Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (147ο): «Βιβλίο – διαβάζω»…

 

-“Ο κόσμος, λοιπόν, γεννήθηκε για να καταλήξει σ’ ένα βιβλίο”

(Μαλαρμέ)

 

-«Διάβασα κάποιο βιβλίο και πίστεψα πως είμαι σοφός. Διαβάζω τώρα πιο πολλά, κι όσο διαβάζω  τόσο πιο πολύ καταλαβαίνω την ασοφία μου. Αν το είπε άλλος δεν πειράζει, ας το ξαναπώ  κ’ εγώ…»

(Κωστής Παλαμάς)

 

 

-«…Κάπνισα τη ζωή μου. Αβέβαιο

Ό,τι είδα ή διάβασα. Όλος

Ο κόσμος ένα μεγάλο ανοιχτό βιβλίο είναι

Που με χλευάζει σε μιαν άγνωστη γλώσσα.»

(Φ. Πεσσόα)

 

 

 

 

-«Αυτοί που μας κλέψαν το βιβλίο από το χέρι,

μας κατηγορούν ότι μείναμε αδιάβαστοι»

(Μπ. Μπρεχτ)

 

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Σ’ ένα βιβλίο παληό»

«Σ’ ένα βιβλίο παληό — περίπου εκατό ετών —
ανάμεσα στα φύλλα του λησμονημένη,
ηύρα μιαν υδατογραφία άνευ υπογραφής.
Θάταν το έργον καλλιτέχνου λίαν δυνατού.
Έφερ’ ως τίτλον, «Παρουσίασις του Έρωτος».

Πλην μάλλον ήρμοζε, «—του έρωτος των άκρως αισθητών».

Γιατί ήταν φανερό σαν έβλεπες το έργον
(εύκολα νοιώθονταν η ιδέα του καλλιτέχνου)
που για όσους αγαπούνε κάπως υγιεινά,
μες στ’ οπωσδήποτε επιτετραμμένον μένοντες,
δεν ήταν προωρισμένος ο έφηβος
της ζωγραφιάς — με καστανά, βαθύχροα μάτια·
με του προσώπου του την εκλεκτή εμορφιά,
την εμορφιά των ανωμάλων έλξεων·
και τα ιδεώδη χείλη του που φέρνουνε
την ηδονή εις αγαπημένο σώμα·
με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα για κρεββάτια
που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική.»

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

 -Κ. Π. Καβάφης, «Ήλθε για να διαβάσει — »

«Ήλθε για να διαβάσει. Είν’ ανοιχτά
δυο, τρία βιβλία· ιστορικοί και ποιηταί.
Μα μόλις διάβασε δέκα λεπτά,
και τα παραίτησε. Στον καναπέ
μισοκοιμάται. Aνήκει πλήρως στα βιβλία —
αλλ’ είναι είκοσι τριώ ετών, κ’ είν’ έμορφος πολύ·
και σήμερα το απόγευμα πέρασ’ ο έρως
στην ιδεώδη σάρκα του, στα χείλη.
Στη σάρκα του που είναι όλο καλλονή
η θέρμη πέρασεν η ερωτική·
χωρίς αστείαν αιδώ για την μορφή της απολαύσεως …»

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

 

-Χρίστος Λάσκαρης, «Διαβάζοντας ένα ποίημα»

«Διάβαζα ένα ποίημα για την άνοιξη

όταν την είδα

να έρχεται από μακριά:

μισή γυναίκα, μισή όνειρο.

Κατέβαινε το μονοπάτι κάτω

στεφανωμένη

με άνθη κερασιάς.

Τότε κατάλαβα τι δύναμη έχουν τα ποιήματα.»
(Χρίστος Λάσκαρης – Ποιήματα», εκδ. Γαβριηλίδης, 2004)

 

-Νίκος Καρούζος, «Ρομαντικός επίλογος»

«Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αητό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ.
Μη με διαβάζετε
όταν έχετε δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα.

Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.»
(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)

 

 

 

 

Emily Elizabeth Dickinson, «Ένα βιβλίο»

«Δεν υπάρχει φρεγάτα σαν ένα βιβλίο

Να μας πάει χώρες μακριά,

Ούτε ίππος ταχύς σαν μια σελίδα

Καλπάζουσας ποίησης.

Αυτό το πέρασμα μπορεί να το διασχίσει και ο φτωχότερος

Χωρίς την τυραννία διοδίων·

Πόσο λιτή είναι η άμαξα

Που μεταφέρει μια ανθρώπινη ψυχή!»

 

-Μ. Αναγνωστάκης, «Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Όττο V…»

I

«Σε δύο λεπτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Δεν πρέπει να σκεφτεί κανένας τίποτ’ άλλο
Εμπρός η σημαία μας κι εμείς εφ’ όπλου λόγχη από πίσω
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά που μαντεύονται χιλιάδες ανήσυχα μάτια
Εκεί που χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω από μι’ άλλη σημαία
Έτοιμα να χτυπήσουνε και να χτυπηθούν.

Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα
Μια λεξούλα μικρή μες στη νύχτα, που σε λίγο εξαίσια θα λάμψει.

(Κι εγώ που ‘χω μια ψυχή παιδική και δειλή
Που δε θέλει τίποτ’ άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
Κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θε μου, να μάθω γιατί
Και δε βλέπω μπροστά μου τόσα χρόνια παρά μόνο τον δίδυμο αδερφό μου).»

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

 

-Juan Ramon Jimenez, [Θα ‘θελα το βιβλίο μου]

«Θα ‘θελα το βιβλίο μου

να ‘ναι σαν ουρανός νυχτερινός

όλο παρούσα αλήθεια, δίχως ιστορία.

 

Και ολόκληρο να δίνεται καθώς εκείνος, μ’ όλα,

κάθε στιγμή, τ’ αστέρια του, χωρίς

τα πρώτα χρόνια, η νιότη, τα γεράματα

ν’ αναιρούν μήτε να προσθέτουν θέλγητρο

στην άπειρη ομορφιά του.

 

Λάμψη, παλμός και μουσική

ακέρια και παρόντα!

Λάμψη, παλμός και μουσική στο μέτωπο

του καθαρού βιβλίου!»

(Επιλογές από την ξένη ποίηση, εκδ. Σοκόλη)

 

 

 

-Ευγένιος Τριβιζάς, «Ο Ύμνος του Βιβλίου»

«Πες μου κάτι, τι αξίζει πιο πολύ από φλουριά;
Πες μου κάτι, τι χαρίζει γέλιο, κέφι και χαρά;

Έλα, πες μου τι γεμίζει παρηγόρια την καρδιά;
Έλα, πες μου, τι σκορπίζει την πιο μαύρη συννεφιά;

Έλα, πες μου, τι ‘ναι εκείνο που με κάνει και δακρύζω,
Που με κάνει να γελάω, που με κάνει να ελπίζω;

Έλα, πες μου, τι ‘ναι εκείνο που με κάνει να γιορτάζω,
Που με κάνει να πετάω, στα ουράνια να καλπάζω;

Ένα βιβλίο! Ένα βιβλίο!
Ένα βιβλίο που μαγεύει, όνειρα στο νου φυτεύει
Και στο ταξίδι της ζωής, πιστά μας συντροφεύει!»

(Πηγή: http://enisiou.blogspot.gr/p/blog-page_3881.html)

 

 

-Καλλιόπη Δημητροπούλου, «Το βιβλίο»

«Ένα βιβλίο ανοίγω

και στέκομαι

στο «καταιγίδα»

μουρμουρητών,

βοών, κλαυθμώνων

ψηφία πάνε κι έρχονται

λυγμοί, μορφές. ανάγκες

στάλα, σταλαγματιά, σταγόνα

ρυάκια σέρνουν το κουπί

ξεβράζονται ποτάμια

στίχοι ποιούν

βραδύγλωσση μομφή

συλλαβισμοί

στριμώχνουν τη γραφή

δισύλλαβα ναυάγια

σφαδάζει τ” άψυχο χαρτί

τα δάχτυλα αργόσυρτο μολύβι

άνθρωποι τρέχουν αδειανοί

στο αγοραίον της ζωής

σφουγγίζουν ίδρωτα και δάκρυ

τραυλίζει το άπνοο γιαπί

θλιμμένα τα σοκάκια

το ανήθικο

του ανθρώπου πλοηγός

το άδικο

αιχμάλωτο παρόν

η σήψη

ανεξίτηλος λεκές,

της εξουσίας

λάγνο προσωπείο.»

 

(Πηγή: http://fractalart.gr/kalliopi-dimitropoulou-4/)

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

13 thoughts on “Πες το με ποίηση (147ο): «Βιβλίο – διαβάζω»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Χρόνια πολλά για τις μέρες!
    Ξανά-μανά στον αγώνα τον καλό της Ποίησης και του Βιβλίου.

    *

    1. Αφού κρατάς ένα βιβλίο στο χέρι

    ᾿Αφοῦ κρατᾶς ἕνα βιβλίο στὸ χέρι, τί περιμένεις;
    Θὰ πῇ πὼς δέν ἦρθα καὶ δέν ἦρθες
    δὲ βγῆκα καὶ δὲ βγῆκες,
    δὲ συναντηθήκαμε, δέ θὰ συναντηθοῦμε…
    Ποιός εἶμαι; καὶ ποιά εἶσαι; θὰ πῇ·
    δέ σὲ ξέρω καὶ δέ μὲ ξέρεις·
    δέ θὰ σὲ μάθω καὶ δέ θὰ μὲ μάθῇς
    – αὐτό θὰ πῇ ἕνα βιβλίο στὸ χέρι !.. Θὰ πῇ βαριέσαι, καὶ βαριέμαι·
    σοῦ εἶμαι ἀδιάφορος καὶ μοῦ εἶσαι ἀδιάφορη.
    Τὸ φαΐ σου καίγεται, ἂν μ’ ἀκολουθήσῃς ;
    Τὸ ραντεβού σου ἀργεῖ καὶ σὲ συντροφεύω ;..
    Μὰ ἐμένα τί μὲ νοιάζει κι ἂν μαγειρεύῃς,
    κι ἂν δὲν τρῶς διόλου – τί
    κι ἂν τὸ ραντεβού σου ἀργεῖ;..
    Κι ἂντρας ἂν εἶσαι
    – σὲ προτιμάω γυναῖκα·
    καὶ γέρος – νέο·
    κι ἄσκημη πούσαι – γίνε ὄμορφη·
    κ’ ἐνάρετη – πάψε ! γίνε ἄσεμνη, δαιμονισμένη !..
    (Κι οὔτε καὶ σὲ προτιμάω – βαριέμαι…)
    Αὐτό θὰ πῇ ἕνα βιβλίο στὸ χέρι…
    Θὰ πῇ ἕναν τάφο ν’ ἀνοίξῃς – νὰ κάτσῃς δίπλα σ’ ἕναν τάφο,
    σ’ ἕνα σεντούκι μὲ ξένα πράγματα καὶ ροῦχα,
    σ’ ἕνα παράθυρο χωρίς διαβάτες – κι οὔτ’ ἕνα παιδί
    νὰ μή ρωτήσῃς πῶς τὸ λέν,
    τί τάξη πάει…
    Αὐτό θὰ πῇ ἕνα βιβλίο…
    ῞Ενα βιβλίο θὰ πῇ: νούμερο κάτω ἀπ’ τὸ μηδέν,
    κάθοδο κάτω ἀπ’ τὸ μηδὲν
    – τὰ πόδια πάνω, τὸ κεφάλι κάτω,
    τὰ πέλματα συναντημένα μ’ ἄλλα πέλματα
    ποὺ περπατᾶν στὴν πάνω γη’
    ἀνυποψίαστα…

    (Ρένος Αποστολίδης «᾿Αφοῦ κρατᾶς ἕνα βιβλίο…», ᾿Ανθ. Α’, σ. 90)

    ***

    2. Τα βιβλία μπούχτισαν τη σοφία τους, δεν μπορούσαν πια ούτε μια τυπωμένη λέξη ν’ αντικρίσουν, σβήσαν όλες τις σελίδες τους, σβήσαν τους χρυσούς τίτλους απ’ τα εξώφυλλά τους, έπαψαν να ‘ναι βιβλία.
    Ο άνθρωπος δεν πήρε τίποτα χαμπάρι, συνέχισε να τα βγάζει απ’ τη βιβλιοθήκη, να τα ξεσκονίζει, να τα ξεφυλλίζει, να βυθίζεται μέσα τους.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    ***

    3. Είμ’ ένα βιβλίο. Κάποιος με διαβάζει.
    Δεν ξέρω τι καταλαβαίνει από μένα,
    δεν ξέρω αν μου βρίσκει κάποιο βάθος.
    Πάντως δυσκολεύεται στο διάβασμα η βαριέται’
    συχνά με παρατά, τσακίζοντας τα φύλλα μου,
    εγκαταλείπει για καιρό και, όταν κάποτε επιστρέφει,
    έχει πλέον χάσει τη συνέχεια, έχει ξεχάσει
    ο,τι έχει διαβάσει.
    Έτσι, με ξαναπιάνει απ΄ την αρχή,
    για να με παρατήσει πάλι,
    υστερ΄από λίγο, κουρασμένος.

    Δεν ξέρω αν διαβάζει άλλα βιβλία,
    δεν ξέρω καν πως βρέθηκα στα χέρια του,
    όμως εδώ είμαι, αυτός είναι η μοίρα μου
    και, αν αυτός δεν με διαβάσει,
    άλλον αναγνώστη δεν πρόκειται να βρω.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    ***

    4. «Ωδή στο βιβλίο»

    Βιβλίο,
    ωραίο,
    βιβλίο
    έλασσον δάσος,
    φύλλο το φύλλο,
    μυρίζει το χαρτί σου
    στοιχείο,
    είσαι πρωινό
    και νυχτιάτικο,
    δημητριακό,
    ωκεάνιο,
    μες στις παλιές
    σελίδες σου
    και η ομορφιά
    της αδερφοσύνης
    ……………………….
    πέτρα την πέτρα
    να υψώνει
    το ανθρώπινο κάστρο,
    πόνοι που υφαίνουν
    τη σταθερότητα,
    πράξεις αλληλέγγυες,
    βιβλίο
    κρυμμένο
    από τσέπη σε τσέπη
    λάμπα
    παράνομη,
    κόκκινο αστέρι.

    Αγαπώ τα βιβλία
    τα εξερευνητικά,
    βιβλία με δάσος ή χιόνι,
    βυθό ή ουρανό,
    αλλά
    μισώ
    το βιβλίο αράχνη
    όπου η σκέψη έδωσε σύρμα
    φαρμακερό
    για να μπλεχτεί η νεαρή,
    η τριγυρίστρα μύγα.

    Βιβλίο, άσε με λεύτερο..
    Δε θέλω να κυκλοφορώ
    ντυμένος τεύχος,
    δεν έρχομαι από έναν τόμο,
    τα τραγούδια μου
    δεν έχουν φάει τραγούδια,
    καταβροχθίζουνε
    παθιασμένα γεγονότα,
    τρέφονται με ύπαιθρο,
    βγάζουνε τροφή
    από τη γη
    και τους ανθρώπους.

    Βιβλίο, άσε με να διαβαίνω
    τις στράτες,
    με σκόνη στα παπούτσια
    και χωρίς μυθολογία:
    γύρνα στη βιβλιοθήκη σου,
    εγώ πάω στους δρόμους.

    Πάμπλο Νερούδα, μετάφραση Δανάη Στρατηγοπούλου

    The book of secrets, Loreena McKennitt

    5. ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ

    Ατάραχε αναγνώστη, ω εσύ μυαλό βουκολικό,
    νηφάλιε μου άνθρωπε, αφελή και του Καλού υπηρέτη,
    αγνόησε τί λέει το βιβλίο αυτό· προσέτι
    δε πέτα το ως ανέγνωμο και μελαγχολικό!

    Τον λόγο αν δεν εσπούδασες που λεν ρητορικό
    κοντά στον Σατανά (: διδάχο ατσίδα, αν και προπέτη),
    ε, πέτα το!: χαμπάρι δεν θα πάρεις πως είν’ σκέτη
    απάτη, αν ήδη δεν με πέρασες για υστερικό!

    Αλλά αν, χωρίς να γητευτείς ή να παρασυρθείς,
    το μάτι σου γνωρίζει στις αβύσσους να βουτάει,
    ας με διαβάσεις! – και θα με αγαπήσεις παρευθύς.

    Ψυχή περίεργη αν είσαι και που ξέρει να χτιμάει
    και τον παράδεισο γυρεύει, σου παρακαλιέμαι
    συμπόνα με, σπλαχνίσου με! – ειδαλλιώς σε καταριέμαι!

    CHARLES BAUDELAIRE -Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    6. Στὸν ἀναγνώστη

    Ἡ ἀνοησία, τ᾿ ἁμάρτημα, ἡ ἀπληστία κι ἡ πλάνη
    κυριεύουνε τὴ σκέψη μας καὶ φθείρουν τὸ κορμί μας,
    κι εὐχάριστα τὶς τύψεις μας θρέφουμε στὴν ψυχή μας,
    καθὼς ποὺ θρέφουν πάνω τους τὶς ψεῖρες οἱ ζητιάνοι.

    Στὰ μετανιώματα ἄναντροι κι ἁμαρτωλοὶ ὡς τὴν ἄκρια,
    ζητᾶμε πληρωμὴ ἀκριβὴ γιὰ κάθε μυστικό μας
    καὶ ξαναμπαίνουμε εὔκολα στὸ βοῦρκο τὸν παλιό μας,
    θαρρώντας πὼς ξεπλένεται μὲ τὰ δειλά μας δάκρυα.

    Πάνω ἀπ᾿ τὸ προσκεφάλι μας ὁ Σατανᾶς γερμένος
    πάντα στὰ μάγια τοῦ κακοῦ τὸ νοῦ μας νανουρίζει,
    τὴ πιὸ ἀτσαλένια θέληση μεμιᾶς τὴν ἐξατμίζει,
    αὐτὸς ὁ Μέγας χημικός, ὁ Τετραπερασμένος.

    Ὁ Διάολος, τὸ νῆμα αὐτὸς κρατᾶ ποὺ μᾶς κουνᾶ!
    Τὰ πράματα τὰ βρωμερὰ πιότερο τ᾿ ἀγαπᾶμε,
    κι ὅλο καὶ πρὸς τὴ Κόλαση κάθε στιγμὴ τραβᾶμε,
    μὲ δίχως φρίκη, ἀνάμεσα στὸ σκότος ποὺ βρωμᾶ.

    Σὰν τὸ φτωχὸ ξεφαντωτὴ ποὺ πιπιλᾶ μὲ ζάλη
    μιᾶς παλιᾶς πόρνης ἀγκαλιὰ πολιομαρτυρισμένη,
    κλεφτάτα ἁρπάζουμε κι ἐμεῖς καμιὰ ἡδονὴ θλιμμένη,
    ποὺ τήνε ξεζουμίζουμε σὰ σάπιο πορτοκάλι.

    Σὰν ἕνα ἑκατομμύριο σκουλήκια, μυρμηγκώντας,
    μὲς στὸ μυαλό μας κραιπαλοῦν τοῦ Δαίμονα τὰ πλήθη,
    κι ὅταν ἀνάσα παίρνουμε, ὁ Θάνατος στὰ στήθη
    σὰν ἄϋλος ποταμὸς κυλᾶ, σιωπηλὰ θρηνώντας.

    Ἂν τὸ φαρμάκι κι ἡ φωτιὰ κι ἡ βιὰ καὶ τὸ μαχαίρι
    δὲν ἔχουνε τὰ φανταχτὰ κεντίδια ἀκόμα κάνει
    στὸ πρόστυχο τῆς μοίρας μας ἄθλιο καραβοπάνι,
    εἶναι ποὺ λείπει ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ τὸ θάρρος κι ἀπ᾿ τὸ χέρι.

    Μὰ μὲς στὶς σκύλες, τοὺς σκορπιούς, τὰ φίδια, τὰ τσακάλια,
    τοὺς πάνθηρες, τοὺς πίθηκους, τοὺς γύπες, τὰ θηρία
    ποὺ γρούζουν, σέρνουνται, ἀλυχτοῦν κι οὐρλιάζουν μὲ μανία
    μέσ᾿ στῶν παθῶν μας τὸ κλουβί, προβαίνει ἀγάλια,
    θεριὸ πιὸ βρώμικο, κακό, τὴν ἀσκημιὰ νὰ δείξει!

    Κι ἂ δὲ σαλεύει κι οὔτε ἀκούει κανένας τὸ οὐρλιαχτό του,
    ὅλη γῆς θὰ ρήμαζε, καὶ στὸ χασμουρητό του
    θὰ ῾θελε νὰ κατάπινε τὸν κόσμο -αὐτὸ ῾ναι ἡ πλήξη!-
    πού, μ᾿ ἕνα δάκρυ ἀθέλητο στὰ μάτια τῆς κοιτάζεις,
    καθὼς καπνίζει τὸν οὐκᾶ, κρεμάλες νὰ στυλώνει.
    Καὶ ξέρεις, ἀναγνώστη, αὐτὸ τὸ τέρας πῶς δαγκώνει!
    Ὦ ἀναγνώστη ὑποκριτή, ἀδέρφι ποὺ μοῦ μοιάζεις!

    Charles Baudelaire, μετ. Γιώργης Σημηριώτης

    You can’t judge a book, BO DIDDLEY

    7. Ένας αναγνώστης

    Άλλοι, ας καυχηθούν για τις σελίδες που έχουν γράψει’
    εγώ, είμαι περήφανος για κείνες που έχω διαβάσει.
    Μπορεί να μην υπήρξα φιλόλογος,
    ή να μην έχω ερευνήσει τις πτώσεις, τις εγκλίσεις τις δύσκολες
    μεταφωνίες των γραμμάτων,
    το δέλτα που μετατρέπεται σε ταυ
    την ισοδυναμία του χι με το κάπα,
    αλλά, χρόνο με το χρόνο, μ’ έχει κυριέψει
    ένα πάθος για τη γλώσσα.

    Τις νύχτες μου γεμίζει ο Βιργίλιος¨
    έχοντας μάθει κάποτε και έχοντας ξεχάσει τα λατινικά
    μένει κάποιο όφελος, γιατί η λησμονιά
    είναι μία από τις πλευρές της μνήμης, το αχανές κελάρι της,
    η άλλη όψη, η μυστική, του νομίσματος.
    Και καθώς έσβηναν από τα μάτια μου
    οι πρόσκαιρες αγαπημένες μορφές,
    τα πρόσωπα, οι σελίδες,
    αφοσιώθηκα στη μελέτη της δύσκαμπτης γλώσσας
    που χρησιμοποιούσαν οι προγονοί μου τραγουδώντας
    για σπαθιά και μοναξιές,
    και τώρα, ύστερα από εφτά αιώνες,
    από την Έσχατη Θούλη,
    φτάνει ως εμένα η φωνή σου, Σνόρι Στούρλουσον.

    Ο νέος, ανοίγοντας το βιβλίο, σπουδάζει έναν συγκεκριμένο κλάδο
    ζητώντας να αποκομίσει μια επακριβή γνώση’
    στην ηλικία την δική μου, κάθε τέτοιο τόλμημα είναι μια περιπέτεια
    που αγγίζει τα όρια της απόγνωσης.
    Δεν θα μπορέσω ποτέ ν΄ αποκρυπτογραφήσω τις πανάρχαιες γλώσσες του Βορρά,
    κι ούτε να βυθίσω τα άπληστα χέρια μου στο χρυσάφι του Σίγκουρντ’
    το έργο που αναλαμβάνω είναι ανεξάντλητο
    και θα με συντροφέψει μέχρι τέλους,
    πάντα εξίσου αινιγματικό καθώς το σύμπαν
    ή και καθώς εγώ, ο αρχάριος.

    Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα
    Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης
    Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα, 2006

    ***

    8. Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

    «Εδώ ειν’οι κήποι, οι ναοί και η αιτία που υπάρχουν οι ναοί
    η μουσική που πρέπει, τα λόγια τα σωστά·
    τα εξήντα τέσσερα εξάγραµµα·
    τελετουργίες – µοναδική σοφία
    που το Στερέωµα παραχωρεί στους ανθρώπους·
    η εξουσία εκείνου του αυτοκράτορα
    που αντανακλούσε τη γαλήνη του κόσµου – τον καθρέφτη του,
    έτσι που να καρπίσουν τα χωράφια,
    και να µην ξεχειλίσουν τα ποτάµια από τις όχθες τους,
    ο πληγωμένος μονόκερως, που ξαναγύρισε για να σηµάνει το τέλος,
    οι µυστικοί αιώνιοι νόµοι,
    η αρµονία του κόσµου·
    όλα αυτά ή η ανάµνησή τους, βρίσκεται εδώ
    µες τα βιβλία που φυλάω σ’ αυτόν τον πύργο.
    Κατέβηκαν οι Τάταροι απ’ τα Βορινά
    µε µαλλιαρά µικρόσωµα αλογάκια
    σαρώνοντας τα στρατεύματα
    που έστειλε ο Γιος του Ουρανού να τιμωρήσουν την ασέβεια τους,
    έστησαν πυραµίδες τις φωτιές, κόψαν κεφάλια,
    σκότωσαν και τον δίκαιο και τον άδικο,
    τον αλυσοδεμένο σκλάβο εκεί που φύλαγε τη πύλη
    πέρασαν τις γυναίκες κι ύστερα τις ξέχασαν
    και τράβηξαν στα νότια
    αθώοι σαν θηρία αρπαχτικά
    σκληροί σαν τα µαχαίρια.
    Καθώς ξηµέρωνε δισταχτικά,
    ο πατέρας του πατέρα µου έσωσε τα βιβλία.
    Κι είναι εδώ, στον πύργο αυτό που κείτοµαι
    κι όλο σκαλίζω στα παλιά, σε µακρινούς καιρούς
    που ζούσαν άλλοι.
    Τα µάτια µου δεν έχουνε πια φως. Τα ράφια
    είναι εκεί ψηλά και στα χρόνια µου δεν τα φτάνω.
    Λεύγες η σκόνη και ο ύπνος που τυλίγουνε τον πύργο.

    Γιατί να ξεγελάω τον εαυτό µου;
    Στην πραγματικότητα ποτέ δεν έµαθα να διαβάζω,
    παρηγοριέµαι όµως µε την σκέψη
    πως φαντασία και παρελθόν είναι πια το ίδιο
    Για κάποιον που κοντεύει να τελειώσει
    και που αγναντεύει ότι αποµένει απ’ την πόλη
    που τώρα πάει να γίνει έρηµος ξανά.
    Τι µ’ εµποδίζει να ονειρεύοµαι πως κάποτε
    είχα αποκρυπτογραφήσει τη σοφία
    και µε χέρι υποµονετικό σχεδίαζα τα σύµβολα;
    Με λένε Χσιανγκ. Φυλάω τα βιβλία,
    που ίσως είναι και τα τελευταία,
    γιατί ούτε για την Αυτοκρατορία ξέρουµε πια τίποτα
    ούτε για τον Γιο του Ουρανού.
    Εδώ είναι, στα ράφια ψηλά,
    την ίδια ώρα µακρινά και κοντινά,
    κρυφά και φανερά, όπως τα άστρα.
    Εδώ είναι οι κήποι, οι ναοί».

    (Χόρχε Λουί Μπόρχες, Μετ. Δημ. Τριανταφυλλίδης)

    ***

    9. Ποίημα των δώρων
    στη Maria Esther Vàzquez

    Ας μην καταντήσει σε δάκρυα ή παράπονα
    αυτή η διακήρυξη του μεγαλείου του Θεού
    που με εξαίσια ειρωνεία
    μου χαρίζει ταυτόχρονα τη νύχτα και τα βιβλία.

    Τούτη την πολιτεία των βιβλίων
    έταξε να την επιβλέπουν δυο μάτια δίχως φως, που μονάχα
    στις βιβλιοθήκες των ονείρων μπορούν να διαβάσουν
    κάτι προτάσεις δίχως νόημα, που τις χαρίζουν

    τα χαράματα στο μόχθο τους. Άδικα η μέρα
    μπρος τους απλώνει τ’ αναρίθμητα βιβλία της,
    απόμακρα και άπιαστα σαν τις περγαμηνές
    που χάθηκαν στην Αλεξάνδρεια για πάντα.

    Ένας βασιλιάς (όπως λέει ο ελληνικός μύθος) πέθαινε
    στην πείνα και στη δίψα, ανάμεσα σε περιβόλια και πηγές°
    κι εγώ, ξοδεύω σπάταλα τα αχανή όρια
    τούτης της σκοτεινής, βαθιάς βιβλιοθήκης.

    Ανώφελα προσφέρουνε οι τοίχοι της
    εγκυκλοπαίδειες, άτλαντες τη Δύση
    την Ανατολή, αιώνες, δυναστείες,
    σύμβολα κόσμους και κοσμογονίες.

    Αργά αργά, μες στη σκιά μου εξερευνώ
    με το δισταχτικό ραβδί το κενό μισοσκόταδο,
    εγώ, που φανταζόμουν ως και τον Παράδεισο
    σαν μια απέραντη βιβλιοθήκη.

    Κάτι τα ορίζει όλα αυτά, κάτι που ασφαλώς
    δεν γίνεται να οριστεί με τη λέξη τύχη°
    άλλος, τα ‘χει κιόλας χαρεί, σε κάτι θολά πάλι απογεύματα,
    και το σκοτάδι και τ’ αμέτρητα βιβλία.

    Τριγυρνώντας στους απέραντους διαδρόμους
    νιώθω ένα αόριστο ιερό δέος, κι έχω την αίσθηση
    πως είμαι αυτός ο άλλος, κείνος που θα ‘χει κάνει
    τα ίδια βήματα ακριβώς, τις ίδιες μέρες.

    Ποιος απ’ τους δυο μας γράφει τάχα αυτό το ποίημα
    έχοντας έναν πολλαπλό εαυτό, μα ένα και μοναδικό σκοτάδι;
    Και τελικά, τι σημασία έχει τ’ όνομά μου
    όταν η μοίρα μας δεν ξεχωρίζει πουθενά;

    Είτε είμαι ο Γκρουσάκ, είτε ο Μπόρχες, κοιτάζω
    τούτο το αγαπημένο σύμπαν που παραμορφώνεται και σβήνει
    και γίνεται χλομή, ακαθόριστη στάχτη
    που μοιάζει με το όνειρο και τη λησμονιά.

    [Χόρχε Λουίς Μπόρχες ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ και άλλα ποιήματα, μεταφρ. Δημήτρης Καλοκύρης, ύψιλον/βιβλία Αθήνα 1982]

    ***

    10. ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ

    Με τους παλιούς και σκοτεινούς μάγους (όπου μπορούσαν,
    με φίλτρα, σολομωνικές και με την αλχημεία,
    να ξέρουνε το κάθε τί, να ‘ναι παντού οπού θέλουν,
    να κάνουνε τ’ αδύνατα) — μοιάζουνε τα Βιβλία.
    Κάθε που πιω απ’ τα φίλτρα τους και μπω στη συντροφιά τους,
    του Χρόνου και της Έκτασης οι νόμοι σταματάνε,
    υψώνουμαι έξω απ’ τη Ζωή για μπαίνω μέσα σ’ όλα
    κ’ οι Αιώνες απ’ τα μάτια μου τα εκστατικά περνάνε.
    Μπορώ να παίρνω την ψυχή ανθρώπων πεθαμένων
    και την πικρή τους ή λαμπρή να ξαναζώ ιστορία,
    κάνω δική μου των λαών την άπειρη σοφία
    κι όταν σαλεύει μέσα μου της αλλαγής ο πόθος,
    όπως του Γκαίτε οι μάγισσες κ’ εγώ, καβαλικεύω
    ένα Βιβλίο — και στον πλατύ τον κόσμο ταξιδεύω.

    Κώστας Ουράνης, Ποιήματα, σ. 209, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1953.

    ***

    11. Αναγνώστης

    Κλείνω το στόμα, συγκρατώ εκρήξεις λόγων
    Αναγνώστης του μέσα κόσμου παραμένω χρεώστης
    Χρησμούς ερμηνεύω σιωπώντας παραληρηματικά
    Χωρίς πατρίδα, χωρίς γλώσσα στη βίαιη καταστολή
    Και φθίνει αβυσσαλέα το άχρονο χρονομετρικά

    Σπουργίτια άδολα, κοτσύφια ραμφίζουν τον ουρανό
    Σχίζουν το μαύρο και ρέει το φως στη σιωπή

    Καμιά μεταμέλεια για όσα πράξαμε ή για όσα παραλείψαμε
    Για όσα με λέξεις καταδικάσαμε ή αθωώσαμε για πάντα
    Για όσα παράφορα αγαπήσαμε ή μισήσαμε εξακολουθητικά
    Αφού ιστορία παραμένει το συντελεσμένο που δεν ξεγίνεται

    Νύχτα μεσίστια το πελιδνό φιλούσα στόμα της Σελήνης.

    Πρόδρομος Μάρκογλου, Από τη συλλογή Ονείρων κοινοκτημοσύνη (2002)

    ***

    12. Το βιβλίο της ζωής

    Ο άνθρωπος είναι, η της Ζωής προσπάθεια
    να καταλάβει τον εαυτό της.
    Ένας σελιδοδείκτης,
    παρόν, χωρίζοντας, αδιάβαστο ακόμα
    από εκείνο που έζησε κι έγινε. Κι ετάφη
    πρόχειρα καθώς αλλάζει η σελίδα.
    Σφηνωμένος καταμεσής
    γραμμάτων στοιβαγμένων. Μιας ζωής
    που μόνο υπάρχει, καθώς διαβάζεται.

    Κανένα ποτάμι δεν γλίτωσε τη θάλασσα.
    Νεκροί που ξέρετε ακριβώς την ώρα και σεις
    ανυπόστατοι που αναμένετε τη φωταψία, πέστε μου
    είμαστε εκ των προτέρων παρελθόν,
    μέλλον των παλαιοτέρων,
    στη ζωή ανήκουμε ή στην ανυπαρξία
    ή μήπως συνυπάρχουμε στα μάτια σας
    ως λέξεις στο χαρτί, ταυτόχρονες;

    Κι ό,τι ζήσαμε, ατέλειωτη, το ξαναζούμε, ώρα.
    Κι ό,τι λαχταράμε βρίσκεται στην αγκαλιά μας τώρα.
    Κι ό,τι κρατάμε πιο σφιχτά, ήδη για μας χαμένο.
    Κι είμαστε ταυτόχρονα κι όνειρο κι έρημος και θεός
    σταυρό, αναμένοντας, και σκοπό και μπόρα.

    Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος, Κατά χρόνον ευαγγέλιο, 2012, ενότητα ΙΙ Η βίβλος της ερήμου

    The book of my life, STING

    13. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

    Είχανε ξεχάσει ποιο είταν το βιβλίο
    συμφωνούσαν όμως όλοι πως το διάβαζε την ώρα που μπήκαν
      στην ακτίνα
    μ’ έναν μακρύ κατάλογο.
    Διάβαζε κι όταν έγινε σιωπή κ’ οι αρβύλες των φυλάκων
    ηχούσαν στο προαύλιο σαν τα χώματα που πέφτουν πάνω
      στην νεκρόκασα.
    Διάβαζε κι όταν πέρναγαν έναν-έναν τους θαλάμους κι
      ακουγόντουσαν ξερά επίθετα κι ονόματα
    και το πατρώνυμο στο τέλος
               χαριστική βολή.
    Σε ποιό σπίτι σε τί δέντρα να τον είχε παρασύρει το βιβλίο
    σε ποιό βράχο νά ‘χε κάτσει με τα γυμνά του πόδια μες στον
      αφρό της θάλασσας
    δεν ήξερε κανένας να μου πει.
    Μόνο πως όταν τον διακόψαν
    τό ‘κλεισε με παράπονο κ’ είπε πως είταν όμορφο
    κρίμα που δεν τού ‘μεινε καιρός να το τελειώσει.

    Θα προσπαθήσω να το βρω εκείνο το βιβλίο.
    Θα τ’ ανοίξω στην τσακισμένη του σελίδα
    και
     αν αξιωθώ
         θα το διαβάσω ως το τέλος.

    Άρης Αλεξάνδρου, «Ευθύτης οδών» (1959). «Ποιήματα (1941-1974)» β΄ έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1981, σελ. 101.

    ***

    14. Ανακλητικό

    Πρώτος να περάσει μέσα ο δεκαπενταετής πλοίαρχος
    ύστερα να μπει σκονισμένος ο Ιβανόης αφήνοντας τ’ άλογό του στην πόρτα
    Ο καλός μας επίσκοπος Μυριήλ να καθίσει σ’ αυτή την καρέκλα
    καθ’ ον χρόνον ο Μάριος
    θα ξεδιπλώσει μια βουτηγμένη στο αίμα του σημαία
    προς απόδειξιν
    της προδοσίας του βασιλόφρονος παππού του

    Ο Τομ Σώγιερ, το πειραχτήρι, θα πετάξει ένα ποντίκι στο παράθυρο
    και θα βγει να τον κυνηγήσει με τη σκούπα η κυρία Θεναρδιέρου
    η γριά Φραγκογιαννού
    (που έχει χρόνια να μιλήσει στις γειτόνισσες)
    κι η ματαιόδοξη Μαρμελάδοβα

    – Τόσο πολύ τους σκέπτομαι ώστε θα με βαρέθηκαν

    ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ

    ***

    15. BIBΛIO KOΣMOΣ

    Ένα βιβλίο μόνο έχει γραφτεί
    κι έχει γραφτεί με πράγματα κι όχι με λόγια.
    Ένα βιβλίο μόνο έχει γραφτεί
    κι έχει γραφτεί από τον Kόσμο με τον Kόσμο για τον Kόσμο.
    O Κόσμος είναι το βιβλίο του Κόσμου.
    *
    Τέλος δεν έχει ο Κόσμος ούτε αρχή·
    μα ο ποιητής αποκαλύπτοντας τον Κόσμο
    είναι σα να τον φκιάχνει απ’ την αρχή.
    *
    Υπάρχει μόνο ένα βιβλίο να διαβαστεί
    και τούτο είναι το βιβλίο του Κόσμου.
    *
    Γράφω θα πει διαβάζω το βιβλίο του Κόσμου.
    Όλα μου τα γραφτά δεν είναι παρά μόνο υπογραμμίσεις στο βιβλίο του
    Κόσμου·
    όλα μου τα γραφτά δεν είναι παρά μόνο σημειώσεις, ζωγραφιές,
    στα περιθώρια των σελίδων του.
    Γράφω θα πει πως δείχνω στους ανθρώπους
    πως προσπαθώ να μοιραστώ μαζί τους
    την ομορφιά ή τη φρίκη που διαβάζω στο βιβλίο του Κόσμου.
    Γιατί κανένας δεν αντέχει να διαβάζει μόνος το βιβλίο του Κόσμου.
    Έφεσος, Ναός της Άρτεμης, 1988 μ.Χ.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

    ***

    16. Στὸ βιβλιοπωλεῖο

    Φυλλομετρώντας
    τὰ διηγήματα τοῦ Βιζυηνοῦ
    ποὺ ξανακυκλοφόρησαν,
    νεαρὲ μὲ τὸ πέτσινο,
    δὲν ξέρεις τί φυλλομετρᾶς.

    Σὲ παρατηρῶ νὰ τὰ παρατᾶς
    μὲ τὴν ἴδια ἄνεση
    πού τὰ πῆρες.

    Χρήστος Λάσκαρης

    ***

    17. ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

    ΔΙΑΒΑΖΩ ξαπλωμένος
    όλη τη ράθυμή μου Κυριακή.
    Χαλαρώνω στο κρεβάτι μου
    στο μαλακό προσκέφαλό μου
    στις καθαρές μου τις καλές κουβέρτες,
    αγγίζοντας πέτρα, λάσπη, αίμα,
    τσιμπούρι, δίψα,
    κάτουρo, άσθμα:
    βουβοί αυτόχθονες που δεν καταλαβαίνουν
    στρατιώτες που δεν καταλαβαίνουν
    της θεωρίας κύριοι που δεν καταλαβαίνουν,
    εργάτες, αγρότες που δεν καταλαβαίνουν.

    ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ τελειώνει,
    να στρέψω αλλού το βλέμμα
    σε ποια μεριά του ανέμου;
    Μου καίει τα χέρια το βιβλίο,
    απ’ τη στιγμή που το άνοιξα
    κάρβουνο πυρωμένο
    μου κάθεται στο στήθος.
    Τα τελευταία λόγια νιώθω
    από μια μαύρη τρύπα ν’ ανεβαίνουν.
    Ο Ίντι, ο Παμπλίτο, ο ελ Τσίνο κι ο Ανιθέτο.
    Και ο κλοιός που σφίγγει.
    Το ράδιο του στρατού
    παραπλανάει.
    Εκείνο το φτενό το φεγγαράκι
    αβέβαια κρεμασμένο
    μια λεύγα απ’ την Ιγέρα
    και δυο απ’ την Πουκαρά.
    Μετά σιωπή.
    Δεν έχει άλλες σελίδες.
    Τα πράμα δυσκολεύει.
    Είναι η αρχή του τέλους.
    Τελειώνει.
    Παίρνει φωτιά.
    Σβήνει
    Θα ξαναγεννηθεί.

    Νικολάς Γκιγιέν, 1969. Τέσσερα τραγούδια για τον Τσε

    ***

    18. Των φρουρών των βιβλίων
    20ό Φεστιβάλ βιβλίου

    Τι ελαφίνες περνούν από τον πάγκο μου,
    Με μάτια προσηλωμένα στην εσωτερική τους παρόρμηση,
    Τι αίλουροι, έτοιμοι ν’ αρπάξουν
    Τους πικρούς καρπούς της γνώσης, τι ύαινες
    Που ανάμεσα στα φύλλα των βιβλίων, όπως σε λίμνη,
    Καθρεφτίζουν την αγριάδα τους και τρομάζουν. Πόσα
    Θηράματα ξεφεύγουν τα δόκανά μου!
    Γιατί εγώ, φρουρός του παρελθόντος και του παρόντος
    Βρίσκομαι εδώ, για να συνθέσω με τη βοήθεια των
    περαστικών
    Το μέλλον, ατίθασο μελίσσι
    Που, τριγυρνώντας από ανθό σε ανθό,
    Ξεχνώ τον εαυτό μου, τη βασίλισσα και την κυψέλη
    Για λίγη πραμάτεια εκλεκτή, για μια παράτολμη
    αίσθηση.

    ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ

    ***

    19. [Αδυναμία ανάγνωσης]

    Αδυναμία ανάγνωσης αυτού
    του κόσμου. Όλα διπλά.

    Τα ακατάβλητα ρολόγια
    δικαιώνουν τη διαίρεση της ώρας,
    βραχνά.

    Εσύ, έχοντας μπερδευτεί στο βαθύ σου μέσα,
    βγαίνεις από τον εαυτό σου
    για πάντα.

    Paul Celan, μτφρ. Νίκος Ερηνάκης, από τη συλλογή
    Κομμάτι χιονιού [1971]

    ***

    20. ωχ ωχ ωχ

    Ένας τύπος έχει ένα βιβλιοπωλείο
    Οπού πάω και υπογράφω τα βιβλία μου
    Και πάντα μου χαρίζει ένα βιβλίο με το ζόρι
    Κάτι για τη σκληρή και άπονη ζωή
    Αλλά αυτά τα βιβλία είναι γραμμένα
    Από αρθρογράφους εφημερίδων,
    Καθηγητές πανεπιστημίου, πλουσιόπαιδα κλπ
    Οι τύποι αυτοί έχουν δει τι πάει να πει αληθινά
    Σκληρή ζωή όσο κι οι επαρχιακοί εφημέριοι
    Η ζωή τους είναι περιπετειώδης
    Όσο και το ξεσκόνισμα του ραφιού της βιβλιοθήκης
    Κανείς απ’ αυτούς δεν έμεινε ούτε μια μέρα νηστικός,
    Τα βιβλία τους είναι καλογραμμένα και καμιά φορά
    Έξυπνα, έχουν μια δόση τόλμης αλλά υπάρχει
    Σαφώς η αίσθηση της άνεσης ,στη γραφή και στη ζωή.
    Τα βιβλία γλιστράνε από το χέρι μου.
    Αυτός ο βιβλιοπώλης πρέπει να σκεφτεί
    Άλλους τρόπους να με ανταμείψει
    Που υπογράφω τα βιβλία μου
    Γιατί η ανάγνωση κάθε όμορφα τυπωμένης μαλακίας
    Μου θυμίζει μονάχα για μια ακόμα φορά
    Ότι μοναδικός μου αντίπαλος είναι ο εαυτός μου.

    ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ, Να περιφέρεσαι στην τρέλα
    Μτφρ: Σώτη Τριανταφύλλου//εκδ ηλέκτρα

  2. Και κάπως έτσι σας απόλαυσα κι εγώ και τους δυο σας:
    «ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
    ΔΙΑΒΑΖΩ ξαπλωμένος
    όλη τη ράθυμή μου Κυριακή»…
    ευχαριστώντας σας, μέσα από την καρδιά μου!
    Καλησπερούδια και καλό Κυριακάτικο απόγευμα φίλοι μου 🙂

    • AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

      Γεια σου, Πέτρα!
      Χρόνια πολλά!

      Αντρέ Μπρετόν: «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση».
      Μου άρεσε η προέκτασή σου: Όποια κι αν είναι η ερώτηση, η απάντηση είναι η αγάπη. (Που προέρχεται/απορρέει πάλι από τον άνθρωπο.)

      Παράλειψή μου:
      Η μετάφραση – απόδοση του ποιήματος «Κυριακάτικη ανάγνωση» οφείλεται στο Μπάμπη Ζαφειράτο.

  3. Ciao, Aggeliki!…Χρόνια πολλά και καλά (ΚΑΙ ΠΆΝΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΆ)….
    Πλουσιοπάροχα τα «ποιητικά ελέη» σου…Grazie mille!
    *Καλώς έπραξες και διεύρυνες το θέμα με τα «ανάγνωση» -«αναγνώστης»…

    -«Το βιβλίο της ζωής»…

    -Οδυσσέας Ελύτης: Το «ιδανικό βιβλίο» που δε έγραψε ποτέ:

    «Ο Ελύτης, ενώ οι Γερμανοί κατακτητές είναι έτοιμοι να μπουν στην Ελλάδα, βρέθηκε νοσηλευόμενος, βαριά ασθενής από τύφο, σ’ ένα νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Γράφει, λοιπόν, στο βιβλίο του «Ανοιχτά χαρτιά- Το χρονικό μιας δεκαετίας» τα παρακάτω:
    «…Βρέθηκα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου των Ιωαννίνων, με όλες τις ενδείξεις τις επιστημονικές ότι δεν πρόκειται να ξανασηκωθώ, εξαιτίας του τύφου, ο οποίος πριν την ανακάλυψη των αντιβιοτικών δεν είχε άλλη σωτηρία από την αντοχή του οργανισμού σου… Έτυχε να περάσω τη μεγάλη κρίση από την αρρώστια τις ημέρες που άρχισε η επίθεση των Γερμανών… Το κρεβάτι μου βρισκόταν πλάι στο παράθυρο και κάθε φορά θυμάμαι, που σήμανε συναγερμός όλοι οι άλλοι άρρωστοι μαζί με τις νοσοκόμες και τους γιατρούς τρεχοκοπούσανε στα καταφύγια… Κι εγώ ασάλευτος, με την πληγιασμένη ράχη και το κομμάτι του ουρανού απ’ το ανοιχτό παράθυρο. Ένα αίσθημα που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ όσο ήμουν τριγυρισμένος από τους στρατιώτες μου αναπηδούσε τώρα μέσα μου, πολλαπλασιαζότανε, με χίλιες φωνές μου έκρενε: ”πρέπει, πρέπει, πρέπει να ζήσεις, να νικήσεις, να τα βγάλεις πέρα”.
    Θα ‘ναι, φαίνεται, στη μοναξιά και στον άνισο αγώνα που ξυπνάει όλος ο άντρας. Και ο ποιητής. Η ιδέα ενός βιβλίου με κρατούσε- όπως άλλους ένα εικόνισμα. Το έβλεπα, το φυλλομετρούσα, τα ποιήματα που δεν είχα γράψει, και που θα ήθελα να είχα γράψει, γεμίζανε με το εξωτερικό τους σχήμα τις σελίδες του, δεν απόμεινε παρά να τα “γεμίσω”, όπως γεμίζεις μια σειρά από άδεια ποτήρια, και αμέσως τι δύναμη, τι ελευθερία, τι αψηφισιά στις βόμβες και στο θάνατο….
    Γάντζωνα τα νύχια μου στο σεντόνι. Παραληρούσα. Ύστερα ήρθανε, φαίνεται, μέρες που έχασα τη μιλιά μου εντελώς… Τη συνείδησή μου την ξαναβρήκα μια νύχτα που ήρθανε να με πάρουν για να με πάνε στο διπλανό καμαράκι…, όπου απομονώνανε τους μελλοθανάτους. Α όχι. Αυτό ποτέ. Μεμιάς η γλώσσα μου λύθηκε. Βρήκα τη δύναμη να διαμαρτυρηθώ, ν’ αρνηθώ, να φωνάξω, ακόμα και να χτυπήσω τις νοσοκόμες… Την άλλη μέρα, όταν είδα να με πλησιάζει ένας παπάς με το δισκοπότηρο στο χέρι, μόνο που δε γάβγισα. Το ‘βαλε στα πόδια, κι οι άλλοι άρρωστοι. Θαρρώ, γελούσανε. Όμως εγώ δε βάσταξα πια κι έβαλα τα κλάματα… ύστερα βυθίστηκα στον ύπνο για ώρες πολλές. Και την άλλη μέρα- κάτι απίστευτο- ξύπνησα σχεδόν απύρετος. Είχα περάσει τη μεγάλη κρίση. Το βιβλίο που ονειρευόμουνα θα μπορούσε ίσως να γίνει.
    Και τώρα, βέβαια, που γράφω, ύστερα από τόσα χρόνια, το ιδανικό αυτό βιβλίο δεν έγινε. Αλλά τι σημαίνει; Η ελπίδα του με κράτησε στη ζωή, και τότε που δεν ήξερα και τώρα που κατάλαβα ότι τα ιδανικά βιβλία δε γίνονται ποτέ. “Η Ιθάκη σ’ έδωσε το ωραίο ταξίδι”. Να πάλι το passe- partout Καβάφη. Και άλλο ένα:
    “Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι,/ τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.”…».
    (Ο. Ελύτης, «Ανοιχτά χαρτιά- Το χρονικό μιας δεκαετίας, Ίκαρος)

    -Γιάννης Ρίτσος, “Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα”
    (μικρό απόσπασμα)

    «Σα να ‘ρθε φέτος η άνοιξη κλαμένη.
    Κάτου απ’ τις λεύκες μένει σιωπηλή και δεν κοιτάζει τα παιδιά που παίζουν.
    Λεπτό φλουρί από φως πρασινωπό γλιστράει στο πρόσωπό της κι ακόμη
    δεν μπορεί να μας χαμογελάσει.
    Όμως τα βράδια ένας γρύλλος τραγουδάει ανάμεσα στα σκονισμένα μου βιβλία,
    και μια πυγολαμπίδα ανάβει το φανάρι της πάνω απ’ τα χαρτιά μου, να γράφω
    αγρούς με γαλανά λουλούδια και καλαμιές όπου περνούν κοπάδια τρυγονιών.
    Θυμάμαι τη βρυσούλα του χωριού γιομάτη πολυτρίχια, όταν δοκίμαζα στις μικρές
    τρύπες του καλαμιού να σφυρίξω το πρώτο σιγαλό τραγούδι της μεγάλης
    καλοκαιριάτικης νύχτας.
    Κι απόψε μια πυγολαμπίδα φωτίζει το ανοιχτό βιβλίο ενός κρίνου κι ένας μεγάλος
    Γρύλλος διαβάζει το ποιηματάκι του μικρού Χριστού που αποκοιμήθηκε
    στο πράσινο χορτάρι.
    Κ’ εγώ θα πω το τραγούδι της πυγολαμπίδας…
    Όλα τ’ αστέρια γνωρίζουν τον ήλιο. Οι πυγολαμπίδες γνωρίζουν τ’ αστέρια.
    Κι ο ήλιος, αύριο το πρωί, που θα σταθώ στ’ ανθισμένο κατώφλι κάτου
    απ’ τ’ αγιόκλημα, θα με γνωρίσει….
    Ο άγγελος που ‘χαμε δει στον ύπνο μας δεν ήταν αυστηρός.
    Δεν κρατούσε μεγάλα κλειδιά να κλειδώνει το ντουλάπι του τοίχου
    με τα πολλά γλυκά- το στρογγυλό νεράντζι και το κίτρο.
    Απλός, γελούμενος ζωντανός, μ’ ένα στεφάνι στάχυα στα μαλλιά,
    ανάμεσα στ’ άσπρα του σύγνεφα, ήταν ένας βοσκός ηλιοκαμένος
    ανάμεσα στ’ άσπρα του αρνάκια.
    Θε μου, πόσο γλυκά γελούσε ο άγγελός σου.
    Πόσο γλυκά γελούσαμε κ’ εμείς….
    Η νύχτα περπατούσε στη στέρνα του κήπου μας όπως ο Χριστός
    περπατούσε στη θάλασσα.
    Έτσι έγραφε το βιβλίο που μας διάβαζε ο πατέρας μετά το δείπνο…».

    -Τάσος Λειβαδίτης, «Mικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα»:

    «Έζησα μες στη ματαιότητα και πάνω στον Ωκεανό… Όμως, ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί δεν πραγματοποιούνται τα ανθρώπινα όνειρα. Ώ ανεκπλήρωτο, που ακόμα κι όταν όλα μας εγκαταλείπουν εσύ αφήνεις έξω από την πόρτα μας ένα μικρό γιασεμί… Ώσπου νύχτωνε και τ’ άστρα φώτιζαν σιγά σιγά το ακατανόητο του κόσμου…. Κι άξαφνα μια μέρα, όπως καθόμουν, αναπήδησα γιατί κατάλαβα πως η ζωή δεν είναι αιώνια, ήταν μάλιστα τόσοι πολλοί οι ηλίθιοι που μου εύχονταν στα γενέθλιά μου «χρόνια πολλά», που ξέχασα ολότελα πως μια μέρα θα πεθάνω – κι ύστερα είχα τόσα πράγματα να σκεφτώ: τη νύχτα που ερχόταν, το διάβολο που σώπαινε, την πόρτα που δεν ωφελούσε, όσο για το μυστικό το είχα καλά ράψει στη φόδρα του παλτού μου, για μεγαλύτερη ασφάλεια όμως φώναξα έναν παλαιοπώλη και του πούλησα το παλτό, αλλά και πάλι ήμουν ανήσυχος, «κι αν αυτοί στο τέλος ανακάλυψαν την αλήθεια» σκεφτόμουν, πήγα λοιπόν και πέταξα τα λεφτά στον υπόνομο – από τότε κοιμάμαι ήσυχος. Τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τραίνων για κείνους που άργησαν… Kι αγάπησα τις λέξεις που με ταπείνωσαν γιατί με ανακαλούσαν σε μιαν άλλη παιδικότητα. A, έχασα τις μέρες μου αναζητώντας τη ζωή μου. «Γιατί ήρθαμε;» ρώτησε κάποιος, αλλά πέρασαν αιώνες και δεν του απάντησαν ακόμα… Ώσπου ένα πρωί ξυπνάς με την πεποίθηση ότι μες στον ύπνο σου βρήκες επιτέλους τον αληθινό προορισμό σου—ντύθηκα βιαστικά κι αποχαιρέτησα τους δικούς μου παίζοντας μια υπέροχη μελωδία πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού, ω, μη γελάτε γιατί τα πράγματα έχουν δυο όψεις κι εγώ προτιμώ την πιο συναρπαστική – και αδιάκοπα αυτή η αίσθηση ότι δεν μπορέσαμε να ζήσουμε ποτέ την αληθινή μας ζωή κι έμεινε για πάντα εκεί στα σκοτεινά (γι’ αυτό τα βράδια σωπαίνουμε κι αφουγκραζόμαστε το σκοτάδι) – ω, μελαγχολία του απείρου ας σηκώσουμε το ποτήρι μας κι ας πιούμε εις υγείαν της συμπόνιας, γιατί δε θα γνωρίσει ποτέ ο ένας τον άλλον σαν τη μητέρα το ίδιο βράδυ που πέθανε ο πατέρας πήρε απ’ το συρτάρι κάτι κοριτσίστικες κορδέλες και τις έδεσε στα μαλλιά της για να δείξει ότι ο κόσμος δε χάθηκε ακόμα κι ότι ίσως έχουμε καιρό. …α, το ωραίο μυστήριο να “σαι μονάχος, το μυστήριο να “σαστε δυο ή το μέγα μυστήριο να “μαστε όλοι. Oι πιο ωραίες ιστορίες είναι αυτές που δε θα τις διηγηθεί ποτέ κανείς. Ω ασυλλόγιστα πουλιά, που ξαναφέρνετε την άνοιξη. Hσυχία. Kοιμάμαι. O θάνατος θα με ξυπνήσει! Kαι πεθαίνουμε στερημένοι σ” έναν παράδεισο από λέξεις. Eξάλλου, εγώ έχω το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες. Ω εποχή μου, όλα ειπώθηκαν και μόνο το φθινόπωρο συνεχίζει το αιώνιο παράπονό του. Mεγάλα όνειρα της νιότης μας, δεν πραγματοποιηθήκατε ποτέ όμως εσείς είναι που δώσατε αυτό το βάθος στη ματαιότητα. Kαι κάποτε θα σας πω πόσο πολύ σας αγάπησα, μόνο που πρέπει να με βρείτε τον ίδιο προσωπικά όπως ο δήμιος. Kι όταν κάποτε χτύπησαν την πόρτα εγώ έλειπα, όπως πάντα τις πιο ωραίες στιγμές μου. «Όχι δεν μένει κανείς εδώ», είπα. Kι ήταν η μόνη αλήθεια που έλεγα. Αλήθεια, θα μάθουμε ποτέ ποιοί είμαστε; Όνειρα, φιλοδοξίες, επιθυμίες, φόβοι… πρέπει να βρω μιαν απάντηση, σκεφτόμουν, αλλιώς είναι σα να μην έζησα. Kι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί… Άλλα και ποιος δεν έκλεισε μια πόρτα χωρίς να προφτάσει ν’ ακούσει την απάντηση; Ή ποιος μπορεί ν’ αποδείξει ότι είναι αθώος; Κι αγάπησα με πάθος κάτι που δε γνώρισα ποτέ. Τι ήταν; Τέλος, μια νύχτα έρχεται και κάθεται πάνω στο στήθος σου η φριχτή υποψία — και τότε τι κάνεις; Η νεότητα πέθανε, ας σκεπάσουμε τους καθρέφτες…»
    (Τάσος Λειβαδίτης-Mικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, 1987)

    -Θέτη Χορτιάτη, «ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ»

    «Βιβλίο μου, πουλί της γνώσης
    με τις σελίδες σου φτερά ανοιχτά
    λαλείς για ομορφιά κι αλήθεια
    μαζί σου η φαντασία πετά·

    παράθυρο ανοιχτό στον κόσμο
    αγνάντεμα της γης και τ’ ουρανού
    θησαύρισες μες στην ψυχή σου
    όλη τη σκέψη και το νου·

    της γης ελπίδα και γεφύρι
    θα δέσεις χέρι χέρι τους λαούς
    αδέρφια όλους της αγάπης
    τους δυνατούς και τους μικρούς.

    Σοφέ μου, αγαπημένε φίλε
    βοήθεια, κέφι, συντροφιά, χαρά,
    παιδιά και όνειρα πετούμε
    με τις σελίδες σου φτερά.»

    -Ντίνα Χατζηνικολάου, «ΒΙΒΛΙΑ»

    «Βιβλία αγαπημένα,
    τι θησαυρός για μένα!
    Στην κάθε σας σελίδα
    τι γνώρισα και είδα
    και τι θα μάθω ακόμα
    απ’ το δικό σας στόμα!

    Βιβλία αγαπημένα,
    σας παίρνω ένα ένα
    με δέος στα δυο μου χέρια
    κι υψώνομαι ως τ’ αστέρια…
    Δροσοσταλιά και ελπίδα
    η κάθε σας σελίδα.

    Οι πιο καλοί μου φίλοι,
    στις λύπες τ’ ασφοδίλι
    κι ήλιος καλοκαιριού,
    βιβλία αγαπημένα!
    Πόσα από σας γραμμένα
    στο φως ενός κεριού!»

  4. Ciao, Petra!… Χρόνια πολλά και καλά!… Ευχαριστώ πολύ!!!

    -Κωστής Παλαμάς, «Η απολογία του βιβλίου»…
    Γράφει ο Παλαμάς στα «Σύντομα σημειώματά» του (Άπαντα, τ. 6ος):

    «“Αδέρφια είναι τα δύο: Το λουλούδι το ολόχαρο,/ το θλιβερό βιβλίο.”…
    Η απολογία του βιβλίου: Είμαι κι εγώ ζωή. Μέσα μου κλειώ τη φωτιά του Προμηθέα. Μέσα στη ζωή είναι κι ο νους, υπέρτατη ζωή. Αυτό το νου κρατώ και τον παρουσιάζω. Μια συγκίνηση. Βοηθάω τα μάτια. Είμαι κι εγώ φύσις κι ομορφιά και ζωή κι αλήθεια. Όποιος δεν έχει μάτια και δεν ξέρει να κοιτάζει μέσα στα μεγάλα τα βιβλία, όμοια δε θα ‘χει φαντασία και δε θα ‘χει καρδιά. Και μήπως τάχα θα μπορέσει να δει τίποτε, όσο αμέσως κι αν τα στυλώσει τα μάτια του προς τον κόσμο γύρω του και μέσα του, και χωρίς τη συντροφιά του βιβλίου;».

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Τι να τα κάνεις τα βιβλία, αν δεν έχουν αναγνώστες;
    Και, κυρίως, τα βιβλία ποίησης…
    Μεγάλος πόνος…

    *

    1. Τα αδιάβαστα βιβλία

    Περιφέρομαι ανάμεσα στα ράφια της βιβλιοθήκης
    και κοιτάζω τα βιβλία: όλος ο κόσμος μαζεμένος
    και ριγμένος εδώ κι εκεί, με δίχως σύστημα.
    Ανακατωμένα όλα: χώρες, εποχές, θρησκείες,
    γλώσσες, άνθρωποι …
    Όλα όσα έγιναν μες στους αιώνες
    για να υπάρξει αυτή η μέρα,
    όλα όσα πέρασαν και στέκει τώρα
    μετέωρη αυτή η μέρα.

    Τα πιο παλιά βιβλία τα έχω όλα σχεδόν διαβάσει,
    κοιτάζω μερικές γραμμές, κάποτε μια σελίδα,
    και πολλά πράγματα επανέρχονται στη μνήμη μου.

    Με ενοχλεί, ωστόσο, που δεν μπορώ να επιστρέψω
    και να τα διαβάσω όλα αυτά ξανά,
    να ξαναδώ τον κόσμο άλλη μια φορά
    από μια άλλη θέση, από μια καινούργια γωνιά.

    Περισσότερο όμως με ενοχλεί που τα τελευταία χρόνια
    πλήθυναν και εξακολουθούν να πληθαίνουν
    τα αδιάβαστα βιβλία, και που ξέρω
    πως δεν θα μπορέσω ποτέ να τα διαβάσω,
    πως δεν θα μπορέσω ποτέ να μάθω
    τι είναι και πού πάει αυτός ο κόσμος,
    τι είναι και πού πάει αυτός ο άνθρωπος.

    Ιανουάριος 2011

    Γιώργος Μολέσκης
    από τη συλλογή Το ημιτελές ποίημα, 2014

    ***

    2. Η σκόνη

    Τώρα που οι μέρες έληξαν
    γραμμάτιο χωρίς αντίκρισμα
    Ένα σπίτι γεμάτο ανοιχτά βιβλία
    ονειρεύεται το χάδι των ματιών σου
    Η σκόνη τα αναλώνει
    δεν περίμενε το γύρισμα του χρόνου
    Πάντα η σκόνη μας προλαβαίνει
    προλέγει το μέλλον
    αυτό που δε θέλουμε να δούμε
    ούτε να φανταστούμε
    πως για μας υφαίνει το λευκό της πέπλο
    για να μας κλείσει μέσα
    όπως το κουκούλι με το μετάξι
    Τα αγαπημένα σου βιβλία
    παραδόθηκαν στη σκόνη
    τη στρίγκλα που θριαμβεύει
    με το κορμί σου τρόπαιο

    Μαρία Καρδάτου

    ***

    3. Κήποι βιβλιοφίλων

    Φυσικά προχωρεί μόνη της
    η φωτοσύνθεση βιβλίων
    στα φύλλα τους οξειδώνοντας
    φωτισμένες πράσινες λέξεις
    που αποπέμπουν στο σκοτάδι
    διοξείδιες αναμνήσεις
    του άνθρακα μιας ζωής
    που κάποτε άνθισε
    στις καλλιέργειες του λόγου

    (Γιώργος Χουλιάρας)

    ***

    4. » Οι δυσκολίες ενός βιβλίου»

    Η δυσκολία ενός βιβλίου είναι πρώτα να μην είναι
    Η σκέψη κανενός,
    Κατόπιν να μείνει για καιρό άγραφο
    Όπως θα μείνει αδιάβαστο,
    Κατόπιν να χτίσει λέξη προς λέξη έναν συγγραφέα
    Και να κατοικήσει στο κεφάλι του
    Ωσότου το κεφάλι να δηλώσει την κενότητα του
    Διακηρύσσοντας οριστικά
    ότι είναι αδειανό.

    (απόσπασμα από ένα ποίημα της κ. Λώρας Τζάκσον)
    Χρήστος Χρυσόπουλος

    ***

    5. O Aναγνώστης

    Eίσαι ο αναγνώστης
    o γνώστης της νύχτας και των αστεριών
    της μέρας και του ήλιου
    του σύννεφου, της αστραπής
    της αλυσίδας της βροχής
    του αέρα και του κεραυνού
    της σκόνης και της άμμου
    του ορίζοντα και τ’ ουρανού
    και των ασμάτων του γιαλού
    των μεγαλόπρεπων βουνών
    της νηνεμίας των στιγμών
    της δόνησης των στεναγμών
    του έρωτα και της σκιάς
    του πόνου, του θυμού και της φωτιάς
    του μυστηρίου του άσπιλου παιδιού
    και της ωραίας κόρης, του λαιμού
    του μάταιου, του παράδοξου το συναπάντημα
    και του θανάτου το πυκνό σκοτάδι
    των λουλουδιών και των πουλιών
    των δέντρων και των κέντρων
    όρασης των ματαιόδοξων θνητών

    Eίσαι ο αναγνώστης
    ο σωτήρας των ιδιωτικών στιγμών
    του ωραίου, του αλλιώτικου
    του τραγουδιού του αιώνιου
    του ρυθμικού παλμού
    του χτύπου της καρδιάς
    του αοράτου κάλλους
    των ξεχασμένων ποιητών

    Μιχαηλίδου Λίλη (ποιήτρια από Κύπρο)

    ***

    6. Ο Τζούλιαν Μπαρνς σε ένα κείμενό του στην Guardian, το 2012, γράφει:

    «Η ζωή και το διάβασμα δεν είναι χωριστές δραστηριότητες. Η διάκριση είναι πλαστή. Όταν διαβάζεις ένα σπουδαίο βιβλίο, δεν δραπετεύεις από τη ζωή, βυθίζεσαι σ’ αυτήν. Μπορεί να υπάρχει μια επιφανειακή απόδραση -σε διαφορετικές χώρες, ήθη, γλωσσικά σχήματα-, όμως αυτό που κατά βάθος κάνεις είναι να διευρύνεις τους τρόπους με τους οποίους κατανοείς τις λεπτές αποχρώσεις της ζωής, τα παράδοξά της, τις χαρές της, τους πόνους και τις αλήθειες της. Η ανάγνωση και η ζωή δεν εξελίσσονται ξεχωριστά -συμβιώνουν».

    ***

    7. ΑΔΙΑΒΑΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ

    Λυπάμαι καθώς βλέπω το χρόνο να λιγοστεύει
    και τις δουλειές μου ατέλειωτες.
    Πιο πολύ όμως λυπάμαι για τα αδιάβαστα βιβλία,
    που στοιβάζονται παραπονεμένα
    στα ράφια της βιβλιοθήκης μου και στα μπαούλα,
    περιμένοντας τη ματιά μου, το άγγιγμά μου,
    το χέρι μου να τα ξεφυλλίσει.
    ΄Ολα εκείνα τα βιβλία που διάλεγα μικρός
    και τα μάζευα να τα διαβάσω στα γεράματα.
    Τώρα όμως ο χρόνος φεύγει
    κι εκείνα περιμένουν υπομονετικά.
    Τα περισσότερα θα μείνουν εκεί παραπονεμένα,
    όπως τα χρήματα του φιλάργυρου σφραγισμένα στο σεντούκι του.
    Θα υποστούν τη μεγαλύτερη προσβολή για ένα βιβλίο:
    Θα μείνουν στο ράφι, ανέγγιχτα από χαρτοκόπτη.
    Και πολλά ήσαν και είναι ακόμα όμορφα.
    Καθώς τα κοιτάζω βλέπω στο καθένα εμένα.
    Είμαι κι εγώ ένα αδιάβαστο βιβλίο!

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΡΕΠΠΑΣ

    ***

    8. Η ΠΡΟΣΜΟΝΗ ΕΝΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ

    Η μέρα περνούσε άτεχνα
    Οι σκονισμένες μου σελίδες φυλλομετρούσαν
    μια οπτασία ενδιαφέροντος
    Κανείς δεν ξέρει πως πεθαίνω στις τελείες
    πως ανασταίνομαι στο ξεκίνημα μιας πρότασης
    ή στο πλούτισμα ενός κόμματος
    Σιγοντάρισέ με στην αποστολή μου
    Εξάλλου
    ποιος αντέχει να μαγεύεται μονάχος του;

    Στέφανος Πατέας

    ***

    9. Στις επόμενες γενιές

    Όταν τα βιβλία έχουνε όλα παγώσει σαν τα βιβλία στα νεκροταφεία
    Και η ανάγνωση και η ομιλία ακόμη έχουν αντικατασταθεί
    Aπό άλλα, λιγότερο δύσκολα, μίντια, αναρωτιόμαστε αν
    Θα βρείτε στα λουλούδια και τα φρούτα το ίδιο χρώμα και τη γεύση
    Που κράταγαν για μας, για τους οποίους είχαν πλαισιωθεί με λόγια,
    Και θα ‘ναι το γρασίδι σας πράσινο, ο ουρανός σας μπλε,

    Ή τα πουλιά σας θα είναι πάντα άπτερα πουλιά;

    Louis MacNeice – “To Posterity” , (μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου)

    ***

    10.[ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ]

    Γεια σας βιβλία μου, χαίρετε.

    Θέλησα να σας χαιρετήσω σήμερα,
    αφημένα καθώς είστε στο γραφείο ή στη βιβλιοθήκη
    των φίλων και των γνωστών,
    στον κίτρινο φάκελό σας ακόμα και την αφιέρωση,
    κύριον- κυρίαν, με εκτίμηση,
    φιλικά, με αγάπη- πολλή αγάπη-
    να περιμένετε ντροπαλά, με μετριοφροσύνη –
    εδώ ο Καρυωτάκης περίμενε χρόνια
    με άκοπες τις σελίδες του μες στη σιωπή
    στο σπίτι του Καβάφη-
    καμία σύγκριση παρόμοια εξάλλου δεν χωρεί.

    Ανεπίδοτα γράμματα τα βιβλία μας, περιμένουν,
    χαρισμένα με προσδοκίες ευφρόσυνες –
    ένα ραντεβού που εκείνος ή εκείνη αργούν τόσο:
    Η ζωή είναι μπροστά μας εξάλλου, αύριο είναι μια άλλη μέρα,
    hypocrite lecteur, mon semblable, mon frere.

    Αρχοντούλα Διαβάτη

    ***

    11. Πρώτη ανάγνωση

    Από ήτα σε ήττα έγινα φωνήεν μακρό και δασύ, κατά τη γραμματική της αγάπης, καμάρα στα μικρά και γέφυρα στα κεφαλαία. Έτσι περνάω στα βαθιά και γέρνω στα χαμένα. Με ήτα αρχίζω την ημέρα, με ήττα χωράω στη μνήμη. Κι όποτε θέλω όνειρα, μεταβάλλομαι σε δίχρονο γιώτα. Στον κάτω χρόνο πλένομαι, στον μέσα χρόνο αληθεύω. Τα άλλα φωνήεντα τα έχω έτοιμα για κάθε ξαφνικό: α για τη χαρά, ε για κάλεσμα, ο για βλέμμα, ω για τα θαύματα και υ για πάθος και για σιωπή.

    Διονύσης Καρατζάς

    ***

    12. «Βιβλιοπωλεία»

    Όποτε τύχει να περνάω έξω
    από την προθήκη κάποιου βιβλιοπωλείου
    σαν κάτι να με μαγνητίζει
    ρίχνω έστω και στιγμιαία το βλέμμα μου –
    σκέφτομαι, δεν μπορεί κάπου θα ‘ναι γραμμένο
    κάπου θα ‘χει γραφτεί αυτό που νιώθω τόσα χρόνια
    αυτό το σφίξιμο σήμερα το πρωί.

    Στράτος Κοσσιώρης (από τη συλλογή «Τα κάρβουνα», εκδ. (.poema..), 2014)

    ***

    13. ΕΣΥ, ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ

    Διατρέχω τις ανοιχτές σελίδες σου
    γλιστρώ ανάμεσα στις λέξεις και τις παραγράφους
    προσπαθώντας να μην σκοντάψω πάνω στις φράσεις σου
    καθώς περνώ τα κεφάλαια τελικά παραπατώ
    πέφτω πάνω σου και διαβάζω μια πρόταση που λέει

    «Προσπάθησε ξανά ή ξαναέλα… πότε τελειώνει;»

    Λέω ποτέ,
    γιατί ποτέ δε θα ξεμείνω από σελίδες

    Raul Mendezmonsanto, μτφ: Ιωάννα Μοάτσου Στρατηγοπούλου

    ***

    14. ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ

    Τα βιβλία είναι τοπία εποχών μέσα στο χρόνο, προσποιούμενα ακινησία.

    Οι δημιουργοί τους έχουν υπάρξει σ’ αυτά πριν από εμάς.

    Τοπία εποχών επί χάρτου που σου παρέχεται η δυνατότητα
    να τα ξεφυλλίσεις και να προσπεράσεις μέρες, μήνες, ακόμα και έτη.

    Να βρεθείς ανάλογα με τη διάθεσή σου σε θάλασσες δακρύων
    ή σε λειμώνες παράφορης χαράς.

    Να γινόταν αυτό και στην πραγματική ζωή!

    Από πού αρχίζει ο χρόνος του βιβλίου και πού τελειώνει, είναι μέγα μυστήριο.

    Οι σελίδες του πεδιάδες σπαρμένες λεξόφυτα αναμένουν τους ποταμούς
    των ματιών μας για να τις διασχίσουν.

    Υπάρχουν ποιήματα που αυταρχικά απαιτούν αιμοδιψή δάκρυα ανάγνωσης.

    Το βιβλίο έχει κι αυτό σημεία του ορίζοντα.

    Ο αναγνώστης είναι ο ανεμοδείκτης.

    Αν ο άνεμος που θα σηκωθεί τον στρέψει και τον προσανατολίσει,
    αυτό εξαρτάται από τη μορφή της ποιότητας των λέξεων και των νοημάτων.

    Το βιβλίο είναι ένας μικρός αυτοσχέδιος χρόνος
    που ανασαίνει μέσα στον μεγάλο, τον άλλο χρόνο.

    Ας αφήσουμε λοιπόν τον καθένα με τα δικά του λόγια
    να εξιστορεί χαμηλόφωνα ή φωναχτά
    της μνήμης του δημιουργού την επιτομή.

    © Γιάννης Τόλιας

    ***

    15. Στον Ενικό και Πληθυντικό ψίθυρο (XLI)
    XLI

    Πλην των ταλαντούχων δημιουργών υπάρχουν και οι ταλαντούχοι δύσκολοι αναγνώστες (ας μην το ξεχνούμε). Που κινητοποιούν το κείμενο βοηθώντας και τον δικό τους κόσμο.

    Υπάρχει λοιπόν μια περίεργη και περίτεχνη σχέση ανάμεσα στην Ποίηση και τον εραστή αναγνώστη.
    Σχέση διαρκούς αναφοράς εκατέρωθεν, ιερή, πολλαπλή. Αν είναι επιπόλαιη δεν μετράει.

    Μάρκος Μέσκος: Από το βιβλίο στον Ενικό και Πληθυντικό ψίθυρο (2009)

    ***

    16. Ένα βιβλίο είναι αυτή

    Είναι ζωντανό βιβλίο
    κάθε βράδυ αγγίζω τις σελίδες της
    με κάθε προσοχή τις γυρίζω για να βρω
    την καρδιά της σε γράμματα
    γραμμένα απ’ το χέρι της…

    Άρωμα βανίλιας
    απαλό κι αισθησιακό
    ξεδιπλώνει άλλη μία σκέψη
    άλλη μία χαμογελαστή ανάμνηση
    άλλο ένα μύχιο κομμάτι από κείνη…

    Και παραδίνομαι ολοκληρωτικά
    στο διάβασμά των σελίδων της
    τα δάχτυλά μου διατρέχουν
    το απαλό χάρτινο δέρμα της…

    Στους αναστεναγμούς της
    μιλάει για
    διηγήματα και σονέτα
    ιστορικά και φαντασίας
    γαλάζιους ουρανούς και ασημιά μετάξια…

    Ακούω τη φωνή της
    στις σελίδες
    θέλω να τη γνωρίσω
    κάθε γραμμή
    κάθε λέξη
    κάθε γράμμα…

    Τώρα την ρουφάω μέσα μου
    μοιράζομαι το βιβλίο μου μαζί της
    μέχρι που ξέρουμε
    μπορούμε να διαβάσουμε κάθε ματιά
    κάθε ψίθυρο
    κάθε άγγιγμα…

    Ένα βιβλίο είναι αυτή
    και λατρεύω να διαβάζω τις σελίδες της…

    Κρεγκ Φρόμαν (απόδοση: Κρυσταλλία Κατσαρού)

    ***

    17. ΑΠΟΨΕΙΣ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΕΚΛΕΚΤΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΦΑΓΟΥ

    Κάποιος μιλάει βροντερά
    κι οὔτε πού ἀκούγεται φωνή.

    Κάποιος πιάνει ἤχους ἀνάκουστους
    κι οὔτε πού σκέφτεται τή μουσική.

    Κάποιος ὀσμίζεται ἀόρατο καπνό
    κι οὔτε πού ὑποπτεύεται φωτιά.

    Κάποιος βλέπει ἐπιτέλους τόν οὐρανό
    κι ἀποφασίζει: θάλασσα ἤρεμη

    Βιβλία ἀμέτρητα, σελίδες ἄπειρες
    γράφονται ἔτσι ἀβασάνιστα
    γιά ἑκατομμύρια ἀθώους ἀναγνῶστες.

    Στό τέλος κι αὐτοί συναυτουργοί ἀτιμώρητοι
    μαζί μέ τούς ἀναίσθητους γραφοφονιάδες
    μέσα στή μόνιμη ἀμνηστία πού ἀνέκαθεν
    κλώθει παθητικά γιά θύτες καί γιά θύματα
    ἡ μικρόχαρη, ἀνεκτική μας ἱστορία.

    Βασίλης Καραβίτης

    ***

    18. ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

    Σ’ αυτό το μαυσωλείο των λέξεων
    κάθε σελίδα φρουρεί
    μια μνήμη αβέβαιη,
    μια σκονισμένη αθανασία

    Κάποτε,
    σ’ ώρες απρόβλεπτες,
    ένας ξένος ξεφυλλίζει αργά το κενό
    κι απ’ των σελίδων τον βυθό
    μια παγωμένη μουσική
    παίρνει να τρίζει

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

    ***

    19. ΕΝΑΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΜΟΝΟ

    Ο στίχος μου έναν αναγνώστη μόνο θέλει,
    Μονάχα αυτόν που μ’ αγαπάει και με γνωρίζει,
    Αυτόν που ενώ μέσα στο τίποτε αρμενίζει
    Σα μάντης ξέρει ό,τι μες στ’ αύριο ανατέλλει.

    Γιατί η σιωπή παρουσιάστη στα όνειρά του
    Συχνά μ’ ανθρώπινη μορφή, κι εκεί στα βάθη,
    Πλάι-πλάι η τίγρις και το τρυφερούλι ελάφι
    Αργοπορούνε πότε πότε στην καρδιά του.

    Attila Jozsef (σε απόδοση ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ)

  6. …Ποιητικός «βιβλιοποταμός»!!!… Grazie mille!…

    *Λίγα έμειναν για μένα:

    -Φερνάντο Πεσσόα, «Γραμμένο σ’ ένα βιβλίο εγκαταλειμμένο σε κάποιο ταξίδι»

    «Έρχομαι απ’ τη μεριά της Μπέζα.
    Πηγαίνω για το κέντρο της Λισαβόνας.
    Δε φέρνω τίποτα και δε θα βρω τίποτα.
    Έχω από πριν την κούραση αυτού που δε θα βρω,
    κι η νοσταλγία που νιώθω δεν είναι του παρελθόντος ολυτε
    του μέλλοντος.
    Αφήνω γραμμένη σ’ αυτό το βιβλίο την εικόνα του νεκρού
    σχεδίου μου:
    ήμουν σαν αγριόχορτο, και δε με ξερίζωσαν.»
    (Αλβάρο ντε Κάμπος, Η «Θαλασσινή ωδή» και άλλα ποιήματα, Εξάντας)

    -Σαιν – Τζον Περς, «Το βιβλίο»

    «Και ποιο παράπονο λοιπόν απ’ της εστίας τον κόρφο
    ενώ κάποια εσπέρα ατέλειωτης βροχής την πόλη προσέγγιζε,
    ξυπνούσε στην καρδιά σου της γλώσσας τη σκοτεινή
    γένηση:
    «…Από μιαν εξορία φωταυγή – και πιο απόμακρη
    κι από την καταιγίδα που μανιάζει – πώς να φυλάξω
    ω Κύριέ μου! τις οδούς που μου εμπιστευτήκατε;
    …Μήπως δε θα μ’ αφήσετε μ’ αυτή τη βραδινή
    ταραχή – αφού όσο κρατούσε η μεγάλη μέρα
    με θρέψατε με το αλάτι της δικής σας μοναξιάς,
    μάρτυρας των σιωπών, των ίσκιων και των
    φωνητικών σας ξεσπασμάτων;»

    Έτσιπαραπονιόσουν μέσα στη σύγχυση
    της εσπέρας.
    Αλλά κάτω απ’ το σκοτεινό παράθυρο, εμπρός από το ορατό
    κομμάτι του απέναντι τοίχου, όταν δεν μπόρεσες ν’ αναστήσεις
    το χαμένο θάμβος,
    τότε, ανοίγοντας το Βιβλίο,
    έδειχνες τις προφητείες με γερασμένο δάχτυλο
    κι έπειτα, με το βλέμμα στηλωμένο στ’ ανοιχτά της αναχώρησης περίμενες
    την ώρα, του δυνατού ανέμου την πνοή, που μ’ ένα χτύπημα
    θα σε λύτρωνε, σαν τυφώνας, τα σύννεφα σκορπίζοντας
    εμπρός στην αναμονή των ματιών σου.»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Απόψεις για τις βιβλιοθήκες (επιλογή)

    – Η άποψη του Ηρακλή Πουαρώ
    Είναι όλες ύποπτες.

    – Η άποψη του Κίρκεγκαρντ
    Είναι όλες ένοχες.

    – Η άποψη του διακοσμητή νεόπλουτων
    Για βιβλιοθήκη με δέκα ράφια 60x20x20, συνιστώ τα Άπαντα του Καζαντζάκη, του Μπαλζάκ και του Τολστόι, την τρίτομη εικονογραφημένη Σεξουαλική Εγκυκλοπαίδεια και το πεντάτομο Συνήθη λάθη που κάνουμε όταν μιλάμε ελληνικά.

    – Η άποψη του Ιάπωνα ποιητή
    Βιβλιοθήκη/ σε λεν’ κι όσοι σε ξέρουν/ ανακατωτά.

    – Η άποψη του πιστού επιπλοποιού
    Κι αυτό το μοντέλο είναι από μασίφ τίμιο ξύλο.

    – Η άποψη του Μποστ
    Κατέχον άγνηαν ις βάθος, / φοβούμαι μη διαπράκσο λάθος. / Γνορίζον τας βηβληοθίκας μόνο εκσόψεως, / στερούμε ικοιοθελούς απόπσεος.

    – Η άποψη του αποτυχημένου εφευρέτη
    Αν, όμως, τα βιβλία ήταν στρογγυλά…

    – Η άποψη του Μπόρχες
    Την έχω πει. (Ή μήπως ήταν ο άλλος;)

    – Η άποψη του Κάφκα
    Έστι δίκης οφθαλμός, σκέφτηκε ο Γκρέγκορ Σάμσα. Δεν έχω καμία ελπίδα να φτάσω στο ψηλότερο ράφι της βιβλιοθήκης του πύργου, εκτός αν μεταμορφωθώ σε μαμούνι.

    – Η άποψη του ηλίθιου
    ……………

    – Η άποψη του μοιρολάτρη
    Τι ωφελεί…

    Αχιλλέας Κυριακίδης, Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό «Το δέντρο», τεύχος 185-186 (Μάρτιος 2012)

  8. …Καλησπέρα, Αγγελική!…Πολύ καλό!!!

    -TO MΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ (ΙΒΒΥ) ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ:

    «BIBΛΙΟΧΑΡΑ Σ ́ ΟΛΗ ΤΗ ΓΗ», [Pat Mora (HΠΑ)]

    «Διαβάζουμε, εγώ κι εσύ.
    Τα γράμματα γίνονται λέξεις
    κι οι λέξεις έπειτα, όλες μαζί,
    γίνονται βιβλία να διαλέξεις.
    Άκου πώς ψιθυρίζουν!
    Ποτάμια στις σελίδες κελαρύζουν,
    αρκούδες τραγουδούν,
    όταν το φεγγάρι αντικρίζουν.
    Μπαίνουμε σε κάστρα φοβερά.
    Δέντρα σκαρφαλώνουν ως τα σύννεφα.
    Γενναία κορίτσια πετούν θαρρετά,
    αγόρια ψαρεύουν άστρα λαμπερά.
    Εσύ κι εγώ διαβάζουμε μαζί,
    «βιβλιοχαρά» σ’ όλη τη γη.»
    (Μτφρ.: Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου)

    -Μαίρης Πέστροβα, «Τώρα που μπορώ να τα διαβάσω»

    «Μέσα μου
    κατεβαίνω σκαλοπάτια,
    σιγά-σιγά καταρρέω, αθόρυβα,
    – η ψυχή στα Τάρταρα –
    επέτρεψα να ξεγυμνωθώ εμπρός σου
    δεν ντρέπομαι να το πω,
    μα για την ψυχή μου,
    γι’ αυτήν
    εύκολα δεν απολογούμαι
    αλλά θα κάνω κάτι άλλο.
    Θα χώσω βαθιά τα δάχτυλα
    στο στήθος μου
    και σαν τραβήξω τα χέρια μου
    θα το σκίσω στα δυο.
    Μην τρομάξεις!
    “Ο,τι δεις, μεταξύ μας
    και ούτε να με μαρτυρήσεις.
    Ποιός αλήθεια θα το πιστέψει
    εκτός από σένα;
    Έπειτα, είναι και το άλλο.
    Σαν σε φέρνω αντίκρυ μου,
    βλέπω τα μάτια και την σκέψη τους
    ολοκάθαρα εμπρός μου,
    αλήθεια, μπορώ.
    Ουτοπία θα μου πεις
    μα ‘γω θα πω Ανάγκη
    τώρα που μπορώ να τα διαβάσω,
    μην απομακρύνεσαι.
    Αύριο μπορεί να λείπω
    και μάταια θα αναζητάς
    την παρουσία μου.»
    (Πηγή: http://fractalart.gr/maria-pestrova-17/)

    -Γιώργος Κατσέλης, «Βιβλιοτράγουδο»

    Σαν ανθίζει ένα βιβλίο
    ένα αστέρι μαγικό
    λάμπει στων παιδιών τα μάτια
    δυο φορές πιο φωτεινό.

    Σαν μιλάει ένα βιβλίο
    στάζει δροσερή πηγή
    πίνουν του καιρού οι διαβάτες
    και ανοίγουν οι ουρανοί.

    Στων θαυμάτων την αυλή
    κάνουν κύκλο τα παιδιά
    κλείνουν την αγάπη μέσα
    και φωνάζουν δυνατά:

    Βιβλιοφάτε, βιβλιοπιείτε
    βιβλιο-ονειρευτείτε
    παίξτε, βιβλιοχαρείτε
    βιβλιοαπογειωθείτε.

  9. Σας απόλαυσα και σήμερα παιδιά. Γιάννη, προτείνω να δώσεις «βήμα» στην φίλη Αγγελική, να κάνει εκείνη κάποια ανάρτηση, περί ποίησης. Τι λες; Μια ιδέα είπα, επειδή είναι θησαυρός γνώσεων η Αγγελική και στα σχόλια παραθέτει διαμάντια! Την καλημέρα μου και στους δυο 🙂

    Υ.Γ Εγώ βάζω την «φατσούλα» με το γέλιο, στο τέλος κι αυτή βγαίνει όπου θέλει, γιατί; Χαχα!

    • Ciao Petra, καλή μας φίλη!!!
      Η Αγγελική είναι αξιοθαύμαστη, τα σχόλιά της είναι διαμάντια…Αλήθεια, πόσα πολλά ξέρει για την ποίηση!!!!
      Ωραία η ιδέα σου, μόνο που δεν ξέρω πως μπορεί να γίνει τεχνικά να κάνει την ανάρτηση αυτή..Θα δούμε!
      *εγώ πάλι δεν ξέρω πώς βάζουν τις φατσούλες εδώ…. Grazie mille, mia Petra!!!

      • Είναι απλό Γιάννη μου: Θα σου στείλει σε μέιλ την ανάρτησή της και στα σχόλια θα απαντά εκείνη. (το έχω κάνει κι εγώ με κάποιους φίλους)

      • Ωραία, Petra, αυτό είχα κι εγώ κατά νου… Θα της το προτείνω…Καλό κυριακάτικο βράδυ!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: