Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (148ο): «Γραφή – γράφω»…

 

-«‘Έγραψα ποίηση- μ’ άλλα λόγια

συνεργάστηκα με το μηδέν»

(Νίκος Καρούζος)

 

 

 

-«…Για σκέψου, αν παρατούσε κάποτε την ποίηση
κι ερχόταν να ψυχαναλυθεί ένα ποίημα…
το μέσα του έξω να γυρίσει
να δεις τι μακελειό είναι η γραφή μας»
(Βύρων Λεοντάρης)

 

 

 -Θωμάς Γκόρπας, «ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ»

«Κεράσια του ουρανού γάντζοι τ’ ουρανού πολεμοφόδια πίτουρα πατσάς τα ξημερώματα γύφτος ζουρνάς τρύγος ιτιάς τραγούδι που περπατάει τα βράδια ζύγια προβιές χαλκούνια κόπιτσες κεριά και κουβαρίστρες κάρβουνα ν’ ανάψουνε το μαγκάλι πυρετωδώς σκοντάφτανε πώς να γυρίσουν πίσω πυρετωδώς τραβούσανε κουπί κι ο ήλιος που βασίλευε τους γύριζε στην πόλη πόλη πολίχνη ποταμός πριάρι πρύμη-πλώρη καρφί καφτή καρσιλαμάς καραμπογιά κατώι βόδι βρυσούλα βύσσινο βουνοκορφή βιτρίνα λάδι λαχτάρα λαιμαργιά λαδομπογιά λιοπύρι μέρα μεράκι μυρουδιά μύλος μελομακάρονα νισάφι νέφτι ντέρτι ντάλιες ντουνιάς ναπολιτάνος ξυράφι ξόβεργα ξυστά Ξηερόμερο και Βάλτος όχτος οροσειρά ορόσημο ορίζων παδέλα πιάτο προσφυγιά πρωί και μεσημέρι ρόδα ροδέλα ρόπαλο ροπή ρώτα να μάθεις σκατά σκεπή σκαρί σκουτιά σκαμνί σκατένιος τώρα τραγί τρεμούλιασμα τραίνο τριαμισάρα ύψος υποδοχή υποβρύχιο υποδοχή υπό μάλης φωτιά φλουριά φθινόπωρο φυρονεριά φυτίλι χρονιά χολή χωριό χυλόπιτα χιλιόμετρα χαντάκι ψωμί ψυχή ψυχρολουσία ψηλοτάβανο ψωμάκι ώρα ωρολογοποιός ωραία τα περάσαμε ωραία ω!..

(Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

-Σαιν Τζον Περς, «Η ΓΡΑΦΗ»

«Και τότε ποιος θρήνος στο στόμα της πυροστιάς, ένα βράδυ ατέλειωτων βρο-

χών που προχωρούσαν προς την πόλη, ανάδευε στην καρδιά σου τη σκοτεινή

γέννα της γλώσσας:

“… Από μια πάμπτωχη εξορία – πιο μακρινή κιόλας από την καταιγίδα που

πλαταγίζει – Κύριε, πώς να κρατήσω το δρόμο που μου έδωσες;”

“…Άραγε θα μ’ αφήσεις μονάχα αυτή την παραζάλη της βραδιάς – αφού

μ’ έθρεψες, για μιαν ατέλειωτην ημέρα, με το αλάτι της μοναξιάς σου.

Εμένα που στάθηκα μάρτυρας της σιωπής σου, της σκιάς σου και του μεγά-

λου ξεσπάσματος της φωνής σου;”

Έτσι θρηνούσες, μέσα στην παραζάλη της βραδιάς.

Όμως, κάτω από το σκοτεινό τζάμι μπροστά στον τοίχο που ορθώνεται αν-

τικρύ, όταν πια δεν μπορούσες ν’ αναστήσεις το χαμένο θάμβος,

τότε, ανοίγοντας τη Γραφή,

έσερνες το φθαρμένο δάχτυλο ανάμεσα στις προφητείες, κι έπειτα με το

βλέμμα προσηλωμένο στην ανοιχτή θάλασσα, περίμενες την ώρα της αναχώ-

ρησης, το σήκωμα του μεγάλου ανέμου που θα σε ξεκολλούσε από την πέτρα,

σαν τυφώνας, διχοτομώντας τα νέφη μπρος στην προσδοκία των ματιών σου.»
(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 

 

 

 

 

-Τάσος Κουράκης, [Της γραφής}

Πείτε μας πώς γράφει ένας ποιητής;
–Αρχή ην το βίωμα. Η απορία από το χάραγμα

Και πότε γράφει;
–Όταν πιάνει το μολύβι γράφει με δύο χέρια
το δικό του και το δικό της
ή μάλλον με ένα φτερό απ’ τις φτερούγες τους

Και εσύ έτσι γράφεις;
–Εγώ έτσι γ ρ ά φ ο υ μ ε

Στο τέλος;
–Στο τέλος το ποίημα αναγγέλλει το
θάνατο του ποιητή
την εξορία του ενικού αριθμού

(Πηγή: http://kourakis.gr/)

 

 

 -Tζούλια Φορτούνη, «δήγμα γραφής»

«έφτασα
πρόλαβα
είδα
τις λέξεις
το δηλητήριο

κανείς δεν ήταν εκεί»

(Πηγή: https://tokoskino.me/)

 

 

-Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου, «Θέλω να γράψω ποιήματα για σένα»

 «Θέλω να γράψω ποιήματα ηλιόλουστα

επάνω στα ακρογιάλια των χεριών σου 

Θέλω να γράψω ποιήματα αχτένιστα

επάνω στο αχτένιστο κεφάλι σου 

Θέλω να γράψω ποιήματα αδέσποτα

Μισολιωμένα στο κατάξανθό σου σώμα 

Θέλω να γράψω ποιήματα για σένα»     

(Ποιήματα για ένα καλοκαίρι, 1960 – 1963)

 

 

 

-Αργύρης Χιόνης, «Εγώ δεν γράφω ποιήματα»

«Εγώ δεν γράφω ποιήματα, την ποίηση απλώς ανακαλύπτω,

θαμμένη κάτω από αλλεπάλληλα στρώματα λέξεων, απλώς

αποκαλύπτω το γυμνό κορμί της.»

(Αργύρης Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

 

 

Αργύρης Χιόνης, «Γράφω τα ποιήματά μου»

«Γράφω τα ποιήματά μου με τον ίδιο τρόπο που στρώνει το

κρεβάτι του ο μελλοθάνατος λίγο πριν από την εκτέλεση με-

θοδικά και τακτικά, φροντίζοντας σχολαστικά την κάθε λε-

πτομέρεια, την ίδια τρέφοντας μ’ αυτόν φρούδη ελπίδα ότι, αν

δείξω επιμέλεια, θα μου δοθεί, την τελευταία στιγμή, η χάρη.»

(Αργύρης Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

-Χρίστος Λάσκαρης, «ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ»

«Γράφουμε ποιήματα σημαίνει
εμποδίζουμε το θάνατο,
δεν τον αφήνουμε να εκδηλωθεί.

Με λέξεις τον τυλίγουμε,
με όμορφα επίθετα»

(Πηγή: http://www.poiein.gr/archives/2252)

 

 

 

 

-Φερνάντο Πεσσόα, [Έχω γράψει…]

«Έχω γράψει πιο πολλούς στίχους απ’ ό, τι αλήθεια.

Έχω γράψει κυρίως

γιατί άλλοι έχουν γράψει.

Αν δεν είχαν υπάρξει ποιητές στον κόσμο,

θα ήμουν άραγε ικανός να ‘μια ο πρώτος;

Ποτέ!

Θα ήμουν ένα άτομο τελείως αποδεκτό.

Θα ‘χα σπίτι δικό μου και ηθική.

Κυρία Γερτρούδη!

Δεν καθαρίσατε καλά αυτό το δωμάτιο.

Πάρτε λοιπόν αυτές τις ιδέες από δω!»

(Φ. Πεσσόα, Η θαλασσινή ωδή κι άλλα ποιήματα, ΕΞΑΝΤΑΣ)

 

 

 

 

-Ανρί Μισώ, «Σας γράφω από έναν τόπο μακρινό»

(απόσπασμα)

V

«Σας γράφω από την άκρη του κόσμου. Πρέπει να το ξέρετε. Συχνά τα δέντρα

τρέμουν. Μαζεύομε φύλλα. Έχουν ένα αφάνταστο πλήθος νεύρα. Αλλά τι

μ’ αυτό; Τίποτα πια δεν υπάρχει ανάμεσα στα φύλλα και στο δέντρο, και σκορ-

ζόμστε στεναχωρημένες.

Άραγε δε θα μπορούσε να εξακολουθήσει η ζωή επί – γης χωρίς αγέρα; Ή

μήπως όλα πρέπει να τρέμουν ολοένα, ολένα.

Υπάρχουν ακόμη υπόγειοι κλονισμοί, και, μέσα στο σπίτι,, θα ‘λεγες θυμοί

που έρχονται να σε συναπαντήσουν ή όντα αυστηρά που θα ‘θελαν να σου

αποσπάσουν εξομολογήσεις.

Δε βλέπεις τίποτε, παρά μόνο όσα τόσο λίγη σημασία να τα δεις. Τι-

ποτε κι όμως τρέμεις. Γιατί;»

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης,  «Ὀρυχεῖο»

«Σοῦ γράφω γεμάτη τρόμο μέσα ἀπὸ μιὰ στοὰ
νυχτερινὴ
φωτισμένη ἀπὸ μίαν ἐλάχιστη λάμπα σὰ δαχτυλίθρα
ἕνα βαγόνι περνάει ἀπὸ πάνω μου προσεχτικὰ
ψάχνει τὶς ἀποστάσεις του μὴ μὲ χτυπήσει
ἐγὼ πάλι ἄλλοτε κάνω πῶς κοιμᾶμαι ἄλλοτε
πῶς μαντάρω ἕνα ζευγάρι κάλτσες παλιὲς
γιατί ἔχουν ὅλα γύρω μου παράξενα παλιώσει

Στὸ σπίτι
χτὲς
καθὼς ἄνοιξα τὴ ντουλάπα ἔσβησε γίνηκε
σκόνη μ᾿ ὅλα τὰ ροῦχα της μαζὶ
τὰ πιάτα σπάζουν μόλις κανεὶς τ᾿ ἀγγίξει
φοβᾶμαι κι ἔχω κρύψει τὰ πηρούνια καὶ τὰ
μαχαίρια
τὰ μαλλιά μου ἔχουν γίνει κάτι σὰ στουπὶ
τὸ στόμα μου ἄσπρισε καὶ μὲ πονάει
τὰ χέρια μου εἶναι πέτρινα
τὰ πόδια μου εἶναι ξύλινα
μὲ τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρὰ παιδιὰ
δὲν ξέρω πῶς γίνηκε καὶ μὲ φωνάζουν μ ά ν α

Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα
χαρούμενα

Νὰ μὲ θυμᾶσαι»

(Μ. Σαχτούρης, Τα ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

 

-Κωνσταντίνου Καραγιαννόπουλου, [Σβήνω γράφω]

«Σβήνω

γράφω

σβήνω

γράφω

σε ψάχνω παντού

όλο και πιο βαθιά

όλο και πιο μέσα

 

κομμάτι εσύ

της σάρκινης ταφόπλακάς μου

φύλακας του τσακισμένου μου μυαλού

 

σε ψάχνω παντού

μικρέ βουβέ ποιητή

 

το φεγγάρι στο κέντρο

το τραπέζι γυμνό

δυο τσιγάρα αναμμένα

ένα χέρι που αιμορραγεί

 

είσαι κοντά;

έλα πιο κοντά

σε ψάχνω στη νύχτα

ο δρόμος τατουάζ

γραμμένος στο λαιμό μου

 

δε μπορώ ν’ ανασάνω

 

σβήνω

γράφω

σβήνω

γράφω

κανένα σου ίχνος

πουθενά

η άμμος ανέγγιχτη

ο θρήνος αδειανός

 

το ξέρω

η ώρα περνά

η μελάνη είναι σχεδόν

ξεβαμμένη

 

κι όμως

το ξέρω

ακούω κάπως

κάπου

το βήμα σου

 

είσαι εσύ

εσύ

μαζί με το λατρεμμένο σου

ψέμα

 

σβήνω

γράφω

σβήνω

γράφω

 

ντιν

ντιν

το ρολόι της εκκλησίας

 

τα χάπια

η πανσέληνος φλέβα μου

άκου το κάλεσμα

του λύκου!

 

το θηρίο εί

είναι

έτοιμο

τα δόντια χαμογελάνε

λευκό

το κουφάρι ζωγραφίζει

την τέφρα του

 

σβήνω

γράφω

σβήνω

γράφω

στ’ ορκίζομαι

είμαι έτοιμος

είμαι έτοιμος

κι εγώ

το θηρίο

μέσα μου

αλιχτά

ζωγραφίζω στο παράθυρο

που περιμένει

την τέφρινη ανάμνησή

μου

 

σβήνω

γράφω

σβήνω

γράφω

 

δεν έχω

άλλο

περιθώριο

 

τα σύνορα ξεθώριασαν

η γη

στέρεψε από

 

το βήμα σου

το βήμα μου

τα τόσα

 

ιχνηλατημένα

λάθη.»

Advertisements

Single Post Navigation

16 thoughts on “Πες το με ποίηση (148ο): «Γραφή – γράφω»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Πολύ ωραία ποιήματα. Εξαιρετικά.
    Με πέτυχες απροετοίμαστη, Γιάννη, αλλά θα το παλέψω.

    *

    1. ΣΤΙΧΟΣ ΕΝΥΠΝΙΟΣ

    Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα
    τίποτε όμως δεν θυμόμουν
    εκτός από ένα στίχο μονάχα:
    Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα.

    Γιώργης Παυλόπουλος, Λίγος άμμος, Νεφέλη

    ***

    2. Ούτος Εκείνος

    Άγνωστος — ξένος μες στην Aντιόχεια — Εδεσσηνός
    γράφει πολλά. Και τέλος πάντων, να, ο λίνος
    ο τελευταίος έγινε. Με αυτόν ογδόντα τρία

    ποιήματα εν όλω. Πλην τον ποιητή
    κούρασε τόσο γράψιμο, τόση στιχοποιία,
    και τόση έντασις σ’ ελληνική φρασιολογία,
    και τώρα τον βαραίνει πια το κάθε τι —

    Μια σκέψις όμως παρευθύς από την αθυμία
    τον βγάζει — το εξαίσιον Ούτος Εκείνος,
    που άλλοτε στον ύπνο του άκουσε ο Λουκιανός.

    Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ , Αναγνωρισμένα,(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    Μόνο να γράφεις τα’ όνομά σου κι εκείνο το ‘μαθες μισό

    3. Χρόνια ολόκληρα γράφω για σένα και δεν έγραψα ποτέ το όνομά σου.
    Πολλοί θα πουν πως δεν τόλμησα να το προφέρω, άλλοι πως δεν χρειάστηκε μια κι ήταν φως φανάρι πως έγραφα για σένα, άλλοι πως το ’κανα για λόγους τακτικής ή τεχνικής, για να μην έχουν μόνο μια ερμηνεία τα γραπτά μου.
    Κανένας δεν θα φανταστεί ότι δεν ξέρω τ’ όνομά σου ούτε καν ποια είσαι…
    Το ότι για σένα γράφω τίποτα δεν αποδείχνει.
    Κάνω το ίδιο για τον εαυτό μου κι ούτε αυτό αποδείχνει κάτι…
    (Απλώς) είπα να σε γδυθώ να σε πετάξω από πάνω μου, να λυτρωθώ από το βάρος σου που με συνθλίβει.
    Όμως δεν είσαι ρούχο ούτε δέρμα ούτε σάρκα…
    Ένας πηχτός αέρας είσαι, μια πυκνή σιωπή, τόσο πυκνή που ακόμα κι η πιο αιχμηρή κραυγή μου δεν σε κομματιάζει…

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Κτερίσματα από τον «Τύπο των Ήλων »

    ***

    4.
    … θυμηθείτε μια λεπτομέρεια: είμαι θαμμένος στον κήπο κι ούτε έγραψα ποτέ ποιήματα – απλώς προσπάθησα να σχεδιάσω ένα όνειρο πάνω στην άμμο της λησμονιάς.
    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ***

    5. ΠΩΣ ΝΑ ΜΗ ΓΡΑΦΕΤΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

    Κατ’ αρχήν να μην αρχίζετε από πάνω
    προς τα κάτω
    αλλά πάντοτε
    από κάτω προς τα πάνω
    από δεξιά προς αριστερά
    από το τέλος στην αρχή
    και μάλιστα βουστροφηδόν
    το αλφάβητο έχει μόλις
    εφευρεθεί
    το μεταχειρίζονται
    οι έμποροι
    και οι όσοι φτιάχνουν
    αγγεία
    αν σας έρχεται στο νού
    μιά φράση
    ξεχάστε την
    θυμηθείτε
    όμως τη γέννησή σας
    αγαπήστε την αγάπη
    μόνο αλλά κανέναν
    άλλον/άλλην
    να μασουλάτε τη ρίμα
    σαν να ‘ταν τσίχλα
    να μετράτε τις συλλαβές
    με τον χάρακα
    και τους στίχους
    με τον διαβήτη
    κι όταν απερνάτε κάτω
    απ’ το παράθυρό της
    να κραυγάζετε
    ακατάληπτες
    βωμολοχίες
    ώσπου να βγεί
    απ’ το παράθυρο
    το στρογγυλό
    κεφάλι
    της
    σελήνης
    χαμογελώντας
    σε κατάσταση
    ακράτητου
    σεληνιασμού.

    Αθήνα, 18 Οκτ. 2005
    ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ – «Ανθη του Θερμοκηπίου», εκδ. «απόπειρα» – αθήνα Φεβρ. 2010

    ***

    6. Έγραψε ποιήματα

    Έγραψε ποιήματα,
    όπως άλλοι
    δούλεψαν στα λατομεία.
    Κι οι δυο τους σκάψανε βαθιά.
    Εκείνοι για το μεροκάματο.
    αυτός όμως για τι;

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    ***

    7. Στο γράψιμο

    Η ευτυχία του βρίσκεται στο γράψιμο
    -καθώς φέρνει στο φως
    αυτά τα ποιήματα-
    και η ελευθερία του βρίσκεται στο γράψιμο,
    και η αγάπη του για τον πλησίον.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    ***

    8. ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΦΙΛΙΑ (απόσπασμα)

    «Κι αν πάθω αλτσχάιμερ και σε ξεχάσω;

    Αν η γεροντική άνοια μου πάρει τα λογικά και δεν σ’ αναγνωρίζω;

    Αν, παραπληγικός, δεν μπορώ να κρατώ στα δάχτυλα τις φωτογραφίες σου;

    Αν χάσω για πάντα τον ύπνο μου και δεν μπορώ να σε ξαναβρίσκω στα εφήμερα
    ενύπνια;

    Αν χάσω την ακοή και δεν μπορώ να σε συναντώ στις κοινόχρηστές μας μουσικές;
    Αν τυφλωθώ και δεν σε βλέπω απέναντί μου;

    Αν ακρωτηριαστώ και δεν μπορώ να σε χαϊδεύω;

    Αν χάσω τα πόδια μου και δεν μπορώ να βαδίζω χιλιόμετρα μες στο δωμάτιό σου;

    Και πιο πολύ αν τίποτα απ όλα αυτά δεν συμβεί, αν συνηθίσω την απουσία σου, αν
    λησμονήσω, αν ζω και ψευτοζώ χωρίς εσένα, αν κάποια μέρα σ’ αρνηθώ;

    Γιάννης Ευσταθιάδης

    ***

    9. ποιητής

    εγώ δεν γράφω στίχους
    δεν τραγουδάω
    σαν προαιώνιος κατακλυσμός
    κλονίζω τα ίδια φράγματα
    σαν την πανούργα θάλασσα
    κατατρώω τον ίδιο βράχο
    σαν πεισματάρης γύφτος
    δουλεύω το ίδιο φυσερό
    ανάβω την ίδια φλόγα
    κολλάω αφίσες με το σάλιο μου
    σκίζω στολές
    τσακίζω αλύπητα παράσημα
    χορεύω στις ανύποπτες πλατείες σας
    μπερδεύω τους λογαριασμούς σας
    ανοίγω το κλουβί να φτερουγίσετε
    αδειάζω ένα τσουβάλι ζωγραφιές στα πόδια σας

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Ο Μεθυσμένος Ακροβάτης, 1979

    ***

    10. ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ. ΓΙΑΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΑΡΧΙΖΕΙ από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο Θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται. Η ατελεύτητη φορά προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον, που είναι ο Θεός.

    ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΓΡΑΦΩ. ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΓΟΗΤΕΥΕΙ ΝΑ ΥΠΑΚΟΥΩ σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός -που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου». Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει· να γιατί πρέπει να γράφουμε. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε: τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση. Μιλώ, το καταλαβαίνω, σα να μην έχω το δικαίωμα, σα να ντρέπομαι σχεδόν που αγαπώ τη ζωή.

    [Απόσπασμα από το δοκίμιο του Οδυσσέα Ελύτη, Ανοιχτά Χαρτιά, εκδόσεις Ίκαρος. ]

    ***

    11. δώσε μου

    θα ήθελα να ήμουν
    γλάρος
    ψαράς στις ακτές τις Κίνας
    να είχα ένα γαλάζιο
    ποδήλατο
    μετεωρίτης
    κύμα
    οροσειρά
    φτερό

    να μην έγραφα ποιήματα
    ω σίγουρα να μην έγραφα ποιήματα

    θα ήθελα να ήμουν αέρας
    του Απρίλη
    λιβάδι
    να μη κοίταζα κάτω
    να φύτευα τουλίπες στην
    Ινδία
    γαλαξίας
    φως
    τραμπάλα

    να μην έγραφα ποιήματα
    ω σίγουρα να μην έγραφα ποιήματα

    Νίκος Σφαμένος

    ***

    12. (Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως)

    εκείνος ο ποιητής είναι
    επιχειρηματίας με
    σπουδές στο εξωτερικό και
    πρόεδρος σε κάποιο ινστιτούτο
    δίνει συχνά ποιητικές βραδιές
    και πρόσφατα γνωστός εκδοτικός
    οίκος κυκλοφόρησε
    με τιμές
    το βιβλίο του
    με την εικόνα του να
    φιγουράρει σε πολλά
    καθώς πρέπει
    περιοδικά

    μείνετε ήσυχοι:
    ούτε που το άνοιξα.

    Νίκος Σφαμένος

    Σου γράφω ένα γράμμα -Γ. Πάριος

    13. Γράφω γιατί νιώθω μια εσωτερική ανάγκη να γράψω.

    Γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω μια κανονική δουλειά, όπως οι άλλοι άνθρωποι.

    Γράφω γιατί θέλω να διαβάζω βιβλία σαν κι αυτά που γράφω.

    Γράφω γιατί είμαι θυμωμένος με όλους.

    Γράφω γιατί μ’ αρέσει να κάθομαι σ’ ένα δωμάτιο όλη μέρα γράφοντας.

    Γράφω γιατί μπορώ να συμμετέχω στην πραγματική ζωή, μονάχα αλλάζοντάς την.

    Γράφω γιατί θέλω οι άλλοι, ολόκληρος ο κόσμος, να μάθουν τι ζωή ζήσαμε, και εξακολουθούμε να ζούμε, στην Ινσταμπούλ, στην Τουρκία.

    Γράφω γιατί αγαπώ τη μυρωδιά του χαρτιού, της μελάνης.

    Γράφω γιατί πιστεύω στη λογοτεχνία, στην τέχνη του μυθιστορήματος, περισσότερο απ’ ότι πιστεύω σε οτιδήποτε άλλο.

    Γράφω γιατί μου έγινε συνήθεια, πάθος.

    Γράφω γιατί φοβάμαι μήπως ξεχαστώ.

    Γράφω γιατί μου αρέσει η φήμη και το ενδιαφέρον που φέρνει το γράψιμο.
    Γράφω για να είμαι μόνος.

    Ίσως γράφω επειδή ελπίζω να καταλάβω γιατί είμαι τόσο πολύ, πολύ θυμωμένος με όλους. Γράφω γιατί μου αρέσει να με διαβάζουν.

    Γράφω γιατί άπαξ και ξεκινήσω ένα μυθιστόρημα, ένα δοκίμιο, μια παράγραφο, θέλω να την τελειώσω.

    Γράφω γιατί όλοι περιμένουν από μένα να γράφω.

    Γράφω γιατί έχω μια παιδιάστικη πίστη στην αθανασία των βιβλιοθηκών και κατά προέκταση των βιβλίων μου στο ράφι.

    Γράφω γιατί με ενθουσιάζει να μεταμορφώνω όλη την ομορφιά και τον πλούτο του κόσμου σε λέξεις.

    Γράφω, όχι για να πω μια ιστορία αλλά για να συνθέσω μια ιστορία.

    Γράφω γιατί θέλω να δραπετεύσω από το αίσθημα ότι υπάρχει ένας τόπος όπου πρέπει να πάω, αλλά – όπως σε όνειρο – δεν τα καταφέρνω.

    Γράφω γιατί ποτέ δεν κατάφερα να είμαι ευτυχισμένος.

    Γράφω για να είμαι ευτυχισμένος.

    Ορχάν Παμούκ

    ***

    14. Γιατί γράφω ποίηση
    Στην Άννα

    Επειδή μια φλόγα που φωτίζεται από άλλη φλόγα μπορεί να δημιουργήσει τη δική της σκιά.

    Επειδή είναι πιο εύκολο να στερηθείς κάποια πράγματα από το να χάνεις τον καιρό σου να τ’ αποκτήσεις.

    Επειδή μένω έκθαμβος μπρος στην αιώνια παρθενικότητα των λέξεων.

    Επειδή μου λείπει ο ήχος που έκαναν τα πλήκτρα της γραφομηχανής μου πάνω στο γυμνό χαρτί.

    Επειδή ένα λευκό πορσελάνινο φλιτζάνι αναποδογυρισμένο στο πιάτο μεταμορφώνεται ξαφνικά σε ιριδίζον ιγκλού.

    Επειδή και στα 30.000 πόδια, πάνω από τον Ατλαντικό, ο «Προύφροκ» παραμένει το αγαπημένο μου ποίημα.

    Επειδή, όπως λέει ο κάμμινγκς, «τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα απ’ τη σοφία».

    Επειδή ο Σεφέρης όταν μιλούσε για τον Έλιοτ έλεγε αλήθεια, ενώ όταν μιλούσε για τον Μακρυγιάννη ψέματα.

    Επειδή το μόνο αληθινό κι ανθεκτικό σχόλιο σ’ ένα ποίημα είναι ένα άλλο ποίημα.

    Επειδή «για να λάμπουν τα ποιήματα όπως τ’ αστέρια», πρέπει η νύχτα να είναι ήδη μέσα σου.

    Επειδή ένας άγγελος ίσως μοιάζει με όσα δεν έχουμε ξεχάσει

    Επειδή η ζωή μου είναι ένα ημιτελές ποίημα, γεμάτο λάθη και παραλείψεις, που μάταια προσπαθώ να ολοκληρώσω.

    ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ, (αποσπάσματα)

  2. Τα λόγια τού Πεσσόα γεμάτα νόημα: «Έχω γράψει πιο πολλούς στίχους απ’ ό, τι αλήθεια»..αφού η ποίηση (αλλά και η γραφή/ανάγνωση γενικότερα) είναι πάντα η καλύτερη φυγή από την πραγματικότητα.. Καλημέρα και καλή εβδομάδα παιδιά!

    • Ciao Petra!… Ναι «φυγή απ’ την πραγματικότητα», γι αυτό κι ο Καρυωτάκης έγραψε ότι «Ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε». Καλή εβδομάδα!!

  3. Ciao Aggeliki!… Kαλή εβδομάδα!!!…

    -«Κάθε βουνό κι η υπογραφή του»
    (Ο. Ελύτης)

    -Τάσος Λειβαδίτης, «Βιογραφία»

    «Πρέπει, οπωσδήποτε, ν’ αλλάξω ζωή, αλλιώς
    είμαι χαμένος. Βέβαια, έχω καιρό μπροστά μου, είμαι ακόμα
    νέος. Αν μπορούσα να ξεφύγω αυτήν την άθλια καθημερινότητα,
    υποχρεώσεις και συνήθειες και συμβιβασμοί, αν σταθώ
    λιγότερο εύκολος
    στις διάφορες προφάσεις – μα ιδιαίτερα
    αν βάλω πια ένα τέλος σε τούτες τις αιώνιες αναβολές.
    Τότε ,αλήθεια, ίσως φτιάξω κάτι, ίσως μάλιστα και κάτι το
    μεγάλο
    όπως ονειρευόμουν από παιδί…»

    Έτσι έγραφε κάποιος ένα βράδυ με χέρια που τρέμανε.
    Κι έκλαιγε. Ύστερα νύσταξε κι αποκοιμήθηκε.
    Το πρωί, μόλις θυμόταν κάτι αόριστα. Και σε μερικά χρόνια
    πέθανε»
    (Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1, Κέδρος)

    -Τάσος Λειβαδίτης, «Ποιητική»
    «Γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν
    για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ’ τον άμμο
    για σάς χωριάτες, που ήπιαμε μαζί στα χάνια τις χειμωνιάτικες νύχτες του αγώνα
    ενώ μακριά ακουγότανε το ντουφεκίδι των συντρόφων μας.
    Γράφω να με διαβάζουν αυτοί που μαζεύουν τα χαρτιά απ’ τους δρόμους
    και σκορπίζουνε τους σπόρους όλων των αυριανών μας τραγουδιών
    γράφω για τους καρβουνιάρηδες, για τους γυρολόγους και τις πλύστρες.
    Γράφω για σάς
    αδέρφια μου στο θάνατο
    συντρόφοι μου στην ελπίδα
    που σας αγάπησα βαθειά κι απέραντα
    όπως ενώνεται κανείς με μια γυναίκα.
    Κι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
    τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
    θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
    ανάμεσα στο ψωμί
    και τα εργαλεία του λαού.»
    (Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1, Κέδρος)

    -Γ. Σεφέρης, «Υστερόγραφο»

    «Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα
    και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια.

    Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Γνώρισα
    τη φωνή των παιδιών την αυγή
    πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας
    χαρούμενα σα μέλισσες και σαν
    τις πεταλούδες με τόσα χρώματα.
    Κύριε όχι μ’ αυτούς, η φωνή τους
    δε βγαίνει καν από το στόμα τους.
    Στέκεται κει κολλημένα σε κίτρινα δόντια.

    Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας
    μ’ ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,
    Κύριε, δε ξέρουνε πως είμαστε
    ό,τι μπορούμε να είμαστε
    γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα
    που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές
    όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας,
    πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν’ ανασαίνουμε
    με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί
    που βρίσκει τ’ ακρογιάλι ταξιδεύοντας
    στα χάσματα της μνήμης.

    Κύριε, όχι μ’ αυτούς.
    Ας γίνει αλλιώς το θέλημά Σου.»
    (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

    *»Δεν έχω γράψει ποιήματα…»

    -Γ. Ρίτσος, [Μάνα, σου γράφω]

    «Μάνα, σου γράφω βιαστικά, στο πόδι.
    Σήμερα θλιβερό βγάλαμε ξόδι
    σκοτώθηκαν πέντ’ έξι σ’ ένα αμπρί
    – όλοι είκοσι μέχρ’ είκοσι πέντε χρόνω,
    στην ώρα πάνου που ήταν για γαμπροί –
    κ’ έχω μες στην καρδιά μου τόσο πόνο!

    Μητέρα, όταν κινήσαμε απ’ την πόλη,
    Σκύβαν ωχροί, μουντοί οι ουράνιοι θόλοι
    βαρούσανε καμπάνες, μουσικές,
    τούμπανα, κόρνα, σάλπιγγες, και κάτου
    απ’ τη βουή περνούσαν σκεφτικές
    ανθρωπομάζες: δείπνο του θανάτου. […]»
    (Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 1ος, Κέδρος)

  4. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. Ταυτότητα

    Γράψε.
    Είμαι Άραβας.
    Αριθμός ταυτότητος: 50.000
    Τα παιδιά μου είναι οχτώ
    Το ένατο θα ‘ρθει μετά από το καλοκαίρι.
    Θυμώνεις;

    ……………….
    Γράψε.
    Είμαι Άραβας.
    Δουλεύω με τ΄ αδέλφια μου του μόχθου σ’ ένα νταμάρι
    τα παιδιά μου είναι οκτώ
    τραβάω από την πέτρα
    τα ρούχα, το ψωμί και τα βιβλία τους, αλλά
    στην πόρτα σου δε ζητιανεύω
    Θυμώνεις;

    ………………
    Γράψε.
    Είμαι Άραβας.
    Όνομα δίχως τίτλο υπομονετικός
    σ’ ένα τόπο που βράζει,
    οι ρίζες μου
    αγκυροβόλησαν
    πριν απ΄ τη γέννηση του χρόνου
    πριν απ΄των αιώνων το ξετύλιγμα
    πριν από τις ελιές κι από τα κυπαρίσσια
    και πριν φυτρώσει το χορτάρι.
    Ο πατέρας μου
    απ΄τη φαμίλια είναι τ’ αλετριού
    ο παππούς μου
    αγρότης δίχως αξίωμα,
    το σπίτι μου καλύβα από καλάμια.
    Όνομα είμαι δίχως τίτλο.

    ………………..
    Γράψε.
    Είμαι Άραβας.
    Το χρώμα των μαλλιών μου είναι μαύρο
    το χρώμα των ματιών μου καστανό.
    Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μου:
    «κουφίε» πάνω στο κεφάλι μου,
    Σκληρή να ‘ναι σαν πέτρα η παλάμη μου
    που γρατζουνάει όποιον την αγγίζει,
    ό,τι αγαπάω για φαί
    είναι το θυμάρι και το λάδι.
    Η διεύθυνσή μου:
    χωριό απόμακρο και ξεχασμένο
    δίχως ονόματα οι δρόμοι του
    κι όλοι οι άντρες του
    στο νταμάρι και στο χωράφι.
    Θυμώνεις;

    …………………..
    Γράψε.
    Είμαι Άραβας.
    Λήστεψες τ’ αμπέλια των προγόνων μου
    και τα χωράφια που τα δούλευα με όλα τα παιδιά μου.
    Δεν άφησες στους απογόνους μου
    παρά αυτές τις πέτρες.
    Μήπως θα τις πάρει η Κυβέρνησή σας
    όπως λένε;
    Λοιπόν,
    Γράψε στην αρχή της πρώτης σελίδας:
    εγώ δεν μισώ τους ανθρώπους
    κανέναν δεν κλέβω
    μα αν πεινάσω
    τρώω τη σάρκα του σφετεριστή μου.
    Φυλάξου.
    Από την πείνα μου φυλάξου
    κι απ’ την οργή μου.

    Μαχμούντ Νταρουίς, επιμέλεια μετάφρασης: Καμάλ Καττάν

    ***

    2. Ερωτήσεις

    Γράφε μου, τι φοράς ! Είναι ζεστό ;
    Γράφε μου, πώς είσαι ξαπλωμένη ! Άνετα;
    Γράφε μου, πως είν ‘ η όψη σου ! Η ίδια ακόμη ;
    Γράφε μου, τι σου λείπει ! Η αγκαλιά μου ;
    Γράφε μου, πως τα πας ! Σε φείδονται ;
    Γράφε μου, τι απεργάζονται ! Αρκεί το θάρρος σου ;
    Γράφε μου, τι κάνεις ! Είναι και καλό ;
    Γράφε μου, τι σκέφτεσαι ! Εγώ είμ ‘ αυτό ;
    Πράγματι, έχω για σένα μόνο τις ερωτήσεις μου !
    Και ποια η απάντηση, γνωρίζω !
    Όταν είσαι αποκαμωμένη, δεν μπορώ να μεταφέρω
    κάτι για σένα
    Πεινάς ; Δεν σου χω τίποτα για φαγητό.
    Κι είμαι έτσι ως εκτός του κόσμου τούτου
    Όχι πλέον παρών, σαν να σε είχα ξεχάσει.

    Μ. Μπρεχτ, μετάφραση Γ. Σταμάτης

    Τί τραγούδι να σου γράψω -Άλκηστις Πρωτοψάλτη

    3. όχι δεν γράφω ποιήματα
    απλώς αρχίζω μια ιστορία από τη μέση
    γιατί κάθε αρχή έχει το τέλος της
    η μέση όμως πάντα διαφεύγει
    ξεχνιέται στην πορεία

    γίνεται κύκνος
    που αρνείται να τραγουδήσει

    γίνεται λυγμός
    και κρύβεται στα νούφαρα

    πόνος βουβός
    κι εξατμίζεται απ’ την επιφάνεια

    σύννεφο που βρέχει
    ασταμάτητα εντός μου [in medias res]

    ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΟΡΤΟΥΝΗ

    ***

    4. πώς γράφει κανείς ένα ποίημα
    Πώς ξανοίγεται με απλωτές στα άπατα
    Σε ποιους βυθούς ξεχνιέται
    Και τι ανάσες παίρνει ν’ αναδυθεί

    ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΟΡΤΟΥΝΗ

    ***

    5. «Με χαρτί και με μολύβι»

    προσωρινές μοιάζουν οι λέξεις
    καμαρώνουν στα παράθυρα
    κούκλες σε βιτρίνες αγοράς
    ποιήματα χωρίς ορίζοντα
    χωρίς αφή και μνήμη
    γεννιούνται και πεθαίνουν
    στα πλήκτρα μιας στιγμής
    εμφανίζονται
    και πάλι χάνονται
    στα πίξελ της οθόνης

    νοσταλγώ εκείνο τον καιρό
    επάνω σε χαρτοπετσέτες
    να γράφονται τα ποιήματα
    ή σε βαρκούλες κόκκινες

    οι λέξεις να επιστρέφουν
    με τσακισμένα ακρόπρωρα
    από του κόσμου τον διάπλου
    παντοτινά δικές μας
    με το άρωμα του ταξιδιού
    σε παλιά μπικ
    ή κοινά μολύβια

    ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΟΡΤΟΥΝΗ

    ***

    6. θα γράφω τις νύχτες δίχως μελάνι μες στις κραυγές αυτού του κόσμου…
    θα γράφω τις νύχτες σ’ ένα ξέφωτο κοντά σε μια πηγή που θ’ αναβλύζει δροσερό νερό και θα μαζεύονται κοντά μου όλες οι λέξεις όλα τ’ αγρίμια…
    θα γράφω τις νύχτες…
    (και) γύρω μου χιλιάδες ουράνια τόξα θα εκλιπαρούν την αιωνιότητα

    ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΟΡΤΟΥΝΗ

    ***

    7. Τα πιο ωραία ποιήματα

    Τα πιο ωραία ποιήματα
    γράφονται πάνω στις πέτρες με πληγωμένα γόνατα
    και σκέψεις αιχμηρές από μυστήρια.

    Τα πιο ωραία ποιήματα
    γράφονται πάνω σ’ αδειανή Αγία Τράπεζα,
    κυκλωμένα από τα ιερά σκεύη της θεϊκής παράνοιας.
    Έτσι, τόσο παράφορα τρελός που είσαι
    υπαγορεύεις στην ανθρωπότητα
    στίχους στασιωτικούς
    και βιβλικές προφητείες
    σαν αδερφός του Ιωνά.

    Μα στη Γη της Επαγγελίας
    εκεί που φυτρώνουν τα χρυσά μήλα
    και το δέντρο της γνώσης
    ο Θεός δεν έχει κατέβει ποτέ ούτε σ’ αναθεμάτισε.

    Όμως εσύ ναι, αναθεματίζεις
    στιγμές-στιγμές το τραγούδι σου
    γιατί κατήλθες στον Άδη
    εισπνέοντας το αψέντι
    μιας κακής επιβίωσης.

    ALDA MERINI 1931-2009

    ***

    8.
    …Πες τους πως
    εγώ κι ο ήλιος είμαστε πάντοτε σε πορεία.
    Πως όταν κάθε Κυριακή ντύνομαι τις ελπίδες μου
    γιομίζει καθώς περπατώ ο κόσμος.
    Εσύ, έτσι πες τους.
    Πως δε σου ‘γραψα τίποτα. Πως σου ‘στειλα μονάχα
    το παιδικό μου αλάβωτο χαμόγελο σαν ένα
    φεγγάρι μέσα σε μια στέρνα.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    9.
    …εγώ γράφω εσύ δεν διαβάζεις
    ζηλεύω τα σφάλματα των άλλων
    που ανακυκλώνονται σαν νόημα
    μοναδική μου αλήθεια ανάμεσα
    στα τόσα ψέματα που χορεύουν
    στο χαρτί στοιχισμένες αράδες
    με πεζό το αρχικό γράμμα αλλού
    χωρίς κόμματα και αλλού χωρίς
    τελείες – μανιφέστο ρομαντισμού
    όλα όσα γράφονται πάνε πέρα
    πάνε πέρα – μια τρύπα στον αέρα…

    ΒΑΣΟΣ ΓΕΩΡΓΑΣ

    ***

    10. [θα προτιμούσα αντί για δάκρυα να βγαίνει ένα φως από τα μάτια των ανθρώπων]

    …σ’ ένα κομμάτι ξύλου που να κλαίει και να
    λέει κι εγώ υποφέρω μαζί σου καθώς και
    εσύ υποφέρεις για όσα κακογραμμένα
    ποιήματα έγραψες στη ζωή σου

    Βάσος Γεώργας

  5. Ciao Aggeliki!!!…
    * Η φίλη μας η Πέτρα μου πρότεινε, κι εγώ συμφώνησα, μια ανάρτηση να είναι δική σου… Βρες θέμα και στείλε μου το υλικό για το μεθεπόμενο Σάββατο στο mail: itzikas@in.gr

    -Ντύλαν Τόμας, «ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΥΠΕΓΡΑΨΕ»

    «Το χέρι που υπέγραψε, ερήμωσε μια πόλη∙
    πέντε ηγεμόνες δάχτυλα δεκάτισαν ανάσα,
    διεύρυναν την σφαίρα των νεκρών και χώρισαν μια χώρα∙
    οι πέντε βασιλιάδες,
    οδήγησαν στο θάνατο τον έναν βασιλιά.

    Το μέγα χέρι έρχεται στην κατηφόρα του ώμου,
    τα δάχτυλα παθαίνουν κιμωλία∙
    χήνας φτερό σταμάτησε το φονικό
    που είχε σταματήσει ομιλία.

    Το χέρι υπέγραψε συνθήκη, γέννησε πυρετό,
    θέρισε η πείνα κι έπεσε ακρίδα∙
    μέγα το χέρι που έχει τόση εξουσία
    στον άνθρωπο, με τ’ όνομά του ορνιθοσκαλισμένο.

    Μετρούν νεκρούς οι πέντε βασιλιάδες, μα δε διώχνουν
    την κρούστα της πληγής, το μέτωπο δεν πιάνουν∙
    χέρι θεσπίζει το έλεος, χέρι τα ουράνια∙
    δεν έχουν δάκρυα τα χέρια για να κλάψουν.»
    (Ντύλαν Τόμας, Τα χρώματα της λαλιάς, ΕΡΑΤΩ)

    -Μ. Αναγνωστάκης, [Γράψανε τ’ όνομά του…]

    «Γράψανε τ’ όνομά του στη σιδερένια πόρτα
    Σ’ ένα τετράγωνο μικρό χαρτί.
    (Άρχιζε μια καινούρια μέρα. Τί να ’ναι τάχα αυτό π’ αρχίζει;)
    Γράψανε τ’ όνομά του σ’ ένα τετράγωνο μικρό χαρτί
    Στη λιτανεία του πρωινού γελούσαν οι τανάλιες του ήλιου
    (Χάθηκαν όλα τώρα πια. Μα τάχα ποιά είν’ η απώλεια και ποιό το κέρδος;)
    Γράψανε τ’ όνομά του στη σιδερένια πόρτα
    Έμεινε μια φωτογραφία μικρή, στη λάσπη, που κρατούσε
    Μοιράσανε τα ρούχα του στους οπλισμένους στρατιώτες
    Δε μίλησε —«Τετέλεσται»— Είπε μονάχα τ’ όνομά του
    (Μα ποιό είν’ το τέλος τάχα και ποιά να ’ναι η επιστροφή;)
    Αυτοί δεν ήταν Ήρωες. Όμως ο θάνατός τους
    Των άδειων μάταιων ημερών νόμιμη πλήρωση
    Στων άλλων την παραδοχή και την αδιαφορία
    Έμοιαζε σ’ ένα πρόσκαιρο πλαίσιο ξεχασμένο
    Σα μιαν ανάμνηση ακριβή της τελευταίας υπόμνησης
    Είχεν ακόμα τη σκληρήν ευγένεια των πραγμάτων
    Που μιας στιγμής η απόσταση ξέρει να υψώνει.»
    (Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

    -Κώστας Καρυωτάκης, «Ο γραφιάς»

    «Οι ώρες μ’ εχλώμιαναν, γυρτός που βρέθηκα ξανά
    στο αχάριστο τραπέζι.
    (Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο στον τοίχο αντικρινά
    ο ήλιος γλιστράει και παίζει.)
    Διπλώνοντας το στήθος μου, γυρεύω αναπνοή
    στη σκόνη των χαρτιών μου.
    (Σφύζει γλυκά και ακούγεται χιλιόφωνα η ζωή
    στα ελεύθερα του δρόμου.)
    Απόκαμα, θολώσανε τα μάτια μου και ο νους,
    όμως ακόμη γράφω.
    (Στο βάζο ξέρω δίπλα μου δυο κρίνους φωτεινούς.
    Σα να ‘χουν βγει σε τάφο.)»
    (Κ. Καρυωτάκης, Άπαντα, εκδ. ΠΕΛΛΑ)

  6. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Όταν το γράψιμο μπορούσε να κοστίσει ακόμα και τη ζωή σου. [Σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.]

    Ο ταχυδακτυλουργός

    Εγώ ήμουν ολομόναχος σ’ εκείνο το κελάρι και αδημονούσα να φέρω σε πέρας ένα σημαντικό εγχείρημα. Είχα προμηθευτεί ένα φύλλο χαρτί και ένα υπόλειμμα μολυβιού, και εδώ και μέρες περίμενα να μου παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία να γράψω το πρόχειρο ενός γράμματος, στα ιταλικά βέβαια, που ήθελα να εμπιστευτώ σ’ έναν ιταλό εργάτη να το στείλει στην Ιταλία στους δικούς μου. Πράγματι εμάς, μας ήταν αυστηρά απαγορευμένο να γράφουμε. Ήμουν βέβαιος πως, αν το σκεφτόμουν λίγο, θα έβρισκα τον τρόπο να συντάξω ένα μήνυμα που θα ήταν αρκετά σαφές για τους δικούς μου και συνάμα αρκετά αθώο ώστε να μην προσελκύσει την προσοχή της λογοκρισίας. Δεν έπρεπε να με δει κανείς, γιατί το απλό γεγονός ότι έγραφα ήταν από μόνο του ύποπτο, (για ποιο λόγο και σε ποιόν θα μπορούσε κάποιος από μας να έχει κάτι να γράψει;) και το στρατόπεδο καθώς και το εργοτάξιο έβριθαν από καταδότες. Αφού δούλεψα καμιά ωρίτσα τακτοποιώντας τους κυλίνδρους, ένοιωσα αρκετά ήρεμος για να αρχίσω το γράψιμο. Οι κύλινδροι κατέβαιναν από την κεκλιμένη σανίδα σε αραιά διαστήματα και δεν ακουγόταν κανένας ανησυχητικός θόρυβος στο κελάρι.

    Δεν είχα όμως λογαριάσει το αθόρυβο βήμα του Έντυ. Τον πήρα είδηση όταν πια στεκόταν και με κοίταζε. Ενστικτωδώς, ή μάλλον ηλιθίως, άνοιξα τα δάχτυλα. Το μολύβι έπεσε, αλλά το χαρτί κυμάτισε σαν ένα ξερό φύλλο πριν κατέβει αργά στη γη.

    [….] Περίμενε να σηκωθώ και με ρώτησε σε ποιόν έγραφα. Του απάντησα με τα αδέξια γερμανικά μου ότι δεν έγραφα σε κανέναν. Είχα βρει κατά τύχη ένα μολύβι και έγραφα από καπρίτσιο, από νοσταλγία, σαν σε όνειρο. Το ‘ξερα βέβαια πως απαγορευόταν το γράψιμο, ήξερα όμως πως δεν ήταν δυνατόν να στείλει κανείς γράμματα. Τον διαβεβαίωσα πως δε θα τολμούσα ποτέ να παραβώ τους κανόνες του στρατοπέδου. Προφανώς ο Έντυ δε θα με πίστευε, αλλά κάτι έπρεπε να πω, αν μη τι άλλο για να προκαλέσω τον οίκτο του. Αν με κατήγγελλε στο Πολιτικό Τμήμα, το ήξερα, με περίμενε η κρεμάλα, αλλά πριν από την κρεμάλα η ανάκριση (και τι ανάκριση!) για να διαπιστωθεί ποιος ήταν ο συνένοχός μου, και ίσως για να μου αποσπάσουν τη διεύθυνση του παραλήπτη στην Ιταλία. Ο Έντυ με κοίταξε με περίεργο ύφος. Μετά μου είπε να μην κουνηθώ και ότι θα επιστρέψει σε μια ώρα.

    Η ώρα εκείνη κράτησε πολύ. Ο Έντυ γύρισε στο κελάρι, είχε στο χέρι του τρία φύλλα χαρτί μαζί με το δικό μου και αμέσως διάβασα στο πρόσωπό του ότι την είχα γλυτώσει φτηνά. Δεν πρέπει να ήταν κανένας άβγαλτος, αυτός ο Έντυ, ή πάλι μπορεί το φαύλο του παρελθόν να του είχε μάθει τα στοιχειώδη του θλιβερού επαγγέλματος του ανακριτή. Είχε βρει ανάμεσα στους συντρόφους μου δύο (δεν του ‘φτανε ένας), που ήξεραν γερμανικά και ιταλικά, και τους είχε ζητήσει, χωριστά, να μεταφράσουν στα γερμανικά το μήνυμά μου, προειδοποιώντας τους ότι αν οι δύο μεταφράσεις δεν έβγαιναν οι ίδιες δε θα κατήγγελλε στο Πολιτικό Τμήμα μόνον έμενα αλλά και αυτούς.

    Μου έκανε ένα κήρυγμα που δυσκολεύομαι να παραθέσω εδώ. Μου είπε πως, για καλή μου τύχη, οι δύο μεταφράσεις ήταν οι ίδιες και το κείμενο δεν ήταν ενοχοποιητικό. Πως ήμουν τρελός — δεν εξηγιόταν αλλιώς. Μόνον ένας τρελός θα μπορούσε να σκεφτεί να παίξει με τη ζωή του έτσι, να παίξει έτσι με τη ζωή του ιταλού συνενόχου που σίγουρα είχα, με τη ζωή των δικών του στην Ιταλία, αλλά και με τη σταδιοδρομία του Έντυ ως Κάπο. Μου είπε πως η σφαλιάρα εκείνη ήταν όλη δική μου, πως θα ‘πρεπε μάλιστα να τον ευχαριστήσω γιατί επρόκειτο για καλή πράξη, από αυτές που σε στέλνουν στον Παράδεισο, και ‘κείνος, ένας «Strassenrauber», κλέφτης του δρόμου, σίγουρα τiς είχε πολλή ανάγκη τις καλές πράξεις. Και τέλος πως δε θα έδινε συνέχεια στην καταγγελία, αλλά πως ούτε και αυτός δεν ήξερε γιατί. Ίσως γιατί ήμουνα τρελός, άλλωστε είναι γνωστό ότι όλοι οι ιταλοί είναι τρελοί. Το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να τραγουδάνε και να μπαίνουν σε μπελάδες.

    Πρίμο Λέβι (μετ. Σάρα Μπενβενίστε) από το βιβλίο Λίλιθ
    Εκδόσεις: Ροδαμός, 1992

  7. Ciao, Aggeliki!… Πολύ καλό… Διάβασα το βιβλίο πριν από χρόνια…
    *Δεν πρόσεξες την πρότασή μου στο προηγούμενο σχόλιο η ανάρτηση του μεθεπόμενου Σαββάτου να είναι δικήσου, στέλνοντάς μου το υλικό στο e-mail μου: itzikas@in.gr

    -«…Πάνω στην άμμο την ξανθή
    γράψαμε τ’ όνομά της
    ωραία που φύσηξε ο μπάτης
    και σβήστηκ’ η γραφή…»
    (Γ. Σεφέρης)

    -Αργύρης Χιόνης, [Έτρεχε το μολύβι πάνω στο χαρτί]

    «Έτρεχε το μολύβι πάνω στο χαρτί
    Δαιμονισμένα έτρεχε λαχανιασμένα
    Ώσπου το χέρι πιάστηκε
    Ώσπου η ανάσα πιάστηκε
    Ώσπου το ποίημα γέμισε
    Γέμισε ασφυκτικά

    Αυτό δεν είναι ποίημα σκέφτηκε
    Αυτό είναι μικροαστικό σαλόνι
    Αυτό είναι γιουσουρούμ

    Πήρε τη γόμα κι άρχισε να σβήνει
    Τα σύννεφα να σβήνει και τον άνεμο που τα κινούσε
    Τα δέντρα και τα φύλλα τους
    Τη φλυαρία των πουλιών και τα πουλιά τα ίδια
    Έσβησε τα παιδιά το τόπι τους και τις φωνές τους
    Έσβησε τις μανάδες τους που τα μαλώναν
    Έσβησε τους διαβάτες τους εμπόρους τους ζητιάνους

    Σαν βόμβα νετρονίου η γόμα του
    Άφησε μόνο ένα κομμάτι ουρανού
    Το φως του ήλιου δίχως ήλιο
    Λίγ’ άδεια σπίτια
    Ένα δρόμο έρημο
    Τον ίσκιο ενός σκύλου άφαντου»
    (Αργύρης Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

  8. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Έχεις δει τα μέιλ σου; Δεν έλαβες το μέιλ που σου έστειλα;
    Σε παρακαλώ απάντησε μου. Υπάρχει λόγος.

  9. *Αγγελική, δεν το πήρα!…Κάτι πρέπει να ‘γινε λάθος…Ξαναγράφω το μέιλ: itzikas@in.gr

    -Νίκος Καρούζος, «Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα»

    «Μαύρη εκδίκηση… (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
    Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
    Θα ‘λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο -: τη νύχτα
    είν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
    Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει
    τα ρολά της,
    δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
    Χτες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
    (οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται
    σαν ασέβειες πάντοτε.
    Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου
    αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
    πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
    Θα ‘θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς
    να ρημάξω
    τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
    μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεχτα …
    Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη
    παραφροσύνη;
    Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
    χαρίζοντας στα χέρια μου σπαραχτικό τσεκούρι της αγάπης
    τα όνειρα : ξερόκλαδα στην ερημιά κ’ η θάλασσα
    το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα
    κουρελιασμένο.
    Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
    (πότε το ‘λεγα;)
    σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου
    βαρβαρότητα.
    Μα όμως να την η γυναίκα η κατάφυτη
    η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
    οπού της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
    σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
    «κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
    Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
    μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
    Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.»
    (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

  10. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ήδη σου ξανάστειλα πριν 3 ώρες. Μήπως πάει στα ανεπιθύμητα;
    Μάλλον πρέπει να μου στείλεις εσύ μέιλ , να δούμε τι γίνεται.

  11. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Δεν ξέρω αν έστειλες κάτι. Πάντως, να ξέρεις ότι δεν έχω λάβει τίποτα.

  12. Δεν έστειλα κάτι… Τώρα που πήρα το μέιλ σου θα σου στείλω αύριο το πρωί…Καλό βράδυ!

  13. Ωραία, Αγγελική, τα έλαβα τα μηνύματα… Μπορείς να μου στείλεις το υλικό…Αγωνιώ!….Θα το αναρτήσω το παραπάνω Σάββατο, για αύριο έχω ετοιμάσει κάτι δικό μου…Καλό βράδυ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: