Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (146ο): «Θέλω – θέληση»

 

-«θέλει να τρως το ψαροκόκαλο και να πετάς το ψάρι δύναμη»

(Ο. Ελύτης)

 

 

-«Τάχα ἡ θελησή σου λίγη, τάχα ὁ πόνος σου μεγάλος;
Ἄχ, ποὖσαι νιότη, ποὔδειχνες πῶς θὰ γινόμουν ἄλλος!»

(Κώστας Βάρναλης)

 

 

 

-«δὲ μοῦ ἐπέτρεψαν νὰ δῶ τὸν Αὐτοκράτορα
τοὺς ὕπατους δὲν ἄφηναν νὰ πλησιάσω
σὲ μυστικὰ συμπόσια καὶ ἔνδοξα
τὴ θέλησή μου τὴν καταπατήσανε
τόσους αἰῶνες.»

(Μιχάλης Κατσαρός, Κατά Σαδδουκαίων)

 

 

 

-«Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί

ετούτη η χάρη.

Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές

που σιγά-σιγά,βουλιάζει

και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε

από τα μαλάματα το πρόσωπό της

κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η

ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»

«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄ αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄ απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄ απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄ αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο
απ΄ τ΄ άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.»

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. I, Κέδρος)

 

 

 

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Δεν θα ήθελα»

«Δεν θα ήθελα να πιστέψω

ότι σκάλιζα τον αέρα

με τη σμίλη του πάθους μου.

Δεν θα ήθελα να πιστέψω

ότι έγραφα στο νερό,

αλλ’ αντίθετα, πως

δούλευα πάνω

σε μιάν ύλη σκληρή

να δωρήσω μια μέρα

στην ανάγκη του κόσμου

ένα πρόσωπο – φως»

(Ν. Βρεττάκος, ΕΝΩΠΙΟΣ ΕΝΩΠΙΩ)

 

 

 

-Τζόυς ΜΑΝΣΟΥΡ, [Θέλω να κοιμηθώ πλάι πλάι μαζί σου…]

«Θέλω να κοιμηθώ πλάι πλάι μαζί σου

Μαλλιά μπερδεμένα

Αιδοία γαντζωμένα

Με το στόμα σου για προσκεφάλι.

Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου ράχη ράχη

Δίχως να μας χωρίζει ανάσα

Δίχως λέξεις να μας περισπούνε

Δίχως μάτια να μας διαψεύδουν

Δίχως ρούχα.

Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου στήθος στήθος

Συσπασμένη και ιδρωμένη

Λαμπυρίζοντας με χίλια σύγκρυα

Απ’ την αδράνεια φαγωμένη

Της έκστασης τρελή

Πάνω στον ίσκιο σου να ‘χω ξεμείνει

Καταχτυπημένη από τη γλώσσα σου

Για να πεθάνω ανάμεσα στα δόντια σου λαγού

Τα σάπια

Ευτυχισμένη.»

(Μ. Λαϊνά, Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

 

-Χορχε Γκιλλιέν, «Να κοιμηθώ θέλω»

«Πιο δυνατός, πιο ξάστερος, πιο καθάριος

θα είμαι αυτός που υπήρξα.

Ας έρθει η γλυκιά εισβολή της λησμοσύνης.

Να κοιμηθώ θέλω.

 

Να ξεχάσω ποιος είμαι! Να γίνω ήσυχο δέντρο,

κλώνοι που σκορπίζουν σιωπή

κορμός καλόγνωμος!

 

Το μεγάλο σκοτάδι, μητρικό κιόλας,

βαθαίνει αγάλι αγάλι,

σκεπάζει το σώμα τούτο που απαρνιέται

-για μιαν ανάπαυλα- την ψυχή του.

 

Βγαίνω κιόλας απ’ τον απέραντο κόσμο

και τη μάταιη ταραχή του.

Στο τέρμα της έναστρης ανάπαυσης,

θα είμαι αυτός που ανατέλλει.

 

Αφήνοντας τον εαυτό μου στη συνένοχη βάρκα

θα φτάσω μέσα μέσα από κύματα και πάχνες,

στην αυγή.

 

Δε θέλω να ονειρευτώ ανώφελα φαντάσματα,

δε θέλω σπηλιές.

Ο μεγάλος ασέληνος χώρος

ας με απομονώσει και ας με προστατέψει.

 

Ας χαρώ την πλέρια αρμονία,

χάρη στην άγνοια,

του ράθυμου πλάσματος που διαπλέει

το τίποτά του.

 

Νύχτα με το σκοτάδι της, μοναξιά με την ειρήνη της,

όλα ευνοούν

την απόλαυση της εκμηδένισης

που ζυγώνει.

 

Εκμηδένιση! Παράδεισε όλο ψιθύρους!

Να κοιμηθώ, να κοιμηθώ, και μόνο να υπάρχω

σιγανά σιγανά.

 

Σκοτείνιασέ με και σβήσε με,

Άγιε Ύπνε,

ενώ με φυλάγει και με ξενυχτά

με την παντοδυναμία του

το στερέωμα.

 

Με την πιο σκοτεινή της βαρύτητα,

η γης ας με κρατάει,

και το είναι μου ας βυθίζεται στο είναι μου:

να κοιμηθώ, να κοιμηθώ.»

(Μ. Λαϊνά, Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι»

Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι
στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπή.
Ξέρω μιὰ πράσινη ραχούλα…
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.

Ξέρω στὴ χώρα τὴ μεγάλη
τὸν πλούσιο δρόμο τὸν πλατύ,
μὲ τὰ παλάτια καὶ τοὺς κήπους…
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.

Ξέρω τὸ πρόσχαρο ἀκρογιάλι,
ὅλο τὸ κῦμα τὸ φιλεῖ,
κρινόσπαρτη εἶναι ἡ ἀμμουδιά του…
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.

Ἀτέλειωτη τραβάει μιὰ στράτα,
σκίζει μιὰ χέρσα ἁπλοχωριά,
σκληρὰ τὴ δέρνει τὸ ἀγριοκαίρι
κι ὁ λίβας τὴ χτυπᾶ.

Μιὰ στράτα χιλιοπατημένη,
τὸν καβαλλάρη νηστικό,
τὸν πεζοδρόμο διψασμένο
θάφτει στὸν κουρνιαχτό.

Ἐκεῖ τὸ σπίτι μου θὰ χτίσω
μὲ μιὰ βρυσούλα στὴν αὐλή,
πάντα ἡ γωνιά του θὰ καπνίζει
κι ἡ θύρα του θἆναι ἀνοιχτή.

(Κωστής Παλαμάς, Άπαντα)

 

 

 

 

-Κώστας Καρυωτάκης, [ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΠΙΑ…]

«Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να ‘ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου.

 

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίησις να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.»

(Κ. Καρυωτάκης, Άπαντα, εκδ. ΠΕΛΛΑ)

 

 

 

-Κώστας Καρυωτάκης, [Ποια θέληση Θεού μας κυβερνάει…]

«Ποια θέληση θεού μας κυβερνάει,

ποια μοίρα τραγική κρατάει το νήμα

των άδειων ημερών που τώρα ζούμε

σαν από μια κακή, παλιά συνήθεια;

Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου,

εχάσαμεν τη χρυσή πανοπλία,

και μόνο το μεγάλο ερώτημά μας

ολοένα πιο σφιχτά μας περιβάλλει.

Χωρίς πίστη κι αγάπη, χωρίς έρμα,

εγίναμε το λάφυρο του ανέμου

που αναστρέφει το πέλαγος. Θα βρούμε

τουλάχιστον το βυθό της αβύσσου;

Οι άνθρωποι φεύγουν, ή, όταν πλησιάζουν,

στέκουν για λίγο πάνω μας, ακούνε

στην έρημη βοή, μάταιη και κούφια

σα να χτυπούν το πόδι σε μια στέρνα.

Κοιτάζουνε με φόβο, με απορία,

έπειτα φεύγουν πάλι στους αγώνες,

και μόνο το συναίσθημα κρατούνε

του μακρινού, αόριστου κινδύνου.

Είναι κάτι φρικτές ανταποδόσεις.

Είναι στον ουρανό μια σιδερένια

μια μεγάλη πυγμή, που δε συντρίβει

μα τιμωρεί, κι αδιάκοπα πιέζει.»

(Κ. Καρυωτάκης, Άπαντα, εκδ. ΠΕΛΛΑ)

 

 

 

-Αθανάσιος Χριστόπουλος, «Η Θέληση»

«Η Θέληση:

Πλούτον δεν θέλω
δόξαν δεν θέλω
ούτ΄εξουσίαν
ποτέ καμίαν.

Τούτες οι κρύες
οι φαντασίες
όσο ευφραίνουν
τόσο πικραίνουν.

Θέλω ειρήνην,
ψυχής γαλήνην
χορούς ερώτων
τρέλες και κρότον.

Θέλω τραγούδια
κήπους, λουλούδια
και χωρατάδες
στες πρασινάδες.

Τούτα λατρεύω
τούτα ζηλεύω
κι εις τούτ΄απάνω
θέλ’ ν΄απεθάνω»

(ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/anthology/333#ixzz46ZiTj4tU)

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

5 thoughts on “Πες το με ποίηση (146ο): «Θέλω – θέληση»

  1. Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ.

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    ***

    ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΘΕΛΗΣΗ

    για να υπάρχεις επαρκεί
    ιδίως τα απογεύματα.
    Πέφτοντας ήρεμα το γιασεμάκι χάμω
    με αβρότατο φύσηγμα
    είτε πατηθεί τυχαία είτε οπωσδήποτε αλλιώς
    θα πεθάνει –
    φρικίαση και μολοσσός απελπισίας μου.
    Σε παλιότερα χρόνια όταν ήμουνα μικρός
    έθαβα το απόλυτο
    στον κήπο μας υπό μορφή βελονιασμένου
    τζίτζικα κ’ ήτανε
    χήρος ο χώρος της αμυγδαλιάς οπού ξεράθηκε
    δε θέλω να προχωρήσει περισσότερο όχι
    το ερπετό μου
    (σε συνέχεια μια μακρουλή φράση δυσανάγνωστη)
    Mahamaya.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    ***

    στ
    Αν τα μαλλιά δεν παίρναν δύναμη
    Απ’ το κορμί μας μα του δίναν
    Θα ’τανε ρίζες κι εμείς θα ’μασταν
    Δένδρα αντεστραμμένα
    Θα ’μασταν κάτι
    Τώρα δεν είμαστε άλλο από μια θέληση
    Να ’μαστε κάτι

    Αργύρης Χιόνης, ΤΕΡΑΤΑ (από την ποιητική συλλογή ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ)

    ***

    Υπό την απειλή του Θέλω

    Σου έτεινα προσέγγιση
    αλλά ήδη χαιρετισμό μου έστελνε το χέρι σου
    απογειωμένο σε ύψος ασφαλείας του
    πάνω από δυο χιλιάδες πόδια υπολογίζω.

    Άξιον απορίας τα κατάφερα
    τηλεσθαντικός αεροπειρατής να μπω
    στον εναέριο χώρο του
    και σημαδεύοντάς το με μακρύκαννο
    κυνηγετικόν αιφνιδιασμό
    να χάσει ύψος το ανάγκασα
    και μες στο χέρι μου να προσγειωθεί.

    Κική Δημουλά

    ***

    Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
    ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα
    χαρούμενα
    Νὰ μὲ θυμᾶσαι

    Μίλτος Σαχτούρης, Ὀρυχεῖο,(απόσπασμα)

    Μιχάλης Τσαντίλας – Ήθελα

    ΗΘΕΛΑ

    Ήθελα πάντα να ‘μενα μικρό κι αγνό παιδί
    που απ’ το ψυχρό δωμάτιο του έξω ποτέ δε βγαίνει
    και που, σκυφτό, παράξενα βιβλία φυλλομετρεί
    κι απέναντί του το κοιτούν παλιάτσοι αραδιασμένοι.

    Που ‘χει μιαν ήρεμη καρδιά και σα μικρού πουλιού δειλή
    και που άλλη δεν εγνώρισε γυναίκα απ’ τη μαμά του
    που ώρες πολλές σε μια γωνιά μένει και διόλου δε μιλεί
    και κάποια κούκλα που αγαπά κρατά σφιχτά σιμά του.

    Που τα ψυχρά απογεύματα, τα φθινοπωρινά
    το δρόμο έξω κοιτάζοντας απ’ το παράθυρό του
    άγνωστα μέρη σκέφτεται, ταξίδια μακρινά
    που στα βιβλία του διάβασε ή που είδε στο όνειρό του.

    Και μια βραδιά χειμερινή που όλα με χιόνι έχουν στρωθεί
    μες στο ψυχρό και θλιβερό δωμάτιο του πεθαίνει
    κι ως αρλεκίνος να το πάρει ο χάρος έχει ερθεί
    κι απέναντί του τον κοιτούν παλιάτσοι συντριμμένοι.

    Νίκος Καββαδίας

    ***

    …Κι όταν μαντεύω τη θέλησή μου όλο να τρέχει
    δίχως να σταματά
    δίχως ποτέ να πει δε θέλω
    κι αυτό με κάνει ευτυχισμένο
    γιατί η κίνηση είναι ζωή…

    Μίκης Θεοδωράκης-Η μεταμόρφωση του Διονύσου (απόσπασμα)

    ***

    Υποθήκη

    Είπε: Πιστεύω στην ποίηση, στον έρωτα, στο θάνατο,
    γι’ αυτό ακριβώς πιστεύω στην αθανασία. Γράφω ένα στίχο,
    γράφω τον κόσμο «υπάρχω» υπάρχει ο κόσμος.
    Από την άκρη του μικρού δαχτύλου μου ρέει ένα ποτάμι.
    Ο ουρανός είναι εφτά φορές γαλάζιος. Τούτη η καθαρότητα
    είναι και πάλι η πρώτη αλήθεια, η τελευταία μου θέληση.
    31. ΙΙΙ. 69

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, «ΚΙΓΚΛΙΔΩΜΑ»

    ***

    Μια εκδοχή για ψευδώνυμο.

    Ακατανίκητη, η θέληση ν’ απαριθμώ. Αλλά κάνω τατουάζ αυτή τη λιτανεία
    στη μέσα τσέπη μου και φοράω παντελόνια κολλητά
    στους μηρούς. Σαν πορτοφόλι. Σαν να ‘χω άδεια, είτε σ’ αρέσει είτε όχι,
    όπου θέλω εγώ να πηγαίνω.

    Elizabeth Robinson , μτφρ.: Βασίλης Μανουσάκης

    ***

    «Τελευταία Θέληση»

    Να πεθαίνουμε έτσι,
    όπως παλιά τον είδα να πεθαίνει-,
    τον φίλο, που βλέμματα και λάμψεις
    θεϊκές έριχνε πάνω στη σκοτεινή νεότητά μου:
    -ζωηρός και βαθύς,
    ένας χορευτής μέσα στη μάχη-,

    ο πιο χαρούμενος απ’ όλους τους πολεμιστές,
    ο σοβαρότερος απ’ όλους τους νικητές,
    πάνω στη μοίρα του στήνοντας μια μοίρα,
    σκληρός, στοχαστικός, προβλεπτικός-:
    τρέμοντας που νικούσε,
    αλαλάζοντας που πεθαίνοντας νικούσε-:

    προστάζοντας την ώρα που πέθαινε,
    -και πρόσταξε να τον αφανίσουν…

    Να πεθαίνουμε έτσι, όπως παλιά τον είδα να πεθαίνει:
    νικώντας, αφανίζοντας…

    Friedrich Nietzsche

    Je veux – ZAZ

    «Θέλω να μου χαρίσεις κάτι»

    – Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
    – Ό,τι θες.
    – Ό,τι θέλω; Τ’ ορκίζεσαι;
    – Στ’ ορκίζομαι.
    – Είναι δύσκολο.
    – Δεν πειράζει.
    – Είναι ακριβό.
    – Δεν με νοιάζει.
    – Είναι σπάνιο.
    – Τόσο το καλύτερο.
    – Είναι επικίνδυνο.
    – Δεν φοβάμαι.

    – Μπορεί να καείς άμα το πιάσεις.
    – Θα γίνω νερό να σβήσω την φωτιά.
    – Μπορεί να σου γλιστρήσει απ’ τα χέρια και να φύγει.
    – Θα το ξαναπιάσω.
    – Μπορεί να πάει πολύ μακριά.
    – Θα το κυνηγήσω.
    – Μπορεί να χαθεί στον ουρανό.
    – Θα γίνω πουλί να το ψάξω.
    – Μπορεί να βυθιστεί στη θάλασσα.
    – Θα γίνω αγκίστρι να το πιάσω.
    – Μπορεί να πνιγεί στο σκοτάδι.
    – Θα περιμένω τα χαράματα.
    – Μα μπορεί να διαλυθεί ως τότε.
    – Θα φέρω τ’ άστρα να φωτίσουν πιο νωρίς.

    – Είναι τόσο μικρό, δεν θα μπορέσεις να το πιάσεις.
    – Θα ζητήσω σ’ ένα μυρμήγκι να με βοηθήσει.
    – Κι αν είναι μεγάλο σαν σπίτι;
    – Θα φέρω γερανό.
    – Κι αν είναι μεγάλο σαν βουνό;
    – Θα φέρω ένα γερανό πιο μεγάλο από βουνό.
    – Υπάρχει;
    – Θα τον φτιάξω.
    – Που ξέρεις να φτιάχνεις γερανούς;
    – Δεν ξέρω.
    – Τότε;
    – Τότε θα μάθω.
    – Από που;
    – Από τα βιβλία.
    – Κι αν δεν το λένε τα βιβλία;
    – Θα βρω τον γέροντα που φτιάχνει γερανούς.
    – Κι αν έχει πεθάνει;
    – Θα βρω τον άλλον γέροντα.
    – Ποιον άλλον γέροντα;
    – Εκείνον που ξέρει όλα τα βότανα.
    – Όλα τα βότανα;
    – Όλα τα χόρτα και τα μικρά άνθη του αγρού. Ξέρει τι μάγια κρύβουν.
    – Και πως θα φέρει εκείνος το βουνό;
    – Όχι εκείνος, εγώ. Θα μου δώσει βότανα να πιω, να γίνω τόσο δυνατός, που θα μπορέσω να το σηκώσω το βουνό.

    – Εμένα θα μπορείς να με πάρεις αγκαλιά;
    – Πάντα.
    – Τώρα.
    – Τώρα. Έλα, τι θέλεις;
    – Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
    – Ό,τι θέλεις.
    – Ό,τι, ό,τι θέλω, τ’ ορκίζεσαι;
    – Στ’ ορκίζομαι.
    – Θέλω … θέλω κάτι που δεν υπάρχει πουθενά.
    – Να το φτιάξουμε.
    – Με τι;
    – Με τι θέλεις;
    – Δεν ξέρω.
    – Να το φτιάξουμε με ξύλο καρυδιάς και χρυσά καρφιά.
    – Όχι, όχι δεν είναι έτσι.
    – Να το φτιάξουμε με πούπουλα και ψίχουλα, με σταγόνες και γαργαλήματα και να του βάλουμε ένα κλειδί να το κουρδίζεις.
    – Όχι, όχι, δεν θέλω κλειδί.
    – Γιατί;
    – Μπορεί να το χάσω.
    – Θα στο κρεμάσω στον λαιμό.
    – Μπορεί να χαθώ κι εγώ.
    – Θα έρθω να σε βρω.
    – Κι αν δεν μπορείς να με βρεις;
    – Θα μπορέσω.

    – Κι αν είναι σκοτάδι;
    – Θ’ ανάψω κερί.
    – Κι αν λιώσει το κερί;
    – Ως τότε θα σ’ έχω βρει.
    – Κι αν όχι;
    – Θα ψάχνω ώσπου να σε βρω.
    – Πόσο θα ψάχνεις;
    – ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ!
    – Τι θα πει για πάντα;
    – Ότι Σ’ ΑΓΑΠΩ!

    – Κι εγώ τι θα κάνω ώσπου να με βρεις;
    – Μπορείς να κοιμηθείς.
    – Που;
    – Κάτω από μια μυρσινιά.
    – Που έχει μυρσινιές;
    – Παντού.
    – Έχει και λιοντάρια παντού;
    – Όχι.
    – Πού έχει λιοντάρια;
    – Στην ζούγκλα.
    – Είναι κοντά η ζούγκλα;
    – Πολύ μακριά. Στην άλλη άκρη του κόσμου…
    – Δεν μπορούν να έρθουν εδώ ποτέ;
    – Ποτέ.
    – Τ’ ορκίζεσαι;
    – Στ’ ορκίζομαι.

    – Ξέχασα τι θα πει για πάντα.
    – Θα πει ότι σ’ αγαπώ.
    – Πόσο;
    – Ως τον ουρανό.
    – Ναι, ναι. Να κοιμηθώ τώρα;
    – Ναι.
    – Θα με πάρεις αγκαλιά;
    – Ναι.
    – Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
    – Ό,τι θέλεις.
    – Ό,τι, ό,τι θέλω, τ’ ορκίζεσαι;
    – Ναι.

    Ανθή Δοξιάδη-Τριπ , Εκδόσεις Άγρα

    Μιχάλης Βιολάρης – Αν βουληθώ να σ΄ αρνηθώ

    Με τόλμη – της δικής μας θέλησης το μέλλον

    Ν. Κάλας

    ***

    …σὰν ἕνας θεὸς ποὺ τὸν ξέχασαν κι ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ χρόνου
    καλοῦσε βοήθεια.
    Ὁ οὐρανὸς ἀμίλητος καὶ σταχτὺς
    τὸ ἴδιο ἀδιάφορος καὶ γιὰ τοὺς νικητὲς καὶ γιὰ τοὺς νικημένους.
    Εἶδες ποτέ σου μὲς στὰ μάτια τῶν νικημένων στρατιωτών
    τὴν ΠΙΚΡΗ ΘΕΛΗΣΗ νὰ ζήσουν!
    Ἡ δυστυχία σὲ κάνει πάντα νὰ ἀναβάλεις – ἔφυγε ἡ ζωή.
    οἱ φίλοι εἶχαν χαθεῖ
    κι οἱ ἐχθροὶ ἦταν μικρόψυχοι γιὰ νὰ μπορεῖς νὰ τρέφεσαι ἀπ᾿ τὸ μῖσος σου

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ***

    Παραίτηση

    Πάρε με, ω νύχτα αιώνια, στην αγκαλιά σου
    Και γιο σου ονόμασέ με.
    Είμαι ένας βασιλιάς
    Που με τη θέλησή μου εγκατέλειψα
    Το θρόνο μου, από όνειρα και κούραση φτιαγμένο.
    Το σπαθί μου, βαρύ για τα κουρασμένα μπράτσα μου,
    Σ’ αρρενωπά κι ήρεμα χέρια παρέδωσα.
    Σκήπτρο και στέμμα –τα ’φησα
    Στον προθάλαμο, στο δάπεδο κομμάτια.
    Την πανοπλία μου, τόσο ανώφελη,
    Τα σπιρούνια μου, με το μάταιο κουδούνισμά τους
    Τ’ άφησα πάνω στα κρύα σκαλοπάτια.
    Αποδύθηκα την πραγματικότητα, ψυχή τε και σώματι,
    Κι επέστρεψα στην κρύα και ήρεμη νύχτα
    Σαν το τοπίο όταν αργοπεθαίνει η μέρα.

    Fernando Pessoa -Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα

    ***

    Φυσάει και σηκώνονται ψηλά φαρδιά φουστάνια αισθήματα, ενώ της θέλησης τα πόδια στα βήματα επιμένουν.

    ΜΑΡΙΑ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ

    Γ . ΝΤΑΛΑΡΑΣ : ΚΙ ΑΝ ΣΕ ΘΕΛΩ

    Ν΄ ανακαλώ την άνοιξη με τη θέλησή μου,
    ν΄ αντλώ απ’ την καρδιά μου ήλιο, και να κάνω
    με τις καυτές μου σκέψεις μια χλιαρή αχλύ

    Σάρλ Μπωντλέρ
    (από την ποιητική συλλογή του «Τα Άνθη του Κακού»)

    ***

    1/01001

    στρίψε μου ένα τσιγαράκι drum να σου τραγουσήσω.)

    η ψυχή δεν είναι μηχανικός.

    το ρίγος τέρπεται απ’ την υγρότητα. ύστερα

    έρχεται η στιγμή που και αυτό στρατολογείται στην παρωδία, την οποία ως

    τόσο έχει απορρίψει εκ των προτέρων (υπογράμμιση όχι δική μου: του ποιήματος).

    και η ψυχή δεν είναι μηχανικός. η επίπεδη διάρκεια

    των φωνών που αγάπησα δεν αντέχει το fiat iusitia et pereat mundus.

    έτσι αναγκάνεται και ζυμώνει τη θέληση της καρδιάς, της καρδούλας.

    στρίψε μου ένα τσιγαράκι drum να σου τραγουδήσω

    [Απόσπασμα από το έργο Καλοκαίρι Σε Σκληρό Δίσκο του Ευγένιου Αρανίτση, το οποίο αναμένεται από τις εκδόσεις Ερατώ. Τα αποσπάσματα αυτά δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στην Propaganda, τεύχος 6]

    ***

    …Αν νεύρα και καρδιά μπορείς
    και σπλάχνα και μυαλό και όλα να τα
    σφίξεις
    να σε δουλέψουν ξαναρχής,
    κι ας είναι από πολύ καιρό σωσμένα
    και να κρατιέσαι πάντα ορθός,
    όταν δε σούχει τίποτε απομείνει
    παρά μονάχα η ΘΕΛΗΣΗ,
    κράζοντας σ’ όλα αυτά: «Βαστάτε»…

    ΡΑΝΤΙΑΡΝΤ ΚΙΠΛΙΝΓΚ, Αν (απόσπασμα), μτφρ. Ν. Καρβούνη

    ***

    Ἐγὼ πάλι μέσα στὸ πλῆθος διακλαδίζομαι
    ἡ θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στὸ πλῆθος
    μαζεύω τοὺς σκόρπιους σπόρους μου
    γιὰ τὴν καινούρια μακρινή μου ἀνάσταση
    μαζεύω.

    Μιχάλης Κατσαρός -Κατὰ Σαδδουκαίων

    ***

    ΤΟ ΑΜΥΓΔΑΛΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (απόσπασμα)

    2. Α ναι παρά τη θέλησή μου
    έγινε ο κόσμος έτσι που
    γράφω σαν να ‘χω αποσχιστεί απ’ τη μοίρα μου

    το αμύγδαλο του κόσμου
    είναι πικρό και δεν
    γίνεται να το βρεις παρεχτός αν
    κοιμηθείς μισός έξω απ’ τον ύπνο

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    ***

    Ι

    Είτε γράφουμε είτε μιλάμε είτε απλώς κοιταζόμαστε
    Πάντα απόντες είμαστε. Αυτό που είμαστε
    Δε μεταγγίζεται σε λόγια ή σε βιβλίο.
    Η ψυχή μας βρίσκεται στο άπειρο μακριά.
    Όσο πολύ κι αν δίνουμε στη σκέψη μας τη ΘΕΛΗΣΗ
    Να γίνει η ψυχή μας, να την κινήσει προς τα έξω,
    Οι καρδιές μας είναι ακόμα αμέτοχες.
    Του εαυτού μας γνώστες δεν είμαστε.

    35 ΣΟΝΕΤΑ (του ετερώνυμου Αλεξάντερ Σερτς) απόσπασμα

    ***

    …Έστρωσ’, εδέχθ’ η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους
    κι εδέχθηκε στα βάθη της τον ουρανό κι εκείνους.
    Κι όπου η βουλή τους συφορά κι όπου το πόδι χάρος.
    Η δύναμή σου πέλαγο κι η θέλησή μου βράχος.

    ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

    ***

    Στις κατοικίες των πεθαμένων
    τα καλοκαίρια
    μη με γυρέψης άδικα.
    Αν με θελήσης
    θα με βρης
    μεσ’ στων παιδιών μου την πνοή
    και μεσ’ στις λίμνες των ματιών τους.

    ΜΙΜΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Αγαπημένη (απόσπασμα)

    ***

    Σπιθίζει το τσιγάρο σε κάθε ρουφηξιά
    η Ισπανία γέρνει, κι η μόνη που νικά
    η ηδονή που μας γεννά, που παίζει το χαρτί μας,
    χωρίς τη θέλησή μας,
    χωρίς τη θέλησή μας…
    Ωωωω….

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ΔΙΑΦΑΝΟΣ

    Όλα, θέλω να τα ξέρω όλα (το τραγούδι της κουτσομπόλας)

  2. Ciao Aggeliki! Grazie mille!!… Καλή Μεγάλη εβδομάδα!!!

    -Μανόλης Αναγνωστάκης, «Κι ήθελε ακόμη»

    «Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ Δεν παραδέχτηκα την ήττα.
    Έβλεπα τώρα
    Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
    Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
    Μιλάτε, δείχνετε πληγές, αλλόφρονες στους δρόμους

    Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
    Καρφώσατε σ’ εξώστες με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
    Η διάγνωσίς σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.
    Εκεί, προσεκτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω τάξη,
    Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
    Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
    Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω,
    Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω
    Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.»
    (Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

    -«Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα
    σε ξένα αναστηλώματα δεμένο.
    Ας είμαι ένα καλάμι ένα χαμόδεντρο
    μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν’ ανεβαίνω.
    Δε θέλω του γιαλού το λαμπροφέγγισμα
    που δείχνεται άστρο με του ήλιου τη χάρη
    θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου
    κι ας είμαι ένα ταπεινό λυχνάρι.»
    (Γεώργιος Δροσίνης, απὸ τα «Φωτερὰ Σκοτάδια»)

    -Κώστας Κρυστάλλης, «Στο σταυραετό»
    (απόσπασμα)

    «…Μπεζέρισα νὰ περπατῶ στοῦ κάμπου τὰ λιοβόρια.
    Θέλω τ’ ἀψήλου ν’ ἀνεβῶ· ν’ ἀράξω θέλω, ἀϊτέ μου,
    μὲς στὴν παλιά μου κατοικιά, στὴν πρώτη τὴ φωλιά μου,
    θέλω ν’ ἀράξω στὰ βουνά, θέλω νὰ ζάω μ’ ἐσένα.
    Θέλω τ’ ἀνήμερο καπρί, τ’ ἀρκούδι, τὸ πλατόνι,
    καθημερινή μου κι ἀκριβῆ νὰ τὰ ’χω συντροφιά μου.
    Κάθε βραδούλα, κάθε αὐγή, θέλω τὸ κρύο τ’ ἀγέρι
    νὰ ’ρχεται ἀπὸ τὴν λαγκαδιά, σὰν μάνα, σὰν ἀδέρφι,
    νὰ μοῦ χαϊδεύη τὰ μαλλιὰ καὶ τ’ ἀνοιχτά μου στήθη.
    Θέλω ἡ βρυσούλα, ἡ ρεματιά, παλιὲς γλυκές μου ἀγάπες,
    νὰ μοῦ προσφέρουν γιατρικὸ τ’ ἀθάνατα νερά τους.
    Θέλω τοῦ λόγγου τὰ πουλιὰ μὲ τὸν κελαηδισμό τους
    νὰ μὲ κοιμίζουν τὸ βραδύ, νὰ μὲ ξυπνοῦν τὸ τάχυ.
    Καὶ θέλω νὰ ’χω στρῶμα μου, νὰ ’χω καὶ σκέπασμά μου
    τὸ καλοκαίρι τὰ κλαδιὰ καὶ τὸν χειμῶ τὰ χιόνια.
    Κλωνάρια ἀπ’ ἀγριοπρίναρα, φουρκάλες ἀπὸ ἐλάτια
    θέλω νὰ στρώνω στοιβανιὲς κι ἀπάνου νὰ πλαγιάζω,
    ν’ ἀκούω τὸν ἦχο τῆς βροχῆς καὶ νὰ γλυκοκοιμιέμαι.
    Ἀπὸ ἡμερόδεντρον, ἀϊτέ, θέλω νὰ τρώω βαλάνια,
    θέλω νὰ τρώω τυρὶ ἀλαφιοῦ καὶ γάλα ἀπ’ ἄγριο γίδι.
    Θέλω ν’ ἀκούω τριγύρω μου πεῦκα κι ὀξιὲς νὰ σκούζουν,
    θέλω νὰ περπατῶ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλὰ στεφάνια,
    θέλω κρεμάμενα νερὰ δεξιὰ ζερβιὰ νὰ βλέπω.
    Θέλω ν’ ἀκούω τὰ νύχια σου νὰ τὰ τροχᾶς στὰ βράχια,
    ν’ ἀκούω τὴν ἄγρια σου κραυγή, τὸν ἴσκιο σου νὰ βλέπω.
    Θέλω, μὰ δὲν ἔχω φτερά, δὲν ἔχω κλαπατάρια.
    Καὶ τυραννιέμαι καὶ πονῶ καὶ σβηέμαι νύχτα μέρα.
    Παρακαλῶ σε, σταυραϊτέ, γιὰ χαμηλώσου ὀλίγο
    καὶ δώσ’ μου τὲς φτεροῦγες σου καὶ πάρε μὲ μαζί σου,
    πάρε μὲ ἀπάνω στὰ βουνά, τί θὰ μὲ φάει ὁ κάμπος!»

    -Pablo Neruda, «Δε σε θέλω παρά γιατί σε θέλω»

    «Δε σε θέλω παρά γιατί σε θέλω,
    μα απ’ το θέλω στο δε σε θέλω πέφτω
    κι απ’ το καρτέρα, όταν δε σε προσμένω,
    περνώ απ’ το παγερό στο πυρωμένο.
    Σε θέλω μόνο γιατί εσένα θέλω,
    σε μισώ μα γι’ αγάπη σου προσπέφτω,
    κι είν’ της αθώας αγάπης μου το μέτρο
    σαν τυφλός που αγαπά να μη σε βλέπω.
    Το σκληρόψυχο του Γενάρη φέγγος
    την καρδιά μου θα σιγολιώσει εφέτος,
    ανοίγοντάς μου στα κρυφά το στέρνο.
    Μόνος στην ιστορία αυτή πεθαίνω
    και πεθαίνω απ’ αγάπη αφού σε θέλω,
    σε θέλω, αγάπη, ως το αίμα κι ως το τέλος.»

    -Χρίστος Λάσκαρης, «Θέλω μονάχα»

    «Δε θέλω να ξέρω κανόνες για την Ποίηση
    ούτε τι γράφουνε γι’ αυτήν
    οι σπουδασμένοι.
    Θέλω μονάχα
    να με απορροφάει,
    όλο να με απορροφάει η μουσική
    για να μπορώ μέσα στα ποιήματά μου
    να σωπαίνω.»
    (Πηγή: http://www.flytoistros.com/laskaris/laskaris-poems.php)

    -Κ. Π. Καβάφης, «Τα κεριά»

    «Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
    σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
    χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

    Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
    μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
    τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
    κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

    Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
    και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
    Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

    Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
    τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
    τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.»
    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    -Ελένη Κοντοζόγλου-Συκά, «Δε θέλω να είσαι μια ανάμνηση μόνο»

    Η ανάμνηση ντύνει το παρελθόν
    όπως η σκέψη την καρδιά μου…
    – Δε θέλω να είσαι μια ανάμνηση μόνο.

    Θέλω να είσαι πάντα παρόν
    στην καρδιά μου, στο χρόνο.
    Θέλω να είσαι μια δόξα μεγάλη
    στου κόσμου το λαμπρό τ’ ανθογυάλι.

    – Δε θέλω να είσαι μια ανάμνηση μόνο.

    ‘Ο,τι φεύγει, ας γυρίζει στο πρώτο του βήμα.
    Ο καημός μακρινός και ο τόπος γερτός
    σε μια δύση που φύτρωσε ποίημα.
    ‘Ο,τι φεύγει, ας γυρίζει πάντα νιο κι ανθηρό
    σ’ έναν ήλιο που ανεβαίνει απ’ του πελάου το κύμα.
    Μαρτυρά μιαν αλήθεια και μιαν ομορφάδα
    ενός πόθου που λάμνει σ’ αγάπης ικμάδα.

    Δε θέλω να είσαι μια ανάμνηση μόνο.

    «Οι ψυχές ξαστοχούν και σκληρές ταξιδεύουν
    στου ονείρου τις άκριες. Η δική σου ψυχή
    έχει στόχο και πείσμα. Τρυφεράδα και γνώση.
    Δε θέλω να είσαι μια ανάμνηση μόνο.
    Θέλω να είσαι των ηρώων ο μόνος
    που ανάβλεψε των μαρτύρων το μόχτο.
    Θέλω να είσαι της καρδιάς μου η γλώσσα
    που τολμά να σωπαίνει ακόμα και τώρα.
    Δε θέλω να είσαι μια ανάμνηση μόνο.»
    (Πηγή: http://www.mcnews.gr/logotexnia/poihsh/)

    -Τίτος Πατρίκιος, «Οριστική ματαίωση»

    «Κάτι ήθελε να πει ο άνθρωπος εκείνος
    κάτι τραύλιζε.
    Μα εγώ βιαζόμουν.
    Κάτι τραύλιζε ως την πόρτα.

    Ένας άνθρωπος ήθελε να μου μιλήσει
    κι εγώ βιαζόμουν.»
    (Τίτος, Πατρίκιος, Ποιήματα, IIΚέδρος)

    -Τίτος Πατρίος, [Θα ‘θελα να μιλήσω μια φορά]

    «Θα ‘θελα να μιλήσω μια φορά
    λευτερωμένος από σκοπιμότητες κι αυτοδεσμεύσεις
    να σού ‘λεγα- μα από τα λόγια μου κρατάς μονάχα τη φωνή
    μου απ’ τη φωνή μου μόνο τα χείλια μου
    δρ βλέπεις το δρόμο που ξεκινάει πριν από μας
    που συνεχίζεται πέρα από μας…
    μάταιο να σου υποβάλλω ιδέες
    όταν ακόμα τα κορμιά μας
    έχουνε τη δική τους λογική.»
    (Τίτος Πατρίκιος, Τέλος του καλοκαιριού, V.)

  3. ΘΕΛΩ να σου ευχηθώ για τις μέρες, Γιάννη, τα τρία καλά της μοίρας σου:
    -την αγάπη
    -τους φίλους
    -την Ποίηση.
    (Γεννηθήτω το θέλημά μου!)

    @@@

    Θέλω

    Θέλω να μ’ ακούς χωρίς να με κρίνεις
    Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές
    Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις
    Θέλω τη βοήθεια σου, κι όχι να αποφασίζεις για μένα
    Θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις.

    Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σε μένα
    Θέλω να με αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ
    Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις
    Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να μεταμορφώνεσαι
    Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα

    Θέλω να πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις
    Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν
    Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις.

    Θέλω να ξέρεις…. πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου…

    Χωρίς όρους.

    Χόρχε Μπουκάι, «Γράμματα στην Κλαούντια» 1989

    @@@

    Θέλει Αρετήν και Τόλμην
    η Ελευθερία.

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

    Θα υπάρχω θες δε θες -Δήμητρα Γαλάνη

    Α’ εκδοχή:
    Θα ήθελα η αγάπη μου να πεθάνει
    και η βροχή να πέφτει πάνω στον τάφο της
    και σε μένα καθώς θα περπατώ στους δρόμους
    πενθώντας την που σκέφτηκε να με αγαπήσει

    Σάμιουελ Μπέκετ, Μεταφράζει η Κατερίνα Καντσού*

    *

    Β’ εκδοχή:
    θα’ θελα η αγάπη μου να πέθαινε
    θα’ θελα να’ βρεχε στο κοιμητήρι
    και στα δρομάκια που διαβαίνω
    κλαίγοντας αυτήν που πίστεψε ότι μ’ αγάπησε
    Samuel Beckett: “ΠΟΙΗΜΑΤΑ συνοδευόμενα από ΣΑΧΛΟΚΟΥΒΕΝΤΕΣ”,

    Εκδόσεις Ερατώ, Μετάφραση: Γιώργος Βίλλιος

    @@@

    ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΚΗΠΟΝ

    Ήθελα να ’χω ένα σπίτι εξοχικό
    μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο— όχι τόσο
    για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
    (βέβαια να βρίσκονται κι αυτά· είν’ ευμορφότατα)
    αλλά για να ’χω ζώα. A να ’χω ζώα!
    Τουλάχιστον επτά γάτες— οι δυο κατάμαυρες,
    και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
    Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώ
    να λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.
    Aπό σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.
    Θα ’θελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια).
    Κι εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα,
    τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,
    να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφάλες των.

    Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ (Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

    Ήθελα να ‘μουν άρωμα – Γιάννης Χαρούλης

    V
    Θά ‘θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.
    Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
    νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
    νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ‘ρχεται πιὸ γρήγορα
    νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι,
    νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες
    νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ’ ὅλες τὶς καμπάνες τους
    νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.

    Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
    ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
    καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.

    Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη μου, ποτέ.

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, Από την ποιητική συλλογή «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας»

    @@@

    ΥΜΝΟΣ

    θα ήθελα να ’μουν δυνατός
    για να μπορούσα να υποκύψω στην ομορφιά σου

    παταγωδώς

    Φερνάντεθ, Φεράν, Δώδεκα ενθουσιαστικά ποιήματα σε απόγνωση, Το Δέντρο, τεύχ. 159-160, χειμ. 2007-2008, σελ. 260-263, μεταφράστρια: Βίκυ Ρούσκα

    @@@

    ΧΡΕΟΣ

    Δεν θα ήθελα να κλείσω τα μάτια δίχως να ιδώ.
    Δεν θα ιδώ χωρίς να μιλήσω.
    Και δεν θα μιλήσω χωρίς
    να τραβήξω το λόγο από μέσα βαθιά μου, όπως ένα
    μπηγμένο μαχαίρι. Το φως έχει μέσα του
    αίμα, το αίμα έχει φως,
    κι η καρδιά μου, ευτυχώς, τρυπημένη απ’ τα βλέμματα
    χιλιάδων παιδιών, είναι τώρα γιομάτη
    καρφωμένα μαχαίρια.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    @@@

    Ο ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΟΣ

    Ό,τι κι αν γράψεις λόγια θα ’ναι.
    Αυτά τα λόγια που ζητώ να εξαφανίσω·
    κι είναι γι’ αυτό που έχω κόψει το χέρι μου.
    Κι είναι γι’ αυτό που ζυμώνομαι
    νύχτα μέρα με τη φωτιά, που πατήθηκα
    κι έλιωσα κάτω όπως ένα
    τριαντάφυλλο κόκκινο.

    Θέλω να γίνω ενός άλλου
    είδους νερό. Μιαν άλλου είδους γλώσσα.
    Σαν αχτίνες χρυσές να τρυπώνω τα λόγια μου
    μες απ’ τους πόρους σας, δίχως να ξέρετε,
    προχωρώντας και φέγγοντας, βαθύτερα, όλο
    και βαθύτερα μες στις καρδιές σας, καθώς
    τις μαύρες στοές της γης
    κατεβαίνοντας
    ο ανθρακωρύχος με το λυχνάρι του.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    Βαγγέλης Γερμανός – Θα ‘θελα να ‘μουν κηπουρός

    Τ’ άλλα, τι τα θέλουμε;
    Ένα είναι γεγονός:
    ο Άνθρωπος αυτός πέθανε
    ερήμην μας, ερήμην σας, ερήμην τους,
    πάντως απωλέσθη πια για πάντα.
    Πέθανε – Πέθανε πια.

    ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ

    @@@

    …Θέλουμε πιο πολλά
    τα θέλαμε όλα.
    Δε γινόταν αλλιώς.
    ‘Ο,τι μας έφτανε χτες
    για σήμερα ήταν λίγο.
    ‘Ο,τι μας γέμιζε χτες
    Ήθελε κι άλλο σήμερα να μη χαθεί…

    Μεγάλο γράμμα -Τίτος Πατρίκιος (απόσπασμα)

    @@@

    «Ars Poetica»

    Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
    σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
    όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
    αγώνας, όχι μουσική που λύνεται
    μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
    μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
    αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.

    Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
    ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
    να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
    αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό
    κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
    μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια
    τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα
    με αίσθημα ποτισμένες.

    Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου (Ο δύσκολος θάνατος, 1978)

    Θα ‘θελα να ήσουν-Μαρινέλλα

  4. Ciao Aggeliki!… Ευχαριστώ από καρδιάς για όλα!!!…Καλή Ανάσταση!
    *(Αυτή την εβδομάδα δε θα ‘χει «Πες το με ποίηση», το Πάσχα βλέπεις, κι οι δουλειές πολλές, πού καιρός να ψάχνεις! Να ‘μαστε καλά και το μεθεπόμενο Σαββατοκύριακο πάλι εδώ με την αγαπημένη μας ποίηση).

    -Ελένη Μαυρογονάτου, «ΣΕ ΘΕΛΩ»

    «Όχι απέναντι. Δίπλα μου σε θέλω.
    Ν’ αγγίζονται οι ώμοι μας.
    Κι οι μικρές φτερούγες που ξετυλίγονται, όταν δεν μας βλέπει κανείς.
    Πλάι μου να είσαι.
    Εκεί που έχουμε ράψει μισοσκισμένες τις παλιές μας υποθέσεις.
    Και τα τεκμήρια για όσες μικρές σιωπές γίνηκαν ποιήματα.
    Όχι απέναντι. Δίπλα μου σε θέλω. Σε θέλω.»
    (Πηγή: http://aretimaurogianni9.blogspot.gr/2012/12/blog-post_7944.html)

    -Αργύρης Χιόνης, [Δε θέλω ιδέες]

    «Δεν θέλω ιδέες που χωράνε στο κεφάλι
    Θέλω μονάχα μια ιδέα αλλά μεγάλη
    Τόσο που να χωρέσει το κεφάλι μου
    Που ολόκληρο να με χωρέσει
    Μια ιδέα που γεννά και δεν γεννιέται.»
    (Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

    -Juan Ramon Jimenez, [Θα ‘θελα το βιβλίο μου]

    «Θα ‘θελα το βιβλίο μου
    να ‘ναι σαν ουρανός νυχτερινός
    όλο παρούσα αλήθεια, δίχως ιστορία.

    Και ολόκληρο να δίνεται καθώς εκείνος, μ’ όλα,
    κάθε στιγμή, τ’ αστέρια του, χωρίς
    τα πρώτα χρόνια, η νιότη, τα γεράματα
    ν’ αναιρούν μήτε να προσθέτουν θέλγητρο
    στην άπειρη ομορφιά του.

    Λάμψη, παλμός και μουσική
    ακέρια και παρόντα!
    Λάμψη, παλμός και μουσική στο μέτωπο
    του καθαρού βιβλίου!»
    (Επιλογές από την ξένη ποίηση, εκδ. Σοκόλη)

    -Francis Jammes, [Την θέλω…]

    “Την θέλω μες στην αντηλιά τη μεσημεριανή
    που πέφτει απ’ την κληματαριά την αποκαρωμένη,
    μόλις γεννήσει η όρνιθα τα’ αυγό της μες στη σκόνη.
    Απάνου απ’ τις τριχιές, όπου η μπουγάδα της στεγνώνει,
    Θα τήνε δω με ολόφωτο πρόσωπο να προβαίνει.
    Τις παπαρούνες, θα μου πει, τις νιώθω μες στα μάτια.
    Και θα ‘ναι για τον ύπνο της έτοιμη η κάμαρά της,
    κι εκεί θα μπει σαν την ξανθή μέλισσα που γυρίζει
    μες στη γυμνή κυψέλη της που η κάψα την ξασπρίζει.»
    (Επιλογές από την ξένη ποίηση, εκδ. Σοκόλη)

    -Francis Jammes, [Και ποιος δεν θα ‘θελε…]

    «Και ποιος δεν θα ‘θελε, καθώς, τη νύχτα, ο ξυλοκόπος
    με τ’ άρωμα του πυξαριού στα ρούχα, να γυρίζει
    σε καλυβάκι απόμερο που τρέμει ο μάνταλός του
    κάτω απ’ τα δάχτυλα και σκούζει, ξεχαρβαλωμένος;
    Να κάθεται στη σκοτεινιά που το τσουκάλι αχνίζει
    μοιάζοντας με τον καθιστό γάτο που ροχαλίζει;
    Του αλόγου το κουδούνισμα ν’ ακούει, που ξεμακραίνει,
    ενώ η γυναίκα, τρυφερή κι αμίλητη, φροντίζει
    αυτό που θα δειπνήσουνε κι είναι μες στο τσουκάλι;
    Κι ο Δίας δεν θα ‘ρθει στο κουτσό σκαμνάκι να καθήσει;»
    (Επιλογές από την ξένη ποίηση, εκδ. Σοκόλη)

    -Σταύρος Βαβούρης, «Ό, τι θέλει η Λόλα»

    «Έλα να χορέψουμε
    το “ό, τι θέλει η Λόλα
    η Λόλα το παίρνει”
    Κι αν σ’ αρέσει, αν δεν προσβάλλεσαι
    χόρεψε εσύ, τη Λόλα.
    (δεδομένου ό, τι σ’ αρέσει πάντοτε να παίρνεις)
    Εγώ, αναγκαστικά θα είμαι ο παρτενέρ.
    Μ’ αν προτιμάς το ρόλο του
    δε θ’ αποτελέσεις φυσικώ τω λόγω εξαίρεση.
    Κι αφού θα είμαι η Λόλα
    ότι σου ζητήσω
    ό, τι τυχόν θελήσω να μου δώσεις
    θαν το Δώσεις.»
    (Σύγχρονη ερωτική ποίηση, 42 Έλληνες ποιητές, Καστανιώτης)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: