Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (143ο): «Γειτονιά»…

 

-«Βγαίναν οι γείτονες και μας φώναζαν. Ο αστυφύλακας (ο ίδιος πάντα) περνούσε και μας έπαιρνε το τόπι που ‘χαμε κάμει με πανιά. Τώρα δεν παίζουνε παιδιά.»
(Χρίστος Λάσκαρης)

 

 

-«Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.»

(Κ. Π. Καβάφης)

 

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Ἄ, ἐκεῖνο τὸ γειτονικὸ κορίτσι…»

–     « Ἄ, ἐκεῖνο τὸ γειτονικό κορίτσι, μὲ τὸ τσίτινο φόρεμα, / μὲ τὰ σκληρά χέρια τῆς δουλειᾶς, μὲ τὸ φρέσκο χορτάρι στὰ μαλλιά της, / μὲ τὴ μυρωδιά τοῦ πρωινοῦ σαπουνιοῦ στὸ βῆμα της!..

– – – -Εἶχε δυὸ πρώιμες ἀνθισμένες πασχαλιές μὲς στὴν ὑπομονή της, / εἶχε ἕνα χνοῦδι μάνας στὴν ἁφή της!..»

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Πολιορκημένη γειτονιὰ»

«Τὰ ροῦχα τ’ ἁπλωμένα στὸ σύρμα / εἶναι οἱ βασανισμένες σημαῖες τῆς ζωῆς. Ὅταν ἔχῃ λιακάδα / λάμπουν τὰ χρώματα νωπά, καὶ τὰ τίμια μπαλώ­ματα / στοὺς ἀγκῶνες καὶ στὰ γόνατα, στὶς φανέλλες, στὰ σώβρακα: / σὰ φρε­σκοβαμμένοι φεγγίτες! Ἄν κοιτάξῃς μέσα / ὅλα συγυρισμένα καὶ παστρικά / καρτερικά καὶ δυνατά – ἡ γειτονιά μας ταξιδεύει / μὲ τ’ ἁπλωμένα της ροῦχα στὴ λιακάδα / σὰ σημαιοστόλιστο καράβι τὸ Δεκαπενταύγουστο γιὰ τὴν Τῆνο!

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ»

(απόσπασμα)

«Τούτο το καλοκαίρι, σαν και πέρσι μας ήρθε θυμωμένο.
Είναι βαρύ το σακκί του ήλιου στην πληγιασμένη ράχη.
Κι οι καρποί μες απ’ τα φύλλα δείχνουν σφιγμένες τις γροθιές τους.
Δεν ξέρεις καν τι μήνας είναι.
Κανένας δεν όργωσε φέτος, κανένας δεν έσπειρε.
Δεν ξέρεις καν τι καιρό κάνει.
Το καλοκαίρι έχει χάσει το δρόμο του ανάμεσα στους σκοτωμένους
κι οι Εποχές κάθονται αμίλητες μες στο βομβαρδισμένο δάσος.
Ένα αυτοκίνητο ανοιχτό στον πρωινό δρόμο.
Κουβαλάει στην πολιτεία κασόνια με σφαίρες.
Έστριψε. Χάθηκε στο σκονισμένο φως. Όχι, δεν ξέρεις…
Οι γειτονιές είναι λυπημένες.
Είναι γυμνές οι γειτονιές.
Τα σύννεφα κάθουνται σταυροπόδι πάνου στα σπίτια
και καπνίζουν τ’ αποτσίγαρα της ημέρας.
Το γιαουρτάδικο στη γωνιά.
Ανάβει ο πρώτος γλόμπος. Ένα παιδί κλαίει.
Το κλάμα του κρέμεται στο απόγευμα
σαν το κουρελιασμένο χαρταητό στα σύρματα του τηλέγραφου.
Κι οι μανάδες, πίσω απ’ τα τζάμια, συλλογιούνται, συλλογιούνται:
ένα σανιδένιο τραπέζι δίχως ψωμί,
τ’ άπλυτα ρούχα πεταμένα στην καρέκλα,
το στρογγυλό φεγγίτη της φοιτητικής σοφίτας με το σταχτί δειλινό φως
πούναι σα μια παλιά πλάκα γραμμόφωνου
μ’ ένα τραγούδι που δεν το τραγουδάει πια κανένας.
Όμορφο τραγουδάκι – το ξεχάσαμε –
Κάτι έλεγε γι’ αγάπη στην εξοχή,
για ένα σπιτάκι μες στα πεύκα,
ένας πράσινος πάγκος κι ο αποσπερίτης
φωτίζοντας δυο στόματα που φιλιούνται. […]

(Γ. Ρίτσο;, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

Μάνος Χατζιδάκις, [Αυτή η γειτονιά]

«Αυτή η γειτονιά είναι για όλους μας ένα κλουβί,

κανείς δε ζει αληθινά αυτό που θα θελε να ζει,

γιατί το όνειρο είναι μια στιγμή

κι όλες οι άλλες οι στιγμές απελπισία

μέσα σ αυτό το δρόμο γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε,

μαζί με μας και τα όνειρά μας, μαζί με μας και τα παιδιά μας.

Γι’ αυτό ένα πάρτι σ αυτό το δρόμο

είναι κάτι πιο λυπητερό κι από το θάνατο,

είναι ένα γραμμόφωνο που ολοένα ξεκουρδίζεται,

δυο ιδρωμένα χέρια στο άσπρο φόρεμα ενός κοριτσιού,

ένας σκύλος που απορεί,

ένα ποτήρι αδειανό στην άκρη της αυλής μου,

μια κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά της,

ένας κρυφός αναστεναγμός,

ένα αρπαχτικό βλέμμα θηρίου που δεν τολμάει να αγγίξει,

ένα κλουβί στην πόρτα σου με ένα πουλί που κοιμάται&

Γι’ αυτό ένα πάρτι στο δρόμο των Ονείρων

είναι στιγμή πιο θλιβερή κι απ’ τη στιγμή του ονείρου,

είναι ένα ξέφτισμα ζωής,

ένα παιχνίδι χάρτινο στα χέρια των αγγέλων.

Κοιτάχτε τούτο το κλουβί

είναι λιγάκι πιο μεγάλο από την καρδιά μου,

κι όμως δεν μπορεί να χωρέσει την αγάπη μου,

κοιτάχτε και τούτο το κορίτσι

θα του χαρίσω το κλουβί κι ένα τραγούδι θα μου πει&

για το πουλί που χάθηκε, για το πουλί που πια δε ζει.

Πάω να πω στον ουρανό, πάω να πω στο σύννεφο

Πάω να πω στον ουρανό, πάω να πω στο σύννεφο

Το πουλί δεν πιάνεται, το παιδί δε χάνεται

πάνω απ’ τον ουρανό

Το πουλί δεν πιάνεται, το παιδί δε χάνεται

πάνω απ’ τον ουρανό

Μέσα από τον άνεμο, άνθισε χρυσάνθεμο

Μέσα από τον άνεμο, άνθισε χρυσάνθεμο

Πέφτουν πέταλα στη γη, πάν’ να βρούνε το πουλί

σκοτωμένο που λαλεί

Πέφτουν πέταλα στη γη, πάν’ να βρούνε το πουλί

σκοτωμένο που λαλεί»

 

 

 

 

Κατερίνα Σημηντήρα, «Η παλιά γειτονιά»

Οι άντρες είχαν τη συνήθεια των εμπόρων της Krusheve
κοιμόταν τα βράδια με τα σκαρπίνια δεμένα κανονικά
Δίπλα στο κάδρο της δωδεκάχρονης πεθαμένης θείας
καρφωμένη η νυχτερίδα, σφαγμένη με χρυσό
Στο υπόγειο οι επτά μεταμορφώσεις του φιδιού
επιδείνωναν τους πυρετικούς σπασμούς
Πολλαπλές οι ιδιότητες του θείου, μα ανώφελες

Στην παλιά γειτονιά
στον κίτρινο αχυρώνα με τις ζωοτροφές
και στην αποθήκη με τους σπόρους
ανάμεσα σε χρωματιστά κουτιά με λιπάσματα
ο αέρας αναστέναζε μαι ίδρωνε τόσο πολύ, έσταζε
Απ’ τη μια μέρα στην άλλη
πέρασαν κι άλλα 160 χρόνια μοιραίας σιωπής

(από τη νέα της ποιητική συλλογή “δυτικά της Σαπφούς”)

 

 

 

 

 

-IVAN TEOFILOV, «ΟΡΤΑΜΕΖΑΡ1»
 
Η γειτονιά
με επαρχιώτικες αυλίτσες βυθισμένες στο πράσινο,
δίπλα στα ζεστά μποστάνια,
τα μαγγανοπήγαδα, τ’ αλογάκια τα περιστρεφόμενα,
με τα νυσταλέα βρώμικα δρομάκια – και
τη μαγεμένη
αυταρχική
εκκλησία.
Η γειτονιά με την τούρκικη καθημερινότητα και τη συναγωγή –
Η Παλαιστίνη θαυμαστή των Εβραίων
με μαγαζάκια,
που πωλούν:
τσίχλα,
ξηρούς καρπούς, ρεβίθια,
νεμπέτ-σεκέρ,
τριζάτες καραμέλες.
Η γειτονιά
με τον φόβο και τον πόνο,
όπου τη μέρα έλαμπαν αστέρια
(όπως στους βίους των αγίων)
στα πανωφόρια των φτωχών Εβραίων;
με τον πόλεμο ενάντια στις κάργες
με τους συναγερμούς των βομβαρδισμών και τα τούνελ,
με τα ορθάνοιχτα μάτια της παιδικής μου ηλικίας…
Πυροβόλησαν στα κεραμίδια του σπιτιού μας τον Σάμη
του μπάρμπα Ιάκω, τον αδερφό της Ρεββέκας και της Εσθήρ,
τις κοκκινομάλλες δίδυμες. Ύστερα
μάθαμε, ότι πήρε τ’ όνομα Άγγελος…
Και εκείνος ο αιματοβαμμένος και σιωπηλός άγγελος
κούρνιασε στη στέγη του σπιτιού μας. Η γιαγιά μου σταυροκοπιόταν.
Και’ γώ είδα να περνούν τις διασωθείσες από την εξόρμηση κάργες.  Έλαμπε ένα θεσπέσιο ηλιοβασίλεμα! Ο πατέρας μου ψιθύρισε: – Τι κρίμα! –     Μεσ’ το παράθυρο
της οικογένειας Ιακώβ έκαιγε λυχνία
μια λυχνία με επτά πολύχρωμα κεριά.
Ήταν Πάσχα.

(Ποιήματα, Μετάφραση: ΖΝΤΡΑΒΚΑ ΜΙΧΑΙΛΟΒΑ)

(Πηγή: http://www.poeticanet.gr/poiimata-a-302.html)

 

 

 

-Γιάννα Μπούκοβα, «Οι γείτονες»

Στην αρχή έρχονται για ένα φλιτζάνι ζάχαρη

για λίγο ξίδι

για ένα τίποτα

Κι εσύ με τους καλούς σου τρόπους

αφήνεις την κουζίνα σου να γεμίζει με κόσμο

και τις μέρες σου να μικραίνουν

λες κι άρχισε ξαφνικά ο χειμώνας

Αργότερα όλο το βράδυ

ακούς πίσω από τους τοίχους

τα υπόκωφα χτυπήματα των κορμιών

το γάβγισμα του σκύλου

το κουδούνισμα του τηλεφώνου

που κανένας δεν σηκώνει

Μια τέτοια νύχτα σού τελειώνουν τα τσιγάρα

περπατάς χιλιόμετρα μέσα στο δωμάτιο

και μετά μέσα στον ύπνο σου

(γιατί στο τέλος κοιμάσαι)

Το πρωί τους βλέπεις ξεκούραστους

ποτίζουν τα λουλούδια τους

σου γνέφουν με το χέρι

βγαίνουν έξω

ρίχνοντας μια σταυρωτή σκιά

όπως ο ποδοσφαιριστής

στο κέντρο του γηπέδου

(Πηγή: http://www.grreporter.info/gr/)

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (143ο): «Γειτονιά»…

  1. Ωραίος και πλήρης, Γιάννη! Εύγε!

    Παλιά γειτονιά – Δ. Ψαριανός – Μ. Ζορμπαλά

    1. στις άγριες γειτονιές του γαλαξία

    ξημέρωνε και πάλι στις άγριες γειτονιές του γαλαξία
    όταν τα επουράνια αστεροσκοπεία κατέγραψαν
    μεγάλη έκρηξη στον μυστικό πυρήνα της δημιουργίας

    ήταν το τελευταίο έτος της βασιλείας του φόνου

    από τα μάτια των παιδιών και την οδύνη των αιώνων
    αυτόφωτη πλέον η γη έλαμψε στο διάστημα σαν άστρο

    μ’ αυτόν τον τρόπο έκλεισε οριστικά ο κύκλος της ντροπής
    και άρχισε η ιστορία του ανθρώπου

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Από τη συλλογή Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται (2002)

    Μίκης Θεοδωράκης – Στης γειτονιάς τον ουρανό

    2. Η ΓΕΙΤΩΝ

    Και ήτο η γείτων
    ξανθή λευκοχίτων
    εστία χαρίτων
    πλουσίων, αρρήτων·
    και έλεγον φρίττων,
    το μέτωπον πλήττων:
    ω είθε αχίτων
    να ήτο η γείτων!

    ΤΙΜΟΛΕΩΝ ΑΜΠΕΛΑΣ (1850-1929)

    %%%%%%%

    3. Στην πρώτη γειτονιά της Άλμπα, τα πουλιά βουλιάζουν σαν πέτρες στον ουρανό.
    Στην πρώτη γειτονιά της Άλμπα, αυτή που πρώτη συναντάς και τελευταία αφήνεις.
    Εδώ οι ανηφόρες αρνούνται να γίνουνε κατηφόρες.
    Εδώ οι διαδρομές διαρκούνε πάντοτε 10 λεπτά. Όλες οι διαδρομές.
    Άσχετα με την απόσταση, το μεταφορικό, άσχετα με τον ρυθμό του βήματος, την ταχύτητα του οχήματος.
    Πάντοτε 10 λεπτά. Εδώ. Στην πρώτη γειτονιά της Άλμπα.

    Θωμάς Τσαλαπάτης, Απόσπασμα από την ποιητική συλλογή Άλμπα

    Μαίρη Δαλάκου – Νύχτα Και Γειτονιά

    4. Νύχτα Και Γειτονιά

    Χέρι χέρι στα σκοτεινά
    μες στη γειτονιά
    τραγουδούνε τα παιδιά.
    Δυο φιλιά πήρανε φωτιά
    είπαν έχε γεια
    και πετάξαν στο βοριά

    Αχ, μια νύχτα στη γειτονιά
    να πετούσα με δυο φτερά
    και στο σπίτι μου το πατρικό
    να ρίξω δυόσμο και βασιλικό.

    Το πηγάδι στην ερημιά
    γέμισε φλουριά
    και φωτίζει τη βραδιά.
    Ένα αστέρι και μια ματιά
    παίζουν συντροφιά
    στης κοπέλας την ποδιά.

    Αχ, μια νύχτα στη γειτονιά
    να πετούσα με δυο φτερά
    και στο σπίτι μου το πατρικό
    να ρίξω δυόσμο και βασιλικό.

    Κώστας Γεωργουσόπουλος

    %%%%%%

    5. Καημένο ανόητο ζωάκι

    Προσπαθήσαμε να το κρύψουμε στο σπίτι
    για να μην το δουν οι γείτονες.
    Ήταν δύσκολο, καμιά φορά χρειαζόταν να λείψουμε
    Κι οι δυο μαζί κι όταν επιστρέφαμε
    Βρίσκαμε περιττώματα και κάτουρα παντού.

    Αρνιόταν να μάθει να πηγαίνει εκεί όπου πρέπει
    Αλλά είχε τα πιο γαλανά μάτια που έχεις δει ποτέ
    Έτρωγε ό,τι τρώγαμε κι εμείς
    και καμιά φορά βλέπαμε μαζί τηλεόραση.
    Ένα βράδυ γυρίσαμε σπίτι
    και δεν το βρήκαμε εκεί.
    αίμα στο πάτωμα,
    Μια γραμμή από αίμα.

    Την ακολούθησα ως έξω στον κήπο
    Και το βρήκα στους θάμνους,
    Σακατεμένο.
    Κρεμόταν μια πινακίδα απ΄τον κομμένο του λαιμό:
    «δεν θέλουμε τέτοια πράγματα στη γειτονιά μας».

    Πήγα στο γκαράζ να πάρω το φτυάρι.
    Είπα στη γυναίκα μου, «μην βγεις έξω».
    Έπιασα το φτυάρι και
    Βάλθηκα να σκάβω.

    Ένιωθα πρόσωπα να με κατασκοπεύουν
    πίσω από κατεβασμένα στόρια.
    Είχαν και πάλι την γειτονιά τους,
    Την ωραία ήσυχη γειτονιά
    με το καταπράσινο γρασίδι,
    Τα φοινικόδεντρα,
    τα κυκλικά ιδιωτικά δρομάκια, τα παιδιά,
    Τις εκκλησίες, τα σούπερ μάρκετ κ.λ.π
    Έσκαψα στο χώμα.

    Τσάρλς Μπουκόφσκι. Από το βιβλίο «Η λάμψη της αστραπής πίσω από το βουνό»

    ΒΡΕΧΕΙ ΣΤΗ ΦΤΩΧΟΓΕΙΤΟΝΙΑ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ, ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ

    6. ΓΕΙΤΟΝΙΑ 1960

    Σ’ αυτή τη γειτονιά με τ’ άσπρα σπίτια.
    Σ’ αυτή τη γειτονιά.

    Να μη ζητάνε τίποτ’ άλλο, να κουράζονται
    στην αντηλιά τα μάτια ζαρωμένα
    και να ξεχνούν το θάνατο στην αντηλιά.

    Σ’ αυτή τη γειτονιά τη σκονισμένη.
    Σ’ αυτή τη γειτονιά.

    Δεν μπόρεσα να την φιλήσω, γιατί έκαιγε
    ο ήλιος και η σκόνη μου ‘τρωγε τα μάτια.
    Νερό! φώναζαν οι πικροδάφνες.
    Κι ήταν Κυριακή και δεν μπόρεσα
    να την φιλήσω – ανάμεσά μας
    ήταν οι νυσταγμένες κουρτίνες των σπιτιών και τα κάγκελα,
    οι μικρές κουβέντες της γειτονιάς κι ο ήλιος
    και το φτηνό τσίτινο φόρεμα.

    Η σκόνη κοίμιζε το μεσημέρι
    στην εκτυφλωτική σιωπή της Κυριακής
    και νέκρωνε σαν παγωνιά.

    Σ’ αυτή τη γειτονιά με τ’ άσπρα σπίτια.
    Σ’ αυτή τη γειτονιά.

    ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

    Πουλόπουλος – Γειτονάκι μου

    7. ΔΕΚΑΕΤΙΑ 50

    Εκείνα τα χρόνια η φτώχεια περίσσευε
    Τη μαζεύαμε, λοιπόν, σε πιάτα
    Και τη μοιράζαμε στους γείτονες

    Η κυραΛένη τρία σαλιγκάρια στο πιάτο, για μας
    Και μεις σκέτες πικραλήθρες για την κυρία Αρετή
    Κι αυτή, ένα Χριστουγεννιάτικο Δέντρο
    Στολισμένο με βώλους, τυλιγμένους με χρυσόχαρτα
    Για να το βλέπει όλος ο κόσμος-το ’κανε χωρίς έπαρση.

    Τα θερινά απογεύματα, οι γριούλες έγνεθαν ποκάρια απ’ το
    Γειτονικό εργοστάσιο του Τζήμα και οι νεότερες έπλεκαν
    Πολύχρωμες, μ’ αυτά, φανέλες, για όλα τα παιδιά της γειτονιάς.

    Ένα βράδυ πέρασε απ’ τη γειτονιά μας ο Χριστός
    Ζήτησε ένα ποτήρι νερό και του το ‘φεραν με προθυμία.

    Εκείνος ευλόγησε και χάθηκε στο δειλινό.

    Από τότε η φτώχεια μας έσπασε σε άπειρα κομμάτια
    Έτσι που χάθηκε ή τη συνηθίσαμε.

    Γιάννης Τσίγκρας, «Έχεις δίκιο είναι ο Αλντεμπαράν»

    Υπομονή-Αλίκη Βουγιουκλάκη, Γρηγόρης Μπιθικώτσης

    8.
    …Οι γειτονιές είναι έρημες. Είναι γυμνές οι γειτονιές.
    Τα σπίτια είναι καμένα. Κείνο το ηρώο με τις ασβεστωμένες πέτρες
    που κουβάλαγαν οι γριούλες έγινε στάχτη τώρα. Τον ξύλινο σταυρό
    με τα πολλά ονόματα των λαϊκών ηρώων τον κάψαν στην πλατεία…
    Μα εμείς θυμόμαστε τα ονόματα…

    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 5ος, εκδ. Κέδρος)

    %%%%%

    9.
    …Ερχόταν πάλι η άνοιξη στις γειτονιές τού κόσμου.
    Μεγάλες ειδήσεις χτυπούσαν τα φτερά τους στον ορίζοντα.
    Μες απ’ τον θάνατο οι καρδιές χειροκροτούσανε τον ήλιο.
    Ήταν πολύς ο θάνατος. Έπρεπε ν’ αγαπιόμαστε πολύ…

    ΡΙΤΣΟΣ

    Στη γειτονιά του φεγγαριού, Μητσιάς

    10. Σαββατόβραδο στη συνοικία τού φθινοπώρου

    Απόψε νοιώθω πως οι κύκνοι κρυώνουν.

    Ένα πλοίο παιδικό έφυγε.
    Το νερό είναι παγωμένο. Ένας κρίνος νυστάζει.

    Πού είσαι; Κλείσε το παράθυρο. Δίπλωσε τη σημαία
    και φύλαξε τη στο μπαούλο της γιαγιάς με ναφθαλίνη.

    Φωτιά ερημική στο βραδινό βουνό. Δεν είναι
    βοσκοί να θυμηθούν. Δεν είναι τίποτα
    να ζεσταθεί. Τίποτα εκτός απ’ την ίδια τη φωνή σου
    που ενθαρρύνει σιγά τον εαυτό της.

    Κι όμως είναι πολύ απλό αυτό που σου λέω.
    Σα να κατεβαίνεις πιασμένος απ’ το χέρι του ίσκιου πολλά σκαλοπάτια.
    Πολλά σκαλοπάτια. Τότε μάζευες τα πανιά του ανέμου σαν ένας εύθυμος ναύτης
    κ’ ήξερες πως κάθε Κυριακή
    στο προαύλιο με τα’ άσπρα και μαύρα πλακάκια
    οι μικροί άγγελοι βάφαν τα σκολιανά παπούτσια τους
    και τραγουδούσαν κείνο το παλιό ποιμενικό τραγούδι. Μήτε που το θυμάμαι.

    Μη το θυμάσαι τάχα εσύ; Κάθε πρωί Κυριακής.

    Γιάννης Ρίτσος

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ-ΑΠ` ΤΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ

    11. Ελεύθερη συνοικία

    Έβαλα το πηλήκιό μου στο κλουβί
    και βγήκα με το πουλί στο κεφάλι
    Λοιπόν
    δε χαιρετάνε πια;
    ρώτησε ο διοικητής
    Όχι
    δε χαιρετάνε πια
    απάντησε το πουλί
    Α, καλά
    συγχωρήστε με νόμιζα πως χαιρετάνε
    είπε ο διοικητής
    Συγχωρεμένος κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει λάθος
    είπε το πουλί.

    Jacques Prévert (1900-1977), “Paroles-Λόγια”, Μετάφραση: Τάσος Κόρφης

    ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ -ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣ

    12. «Η παλιά γειτονιά»

    Η παλιά γειτονιά,
    με το ψηλό μπαλκόνι
    και το σαθρό παράθυρο,
    φωλιά για χελιδόνι.

    Ο τοίχος τραχύς υψώνεται,
    παντού βαθειά χαρακωμένος.
    Κάστρο του χρόνου απόρθητο,
    ποτέ του νικημένος!..

    Ένα πρασινωπό δεντρί,
    στη πλακοστρωμένη όψη.
    Μ ένα καφέ, λιγάκι μπλε
    – τ’ ουρανού –
    μια γέρικη ματιά να κόψει!

    Αντώνης Χατζηνικόλας

    ΑΝΤΖΕΛΑ ΖΗΛΙΑ -ΜΕΝΩ ΣΕ ΚΑΠΟΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

    13. «Λέει γειτόνισσα σε κάποιαν άλλη…»
    25
    Λέει γειτόνισσα σὲ κἄποιαν ἄλλη:
    γιατὶ τὸν ἄνδρα σου, κυρὰ μεγάλη,
    τὸν ἔχουν πάντα διωρισμένο
    καὶ τὸν ‘δικό μου πάντα παυμένο;

    ‘Πές μου τὰ μέσα σου, κυρά… κι’ αὐτή,
    ποὖχε μιὰ θέσι ‘στὴν κοινωνία,
    κἄτι ‘ψιθύρισε κρυφὰ ‘στ’ αὐτὶ
    τῆς ἄλλης, ποὖχε τὸν Παυσανία.

    Τί νὰ τῆς εἶπε;… ποιὸς τὸ γνωρίζει;
    ἀλλ’ ἀπὸ τότε καὶ τὸν ‘δικό της
    κάθε Κουβέρνο τὸν διορίζει
    κι’ ἄνοιξε ‘λίγο τὸ ῥιζικό της.

    Κι’ ἐκεῖνος πάει καὶ θεατρίζεται
    μέσα σὲ μέγαρα τιμῆς ἐγκρίτου,
    καὶ βεβαιόνει πῶς διορίζεται
    μὲ τὴν ἀξία του καὶ τὴν τιμή του.

    Γ. Σουρής, Ποιήματα, τόμος έκτος, μέρος β΄, Αθήνα, τυπογ. Π.Δ. Σακελλαρίου, 1902, σ. 27

  2. Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις.
    Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
    δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό…

    Γειτονιά: Υπέροχη λέξη.., την είχα κάνει κι εγώ
    «δρώμενο» και γράφτηκαν πολύ ωραίες ιστορίες..
    Καλό απόγευμα φίλοι μου και καλό μας μήνα! 🙂

  3. Γεια σου, Petra!… Και η ομορφότερη γειτονιά, αυτή των παιδικών μας χρόνων…

    Είχα έτοιμο το σχετικό link από το μπλογκ σου… Το παραθέτω εδώ:

    http://pistos-petra.blogspot.gr/2016/03/sti-geitonia-mas.html

  4. Καλησπέρα, Αγγελική!… Πλήρης εγώ, υπέρ- πλήρης εσύ!…

    -«…Μοσχοβολούν οι γειτονιές
    βασιλικό κι ασβέστη,
    παίζουν τον έρωτα κρυφά
    στις μάντρες τα παιδιά….»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -Τ. Κλέβιστ, «Η γειτονιά μου»
    «Η παλιά η γειτονιά ήταν τόσο καλή
    που ξέρω πως δεν ξαναγυρνάει
    όλα ήταν τόσο καλά
    αλλά ο χρόνος γρήγορα περνάει

    Ζούσαμε στιγμές χαράς και ηρεμίας
    Είχα φίλους που ποτέ δε θα ξεχάσω
    Ήταν σαν να ήμασταν στο Παρίσι της Γαλλίας
    Ήταν χρόνια που δεν ήθελα να χάσω.»
    (Πηγή: linoit.com/users/ginazaza/.)

    -Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Ὁ Φωτογράφος»
    «Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
    σ᾿ αὐτὰ ἐδῶ τὰ μερὴ
    ὁ φωτογράφος θά ῾πρεπε
    νὰ ἤτανε ξεφτέρι
    νά ῾ταν τεχνίτης, μερακλὴς
    κι ἀπ᾿ ὀμορφιὰ νὰ ξέρει.
    Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
    ἂς ἤμουν φωτογράφος
    νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ
    μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος.
    Νά ῾ρχοντ᾿ ὀμορφοκόριτσα
    καὶ λαϊκὲς παρέες
    νὰ παίρνουν πόζες ὄμορφες
    καμαρωτὲς κι ὡραῖες
    γιὰ εἰκοσιτετράωρες
    καὶ ἑβδομαδιαῖες.»

    -Τέλλος Άγρας, «Της νοτιάς το χελιδόνι»
    (απόσπασμα)

    «- Γειτονοπούλα αντικρινή,
    που αναμερούσες το σκαμνί,
    και τον ποδόγυρο σφιχτά
    τραβούσες ως τα γόνατα,
    που να βγεις με τον αγέρα
    να σου πω μια καλησπέρα!
    – καλησπέρα σαν το μέλι,
    που η γιαγιά σου δεν τη θέλει!
    Φυσάει, φυσάει απ’ τη γωνιά….
    Νωρίς αδειάζει η γειτονιά,
    κι η θύρα κλειεί στο μαγαζί
    που συχνομπαίναμε μαζί,
    η θύρα κλειεί στο μαγαζί
    κι ο αέρας ογραίνει απ’ το κρασί,
    και τις κλειδωνιές δαγκώνει
    της νοτιάς το χελιδόνι,
    κλαίει για κάρβουνο το χώμα
    και για μάγουλα το στόμα,
    κλαίνε οι πλάκες για μαγκάλι
    – και το μάγουλο γι’ αγκάλη…»
    (ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/anthology/217#ixzz44lKvqbXO)

    -«H γειτονιά μου…»

    «Στη γειτονιά μου δε θα βρεις παιδιά χαρούμενα να παίζουν
    σε μια πλατεία που ο ήλιος τη φωτίζει…
    Ούτε εφήβους να περνούν πιασμένοι χέρι χέρι με μάτια λαμπερά…
    Δεν έχει δέντρα με τον κορμό τους γραμμένο
    από ερωτευμένων το σουγιά και λόγχη φαντάρου…

    Τα πουλιά δεν έρχονται να οικοδομήσουν το σπιτικό τους
    κι ούτε πορείες διαμαρτυρίας κάνουν οι κάτοικοι…

    Στη γειτονιά μου δεν έχει δρόμους που να οδηγούν
    και να σε βγάζουν στον προορισμό σου…
    Δεν έχει όνειρα να πλανώνται στον αέρα
    ψάχνοντας μια πραγμάτωση…

    Ούτε θα συναντήσεις περαστικό που χάθηκε
    να σταματήσει σε σταυροδρόμι με αγωνία…

    Στη γειτονιά μου αέρας δε φυσά
    κι ούτε η βροχή το χώμα κάνει νοτερό και τ΄ αυλακώνει…

    Ούτε και μένα θα με βρεις να λογαριάζω το χρόνο
    που χαμένος μου χτυπά την πόρτα
    και με τραβάει να γίνω μια άλλη φωνή,
    ένας άλλος μάταιος αλαλαγμός…

    Έχω πεθάνει…»
    (Πηγή: http://forum.kithara.gr/index.php?topic=77429.0)

    -Μιχάλης Στασινόπουλος, «Βράδυ»

    «Οἱ γιαγιάδες, μπρὸς στὶς θύρες καθιστές,
    μοιάζουν ἥσκιοι, ὅσο σιμώνει ἀργὰ τὸ βράδυ
    τὰ παιδιὰ φωνάζουν μέσα στὶς αὐλὲς
    καὶ τὸ μάγγανο ὅλο τρίζει στὸ πηγάδι.
    Ἡ βοδάμαξα βογγᾶ κι ἀργοπερνᾶ
    φορτωμένη ἕνα σωστὸ βουνὸ δεμάτια
    καὶ παραπατοῦν τὰ βόδια της τὰ ὀκνὰ
    μὲ τὰ ὁλόμαυρα τὰ κουρασμένα μάτια.
    Τὰ φορτώματα, ἀπὸ ξύλα καὶ κλαριά,
    ἕνα ὁλόκληρο, περνοῦνε, καραβάνι,
    καὶ μιὰ βέργα ἀπὸ κομμένη λυγαριὰ
    στῆς γιαγιᾶς τὸ μαῦρο σκάλωσε φουστάνι.
    Πῆρε βράδυ. Λιγοστεύουν οἱ φωνὲς
    καὶ τὸ μάγγανο σωπαίνει στὸ πηγάδι
    κι οἱ γιαγιάδες πιὰ σηκώνονται σκυφτὲς
    καὶ στὸ λύχνο πᾶν νὰ σιάξουνε τὸ λάδι.»
    (http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/mixalhs_stasinopoylos_poems.htm)

  5. Μοσχοβολούν οι γειτονιές… Αχ ναι! Βασιλικό κι ασβέστη.

    *

    Συνοικισμός

    Αυτός
    την είχε ονομάσει πουλί της μουσικής,
    αυτή,
    αίμα της πέτρας…
    Μόνο την ώρα που το ψιθύρισε άκουσε το χτύπημα,
    τη στιγμή που του το είπε,
    ανάμεσα σε δυο μικρές κραυγές
    ανάμεσα σ’ ένα μαχαίρι και μιαν Απόφαση-
    πριν τους δοξάσουν τα ποιήματα
    Και γίνουνε σίγουροι στόχοι…
    Κι η πόρτα πάλι ξαναχτύπησε…
    Κι όταν τον είδε που έφευγε, ακόμη δεν καταλάβαινε
    τι είναι να ετοιμάζεται κανείς
    από αιώνες
    και να ξεχνάει τα χρόνια του στο κορμί του άλλου….

    MANOΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

    ΒΙΚΥ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ – η κορδέλα

    Ιανός

    Πολυκατοικία πια
    η γειτονιά μας,
    το ασανσέρ κολλημένο
    μεταξύ ρετιρέ
    και ουρανού
    κι εμείς μέσα
    συνωστισμένοι άνετα,
    χωρίς ανάσα
    (και χωρίς σήμα
    το κινητό μας),
    στο παραπέντε απόδρασης
    από το savoir vivre,
    σαν έτοιμοι από καιρό
    για περιπτύξεις
    (πότε προλάβαμε άραγε
    να ερωτευτούμε;)
    στο απόγειο
    μετέωρων βημάτων,
    στο υπόγειο
    ημι-διλημμάτων
    του Ιανού.

    Δημήτρης Π. Κρανιώτης

    Κώστας Μπίγαλης – Γειτόνισσα

    Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Όνειρο επιούσιο

    Τα παιδιά μου αλητεύουν στις γειτονιές
    Χαμίνια σε μπαξέδες και δρολάπια
    Πότε με τις πέτρες πότε με τα νερά
    Ορμούν στα πεπρωμένα σας και τα τσακίζουν
    (απόσπασμα)

    ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΜΑΣ Ο ΤΡΕΛΟΣ

    Κακόφημη συνοικία

    Κάθε λίγο και λιγάκι βγαίνει στο μπαλκόνι της και τινάζει, όλο τινάζει, πότε ένα σελτεδάκι, πότε μια μικρή κουρελού, πότε ένα τραπεζομάντιλο. Της είπαν ότι κάτω από το σπίτι τους συχνάζουν πρόστυχες και ανώμαλοι, κ από τότε την τρώει η περιέργεια. Και δος του και τινάζει, ρίχνοντας κι από καμιά ματιά. Μα, τι παράξενο, ποτέ της δεν κατάφερε ν’ αντιληφθεί τίποτε. Πολλά φορτηγά σταματούν για λίγο, οι φορτηγατζήδες ελέγχουν τα λάστιχα, παίρνουν νερό από τη βρύση και τα λένε λιγάκι μεταξύ τους. Συχνά περνούν ζευγαράκια, μεθυσμένοι, νεαροί με τα μοτοποδήλατα. Μερικοί τύποι κοντοστέκονται και μετά χάνονται στο βάθος της αλάνας, σε κάποιο ημιυπαίθριο μηχανουργείο∙ εκεί, λένε, είναι τα Σόδομα και τα Γόμορα – μα δε φαίνεται τίποτε, ούτε καβγάδες ακούγονται, ούτε προστυχόλογα. Ή μήπως όλα αυτά γίνονται μετά τα μεσάνυχτα, και γι’ αυτό δεν παίρνει χαμπάρι; Πάντως, κάτι συμβαίνει, κάτι πολύ σοβαρό. Η επάνω οικογένεια έφυγε, γιατί είχαν, λέει, παιδιά και δε μπορούσαν να ζουν σε τέτοιο περιβάλλον. Ο απόστρατος του τρίτου πατώματος φωνάζει κάθε λίγο το 100. Ο ιερεύς που μένει στο ρετιρέ έγραψε στις εφημερίδες διά τον βούρκον της ακολασίας και καλεί τους αρμοδίους να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα. Ο δήμος, βέβαια, έβαλε κάτι φανάρια, μα κι αυτά όλο σβήνουν. Κι αυτή, δος του και βγαίνει κάθε λίγο στο μπαλκόνι, τα χέρια της πιαστήκανε απ’ το πολύ να τινάζει, ούτε ένα μόριο σκόνης δεν έμεινε πια στις κουρελούδες της – μα η κακόφημη συνοικία εξακολουθεί να κρατάει κρυφά τα μυστικά της.

    Ντίνος Χριστιανόπουλος, Από τη συλλογή Πεζά ποιήματα (1986)

  6. Ciao Aggeliki!!!!…

    -Κι ένα ακόμα απόσπασμα από τις «Γειτονιές του κόσμου, του Γιάννη Ρίτσου:

    «…Οι γειτονιές είναι λυπημένες.
    Οι γειτονιές έχουν χώσει το πηγούνι τους στον κόρφο τους.
    Δε μιλάνε οι γειτονιές. Το βράδυ σεργιανάει στους λασπωμένους δρόμους
    Έρημο, μ ένα παλιό, ξεκούρντιστο φεγγάρι στα χέρια του
    Σαν τον τυφλό διακονιάρη με τη φυσαρμόνικα. Παίζει ένα τυφλό τραγούδι.
    Κανένα παράθυρο δεν ανοίγει. Ο εργάτης που γυρνάει στη φαμίλια του
    Δεν κοντοστέκει, δρασκελάει αργά το κατώφλι,
    Κοιτάζει χάμου. Τα παιδιά τον κοιτάζουν.
    Η γυναίκα μπαλώνει μια κάλτσα. Δεν τον κοιτάζει.
    «Μήτε σήμερα», λέει σα ναχει φταίξει,
    «δε βρήκα δουλειά μήτε σήμερα», λέει.
    Και τα παιδιά δεν ξέρουν κι είναι λυπημένα,
    Κι η πιατοθήκη είναι λυπημένη
    Σα μια μικρή σκάλα που δε βγάζει πουθενά,
    Και τα πήλινα πιάτα είναι λυπημένα
    Σα φεγγάρια που δεν έχουν τι να φωτίσουν,
    Και το ξύλινο αυγό του μανταρίσματος μέσα στην κάλτσα είναι σα μια γροθιά σφιγμένη, είναι σα μια γροθιά κρυμμένη σε μιαν άδεια τσέπη.
    Οι γειτονιές δεν μιλάνε.
    Οι γειτονιές θυμώνουν.
    Κρύβονται μες στον ίσκιο οι γειτονιές
    Και σφίγγουν τη γροθιά τους. Δε μιλάνε…»

    (Γιάννης Ρίτσος-Ποιήματα-Τα επικαιρικά 1945-1969 ΤΟΜΟΣ Ε’ εκδ. ΚΕΔΡΟΣ)

    -Βικτώρια Λεβάντε, «Στη γειτονιά μου»

    Στη γειτονιά μου πια δεν μιλάμε,
    γράφουμε συνθήματα στους τοίχους.
    Στη γειτονιά μου πια δεν συναντιόμαστε,
    στέλνουμε φωτογραφίες ο ένας στον άλλο.

    Στη γειτονιά μου πια τα παιδιά δεν παίζουν μπάλα,
    κρυφτό, κυνηγητό ή τα μήλα. Στέκονται αντίκρυ
    αμίλητα και κάνουν κάτι περίεργες κινήσεις με τα χέρια
    σα να ζωγραφίζουν στον αέρα.

    Στη γειτονιά μου πια δεν σμίγουν παρέες
    κι αν κάποτε γίνει βεγγέρα
    η αφορμή είναι το καινούριο αυτοκίνητο
    το ακριβό στολίδι του δρόμου

    Στη γειτονιά μου πια η φροντίδα, η τροφή
    και η αγάπη είναι σε έλλειψη
    αλλά και σ΄ άλλες γειτονιές, έμαθα
    ότι έχουν φεσώσει όλα τα μπακάλικα.

    Στη γειτονιά μου πια δεν μιλάμε
    κι όταν μιλάμε παραλείπουμε τα ονόματα
    γιατί υπάρχει πάντα ένας κοντός, χοντρός, πούστης,
    βρομιάρης Πακιστανός να απαντήσει στην ασχήμια μας.

    Μα η γειτονιά μου δεν είναι τοίχοι ούτε δρόμοι και πάρκα άδεια.
    Είναι ψυχές σε στοίβα απ΄ το υπόγειο μέχρι το ρετιρέ
    Είναι το ασανσέρ που χάσαμε καθώς ψάχναμε το διακόπτη για τα φώτα
    είναι που ξεχάσαμε να ψηλαφίζουμε, στα σκοτεινά με τ΄ ακροδάχτυλα
    το μπουτόν, εντός μας…

    Μα πιο πολύ στη γειτονιά είμαι ΄γω κι είσαι και συ
    κι όχι ότι ΄φταίγαν πάντα οι άλλοι.»
    (Πηγή: http://www.bonsaistories.gr/%CE%B7-%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%B1/)

    -«Μεγάλωσα σε γειτονιές»

    Μεγάλωσα σε γειτονιές ζωγραφισμένες με τα χρώματα του ήλιου και της φύσης.
    Με πρόσωπα χαμογελαστά, ανέμελα, παρά τον αγώνα της βιοπάλης.
    Με τραγούδια και χορούς που στήναμε στις μεγάλες αυλές με κάθε ευκαιρία.
    Με τα πανηγύρια στις κοντινές εκκλησιές, στη γιορτή του Αγίου.
    Μεγάλωσα σε γειτονιές με λίγα υλικά αγαθά, μα με περίσσια αγάπη και χαρά.

    Τα σημερινά παιδιά δεν θα μάθουν ποτέ τι σήμαινε να εξερευνάς με τα ποδήλατα τους βάλτους, να τρως τα γόνατα και να σηκώνεσαι να συνεχίσεις το παιχνίδι, να φωνάζεις της φιλενάδας σου από το μπαλκόνι τι ώρα θα συναντηθείτε να παίξετε!

    Δεν είχαμε κινητά τηλέφωνα, ίντερνετ, mail, καλά καλά δεν είχαμε τηλεόραση!
    Μεγαλώσαμε σε γειτονιές !
    Έφτανε για όλα!»
    (Πηγή: http://princess-airis.blogspot.gr/2016/03/blog-post4-mia-fora-mia-geitonia.html)

  7. Ψάξε-ψάξε, βρίσκω απίστευτα ποιήματα στα χωράφια που μπαίνω κάθε φορά. Πράγμα που οφείλω σε σένα, Γιάννη, πέρα από τη βαθιά μου επιθυμία να διαβάζω κάθε μέρα ποίηση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

    *

    Ένας σπάνιος θησαυρός

    Να καλείς σε τραπέζι αυτόν που σ’ αγαπά
    και ν’ αφήνεις στην άκρη τον εχθρό σου.
    Κι εκείνον που κάθεται πιο κοντά σου να καλείς.
    Γιατί, αν τύχει καµιά ανάγκη στον τόπο,
    οι γείτονες γυµνοί θα τρέξουνε, ενώ οι συγγενείς
    θα µείνουν πρώτα να ντυθούνε. O κακός ο γείτονας
    είναι µεγάλη συµφορά, ενώ ο καλός είναι µεγάλος θησαυρός.
    Έχει µεγάλη τύχη αυτός που έχει γείτονα καλό.

    Ησίοδος, Έργα και Ηµέρες, στ.342-351 (ελεύθερη απόδοση)

    Στη γειτονιά – Γιάννης Πουλόπουλος

    Ο γείτονας

    Βγήκε έξω πάλι ο γείτονας, σκουπίζει
    την βεράντα ∙ μιαν αντίρρηση
    στον χρόνο. Η σκόνη στροβιλίζεται
    κι απαλά, πάνω της, κάθεται ξανά.
    Στην κουζίνα, άπλυτα πιάτα,
    της ζωής σημερινή σοδειά.

    Η επανάληψη τον γέρασε.
    Δυο ετών άνθρωπος. Αγάπη το ένα
    κι ένα ακόμη θάνατος.

    Μέσα πάλι ο γείτονας, σκουπίζει
    την ζωή του. Οι αναμνήσεις στροβιλίζονται
    και απαλά, πάνω του, κάθονται ξανά.
    Στα μάτια, άπλυτες ημέρες,
    ζωής στερνή σοδειά.

    Δυο ετών άνθρωπος. Αγάπη το ένα
    κι ένα ακόμη θάνατος.
    Τριών, ποτέ.

    Γιώργος Στεργιόπουλος

    ΞΗΜΕΡΩΣΕ ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ- ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

    Ποίημα για τον γείτονά μας

    Γείτονας
    πριν πολλά χρόνια
    βίασε στο δάσος
    κορίτσι με πνευματικές

    διαταραχές

    πριν από ένα χρόνο περπατούσε στο χωριό
    αδυνατισμένος και κατεστραμμένος από το ποτό
    τα κόκκαλα να φαίνονται απ’ το σώμα
    είχε θολά μάτια και δεν ήξερε πώς να μιλήσει
    η μητέρα μαγείρευε το φαγητό
    του το πήγα
    δεν φοβόμουν τόσο όσο παλιότερα
    όσο θυμάμαι
    όταν φώναζε στη γυναίκα του
    σκύλα σκύλα
    σάπια
    πέθανε
    μερικά χρόνια αργότερα
    νεφρική ανεπάρκεια

    Κάτια Γκορετσάν, Μη φοβάσαι να πεθάνεις αγάπη μου, Mεταφράζει η Αγγελική Δημουλή

    « Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές..»

    ΠΤΩΧΟΠΡΟΔΡΟΜΙΚΑ
    (απόσπασμα)

    Γείτοναν ἔχω κοσκινᾶν, φάρσωμα μᾶς χωρίζει,
    καὶ βλέπω τὴν ἱστίαν του, πῶς συχνοφλακαρίζει,
    καὶ πῶς πολλάκις τῶν κρεῶν τὴν τςίκναν ἀπολύει˙
    πῶς δ’ αὖ εἰς τὴν ἀνθρακιὰν τὴν φοβερὰν ἐκείνην
    κείμενα βλέπω, βασιλεῦ, τὰ πλήθη τῶν ἰχθύων˙
    καὶ ἐγὼ τσικνώνω διὰ ψωμίν, ζητῶ καὶ οὐδὲν μὲ δίδουν,
    ἀλλ’ ὀνειδίζουν ἅπαντες καὶ καθυβρίζουσί με,
    λέγοντες, «φάγε γράμματα καὶ χόρτασε, παπᾶ μου.»
    http://www.portaaurea.gr/byzpoems3.html

    Χάρις Αλεξίου – Αφήνω Γεια Στη Γειτονιά

  8. Πολύ ωραία, Αγγελική!!!
    Εγώ ξέμεινα από ποίηση και το μόνο που έχω είναι ένα παραδοσιακό με το Χρόνη Αηδονίδη…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: