Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (144ο): «Φωνή»…

 

«…Ὅλο τὸ βράδυ ἀκουγόταν μιὰ φωνή:
Οἱ μέρες περνοῦν
τὸ χιόνι μένει»

(Μ. Σαχτούρης)

 

 

 

«Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της…»

(Κλείτος Κύρου)

 

-«… μια φωνή και μια σιωπή

μια φωνή σιωπής,

η φωνή της σιωπής μου

(Samuel Beckett)

 

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Φωνές»

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας —
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Φωνή απ’ την Θάλασσα»

«Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.

Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα
θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός,
γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.
Κι αν ήσαι νέος, μες σταις φλέβες σου θα τρέξη
της θάλασσας ο πόθος· θα σε ’πη μια λέξι
το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξη
με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων,
που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό,
και κλαίν για ταις γυναίκες των, για τα παιδιά των,
και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των,
ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό,

σε βράχους και σε πέτραις κοφτεραίς τους σπρώχνει,
τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει,
κ’ εκείνοι τρέχουνε σαν νάσαν ζωντανοί
με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα,
και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα,
από την αγωνία των την υστερνή.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων;—
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων
που κοιμητήριο ποθούν χριστιανικό.
Τάφο, που συγγενείς με δάκρυα ραντίζουν,
και με λουλούδια χέρια προσφιλή στολίζουν,
και που ο ήλιος χύνει φως ζεστό κ’ ευσπλαγχνικό.

Τάφο, που ο πανάχραντος Σταυρός φυλάει,
που κάποτε κανένας ιερεύς θα παή
θυμίαμα να κάψη και να ‘πη ευχή.
Χήρα τον φέρνει που τον άνδρα της θυμάται
ή υιός, ή κάποτε και φίλος που λυπάται.
Τον πεθαμένο μνημονεύουν· και κοιμάται
πιο ήσυχα, συγχωρεμένη η ψυχή.»

(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)

 

 

 

-Κλείτος Κύρου, «Η φωνή που αγωνίζεται»

«Η φωνή σου αγωνίζεται μάταια ν’ ακουστεί στο

κεφαλόσκαλο μιας αιωνιότητας

Πώς να διαβούμε τα καθορισμένα σύνορα που επιβάλλει ο

άνθρωπος στους συνανθρώπους του

Κάθε νοσταλγική αναδρομή μας βρίσκει πιο γερασμένους

Διαπιστώνουμε γεγονότα θαμπά περασμένων εποχών

γνωριμίες που εξασθενίζουν θανάτους που μας πολιορκούν

Τραγούδια του συρμού του ’36 πολιτείες που μας φιλοξένησαν

Την ώρα αυτή ζητώ απεγνωσμένα τη μορφή σου.

 

Μόνος σ’ ένα δωμάτιο κατάφωτο προσμένω την καινούρια

Χρονολογία

Σκέφτομαι τον εγκάθειρκτο φίλο που σχεδιάζει τα κοινά

μυστικά μας στο δάπεδο του κελιού του

Η μοίρα μας είναι γνωστή με την επίγνωση πως η χαρά θα

‘ναι μια υστεροφημία

Όλα και συ ακόμη ήρθαν αργότερα να μας απαντήσουν στο

ενδιάμεσο αυτό ταξίδι

Συγχωρούμε τα πάντα μ’ επιείκεια συγκατανεύουμε στα

λόγια των φίλων μας

Και κλαίμε τα μεσάνυχτα χωρίς να μας βλέπει κανείς.

(Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή, ΑΓΡΑ)

 

Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Η φωνή»

«Μέσα στο κάθε μου τραγούδι ,
που μοιάζει πάντα να πονεί,
κι είναι σαν άρρωστο λουλούδι,
– σαλεύει πάντα μια φωνή,

φωνή που αν φαίνεται έτσι ξένη
κι έτσι κλεισμένη στη χαρά,
μα σ’ όλα τα μεγάλα μπαίνει,
με τα μικρά της τα φτερά,

και σ’ όλα, γύρω, βρίσκει ταίρι,
και μ’ όλα τ’ άφθαστα μιλεί,
κι όλα τα ανείπωτα τα ξέρει
– κι ας είναι τόσο χαμηλή …

Κι αν, όμως, σ’ όλα βρίσκει ταίρι,
κι όλα τα βλέπει καθαρά,
μοιάζει καλύτερα να ξέρει
τον πόνο, παρά τη χαρά …

Μέσα στο κάθε μου τραγούδι,
Που μοιάζει πάντα να πονεί
– σαν το χυμό μες στο λουλούδι,
σαλεύει πάντα μια φωνή,

που ανίσως και το ζωντανεύει,

σαν το χυμό του λουλουδιού,
θαρρείς και δεν μπορεί ν’ ανέβει,
σα να’ ναι ανήμπορου παιδιού …

Γιατ’ είμαστε σαν κάποια ρόδα,
πεσμένα μες στην παγωνιά,
– ρόδα, που τά’ λιωσε μια ρόδα,
καθώς περνούσε στη γωνιά,

που αν και κομμένα, κι όλο χώμα,
και κυλισμένα καταγής,
δεν ξέρω τι θυμίζει ακόμα,
πως ήταν άνθη της αυγής …»

(Γραμμένο στις 23.5.1935, σύμφωνα με το χειρόγραφο, που προσθέτει ότι ήταν σχεδόν έτοιμο από πολύ καιρό. Δημοσιεύτηκε τον ίδιο χρόνο στη Νέα Εστία και συμπεριλήφθηκε στην έκδοση του 1939.)

 

-Σταύρος Σταυρόπουλος, «Τα σκήπτρα της φωνής»

 «Σ’ τα έλεγα όλα
-Μισού αιώνα αβέβαιος-

Κι ας λένε ότι δεν μίλαγα
Απλώς ανοιγόκλεινα τον αέρα στο στόμα μου
Μ΄ ένα σχεδόν αόρατο φόβο
Σου έλεγα
Για βουβά πλοία
Που ανοίγουν στη μνήμη μου
Τρύπες θάλασσας
Κόβοντας τον ίσκιο στα δύο
Σου έλεγα
Για κορμιά – αυλές νεκροταφείου
Που ξεροσταλιάζουν
Με ζωγραφισμένες θηλές
Στα ενδότερα του σαλονιού
Μ’ άρεσε
Να σωπαίνω τις λέξεις πάνω σου
Να κοιμούνται
Μ’ άρεσε
Να αρρωσταίνω από φυγή
Κι όμως
Ποτέ μου δεν έφυγα
Ποτέ δεν μίλησα
Κι ας σ’ τα έλεγα όλα»

(https://greekpoems.wordpress.com/2012/05/08/ta-skiptra-tis-fonis-stavros-stavropoulos/)

 

-Μάρκος Μέσκος, «Φωνές

«Φωνές της θάλασσας και των κυμάτων μύριες απειλές
άγρια μπόρα τετρασκότεινη καταιγίδα τις φωνές σας ακούω
πρωί στο μετανιωμένο ακρογιάλι που φλοίσβο τον φλοίσβο
σπρώχνει το νερό και παίζει∙ άνεμος κι αέρας κυνηγημένος
γιατί για ποιόν για πού το μήνυμα ψηλά μακριά τ’ αστέρια τί
θα ‘ρθει τι θα φύγει τι θα χαθεί για πάντα μια βελανιδιά
συλλογισμένη στην άκρη του δάσους οξιές από τις δυο πλευρές
κλεισμένη παλάμη και πλατάνια όρκοι στις ρεματιές σαν
ψεύδος και σαν αλήθεια ανάμεσα τις φωνές σας ακούω∙ σαν
λύκος σαν τσακάλι σαν τελευταία αρκούδα το σφύριγμα το φως
το κύμα το θλιμμένο πουλί κι ο βόμβος γύρω από τους στήμονες∙

ήταν θηλυκό το στέρνο ήταν κραυγές αγώνων (μάταιων) ήτανε τί;
Πώς έμειναν στο στήθος μου γιατί ανατριχιάζει η σκόνη;»

(Από τη συλλογή Ελεγείες (2004)

http://www.translatum.gr/forum/index.php/topic,8904.msg126853.html#msg126853)

 

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

11 thoughts on “Πες το με ποίηση (144ο): «Φωνή»…

  1. Χαίρε, Γιάννη!
    Ως άλλη Ζαν Ντ’ Αρκ ακούω διαρκώς φωνές …ποιητών να με καλούν να αναζητήσω τους στίχους τους, για εμπλουτισμό των ήδη αναρτημένων από σένα.
    Αυτή τη φορά η έκπληξη ήταν τα τραγούδια.

    *

    1. Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου

    Πρώτον: σε θέλουν ακίνδυνη και να ξεχνάς
    και ύστερα καλή μ’ αυτούς φιλεναδίτσα
    τρυφερή
    υποσχετική
    οι αχρείοι.

    Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό
    ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
    από τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
    κι ο ήλιος φίδι μεσ’ στο σύρμα.
    Μην ξεχάσεις φτύσ’ τους.

    Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
    ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
    ας περιμένουν οι αχρείοι.

    Έκτωρ Κακναβάτος

    ***

    2. Η φωνή και ο ποιητής

    Μια φωνή σβήνει στη γωνιά του δρόμου μια φωνή
    Ανάβει στα ψηλά πατώματα θα κατεβεί σιγά
    Σιγά τα σκαλοπάτια θα ψαύσει τη γη θα τρυπώσει
    Μέσα στη γη θα βυθίζεται ολοένα και πιο βαθιά
    Θα την καταπατούν άγρια θηρία λοστοί ρόδες
    Αυτοκινήτων σίδερα και τσιμέντα ο ήχος της
    Θα ‘χει κραδασμούς φωτιάς θα μοιάζει με παράπονο
    Ερωτικό θα ρυτιδώνει τη σιωπή απλωμένο λάδι

    Ο ποιητής θα γονατίσει τρυφερός
    Θα σκαλίσει το χώμα
    Θα την πάρει στην παλάμη του
    Να τη φυτέψει στη γλάστρα

    Την άνοιξη θ’ ανθίσουν πολλές μικρές φωνές

    Κλείτος Κύρου, Από τη συλλογή Κλειδάριθμοι (1963)

    ***

    3. Ξέρω καλά ότι είμαι φωνή βοώντος εν τη ερήμω.
    Σας παρακαλώ, ωστόσο, να μην ξεχνάτε ότι φωνή
    βοώντος εν τη ερήμω ήταν αυτή που ανήγγειλε
    τον Σωτήρα.

    FERNANDO PESSOA, Μετάφραση: Αλέξανδρος Βέλιος

    Φώναξέ με, αγάπη, ΑΡΛΕΤΑ

    4. Το βάθος της φωνής

    Κλείσε μου μια φωνή σ’ ένα φάκελο
    να την έχω μαζί μου –
    Η φωνή σου
    είναι ένα δέντρο από τίμιο ξύλο.
    Δεν την άκουσα χτες ούτε σήμερα κι’ είναι
    γλυκύτερη ακόμη κι’ απ’ τη φλόγα που άνθιζε
    του τζακιού μας το κούτσουρο το χειμώνα.
    Ξημερώνει η φωνή σου.
    Ανάβει
    το φάρο στη θάλασσα, τον έσπερο πάνω
    στον ουρανό.
    Αύριο είναι
    Κυριακή δεν ξέρω πώς να κάμω γιατ’ είναι
    τα καλά μου η φωνή σου.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    5. Νυχτερινή φωνή

    Ολοκάθαρη νύχτα. Οι ουράνιοι κύκνοι,
    ο ένας πίσω απ’ τον άλλο – δυό δυό,
    τρία τρία τ’ αστέρια – αργολάμνουνε
    στο νερό.
    Η σιωπή τους
    Μοιάζει σα νάναι η δική σου σιωπή.
    Την άκουσα με το μέτωπο. Την ακούω με το στήθος.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    6. Η φωνή

    Δεν περιμένω να μου μιλήσεις. Το ξέρω.
    Μπερδεύεται η γλώσσα σου. Είναι γιομάτη
    λουλούδια η φωνή σου.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    7. Η διάλυση της φωνής

    Το ποτάμι στο βάθος, ψηλά το βουνό
    κι’ ο ουρανός από πάνω από μια θαλασσιά
    πολιτεία καμπάνες. Θυμάμαι πως είχα
    κ’ εγώ μια φωνή, μιλούσα και μ’ άκουες, ενώ-
    Δεν μ’ ακούς που φωνάζω; Ένας ήλιος μικρός
    σαν μια μέλισσα, κάπου, βομβύζει η καρδιά σου.
    Μα πες μου:
    Που είσαι;
    Μ’ ακούς;
    Δεν μ’ ακούς; Εγώ σε φωνάζω,
    εγώ που σιωπώ.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    8. Η φωνή

    Μιλούσε μέσα σου
    το σύμπαν
    των βουβών πραγμάτων,
    η ελπίδα
    που στέκεται δίχως φτερά στις φωλιές,
    που στέκεται κάτω απ’ τη γη
    χωρίς να έχει ανθίσει.

    Μιλούσε μέσα σου
    το μυστήριο
    για όλα όσα κοντά στο θάνατο
    θέλουν να ζωντανέψουν,
    ένα χορταράκι
    κάτω από τα σάπια φύλλα,
    το πρώτο γέλιο του μωρού που σώθηκε
    από τον πόνο
    στο θάλαμο
    ενός νοσοκομείου.

    Τώρα όταν πέφτει από τα ψηλά
    νυχτερινά κλαδιά
    των καμπαναριών -ένας κωδωνισμός-
    και στην καρδιά βυθίζεται όπως
    ο σπόρος στο οργωμένο χωράφι –
    τότε μιλάς
    εσύ μέσα μου –
    με εκείνη τη μεστή και μοναχική
    φωνή
    που διηγείται τα θαμμένα όνειρα
    του κόσμου, την καταπιεσμένη
    νοσταλγία του φωτός.

    ANTONIA POZZI (μτφρ. Άννα Γρίβα)

    ***

    9. Η μικρή μου φωνή

    Η μικρή μου φωνή στα στόματα των ανθρώπων
    γίνεται ήχος παράξενος, κραυγή ζωντανή
    γιατί βγαίνει απ’ τη μυστική διάθεση μια ευχής
    που μένει κρυμμένη την ώρα που η βία θριαμβεύει.

    Τότε στις απόρρητες κρύπτες που ωριμάζει η ψυχή
    κάτω απ’ το παράνομο φως μια ασπαίρουσας αγωνίας,
    τυπώνεται η εφημερίδα με τ’ αόρατα γράμματα
    για να διαβαστεί απ’ αυτούς που μέλλεται να πεθάνουν.

    Για να μην πεθάνει κανείς απ’ τη βία και τι δε θα ‘δινα, φίλε!
    Θα ‘λεγα ΟΧΙ ακόμα κι αν ήταν η ανθρωπότητα να σωθεί.

    ΚΡΙΤΩΝ ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΗΣ

    ΕΞΩ ΟΙ ΦΩΝΕΣ-ΒΙΚΥ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ

    10. [Χαμηλοφώνως]

    Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ’ το
    φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα-
    τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
    Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
    Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
    Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα
    τους φαγώθηκε από παράσιτα
    Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
    Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δάχτυλά μου όπως περνάει
    ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
    Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι
    και κοιμάσαι
    Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και
    θυμάσαι
    Διότι θυμάσαι
    Γι’ αυτό σ’ αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα-
    στε μαζί
    Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν’ ανεβοκατεβαίνει
    τα δέντρα
    …πως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
    Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν

    Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια
    του νερού και λέω: να το ριζικό κι η ματιά της
    Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες
    απ’ το κόκκινο – σαν τα μάτια τού μπεκρή – λυκόφως
    Kαι είπαμε να το ριζικό να οι αγάπες βγήκαν στους δρό-
    μους για τον επιούσιο

    Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
    Nα ‘ρχονται και να χάνονται
    Γι’ αυτό σ’ αγαπώ
    Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
    Είσαι κείνο που γλύτωσε απ’ τα σκάγια

    Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι
    από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
    Είναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
    Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
    Γι’ αυτό σ’ αγαπώ.

    Δ.Π. Παπαδίτσας

    ***

    11. ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΑ

    Είναι θαυμάσιο να τραγουδάς.
    Όχι όπως ο αέρας στα δάση,
    όχι όπως ο ήλιος στην κορυφογραμμή,
    όχι όπως η βροχή στο πέλαγος,
    αλλά όπως ο λύκος ζευγαρώνει
    και πέφτουν πάνω του ροδοπέταλα.

    ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ

    ***

    12. Οι Φωνές
    Tου Γιώργου Σαββίδη

    Oι φωνές τους δεν έρχονται έως εδώ
    η πόλις αναπνέει μακριά και δεν ακούει
    το φεγγάρι παγώνει τον σκελετό του θηρίου
    κι απ’ τα παράθυρα τα κλειστά δε φαίνεται τίποτα.

    Oι φωνές τους δε φτάνουν έως εδώ
    οι δρόμοι έχουν άσπρα φώτα και γκρίζα χρώματα
    μαύρες γάτες λιάζονται στα νεκροταφεία
    και σ’ όλα τα ποτάμια οι αλυγαριές ξεράθηκαν.

    Oι φωνές τους δεν ακούγονται έως εδώ
    οι νύχτες έχουνε αγάλματα και φέρετρα
    Kύριε Kύριε επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε και επίσκεψαι
    δελφίνια και περιστέρια πήραν ταξίδι τα όνειρα.

    Καρύδης Nίκος (Aπό το Eνθύμιον, Ίκαρος 1972)

    Των άστρων οι φωνές – Πέτα Ελένη

    13. Του ανέμου η φωνή

    Η γλυκιά φωνή του ανέμου
    Μας μοιράζει εδώ κι εκεί
    Κι όλες οι γωνιές της γης
    Γίνονται για μας λειμώνες
    Κι όλα τα τραγούδια
    Μοιάζουν με λουλούδια
    Που φυτρώνουν
    Όπου η ανάσα μας περνά

    Λες πως ο άνεμος δεν είναι
    Παρά ένας παλαβός
    Που δεν ξέρει άλλο χρόνο
    Από τη δική μας σάρκα
    Κι αν χοροπηδά ο ήλιος
    Πάνω στα βουνά
    Είναι για να μας φουρκίσει
    Θέλει ν’ αστειευτεί
    Πάλι η θάλασσα μάς παίρνει

    Απ’ τα μπράτσα
    Και βογγούν τ’ αστέρια
    Σηκωθήκανε ολόρθοι
    Οι πεθαμένοι
    Μας φωνάζουν στο χορό
    Τρεμοσβήνουν οι ζωές
    Των γυναικών

    Μα τα πρόσωπά μας
    Γίνονται ένα
    Μα η ψυχή μας σμίγεται
    Μ’ εκείνη των παιδιών
    Τα χέρια μας απαλά
    Σαν να ήταν από ουρανό
    Βρέχουνε το χώμα
    Με τις προσευχές τους

    Και γονιμοποιείται η φύση
    Τα νερά απ’ τις βρύσες
    Έχουν το άρωμα
    Που είναι και δικό μας
    Μοιάζουν στο αίμα της καρδιάς
    Όπως το σταφύλι στο κρασί
    Όπως η κοπέλα στη μητέρα
    Κι είμαστε στο σύμπαν μια γενιά.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    ***

    14. Χάσκουν φωνές εδώ…

    Χάσκουν φωνές εδώ κραυγές εκεί κελαηδούν
    Στον αγέρα κάθονται τριανταφυλλιές
    Και χαιρετάν τα πλήθη
    Εχτές μας είδαν τα πουλιά
    Και είπαν το μυστικό στα δέντρα
    Τώρα μοσχοβολάν ψυχές
    Και μας ακολουθάνε.

    Γιώργος Σαραντάρης

    ***

    15. Η φωνή σου

    Η φωνή σου τα μαλλιά σου
    Ο ρυθμός της παρουσίας

    Τα φιλιά μου δεν επέρασαν απάνω
    Στην αβρή σου επιφάνεια
    Μόνο ακούμπησαν στα μάτια στα μαλλιά
    Για ν’ αρπάξουνε τον πόνο
    Κι από τούτη τη χαρά
    Από το δικό σου σώμα!

    Γιώργος Σαραντάρης

    ***

    16. Φωνὲς τῆς θάλασσας

    Πιὲ στοῦ γιαλοῦ τὴ σκοτεινὴ ταβέρνα τὸ κρασί σου,
    σὲ μι᾿ ἄκρη, τώρα π᾿ ἀρχίσαν ξανὰ τὰ πρωτοβρόχια,
    πιέ το μὲ ναῦτες καὶ σκυφτοὺς ψαράδες ἀντικρύ σου,
    μ᾿ ἀνθρώπους ποὺ βασάνισε κι ἡ θάλασσα κι ἡ φτώχεια.

    Πιέ το ἡ ψυχή σου ἀξέννοιαστη τόσο πολὺ νὰ γίνει,
    ποὺ ἂν ἔρθ᾿ ἡ Μοῖρα σου ἡ κακιὰ νὰ τῆς χαμογελάσεις,
    καημοὶ καινούργιοι ἂν ἔρθουνε μαζί σου ἂς πιοῦν κι ἐκεῖνοι,
    κι ἂν ἔρθει ὁ Χάρος, ἥσυχα κι αὐτὸν νὰ τὸν κεράσεις.

    ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

    Γιώτα Νέγκα- Άλλη λαλιά

    17. Η ΑΓΡΙΟΦΩΝΑΡΑ

    Στὸν κόσμο σου δὲ μ᾿ ἔφερες ἐσύ.
    Κύτταρο ἄστοργο μὲ ἔδιωξε ἀπ᾿ τὸν δικό του
    κόσμο γιατὶ ἤτανε πολύτεκνο.
    Καὶ μ᾿ ἔστειλε σὲ σένα
    τάχα ὅτι διδάσκεις δωρεάν
    τεχνάσματα καὶ τέχνη ἐπιδέσεως πληγῶν
    πὼς θεραπεύεις τὴν παραίτηση μὲ μόσχευμα
    κομμάτι ἀφαιρώντας ἀπὸ τὸν μηρὸ τῆς ἥττας
    ὥστε νὰ βελτιώνεται τῶν λέξεων ἡ ζωή.

    Τίποτα δὲ μὲ δίδαξες.
    Νυχθημερὸν μὲ ἔβαζες νὰ ψάχνω
    δίχως νὰ ξέρω τί δίχως νὰ λὲς
    ἂν κάτι ἄλλο χάθηκε ἀπ᾿ ὅσα ἔχουν χαθεῖ.
    Νὰ λύνω ἄνθρωπο μοῦ ἀνέθετες
    μὲ πράξεις ποὺ βασίζονταν σὲ κινητοὺς κανόνες
    κι ἔβγαινε μετατόπιση σκληρὴ
    λάθος ἡ ἐπαλήθευση
    σωστὰ τὰ μπερδεμένα.

    Ἔστρωνα ράγες κάρφωνα τονισμοὺς
    γιὰ νά ῾ναι ἀσφαλὴς ἡ κύλιση τῶν στίχων
    μάθε με, σὲ ἱκέτευα, πῶς νὰ στερεώνω ἐπιβάτες
    καὶ σὺ μοῦ ἀπαντοῦσες
    ἀρκεῖ νὰ τοὺς ἐφεύρεις. Ἡ μόνη στέρεη μέθοδος.

    Τὰ μυστικά σου τά ῾σερνες στὸν κόρφο σου ραμμένα
    καὶ μόνο μὲ τοῦ νοῦ κρυφοκοιτάγματα ἀντλοῦσα
    ἤχους καὶ διάταξη νεροῦ δίπλα στὴδίψα.
    Ἀνιχνευτὴ δὲ μοῦ ῾δωσες. Μόνη μου
    κατασκάφτηκα σκάβοντας καὶ ἀθώους
    σὲ μέγα βάθος ζώντων καὶ νεκρῶν περιπλανιόμουν
    νὰ χάνομαι ἐγὼ κι ἐκείνους νὰ τοὺς χάνω.

    Ἔφευγες κάθε τόσο μὴν ἀφήνοντας
    οὔτε μιὰ λέξη κάτω ἀπ᾿ τὸ χαλάκι τῆς ἐξώπορτας
    καὶ μὲ ἐξώθησες νὰ κλέβω ἀντικλείδια
    ἀπὸ περιφερόμενους λωποδύτες στίχους
    γιὰ νὰ μπῶ.

    Καὶ ποιὰ ἡ ἀναγνώριση.
    Γύρισα μιὰ μέρα ἀπ᾿ τὴ σπορὰ καὶ βρῆκα
    στὸ δρόμο πεταμένη τὴν οἰκοσκευή μου
    καὶ ὅσα εἶχα ἐπὶ χάρτου ἀκουμπήσει
    τὰ ἔκανες τοῦ διωγμοῦ μου περιτύλιγμα
    καὶ αἰτιολόγησή του.

    Ἄστεγη περιφέρομαι κλειστὲς οἱ πόρτες
    ἀγνώμονες οἱ ἐπιβάτες ποὺ στερέωσα
    καμώνονται ὅτι δὲν εἶναι μέσα.
    Μέσα εἶναι.

    Ἀλλοῦ, ἀπ᾿ τοὺς ἀγάπησα, δὲν ἔχουν ποῦ νὰ πᾶνε.
    Ἄγραφων στίχων βρίσκω μισάνοιχτη τὴν πόρτα.
    Σπρώχνω ἐλαφρὰ τὸ τρίξιμο νὰ μπῶ
    κι ἀπὸ τὸ βάθος βάθος μοῦ ἀπαντᾶ
    μιὰ ἀγριοφωνάρα
    πὼς ἔχουνε γραφτεῖ.

    Κικὴ Δημουλᾶ – Χλόη Θερμοκηπίου, ἐκδόσεις Ἴκαρος, 2005

    ***

    18. Εγώ θυμάμαι τη φωνή σου, το σκληρό σου ύφος
    την αυστηρή κίνηση των χεριών σου
    θυμάμαι τη φωνή σου, φωνή ενάντια
    το λόγο σου τον εχθρικό
    τη λαγαρή σου τη φωνή του μίσους
    το τρυφερό, γόνιμο μίσος
    το γενναιόδωρό σου μέτωπο σαν ήλιο
    και τη φιλία σου ανοιχτή σα μια πλατεία
    σε κυπαρίσσια αυστηρά και νιούτσικο νερό
    Την καρδιά σου, τη φωνή σου, τη ζωντανή σου τη γροθιά
    σταματημένα και κομματιασμένα από το θάνατο.

    PAZ OCTAVIO –ΠΟΙΗΜΑΤΑ, μτφρ. ΡΟΥΣΣΟΥ ΜΑΓΙΑ-ΜΑΡΙΑ

    ***

    19. Το μουγκό παιδί

    Το παιδί ζητάει τη φωνή του
    (Την είχε ο βασιλιάς των γρύλων)
    Σε μια σταγόνα του νερού
    το παιδί ζητάει τη φωνή του

    Δεν τη θέλω για να κουβεντιάσω
    Δαχτυλιδάκι θα την κάνω
    που η σιωπή μου θα το βάλει
    στο πιο μικρό της δάχτυλο

    (Μακριά, η φωνή φυλακισμένη
    το ρούχο φορούσε ενός γρύλου)

    ΛΟΡΚΑ (μετ.Βαρβιτσιώτης)

    ***

    20. Μεγάλη Φωνή

    Ενώ στεκόμαστε και μιλούσαμε στην ακρογιαλιά,
    πίσω απ’ τα λόγια μας ακουγόταν κυριαρχική κι ασίγαστη η φωνή του αέρα και της θάλασσας,
    έτσι που ό,τι κι αν λέγαμε γινόταν μονομιάς ασήμαντο
    μέσα στη βουή και στην αντάρα της Μεγάλης Φωνής,
    που υπερίπτατο και στροβιλιζόταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας,
    κυκλοφορούσε πλάι μας, γύρω μας, μπροστά μας,
    συντριπτικά μας εκμηδένιζε,
    καθώς στεκόμαστε και μιλούσαμε, σχεδόν ανύπαρκτοι, στην ακρογιαλιά.

    ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ, Όσο είναι ακόμα καιρός

  2. Κάθε φορά χαίρομαι πολύ, που έρχομαι εδώ και διαβάζω
    υπέροχη ποίηση.. Να είσαι καλά Γιάννη και καλή Κυριακή! 🙂

  3. Ευχαριστούμε πολύ, Πέτρα!… Μας είσαι αξιαγάπητη…Καλή εβδομάδα!

  4. Καλημέρα, Αγγελική!…Πολλές όμορφες ποιητικές – μουσικές φωνές!…Bravissima!!!

    -«Είμαι σαν άνεμος χωρίς φωνή στην αναζήτηση σιωπής…
    όπως η ζωή που αναβλύζει απ’ τη γη στην ορμή …
    Έχασα τη φωνή εντός μου,
    ομιλώ με τα εκστατικά μάτια,
    με την αφή που τυραννεί.»
    (Ζωή Καρέλλη)

    -«Τα ποιήματα που έζησα στο σώμα σου σωπαίνοντας,
    θα μου ζητήσουν, κάποτε, όταν φύγεις, τη φωνή τους.
    Όμως εγώ δε θάχω πια φωνή να τα μιλήσω. Γιατί εσύ συνήθιζες πάντα
    να περπατάς γυμνόποδη στις κάμαρες, κι ύστερα μαζευόσουν στο
    κρεβάτι
    ένα κουβάρι πούπουλα, μετάξι κι άγρια φλόγα. Σταύρωνες τα χέρια σου
    γύρω στα γόνατά σου, αφήνοντας προκλητικά προτετεμένα
    τα σκονισμένα σου ρόδινα πέλματα. Να με θυμάσαι ? μούλεγες- έτσι?
    έτσι να με θυμάσαι με τα λερωμένα πόδια μου? με τα μαλλιά μου
    ριγμένα στα μάτια μου ? γιατί έτσι βαθύτερα σε βλέπω. Λοιπόν,
    πώς νάχω πια τη φωνή. Ποτέ της η Ποίηση δεν περπάτησε έτσι
    κάτω από τις πάλλευκες ανθισμένες μηλιές κανενός Παραδείσου».
    («Σαρκικός λόγος» του Γιάννη Ρίτσου)

    -Αργύρης, Χιόνης, «Φωνή»

    «Ήμουν παιδί
    κι ένιωθα να γεννιέται
    μέσα μου,
    σαν όνειρο,
    ο μύθος της ζωής.
    Μεγάλωσα
    κι έγιν’ ό μύθος
    σάρκα και αίμα.
    Πέθανα κι έγινε πάλι ο μύθος
    όνειρο.»
    (Αργύρης Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, ΝΕΦΕΛΗ)

    -Πάουλ Τσέλαν, «Φωνές»

    «Φωνές, στο πράσινο
    της επιφάνειας του νερού χαραγμένες.
    Οταν βυθίζεται η αλκυόνα
    το δευτερόλεπτο συρίζει:
    Αυτό που στέκονταν πλάι σου
    σε κάθε μια από τις όχθες,
    μπαίνει
    δρεπανισμένο σε μια άλλη εικόνα.
    Φωνές από το δρόμο με τις κνίδες:
    Ελα περπατώντας με τα χέρια προς εμάς.
    Οποιος είναι μόνος με τη λάμπα,
    διαβάζει μέσα από το χέρι.

    Φωνές, φύονται από τη νύχτα, σχοινιά
    Απ’ όπου κρεμάς την καμπάνα.
    Γίνε ένας θόλος, κόσμε:
    Οταν το νεκροκόγχυλο πλέοντας πλησιάσει
    θα σημάνει εδώ.
    Φωνές, στο άκουσμά τους η καρδιά σου
    στην καρδιά της μάνας σου ενδίδει.
    Φωνές από το δέντρο της αγχόνης,
    όπου παλιό και νέο ξύλο τους δακτυλίους
    ανταλλάσσουν και ανταλλάσσουν.
    Φωνές, λαρυγγικές, στα βότσαλα,
    όπου και το άπειρο φτυαρίζει,
    (καρδιο-)
    βλεννώδες ρείθρο
    Ρίξε εδώ τις βάρκες, παιδί,
    που έχω επανδρώσει:
    Οταν μαίνεται ο κλύδων μεσοκάραβα,
    ενώνονται οι σκαρμοί.
    Φωνή του Ιακώβ:
    Τα δάκρυα.
    Τα δάκρυα στο μάτι του αδερφού.
    Το ένα έμεινε να κρέμεται, μεγάλωσε.
    Κατοικούμε μέσα του.
    Ανάσανε για να
    πέσει.
    Φωνές, στο εσωτερικό της κιβωτού:

    Μόνο τα στόματα
    σώθηκαν
    Εσείς που βουλιάζετε
    ακούστε κι εμάς.

    Καμμία
    φωνή – ένας
    απόηχος, ξένος στις ώρες, δώρο
    στις σκέψεις σου, εδώ, επιτέλους
    ξάγρυπνο: ένα
    καρπόφυλλο, μεγάλο σαν μάτι, βαθιά
    χαραγμένο. Στάζει
    ρητίνη, δεν λέει
    να γιάνει»
    (Πάουλ Τσέλαν, Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

    -Νίκος Καρούζος, «ΒΑΘΥΦΩΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ»

    «Οι αριθμοί μου δε θα συμπληρώσουν ένα σύνολο
    δάκρυα συνωστίζω στα καιόμενα μάτια μου
    δεν έχω τώρα πια τίποτ’ άλλο απ’ την πραγματικότητα
    ξεφεύγοντας όλες τις αθλιότητες της μαγείας
    αισθάνομαι κωμικά τα συμβόλαια τους ανέραστους νόμους σας
    οπού σαλιώνει με χαρτόσημα η νοησιαρχία.
    Σε όλα ενάντιος -, ιδού ο ένσαρκος νόστος που το ύψος του
    το Θαβώρ υπερβαίνει ανησύχαστος.
    Τύμπανα όρια χλευαστικά τα λοίσθια η θανατοπληξία πνέει
    κυρίες μ’ ακριβά χειροκροτήματα από ίσως
    κι ωστόσο παλαίοντας εγώ ναν τις αποδιώξω
    κείθε στα ρέματα της συντριβόμενης ασκητείας
    κατρακυλώντας στα κατάμαυρα φαράγγια των Ουπανισάδων.
    Επιτέλους βαρέθηκα τη στύση μου
    δέχομαι να εκτίσω μακρόπνοη ματαιότητα.»
    (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

  5. 1. Φωνές φτάνουν

    Φωνές φτάνουν ως εμάς, από τους ίδιους τους εαυτούς μας.
    Πονούν.
    Κομματιασμένοι.
    Γεμάτοι καρδιά.
    Σε σκοτεινούς διαδρόμους μέσα.
    Ποιος θα τους σώσει;

    Εμείς αλλάξαμε σιγά-σιγά (υπάρχει βέβαια δικαιολογία)
    πρώτα με χειρονομίες και ροπές ακαθόριστες
    μέσα σε μαγαζιά και μέσα σ’ εκκλησίες
    με γυμνές γυναίκες και άγιους – συγχρόνως –
    με προδοσίες και πράξεις υψηλές∙
    με μικροπράγματα στο τέλος
    στα χέρια και στα πόδια και στο νου
    αδρανούμε μες στη νύχτα του ζώου.

    Πάνος Θασίτης, Από τη συλλογή Πράγματα (1957)

    ***

    2. Άφωνη γλώσσα

    [Από την ενότητα Το Δίχτυ των ψυχών II]

    Από μακρυά μόνο μιλούμε.
    Με τη φωνή μιλούμε, με τον αντίλαλο,
    Μ’ όλα τα όργανα της Απουσίας:

    Με Τηλεβόες,
    Κλήσεις,
    Με τηλέφωνα.

    Όταν βρεθούμε δοσμένοι
    ο ένας στον άλλο,
    Βυθισμένοι
    Στο κλίμα της Παρουσίας,
    Πρόσωπο μέσα στο πρόσωπο,
    Τότε,
    Δε μιλούμε,
    Δεν μπορούμε να μιλήσουμε.
    Τότε
    Μιλούμε αλλιώς.
    Μιλούμε την άλλη
    Γλώσσα την ανεκλάλητη.

    Την άφωνη γλώσσα της σιωπής.

    Γιώργος Θέμελης, Από τη συλλογή Το Δίχτυ των ψυχών (1965)

    ***

    3. ΠΑΝΩ ΣΑΣ ΓΑΝΤΖΩΝΩ ΤΗ ΦΩΝΗ ΜΟΥ

    Από χαλυβουργεία και διυλιστήρια
    Στην αλλοτρίωση των καύσεων
    Έρημες φτωχές λέξεις σας κουβαλώ
    Σε πόλη αδιάφορη πρησμένη σκουπίδια
    και γύρω λυσσασμένοι για επιτυχία
    Ενώ μοντάρω όργανο υποθετικής επικοινωνίας
    Δρόμοι υψικάμινοι και τρέχουν
    Ισοζύγιοι οραματιστές
    Καλπάζουν στην καταναλωτική μανία
    Κλούβες μπαγλαρώνουν την απεργία
    Και σταλάζει ο ουρανός κατράμι
    Φτωχές ελληνικές μου λέξεις
    Πάνω σας γαντζώνω τη φωνή μου
    Και βουλιάζω.

    ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ Χ. ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ

    ***

    4. Η ανησυχία

    Φωνή πουλιού στο μαραμένο δάσος αγροικιέται
    που φαίνεται παράλογη σ’ αυτό το μαραμένο δάσος.
    Κι όμως η στρογγυλή φωνή αυτή γαληνεύει
    μέσα στο Διότι αυτό που εκείνη το ’χει δημιουργήσει
    φαρδύ, σαν ουρανό, πάνω απ’ το μαραμένο δάσος.
    Όλα πειθήνια, την κραυγήν αδειάζουν. Σάμπως
    ο τόπος όλος, άφωνος ν’ απλώνεται εντός της,
    ο μέγας άνεμος μέσα της σα ν’ αναδιπλώθη
    κι η στιγμή, που ν’ απλωθεί πιο πέρα θέλει,
    χλωμή ‘ναι κι ήρεμη σα να ’χε πράγματα γνωρίσει
    που, γι’ αυτά, θα ’πρεπε να πεθαίναμε όλοι, –
    γιατί έχουν από μέσα μας αναπηδήσει.

    RAINER-MARIA RILKE: ΠΟΙΗΜΑΤΑ

    ***

    5. Γιατί πουθενά στάση δεν υπάρχει.

    Φωνές, φωνές! Άκου, καρδιά μου, όπως, άλλοτε, μόνον Άγιοι, ακούγανε:
    Από το χώμα για να τους σηκώσει η γιγαντένια κραυγή , αλλ’ εκείνοι μένανε γονατισμένοι , απίθανοι, μακρινοί, και δεν προσέχαν:
    ΕΤΣΙ έμεναν, ακούγοντας.
    Όχι πως του θεού θα μπορούσες τη φωνή να υποφέρεις, κάθε άλλο.
    Αλλ’ ό,τι πνέει ακρουμάσου, άκου την άπαυτη, που από σιωπή σαρκώνεται, αγγελία.
    Από τους νέους αυτούς νεκρούς, ένας ψίθυρος έρχεται σε σένα.
    Εκεί που πάντοτε έμπαινες, στις εκκλησίες της Ρώμης και της Νάπολης, δε σου μίλησε το πεπρωμένο τους γαλήνια;
    Ή τάχα μια επιγραφή ανάγλυφη δε σου επιβλήθηκε, όπως, τώρα στερνά, η πλάκα εκείνη στη Σάντα Μαρία Φορμόζα;
    Τι ζητούν από μένα ; Σιγά-σιγά θα πρέπει ν’ αφαιρέσω της αδικίας τα’ ομοίωμα που κάποτε, των πνευμάτων τους λίγο την αγνή κίνηση εμποδίζει.
    Βέβαια, είναι παράξενο στη γη πια να μην κατοικείς,
    Συνήθειες, που μόλις τις έμαθες, πια να μην έχεις, σε ρόδα και σε πράγματα άλλα, που όλα μια υπόσχεση ήταν, την σημασία ανθρώπινου μέλλοντος πια να μη δίνεις:
    κι αυτό που υπήρξες, μέσα στην ατελεύτητη αγωνία των χεριών, πια να μην είσαι·
    και τ’ όνομα το δικό σου, σαν ένα σπασμένο παιγνίδι να το εγκαταλείψεις…

    Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Οι Ελεγείες του Ντουίνο (Μετ. Άρης Δικταίος)

    ***

    6. Καμιά φωνή

    Δε με χωρούν οι τόποι σας.
    Ούτ’ οι χαρές σας ούτ’ ο πόνος μου.
    Δεν είναι δυνατό μου να ζω κάθε στιγμή ο ίσιος σας.
    Σας θάβω και με θάβετε.
    Κι η ασχήμια του πεθαμού σας λυπητερότερη απ’ το
    θάνατο.

    Κουβέντες μόνο
    απ’ τα ψηλώματα του νου.
    Τέτοιες, που σβήνουν κάθε “πιο αληθινό’
    με στεναγμούς υπομονής,
    και μ’ ομορφιές ελπίδας του αδύνατου.

    Πάντα το άγνωστο, η μοίρα και το μέλλον.
    Με διώχνει από παντού ο ξαφνιασμός μου:
    Γιατί, δε φώναξα μονάχος, δυνατά, ποτές μου.
    Και σε κανένα μπρος.

    Κι ούτε ποτές μου θα φωνάξω,
    σαν τρελός,
    με φλέβες φουσκωμένες.
    Κι άλλος κανείς.

    Φωνή της ανθρωπιάς,
    κείνης που βγαίνει καυτερή ως το πετσί,
    και που παγώνει κάθε ψέμα ζεστασιάς,
    ακόμα δεν ακούστηκε.
    Μόνο να πει:
    “Σταθείτε και σωπάστε.
    Ξεχάστε τις αντίζωες του πίθηκου αξίες.
    Πάψτε ζητώντας τα μεγάλα της ζωής
    και τα δικά σας
    στων αλλονών το μικρανθρώπισμα,
    στις κυριότητες του νυσταγμού σας.
    Γινήτε λίγοι.
    Πολύ λίγοι για να ‘στε ζωντανοί.»

    Κει που ’στε μαζεμένοι, η ανθρωπιά ντροπή.
    Και βάρβαρη η δική μου
    όταν μου λείπει η συφορά σας.
    Δε με χωρούν οι τόποι σας. Δεν ξέρω πού να ζήσω.

    Θεόδωρος Ντόρρος, «Στου γλιτωμού το χάζι», Α’ έκδοση, Παρίσι, 1930

    ***

    7. ΕΝΑ ΞΟΡΚΙ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΦΩΝΑΧΤΑ

    Στο μίσος μετέχω μπαίνοντας οπουδήποτε –
    στα πλοία στ’ αεροπλάνα στα καταστήματα.
    Στο μίσος μετέχω μπαίνοντας πριν απ’ όλα
    στα λεωφορεία.
    Φεύγετε να φεύγουμε
    φεύγετε ν’ αχρηστέψουμε τις πόλεις.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    ***

    8. ΦΩΝΑΣΚΙΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ

    Αυτός ο αγέρωχος Αύγουστος…
    Φρικώδης του μεγάλου θέρους αναφώνηση
    ο τέττιγας που γίνεται ελέφαντας κοινοτοπίας
    προβοσκίδα η υπνώττουσα σκιά μέσ’ στο χορτάρι
    τις νύχτες τρέχουν οι κομήτες που δεν είδαμε
    διάττοντες πότε-πότε χαλαλίζουν το φως από πλήξη
    κανένα σχίσμα δεν υπήρξε τρομερότερο -:
    είν’ ο άνθρωπος και η φύση.
    Ας αυτοσχεδιάζουμε ας πίνουμε καφέδες κάνοντας: Α!…

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    Η Φωνή – Domenica

    9. Φωνές

    Φωνές από την άλλη ζωή που υπήρξε
    που ίσως υπάρχει στ’ άδυτα της μνήμης
    και τώρα την ακούουν τα αισθήματα
    των ποιητών
    Έχει ξυπνήσει η χώρα
    κ’ έρχονται ιδού από τ’ αποδυτήρια του ύπνου
    συναγερμοί λαών θίασοι αλόγων
    καλπάζοντας με λάβαρα αφθαρσίας
    και στις επάλξεις αιωρούνται κήρυκες
    με τα μεταλλικά τους στόματα αναγγέλλοντας
    τους τοκετούς άλλης αυγής. Φυλάξου
    μην κλείσει η μυστική ρωγμή της μνήμης
    κ’ εσύ απομείνεις μόνος στις κερκίδες
    με τη σπασμένη σάλπιγγά σου
    Κάτι ξέρει
    η μυλόπετρα του ήλιου μες στο χάος
    κι οργίζεται πιο κόκκινη και ψάχνει
    κάτω απ’ τις ρίζες του καιρού μαζεύοντας
    στη φυλλωσιά της μέρας μ’ άγρια δάχτυλα
    σπόρους και καταιγίδες κι άλλες
    φωνές από τα κόκκαλα της ζωής μας

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ (Συλλογή Κυκλοδίωκτα, 1956)

    ***

    10. Χρειάζομαι χίλιες φωνές για να μ’
    ακούσουν χρειάζονται χίλια αυτιά
    για ν’ ακουστώ πλοία φυγαδεύουν
    τον ορίζοντα ζητάω ένα μονοπάτι
    στο δάσος ένα πέρασμα φωνής στο
    χαρτί μια σιωπή βαμμένη με τέχνη
    οι θόρυβοι με κατευθύνουν σε άλλα
    δωμάτια το φως λιγοστεύει η οθόνη
    θολώνει το τοπίο μιλάω με χίλιες
    φωνές αλλά κανείς δεν είναι εκεί
    έξω μόνο ένα αεράκι θαλασσινό
    μου κουνά το μαλλί. Και το πέτο
    («Αεράκι»)
    Ντίνος Σιώτης, Εκεί Έξω

    ***

    11. Η ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΑ ΥΠΟΓΕΙΑ ΔΩΜΑΤΙΑ

    Φτάνω στην κόλαση αναλφάβητος. Μαθαίνω
    τα βογγητά και τον ωμό τρόμο του ξένου.
    Ακούω τριγύρα αυτό μονάχα· να πεθαίνου-
    νε μ’ ένα «μάνα» στην ψυχή. Διαβαίνει τραίνο

    με μηχανοδηγό τυφλό που ’χει βοηθό του
    πανέμορφη, φρικτή την τύψη των ανθρώπων,
    στην μνήμη των καρφί καιρών, των ένδον τόπων.
    Του παντοδύναμου γαμώ το κέρατό του.

    Αίφνης, εδώ θα ψάλλουν δέντρα· ελάτια, πεύκα·
    κι εν τέλει εδώ θ’ ανθίση ρόδο η δικαιοσύνη·
    θα ’ρθη ο Θεός, κανέναν πλέον να μην κρίνη·
    και θα υψωθή στο φως, μια φουντωμένη λεύκα.

    Ουράνια λεύκα που εν τω βίω ποτέ δεν είδα,
    να με φέρη σ’ εσέ τερπνή, αληθής πατρίδα.

    ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ (1958-2005) (ΠΡΑΞΗ ΥΠΟΤΑΓΗΣ, 2000)

    ***

    12. Η ΦΩΝΗ

    Ἡ βρεφική μου κούνια ἦταν μὲ τὴ βιβλιοθήκη πλάτη —
    μιὰ σκοτεινὴ Βαβέλ: νουβέλες καὶ ἐπιστήμη· τίτλοι ἀθρόοι
    (ἑλληνικά, λατινικά) ἀπὸ στάχτη ἢ σκόνη βγάζαν κάτι
    καὶ μεῖγμα ἐκάναν. Μέτραγα δὲ μέτραγα ἕνα ἰνφόλιο μπόι.

    Καὶ δυὸ φωνὲς μοῦ μίλαγαν. Ἀκύμαντη, πανούργα ἡ μία
    ὅλο ἔλεγε: «Ἕνα κέικ εἶναι ἡ γῆ· καὶ ἡ γλύκα του δική σου.
    Ποὺ λὲς ἐγὼ μπορῶ (χωρὶς νὰ βρεῖ ἡ ἡδονή σου ἐσὲ ἡρεμία)
    νὰ σὲ γλυκαίνω καὶ ποτὲ νὰ μὴ σοῦ κόβεται ἡ ὄρεξή σου!»

    Μετὰ ἡ ἄλλη μοῦ ἔλεγε φωνή: «Ἔλα, στ᾽ ὄνειρο ταξίδι πᾶμε —
    πέρα ἀπὸ τὸ ἐφικτὸ καὶ πέρ᾽ ἀπ᾽ τὰ γνωστά μας, σὲ ἄλλα μέρη!»
    Κι ἐτραγουδοῦσε κάμε σὰν τὸν μπάτη στὸ γιαλὸ ἢ καὶ κάμε
    σὰν ἀερικὸ ποὺ κὰν δὲν ἤξερες ἐκεῖ τί τό ᾽χε φέρει·

    κι ἐνῶ μοῦ χἀιδευε τ᾽ ἀφτιά, μὲ κατατρόμαζε συνάμα.
    Τῆς εἶπα: «Ναί, ὦ γλυκιὰ φωνή, ναί!» Κι ἔκτοτε, ἀπ᾽ τὴ μέρα ἐκείνη,
    ἀλίμονο, κανεὶς τὴ θλίψη μου δὲν ξέρει, καὶ τί κλάμα
    τὴ μοίρα μου ποτίζει. Πίσω ἀπ᾽ τὸ ντεκὸρ ποὺ ἀνοιγοκλείνει,

    τῆς ἀχανοῦς ζωῆς, εἶδα στὸν πιὸ μαῦρο τῆς ἀβύσσου πάτο
    δυὸ κόσμους χωριστούς, ἀλλόκοτους — τὸ χάος τοὺς ἐξέρνα
    (καὶ τοὺς ξερνάει)· καὶ θύμα τῆς ὀξυδερκείας μου, ἀπὸ κάτω
    ἐδῶ τὰ φίδια τρέφω πού ᾽φερα καὶ μοῦ κεντοῦν τὴ φτέρνα.

    Κι ἀπ᾽ τὸν καιρὸν ἐκεῖνο βίον προφήτου διάγω: ζῶ μονήρης
    καὶ τρυφερὰ τοὺς ἐρημότοπους, τὴ θάλασσα ἀγαπάω·
    στὰ πένθη πάντοτε γελῶ, καὶ ὀδύρομαι στὶς πανηγύρεις·
    τοῦ πιὸ ξινοῦ οἴνου ὅτι εἶναι ἡ γεύση του ἀπαράμιλλη ἐκτιμάω.

    Τὰ γεγονότα ἂς εἶν᾽ πραγματικά — ἐγὼ τὰ ἐκλαμβάνω ὡς ψεύδη.
    Κοιτῶ τὸν οὐρανὸ, κι ἀπὸ τὴ μιὰ λακούβα πέφτω σὲ ἄλλη.
    Πλὴν μὲ παρηγορεῖ ἡ φωνή: «Ὄνειρο ἡ ζωὴ εἶναι καὶ καθεύδει!
    Μὰ φύλα τη! Οἱ σοφοὶ στὴν τρέλα μόνο βρίσκουν τέτοια κάλλη!»

    CHARLES BAUDELAIRE, Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

  6. ….Πλημμυρίδα ποιητικών «φωνών»!!!… Bravissima Aggeliki!!!

    -«La Voce Del Silenzio» (Η φωνή της σιωπής)

    -«Δεν με χωράει το σώμα μου. Θέλω να επεκταθώ, να φύγω. Ανοίγω τη βρύση. Τρέχει το νερό. Τρέχει η νύχτα. Σκύβω να πιω, να ξεχάσω. Κτυπάω πάνω στο πεθαμένο μου πρόσωπο. Ανάβει μια φωνή. Φωνή της σιωπής. Η ροή της μνήμης με τινάζει πίσω στο κορμί σου. Τώρα που γράφω το φεγγάρι χάνεται στα σκέλια σου και το χορτάρι ψηλώνει άγριο, κόκκινο, σαν φωτιά»…
    (Γιάννης Κοντός)

    -«Μ’ αρέσει άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
    κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
    η φωνή μου εμένα δε σε φτάνει….»
    (Πάμπλο Νερούντα)

    -Νίκος Καρούζος, «ΤΑΥΤΟΦΩΝΙΑ»

    «Χρείες του κόσμου χρείες της ζωής τα κελαηδήματα.
    Κυνηγόσκυλο είν’ ο ήλιος ή μακελειό από υδρογόνο;
    Τρίτος στίχος δεν υπάρχει.»

    -Οκτάβιο Παζ, «Νυχτερινό»

    «Σκιά, τρεμάμενη σκιά των φωνών.
    Ο μαύρος ποταμός πνιγμένα μάρμαρα τραβάει.
    Για τον σφαγμένο αέρα τί να πω,
    για τα ορφανά φωνήεντα
    για τ’ όνειρο πώς να μιλήσω;

    Σκιά, τρεμάμενη σκιά των φωνών.
    Μαύρη σκάλα φλεγόμενα κρίνα.
    Πώς να τα πω τα ονόματα, τ’ αστέρια
    τ’ άσπρα πουλιά των νυχτερινών πιάνων
    και το στιλέτο της σιωπής;

    Σκιά, τρεμάμενη σκιά των φωνών.
    Αγάλματα στο φεγγάρι λιπόθυμα.
    Πώς να πω, καμέλια,
    ελάχιστο λουλούδι μέσα στα λουλούδια,
    πώς να πω για τη λευκή σου γεωμετρία;

    Όνειρο,
    πώς να μιλήσω τη σιωπή σου με φωνές;»

    (Από το βιβλίο: Οκτάβιο Παζ, «Η πέτρα του ήλιου και άλλα ποιήματα», μετάφραση: Τάσος Δενέγρης, Ίκαρος)

    -Μαρία Ηλιάδη, «Η φωνή της θάλασσας»

    «Επιθυνία του ταξιδιού, πέρα, μακριά από δω… σφηνώνεσαι βαθιά και με τρομάζεις… Κρύψου απ’ τα βέλη των ανέμων του κακού και, όταν μυστικά σου ψιθυρίσω, ζήσε. Ζωντάνεψε λιακάδες στα κοχύλια απ’ την άκρη του βυθού και άρμενα γερά του ζηλευτού καλοκαιριού… αρμάτωσε… Σκύψε και φύσα στα κουπιά πνοή θεϊκή, ακαιρία Μάζεψε, εκεί, τα δίχτυα των ψαράδων που κουράστηκαν και γύρε στην καρδιά μου αναπαμένη… Κι αν θα πιαστείς φυλακισμένη, ελεεινή από κουρσάρους που ποτέ σου δεν ξανάδες, να μην τρομάξεις και ντραπείς καθόλου, σ’ αυτό τον κόσμο τον μικρό είναι επιβεβλημένο καθώς και φυσικό οι επιθυμίες οι βαθιές να ξεριζώνονται Έτσι κι εσύ, σαν τον καλό υποκριτή, προσποιήσου πως, πια, είσαι πεθαμένη. Σαν τους κουρσάρους πείσεις για το θάνατό σου, καθόλου μην ανησυχείς για τη ζωή σου. Συνέχισε να ζεις παντοτινά ενάντια στους ανέμους Συνέχισε να ταξιδεύεις στην άμμο και στη θάλασσα Σκύψε και μίλησε με την ανάσα της Σκύψε και νιώσε τη γαλήνη της Πλησίασε κι αφουγκράσου τη βοή της…»
    (Πηγή: http://www.slideshare.net/ellixosgr/ss-41474875)

  7. 1. ΦΩΝΕΣ

    Μιλώ συχνά για τις ρωγμές των λέξεων.
    Για τη φτερούγα του πουλιού που σκιάζει
    το μισό μου πρόσωπο. Για τις φωνές
    που πέφτουνε τη νύχτα
    μαζί με τη βροχή.

    Λένε πως τέλειωσε η αιματοχυσία
    όμως ο έρωτας
    είναι μια δύσκολη υπόθεση.

    Με τέτοιες συνθήκες
    καλύτερα να θάβεις το πουλί
    και να βαλσαμώνεις τη σκιά του.

    ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ (1929-1999)

    ***

    2. ομίχλη από φωνές

    υγρή θανάσιμη
    με πλησιάζει
    μια ομίχλη από φωνές
    χρόνια να με καταδιώκει
    ενώ σχηματίζεται
    ηλεκτρική
    θα την αφήσω
    να διαπεράσει
    το μηδέν μου
    φτάνει
    μέσα της
    να σε βρω

    Σπύρος Κατηφόρης
    από τη συλλογή Ομίχλη από φωνές, 2014

    ***

    3. Μη φωνάζετε πια

    Σταματήστε να σκοτώνετε τους νεκρούς,
    Μη φωνάζετε πια, μη φωνάζετε
    Εάν θέλετε να τους αφουγκράζεστε ακόμα,
    Εάν ελπίζετε πως δεν θα χαθούν.
    Οι νεκροί ανεπαίσθητα ψιθυρίζουν,
    Δεν κάνουν περισσότερο θόρυβο
    Απ’ όσο το χορτάρι που μεγαλώνει
    Ευτυχισμένο εκεί που δεν περνά ο άνθρωπος.

    [Τζουζέπε Ουνγκαρέτι, Σπουδή θανάτου, μετάφραση: Σωτήρης Τριβιζάς, εκδόσεις Καστανιώτη 1998]

    ***

    4. ΦΩΝΕΣ

    Φωνές παλιές αόριστες ακούγονται
    Ενώ εικόνες βουλιαγμένες στην παραίσθηση
    Ξεθαμπώνουν και ανέρχονται
    Ιδού το τρένο σταματημένο για πάντα
    Στη μέση του πλημμυρισμένου κάμπου
    Κανείς δεν κατέβηκε για σένα
    Τα νούφαρα ματαίως ανθίσαν στη λίμνη
    Κι εσύ βιάζεσαι
    Όμως το τρένο
    Δεν πρόκειται ν’ αναχωρήσει ποτέ ξανά
    Θα μείνει εκεί καρφωμένο στη μνήμη
    Με τα νούφαρα και τα θολά νερά
    Και με τις πένθιμες λεύκες να σείονται
    Στην άκρη του δρόμου

    HΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

    ***

    5. Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ

    Γεννήθηκα μια νύχτα καλοκαιρινή
    σε δύο παύσεις ανάμεσα. Μίλα μου: σε ακούω.
    Γεννήθηκα. Πού νά ’βλεπες τί αγωνία
    απεικάζει το φεγγάρι και χωρίς καν να προσπαθήσει.
    Γεννήθηκα. Η ευτυχία ήταν τ’ όνομά σου.
    Κάτω από μια λάμψη ελπίδα, ένα πουλί
    Να φτάσω, έφτασα. Η θάλασσα ήτανε παλμός,
    η παλάμη κάποιου χεριού, ένα χλιαρό μετάλλιο.

    Οπότε δεν αποκλείεται πλέον να υπάρχουν
    τα φώτα, οι θωπείες, το δέρμα, ο ορίζοντας,
    αυτό το να λέω λόγια δίχως λόγο ή νόημα
    που κυκλώνουν σαν αφτιά, κοχύλια,
    σαν λοβός ανοιχτός που ξημερώνει
    (άκου, άκου) μέσ’ απ’το φως το χιλιοτσαλαπατημένο.

    VICENTE ALEIXANDRE, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

    ***

    6. Η ΦΩΝΗ ΣΟΥ

    Στήνοντας καρτέρι στη γραφή μου
    τραγουδάς στο ποίημα μου.
    Όμηρος της γλυκιάς φωνής σου
    της πετρωμένης μεσʼ στη μνήμη μου.
    Πουλί πιασμένο στη φυγή του.
    Αέρας διαστιγμένος από έναν απόντα.
    Ρολόι που πάλλει μαζί μου
    για να μην ποτέ ξυπνήσει.

    Alejandra Pizarnik – τα Έργα και οι Νύχτες (μτφ: Βασίλης Λαλιώτης)

    ***

    7. Η φωνή μου

    Απόδειξη πως η συνάντησή μας δεν ήταν τυχαία
    είναι η λάμψη που έχουν οι φτερούγες σας.
    Μη μου πείτε πως είναι από φυσικού τους
    έτσι λαμπερές.
    Ούτε με σαπούνι των αγρίων να τις πλύνατε.
    Οι δικές μου δεν θα σας αρέσουν. Κι ας μου κόστισαν
    ένα σωρό λεφτά. Μόνο για την προκαταβολή
    μου έφυγαν ήδη τρεις μισθοί. Κι όλ’ αυτά
    για μια περαστική έκπληξη χωρίς διάρκεια.

    Θα ‘μαστε καλύτεροι με τα καθημερινά μας ρούχα.
    Το ανάστημά σας, βέβαια, είναι κανονικότερο
    από το δικό μου, όμως έχω κι εγώ κάτι,
    έναν τρόπο στην ομιλία, μια ζέστα στη φωνή.
    Το προσέξατε; Η φωνή μου είναι χυμός
    που διασχίζει το βάθος της ρίζας.
    Μπορεί να σας μιλήσει για τρυφερά νησιά,
    για τα δόντια των ελεφάντων, για την αγωνία,
    τα μύρα της Σαλώμης, τον αναχωρητή στον γκρεμό.

    Η φωνή μου πήρε κάποτε μια πρόγευση
    από το ποτήρι της Παντοδυναμίας. Έχετε κι εσείς φωνή.
    Μα δεν μπορεί να πάει πέρα απ’ την ενέδρα.
    Αν θελήσω, μπορώ να την εξουδετερώσω
    μ’ έναν στρόβιλο από φώτα κι αλυσίδες,
    ψιθύρους δράκων και πουλιών. Η φωνή σας
    ξέρει μόνο να χαϊδεύει με το χνούδι της κολακείας.

    Η δική μου —συχωρέστε μου την καύχηση—
    με δυσνόητα οράματα· διαπερνά τον κίνδυνο
    και τρυφερεύει μόνο σε στιγμές αποχαιρετισμού.

    —Ματθαίος Μουντές—Η αντοχή των υλικών (Καστανιώτης, β έκδοση, 1983

    ***

    8. Η Φωνή

    Γυναίκα που τόσο λείπεις, πώς με καλείς, κάλεσε με,
    Λέγοντας πως τώρα δεν είσαι όπως ήσουν
    Όταν είχες αλλάξει από εκείνη που ήταν τα πάντα για εμένα
    Μα κυρίως, όταν η μέρα μας ήταν ξάστερη.

    Είναι δυνατόν να`σαι εσύ που ακούω; Επίτρεψε μου να σε δω, τότε,
    Να στέκεσαι όπως όταν πλησίαζα στην πόλη
    Όπου θα περίμενες για εμένα: ναι, όπως σε ήξερα τότε,
    Ακόμη με το πρωτότυπο μπλε του αέρα φόρεμα!

    Ή είναι μονάχα το αεράκι, στη νωθρότητα του
    Ταξιδεύοντας διαμέσου του υγρού λιβαδιού εδώ σε`μένα,
    Εσύ παντοτινά διαλυμένη στη χλωμή παραμέληση
    Που θα δε ακουστεί ποτέ ξανά από μακριά ή κοντά;

    Έτσι εγώ: παραπαίω προς τα εμπρός
    Φύλλα γύρω μου πέφτουν
    Ο άνεμος διαρρέει ισχνός μέσα από το αγκάθι από το βορρά
    Και η γυναίκα καλεί.

    TOMAΣ ΧΑΡΝΤΥ [Μετάφραση : Στέλλα Σκοπελίτου]

    ***

    9. ΣΤΙΓΜΑΤΑ ΦΩΝΗΣ

    Τούτα είναι τα αρχαία εργαλεία:
    η υπομονή, διστακτική και ορυκτή
    σαν το κρανίο μου
    που τώρα βαστάω στην παλάμη του χεριού μου,
    το μολύβι και το χαρτί που ήταν δέντρο
    και ακόμη διατηρούν
    κάθετη κλίση του κορμού το ένα
    και τη φρεσκάδα του χυμού, το άλλο
    το εκτυφλωτικό λευκό του θέρους
    στον ασβέστη των σπιτιών του χωριού μου,
    στις ξερές προσευχές των κλαριών.

    Τούτα είναι τα φοβερά εργαλεία:
    τα πανιά των ρημάτων, η μνήμη
    και το τραπέζι αυτό που ’ναι πλοίο, φωλιά, μητέρα
    που στο στήθος της κοιμούνται
    το μολύβι και το χαρτί, το βυθισμένο χωριό
    και το μελάνι, αίμα θαλάσσιων ζώων.

    Τούτα είναι τα απλά εργαλεία
    και αυτός ο φανταστικός άνεμος:
    η δειλή καταιγίδα μιας πνοής
    και οι λέξεις, στίγματα
    φωνής πάνω στο χαρτί,
    φάροι φωνής στο μέσον του ωκεανού

    Χουάν Βιθέντε Πικέρας Juan Vicente Piqueras, “Ιστορία της δίψας” “Historia de la sed”, μετ:Κώστας Βραχνός

    ***

    10. ΦΩΝΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

    Στο κοίλωμα του χρόνου μια σπονδή
    Και πέρασε η ώρα που περνάει
    Κι όμως το βράδυ και το γέλιο σου κι αυτή η φωνή
    Που πάει τόσο βαθειά μας και μαδάει
    Δεν πέρασε στην ώρα που περνάει.

    Και ο πόθος μας, χωρίς κανένας δισταγμός
    Καθόλου να παρεμποδίζη
    Έστω και τόσο δα την ηδονή
    Που σφύζει μέσα μας ξανά και πλημμυρίζει
    Σαν στρόβιλος του βαλς που πάλι ανθεί
    Και σε σαλόνι πλήρες κόσμου φτερουγίζει
    Θα την γεννήση πάλι την φωνή
    Που πάει τόσο βαθειά μας και μαδάει

    Κ’ έτσι σαν πράγματα που λαχταρούν πολύ
    Και τούτες οι σταγόνες πια να πέσουν
    Κ’ αίφνης πηδούν και πέφτουνε βροχή –
    Στο κοίλωμα του χρόνου μια σπονδή
    Πέφτουν και πέσανε κι ωστόσο θα μας μείνουν.

    Και τίποτε δεν μας αφήνει πια
    Χωρίς αυτές την νέα στιγμή που ζούμε να την ζούμε.

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ
    Από το βιβλίο: Ανδρέας Εμπειρίκος, «1934, Προϊστορία ή Καταγωγή», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2014, σελ. 117.

    ***

    11. στερνή φωνή

    Είναι πολλές της ζωής οι μονές
    κι οι θάνατοι πολλοί.
    Ένα χέρι φυτεύει το δέντρο
    ένα χέρι το ορίζει.
    Δίνει τον ήσκιο του
    παρηγοριά των αποσταμένων.
    Καρπίζει και φυλλώνει
    ο μόχθος να πλερωθεί.
    Μιας γενιάς θα γίνει το δέντρο της ζωής
    μιας πολιτείας το σύνορο.

    Είναι πολλές της ζωής οι μονές
    κι οι θάνατοι πολλοί.
    Ένας χειμώνας
    που δεν ξυπνάει του Μάρτη το πρωινό
    ένα τσεκούρι ανελέητο,
    η φωτιά.
    Στη ζωή και στο θάνατο
    ωραίο, ανθρώπινο, αγαθό.
    Όπως ζει κανείς, πεθαίνει.

    Έτσι ο θάνατος έρχεται νωρίτερα
    για το πουλί που δεν κελαηδεί
    για το μύλο που δεν γυρίζει
    για το στάχυ που δεν καρπίζει
    για το μαχαίρι που στομώνει
    για το σουραύλι που σιωπά.

    Μην αρνηθούμε τούτο το αγαθό
    πούχει δέσει κόμπο την καρδιά του ανθρώπου
    για να χτυπάει
    για κάποιο στη ζωή σκοπό.
    Αυτόν τον άνθρωπο, ήθελα να πω,
    αν δεν του απλώσουμε τα φτερά
    αν του μαγκώσουμε τη φτερωτή
    αν του σπάσουμε τις χορδές
    τον σκοτώνουμε.

    Ζεις, για να θέλεις και να μπορείς.
    Ζεις, όσο θέλεις και μπορείς.

    Πάτρα,
    Νοέμβριος 1967, Ιούνιος 1968.
    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΒΒΟΥΡΑΣ

  8. Ciao Aggeliki!!!…

    -Τίτος Πατρίκιος, «φωνές»

    «Αυτές τις άγριες, υμνητικές φωνές
    μην τις πολυεμπιστεύεσαι. Ίσως να υπάρχει
    κάτι σκάρτο που θέλουνε να κρύψουν.
    Κάποια υστεροβουλία αυτοδικαίωσης.

    Κι ολότελα μη δυσπιστείς σ’ εκείνες
    που ξετυλίγουν τους σαπισμένους επιδέσμους τους.
    Πάντα χρειάζεται μια δύναμη
    για να μπορείς να δείχνεις τις πληγές σου.»
    (Τίτος Πατρίκιος, Ποιήματα, II, Κέδρος)

    -Λευτέρης Πούλιος, [Η φωνή]

    «Η φωνή μου επιζεί
    ψέλνοντας απ’ το κρανίο.
    Οι συγχορδίες της άρπας μου
    ας δονήσουν καρδιές,
    οι στίχοι μου με όρθιο το φαλλό τους
    ας διαπεράσουν το Γιν
    και τις συνειδήσεις.»
    (Λευτέρης Πούλιος, Το θεώρημα, Κέδρος)

    *Κι ένα ακόμα του Γιάννη Δάλλα…

    -Γιάννης Δάλλας, «Φωνές»

    «Από πάχνη κοριτσιού είναι το σύννεφο
    και μη σκιαχτείς που ακούς φωνές

    θα ‘ναι της ρόγας σταφυλιού που τη βατεύει
    ο ήλιος
    κι από το μπλάβο σύκο που λιγώθηκε
    (λόγω που τζίτζικας κι άι οι τρίλιες του)
    Και στάζει μέλι

    Κι από της σαύρας θα ‘ναι το ανασήκωμα
    Στα μπροστινά της
    (λόγω που πάνω σε ύφαλο το πέλαγο
    Απ’ ανοιχτά κάνει σινιάλα στο λιοπύρι)
    Κι από το φιλιατρό κι από το άνεργο μαγκάνι θα ‘ναι
    Κι απ’ το στεγνό σχοινί
    Που τρελαμένες για σταλιά νερό γυροπετούνε οι σφήκες
    Κι από το σάλτο ρετσινιού που ‘δωσε μια
    Και να πήρεν φωτιά ο πεύκος

    Κι όι όι
    Από ηδύ χειλόφωνο ανάμεσα μηρών κι από την
    Κάψα κοριτσιού
    Είναι που κίνησε το σύννεφο
    Και πάει σορόκο λεβάντε.»
    ΙΓιάννης Δάλλας, περ. Φωνές ’94, Πρόσπερος)

  9. 1. Αφωνία φωνηέντων

    Δεν έχει λόγο να ειπωθείς
    να εγγραφείς δεν έχει χώρα

    όνομα δίχως στην ευρεία αγορά
    δίποδο φως πάτησες τον αχινό της ζωής
    και τρέμουν οι σαράντα πέντε δρόμοι

    μην πεις
    μακράν
    τα φωνήεντα του αύριο δεν περιέχουν ίχνος γέλωτα
    άλλοι μας πήρανε
    την πόρτα
    τη φωτιά
    το τζάκι των ματιών ορυμαγδός

    γελάνε τώρα πίσω απ’ τις υπογραφές των προπωλήσεων
    ψιλά γράμματα
    δες τα ονομαστικά κτίρια
    στις προσόψεις καθρέφτες
    την εξοστρακισμένη μας εικόνα

    μα πού ήμασταν
    πού ήσουν την ώρα της μελάνης

    Σωκράτης Ξένος -Από τη συλλογή Σημύδες (2007)

    ***

    2. ΑΦΩΝΙΑ

    Κι εμείς προτιμήσαμε την φυγή σ’ έναν κόσμο
    σημαινόμενο
    εχθρικό προς το συναίσθημα
    κρατηθήκαμε από τον φόβο
    για ν’ αποφύγουμε την ζωή—
    καταπνίξαμε εν τη γενέσει το συναίσθημα
    γιατί δεν μας δόθηκε φωνή
    δεν μοιραστήκαμε την εμπειρία—

    κι αν διεκδικούμε την φωνή
    με μια φωνή δίχως ηχώ
    κι αναζητούμε την αλήθεια
    με πάθος κρυφό για την ζωή
    είναι η ενδόμυχη ανάγκη μας να κοινωνήσουμε
    να ξαναγράψουμε την ιστορία όπως εμείς την ζήσαμε
    υπερασπίζοντας το δικαίωμα δίχως ντροπή
    κι ίσως βαθύτερα ακόμη
    ν’ απαλύνουμε τον πόνο

    κι εμείς μεγαλώσαμε φυλακισμένοι
    σε προσωπεία θανάτου εικονικά
    αναζητώντας τον κοινό ευάλωτο εαυτό
    χαθήκαμε στο όνειρο
    κι ο χρόνος φέγγει βάναυσος μες στην ψυχή
    ρημάζει αδυσώπητα τα τείχη της
    σαν το παιδί που παίζει με τα κύματα
    με βήματα αργά και σταθερά
    περπατάμε προς την δική μας άβυσσο

    ομορφιά που πληγώνεις
    τόσοι σ’ αγάπησαν κανείς δεν σε είδε

    Φαίδρα Μαγκριώτη, Ίσως ένα όνειρο

    ***

    3. ΛΥΚΟΙ ΕΝ ΑΦΩΝΙΑ

    Στον Οδυσσέα Ελύτη

    Τι να τον κάνω τόσο ήλιο

    ταξίδι, ανθρωπιά, τροφή;

    Να δέσω χρυσαχτίδες για λουριά
    στα τέσσερα σημεία του σύννεφου
    να ταξιδέψω μ’ αερόστατο
    που πλένει και φωτίζει;

    Να σηκώσω καταμεσήμερο
    το κεφάλι μου
    τσουρουφλίζοντας στο πρόσωπό μου
    τα βλέμματά μου που απέστρεψα;

    Να βουτήξω στο μάγμα
    τη βέργα του μελισσοκόμου
    να δω με πόση υπομονή
    επιστρέφει η ουσία στο νόημα;

    Φεγγάρι θα τον πω τον ήλιο
    να ’χω απ’ το πρωί πανσέληνο
    κι οι λύκοι ν’ αποσβολώνονται
    ανωθρώσκοντες εν αφωνία.

    ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ

  10. Η φωνή (μας)

    Για χρόνια δεν ήμουν ικανός να χάσω τίποτα.
    Ούτε καν τα κλειδιά μου.
    Ούτε και την αυτοκυριαρχία μου.
    Και φυσικά ούτε τη φωνή μου.
    Ούτε μια φορά στη ζωή μου δεν βράχνιασα.
    Ήμουν ο άνθρωπος που ποτέ δεν έχασε τίποτα.
    Όχι πια.

    Τώρα έχω αρχίσει να καταλαβαίνω:
    Όσο χάνω πράγματα, τόσο θα τη βρίσκω.
    Μιλώ για τη φωνή μου.
    Δεν ξέρω αν το αντιλήφθηκε κανείς.

    Εδώ και δύο ολόκληρα χρόνια, δεν μπορούσα να μιλήσω, πλήρης αλαλία.
    Είχα χάσει τη φωνή μου.
    Ξεκίνησε απολύτως ξαφνικά ένα πρωί.
    Κι είχα πάντα μια ωραία φωνή, μπάσα, δυνατή.
    Μια ωραία αντρική φωνή, πραγματικά αντρική.

    Συνέβη πρόπερσι:
    Είχα πάει να νίψω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη του μπάνιου,
    μετά από έναν βραδινό ύπνο επιβαρυμένο με όνειρα
    ούτε λίγα ούτε ευχάριστα.
    Το νερό της βρύσης έτρεχε ορμητικό,
    έριξα επάνω μου αρκετό για να συνέλθω.
    Δοκίμασα να τραβήξω την οδοντόβουρτσα από το ποτήρι,
    όπου συνήθως την αφήνω,
    το ποτήρι πέφτει και σπάει.
    «Τι στο διάολο, πρωί πρωί»:
    αυτή τη δύσθυμη φράση σχημάτισε το στόμα μου,
    αλλά ούτε ο παραμικρός ήχος,
    καμιά φωνή δεν βγήκε μέσα απ’ το λαρύγγι μου.
    Δοκίμασα ξανά.
    Τίποτα.

    Η πλήρης αφωνία μου κράτησε για δύο πλήρη χρόνια.
    Δεν ανησύχησα πολύ.
    Μόνο εξόρισα τον εαυτό μου από τις κοινωνικές συναναστροφές.
    (Δεν ήθελα κάποιος να καταλάβει και να με λυπηθεί.)
    Ώσπου πριν μια εβδομάδα ακριβώς,
    η φωνή μου, ξαφνικά εντελώς,
    σαν να επανήλθε.
    Σχεδόν φυσιολογική, σχεδόν.

    Ηχεί βέβαια λίγο διαφορετικά πια.
    Πιο ψιλή, μακρόσυρτη, κάποιες στιγμές θαμπή.
    Μοιάζει με τη φωνή μιας μεγάλης γυναίκας ή ενός κοντράλτο αγοριού.
    Είναι κάπως ασταθής και αβέβαιη,
    και τρέμω μην χάσω και αυτή
    (είναι η μόνη που έχω – καλή, κακή, δεν έχει σημασία).

    Γι’ αυτό φροντίζω πλέον να χάνω πράγματα διαρκώς.
    Το έχω αντιληφθεί:
    Όσο χάνω πράγματα, τόσο σταθεροποιώ και κερδίζω αυτή τη νέα φωνή.
    (Αφού δεν είμαι και καθόλου σίγουρος πως χρειάζομαι πίσω την παλιά.
    Το αντίθετο θα έλεγα, το αντίθετο.)

    Λίγο πριν λήξει η πλήρης μου αφωνία,
    είχα κάνει ήδη μερικές κινήσεις προς μια νέα αρχή:
    Είχα προλάβει να χάσω το λεωφορείο.
    Μετά το αγαπημένο μου βιβλίο (πού πήγε;).
    Αμέσως μετά τον αγαπημένο μου άνθρωπο (με άφησε).
    Αργότερα, τα χρήματά μου (τι θ’ απογίνω;)
    Ύστερα, τις περισσότερες βεβαιότητές μου (δεν είχα και πολλές).

    Σήμερα συνεχίζω τις ευεργετικές απώλειες:
    Μόλις έχασα τα κλειδιά μου,
    και είμαι ακόμη κλεισμένος έξω από το σπίτι μου.
    Μετά, έχασα τον προσανατολισμό μου.
    Ακόμη δεν έχω μπορέσει να βρω έναν κλειδαρά
    (πού είναι τα καταστήματά τους;
    Γιατί δεν βρίσκω πουθενά τα τηλέφωνά τους για να τους κουτσομιλήσω;
    Τόση δουλειά έχουν όλοι τους;
    Σήμερα βρήκαν να κλειδωθούν όλοι οι κάτοικοι έξω από τα σπίτια τους;
    Αυτό είναι κάπως εξωφρενικό).

    Σε λίγο, είμαι αποφασισμένος να χάσω και το τελευταίο:
    την αυτοκυριαρχία μου.
    Λέω να αρχίσω να φωνάζω δυνατά,
    ας το πω καλύτερα κραυγάζω,
    ας το πω καλύτερα ουρλιάζω,
    στη μέση αυτή του δρόμου.
    Όλοι θα βλέπουν έναν σαρανταδυάχρονο άντρα να φωνάζει,
    κραυγάζει, ουρλιάζει με μία ψιλή,
    μακρόσυρτη, αλλόκοτη φωνή
    το κείμενο ακριβώς αυτό, ολόκληρο.
    Ναι, τώρα, στη μέση μιας πλατείας.

    Έχω, δε, τη βάσιμη υποψία πως όταν κατορθώσω να χάσω τελείως και τον εαυτό μου,
    θα έχω για πάντα ωφεληθεί.
    Όλοι μου οι στόχοι στο εξής συγκλίνουν προς την κατεύθυνση αυτή:
    πρέπει να χάσω τον εαυτό μου.
    Πρέπει επειγόντως να χάσω τον εαυτό μου
    για να σταθεροποιηθεί μέσα μου αυτή η καινούρια μου φωνή.

    Βρίσκομαι στη μέση της πλατείας.
    Όλοι βλέπουν έναν σαρανταδυάχρονο άντρα που φωνάζει,
    κραυγάζει, ουρλιάζει
    με τη νέα ψιλή, μακρόσυρτη,
    αλλόκοτη φωνή του.
    Κραυγάζω και ουρλιάζω το κείμενο αυτό.

    Από το λογύδριό μου, έχω εξορίσει τα σύμφωνα,
    για να κυλά καλύτερα το κείμενό μου,
    για να μπορεί να κυλάει σαν υδράργυρος το κείμενό μου.
    Μόνο τις κραυγές των φωνηέντων έχω κρατήσει.
    Έτσι, ό, τι ακούτε από το κείμενο αυτό ηχεί, νομίζω, τώρα ως εξής: αααααααααααααααααααεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεειιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιοοοοοοοοοοοοο.

    Γύρω, όλοι στέκουν και με κοιτούν.
    Κανείς δεν με αναγνωρίζει.
    Ούτε κι εγώ αναγνωρίζω τον εαυτό μου.
    Αλλά κι εσείς –σας βλέπω– δεν αναγνωρίζετε.
    Τον δικό σας.
    Και ευτυχώς.
    Η εξέλιξη αυτή μου φαίνεται πραγματικά ευχάριστη.
    Νομίζω τώρα πως το πρώτο στάδιο της διαδικασίας ολοκληρώθηκε.

    Βασίλης Αμανατίδης

  11. Grazie mille, Aggeliki!!!!…

    -Τσέζαρε Παβέζε, «Η φωνή»

    «Μέρα με τη μέρα η σιωπή της μοναχικής κάμαρας
    κλείνεται στον ελαφρύ παφλασμό κάθε χειρονομίας
    όπως ο άνεμος. Μέρα με τη μέρα το μικρό παράθυρο
    ανοίγει ακίνητο στον άνεμο που σωπαίνει. Η βραχνή
    και γλυκιά φωνή δεν επιστρέφει στη δροσερή σιωπή.

    Ανοίγει όπως η ανάσα κάποιου που πάει να μιλήσει
    ο ακίνητος αέρας και σωπαίνει. Κάθε μέρα είναι ο ίδιος.
    Και η φωνή είναι η ίδια, που δεν σπάει τη σιωπή,
    βραχνή και ίδια για πάντα στην ακινησία
    της ανάμνησης. Το λευκό παράθυρο συντροφεύει
    με το σύντομο καρδιοχτύπι του τη γαλήνη του τότε.

    Κάθε χειρονομία σκοτώνει τη γαλήνη του τότε.
    Εάν ακουγόταν η φωνή, θα επέστρεφε ο πόνος.
    Θα επέστρεφαν οι χειρονομίες στον τρομαγμένο αέρα
    και λόγια- λόγια στη σιγανή φωνή.
    Εάν ακουγόταν η φωνή και το σύντομο καρδιοχτύπι
    της σιωπής που διαρκεί θα γινόταν πόνος.

    Θα επέστρεφαν οι χειρονομίες του ανώφελου πόνου,
    χτυπώντας τα πράγματα στη βουή του χρόνου.
    Όμως η φωνή δεν επιστρέφει, κι ο μακρινός ψίθυρος
    δεν ρυτιδώνει τη θύμηση. Το ασάλευτο φως
    δίνει το δικό του δροσερό καρδιοχτύπι. Η σιωπή σωπαίνει
    για πάντα, βραχνή και αδύνατη στην ανάμνηση του τότε.»
    (Τσέζαρε Παβέζε, Τα ποιήματα, εκδ. PRINTA)

    -Υβ Μπονφουά, «Μια φωνή»

    «Συντηρούσα μια φωτιά στην πιο απλή νύχτα,
    Δαπανούσα σύμφωνα με τη φωτιά λέξεις καθάριες πια,
    Αγρυπνούσα, Πάρκο φωτεινό κι από ένα σκοτεινό Πάρκο
    Η κόρη λιγότερο ανήσυχη στο ακρογιάλι των τοίχων.
    Είχα λίγο καιρό για να εννοήσω και να υπάρξω.
    Ήμουν η σκιά, μου άρεσε να φυλάγω το κατάλυμα,
    Και περίμενα, ήμου η υπομονή των αιθουσών,
    Ήξερα πως η φωτιά μάταια δεν έκαιγε…»
    (Ξένη ποίηση 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

    -Θανάσης Κιτσόπουλος, [Μόνο η άλλη φωνή]

    «Μόνο η άλλη φωνή
    στην ουρά του ανέμου
    θα σπάσει τον κώδικα της σιωπής τον όρκο.
    Και θα χυθεί λυτρωτικά στο ρεύμα της γραφής
    εκεί όπου φυλάσσονται τα παροξύτονα
    τα ονόματα και τα όνειρα
    εκεί θα βαπτιστούν οι απόκληροι
    θ’ αναλάμψει ο αόρατος εαυτός των καταφρονεμένων
    θα λυθούν τα ξόρκια και θ’ αρχίσει
    η ανάβαση στη στριφτή σιδερένια σκάλα
    όπου άλλοτε δροσερά κορίτσια με ανάλαφρα φορέματα
    στροβιλίζονταν αψηφώντας τον ίλιγγο
    ως πάνω ψηλά στο ξέφωτο.»
    (Τα ποιήματα του 2010, εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: