής.
    Και τόσον μεγάλη υπήρξεν η ευγνωμοσύνη του προς τον Πειρίθουν, ο οποίος τον εβοήθησεν εις την αρπαγήν, ώστε, ότε ηθέλησεν ούτος να ερωτοτροπήση προς την Περσεφόνην, την κόρην του Διός και της Δήμητρος, και τον παρεκάλεσε να τον βοηθήση διά να καταβή εις τον Άδην, μετά τας ματαίας συμβουλάς του να τον αποτρέψη από την απόπειραν ταύτην, διότι ο κίνδυνος ήτο προφανής, όμως ηκολούθησεν αυτόν, διότι ενόμιζεν ότι, διά να εκπληρώση το χρέος του, δεν έπρεπε να αποφύγη τίποτε από όσα εζήτει ο Πειρίθους εις αντιστάθμισμα των κινδύνων, τους οποίους εκείνος εδοκίμασε μαζί με αυτόν.»
    (ΠΗΓΗ: «ΠΥΛΗ για την Ελληνική Γλώσσα»)

    *Ας επιστρέψουμε ξανά στον Ευριπίδη: Στον τάφο του Πρωτέα γίνηκε η συνάντηση του ανδρόγυνου, που είχαν πολλά χρόνια να συναντηθούν, μα νωπές κι αξέχαστες ήσαν οι μνήμες. Ήταν μεγάλο το ξάφνιασμα και φυσικό να δυσπιστεί ο ένας για την παρουσία του άλλου. Ο τραγικός ποιητής παρουσιάζει τον ακόλουθο διάλογο:

    «ΜΕ.: Ποια είσαι; Ποια γυναίκα βλέπω μπρος μου;
    ΕΛ.: Ρωτώ κι εγώ το ίδιο. Εσύ ποιος είσαι;
    ΜΕ.: Τόσο πολύ να μοιάζει άλλη δεν είδα.
    ΕΛ.: Θεοί! Θεϊκό ‘ναι να ‘βρεις τους δικούς σου.
    ΜΕ.: Είσαι Ελληνίδα ή ντόπια από εδώ γύρω;
    ΕΛ.: Ελληνίδα• εσύ ποιος είσαι; Πες μου.
    ΜΕ.: Όμοια, απαράλλαχτη με την Ελένη!
    ΕΛ.: Κι εσύ με το Μενέλαο, τα ‘χω χάσει.
    ΜΕ.: Σωστά το δύστυχο μ’ έχεις γνωρίσει.
    ΕΛ.: Μετά από χρόνια στη γυναίκα σου ήρθες.
    ΜΕ.: Γυναίκα μου; Σταμάτα, μη μ’ αγγίζεις.
    ΕΛ.: Που σου ‘δωσε ο Τυνδάρεως, ο γονιός μου.
    ΜΕ.: Φαντάσματα αγαθά στείλε μου, Εκάτη.
    ΕΛ.: Συντρόφισσα δεν είμαι της Εκάτης.
    ΜΕ.: Κι εγώ δεν έχω πάρει δυο γυναίκες.
    ΕΛ.: Ποιας άλλης είσαι ομόκλινος κι αφέντης;
    ΜΕ.: Αυτής μες στη σπηλιά που ήρθε απ’ την Τροία.
    ΕΛ.: Εμένα μοναχά γυναίκα σου έχεις.
    ΜΕ.: Σωστά δε βλέπω ή σάλαψεν ο νους μου;
    ΕΛ.: Κοιτώντας με για την Ελένη δε με παίρνεις;
    ΜΕ.: Μοιάζετε στη θωριά, μα ολότελα όχι.
    ΕΛ.: Δε με γνωρίζεις: Σκέψου, τι άλλο λείπει;
    ΜΕ.: Της μοιάζεις• τούτο βέβαια δεν τ’ αρνιέμαι.
    ΕΛ.: Τα μάτια σου θα σου το φανερώσουν.
    ΜΕ.: Μα έχω άλλη γυναίκα, εδώ χαλάει.
    ΕΛ.: Στην Τροία πήγε μόνο το είδωλό μου.
    ΜΕ.: Ίσκιους που δείχνουν ζωντανοί ποιος φτιάχνει;
    ΕΛ.: Ο αιθέρας, που το ταίρι σου έχει πλάσει.
    ΜΕ.: Απίστευτα όσα λες• θεός ο πλάστης;
    ΕΛ.: Έργο της Ήρας, να μη μ’ έχει ο Πάρης.
    ΜΕ.: Μα σύγκαιρα στην Τροία κι εδώ πώς ήσουν;
    ΕΛ.: Τ’ όνομα ολούθε πάει, όχι το σώμα. » ( Ευριπίδης, “Ελένη” 557-588 )

    Κι ενώ ο Μενέλαος εκφράζει τη δυσπιστία του, έρχεται ο αγγελιοφόρος από τη σπηλιά, όπου έχει κρύψει την Ελένη, δηλ. το είδωλό της, και τους συντρόφους του, για να του διαλύσει τις αμφιβολίες, και να τον κάνει να πιστέψει πως η πραγματική Ελένη είναι αυτή που στέκει εμπρός του και με την οποία συνομιλεί. Πως χρόνια ολάκερα πάσχιζε να ξαναπάρει μια νεφέλη, ένα τίποτα, ένα άδειο πουκάμισο όπως γράφει κι ο Σεφέρης. Λέει, λοιπόν, ο αγγελιοφόρος στον βασιλιά του:

    «Εχάθηκε η γυναίκα σου πετώντας
    μες στον αιθέρα• ανέβηκε στα ουράνια
    κι άφησε τη σπηλιά αδειανή που μέσα
    την είχαμε• είπε τούτα. « Τρωαδίτες
    δυστυχισμένοι κι οι Έλληνες, για μένα
    πεθάνατε στου Σκάμανδρου τις όχθες,
    ξεγελασμένοι από της Ήρας τα έργα,
    νομίζοντας πως την Ελένη ο Πάρης
    κρατούσε, όμως καθόλου δεν την είχε.
    Αφού έμεινα όσο χρειαζόταν, τώρα,
    που τελείωσα της μοίρας τα γραμμένα,
    στους ουρανούς πηγαίνω, στο γονιό μου.
    Κι η δύσμοιρη Ελένη που δεν φταίει,
    φορτώθηκε τις ντροπιασμένες φήμες ».
    ( Ευριπίδης, “Ελένη” 605-615 )

  10. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Άψογος, Γιάννη!
    Το εξαντλήσαμε το θέμα. Φτάνει!
    Σου παραδίδω τη σκυτάλη ευχαριστώντας σε για όλα.

    • …Πάμε για το επόμενο!…Όρεξη να ‘χουμε (που όσον αφορά την ποίηση) σίγουρα την έχουμε!!!… Καλό βράδυ κι σ’ ευχαριστώ πολύ!!!

  11. Αχαχαχα! Όντως είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε παιδιά,
    άσε δε Αγγελική, που ο Γιάννης ως σχολιαστής, συλλέγει πολύ
    περισσότερα ποιήματα! Άρα;..! Καλό σ/κ και στους δυο.

    • Ευχαριστούμε από καρδιάς, Petra, μου!!!
      Μήπως να δώσω την «κυριότητα» του μπλογκ στην Αγγελική, κι εγώ να σχολιάζω!!!….Καλό Σ/Κ επίσης!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: