Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (145ο): «Μιλώ – (συν)ομιλία»…

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Μιλώ»

«Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες

Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε σους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους

Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια σους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια

Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει.
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.»

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

 

 

-Λευτέρης Πούλιος, «Μιλώ»

«Μιλώ για ανταύγειες μέσα στα σύννεφα.

Μιλώ για τη ζωή και το κουτσό της ποδάρι.

Για κάθε δέντρο του λαού ή της θύελλας.

Για κάθε κύμα σκάζοντας πάνω μου

Και για βότσαλα ζεστά στη φούχτα και γνώριμα.

Όλα είναι ειπωμένα.

Κάθε σκέψη μου γίνεται πρόσωπο.

Ένα τοπίο ο ύπνος μου καθώς

το χρώμα του ουρανού μου καλύπτει τη νύχτα όλη

και του δημόσιου δρόμου την καγκελόπορτα.

Μιλώ για εικόνες πρόσφατα πλασμένες

για το χέρι του καιρού μου

αναδεύοντας στοχασμούς και λόγια ενώ

κάθε πίστη βγάζει το χάδι της απ’ το καβούκι

και πορεύεται προς το μέλλον.»

(Λ. Πούλιος, Γυμνός ομιλητής, Κέδρος)

 

 

 

-Ο. Ελύτης, [Έτσι μιλώ για σένα και για μένα]

«…Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω

Να μπαίνω σαν Πανσέληνος

Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια

Να μαδάω γιασεμιά – κι έχω τη δύναμη

Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω

Μέσ’ από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές

Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε […]

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα. […]

Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς

Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους

Από τι να ‘ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού

Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου

Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να ‘ρθω

Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο

Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό […]»

(Ο. Ελύτης, Μονόγραμμα)

 

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Ομιλητής Προλετάριος»

 «Έκανε να μιλήσει˙ κόμπιασε˙
ξανάπε τα ίδια˙ σταμάτησε.

«Αυτό ήταν», είπε κι ακούμπησε το χέρι του στο τραπέζι.

Το χέρι του, στέρεο, καθάριο περίγραμμα,
ήταν ένα φαρδύ μυστρί. Μπορούσαμε να εμπιστευθούμε
στα λόγια που δεν είπε και στα χέρια του.

Έξω απ’ την κάμαρα κατέβαινε βουίζοντας το φως.»

(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

-Μαγιακόφσκι, «Συνομιλία με ένα φοροεισπράκτορα περί ποιήσεως»

 «Αρχίζεις να σπρώχνεις μια λέξη στο στίχο

Κ’ η λέξη δε μπαίνει./ Επιμένεις και σπάει.

Η ποίηση- είναι ένα ταξίδι/ σ’ άγνωστη χώρα.

Η ποίηση είναι ταυτόσημη/ με την παραγωγή ραδίου.

Για μια και μόνο λέξη/ λιώνεις χιλιάδες τόνους

Γλωσσικό μετάλλευμα

Όσο πάει αγαπώ λιγότερο/όσο πάει λιγότερο τολμώ

η πιο φυσική απόσβεση

είναι, η απόσβεση του νου και της καρδιάς.

Όταν ο ήλιος θα ανατείλει/σαν καλοθρεμμένος κάπρος

Σ’ ένα μέλλον δίχως αναπήρους και ζητιάνους

εγώ θα έχω πεθάνει στην ψάθα

μαζί με άλλους δυο τρεις του συναφιού μου.

Συντάξτε από τώρα/τον μεταθανάτιο ισολογισμό μου!

Το βεβαιώνω και ξέρω πως δεν πέφτω έξω:

απ’ όλους αυτούς/ τους σημερινούς καταφερτζήδες

αυτούς που γλείφουνε πλένε στα λεφτά

μονάχα εγώ θα μείνω βουτηγμένος μες στα χρέη.

 

Ο ποιητής/ μένει πάντοτε χρεώστης

απέναντι στον κόσμο.

Πληρώνει πάντα τόκους και υπερημερίες

για τον πόνο των ανθρώπων.

Μένω χρεώστης

απέναντι στη φωτοχυσία του Μπρόντγουέυ

απέναντι σε σας, σύννεφα της Βαγδάτης

απέναντι στον κόκκινο στρατό, στις βυσσινιές της Ιαπωνίας

που δεν πρόφτασα ως τώρα να τις τραγουδήσω.»

(Β. Μαγιακόφσκι, μτφ. Άρης Αλεξάνδρου)

 

 

 

 

-Γ. Σεφέρης, [Πότε θα ξαναμιλήσεις;]

«Πότε θα ξαναμιλήσεις;
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα.
Όπως τα πεύκα
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί.
Ίσως γυρεύουν να μιλήσουν τ’ άστρα
που πάτησαν την τόση γύμνια σου μια νύχτα
ο Κύκνος ο Τοξότης ο Σκορπιός
ίσως εκείνα.
Αλλά πού θά εισαι τη στιγμή που θά ’ρθει
εδώ σ’ αυτό το θέατρο το φως;

(Επί σκηνής ΣΤ’, Από την ποιητική συλλογή «Τα τρία κρυφά ποιήματα»)

 

 

 

-Πωλ Βαλερύ, «Ομιλεί ο Νάρκισσος»

«Απ’ ομορφιάν, αδέρφια μου, θλιμμένα κρίνα, λιώνω,
τι εμέ τον ίδιο πόθησα, μες στη γυμνότητά σας,
και, ω Νύμφη, νύμφη των κρηνών, προς εσέ, νύμφη,
προσφέρω στην αγνή σιωπή τ’ ανώφελα δάκρυά μου.

Μ’ ακούει γαλήνη απέραντη, όπου την ελπίδα ακούω.
Αλλάζει η φωνή των πηγών, που ομιλεί για το βράδυ,
ακούω τη χλόη την αργυρή στην άγια σκιά ν’ αυξαίνει
κ’ υψώνει τον καθρέφτη της η επίβουλη σελήνη
ως βαθιά μες στα μυστικά της κρήνης που έχει σβήσει.

Κ’ εγώ! Μ’ όλη μου την καρδιά ριγμένος στα καλάμια,
λιώνω από την παρίλυπην, ω σάπφειρε, ομορφιά μου!
Δεν ξέρω πια απ’ το ν’ αγαπώ το μάγο νερό μόνο,
όπου το γέλιο και το αρχαίο το ρόδο έχω ξεχάσει.

Πόσο θρηνώ την καθαρή και τη μοιραία σου λάμψη,
ω κρήνη, τόσον απαλά από με περιβλημένη,
όπου άντλησαν τα μάτια μου, από ένα θνητό γαλάζιο,
στεφανωμένο με άνθη υγρά το αντικαθρέφτισμά μου!

Το είδωλο μάταιο, αλλοίμονο, κ’ αιώνια είναι τα δάκρυα!
Μέσα απ’ τα δάση τα κυανά και τ’ αδερφικά μπράτσα,
τρυφερή λάμψη αμφίβολης ώρας υπάρχει, κ’ έναν
γυμνόν μνηστήρα πλάθει μου απ’ τα λείψανα της μέρας,
στ’ ωχρό σημείο όπου το περίλυπο νερό με σέρνει…
Δαίμονα ηδονικό, επιθυμητό και παγωμένον!

Να, από σελήνη και δροσιά, τη σάρκα μου μες στο ύδωρ,
ω, υπάκουο σχήμα αντικριστά στα μάτια μου στημένο!
Να τ’ ασημένια μπράτσα μου με τις αγνές κινήσεις!…
Μέσα στον λατρευτό χρυσό απαυδούν τ’ αργά μου χέρια
να προσκαλούν τον δέσμιο αυτόν, τα φύλλα που τον ζώνουν
και, στην ηχώ, θεών σκοτεινών τα ονόματα φωνάζω!

Χαίρε, χαμένη στο ήρεμο και κλειστό κύμα, ανταύγεια,
Νάρκισσε… το ίδιο αυτό όνομα τρυφερό μύρον είναι
στην μελιχρή καρδιά. Για την ψυχή του μεταστάντος
μάδα, στον άδειο τάφο αυτόν, το επιθανάτιο ρόδο.

Το ρόδο γίνου, χείλι μου, που μαδά απ’ το φιλί
εκείνο, αγάλια που ηρεμεί ένα αγαπημένο φάσμα,
τι, κοντινή και μακρινή, σιγά μιλάει η νύχτα
στους κάλυκες από ελαφρούς ύπνους και σκιά γιομάτους.
Πλην μες στα μύρτα τ’ άφθονα η σελήνη διασκεδάζει.

Κάτωθε από τα μύρτα αυτά, λατρεύω σε, ω αβέβαιη
σάρκα ανθισμένη θλιβερά για τη μοναξιά εκείνη
που σε δάσος κοιμώμενο κοιτιέται στον καθρέφτη.
Απ’ τη γλυκιά σου παρουσία απαλλάσσομαι του κάκου,
πάνω στο μούσκλο είναι απαλή, στα μέλη, η απατηλή ώρα
κι από μια τέρψη σκοτεινή ο βαθύς φουσκώνει αγέρας.

Χαίρε, Νάρκισσε… πέθανε! Το σούρουπο έχει πέσει.
Το απαύγασμά μου στης καρδιάς τον στόνο κυματίζει,
το φλάουτο, μέσα απ’ το γλαυκό το ενταφιασμένο, μέλπει
των κοπαδιών των ηχηρών, που φεύγουνε, τις θλίψεις.
Μα πάνω στο θανάσιμο, όπου το άστρο ανάβει, κρύο,
πριν από αχλύ σχηματιστεί ένας αργός τάφος, πάρε
το φιλί αυτό που ένα ήρεμο, μοιραίο νερό ραγίζει!

Το κρύσταλλο να σπάσει αυτό η ελπίδα αρκεί μονάχη.
Μ’ αρπά η ρυτίδα από την πνοή τούτη που μ’ εξορίζει
κ’ η ανάσα μου τόση ψυχή σε λεπτό φλάουτο δίνει,
που θα ‘ναι για με ο παίχτης του γεμάτος επιείκεια!…

Εξαφανίσου, θεότητα ταραγμένη! Και, φλάουτο
ταπεινό εσύ, μοναχικό, πρόσφερε στην σελήνη,
διάφορα από τα δάκρυά μας τα τόσα, τ’ ασημένια.»

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (145ο): «Μιλώ – (συν)ομιλία»…

  1. Μόλις σε διάβασα, το μυαλό μου πήγε κατευθείαν στο πιο κάτω..
    Πόσα νοήματα και πόσο τραγικά επίκαιρο… Καλή Κυριακή αμήν 🙂
    («αγόρασα λαχείο στ’ όνομα τους, αχ να κερδίσουν να σταθώ σιμά τους»..)

  2. Τι όμορφα ποιήματα! Με συγκινείς με την επιμονή σου, βρε Γιάννη!
    Τι ωραία επικοινωνία! Και τι καταπληκτικές θεματικές ενότητες!
    Εύχομαι να τις χιλιάσουμε!
    Λέω όμως ότι η «συν-ομιλία (συζήτηση, διάλογος)» είναι ένα ολόκληρο θέμα από μόνη της. Τι λες κι εσύ;

    *

    1. [Τώρα μιλώ πάλι…]

    Τώρα, μιλώ πάλι σαν ένας άνθρωπος που γλίτωσε απ’ το λοιμό
    Επισκέπτομαι τους φίλους μου, ξέρω πολλούς που σώθηκαν
    («Υπάρχει πάντα μια αναχώρηση»), έτσι είχα κάποτε πει
    Άλλοτε πάλι μίλησα για μιαν άγνωστη αρρώστια — ποιός τα θυμάται;).

    Πέρασαν πια οι καταδικασμένες μέρες ανοίξαν τα παράθυρα
    Χαρούμενοι οι οδοκαθαριστές σαρώνουνε στους δρόμους τα σκουπίδια
    Άρχισε πάλι η ζωή, οι εγγραφές στους συλλόγους και τα ινστιτούτα
    Οι αγκαλιασμένοι έφηβοι στις πλατείες, τα ακατάλληλα έργα στους κινηματογράφους
    Οι αγγελίες στις εφημερίδες· πέρασε πια η κακή αποκριά
    Οι προσωπίδες κάηκαν τα παλιά ονόματα λησμονηθήκαν
    Και το δημοτικό συμβούλιο συνεδριάζει για τη μετονομασία των οδών.

    Ραούλ, εσένα πάλι σκέφτομαι που δεν πρόλαβες να γίνεις σοφός, να συζητήσεις,
    Να δεις την άλλη πλευρά των πραγμάτων, να μάθεις να σιωπάς·
    Δε σου ’μελλε να πιθανολογείς, να βγάζεις συμπεράσματα

    Δε σου ’μελλε να διδαχτείς κι εσύ την αριθμητική των ιδεών.

    ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

    ***

    2. MIΛΑ ΚΙ ΕΣΥ

    Μίλα κ’ εσύ, μίλησε τελευταίος
    το λόγο σου να πεις!

    Μίλα – όμως μη ξεδιαλύνεις το ΄Οχι από το Ναι.
    Και νόημα στο λόγο σου μη δώσεις:
    δώσε του τη σκιά.

    Δώσε του σκιά αρκετή, δώσε του τόση
    όση γύρω από σένα να υπάρχει ξέρεις
    από μεσάνυχτα ως μεσημέρι κι ως μεσάνυχτα.

    Κοίταξε γύρω, δες τί ζωντάνια γύρω –
    ακόμα και στο θάνατο ζωντάνια!
    Αληθινά μιλά όποιος για τη σκιά μιλάει.

    Όμως το μέρος όπου στέκεσαι τώρα μικραίνει.
    Τώρα για πού, χωρίς τη σκιά σου, εσύ, για πού;
    Ανέβα προς τ’ απάνω ψάξε.
    Αλλιώτικος πιο φίνος γίνεσαι και πιο λεπτός!
    Πιο λεπτός – σαν ένα νήμα
    που με αυτό να κατεβεί το αστέρι θέλει
    κάτω στη γη, να πορευτεί εκεί
    που το είδωλο του ν’ αντιφεγγίζει βλέπει:

    Μες στο κυμάτισμα οδοιπορούντων λόγων.

    PAUL CELAN -Μτφ. Τασία Σ. Λουκάτου, Αθήνα 1967

    Σου μιλώ και κοκκινίζεις, Σαββόπουλος

    3. Μιλῶ…

    Μιλῶ γιατὶ ὑπάρχει ἕνας οὐρανὸς ποὺ μὲ ἀκούει
    Μιλῶ γιατὶ μιλοῦν τὰ μάτια σου
    Καὶ δὲν ὑπάρχει θάλασσα δὲν ὑπάρχει χώρα
    Ὅπου τὰ μάτια σου δὲ μιλοῦν

    Τὰ μάτια σου μιλοῦν ἐγὼ χορεύω
    Λίγη δροσιὰ μιλοῦν κι ἐγὼ χορεύω
    Λίγη χλόη πατοῦν τὰ πόδια μου
    Ὁ ἄνεμος φυσᾶ πού μᾶς ἀκούει

    Γιώργος Σαραντάρης, (από τη συλλογὴ «Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα», 1999)

    ***

    4. Πάνω στην ομιλία τους

    Πάνω στην ομιλία τους περπάτησαν οι άνθρωποι
    Σαν δάσκαλοι που λησμόνησαν το μάθημα
    Πάνω στην περιφρόνηση περάσαμε τον ποταμό
    Και η τρέλα μάς συνόδευε με ρόδινο φουστάνι

    Οι χασμωδίες εκοίταξαν η μια την άλλη
    Η μουσική ανοίγονταν απέραντη
    Τα δέντρα χασμουριόντουσαν για να γελάσει το νερό
    Τα φύλλα κατεβαίνανε για ν’ ανεβούμε εμείς

    Κ’ είταν τα σύννεφα η σελήνη τα κυπαρίσσια
    Οι θόρυβοι έλειωναν προτού πατήσουμε το φως
    Τρώγαμε και δεν ξέραμε πως οι αναπνοές μας
    Μπλεκόντουσαν με τις φιλύρες

    Γιώργος Σαραντάρης

    ***

    5. Και πού θα βρω την ομιλία εκείνη

    …Και πού θα βρω την ομιλία εκείνη
    Που κλέβει λίγα ρόδα ‘πό το νου σου;
    Θέλω να δω και δεν θυμάμαι ακόμα
    Ο αγέρας πέρασε με το δικό σου χρώμα
    Ξανθή μου ανάσα σε συλλογίστηκα
    Όπου κι’ αν μίσεψα όπου κι’ αν πήγα
    Κι όταν αντίκρυσα ωραίο μας τόπο
    Ξανατραγούδησα να σε γνωρίσω μέσα στους θάμνους

    Γιώργος Σαραντάρης

    Νένα Βενετσάνου – Θέλω να μου μιλήσεις

    6. Αργά μιλούσες

    Αργά μιλούσες μπρος στον ήλιο
    και τώρα είναι σκοτάδι
    κι ήσουν της μοίρας μου το υφάδι
    συ, που θα λέγαν Μπίλιω.

    Πέντε στιγμές· και τί έχει γίνει
    γύρω στην οικουμένη;
    Μια άγραφτη αγάπη ξεγραμμένη
    κι ένα στεγνό λαγήνι

    κι είναι σκοτάδι… Πού είναι ο τόπος
    κι η γύμνια σου ώς τη μέση,
    θεέ μου, κι η πιο ακριβή μου θέση
    και της ψυχής σου ο τρόπος!

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Στροφή, Κοχύλια και σύννεφα

    ***

    7. Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί
    ετούτη η χάρη.
    Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές
    που σιγά-σιγά,βουλιάζει
    και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε
    από τα μαλάματα το πρόσωπό της
    κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η
    ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

    ΣΕΦΕΡΗΣ, απόσπασμα

    ***

    8. Γεννημένος ομιλητής Ι

    Μαζεύονται γύρω μου οι άνθρωποι
    ν’ ακούσουν
    Μέλι, λένε, στάζει το στόμα μου
    Μελίρρυτε, μου φωνάζουν
    Χρυσόστομε
    Αν όμως αντί χεριών είχα φτερά
    θα πετούσα
    κρατώντας το στόμα μου κλειστό
    *
    Γεννημένος ομιλητής ΙΙ

    Κάθε πρόταση αληθεύει
    σε βάθος χρόνου όμως
    Γι’ αυτό μείνετε ‘δω
    μην πάτε αλλού
    καλοί μου φίλοι
    και θα δείτε άλογα να μιλάνε
    ανθρώπους να πετάνε
    *
    Γεννημένος ομιλητής ΙΙΙ

    Στέγνωσε το στόμα μου
    μιλώντας για το θαύμα
    Σας παρακαλώ- λίγο νερό

    Ανδρέας Κεντζός

    Εγώ θα σου μιλώ με τα τραγούδια μου, Νταλάρας

    9. Επίκαιροι Αμίλητοι

    Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
    περί δημοκρατικής τάξης,
    ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.
    Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
    οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
    ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
    των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.

    Ετούτων των αμίλητων το πετσί,
    περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.
    Τους φτύνουνε καταπρόσωπο
    κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυμένο.

    Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
    και πού το παράπονό τους να πούνε;
    Απ’ του μισθού τα ψίχουλα,
    πώς να αποχωριστούνε;
    Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
    μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.

    Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
    Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
    άλλο δε μας μένει

    ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

    ***

    10. Θα μιλήσω γι’ αυτούς

    Θα μιλήσω γι’ αυτούς
    που δεν εγνώρισαν ποτέ τον έρωτα,
    για όλους όσους πλάγιαζαν
    το βράδυ μ’ έναν ίσκιο,
    που ένα φιλί
    δε δρόσισε τον ύπνο τους,
    δεν έσταξε στο στήθος τους
    κανένας λόγος,
    μόνο μια γεύση ερημιάς,
    στα χείλη τους.
    Γι’ αυτούς θα πω,
    που έζησαν σαν τις φρυγμένες στέρνες,
    ολάκερη ζωή.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    ***

    11. [ΑΜΙΛΗΤΟΙ, ΜΟΝΑΧΟΙ ΣΤ’ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ]

    Αμίλητοι, μονάχοι στ’ ακρογιάλι
    γέρναμε οι δυό, κι έφεγγε ακόμα ώς πέρα
    η θάλασσα, και ξεψυχούσε η μέρα
    στης νύχτας τη μισανοιγμένη αγκάλη.

    Υψώνονταν ομίχλη· τα νερά
    φούσκωναν κι ένας γλάρος τριγυρνούσε,
    κι είδα θολά δυό μάτια λαμπερά,
    κι είδα ένα δάκρυ κι άλλο να κυλούσε.

    Στο χέρι της έπεσε το καθένα,
    κι εγώ σαν να με λύγισε μαχαίρι
    γονατιστός απ’ το κρινάτο χέρι
    ήπια γοργά τα δάκρυα τα χυμένα.

    HEINRICH HEINE, Μετάφραση: Νίκος Γεννηματάς.
    Από το βιβλίο: «Χάινε – Μεταφράσεις ποιημάτων του (ανθολογία)», επιλογή Νάσος Βαγενάς, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2007, σελ. 67.

    ***

    12.
    β
    Πάντα μες στο σκοτάδι σου μιλώ
    Μέσα στο φως ποτέ δεν θα μπορούσα
    Θα ’βλεπα πως η πολυθρόνα που σου πρόσφερα
    Έμεινε άδειο το ποτήρι το νερό ανέγγιχτο
    Μες στο σκοτάδι η απουσία σου περνάει
    Απαρατήρητη μπορώ να σε ρωτώ να σε ξαναρωτώ
    Και να φαντάζομαι ότι σωπαίνεις
    Όχι γιατί δεν είσαι εκεί αλλά γιατί
    Οι ερωτήσεις μου σου είναι αδιάφορες

    Ύστερα όταν η ομιλία εξαντλείται
    Όταν στεγνώνει το μυαλό κι γλώσσα
    Μπορώ να καταφύγω πάντα στις αισθήσεις
    Μπορώ να γυμνωθώ και μέσα στο σκοτάδι
    Τα χέρια μου δανείζοντας σου την αφή μου
    Να σπαρταρήσω κάτω απ’ το άγγιγμά σου

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, Εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ/λογοτεχνία 1978

    Τ΄ανείπωτα, Ζερβουδάκης

    13. ‘Να ειπωθούν όλα’ -Tout dire

    Το παν είναι να ειπωθούν όλα, και μου λείπουν οι λέξεις
    Και μου λείπει ο καιρός, και μου λείπει το θάρρος
    Ονειρεύομαι ξετυλίγω στην τύχη τις εικόνες μου
    Έχω άσχημα ζήσει, κι έχω μάθει άσχημα να μιλώ καθαρά.

    Να ειπωθούν όλα για τους βράχους, τη λεωφόρο και τα λιθόστρωτα
    Τους δρόμους και τους διαβάτες τους τα λιβάδια και τους βοσκούς
    Το χνούδι της άνοιξης και τη σκουριά του χειμώνα
    Το κρύο και τη θέρμη συνθέτοντας ένα και μόνο καρπό

    Θέλω να δείξω το πλήθος και κάθε άνθρωπο χώρια
    Μαζί μ΄ ό,τι τον ζωντανεύει και ό,τι τον απελπίζει
    Και κάτω από τις ανθρώπινες εποχές κάθε τι που φωτίζει
    Την ελπίδα του και το αίμα του την ιστορία του και τη λύπη του

    Θέλω να δείξω το τεράστιο πλήθος διαιρεμένο
    Το πλήθος διαμοιρασμένο όπως σε κοιμητήριο
    Και το πλήθος πιο δυνατό απ΄ τη σκιά του την ακάθαρτη
    Έχοντας γκρεμίσει τους τοίχους του έχοντας νικήσει τ΄ αφεντικά του

    Την οικογένεια των χεριών, την οικογένεια των φύλλων
    Και το περιπλανώμενο ζώο χωρίς προσωπικότητα
    Τον ποταμό και τη δροσιά γονιμοποιά και εύφορα
    Τη δικαιοσύνη όρθια την εξουσία καλά φυτεμένη

    (1951)

    ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ, Απόδοση Παναγιώτης Φραντζής, με βάση τη μετάφραση του Σπύρου Τζουβέλη

    ***

    14. Ας μιλήσουμε

    [Από την ενότητα Ανίχνευση (1968 – 1971)]

    Οι καιροί που φτάσαμε
    Οι καιροί που δεν προλάβαμε την αντοχή τους
    Όλα αυτά μαζί κι ο φόβος
    Μαζί κι ο θάνατος
    Και το χέρι που δεν άγγιξε το άλλο χέρι
    Και τα μάτια του νεκρού που έμειναν μέχρι τέλους
    Όρθια
    Όσο να πεις όλα αυτά
    Και τα άλλα
    Στις συνοικίες και τα χωριά
    Στις λέξεις και τα σχολεία
    Στον εγκέφαλο και τα νοσοκομεία
    Όπου προλαβαίνουμε τον αυτοκτονούντα
    Με μία πλύση στομάχου
    Και χάνονται οι αισθήσεις
    Και στις μικρές αγγελίες πλεονάζουν τα «ζητούνε»
    Όσο να πεις
    Ό,τι να πεις
    Ας μιλήσουμε λοιπόν.
    Ας δούμε μαζί την αισιόδοξη πλευρά
    Του πράγματος. Των πραγμάτων την τιμή
    Και το αίμα.
    Παντού

    Μαρία Κυρτζάκη, Από τη συλλογή Οι λέξεις (1973)

    M’ αρέσει να μη λέω πολλά, Υπόγεια Ρεύματα

    15. Αμίλητα

    Ποτάμι τρέχει η Αγάπη και όσο τρέχει
    πληθαίνει και στ΄ ολόγλυκό της αίμα
    δείχνει της ευτυχιάς το ουράνιο ψέμα
    και ο δρόμος της, θαρρείς, σωμό δεν έχει.

    Μα μπροστά της χωρίς να το παντέχει
    του πόνου η πικροθάλασσα στο βλέμμα
    απλώνεται γεμάτη δάκρυα κ΄ αίμα,
    και τα πάντα ρουφάει, τα πάντα βρέχει.

    Χρυσομάννα, εμαράθηκαν τα φύλλα
    και χειμώνας πλακώνει· σε θωράω
    κατάματα με τρόμου ανατριχίλα.

    Και σέναν΄ αλαφιάζεται το πράο
    άρρωστο ανάβλεμμά σου, σα να ερώτα·
    θα χαρούμε άλλην άνοιξη σαν πρώτα;.-

    ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ, Περιοδικό Γράμματα, Τόμος 2, αρ. 13 (1913)

    ***

    16. ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΣΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
    Στόν Σ.Π.

    Γιατί ψυχή μου δέν τόν ἐρωτεύεσαι;

    Θά περνᾶς ὡραῖα μέσα σου
    κανείς δέν θά σέ σκουντάει
    τή θέση νά σοῦ πάρει στήν οὐρά τῆς χαρᾶς.

    Κι ὄταν μέ τό δικό του φῶς
    θά ᾿ναι περιχυμένος αὐτός, ἐσύ θά λούζεσαι ἀπό μακριά
    μακρι᾿ ἀπ᾿ τή φυσικότητα τοῦ ἥλιου καταρράχτη.

    Δέν θά τρέμεις: Ποῦ πάει; Ποῦ κοιμᾶται;
    Ἤ ἄν θά σέ ξανακαλέσει ἡ φύση σέ γάμους
    σέ γιορτές ἐαρινές.

    Τή φωτογραφία μόνο θά κοιτᾶς
    καί θά πετᾶς.

    Ὅμως ποτέ δέν βλάστησε ἀληθινά τό ψέμα
    στ᾿ ἀγροτεμάχιο τῆς ζωῆς
    οὔτε ἡ φτιαχτή ἀνειροπόληση
    βοήθησε κανέναν
    τή δύσκολη ἐκείνη στιγμή
    ὅταν ἀπότομα διακόπτεται
    ἡ κυοφορία τοῦ μέλλοντος.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

    Όλα μιλούν για σένα – Γιώργος Νταλάρας

    17. Μιλούσε όλο για μια γυναίκα…

    Μιλούσε όλο για μια γυναίκα
    Χαμένη μέσα σ” απέραντες πανεπιστημιακές αίθουσες
    Με παγωμένους υαλοπίνακες
    Για ένα όνομα που δεν ξανάκουσε πια
    «Άλλωστε φίλε μου τι σημασία
    Να “χει ένα τόσο κοινό όνομα
    Τι σημασία»
    Μετά την πτώση και πριν την άλλη πτώση
    Μετά τον ένα θάνατο και πριν τον άλλο
    Όταν οι μέρες λυγίζουν μία μία
    Χωνεύονται γίνονται μνήμη
    Και ίσκιοι μες στη μνήμη
    Ανοίγουν κύκλο γύρω τα παράθυρα
    Τραβιούνται άξαφνα στις άκρες οι κουρτίνες
    «Προσπάθησε να δεις
    Προσπάθησε επί τέλους
    Κοίταξε όρισε προσδιόρισε»
    «Ζωή μας αυτό που ποτέ μας δε ζήσαμε
    Αυτό το κενό – η ζωή μας»

    Αλέξης Τραϊανός [- Εντευκτήριο, τ. 63. Δεκ. 2003 -]

    ***

    18. Μιλούσε γρήγορα

    Μιλούσε γρήγορα.
    Μιλούσε δίχως ν’ ακούει να βλέπει να μιλάει.
    Μιλούσε σαν αυτόν που φεύγει,
    παγιδευμένος ξαφνικά μέσα σε ψεύτικα αερολογήματα
    από συμπάθεια και ανυπαρξία.
    Μιλούσε χωρίς στίξη και χωρίς σιωπές,
    σε κάθε παύση παρεμβάλλοντας χειρονομίες από χαρά
    προβαρισμένη για ν’ αποδιώξει ίσως την κλεφτή ερώτηση,
    την αλληλεγγύη με το παρελθόν του,
    τη γυμνή αλήθεια του.

    Μιλούσε λες και ήθελε να σβήσει τη ζωή του μπρος
    σ’ ένα μάρτυρα βολικό,
    για τον οποίο περιστοιχιζόταν από δευτερεύοντα όντα
    που με τ’ αποφάγια τους ετρέφαν
    μια χοντροκομμένη ματαιότητα.
    Αγόραζε έτσι τη σιωπή με σκληρό νόμισμα,
    τη σταθερή θέση με σκληρό νόμισμα,
    το δικαίωμα στη ζωή με σκληρό νόμισμα,
    με σκληρό νόμισμα το ψωμί.
    Ευγενές μέταλλο ίσως που το σφυρί χτυπούσε
    για λόγο πιο ξεκάθαρο.
    Ποιητής σε καιρούς μιζέριας, σε καιρούς ψεύδους
    κι έλλειψης πίστης.

    Χοσέ Άνχελ Βαλέντε (μετ. Βασίλης Λαλιώτης)

    KI EΣY ΔΕΝ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ – ΒΙΟΛΑΡΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ

    19. Αλλιώτικα μίλα μου

    Αλλιώτικα μίλα μου
    σκίζοντας τα λόγια σου σε καιρούς ώριμους
    πιάνοντας τα χέρια μου στις άκρες των ποταμών
    μίλα μου στα μάτια
    άφησε τα λόγια για τον χειμώνα τον υγρό
    τώρα έχουμε ολόκληρη θάλασσα
    και τούτο τον ουρανό που κατεβαίνει απ’ τα βουνά
    αλλιώτικα μίλα μου

    ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

    ***

    20. Έτσι που μου μιλάς

    Έτσι που μου μιλάς
    ανοίγεις τα όνειρα περ’ απ’ τα μάτια σου
    σε πόλεις ελληνικές και ταξίδια τραγουδιών
    στον ήλιο και στο χιόνι
    έτσι που μου μιλάς
    σταματάς τα νερά
    κι ακούω το τρίξιμο του κόσμου.

    ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

  3. Ciao Petra!… Ευχαριστούμε πολύ, όσο για το τραγούδι πολύ αγαπημένο κι από μένα!!!… Καλή εβδομάδα!

  4. Ciao Aggeliki!!!!….Εσύ να δεις πόσο με συγκινείς με τον ποιητικό πλούτο που μου προσφέρεις!… Μακάρι να ‘μαστε καλά να τα χιλιάσουμε!!!

    -«Κι εγώ είμαι εδώ για να μιλώ να γίνομαι ορατός.»
    (Τάκης Σινόπουλος)

    -Τηλέμαχος Χυτήρης, «Αμίλητοι»

    -«Αμίλητοι
    Στην ατέλειωτη σειρά
    Ή
    Δεν ακούω τι λένε;
    Ακαίρως γερνάω
    Όποιος λίγα λέγει
    Λίγα του αρκούν

    Τα μάτια καίνε»

    -Τηλέμαχος Χυτήρης, «Το τέλος της ομιλίας»

    «Τα ειπωμένα είναι τρύπες
    Ηχούν
    Όταν σκοτεινιάζει
    Αυτή η βουή
    Κι ένας αέρας εξολοθρευτής
    Σηκώνει χώματα και πέτρες
    Ζω του φιδιού τη σφιχτή ζωή
    Δεν μιλώ πια
    Ώσπου το στόμα
    Να γεμίσει φύλλα.»
    (Πηγή: http://hitiris.eu/poetry/poems2001/#p23)

    -Ασίζ Νεσίν, «Σώπα μη μιλάς!»

    «Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
    κόψ’ τη φωνή σου, σώπασε
    κι επιτέλους
    αν ο λόγος είναι άργυρος
    η σιωπή είναι χρυσός.

    Τα πρώτα λόγια, οι πρώτες λέξεις
    που άκουσα από παιδί
    έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα
    μού ‘λεγαν: «σώπα».
    Στο σχολείο μού ‘κρυψαν την αλήθεια τη μισή
    και μού ‘λεγαν: «εσένα τι σε νοιάζει; σώπα!»
    Με φιλούσε το πρώτο αγόρι
    που ερωτεύτηκα και μού ‘λεγε:
    «κοίτα, μην πεις τίποτα, και…σώπα!»
    Κόψ’ τη φωνή σου, μη μιλάς, σώπαινε.
    Κι αυτό βάστηξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
    Ο λόγος του μεγάλου, η σιωπή του μικρού.

    Έβλεπα αίματα στα πεζοδρόμια
    «τι σε νοιάζει, μού ‘λεγαν,
    θα βρεις το μπελά σου – τσιμουδιά, σώπα».
    Αργότερα φώναζαν οι προϊστάμενοι:
    «μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
    κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, και σώπα».

    Παντρεύτηκα κι έκανα παιδιά και τα ‘μαθα να σωπαίνουν.
    Ο άντρας μου ήταν τίμιος κι εργατικός
    κι ήξερε να σωπαίνει.
    Είχε μάνα συνετή που του έλεγε «σώπα».
    Στα χρόνια τα δίσεχτα οι γείτονες με συμβούλευαν:
    «μην ανακατεύεσαι, πες πως δεν είδες τίποτα και σώπα».
    Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμία ζηλευτή
    μας ένωνε όμως το «σώπα».

    Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος, σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
    σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
    Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι κι οι δρόμοι οι παράλληλοι.
    Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
    Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
    Φτιάξαμε το σύλλογο του «σώπα»,
    και μαζευτήκαμε πολλοί,
    μια πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη
    αλλά μουγκή!
    Πετύχαμε πολλά και φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα
    κι όλα πολύ εύκολα, μόνο με το «σώπα».
    Μεγάλη τέχνη αυτή, το «σώπα».
    Μάθε το στα παιδιά σου, στη γυναίκα σου, στην πεθερά σου
    κι αν νιώθεις την ανάγκη να μιλήσεις, ξερίζωσε τη γλώσσα σου
    και κάν’ την να σωπάσει.
    Κόψ’την σύρριζα.
    Πέταχ ‘την στα σκυλιά.
    Το μόνο άχρηστο όργανο απ’ τη στιγμή
    που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
    Δεν θα ‘χεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
    Δεν θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου
    και θα γλιτώσεις απ’ το βραχνά
    να μιλάς χωρίς να μιλάς
    να λες «έχετε δίκιο, είμαι με ‘σας».

    Αχ, πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς
    και δεν θα μιλάς,
    θα γίνεις φαφλατάς,
    θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
    Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ’ την αμέσως.
    Δεν έχεις περιθώρια. Γίνε μουγκός.
    Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις
    κόψε τη γλώσσα σου.

    Για να ‘σαι τουλάχιστον σωστός
    στα σχέδια και τα όνειρά μου
    ανάμεσα σε λυγμούς και παροξυσμούς
    κρατώ τη γλώσσα μου
    γιατί νομίζω πως θα ‘ρθει η στιγμή
    που δε θ’ αντέξω
    και θα ξεσπάσω και δε θα φοβηθώ και θα ελπίζω
    και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω μ’ έναν φθόγγο
    μ’ έναν ψίθυρο μ’ ένα τραύλισμα με μια κραυγή

    που θα μου λέει: ΜΙΛΑ !»

    -Γιώργος Σεφέρης «Θερινό Ηλιοστάσι»

    Θ΄

    «Μιλούσες για πράγματα που δεν τα ‘βλεπαν
    κι αυτοί γελούσαν.

    Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
    πάνω νερά∙
    να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
    στα τυφλά πεισματάρης
    και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
    σαν το πολύροζο λιόδεντρο –
    άφησε κι ας γελούν.
    Και να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος
    στη σημερινή πνιγερή μοναξιά
    στ’ αφανισμένο τούτο παρόν –
    άφησέ τους.

    Ο θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής
    υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.»
    (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα Ίκαρος)

    -«Μιλώ με την υπομονή του δέντρου που ανεβαίνει
    Μπρος απ’ το συνομήλικο παράθυρό του
    Που του ‘χει φάει ο αέρας τα παντζούρια
    Κι όλο το σπρώχνει στ’ ανοιχτά κι όλο το βρέχει
    Με νερό της Ελένης και με λόγια
    Χαμένα μες στα λεξικά της Ατλαντίδας
    Ένας εγώ – και η Γη από τ’ άλλο μέρος
    Το μέρος της καταστροφής και του θανάτου.
    Το δέντρο που με ξέρει λέει «κρατήσου»
    Συνάζει σύννεφα και τους κρατάει παρέα
    Όπως εγώ στ’ άσπρο χαρτί και στο μολύβι
    Τις νύχτες που δεν έχουνε ρολόι να δούνε

    Τι πάει να πει «δεν πρέπει», «δεν αρμόζει».
    Εγώ έχω δει παρθένες κι έχω ανοίξει
    Το χνουδερό τους όστρακο να βρω το μέσα μέρος
    Το μέρος της καταστροφής και του θανάτου.»
    (Ο. Ελύτης, Ο μικρός ναυτίλος, Ίκαρος)

    -Donald Justice, «Μιλώντας για νησιά»

    «Μίλησες για νησιά, όπου τα καΐκια
    κοιμούνται δίπλα στις αποβάθρες σαν άντρες στις γυναίκες τους
    δίπλα,
    με πληρότητα όλη τη νύχτα, ενώ κάτω τους τα κύματα
    μόλις λίγο κυρτώνοντας τις πλάτες, χουρχουρίζουν σαν γάτες
    και τρίβονται απάνω τους γαλήνια. Μερικές νύχτες,
    είπες, τίποτα σ’ όλο τούτο το λιμάνι δεν κουνιέται
    έξω απ’ τα καΐκια αυτά με την κίνηση των κυμάτων
    και λίγοι νυσταγμένοι γλάροι με φωνές σαν φλάουτα.
    Μίλησες για νησιά όπως μιλώ για σένα εγώ,
    θαλασσοκυκλωμένη κι απόκοσμη και συ ένα νησί
    και για τέτοια πλάτη όπως τα νησιά κρατούν
    και για λιγωμένα αεράκια και του πελάγου μυρωδιές
    και μπλε πλησιάσματα στον πόθο και στον ύπνο,
    α! όμορφό μου αραξοβόλι, Άγια μου Σωτήρα εσύ!»
    (Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, ύψιλον/βιβλία)

    -Ρόμπερτ Λόουελ, «Ας μιλήσουμε για τη συμφορά που υπάρχει στον γάμο»

    «Ας μιλήσουμε για τη συμφορά που υπάρχει στον γάμο
    Οι καυτές νύχτες μας κάνουν ν’ αφήνουμε της κρεβατοκάμαρας
    τα παράθυρα ανοιχτά.
    Η μανόλια μας ανθίζει. Η ζωή αρχίζει να συμβαίνει πια.
    Φέσι ο σύζυγός μου αφήνει τους οικογενειακούς καβγάδες
    και παίρνει τους δρόμους, κρουαζιέρα στις πουτάνες,
    σκοπευτής ελεύθερος του ξυραφιού στην άκρη.
    Ο λωλός αυτός τη γυναίκα του μπορεί να σκοτώσει,
    κι ύστερα να ορκιστεί,
    πως δε θα ξαναπιεί.
    Αχ! Τι μονότονη δολιότητα που ‘χει η επιθυμία του.
    Είναι τόσο άδικος! Σκοτώνει αυτή η αδικία του.
    Τυφλωμένος απ’ το ουίσκι παεραπατώντας ως το σπίτι στις 5 το
    πρωί.
    Η μόνη μου σκέψη είναι πώς θα μείνω ζωντανή.
    Τι επιτέλους τον συγκινεί; Κάθε βράδυ τώρα δένω
    του αυτοκινήτου του το κλειδί και δέκα δολάρια στο μπούτι μου απάνω.
    Καταρρακωμένος απ’ του πάθους του την κλιμακτήριο
    σκαρφαλώνει πάνω μου σαν άγριο θηρίο.»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

  5. Τόσα χρόνια, τόσα ποιήματα. Και τόσες μουσικές. Τι ωραίο!
    Και μόνο που τα συγκεντρώνουμε και χαιρόμαστε με τόσους ετερόκλητους γνωστούς και άγνωστους, σημαντικούς και ασήμαντους της Ποίησης, είναι πραγματικός άθλος.

    1. ΟΜΙΛΙΕΣ

    Και για ποιο θέμα θέλεις να μιλήσομε απόψε;
    Δες τα αφηρημένα σύννεφα.
    Όπως διαφεύγουν
    Από τις ημιτελείς σκέψεις της σελήνης.
    Είναι αμίλητη απόψε.
    Ας μην πούμε τίποτα κι εμείς.
    Ή αν θα μιλήσουμε
    Ας μιλήσομε για σιωπή
    Προτιμώ να σε κυττώ αμείλικτη.
    Μια νεκρή μορφή.
    Δες πως με αποφεύγουν οι λέξεις.
    Και το δικό μου πρόσωπο είναι το ημικύκλιο.
    Το μισό είναι άυλο
    Το άλλο σιωπηλό.
    Ποιο ανήκει στο φως;
    Και ποιο στο κενό ουρανό;
    Ό,τι κι αν σου πω θα είναι ψέμα.

    ΝΑΝΑ ΗΣΑΐΑ

    ***

    2. Πες μου τώρα κάτι, ρε γαμώτο
    άνοιξε το στόμα σου
    μίλησε ,μίλα μου:
    Πες ό,τι θέλεις τώρα.
    Ό,τι και να μου πεις
    εγώ θα το πιστέψω.

    ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ

    ***

    3. ΘΑ ΜΟΥ ΜΙΛΗΣΕΙ

    Το ξέρω
    πως τώρα που θάρθει η άνοιξη
    θα μου μιλήσει.

    Θα μου πει για τ` ανοικτά πανιά
    πάνω στις γαλάζιες θάλασσες
    που τρέχουνε και σμίγουνε με τα όνειρα.

    Θα μου πει για τα δελφίνια
    που ρυθμικά αργοφαίνονται
    στο βάθος του ορίζοντα
    σαν ασυνάρτητες γλυκιές ελπίδες

    Θα μου πει για τα πολλά χρωματιστά
    λουλούδια της
    που θα ξαναπνίξουνε τους κάμπους
    σαν τα χαρούμενα φιλιά.

    Θα μου πει για τις νέες καρδιές
    που θα φουσκώσουν πάλι
    όλο χαρά και έξαψη.

    Θάρθει και πάλι η άνοιξη
    και σαν διάπλατη σημαία
    θα κυματίσει στον αέρα
    θριαμβευτικά.

    Το ξέρω, το ξέρω πως θα μου μιλήσει,
    και πως θα θέλει να μου πει
    κάτι πιο ουσιαστικό
    κάτι πιο μεγάλο

    Μα δεν ξέρω την γλώσσα της
    δεν την καταλαβαίνω

    και τυραννιέμαι.

    Ανδρέας Καμπάς , Καινούργια Εποχή

    ***

    4. ΜΗ ΜΙΛΑΣ

    Μη μιλάς…
    Μην ο κλώνος της αμυγδαλιάς
    ταραχτεί, μέσα στο φως,
    απότομα κινηθεί
    και σκορπιστεί το διάφανο άρωμα
    των φωτεινών λουλουδιών
    η αναπνοή, μήπως χαθεί

    στιγμή της αρμονίας,
    η πλήρης.

    (ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ)

    In a manner of speaking, Nouvelle Vague

    5. Το Βάζο

    κι ακόμα δεν κατάλαβα
    πώς έτρεμαν τα χέρια
    σαν να κρατούσαν βάζο

    Ι.
    Να μιλήσω για σένα
    τα όχι σου που έκοψα και μοίρασα
    εις υγείαν των φύλων
    τους φόβους σου
    που νόμισα δικούς μου
    κι έμενα.

    Nα μιλήσω γι’ αυτά που δεν είπα
    – ήταν βαριά –
    απόψε πόσο ανάλαφρα μοιάζουν
    μακρινά – βήματα ξυλοπόδαρου
    που χάθηκαν στην πλατεία.

    Για την επιλογή που έγινε ανάγκη
    κι έπειτα πάλι επιλογή
    και διπλώθηκε
    κι αναδιπλώθηκε
    κι έγινε μικρή, να κρυφτεί
    να χωρέσει στα βλέμματα
    – ήταν, βλέπεις, άμαθα τα χέρια
    να την πιάσουν, δε γινόταν
    κι αφέθηκαν σ’ αγγίγματα εύκολα.

    Να μιλήσω για τον τρόμο
    πως ό,τι μεγάλο ξοδεύτηκε
    σε μαθήματα φυγής
    το πείσμα, την άρνηση της υποταγής
    μπροστά στον καθρέφτη που θαμπώνει
    την ανάσα που απαιτεί
    – να μιλήσω για μένα
    που δίνω, μ’αρνούμαι να πάρω, να δοθώ
    – τόσο εύκολα φεύγουνε, λοιπόν;!

    Θα μιλήσω για μας
    που αλλού κυνηγάμε
    κι απ’αλλού επιστρέφουμε
    θύματα.

    ΙΙ.
    Σε σένα μιλώ
    που εκτός τόπου και χρόνου φεύγεις,
    πατρική συμβουλή
    την ώρα της ανάγκης
    εγώ που ιδέα δεν είχα
    από πλάγιους λόγους
    θεατρικούς μονολόγους
    παντογνώστες αναγνώστες
    της λειψής μου αφήγησης
    in medias res είδα τη σκηνή ν’αδειάζει
    κι έμεινα.
    Στα καμαρίνια αλλάζουμε, νόμιζα
    θεατές ηθοποιοί
    είμαστε σκηνοθέτες.

    Σε σένα μιλώ
    το γέλιο σου
    μπήγονταν απρόσμενα
    στο δέρμα της συνήθειας
    νύχι βαμμένο κόκκινο
    πότε αδιάφορο λευκό.
    Σε σένα μιλώ – κάνε πως θυμάσαι
    ίσως το κάνω κι εγώ.

    Σε σένα που δε θα ‘θελα
    κανένας να πληγώσει – μόνο εγώ
    που μ’ όλα τα γιατί
    ξέμαθα το πότε
    που δεν ανέχομαι
    το πουκάμισό σου να περνά
    αν δεν είσαι μέσα
    – σε σένα μιλώ.

    Μιλώ για τις στιγμές
    που έφευγαν πριν έρθω
    το λαχάνιασμα, τη φλέβα στο λαιμό
    τα γόνατα που λύνονταν
    το ρολόι που έτρεχε
    τη μπαταρία που κρατώ στα χέρια
    τη ζωή μου
    – για σένα μιλώ.

    Τ’ αυτοκίνητο
    που ασήμιζε στον ήλιο
    τους λεκέδες στα μάτια
    όταν έφτανες.

    ΙΙΙ.
    Κι υπάρχουν στιγμές
    που φυτρώνουν στα χέρια μου
    τρίχες των δικών σου χεριών
    χρυσαφένιες όπως τα μάτια σου
    τον πρώτο Ιούλιο που γύριζε το βλέμμα
    γεμάτο εσύ
    κι έσταζε
    κι από τότε σκορπίζει
    σε δρόμους που ακόμα δεν έφτασες
    ήλιο να βρει, να στερέψει.

    Βάγια Κάλφα

    ***

    6. Μίλα μου

    Μίλα μου σιγά,
    μίλα μου απαλά,
    ίσα να ακούγεται η φωνή σου,
    να βγαίνει μέσα απ’ την καρδιά…
    Μίλα μου για όσα ήδη ξέρω,
    και δεν μπορώ να τα δεχτώ,
    και για τ’ άλλα, αυτά που δεν
    τολμώ να ονειρευτώ…
    Μίλα μου…
    Ν’ ακούω την φωνή σου,
    να με ησυχάζει.
    Μίλα μου μέχρι ν’ αποκοιμηθώ.
    Κι άσε με να πάρω την τελευταία σου λέξη
    μαζί μου,
    στ’ όνειρο….

    Τζούτζη Μαντζουράνη

    ***

    7. Η ουσία του λόγου

    Ποτέ δεν το ένιωσα τόσο πολύ, αλλά σήμερα
    έχουμε ανάγκη οι άνθρωποι να μιλήσουμε.
    Να βρούμε ξανά την άρθρωση της ψυχής.
    Απλά πράγματα θάθελα να ειπώ: καθημερινά.
    Ν’ αντιγράψω το λόγο μου απ’ το δέσιμο των χεριών,
    τ’ αντιμέτωπα δάκρυα, το φίλημα.

    ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, Από το ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2ος τόμος) και την ενότητα ΕΝΩΠΙΟΣ ΕΝΩΠΙΩ

    ***

    8. Ὁ λόγος

    Ἀπ’ ὅλα τά πράγματα πού ὑπάρχουν στόν κόσμο
    γίνεται ὁ λόγος. Δίχως χρώματα, ἀέρα, χῶμα, νερό,
    δίχως ἥλιο, δέν γίνεται. Δέν γίνεται δίχως
    τά ἐνενήντα στοιχεῖα· κι’ ἕνα ἀκόμη: ἀγάπη.
    Κι’ ἀγάπη. Καί πάλι ἀγάπη –
    Γιά ὅλα
    ὅσα ὑπάρχουν στόν κόσμο καί φτιάχνεται
    ὁ λόγος, ἀγάπη.

    ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    9. ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ

    Του μίλησα
    κάπως απότομα, μπορεί
    λίγο σκληρά: μα τι μου λες
    τώρα εδώ, ποιες εκκρεμότητες
    και ποιον παλιό συμφοιτητή, εξηγήσεις
    που δεν πρόλαβες να δώσεις, όλ’ αυτά
    συνέβησαν κοντά εβδομήντα χρόνια
    πριν πεθάνεις, ζήσατε
    ο άνθρωπος αυτός κι εσύ
    ως τα βαθιά γεράματά σας, είχες
    αν ήθελες καιρό
    να δώσεις κάθε εξήγηση
    κατάλαβα, μιλούσα στο κενό, συνέχισε
    να επιμένει σταθερά πως για όλα
    έφταιγε ο ξαφνικός του θάνατος, ν’ αφήσει
    τόσα πίσω του, ασυμμάζευτα, δεν το χωρούσε
    ο νους του
    θα ’πρεπε αλλιώς να γίνεται
    κάποιος να ειδοποιεί, ίσως να υποχρεώνει
    τον άφησα κι επέστρεψα
    στον κόσμο εδώ των ζωντανών
    βαρύς ξυπνώντας, ποιος
    ν’ αντέξει αυτό το πάγωμα
    όλα σ’ εκείνη τη στιγμή σταματημένα
    σ’ εκείνη την αυθαίρετη στιγμή σταματημένα, πώς
    που είχε γνωρίσει αυτός την πράξη και το χρόνο
    πώς
    ν’ αντέξει ετούτη την οριστική στιγμή.

    Σωτήρης Σαράκης (2005)

    ***

    10. Κάποτε θα μιλήσω

    Κάποτε θα μιλήσω
    με τα λουλούδια και τα σύννεφα
    Θ’ απαλλάξω τις λέξεις από το βάρος
    της ενοχής
    Θα μιλήσω με κλαρίνα και πίπιζες
    τονίζοντας ως τις ακραίες συνέπειες
    τη μομφή της αρμονίας

    Κι οι λέξεις θα μοσκοβολούν

    Στέργιος Βαλιούλης, Από τη συλλογή Περιθωριακά (1982)

    Μη μου μιλάς για τίποτα, Σιδηρόπουλος

    11. Η ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΗ ΠΕΤΡΑ

    Μίλα.
    Πες κάτι, οτιδήποτε .
    Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.
    Διάλεξε έστω κάποια λέξη,
    που να σε δένει πιο σφιχτά
    με την αοριστία.
    Πες:
    «άδικα»,
    «δέντρο»,
    «γυμνό».
    Πες:
    «θα δούμε»,
    «αστάθμητο»,
    «βάρος».
    Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται
    μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου.

    Μίλα.
    Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
    Εκεί που τελειώνουμε εμείς
    αρχίζει η θάλασσα.
    Πες κάτι.
    Πες «κύμα», που δεν στέκεται.
    Πες «βάρκα», που βουλιάζει
    αν την παραφορτώσεις με προθέσεις.
    Πες «στιγμή»,
    που φωνάζει βοήθεια ότι πνίγεται,
    μην τη σώζεις,
    πες
    «δεν άκουσα».

    Μίλα.
    Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
    έχουν τους ανταγωνισμούς:
    αν κάποια απ’ αυτές σε αιχμαλωτίσει,
    σ’ ελευθερώνει άλλη.
    Τράβα μία λέξη απ’ τη νύχτα στην τύχη.
    Ολόκληρη νύχτα στην τύχη
    Μη λες «ολόκληρη»,
    πες «ελάχιστη»,
    που σ’ αφήνει να φύγεις.
    Ελάχιστη
    αίσθηση,
    λύπη
    ολόκληρη
    δική μου .
    Ολόκληρη νύχτα.

    Μίλα.
    Πες «αστέρι», που σβήνει.
    Δεν λιγοστεύει η σιωπή με μια λέξη.
    Πες «πέτρα»,
    που είναι άσπαστη λέξη.
    Έτσι, ίσα ίσα,
    να βάλω έναν τίτλο
    σ’ αυτή τη βόλτα την παραθαλάσσια.

    Κική Δημουλά, Από τη συλλογή Το Λίγο του κόσμου, 1971

    ***

    12. ΜΙΛΑ ΜΟΥ

    Το μαύρο του καπνού το μαύρο ζώο το μαύρο μαύρο
    έδωσαν ραντεβού ανάμεσα σε δύο μαυσωλεία
    που μπορούν να περάσουνε γι’ αφτιά δικά μου
    ή της φωνής σου ο αντίλαλος φάντασμα από θαλασσινό
      μαρκάσι
    λέει και ξαναλέει αορίστως τ’ όνομά σου
    που μοιάζει τόσο μα τόσο στο αντίθετο μιας έκλειψης
      ηλίου
    που πιστεύω πως είμ’ εγώ σαν με κοιτάς
    πόδι κορυδαλλού σε παγωνιέρα που θα της άνοιγες την
      πόρτα
    με την ελπίδα πως θα δεις να το σκάει κάποιο χελιδόνι
      ξαναμμένου πετρελαίου
    αλλά το κορυδαλλίσιο σου το πόδι θα κάνει ν’ αναβλύσει
      πετρελαιοπηγή φλεγόμενη
    αν το θες εσύ
    όπως και το χελιδόνι
    θέλει την ώρα του θέρους να παίξει των ξαφνικών
      νεροποντών τη μουσική
    και τη φάμπρικα σαν να ’ταν μύγα
    που ονειρεύεται ιστούς αράχνης ζαχαρένιους
    μέσα στα νεροπότηρα των οφθαλμών
    ενίοτε γαλάζιους σαν αστέρι τρεχούμενο αντανακλώμενο
      από ’να αβγό
    και ενίοτε πράσινους λες και είναι πηγή που όλο στάζει
      σα ρολόι

    BENJAMIN PÉRET, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    13. Κραυγή δέκατη πέμπτη (απόσπασμα)

    Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
    Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
    Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
    Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
    Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
    Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
    Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
    Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

    Κλείτος Κύρου, Από τη συλλογή Κραυγές της νύχτας (1960)

    ***

    14. Μη μιλάς

    Πέρασαν αιώνες,
    κούρνιασαν τα όνειρα.
    Τα όπλα σίγησαν,
    βασίλεψε το φεγγάρι.
    Δε μου περίσσεψαν στεναγμοί.
    Στο πλακόστρωτο πηγαινοέρχονται
    οι αναμνήσεις.
    Δε λέει να κοιμηθεί αυτή η πόλη.
    Ας περιμένουμε…
    Δεν είναι κραυγή,
    είναι λυγμός
    πίσω από τα σκοτεινά παράθυρα.
    Μη μιλάς.
    Έσβησε η σκιά μας.
    Μαράθηκαν οι δρόμοι.
    Στοίχειωσε η ψυχή μου.
    Στα φαράγγια κυνηγάω
    την ύπαρξή μου,
    Στα σοκάκια…
    Μη μιλάς.
    Ρήμαξαν την καρδιά μου τα λόγια σου,
    νυχτερίδες,
    στα χαλάσματα του κορμιού μου.

    ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΦΙΛΟΣ

    Διονύσης Σαββόπουλος – Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη

    15. Όταν σας μιλώ
    (Στον Θ. Ι. Ρούσσο)

    Φυτρώσαμε πάλι άγρια λουλούδια
    αυτή την άνοιξη
    άγρια βυσσινιά κι άγρια γαλάζια
    άλλα πεθαίνουν
    εμείς μεγαλώνουμε σαν τ’ αγάλματα
    άγρια ζεστά λουλούδια αυτή την άνοιξη
    απλώνουμε τα χέρια και φωνάζουμε
    όμως η απάντηση
    έρχεται ύστερα από χρόνια
    και από μακριά
    σαν αλυσοδεμένο φάντασμα

    και σα βαρύ άδειο καράβι

    ΜIΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

    ***

    16. ΟΜΙΛΟΥΣΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

    Η θάλασσα αρωματίζεται μ΄ ευκάλυπτο και πεύκο.
    Μοιάζει με προσπάθεια εμφύτευσης μνήμης
    από μια πρώην χλωρίδα.
    Και παιδιά να βουτάνε σε ρυθμούς ξέφρενους.
    Και μικρομάνες, καθώς επιδιώκουν βολικές γέννες,
    σχεδόν μη γέννες.
    Και σύννεφα να επικρέμονται απ΄ το αυριανό φθινόπωρο.
    Μια πήχη πριν το χειμώνα.
    Μέδουσες μεσοπέλαγα τ΄ ουρανού τα σύννεφα.
    Θα μας πάρουν λες όπως τα αερόστατα το καλαθάκι τους.

    Εδώ τίποτα δε θυμίζει πτώση ή ταπείνωση.
    Όλα προβάλλονται με διάθεση πληρότητας.
    Ό,τι οδηγεί στην επανάληψη του ανύποπτου.
    Όπου κάτι τσακίζει τον ασπασμό
    πριν μυρίσει ο έρωτας,
    αλλά δε θέλουμε να μάθουμε τι.

    Σταύρος Σταμπόγλης, «Απόδοση τοπίων», εκδ. Γαβριηλίδη 2012

    Στα είπα όλα, Πασχαλίδης

    17. ΔΕΝ ΕΙΠΑ

    Δεν είπα
    Ό,τι θα ’τανε να πω για τον ήλιο
    Για δεν την αστραπή τίποτα σωστό
    Και όσο για τον έρωτα άσ’ τα.
    Απόπειρες. Δοκιμές. Στραπάτσα.
    Περιγραφές εντελώς ανακριβείς

    Άφησα απ’ έξω το κόκκινο χάραμα
    Για τους σποριάδες δεν μίλησα
    Και απλώς εν παρόδω υπαινίχθηκα κάτι
    Για τη νεραγκούλα και για τη βιολέτα

    Δεν σας είπα να στηριχτείτε
    Στην αιώνια μακαριότητα
    Την πτώση δεν την αρνήθηκα
    Ούτε και την απελπισία

    Τον διάβολο δεν τον εκόλλησα στον τοίχο
    Γιατί δεν πιστεύω στον διάβολο
    Τον θεό δεν τον ανύμνησα
    Αλλά ποιά είμαι επί τέλους εγώ για να

    MARIE LUISE KASCHNITZ -Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    18. Οριστική ματαίωση

    Κάτι ήθελε να πει ο άνθρωπος εκείνος
    κάτι τραύλιζε.
    Μα εγώ βιαζόμουν.
    Κάτι τραύλιζε ως την πόρτα.

    Ένας άνθρωπος ήθελε να μου μιλήσει
    κι εγώ βιαζόμουν.

    Τίτος Πατρίκιος, από τη συλλογή Αντιδικίες, 1981

    ***

    19. Όταν μιλούν

    Όταν μιλούν στα καφενεία
    για έρωτα κι ελευθερία και τέτοια,
    πώς να τους πεις για τον ερειπωμένο έρωτα
    που αντιστέκεται ακόμα και στην απομόνωση,
    για τη δικαιοσύνη που φτιάχνεται μες στο χάος
    χιλιάδων προσβολών και παραβάσεων,
    πώς να τους πεις για λευτεριά που μοναχά κερδίζεται
    μεσ’ απ’ το βάθος των αποπνικτικών δεσμωτηρίων
    που φυλακίζουν τη κάθε ώρα της ζωής μας …

    Τίτος Πατρίκιος, από τη συλλογή Αντιδικίες, 1981

    ***

    20. Το Χρώμα Της Λαλιάς

    Η ορμή που μέσα από τον ανθηρό δίαυλο
    πορεύει το λουλούδι
    Και τ’ ανθηρά μου χρόνια πορεύειֹ
    Αφανίζει των δέντρων τις ρίζες
    Είναι ο χαλαστής μου.
    Και φωνή δεν έχω να πω στο τσακισμένο ρόδο
    Πως απ’ τον ίδιο τσάκισε η νιότη μου χειμέριο πυρετό.

    Η ορμή που πορεύει το νερό μεσ’ απ’ τους βράχους
    Και το κόκκινό μου αίμα πορεύειֹ
    ξεραίνει τις βουνοπηγές,
    Κερώνει και το δικό μου.
    Και δεν έχω φωνή να κραυγάσω, ως με τις φλέβες μου
    Πως τη βουνοπηγή το ίδιο στόμα τη βυζαίνει.

    Το χέρι που αναδεύει στη λιμνούλα το νερό,
    Ταράζει και τη σύρτηֹ
    κατευθύνει το φύσημα του ανέμου,
    Τη σαβανοφόρα μου πλεύση οδηγεί.
    Και δεν έχω φωνή για να πω στον κρεμασμένο
    Πως απ’ τη γη μου πλάθεται ο πηλός του κρεμαστή.

    Τα χείλη του χρόνου κολλούν σαν βδέλλες στην πηγήֹ
    Η αγάπη στάζει και μαζεύει, μα το χυμένο αίμα
    Θα γαληνέψει τις πληγές της.
    Και φωνή δεν έχω να πω σ’ έναν άνεμο πρόσκαιρο
    Πώς ο χρόνος με ουρανό τύλιξε τ’ αστέρια.

    Και φωνή δεν έχω να πω στον τάφο του εραστή
    Πως στο σεντόνι μου πορεύεται
    Το ίδιο κουλουριασμένο σκουλήκι.

    Ντύλαν Τόμας, (Ποιήματα 1934-1953)”, εκδόσεις Ερατώ, 2003. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

    Μιλιά Μιλιά, Γ. Ρίτσος – Γ. Κοτσώνης

  6. Kalhm;era, Aggeliki!!!… Υπέροχη η δουλειά μας, ήδη κάναμε μια πλούσια διαδικτυακή, ποιητική – θεματική ανθολογία!… Θα μπορούσε να γίνει και βιβλίο!!!… Σ’ ευχαριστώ γι όλα!

    *Ένα ωραίο παιδικό τραγούδι σε στίχους Ευγένιου Τριβιζά…

    -«Μιλώ από ένα υπόγειο· μιλώ απ’ το υπερώο της Ελλάδας.»
    (Ν. Καρούζος)

    -«δεν σου τηλεφωνώ
    σε σωπαίνω
    σε είμαι
    τις νύχτες,
    όταν αδειάζουν τα πάρκα
    μιλώ με τ’ αγάλματα»
    (Γιαννης Ριτσος)

    -«Στη μέση της πλατείας κάποιος μιλούσε/ δεν ξέρω ποιος, μα ξέρω ότι η λαλιά του/ την ίδια την καρδιά μου αντιλαλούσε:/ «Μας κλέβουν τον ιδρώ μας, το ψωμί,/ για να φτιάξουνε σύνεργα θανάτου,/ και βόλια μας πετούν για πλερωμή».»
    (Γ. Ρίτσος)

    -«Τα λόγια που μιλώ μου κόβουνε τη γλώσσα
    κάθε χειρονομία μου με σταυρώνει.
    Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν.
    Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης
    ποιητής μιας ποίησης που δε μπορεί να υπάρξει
    μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω.
    Μόνο αυτοί μπορούν να με διαβάσουν.»
    (Βύρων Λεοντάρης, «Έως…»))

    -Βύρων Λεοντάρης, «Έτσι που τραύλισα…»

    I

    Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
    γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας
    Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη
    Ανάσα και χειρονομία καμμιά μέσ’ στα αδειανά φωνήεντα
    κι ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα
    και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού
    και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους

    Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
    βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά
    πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
    όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
    μιλάει μόνο με σήματα
    μέσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς
    στις φαντασμαγορίες του τίποτε

    Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
    και μας ψέκασαν με αναισθητικό
    έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο
    – αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση… –
    κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο

    Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
    σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
    Αλλά το τρομερό καραδοκεί

    Ό, τι δεν είναι τέχνη μέσ’ στην τέχνη
    αυτό
    το ανθρώπινο
    αυτό
    κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει
    (Βύρων Λεοντάρης, Εν γη αλμυρά)

    -«Λόγια που σηκωθήκαν κι έφυγαν στη μέση μιας συνομιλίας
    ανείπωτα…

    Τώρα τις νύχτες βγαίνουν παθιασμένα επιστρέφουν να ειπωθούν
    Αλλά κανείς… Έχουν σκορπίσει πια οι παρέες
    μετατοπίστηκαν ανεξιχνίαστα και τα σπίτια
    Μόνο η καγκελόπορτα, μια καγκελόπορτα κενού, κι ο Σκύλος
    ‒και χάνονται σαν τοξικομανείς στα σκοτεινά σοκάκια της γραφής

    Έτσι κι εγώ επιστρέφω στο ατέλεστο
    Τα ανείπωτα μιλώ γράφω και γράφομαι
    Ήμουν κι εγώ εδώ…, φωνάζω, αλλά κανείς
    Μη με γαβγίζεις, Σκύλε, και μη μου χυμάς
    Ήμουν κι εγώ εδώ
    εδώ πού χάνομαι εδώ που θα χαθώ»
    (Βύρων Λεοντάρης, Εν γη αλμυρά)

    *Λούτσιο Ντάλλα, «Μοναχή (καλόγρια) μιλάει»…

    -Ρόμπερτ Ντεσνός, «Ο πεθαμένος που μιλά»

    «Όταν έχασα τη αγαπημένη μου
    Εκείνη ήταν τόσο φρέσκια
    Που θαύμαζα από πριν το πρόσωπό της
    Κάτω απ’ τα πένθιμά της πέπλα
    Έχασα διαμιάς
    τα τρία μου παιδιά
    τον μεγαλοπρεπή μπουφέ μου
    το σαλόνι μου Λουί Κενζ
    Και τούτο και κείνο κι άλλα πολλά
    Το βιος μου όλο.

    Αυτά είπε ο πεθαμένος
    Με λίγα λόγια, είχε χάσει την ζωή,
    Με ποιο δικαίωμα όμως τα ‘λεγε όλ’ αυτά
    Και ποιος του είχε επιτρέψει να μιλά;
    Αναρωτιόμαστε γιατί ν’ ανακατεύονται τώρα κι οι νεκροί
    Γιατί αυτός μιλούσε
    Ναι γιατί
    Με ποιο δικαίωμα
    Ο αναιδής νεκρός!»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

  7. 1. ΜΙΛΗΣΤΕ, ΕΧΕΤΕ ΤΡΙΑ ΛΕΠΤΑ

    Μιλήστε, έχετε τρία λεπτά
    Σε επιστροφή από περίπατο
    όπου μάζεψα ένα λουλουδάκι για να σ’ έχω
    ανάμεσα στα δάχτυλά μου μια στιγμή,
    και ήπια μερικά μπουκάλια Μποζολέ, για να κατέβω στο πηγάδι
    όπου χόρευε μια αρκούδα σελήνη,
    στο χρυσό ημίφως της λάμπας κρεμάω τη γούνα μου
    και ξέρω πως θα είμαι μόνος στην πόλη
    την πιο πολυάνθρωπη του κόσμου.

    Θα δικαιολογήσεις αυτό το υστερικό ζύγισμα,
    ανάμεσα σε φυγή α λα ποντικού και παράπονο μορφίνης
    έχοντας υπ’ όψιν σου ότι κάνει κρύο, βρέχει πάνω στο φλιτζάνι του καφέ,
    και σε κάθε μισοφέγγαρο η υγρασία ισιώνει τις πατουσίτσες της από σπόγγο.

    Ιδίως γνωρίζοντας πως σε σκέφτομαι επίμονα, σαν μια τυφλή μηχανή,
    σαν τον αριθμό που επαναλαμβάνει ατέλειωτα το γκονγκ του πυρετού,
    ο τρελός που σκεπάζει το περιστέρι του στο χέρι
    χαϊδεύοντάς το ώρα την ώρα, μέχρι να αναμίξει τα φτερά και τα δάχτυλα
    σε μια μονάχα ουσία τρυφερότητας.

    Πιστεύω πως θα υποπτευθείς αυτό που τρέχει,
    όπως εγώ σε προαισθάνομαι στην απόσταση της πόλης σου,
    γυρίζοντας από περίπατο, όπου ίσως να μάζεψες
    το ίδιο λουλουδάκι, λίγο για λόγους βοτανικής
    λίγο γιατί εδώ, γιατί είναι ανάγκη
    να μην είμαστε τόσο μόνοι, να δώσουμε ένας στον άλλο ένα πέταλο.
    ας είναι κι ένα βηματάκι, ένα χνούδι.

    Χούλιο Κορτάσαρ, μετάφραση.: Βασίλης Λαλιώτης

    Γιάννης Κότσιρας & Έλλη Πασπαλά – Λέει, λέει, λέει

    2. ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΒΑΝΙ

    Για να δώσουμε ξανά τα ποτάμια
    στους σολομούς και στις πέστροφες,
    για να επιστρέψουμε τους κήπους
    στα λαβωμένα πτηνά,
    για να δώσουμε τα χωράφια
    στις καρακάξες και στ’ αγριόχορτα,
    τα καμπαναριά στις καμπάνες τους,
    τα κοντάρια στις σημαίες τους,
    για να γεμίσουν τα γήπεδα από γυμναστικές επιδείξεις
    καλλίγραμμων σωμάτων, για να
    υπάρξουν ευκαιρίες για τους πρόσφυγες,
    για να λυθούν τα μάγια του κακού ματιού,
    για να βρουν τα παιδιά τους γονείς τους
    και η διαδρομή τον προορισμό της,
    για να ξυπνήσει το πνεύμα της άμυνας
    και να ενσαρκωθεί ο χρόνος,
    για να διεκδικήσουν τα αλώνια τα άχυρα,
    τα πηγάδια το νερό τους,
    οι δαγκωματιές τα δόντια,
    για να δώσουμε τη ζούγκλα στις τίγρεις
    και τα δάση στα ελάφια και στους λύκους,
    για να ορθοποδήσουν οι κουρούνες στον ουρανό

    αλλά προπάντων
    για να δώσουμε τα ποτάμια
    στους σολομούς και στις πέστροφες

    ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ, Βοστόνη 26 Σεπτεμβρίου 1999

    ***

    3. Τό τέλος μιᾶς ὁμιλίας

    Τὴν τελευταία στιγμή, τελειώνοντας τὴν ὁμιλία του μὲς στὰ χειροκροτήματα,
    πρόσθεσε μὲ μιὰ ἀμφίρροπη καὶ ἤρεμη ἔκφραση:
    Ἐκεῖνος,
    ποὺ τὸν χειροκροτήσατε, δέν ἤμουνα ἐγώ∙ καὶ τὰ λόγιά μου
    δέν ἠταν τὰ δικά μου∙ ἦταν μικροί καθρέφτες ἀντικρύ σας
    δίνοντας ἀποσπάσματα ἀπ’ τὸ πρόσωπό σας ἢ τὴν ἀναμονή σας,
    κι ἀντίκρυ στὰ ἴδια μου τὰ λόγια στεκόμουνα κι ὁ ἴδιος
    σὰ μακρυνό φῶς, ἀντανακλῶντας στοὺς καθρέφτες, ρίχνοντας
    τὶς λάμψεις μὲς στὰ μάτια σας, γιὰ νὰ μή μὲ βλέπετε. Τ’ ἀληθινά μας λόγια
    κεῖνται βαθιά μὲς στὴ σιωπὴ – κι οὔτε χρειάζονται ἄλλωστε. Οἱ ἀληθινές μας πράξεις
    πάντα ἀποκλείουν τοὺς μάρτυρες, ἢ ἂν τὸ μποροῦνε, τοὺς σκοτώνουν,
    ἢ τοὺς ἐξαγοράζουν μὲ βαριά ἀνταλλάγματα. Δικό μας
    εἶναι μονάχα αὐτὸ ποὺ ἀρνεῖται τὰ πειστήρια. Καὶ τὰ χειροκροτήματα
    εἶναι ὑστερόβουλες ἢ ἀσυναίσθητες ψευδομαρτυρίες…
    Κείνη τὴ στιγμή
    ἔσβησαν μονομιᾶς τὰ φῶτα κι ὅλοι σπρώχνονταν πρὸς τὶς ἐξόδους τοῦ κινδύνου,
    κ’ ἔτσι κανείς δέ μπόρεσε νὰ δῇ τὴν ἔκφρασή τους ἢ τὴν ἔκφρασή του.
    Ίσως, μονάχα, ἐλεύθερη κι ἀδιέξοδη, μιὰ σκοτεινή σιωπή νὰ σπίθιζε
    στοὺς κρεμασμένους μὲς στὴν ἄδειαν αἴθουσα καθρέφτες…

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    ***

    4. Οι πράξεις

    Αρχίζω πια να δυσκολεύομαι με την ομιλία
    να χάνω λίγο λίγο το δώρο που μου χάρισαν οι θεοί.

    Περίσσεψαν οι πράξεις, φίλοι μου, μας πλάκωσαν,
    μας σύντριψαν με το περίσσιο βάρος τους
    δε φτάνουν πια τα λόγια, δεν επαρκούν,
    δεν βγαίνουν καν κάτω απ’ το βάρος
    των πράξεων.

    Ήδη μπερδεύονται τα λόγια μου, τραυλίζω,
    χάνουν σιγά-σιγά τη συνοχή τους
    χάνουν τη δύναμη και το ζεστό τους αίμα
    ακόμη λίγο και θα γίνουν άναρθρες κραυγές.

    Οι πράξεις μας,
    όγκοι χωμάτων, μπάζα και σιωπή,
    μας έπνιξαν,

    ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

    ***

    5. Ο εχθρός

    Όταν αποφάσισα να μιλήσω
    δεν ήξερα τι, η απόφαση αυτή, σημαίνει.
    Όμως δεν άργησα και να το καταλάβω-
    άρχισαν λίγο-λίγο οι φίλοι να μ’ εγκαταλείπουν
    να κόβουνε την καλημέρα, να κουμπώνονται
    να προφυλάγονται απ’ τον επικίνδυνο εχθρό.

    Με χίλιους τρόπους θέλησαν να με σωπάσουν
    το δε σοφίστηκαν:
    τη σιωπή, την καραντίνα και το φόβο,
    να με συντρίψουν θέλησαν, να γονατίσω.

    Γιατί η ποίηση, -όλοι το ξέρουν-
    είναι ο μέγας κίνδυνος που μας βρίσκει απροετοίμαστους,
    ο αδιάλλακτος εχθρός που μας παραμονεύει,
    και πρέπει πάντα να φυλάγεσαι απ’ την ποίηση

    ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

    ***

    6. «Μπορώ ακόμα και μιλώ μαζί σου»

    Τα γράμματά σου τα ‘στελνες με τη βροχή
    και τον αέρα!…
    Όταν μου χτύπαες το τζάμι έβγαινα
    κατέβαινα στο δρόμο κι άκουγα:
    πως σύννεφο ήσουν που ξεκίνησες
    κι ήρθες να κλάψεις πάνω απ’ το σπίτι μου
    στην πόλη…

    Γιάννης Πατίλης, Μη καπνιστής σε χώρα καπνιζόντων (Ποιήματα 1970-1980). Με σχέδια του Δημήτρη Γέρου, Ύψιλον/Βιβλία, Αθήνα 1982, σ. 73

    Κάποτε θα ΄ρθουν να σου πούν….Παύλος Σιδηρόπουλος…

    7. ΑΚΟΥΩ ΑΚΟΜΗ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΝΑ ΜΙΛΑ

    Τρελός καθώς είμαι
    Δεν πνέω και τα λοίσθια
    Ξεριζώνω τους θάμνους που κρατούν την αυτοκτονία στο χείλος των γκρεμών
    Τα ζώα που πιάνονται στις παγίδες μου σαπίζουν επί τόπου
    Μόνο το λυκόφως είναι αυτό που τα ανακαλύπτει
    Το λυκόφως διάστικτο από σκάγια που τα εξαντλημένα μου σκυλιά δεν μπορούν να φθάσουν
    Σφίγγω στην αγκαλιά μου γυναίκες που δεν θέλουν παρά να είναι με κάποιον άλλο
    Εκείνες που όταν αγαπούν ακούν τον άνεμο να περνά πάνω από τις λεύκες
    Εκείνες που όταν μισούν είναι πιο λυγερές από αλογάκια της Παναγίας
    Για εμένα έχουν εφεύρει το παιχνίδι των καταστροφών
    Χίλιες φορές πιο ωραίο από την τράπουλα
    Έφθασα ακόμη να τα βάλω με την απουσία
    Σε όλες τις μορφές της
    Κι έχω σφίξει στην αγκαλιά μου φαντάσματα κάτω από το σύμβολο
    Της στάχτης και ερώτων πιο καινούριων απ’ τον πρώτο
    Που μου έχει κλείσει τα μάτια την ελπίδα την ζήλεια

    (Ρενέ Σαρ – Αντρέ Μπρετόν – Πωλ Ελυάρ)‪#‎Fridge-Ποιήματα‬
    μετάφραση – Σωτήρης Λιόντος, εκδόσεις ύψιλον]

    ***

    8. ΑΚΑΡΙΑΙΑ

    Πώς μπορείς και μιλάς
    όντας από πέτρα
    για την αυριανή μετάληψη του φωτός;

    (ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΙΧΑΣ)

    ***

    9.
    …Πρόκειται να κάνουμε
    έναν πρωινό περίπατο
    πρόκειται να μιλήσουμε
    για ανύπαρκτα γεγονότα
    αόριστες πράξεις

    Πρόκειται για πρόσωπα που φανταστήκαμε
    για λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ

    Πρόκειται να υπερασπιστούμε
    την πιο ανυπεράσπιστη σιωπή
    να συναντήσουμε
    τα μάτια που ξενίτεψαν τον ουρανό
    να φιληθούμε
    με όσους μπόρεσαν να μας αγαπήσουν

    Πρόκειται να επιμείνουμε
    στο ακαθόριστο του προορισμού μας

    ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ

  8. Ciao, Aggeliki!!!…..

    *»Parla piu piano» (Μιλά πιο αργά)…

    -«Έτσι συχνά όταν μιλώ για τον ήλιο μπερδεύεται στη γλώσσα μου ένα μεγάλο τριαντάφυλλο κατακόκκινο.
    Αλλά δεν μου είναι βολετό να σωπάσω.»
    (Ο. Ελύτης)

    -Γιάννης Ρίτσος, [Ακόμα δε μιλήσαμε]

    «…Ακόμα δε μιλήσαμε.

    Δεν είπαμε το δικό μας τραγούδι.

    Έμεινε πίσω απ’ τη φωνή μας η βουή μιας παρέλασης,

    στριμωγμένη ανάμεσα σε χιλιάδες πόρτες,

    όταν ο λαός προχωρούσε τινάζοντας τις τραγιάσκες του στον

    αέρα,

    όταν οι μπουρζουάδες τρέμαν πίσω απ’ τα τζάμια των πολυ-

    κατοικιών,

    τότες που η καρδιά μας ζυγιάζονταν ανάμεσα σε χιλιάδες καρ-

    διές,

    σαν ένα ζήτω ανάμεσα σε χιλιάδες κόκκινες σημαίες…»

    -Άρης Αλεξάνδρου, «Συνομιλώ Άρα Υπάρχω»
    (απόσπασμα)

    [Πρός το παρόν πασχίζω να μιλήσω
    κοιτάζοντας κατάματα και κείνους που μου γύρισαν την πλάτη.

    Που λές, τα νέα μας εδώ είναι λιγάκι μπερδεμένα.
    Θα γραφτούν καινούριες ιστορίες.
    Ίσως και μια «Περί παραχαράξεων της αλήθειας».
    Δε βαριέσαι.
    Ένα λήμμα παραπάνω στη βιβλιογραφία.
    Θα ‘πρεπε αλήθεια να περνούσες κρίση υπεροπτιμισμού
    όταν έλεγες πώς πάντα θα βρίσκονται σπουδάστριες
    που θα διαβάζουν στίχους σου για να τις παίρνει ο ύπνος.
    Μια τέτοια εκλογή
    μια τέτοια χρήση στίχων είναι επιτέλους καθαρά προσωπική.]

    -Άλντα Μερίνι, «Όταν μιλούν οι ερωτευμένοι»

    «Όταν μιλούν οι ερωτευμένοι
    μέσα από τα δέντρα
    και μέσα από χίλιους δρόμους δυστυχίας,
    όταν αγκαλιάζουν τον κισσό
    σαν να ’τανε τραγούδι,
    όταν βρίσκουν τη χάρη
    στα ασύνταχτα τα στάχυα
    και στους ψηλούς βλαστούς,
    όταν στενάζουν οι εραστές
    κύριοι είναι επί της γης
    και είναι στο Θεό σιμά
    καθώς οι άγιοι οι πιο συνεπαρμένοι.
    Όταν οι ερωτευμένοι μιλούνε για θάνατο
    μιλούνε για αιώνια ζωή
    σε μια συνομιλία σε εκλεπτυσμένη εσπεράντο
    γνωστή μόνο σ’ Αυτόν.
    Ιερόσυλη είναι η γλώσσα τους,
    αλλά φωνάζει την άπειρη χάρη
    μιας μεγάλης συγχώρεσης.»
    (από τη συλλογή «Tρελή, τρελή, τρελή από αγάπη για σένα»)

    -Μιχάλης Κατσαρός «Όταν»

    «Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
    όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
    όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
    να πλημμυρίζει τα σαλόνια
    όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
    να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
    όταν ακούω σένα να μιλάς εγώ πάντα σωπαίνω.
    Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
    ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
    όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
    λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
    όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
    για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
    όταν ακούω να γελούν
    όταν ακούω πάλι να μιλούν εγώ πάντα σωπαίνω.
    Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
    κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
    κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
    θ’ ανοίξω το στόμα μου
    θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες
    στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
    οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
    ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

    Πάλι σας δίνω όραμα.»

    (Μιχάλης Κατσαρός, Κατά Σαδδουκαίων)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: