Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (142ο): «Γηρατειά (γέρος – γριά)….

*Πέτρο Λούκα Χαλκιάς – Αντώνης Κυρίτσης…

 

-«Γηρατειά που έρχονται

γηρατειά που δεν έρχονται

ένα προμήνυμα που βουρκώνει τα πάντα

όμως

δάκρυ δε θέλει να κυλήσει – κόλαση του χρόνου

τρομακτική εκκρεμότητα να υπάρχεις…»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

 

 

 

 

-Χόρχε Λουί Μπόρχες, «Εγκώμιο της σκιάς»

 

«Τα γερατειά (όπως τ’ αποκαλούν οι άλλοι)

μπορεί και να ’ναι ο καιρός της ευτυχίας μας.

Το ζώο έχει πια πεθάνει ή πεθαίνει όπου να ’ναι.

Απομένει μονάχα ο άνθρωπος κι η ψυχή του.

Ζω ανάμεσα σε θαμπές και διάφανες μορφές

που ακόμα δεν έχουν γίνει απόλυτο σκοτάδι.

Το Μπουένος Άιρες

που παλιά μοιραζόταν σε φτωχογειτονιές

προς τη μεριά του απέραντου κάμπου,

έγινε πάλι το νεκροταφείο Ρεκολέτα, η πλατεία Ρετίρο,

τα δρομάκια της παλιάς πόλης

και τα ετοιμόρροπα παλιά σπίτια

μια περιοχή που ακόμα λέμε Νότο.

Πάντοτε στη ζωή μου όλα ήρθαν άφθονα.

ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης έβγαλε τα μάτια του για να σκέφτεται.

ο χρόνος ήταν ο δικός μου ο Δημόκριτος.

Αυτό το μισοσκόταδο σέρνεται αργά αργά και δεν πληγώνει.

κυλάει πάνω σε μια ήρεμη πλαγιά

και μοιάζει σα να είναι η αιωνιότητα.

Οι φίλοι μου δεν έχουν μορφή

οι γυναίκες είναι όπως ήταν εδώ και πολλά χρόνια,

μπερδεύεται η μια γωνιά του δρόμου με την άλλη,

δεν έχουν γράμματα οι σελίδες των βιβλίων.

Όλα αυτά θα ’πρεπε να με τρομάζουν

όμως αφήνουν μια γεύση γλυκιά, μια επιστροφή.

Από τα τόσα κείμενα που έχουν γραφτεί πάνω στη γη

λίγα μονάχα έχω διαβάσει

κι αυτά τα ίδια συνεχίζω να διαβάζω με τη μνήμη,

να τα διαβάζω και να τα μεταπλάθω.

Απ’ το Νοτιά, τη Δύση, την Ανατολή και το Βοριά,

συγκλίνουν οι δρόμοι που μ’ οδήγησαν

στο μυστικό μου κέντρο.

Οι δρόμοι αυτοί ήταν αντίλαλοι και βήματα,

γυναίκες, άντρες, αγωνίες, αναβιώσεις,

μέρες και νύχτες,

λήθαργοι κι όνειρα,

η καθεμιά στιγμή του χτες,

του κάθε χτες του κόσμου,

το κραταιό σπαθί του δανού και η σελήνη του πέρση,

τα έργα των νεκρών,

ο έρωτας που βρήκε ανταπόκριση, τα λόγια,

ο Έμερσον και το χιόνι, τόσα και τόσα…

Τώρα μπορώ να τα ξεχάσω. Φτάνω στο στόχο μου,

στην άλγεβρά μου, στην κλείδα

και στον καθρέφτη μου.

Σύντομα θα ξέρω ποιος είμαι.»

 

 

 

 

 

-V. B. Yeats, «Όταν Γεράσεις»
(When you are old)

«Όταν ασπρίσεις και όταν γεράσεις
Και καθώς θα κοιμάσαι δίπλα απ’ τη φωτιά
Το βιβλίο αυτό πάρε για να διαβάσεις
Τι σκιές είχε κάποτε η βαθιά σου ματιά

Πόσοι δεν αγάπησαν την κάθε σου στιγμή
Την χάρη σου, την ομορφιά ακόμη τόσοι άλλοι
Μα ένας, ταξιδιώτισσα, σ’ είχε αγαπήσει πάλι
Για τις θλιβές εναλλαγές που αφήνουν οι λυγμοί

Και καθώς θα γείρεις στο τζάκι σιγανά
«Πώς χάθηκε ο έρωτας» μουρμούρισε με θλίψη
«Πως πέρασε και χάθηκε πάνω από τα βουνά
Και όλα τα άστρα του Ουρανού τον έχουν κρύψει»»

(Πηγή: http://www.poiein.gr/archives/28713/index.html)

 

 

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Η Ψυχές των Γερόντων»

«Μες στα παληά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων η ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι η πτωχές
και πώς βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.
Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε
η σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται —κωμικοτραγικές—
μες στα παληά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.»

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

 

– Κ. Π. Καβάφης, «Ένας Γέρος»

«Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος

σκυμμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος·

με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

 

Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια

σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια

που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.

 

Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει.

 

Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει

σαν χθές. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

 

Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα·

και πώς την εμπιστεύονταν πάντα – τι τρέλλα! –

την ψεύτρα που έλεγε· «Αύριο. Έχεις πολύν καιρό.»

 

Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση

χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι

κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

 

…Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται

ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται

στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.»

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

 

 

 

-Γ. Σεφέρης, «ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ»

Στoν Νάνη Παναγιωτόπουλο

 

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε.

Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να

κινείσαι

μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην  παλιά πολεμίστρα,

όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώ-

νουνε τα τειχιά.

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε.

Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να

κινείσαι

μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην  παλιά πολεμίστρα,

όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώ-

νουνε τα τειχιά.

 

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά που προχωρούμε,

όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παι-

διά μας

και το χάσμα της  πρόσκλησης των συντρόφων από τον

αντίπερα γιαλό~

μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρό-

χειρο νοσοκομείο,

το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλι-

καριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι~

αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί  να θέλω να πω

καθώς

το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις

κλειστές βαθιά στην  Αφρική

και ήτανε κάποτε Θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δω-

ρητής και δικαστής και δέλτα~

που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι πα-

λαιοί γραμματισμένοι,

κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα, και

το ίδιο Σημείο,

ο ίδιος προσανατολισμός.

 

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί

ετούτη η χάρη.

Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές

που σιγά-σιγά,βουλιάζει

και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε

από τα μαλάματα το πρόσωπό της

κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η

ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

 

Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο

για να πονούμε

γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το με-

γάλο ποτάμι

αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε

χόρτα

και ζωυτανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους που

σπέρνουν και που Θερίζουν

και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των

νεκρών.

Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι

τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων

κι από τα μάτια των αυθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα

χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,

χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράματα ή

έστω και για τα μεγάλα~

όταν κοιτάζουν ίσια- πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συν-

ήθισε ν’ αναμετρά το δρόμο του με τ’ άστρα,

oχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό

περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,

πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν’ αλλά-

ζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει~

αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα του πό-

Θου μας και της  καρδιάς μας,

στη στάλα του μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι

ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει,

πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε

σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην  άμμο

αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο

λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.»

Κάιρο, 20 lουνίου ’42

(Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «Ποιήματα» 20η ἔκδοση, ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ)

 

 

 

 

-Ζαχαρίας Παπαντωνίου, «Η γριά η βαβά μ’»

«Η γρηά η βαβά μ’, καλά ύστιρ’ να, / ταϊρνά ταϊρνά
σβούρα τ’ αδράχτ’ στριφουγυρνά, / η βάβου η γρηούλα η αφιντιά τ’ ς
πήγι μι τ’ ρόκα στ’ ν αγκαλιά τ’ ς / κι έκατσι ‘κειά κουντά στ’ φουτιά τ’ ς.

Κι’ οι τέσσερ’ π’ θα μας παν, αλλοί, / ταϊρνά ταϊρνά
στουν άλλουν ύπνου, (ώρα καλή) / κι οι τέσσιρ’ π’ θα μας παν ουλ’ νους
κι τ’ ς παραλήδις κι τ’ ς αλλ’ νους / φέρανι, τ’ ν κάσσα τ’ μακρυά
κι ήρθαν κι τ’ς είπαν «Άϊτι, γρηά».

— Πιδιά μ’, ναρθού μιτά χαράς, / ταϊρνά ταϊρνά
σβούρα τ’ αδράχτ’ στριφουγυρνά, / βουλήθη να μι παρ’ ου Θιός; Δόξα σοι Κύριϊ των Δυνά— / Πιδιά μ’, ναρθού να πάου καλιά μ’…
Σταθήτι να τιλειώσου τ’ δ’ λιά μ’!

— Ως που να γνέεις κυρά βαβά, / ταϊρνά ταϊρνά
κι ούλου τ’ αδράχτ’ στριφουγυρνά, / ως που να γνέεις θα μας νυχτόεις
κι είμαστι λίγου βιαστικοί,
Σι καρτερούμι αν θα μας δόεις / πεντι παγούρια μι ρακί.

— Ρακί δεν εχου στου κατώι… / ταϊρνάϊ ταϊρνάϊ
κι ούλου τ’ αδράχτ’ στριφουγυρνάει. / — Δο μας παρά κι αυτός κιρνάει!
— Έχου σι κείνου του τσουράπ’… / Τουν πήραν τουν παρά κι χραπ! παν, κουρνιαχτός, στου μαγαζί / κι αφ’ καν τη γρηά τ’ βαβά μ’ να ζη.

Μια ουκά, δυο ουκάδις, τρεις, χάι, χάι! / ταϊρνάι, ταϊρνάι,
έρμου ρακί πώς γαργαλάει! / — Βίβα, ορέ, βίβα κι άλλη μια!
Τάπα κι οι τέσσιρ’ στου μιθύσ’… / Τη βάβου μ’ τ’ ν έχ’ νι αλησνονήσ’.

Κι η βάβου απ’ ώγνιθι πουλύ, / ταϊρνάι, ταϊρνάι,
τ’ν ιπήρι ου ύπνους σαν του π’λί / ικειά στ’ φουτιά τ’ς απ’ γίν’κι στάχτ’
κι μάτα τ’ν αφ’κι σαν του π’λί / κι μάτα γύρ’ σι η γρηά τ’ αδράχτ’.

— Άϊντι κι νύχτουσι γρηά! (γύρ’ σαν κι οι τέσσιρ’ πω!, πω! πω!
μ’ ένα χαρούμενο σκουπό / βαϊζουντας σα δω, σα κει,
τύφλα και σκνίπα απ’ του ρακί) / αεί να σι πάμι — τράϊ — λα — λα!
στα κυπαρίσσια απ’ κατ’ τα ψ’ λα.

Κι μι κουτρώνια κι σφυριά / ταϊρνά γκα! γκοπ!
ταϊρνά γκαπ! γκουπ! / κι μι σκιπάρνια κι σφυριά
βάλανι στ’ ν κάσσα τα καρφιά / κι τ’ ν κάρφουσαν απ’ κατ’ απ’ παν’
κι τ’ σήκουσαν, γιε μ’, κι παν.

Κι απ’ του μιθύσ’ χάι, χάι, χάι, χάι! / ταϊρνά, ταϊρνά,
κι όπως δε γλέπαν ούτι τ’ μύτ’ τ’ς / η κάσσα τ’ς φαίνουνταν βαρειά
κι δεν κατάλαβαν τη γρηά / πως τ’ν αλησμόν’σανι στον σπίτ’ τ’ς!

Κι η γρηά η βαβά μ’ / ταϊρνάι ταϊρνάι
Στου χέρ’ τ’ς τ’ αδράχτ’ στριφουγυρνάει / Η γρηά μι τ’ άσσουστα υστιρ’να
— Δόξα σοι, Κύριϊ των Δυνά— / Η γρηά η βαβά μ’ η αφιντιά τ’ς
Γνέθ’ κι θα γνέθ’ κουντά στ’ φουτιά τ’ς.»

(Πηγή: https://www.youtube.com/watch?v=MipuRwt067c)

 

 

 

-Γιώργος Σεφέρης, [Ήτανε μια γριά σ’ ένα παζάρι…]

«Ήτανε μια γριά σ’ ένα παζάρι

που έβγαλε μονομιάς ένα χαντζάρι

όταν έπεσε ένα τόπι και της έσπασε το κόπι

καθώς έτρωγε αϊσκρίμι στο Παζάρι.»

(Γ. Σεφέρης, «“Νότες” για ένα ποίημα», ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄)

 

 

 

 

-Γιώργος Σεφέρης, [Ήτανε μια γριά στο Φινιστέρι…]

«Ήτανε μια γριά στο Φινιστέρι

που είχε μαζί της πάντα ένα κλυστέρι

και το γέμιζε κολόνια

κι έτρεχε μέσα στ’ αλώνια

ετούτη η παλαβή στο Φινιστέρι.»

[Γ. Σεφέρης, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΣΕ ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ)

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (142ο): «Γηρατειά (γέρος – γριά)….

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. Πολύ Σπανίως

    Είν’ ένας γέροντας. Εξηντλημένος και κυρτός,
    σακατεμένος απ’ τα χρόνια, κι από καταχρήσεις,
    σιγά βαδίζοντας διαβαίνει το σοκάκι.
    Κι όμως σαν μπει στο σπίτι του να κρύψει
    τα χάλια και τα γηρατειά του, μελετά
    το μερτικό που έχει ακόμη αυτός στα νειάτα.

    Έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε.
    Στα μάτια των τα ζωηρά περνούν η οπτασίες του.
    Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
    η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
    με την δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται.

    Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    ***

    2. «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου, ποιητού εν Κομμαγηνή, 595 μ.Χ.»

    “Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
    είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
    Δεν έχω εγκαρτέριση καμιά.
    Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
    που κάπως ξέρεις από φάρμακα,
    νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.
    Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι. –
    Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
    που κάμνουνε – για λίγο- να μη νιώθετε η πληγή.”

    Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Τα ποιήματα, Β΄. Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 1991. 30.

    ***

    3. Είμαι ένας γέρος

    Είμαι ένας γέρος κ’ είμαι ένα παιδί.
    Το γέρο τον άφησα πίσω μου
    κ’ έφερα εδώ το παιδί, να μπει
    στο νερό, ν’ απλώσει τα χέρια
    στο αρχέγονο φως, να παίξει μαζί σου.

    Ό,τι είχα να κάνω στον κόσμο
    το έκανα. Το μήνυμα το έστειλα.
    Την μποτίλια την πέταξα ήδη
    στου χρόνου το ατέρμονο πέλαγο.
    (Μπορεί μερικοί να το έλαβαν κιόλας.)

    Ρίχνω το βλέμμα και στήνω το αυτί
    πάνω από σένα και πάνω από την
    κορφή του βουνού. Δεν κάνω λάθος.
    Είναι μια βίβλος μουσικής το στερέωμα.

    Νικηφόρος Βρεττάκος, Από τη συλλογή Συνάντηση με τη θάλασσα (1991)

    ***

    4. Τὸ παραπαῖον γῆρας

    Τὰς τρίχας ἄσπρης κεφαλῆς
    σκοπὸν τὰς ἔχουν προσβολῆς
    κι εἰν᾿ ἐμπαιγμὸς τῆς μοίρας
    τὸ παραπαῖον γῆρας.

    Ὅπου τὸ πόδι μου σταθεῖ
    καὶ ὅπου περπατήσω
    σιγὰ-σιγὰ μ᾿ ἀκολουθεῖ
    ὁ χάρος ἀπὸ πίσω.

    Αὐτὸ τὸ ἔρημο κορμὶ
    τὸ τριγυρίζουν σκύλοι
    καὶ «χόρτασες κι ἐσὺ ψωμί»
    μοῦ λὲν ἐχθροὶ καὶ φίλοι.

    Ὡς φάσμα τρέχω τῆς νυκτὸς
    μακράν του δρῶντος κόσμου
    καὶ ὅπου τάφος ἀνοικτὸς
    μοῦ φαίνεται δικός μου.

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

    ***

    5. Και Ὅμως!

    Καὶ ὅμως ἐνῷ πλέον
    ἐσάπισα παλαίων
    εἰς τῆς ζωῆς τὴ πάλη
    τὸ γῆρας τὸ μισῶ
    καὶ θέλω καὶ λυσσῶ
    νὰ γίνω νέος πάλι.

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

    Poll -Γέρος

    6. [ΑΣ ΗΜΟΥΝ ΜΙΑ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ…]

    Ἂς ἤμουν μία γερόντισσα, μὲ μόνη
    τῶν ἀναμνήσεων τὴν πηγὴ στὰ στήθια
    (Ἀναιμικὴ κ᾿ ἐφήμερη ἀνεμώνη
    τώρα μὲ καίει καὶ τὄνειρο κ᾿ ἡ ἀλήθεια).

    Ἂς ἤμουν μία γερόντισσα ἀσημένια
    μία ζωγραφιὰ παλιά, μισοσβησμένη.
    (Τὸ μνῆμα μου ἕνα βῆμα, κι᾿ ὅμως ἔνια
    γίνεται κ᾿ ἡ στιγμή μου ἡ μετρημένη).

    Νὰ γέρνω μ᾿ ἐγκαρτέρηση, μὲ γλύκα,
    πάνω ἀπ᾿ τὴ λάβα ποὺ ἔσβησε μία μέρα
    γιὰ πάντα, νὰ διηγιέμαι πὼς τὴ βρῆκα
    τὴν εὐτυχία στοῦ βίου τὴν ἑσπέρα.

    Καὶ πλάθοντας γλυκὰ τὸ παραμύθι,
    τὰ διάφανα ν᾿ ἁπλώνω δάχτυλά μου
    σὲ γνώριμες σκιὲς ποὺ μὲ τὴ λήθη
    χειροπιαστὲς θὰ χάνωνται μακριά μου.

    Ὁράματα νὰ γίνωνται στὰ βάθη,
    πρὸς τὴν ἀνατολή, καὶ νὰ μοῦ γνέφουν
    ὅσα τὴ ζωή μου λεηλάτησαν πάθη.
    Μὲ φῶς οἱ ἀπελπισίες νὰ μὲ στέφουν.

    Λοιπὸν ἀφοῦ τὸ φῶς τῆς μέρας σβήνει
    καὶ κόντηνε ἡ ματιά μου τόσο πιά,
    ἂς ἤμουν μία γερόντισσα ποὺ ντύνει
    μὲ παραμύθια μία νεκρὴ καρδιά.

    ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

    «Το σπάνιο δώρο»

    7. «Το σπάνιο δώρο»

    Kαινούργιες θεωρίες.
    Tα μωρά δεν πρέπει να τ’ αφήνετε να κλαίνε.
    Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Aλλιώς
    υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη
    το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται
    αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
    βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.

    Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες
    –ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–
    ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.
    Ποτέ αγκαλιά. Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
    μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
    δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.
    Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
    Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους
    με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν
    οι στερήσεις– πως θά ‘ρθει μία και καλή
    να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
    η αγκαλιά της μάνας τους.
    Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
    που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
    ώστε ν’ ακούτε από μακριά
    αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.
    Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
    Tυλίγονται άγρια
    γύρω απ’ τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,
    θα σας πνίξουν.

    Tίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
    μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.

    Κική Δημουλά, ( H εφηβεία της λήθης, Στιγμή 1994)

    ***

    8. Οι γέροι ποιητές
    Στον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη

    Ό,τι κι αν γράφεις, φίλε μου Βαρβέρη,
    για τον ποιητών τα γηρατειά: πληγή,
    βαθιά πληγή από φρικτό μαχαίρι,
    δεν πρέπει να ‘χει πίκρα κι ούτε οργή.

    Οι ποιητές ποτέ δεν φτάνουν γέροι.
    Θνήσκοντες κάθε μέρα έχουνε βγει
    πέρα απ’ του πόνου τα δεσμά, απ’ το χέρι
    του χρόνου, σε μια γόνιμη σιγή.

    Κι αν άρρωστοι μονάζουν σ’ άδειες σκήτες,
    περήφανοι κι αλύγιστοι προφήτες
    κόσμου τυφλού,

    τη μοναξιά τους αν καλά προσέξεις
    θα δεις πως συντροφιά έχουνε τις λέξεις
    που τους μιλούν.

    ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ, ΠΑΥΣΙΛΥΠΑ. ΔΕΚΑΕΝΝΕΑ ΣΟΝΕΤΑ

    Ο γερο-νέγρο Τζιμ

    9.
    3
    Έπρεπε χρόνια πριν να είχες φύγει.
    Δεν θα μπορούσα τότε καν να το δεχτώ
    με κάθε μέσον θα’θελα να σε κρατήσω
    θα’ κλαιγα απαρηγόρητος.
    όμως φοβάμαι μήπως τώρα
    το εκλάβω σαν συνέπεια φυσική
    μήπως τα δάκρυα
    σου τα’ χω προπληρώσει
    και μήπως τέλος
    πρέπει να ετοιμάζεσαι
    για μια, χωρίς εμένα,
    αβάσταχτη επιβίωση.

    4
    Όμως δεν ξέρω
    πόσο αβάσταχτη
    θα’ ταν χωρίς εμένα
    η επιβίωση σου.
    Όταν πεθαίνει κάποιος νέος
    οι γέροι λένε πως ήταν θέλημα θεού
    όταν πεθάνει γέρος
    πως είχε πια γεράσει .
    όμως οι πάρα πολύ γέροι
    κοιτάνε μοναχά μπροστά
    εκτρέφουν πια μιαν υποψία αθανασίας.
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, Από την ενότητα «ΒΑΘΕΟΣ ΓΗΡΑΤΟΣ»

    ***

    10. ΟΙ ΓΕΡΟΙ

    Κι επειδή κάποτε
    ξαπλώσαμε αγκαλιά
    κι ήταν αυτός ένας ύπνος ανήσυχος
    όπου οι ανάσες μας παίρναν η μια
    την άχνα της άλλης·
    κι επειδή έπινα την πνοή σου
    κι έφτιαχνα δικιά μου καινούργια πνοή
    να σου τη στείλω·
    κι επειδή καίγαν οι ανάσες μας έτσι
    για χρόνια
    πάνω στα πρόσωπά μας ασταμάτητα
    γίναμε ο ένας για τον άλλον
    σαν τη βροχή
    που όσο κι αν τη διώχνουν οι καθαριστήρες
    όλο πέφτει
    στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου
    κι όλο πέφτει
    και σε τυφλώνει
    και δε σ’ αφήνει να δεις.
    Γιάννης Βαρβέρης, «Αναπήρων πολέμου»

    ***

    11. Ο ενικός, χτυπήματα στην πλάτη

    Εδώ γνωρίζω ηλικιωμένους
    που αν τους ρωτήσεις απαντούν
    και μόνον τ’ απαραίτητα
    σε μια γλώσσα παλιά
    ευγενική σανσκριτική ακατανόητη
    κι ύστερα πάλι φυγαδεύονται
    στη μερική τους άνοια, μακρινοί.

    Πόσα μπορείς να μάθεις απ’ τα σπαράγματα
    των φράσεων
    και σε τι άνθρωπο σοφό μπορείς να εξελιχθείς
    απ’ τα στεγνά τους μάτια που απλανή θρηνούν
    επειδή κώφευσαν
    τίποτε απ’ όλ’ αυτά δε διδαχτήκαν
    τα παιδιά τους –
    κάτι σφριγώντα κούτσουρα λαλίστατα
    που μας κυκλώσαν και παραμονεύουν
    με τα ντενεκεδένια δούρεια δώρα
    της οικειότητας.

    Γιάννης Βαρβέρης – Από τη συλλογή Στα ξένα (2001)

    ***

    12. ΒΑΘΕΟΣ ΓΗΡΑΤΟΣ 1

    Πώς ψάχνω κάθε λεπτομέρεια
    πώς επενδύω αισθήματα
    σε γεγονότα κοινότατα
    του απωτάτου παρελθόντος της
    πώς εξοργίζομαι
    πώς συγκινούμαι
    με συμπεριφορές της τώρα
    βαθέος γήρατος.

    Έτσι καμιά φορά κατασκοπεύονται
    απλές, ανάξιες λόγου και ιερές
    γυναίκες.

    [Γιάννης Βαρβέρης από τη συλλογή ΒΑΘΕΟΣ ΓΗΡΑΤΟΣ 2011]

    ***

    13. ΒΑΘΕΟΣ ΓΗΡΑΤΟΣ 2

    Πώς ψάχνει κάθε λεπτομέρεια
    πώς υποπτεύεται τα βλέμματά μου
    πώς γεγονότα ελάχιστα σχολιάζει και θυμάται
    πώς με συγχωρεί
    και πώς παραμονεύει
    με διαίσθηση άκρα
    ανύπαρκτους κινδύνους ή υπαρκτούς
    έστω για φευγαλέα απόδρασή μου
    έξω από τη νόρμα.

    Έτσι κατασκοπεύονται άνδρες
    από ιερές δήμιες γυναίκες

    ανάμεσα στη γέννηση και στην ταφή τους

    [Γιάννης Βαρβέρης από τη συλλογή ΒΑΘΕΟΣ ΓΗΡΑΤΟΣ 2011]

    Ο γέρος και η Σπυριδούλα-Γιάννης Λογοθέτης, Τραγούδια με νόημα

    14. Γέρος

    Όλο και πιο βαθιά γαλήνη
    όλο και πιο πλατιά ερημιά
    κι είναι η ζωή του τώρα ως μια
    παρθενογένεση να εγίνη
    Κάτι στο στήθος του αναβλύζει
    σα μούρμουρο σαν αμπολή
    και νιώθει ανάλαφρος πολύ
    λες κι η ζωή του τώρα αρχίζει
    Κι είναι ως παιδί που ‘χει πιστέψει
    πως αύριο κάτι θα συμβεί
    και πάει νωρίς να κοιμηθεί
    το χρόνο για να λιγοστέψει

    ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ, Ο Απόπλους, 1999

    ***

    15. Δύο μονοκονδυλιές

    α. Η γριά

    Γυαλίζει ο δρόμος στη βροχή και δεν
    θυμάμαι πού πηγαίνω κι η γυναίκα
    μια στείρα μια γριά σακατεμένη
    που στο κατώφλι σέρνεται, θλιμμένα
    χαμογελά και πού πηγαίνεις, λέει
    κανείς δεν είναι πια σ’ αυτή την πόλη
    στο κάθε σπίτι τρέμει ο λυχνοστάτης
    στο κάθε σπίτι κλείνει ο τελευταίος
    κι αφήνει μόνο μια χαραμαδίτσα
    για τους ανυποχώρητους μα τώρα
    ρημώθηκαν οι δρόμοι κι οι πλατείες
    νεκρές και τα καρνάγια ρημαγμένα
    κι οι άντρες μας καιρό ξενιτεμένοι
    λησμονημένοι σε παλιά ταξίδια
    κι άλλες γυναίκες δεν έχει πια ο τόπος
    να σε καλοδεχτούν και να σου στρώσουν
    και μόνο εγώ σου απόμεινα καλέ μου
    μια στείρα
    μια γριά σακατεμένη
    σε σκοτεινή αγκαλιά να σε τυλίξω

    Ορέστης Αλεξάκης, Από τη συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999), Ξενοδοχείον ο Απόπλους]

    ***

    16. Γεράσαμε

    Μέσα στις εποχές
    και τα χρόνια
    Χωρίς μια λέξη συνάντησης
    Το θαύμα κι εγώ

    Τα βράδια ξεσπάω
    σε αναφιλητά νοσταλγίας
    για όσα έζησα
    μόνο στα όνειρα

    Κι όλες οι πολύτιμες
    προφάσεις μου
    για ό,τι δεν καταχτήθηκε
    έχασαν πλέον την αιχμή τους

    Ένοικος του μαρασμού
    που σκοτώνει αργά
    και με επιμέλεια
    κάθε ελπίδα.

    Υπομένω τη δίκαιη
    θηριωδία της μοναξιάς
    Απαρηγόρητος του αναμενόμενου.

    ~Γιάννης Τόλιας~

    ***

    17. Οι γερο-ανόητοι

    Τι να νομίζουν πως συνέβηκε οι γερο-ανόητοι
    Και κατάντησαν έτσι; Μήπως τα ’χα θαρρούν
    Πώς δείχνει μεγαλύτερη ωριμότητα να σου κρεμά ή μασέλα, να σου στάζει;
    Να κατουριέσαι συνεχώς, να μη θυμάσαι
    Ποιος ήρθε το πρωί; ή πώς αρκεί να το ’θελαν
    Και θα γίνονταν όλα καθώς πριν, όπως όταν χόρευαν οληνύχτα
    Ή πήγαιναν ατό γάμο τους ή κάνανε το επ’ ώμου ένα Σεπτέμβρη;
    Ή μήπως και φαντάζονται ότι αλήθεια
    Δεν έχει διαφορά και πάντα τους φέρονταν σα σακάτες ή πιωμένοι
    Ή ότι περνούσαν μέρες καθιστοί σε μια απερίσπαστη και ρηχή ρέμβη.
    Κοιτάζοντας το φως ν’ αλλάζει θέση; Αν όχι (κι έτσι σίγουρα είναι), τι παράξενο!
    Πώς δεν ουρλιάζουν;

    Στο θάνατο σκορπάς· τα μόρια πού σε αποτελούσαν
    Εξαπολύονται και μακραίνουν το να απ’ τ’ άλλο επ’ άπειρο
    Χωρίς κανένα μάρτυρα. Όλα είναι λήθη, πράγματι:
    Την είχαμε και πριν μα επρόκειτο να λήξει
    Και χώνευε ολοένα μέσα σ’ ένα απαράμιλλον αγώνα
    Για να εξανθήσει το εκατομμυριόφυλλο λουλούδι του
    Να ’σαι εδώ κάτω· την επόμενη φορά μη φανταστείς
    Πώς θα ‘ναι αλλιώτικα. Να τα πρώτα σημάδια:
    Να μην ξέρεις το πώς, να μην ακούς το ποιος, να ’χεις χαμένη
    Την ικανότητα εκλογής· η όψη τους το λέει για πού τραβούν:
    Σταχτιά μαλλιά, παλάμες σαύρας, μούτρο όλο ζάρα σαν ξερό δαμάσκηνο
    Μα δεν τα βλέπουν όλα αυτά!

    Γέρος ίσως θα πει να ’χεις δωμάτια φωτισμένα
    Μέσ’ το μυαλό και μέσα εκεί κάποιους πού παριστάνουν
    Γνωστούς πού ωστόσο αναρωτιέσαι ποιοι ’ναι· καθένας τους διαγράφεται
    Σαν κάτι οδυνηρά χαμένο πού ανακτήθηκε, μπαίνοντας από πόρτες γνώριμες.
    Ακουμπώντας μια λάμπα, μειδιώντας από ένα σκαλοπάτι, παίρνοντας
    Ένα γνωστό βιβλίο από το ράφι· κι άλλοτε
    Μονάχα τα δωμάτια με καρέκλες και φωτιά στο τζάκι
    Τον ανθισμένο θάμνο στο παράθυρο ή του ήλιου
    Την αμυδρή στον τοίχο φιλικότητα κάποια μοναχική
    Αποβροχάρικη βραδιά μεσοκαλόκαιρου. Εκεί ζουν,
    Όχι στο τώρα και στο εδώ, μα εκεί πού γίνηκαν τα πάντα, κάποτε.
    Και να γιατί έχουν

    Ύφος αμήχανο απουσίας, καθώς πασχίζουν να ’ναι εκεί
    Ενώ είναι εδώ. Γιατί μακραίνουν τα δωμάτια πιο πολύ, αφήνοντας
    Αναρμόδιο κρύο, την εύλογη φθορά κάθε φορά
    Της εισπνοής κι εκπνοής· κι αυτούς τους ίδιους μαζεμένους κάτω από
    Το Έβερεστ τού αφανισμού, τους γερο-ανόητους. που δεν αντιλαμβάνονται
    Τι κοντά που ’ναι. Να τι τους κάνει σίγουρα να μη διαμαρτύρονται:
    Η κορυφή ολοφάνερη, απ’ όπου κι αν βρεθούμε
    Γι’ αυτούς σημαίνει υψωματάκι. Μα δε βλέπουν ποτέ
    Τι τους τραβά προς τα πίσω και πως θα λήξουν όλα; Ούτε τη νύχτα.
    Ούτε όταν οι άγνωστοι έρχονται; Ποτέ όσο διαρκούν
    Τ’ αποτροπιαστικά τους ξεμωράματα; Έ,
    Μια μέρα θα το μάθουμε.

    Φίλιπ Λάρκιν, απόδοση: Νίκος Φωκάς

    ΒΙΚΥ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ – Φαρμάκι τα γεράματα

    18. Ὁ Γέρος

    Ὁ γέρος ὁ ἑκατοχρονίτης,
    ὁποῦ ἐγνώρισα στὸ ἴδιο νησί μου, τὴ Λευκάδα,
    ἀφοῦ πέρασε βοσκὸς σαράντα χρόνια
    στὴ βουνοκορφή, στὰ Σταυρωτά,
    κατέβηκε νὰ παντρευτεῖ μία μέρα
    στὸ γιαλό, στὸ Μεγανήσι

    κι ἀπὸ τότε γίνηκε ψαρὰς
    κι ἀπόχτησε τρεῖς θυγατέρες
    κι ὅσο ἤτανε μικρές, κυβέρναε μονάχος
    τὸ ψαροκάϊκο, τὸ πεζόβολο, τὰ παραγάδια καὶ τὰ δίχτυα

    κι ἅμα ἡ πρώτη θυγατέρα ἦρθε στὸ χνούδι της
    τὴ πῆρε στὰ κουπιὰ νὰ δέσει τὸ κορμί της,
    ἔπειτα τὴ πάντρεψε καὶ πῆρε τὴ κατοπινὴ
    κι ἀφοῦ ἔδεσε καὶ τούτη,
    κράτησε λίγο καιρὸ τὴ τρίτη στὰ κουπιὰ
    καὶ σὰ τὴ πάντρεψε κι αὐτήν,
    ἔμεινε πάλι μὲς στὴ βάρκα μοναχός,
    προσμένοντας τὸ θάνατο, ἥσυχα νὰ τὸν ῾γγίξει,
    καθὼς σβεῖ στρωτὰ ὁ ἀγέρας
    στὸ νερὸ τὰ δειλινά.

    Ἄγγελος Σικελιανός

    ***

    19. Προοίμιο γηρατειών

    Από μέρα σε μέρα
    βλέπω τους νέους πιο νέους.
    Ανακαλύπτω πως δε μ’ ενοχλεί
    να μου δίνουν στο ασανσέρ προτεραιότητα
    Κοιτάω μην έχει στο λεωφορείο θέση ελεύθερη
    Καμιά φορά σχεδιάζω ένα ποδόλουτρο για το βράδυ…
    Τα χρόνια με πολιόρκησαν.
    Λες, αύριο να κάνω κι όνειρα για σύνταξη;

    Ανήσυχος κοιτάζω στον καθρέφτη μου:
    Βέβαια!… Το βρίσκω δύσκολο
    να κάθομαι ν’ ακούω τι λεν οι άλλοι.
    Ακόμα δυσκολότερο
    να παραδέχομαι αυτά που λένε οι άλλοι.
    Όλο και πιο πολύ βολεύομαι
    μέσα στα ρήγματα που μ’ άνοιξε η πολιορκία.
    Άρχισα κιόλας να μην πολυανησυχώ
    που δεν είμαι σε θέση πια
    να κάνω μια επανάσταση κάθε βδομάδα.

    Κώστας Κουλουφάκος, «Διαπιστώσεις» (Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 99, Μάρτιος 1963, σελ. 157)

    ***

    20. ΟΙ ΓΡΙΕΣ

    Μοιάζω, θαρρώ, με τις γριές
    που στέκουν στο κατώφλι
    παλιών σπιτιών με τη φθορά
    συνομιλούν μονάχες
    κι ως ακουμπούνε σταυρωτά
    τα χέρια στην ποδιά τους
    σιάζουν τις μνήμες τις γλυκές
    απά στα γόνατά τους
    ζαρώνοντας το μέτωπο
    τραβούνε το μαντήλι
    στ’ ασπρισμένα τους μαλλιά
    και τις πικρές στιγμές τους.

    Μοιάζω, θαρρώ, με τις γριές
    που στέκουν και προσμένουν
    μ’ ένα «Κύριε δόξα Σοι»
    και μ’ ένα «Αμήν» στο στόμα
    παλιώνοντας με τη σιωπή
    των άδειων σπιτικών τους
    το «αντίο» αναπέμπουνε
    στον αναστεναγμό τους.

    ΚΕΡΑΣΙΑ ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗ, 8-4-2010

    Διονύσης Σαββόπουλος – Γέρος για ροκ, νέος για θάνατο

    21. Ο γέρος

    Πέρασαν τόσα κοπάδια τόσοι φτωχοί
    και πλούσιοι καβαλάρηδες, άλλοι
    από τα μακρινά χωριά είχαν μείνει
    τη νύχτα στα χαντάκια της δημοσιάς
    άναψαν φωτιές για τους λύκους, βλέπεις
    τη στάχτη; Μαυριδεροί κύκλοι επουλωμένοι.

    Είναι γεμάτος σημάδια σαν το δρόμο.
    Στο ξεροπήγαδο πιο πάνω ρίχναν τα λυσσασμένα
    σκυλιά, δεν έχει μάτια είναι γεμάτος
    σημάδια κι αλαφρύς· φυσά ο αγέρας·
    δεν ξεχωρίζει τίποτε ξέρει τα πάντα,
    άδειο θηκάρι τζίτζικα σε κούφιο δέντρο
    δεν έχει μάτια μήτε στα χέρια, ξέρει
    την αυγή και το δείλι ξέρει τ’ αστέρια
    το αίμα τους δεν τον θρέφει, μήτε νεκρός
    δεν είναι, δεν έχει φυλή δε θα πεθάνει
    θα τον ξεχάσουν έτσι, μήτε πρόγονος.

    Τα κουρασμένα νύχια στα δάχτυλά του
    γράφουν σταυρούς πάνω σε σάπιες θύμησες
    καθώς φυσά ο αγέρας θολός. Χιονίζει.

    Είδα την πάχνη γύρω στα πρόσωπα
    είδα τα χείλια υγρά τα δάκρυα παγωμένα
    στην κόχη του ματιού, είδα τη γραμμή
    του πόνου πλάι στα ρουθούνια και την προσπάθεια
    στις ρίζες του χεριού, είδα το σώμα να τελειώνει.

    Δεν είναι μόνος ο ίσκιος αυτός δεμένος
    σ’ ένα στεγνό ραβδί που δε λυγίζει
    δε σκύβει να πλαγιάσει, δεν μπορεί·
    ο ύπνος θα σκόρπιζε τις κλείδωσές του
    στα χέρια των παιδιών να παίξουν.

    Προστάζει σαν τους πεθαμένους κλώνους
    που σπάνε όταν νυχτώνει και ξυπνά
    ο αγέρας μες στις λαγκαδιές
    προστάζει τους ίσκιους των ανθρώπων
    όχι τον άνθρωπο μέσα στον ίσκιο
    που δεν ακούει παρά τη χαμηλή φωνή
    της γης και του πελάγου εκεί που σμίγουν
    της μοίρας τη φωνή. Στέκεται ολόρθος
    στην όχθη, μέσα σε κουβάρια κόκαλα
    μέσα σε στοίβες κίτρινα φύλλα:
    άδειο κλουβί προσμένοντας
    την ώρα της φωτιάς.

    Ντρένοβο, Φλεβάρης 1937, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Τετράδιο Γυμνασμάτων, Δοσμένα

    http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1588

  2. Ο Μπόρχες πολύ με συγκίνησε… Όπως συμβαίνει άλλωστε και με την ίδια τη λέξη γέρος/γριά. Οι γονείς μου είναι αρκετά ηλικιωμένοι, αλλά αρνούμαι να τους πω γέρους.. Καλημέρα παιδιά και καλή Κυριακή 🙂

  3. Ciao Aggeliki!!!… «Πλούσια τα ποιητικά ελέη σου»!…

    -Τάσος Λειβαδίτης, «Ὁ μουσικὸς»

    «……Συχνὰ τὴ νύχτα, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, ἔφτανα σὲ μιὰ ἄλλη πόλη, δὲν ὑπῆρχε παρὰ μόνο ἕνας γέρος, ποὺ ὀνειρευόταν κάποτε νὰ γίνει μουσικός, καὶ τώρα καθόταν μισόγυμνος μὲς στὴ βροχὴ – μὲ τὸ σακάκι τοῦ εἶχε σκεπάσει πάνω στὰ γόνατα τοῦ ἕνα παλιό, φανταστικὸ βιολί, «τὸ ἀκοῦς;» μοῦ λέει, «ναί, τοῦ λέω, πάντα τὸ ἄκουγα»,
    ……ἐνῷ στὸ βάθος τοῦ δρόμου τὸ ἄγαλμα διηγόταν στὰ πουλιὰ τὸ ἀληθινὸ ταξίδι.»
    (ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης)

    -Τάσος Λειβαδίτης (ΙΙ) – «Σχέδιο με βροχή»

    «Ένας γέρος σταμάτησε στη γωνιά καθώς πήρε να βρέχει.
    Θλιβερός, ετοιμόρροπος γέρος σα φτιαγμένος από ένα σωρό
    τσαλακωμένα χαρτιά[που άρχισαν κιόλας να μουσκεύουν κάτω απ τη βροχή,
    θε μου, τα χαρτιά λιώνουν – μια ομπρέλα, λοιπόν, ηλίθιοι,
    δε βλέπετε,
    αυτός ο άνθρωπος θα διαλυθεί. Χαρτιά από παλιά ερωτικά
    γράμματα,
    λευκώματα, παιδικές επιστολές στο Θεό,
    χαρτιά από εξισώσεις, κατασχέσεις, δικογραφίες δολοφόνων,
    αποδείξεις από πανάρχαια χρέη και ξεθωριασμένα χειρό-
    γραφα
    λησμονημένων ποιητών.
    Και πάντα η βροχή ήρεμη, σιωπηλή
    τυλίγοντας τον κόσμο σ ένα γκρίζο, κουρελιασμένο πανί
    σαν ένα χέρι που τόκοψαν και παν να το θάψουν.
    ήρεμη, ταπεινή βροχή, γεμάτη συχώρεση.»

    -Τάκης Παπατσώνης, «Τό κούτσουρο τών γερόντων»:

    «Κλειστοί καιροί, κλειστοί περίκλειστοι
    μακράν τής θέας τουρανού, παρατημένοι
    σέ ανέμους, θύελλες, χιόνια καί θολούρες.
    Μάτην φωνούν οι αλέκτορες τήν εθισμένην ώρα,
    δέν ξεδιαλύνουν τά σκοτάδια, φώς δέν έρχεται,
    κακές ειδήσεις φτάνουν. Τούτες δέχεται
    κουκουλωμένος Γέρος μέ αναμμένο λύχνο
    μεσημεριάτικα, τού χειμερίου
    ανθρώπου τό κατάντημα ιδού, αδιαφορεί
    πρός όλα. Η μόνη μέριμνα, πώς νά μή σβήσει
    τό κούτσουρό του…
    Καί μέριμνά μας, τών γερόντων, όχι οράσεις
    τής πίστεως, όχι τό Μαρτυρολόγιο μέ τίς φλόγες του
    αλλά μήν καεί τό κούτσουρο αυτό εδώ για πάντα»
    (Πηγή: http://parembasis.gr/index.php/menu-teyxos-172/1133-2010-172-16)

    -Μπ. Μπρεχτ, «Η (γριά) αγοράστρια»

    «Είμαι γριά./ Σαν ξύπνησε η Γερμανία/ μειώθηκαν οι συντάξεις.
    Τα παιδιά μου/ μου δίνουν πότε πότε μερικές δεκάρες.
    Μα σχεδόν τίποτα δεν μπόραγα πια ν’ αγοράσω.
    Τον πρώτο καιρό πήγαινα πιο σπάνια και ‘γω στα μαγαζιά
    όπου παλιότερα είχα συνηθίσει να ψωνίζω κάθε μέρα.
    Μα κάποια μέρα το σκέφτηκα καλά κι άρχισα
    να πηγαίνω πάλι καθημερινά στο φούρναρη και τη μανάβισσα.
    Σαν παλιά αγοράστρια με προσοχή ξεδιάλεγα τα τρόφιμα
    περισσότερα δεν έπαιρνα απ’ ό,τι πιο παλιά,
    μα και λιγότερα όχι..
    Έβαζα τα ψωμάκια πλάι στο καρβέλι το ψωμί
    και πλάι στο λάχανο τα πράσα/ και μοναχά
    σαν όλο το λογαριασμό είχανε υπολογίσει, αναστέναζα
    κι έψαχνα με τ’ αλύγιστά μου δάχτυλα
    βαθιά μες στο μικρό δερμάτινό μου πορτοφόλι.
    Κι ομολογούσα κουνώντας το κεφάλι ότι τα χρήματα
    που είχα δε μου φτάνανε για να πληρώσω αυτά τα λίγα
    κι έφευγα από το μαγαζί κουνώντας το κεφάλι
    μπροστά σ’ όλων των πελατών τα μάτια.
    Είπα στον εαυτό μου:
    Σαν όλοι εμείς που τίποτα δεν έχουμε
    σταματήσουμε και να εμφανιζόμαστε εκεί
    που αγοράζουμε το φαγητό
    μπορεί και να νομίσουν πως τίποτα δε χρειαζόμαστε.
    Μα σαν ερχόμαστε και δεν μπορούμε τίποτα να πάρουμε
    ξέρουν όλοι το πρόβλημα, τα πράγματα πως έχουν».
    (Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, εκδ. Σ. Ε.)

    -Σαπφώ:

    «Εσείς για τα ωραία δώρα των πορφυρόντυτων Μουσών,
    παιδιά μου, να φροντίζετε και για τη λύρα, που αγαπά να τραγουδά, γεμάτη μελωδία.

    Μένα το δέρμα μου, απαλό που ήταν πριν, το γήρας πια
    το πρόφτασε και τα μαλλιά μου έγιναν από μαύρα άσπρα.

    Βάρυνε η ψυχή μου, τα γόνατα δε με βαστούν
    κι ας χόρευαν κάποτε γοργά σαν ελαφάκι.

    Συχνά γι’ όλα αυτά στενάζω. Μα τι μπορώ να κάνω;
    Να μην γεράσει ο άνθρωπος δεν γίνεται.

    Λένε πως κάποτε τον Τιθωνό ροδόχερη η Αυγή
    από έρωτα γεμάτη έφτασε κουβαλώντας τον στις εσχατιές της γης.

    Όμορφος ήτανε και νιος, όμως κι αυτόν στην ώρα τους
    τα γκρίζα γηρατειά τον πιάσανε, κι ας είχε αθάνατη γυναίκα.»

    [μτφ. Σταύρος Γκιργκένης]

  4. Ciao Petra!…

    Αχ, το άτιμο το γήρας…

    -Κ. Π. Καβάφης, «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου, ποιητού εν Κομμαγηνή, 595 μ.Χ.»

    “Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
    είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
    Δεν έχω εγκαρτέριση καμιά.
    Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
    που κάπως ξέρεις από φάρμακα,
    νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

    Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι. –
    Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
    που κάμνουνε – για λίγο- να μη νιώθετε η πληγή.”
    [1927]
    (Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον/ βιβλία)

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    …γιατί όποτε οι άνθρωποι έχουν δίκιο δεν είναι νέοι, λέει ο e. e. cummings.
    Τι μεγάλη αλήθεια!
    Γι’ αυτό είναι οι ποιητές: για να μας θυμίζουν τα αυτονόητα. Που δεν είναι πάντα αυτονόητα. Τι λες κι εσύ;

    *

    1. Όνειρο στην άπνοια

    Τί σοβαροί, τί σεμνοὶ ποὺ εἶναι ὅλοι αὐτοὶ οἱ γερόντοι,
    ποὺ κατοικοῦνε τώρα τοὺς παγωμένους Οὐρανούς,
    καὶ ἡ σοφία τους, τί μεστή, ποὺ γίνεται ἕνα
    στὴν ἄσκησή της μὲ τὴ δίκαιη καλωσύνη•
    τί καλοπροαίρετοι κι’ ἀφάνταστα ἐπιεικεῖς,
    σ’ αὐτοὺς πιὰ καταφεύγουμε νὰ βροῦμε τὴ γιατριά,
    κι’ ἂν ὄχι τὴ γιατριά, κάποια κατάπαυση,
    κάποια γαλήνη, μιὰ καὶ στεγνῶσαν
    τοῦτες οἱ βρύσες, ποὺ μᾶς πλουταῖναν τοὺς κήπους.

    Κάθονται γύρω γύρω στὴ φωτιά τους,
    καθὼς ἄλλους καιροὺς στοὺς καφενέδες
    τῶν λιμανιῶν τους, δέρματα τυλιγμένοι,
    λιγομίλητοι, συνοφρυωμένη γερουσία,
    προσμένοντας νὰ φτάσει κάποιος ὡς αὐτούς.

    Θαλασσινοὶ ἀποτραβηγμένοι, ποὺ ἀκόμη τώρα,
    ὅλο καὶ θάλασσα ὀνειρεύονται. Θαλασσινοί,
    τόσα ξερόνησα στὴ ζωή μας, τόσους κάβους
    κι’ ἐμεῖς, τόσα βράχια ἀντικρύζαμε,
    χωρὶς νὰ νιώσουμε ποτέ μας ἀπὸ κοντὰ
    τὴν πίκρια καὶ τὴ στέγνια τῆς πέτρας:
    μᾶς ἔθρεφε ἡ ἁπλοχωριὰ τοῦ πελάγους,
    μᾶς γέμιζε τὰ στήθια ὁ ὅποιος ἀγέρας
    σημεῖα καὶ τέρατα μᾶς δεῖχναν τὸ δρόμο.

    Κάθε ποὺ στρίβαν οἱ καιροί,
    τὄχαμε πανηγύρι• ἕνα κουρέλι σύγνεφο
    ἔφτανε νὰ πετάξει ὁ οὐρανός,
    ἢ νὰ φουντώσει τὸ βουνὸ ἕναν καπνό,
    καὶ πλάθαμε ὅλη τὴ μέλλουσα ἱστορία μας.

    Ξεραινόταν τὸ ἁλάτι στὰ γένια μας
    καὶ τὸ τρίβαμε στὰ δάχτυλα μὲ ἡδονή.

    Λὲς καὶ δὲ μᾶς μιλᾶνε πιὰ οἱ θάλασσες.
    Λὲς καὶ μᾶς πεισμώσανε γιὰ πάντα.
    Τὸ Ρόδο τῶν Ἀνέμων δὲν ἔχει πιὰ τὶ νὰ δείξει,
    μαράθηκε, κι’ ἀφήνονται τὰ πανιά μας νὰ παίζουν
    ἄβουλα καὶ νεκρά• δὲν τὰ φουσκώνει τώρα
    τὸ ΙΙνέμα ποὺ τὰ φτέρωνε μέρα καὶ νύχτα
    καὶ τάστελνε σαΐτες, γλάρους καὶ θαλασσοπούλια,
    κι’ ἀφρολουσμένες γοργόνες.

    Πάνω στὸ πέταγμά του,
    μαρμάρωσε τὸ περιστέρι.

    Κάτι θὰ ξέρουν ἀσφαλῶς γιὰ τὰ δεινά μας
    αὐτοὶ οἱ ἀμίλητοι γερόντοι.

    Τάκης Παπατσώνης -Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «ΕΚΛΟΓΗ Α’, URSA MINOR, ΕΚΛΟΓΗ B’».
    Ἔκδ. ΙΚΑΡΟΣ Ἀθήνα 1988.

    ***

    2. ANEΠΙΔΕΚΤΟΣ ΧΡΟΝΟΥ
    Στον Ηλία Ρ.

    Δεν ξέρει πώς να γεράσει.
    Να θυμάται, να φοβάται ή να επιθυμεί;
    Χάνεται σε αδυναμίες και σε εμμονές.
    Γιορτάζει, όμως, πάντοτε
    τα πρώτα ονόματα των πληγών του,
    πιστός στις υποχωρήσεις του.

    ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

    ***

    3. η καλή γριά και τα λοιπά

    η καλή γριά και τα λοιπά
    θεια μου η λούσυ στον τελευταίο
    πόλεμο μπορούσε και το πιο
    σημαντικό πράγματι σου ‘λεγε ακριβώς
    για ποιον οι πάντες πολεμούσαν
    λόγο,
    η ξαδέρφη μου
    ίζαμπελ έφκιαχνε
    (κατά)
    εκατοντάδες κάλτσες για να μην
    μιλήσω για πουκάμισα αλεξιψυλλες ωτοασπίδες
    και τα λοιπά μανικέτια και τα λοιπά, η
    μάνα μου έλπιζε πως
    ίσως να πέθαινα και τα λοιπά
    αγέρωχα βεβαίως ο πατέρας μου όλο και
    βράχνιαζε να λέει πόσο μεγάλο ήταν
    προνόμιο κι αυτός μονάχα να
    μπορούσε στο μεταξύ εγώ και τα λοιπά
    ξάπλωνα ήσυχα
    στην παχιά λάσπη και
    τα λοιπά
    (με όνειρα,
    και
    τα λοιπά, για το
    χαμόγελό Σου
    τα μάτια σου τα γόνατα και για τα Και τα λοιπά σου)

    —e. e. cummings—
    Μετάφραση: Ξ. Α. Κοκόλης

    ***

    4. Ας είναι η καρδιά μου πάντα ανοιχτή στα μικρά
    πουλιά που’ ναι τα μυστικά της ζωής
    ό,τι κι αν τραγουδούν είναι καλύτερο απ’ το να γνωρίζεις
    κι αν οι άνθρωποι δεν θέλουν να τ’ ακούσουν οι άνθρωποι
    είναι γέροι

    Ας περιδιαβαίνει το μυαλό μου πεινασμένο
    κι άφοβο και διψασμένο κι εύπλαστο
    ακόμη κι αν είναι Κυριακή ας έχω άδικο
    γιατί όποτε οι άνθρωποι έχουν δίκιο δεν είναι νέοι

    Κι ας μην κάνω εγώ τίποτα χρήσιμο
    κι ας αγαπώ εσένα περισσότερο κι από αληθινά
    δεν έχει υπάρξει ποτέ κάποιος τόσο ανόητος που
    να μην μπορεί να
    τραβήξει όλον τον ουρανό πάνω του μ’ ένα χαμόγελο

    e. e. cummings
    Χάρης Βλαβιανός (επιμέλεια, εισαγωγή, ανθολόγηση, μετάφραση), Ανθολογία ερωτικής ποίησης: Κρατώ την καρδιά σου (την κρατώ μες στην καρδιά μου), εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, ISBN 978-960-16-4910-8, σελ. 60.

    ΓΕΡΑΜΑΤΑ -ΜΑΡΟΥΔΑΣ

    5. Γέροντας

    Όλοι είναι στα χωράφια: η μικρή ίζμπα συνήθισε
    αυτή τη μοναξιά, αναπνέει, τρυφερή, σα παραμάνα,
    σκεπάζει την ήρεμη κραυγή του μωρού που κλαίει.
    Στο τζάκι, σα να κοιμάται, είναι ξαπλωμένος ένας γέρος,
    σκέφτεται αυτά που χάθηκαν
    και σα μιλούσα θα ‘ταν ποιητής.
    Μα κείνος σιωπά· ας του χαρίσει γαλήνη ο Κύριος.
    Κι ανάμεσα στην καρδιά και το στόμα μου
    η απόσταση τεράστια, πέλαγος … σκοτεινιάζει πια η σκεπή
    και η γλυκιά, όμορφη αγάπη
    βγαίνει απ’ τα στήθη χιλιάδων χρόνων
    και δεν βρήκε τα χείλη, – και έμαθε, ξανά
    ότι σωτηρία δεν υπάρχει,
    ότι το φτωχό πλήθος των κουρασμένων λόγων,
    ξένο, θα προσπεράσει τη ζωή.

    Μεσημέρι, 7 Δεκεμβρίου 1900
    R. M Rilke , Έξι ποιήματα για την Lou Andrea Salome, Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης (C)

    ***

    6. Η ΓΡΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΤΗ ΝΙΑ

    Θες, τώρα, να μας πεις και να μας πείσεις ότι είσαι μόνον
    δεκαέξη;… ή δεν κοιτάς που η ευλογιά σε ροκανίζει;
    Και το μωρό δεν έχει δόντια ναν τα σφιγκοτρίζει,
    πλην είν’ μωρό – όχι γριέντζω κλασοδόντα ογδόντα χρόνων!

    Για καλλονή περνιέσαι (χα!), υπεράνω ετών και αιώνων·
    δεν παν –λες– χρόνια που ’τρωγες από το ρωγοβύζι.
    Έλα, όμως, που το στόμα σου γριαμπάμπω μού θυμίζει,
    το δε βρακί σου μπόχα (πφ!) έχει έως κι εκατό σκατώνων!

    Σαλιάρα και φασκιές μωρών σού ’ν’ τα κοντά σοσόνια!
    Της νιότης θες το φαίνεσθαι να επιδεικνύεις, μα μήτε
    της μούρης σου οι ρυτίδες έαρ δηλώνουν. Και τα ψώνια

    να ζήσουν πρέπει· διό και τόσες μαϊμουδιές λυπητε-
    ρές χάβουμε: πως (και καλά!) εσύ σέρνεις λίγα χρόνια…
    (σαν τα ψωμιά!) – αυτά που σού ’χουν μείνει ακόμη, εννοείται…

    FRANCISCO DE QUEVEDO, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    7. Γέρων αοιδός ψάλλων το έαρ

    Ήλθες, Μάρτιε, ήλθες λοιπόν,
    κ’ επρασίνισαν πάλιν οι κάμποι,
    και το βλέμμα του Έαρος λάμπει,
    λάμπ’ εις όλην την γην χαρωπόν.

    Ήλθες Μάρτιε κ’ ήλθαν μαζί
    αύραι, ρόδα, φωναί αηδόνος,
    κ’ η ταφείσα εις πλάκα χιόνος
    φύσις θάλλει εκ νέου και ζη.

    Ω στιγμαί ταραχής τρομεράς,
    ότ’ εν μέσω βροντών και στροβίλων
    επιπίπτουν σφοδρώσ κατ’ αλλήλων
    Εύρος, Ζέφυρος, Νότος, Βορράς!

    Όλα έμειναν τώρα βωβά,
    μόνη δε η γλυκεία γαλήνη
    της θαλάσσης το κύμ’ απαλύνει,
    όπου νήσσα λευκή κολυμβά.

    Παντού χλόη, παντού αφειδώς
    άνθ’ η φύσις προχέει ποικίλα’
    παντού ψάλλ’ η καλή Φιλομήλα,
    των δασών ο μικρός αοιδός.

    Το εράσμιον κάλλος υμνών
    τι γλυκά, τρυφερά λαρυγγίζει
    προς το ρόδον που αύρα λυγίζει
    και ερύθημα βάφει σεμνόν!

    Παρομοίως λευκή Ναϊάς
    εις εγκώμια νέου Σατύρου
    φλεγομένας αισθάνεται γύρου
    τας ωραίας αυτής παρειάς.

    Πόσαι, πόσαι ωραίαι σκηναί
    την ψυχήν συγκινούν και φαιδρύνουν!
    Και η Πρόκνη! ω πώς με ηδύνουν
    αι μικραί της, κομψαί της φωναί!

    Της ανοίξεως άγγελε, τι,
    τι ψελλίζει το λάλον σου στόμα;
    Τι παράπονα έχεις ακόμα,
    σκληρά μήτηρ, σκληρά γαμετή;

    Πού να στρέψω το βλέμμα μου, πού,
    και τερπναί να μην είναι εικόνες;
    Αλλά παύω, και σεις αηδόνες
    κελαδείτε αυτάς τους λοιπού.

    Της Ελλάδος γλαυκέ ουρανέ,
    ποταμοί και βουνά και κοιλάδες,
    λίμναι λείαι, τερπναί πρασινάδες,
    και Ζεφύρων πνοαί σιγαναί!

    Είμ’ εξήκοντα ήδη ετών,
    αλλά όταν εις σας ατενίσω,
    επεθύμουν ακόμα να ζήσω
    έτη άλλα δις, τρις εκατόν!

    Ήλθες Μάρτιε, ήλθες λοιπόν,
    κ’ επρασίνισαν πάλιν οι κάμποι,
    και το βλέμμα του έαρος λάμπει,
    λάμπ’ εις όλην την γην χαρωπόν.

    Ιωάννης Καρασούτσας (1824-1873)

    ***

    8. Τα χρόνια περνούν.
    Ο ήλιος, με τον ίδιο ρυθμό,
    ανοιγοκλείνει τα παράθυρα.
    Παιδιά γεννιούνται.
    Οι μέρες κυκλοφορούν με τρίκυκλα.
    Γερνάμε.

    Φερεϊντούν Φαριάντ

    ***

    9. Η μνήμη των ηλικιωμένων γυναικών

    Οφείλουμε να τιμούμε τις πολύ ηλικιωμένες γυναίκες.
    Να διορθώνουμε τις φθορές των παλιών εικόνων,
    να τροφοδοτούμε κάθε πρωί το θυμιατήρι με λιβάνι,
    να διπλώνουμε προσεκτικά τα σκουρόχρωμα φουστάνια,
    τ’ άσπρα μαντήλια και τα μεσοφόρια
    να νανουρίζουμε τα βράδια τα σκοτεινά μνήματα.
    Καθώς αυτές έχασαν τους άντρες ή του αδελφούς
    και κάθονται τώρα στην πόρτα και κοιτάζουν.
    Καθώς το σπίτι τους κάηκε στη μεγάλη πορεία
    και τοποθετούν τα προσωπικά τους είδη
    στο χαρτονένια κουτί
    και φωτογραφίζονται με το κλαρίνο παρά πόδας
    στη όμορφη παραλία των Αγράφων.

    Δημήτρης Χουλιαράκης
    από τη συλλογή Υπέρ θηλών και ραμφών, 1983
    Ηλίας Κεφάλας, Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης
    Η δεκαετία του 1980 (Ιδιωτικό όραμα), 1989

    ***

    10. Χωρίς προοπτική

    Οι γυναίκες της μεγάλης ηλικίας
    Μοιάζουν σα να μη τις άγγιξε κανείς
    Έτσι που κάθονται στο σπίτι μονάχες
    Ή στην εξοχή με σταυρωμένα χέρια

    Τι να αισθάνονται τάχα
    Την ώρα που νυχτώνει
    Και πρέπει να κοιμηθούνε πάλι
    Χωρίς να ‘ναι κουρασμένες

    Λένε πως βλέπουν όνειρα πολλά
    Πως κουβεντιάζουν με τους πεθαμένους
    Γι’ αυτό φαίνονται θλιμμένες το πρωί
    Έτσι που πίνουν σιωπηλά τον καφέ τους
    Χωρίς σχέδια και προοπτικές
    Για τη νέα μέρα
    Που προχωρεί απάνω τους
    Αδιάφορα

    Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Από τη συλλογή Θαλασσινό ημερολόγιο (1981)

    Νικολάου -Θαλασσινός «Δεν φταίω εγώ που μεγαλώνω»

    11. ΓΙΑΤΙ ΚΙ ΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΡΑΦΡΟΝΟΥΝ;

    Γιατί κι οι γέροντες να μην παραφρονούν;
    Κάμποσοι γνώρισαν ένα όμορφο παιδί
    Με του ψαρά τον σταθερό και γρήγορο καρπό
    Να καταντάει μπεκρούλιακας δημοσιογράφος*
    Ένα κορίτσι που ήξερε παλιά όλο το Δάντη
    Να κάνει τελικώς παιδιά μ’ ένα στουρνάρι
    Μια Ελένη με όνειρο το κράτος της ευημερίας
    Να ξεφωνίζει ορθή απάνω σ’ ένα κάρο.

    Άλλοι θαρρούν πως είναι φυσικό ή τύχη
    Ν’ αφήνει τους καλούς στην ψάθα και τους κακούς να ευνοεί,
    Πως αν οι γείτονες διαγράφονταν απτοί,
    Σάμπως σε μιαν οθόνη φωτισμένη,
    Δεν θα ‘βρισκαν παράδειγμα κανένα
    Ενός καλόμοιρου και σώου λογικού,
    Οπού το τέλος να ‘ναι ισάξιο με την αρχή.

    Οι νέοι δεν ξέρουνε τίποτε απ’ αυτά,
    Οι γέροντες οι παρατηρητικοί τα ξέρουνε καλά*
    Κι όταν ξέρουν τι λένε τα παλιά βιβλία,
    Και πως καλύτερα δεν πρόκειται να γίνουν,
    Ξέρουν γιατί κι ο γέροντας μπορεί να τρελαθεί.

    [Ιανουάριος 1936]
    Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς
    Μετάφραση: Αντώνης Ζέρβας

    12. Οι γέροι θαυμάζοντας τον εαυτό τους στο νερό

    Άκουσα τους γέρους, γέρους άντρες να λένε,
    «Όλα αλλάζουν,
    Και ένας ένας χανόμαστε».
    Ήταν τα χέρια τους σαν νύχια αρπακτικών, και τα γόνατά τους
    Μπλεγμένα σαν γέρικα αγκαθερά δέντρα
    Δίπλα στο νερό.
    «Ό,τι είναι όμορφο φεύγει,
    Όπως το νερό».

    W. B. Yeats, Ποιήματα (μτφρ. Ιωάννης Καλκούνος)

    ***

    13. ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΕΣ

    Του παρελθόντος υστερόγραφα
    μπρος στου σπιτιού την πόρτα,
    σαν όνειρα συλλογισμένα
    που πήραν ξάφνου υπόσταση μες στον αέρα
    κάθονται και κοιτάζουν.
    Μέσα κι ολόγυρά τους η σιωπή,
    στο βάθος ο ανύπαρκτος κόσμος.

    Τάκης Καρβέλης (ΚΑΤΑΘΕΣΗ, 1966)

    ***

    14. ΓΕΡΑΜΑΤΑ

    Απ’ τα τόσα ασυγκράτητα
    σκιρτήματα της σάρκας
    στο τέλος τίποτα δεν μένει.
    Σαν μονοπάτια απάτητα
    σβήνουν και δρόμοι πια χορταριασμένοι,
    όπως αυλάκι βάρκας
    σε ταραγμένο πέλαγο. Αραγμένη
    τώρα στον όρμο ανάλαφρα λικνίζεται στο κύμα.
    Να χάνονται έτσι οι ηδονές, πόσο άδικο, τί κρίμα,
    σε γέλια οι γλάροι ενώ ξεσπούν, αδιάφοροι και ξένοι.

    ΚΑΡΟΛΟΣ ΤΣΙΖΕΚ, Από το βιβλίο: Κάρολος Τσίζεκ, «Στίχοι έρωτα και αγάπης», Μπιλιέτο, Παιανία 2005.

    ***

    15. Φίλτατέ μου γεροντάκο

    Πιο καλά ; Χίλιες φορές !
    Πρώτα πρώτα εμείς γι αυτούς
    δε θα χτίζουμε ναούς,
    με τις πόρτες τις χρυσές,
    παρά θα τους προσκυνάμε
    μπρος σε θάμνους μες στα σκίνα,
    μεσ` σε κουμαριές και κρίνα.
    Κι όσα θα `ναι πιο σεβάσμια
    θα `χουνε ναό μια ελιά.

    Κι ούτε στους Δελφούς ή σε άλλα
    πανηγύρια απ` τα μεγάλα
    θα πηγαίνουμε με δώρα.
    Παρά κει που `ν` αγριελιές
    κι αχλαδιές και κουμαριές
    θα πηγαίνουμε με στάρι,
    και κριθάρι στο ταγάρι,
    θα σηκώνουμε τα χέρια
    με τις χούφτες μας γεμάτες
    και θα μας παρακαλάνε
    κι έτσι αυτοί για λίγο στάρι
    θα μας κάνουνε τη χάρη.

    Φίλτατέ μου γεροντάκο,
    από εχθρό μου που σε πήρα
    σου ασπάζομαι τη γνώμη
    κι ό,τι πεις εσύ θα κάνω.
    Με φούσκωσαν τα λόγια σου
    και μ` όλη μου καρδιά και νου,
    αν σύμμαχός μου εσύ γενείς
    αγνός ,πιστός κι ειλικρινής,
    ορκίζομαι μαζί σου εγώ
    με μιαν ορμή ν` αγωνιστώ,
    να μην την έχουν πια οι θεοί
    την εξουσία για πολύ.

    Κι όσα για να γίνουν θέλουν δύναμη,
    δουλειά δική μας,
    κι όσα θεν` νιονιό και γνώση,
    αυτά τ` αφήνουμε σ` εσένα

    Βασίλης Ρώτας

    ***

    16. Γέρος και θάνατος

    Ένας γέρος σε φτώχιας ανάγκη,
    άλλον τρόπο να ζήσει δεν είχε,
    χώρια ξύλα να κόφτει στον λόγγο,
    μετά βιας το ψωμί του να βγάζει.

    Μιαν ημέρα βαριά φορτωμένος,
    περπατώντας σ’ ορθό μονοπάτι,
    οχ τον κόπο και κάμα του ήλιου
    την ανάσα να πάρει δε φτάνει.

    Σ’ έναν όχτο τ’ ανάσκελα πέφτει
    και στο μέγα πολύ κούρασμά του
    τη ζωή του μισώντας βαριέται
    και το Χάρο με πόθο του κράζει.

    Να ο Χάρος ομπρός του πετιέται,
    το δρεπάνι κρατώντας στο χέρι,
    με άγριαν όψη και σχήμα τρομάρας,
    — Για με, γέρο, του λέγει, τι θέλεις;

    — Αχ, ο γέρος ευτύς αποκρίθη,
    το ζαλίκι μου αυτό δεν μπορούσα
    να σηκώσω· σε φώναξα ο δόλιος
    να μου δώκεις ολίγη βοήθεια.

    Γιάνης Βηλαράς

    ***

    17. Ὁ Ματρόζος
    (Απόσπασμα)

    Ἕνας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτὸς ἀπὸ τὰ χρόνια,
    μὲ κάτασπρα μακριὰ μαλλιά, μὲ πύρινη ματιά,
    σὰν πλάτανος θεόρατος γυρμένος ἀπ᾿ τὰ χιόνια,
    περνοῦσε πάντα στὸ νησὶ τὰ μαῦρα γηρατειά.
    Εἶναι ἀπὸ κείνη τὴ γενιὰ κι ὁ γερο-καπετάνος
    ποὺ ἀκόμα καὶ στὸν ὕπνο του τὴν ἔτρεμε ὁ Σουλτάνος.

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΗΣ

  6. Καλημέρα, Αγγελική!…. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο…»Ένδον σκάπτε, ένδον η πηγή του αγαθού και αεί αναβλύειν δυναμένη, εάν αεί σκάπτεις.» (Μάρκος Αυρίλιος)

    -«..Τοὺς ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι
    ποῦ στὰ μεγάλα τῶν χειμώνων βράδια
    μ᾿ ὑπομονὴ κι ἀγάπη -γιὰ τὰ ἐγγόνια του
    (εἴτε γι᾿ αὐτούς;-) μικρὰ φτιάχνουν καράβια,

    καὶ δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ ταξιδέψουνε
    μὰ κάθε μέρα ὡς τὸ λιμάνι πᾶνε
    καί, ἄνεργοι, ἀνώφελοι καὶ πένθιμοι
    σὰν κάτι τὶς νὰ χάσανε κοιτᾶνε.»
    (Κώστας Ουράνης)

    -Κώστας Βάρναλης, «Οι γέροι του νησιού»

    Στου μόλου την μπασιά ρημάδι ο μύλος.
    Στο πεζούλι, στ’ απόσκιο, καλοκαίρι,
    καθόνται οι γέροι του νησιού, ναυάγια!
    Θάλασσα πίσω, θάνατοι μπροστά τους.

    Ασάλευτοι ώρες, διπλωμένοι απάνου
    στα μπαστούνια, κοιτάζουνε το χώμα,
    που θα τους φάει. Σαν άγνωστοι σωπαίνουν.
    Τί να πουν; Όλα τα ’χουν ειπωμένα!

    Φτερά δεν έχει ο μύλος ούτε οι γέροι.
    Οι γέροι δεν τα θέλουνε, κουράζουν.
    Να ξεχάσουνε μάχονται κι ας ήταν
    μπορετό να ξεχάσουν τον εαυτό τους!

    Σκέψη, βουλή και λόγο τα φοβούνται.
    Στα νιάτα τους, που κοχλακούσε το αίμα,
    σκεφτήκαν μια φορά και μετανιώσαν,
    μιλήσανε και χάσαν τη μιλιά τους.

    Κι άμα θελήσαν, ξύλο και φυλάκα!
    Θα θέλανε, ρωτάς, να ξανανιώσουν;
    Κατάρα! κι άλλη μια να ξαναζήσουν
    αμαρτωλοί στην Κόλαση των Νόμων!

    Να μοχτάνε οι Πολλοί για τους
    Ολίγους κι οι νηστικοί να θρέφουν τους χορτάτους,
    άσκημοι να πεθαίνουν πάσαν ώρα
    κι οι Λίγοι να ’ναι αθάνατοι κι ωραίοι!

    Πόσους πολέμους κάνανε για δαύτους!
    Πόσοι θανάτοι, πείνα και κρεμάλα!
    Κι αν νικούσαν οι σκλάβοι, πάλι σκλάβοι.
    Κι αν νικιόταν ο Αφέντης, πάλι αφέντης…

    Φορτσάρισε ο μαΐστρος, τρέξε κύμα!
    Φτάσανε δυο πολεμικά κι οι γλάροι
    χιμήξαν και τα ζώσανε σπαθάτοι.
    Τρέχει ο κόσμος. Οι γέροι δε σαλεύουν.

    Περνάνε αβασταγά ζαλικωμένα
    πατάτα και σανά κι αράδ’ αφήνουν
    τ’ αχνάρια τους στον άμμο. Ορμούν οι μύγες.
    Αγάλματα οι γερόντοι «αλλουνού κόσμου».

    Περνάει δεκαπεντάχρονη λαχτάρα
    με κοντοβράκι κολλητό. Γεμίζουν
    η Πλάση ρόδα, σάλπισμα ο αγέρας!
    Μα οι γέροι δεν κοιτάνε ουδέ θυμούνται!

    Να ησυχάσουνε θέλουνε μονάχα.
    Να πλαγιάσουν χωρίς να σηκωθούνε.
    Παντού πονάνε, ορθοί και καθισμένοι,
    μέρα και νύχτα κι όλο παραπάνου.

    Λασπογενιά, σκυλογενιά, γραφτό ’ναι
    κάθε γενιά βαθύτερα να πέφτει.
    Πρόβατα και λαοί θα ’χανε λείψει,
    αν δεν είχαν αφέντη να τους «σώζει»!
    (http://www.greeklanguage.gr/)

    -Κ. Ουράνης, «Νοσταλγίες»

    «Μοιάζω τοὺς γέρους ναυτικοὺς μὲ τὶς ρυτιδωμένες
    καὶ τὶς σφιγγώδεις τὶς μορφές, ποὺ εἶδα στὴν Ὁλλανδία,
    παράμερα στῶν λιμανιῶν τοὺς φάρους καθισμένους
    νὰ βλέπουνε, ἀμίλητοι, νὰ φεύγουνε τὰ πλοῖα.
    Τὰ μάτια τους, ποὺ εἴχανε δεῖ κυκλῶνες καὶ ναυάγια,
    λαχταριστά, νοσταλγικὰ τὰ παρακολουθοῦσαν,
    καθὼς σηκώναν τὶς βαριὲς ποὺ τρίζαν ἄγκυρές τους
    καὶ μπρὸς στοὺς φάρους ἤρεμα, πελώρια περνοῦσαν.
    Σὲ λίγο τὴν ἀπέραντη τὴ θάλασσα ἀλαργεύαν
    καὶ χάνονταν, ἀφήνοντας στὴν πορφυρὴ τὴ δύση
    ἕναν καπνό, ποὺ αὐλάκωνε τὸν οὐρανὸ πρὶν σβήσει:
    κι ὅμως οἱ γέροι ναυτικοί, ἀκίνητοι στοὺς φάρους,
    μὲ τὴ μεγάλη πίπα τους σβησμένη πιὰ στὸ στόμα,
    πρὸς τὰ καράβια πού ῾φυγαν ἐκοίταζαν – ἀκόμα…»
    (http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/kwstas_oyranhs_poems.htm)

    -Γιάννης Βαρβέρης, «Εσπερινός της αγάπης»

    «Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
    Σταθμός Πελοποννήσου
    κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
    μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
    Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
    κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
    πιο γέρος.
    Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
    Μέσα σε μια βδομάδα
    δεν απόμεινε κανείς.
    Ήταν Μεγάλη βέβαια γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
    θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
    Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
    θα ’πρεπε κάπως να ’χαμε κι εμείς χωρέσει.
    Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
    Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε σ’ ένα παγκάκι
    αθάνατοι
    καθώς νυχτώνει; «
    (Από τη συλλογή «Ο άνθρωπος μόνος», εκδ. Κέδρος, 2009)

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ωραία ποιήματα. Και πολύ ωραίο το τραγούδι του Μάλαμα. Βλέπω πως τους στίχους έχει γράψει ο Μάνος Ελευθερίου. Τυχαίο;

    %%%%

    1.
    Ένα ξυπόλητο παιδί δεν τραγουδάει
    κρατάει ένα μικρό πανέρι με λουλούδια
    και πάντα στο προσφέρει σιωπηλό

    Δεν θά ’θελε μαζί σου να γεράσει
    και μάλιστα σ’ αυτή την ίδια καφετέρια

    Οι γέροι έχουν ένα βαθύ κρεββάτι μες στο στόμα
    στον τραπεζίτη πάνω φέγγει ένα ωχρό αμπαζούρ
    κι η γλώσσα μπαινοβγαίνει ακατάπαυστα
    καθώς στο ράφι τα κιτρινισμένα λεξικά

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ, ΑΚΤΗ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΩΤΗ

    %%%%%%%%%%%%

    2.
    Τα άγουρα σώματα έχουν και αυτά τη γήρανσή τους.
    Τα περισσότερα είναι φυλλοβόλα.

    Μια γραμμούλα είναι ο ορίζοντας.
    Μετά, τι γκρεμός, Θεέ μου!

    Τι μου φταίει το ποίημα,
    εάν το ποτάμι δεν περνάει
    μέσα από το σπίτι μου.

    Τι φθορά και αυτή η αιωνιότητα.
    Τι σκουλήκι.

    Τα θραύσματα της χθεσινής ημέρας
    με πήραν στο πρόσωπο και μου αφήσανε σημάδια.

    Ένα φρούτο κύλησε στο δρόμο.
    Ψάχνει για χώμα,
    για να σαπίσει ήρεμα.

    Αφήνεις τα ίχνη σου πάνω μου
    και γίνομαι κατάστικτος.
    Έτσι με γνωρίζουν στον παράδεισο.

    Σκόνη πέφτει, όπως τρίζουν τα δοκάρια
    του ουρανού.
    Μας ασπρίζουν τα μαλλιά.
    Δεν πρόκειται να γίνει καμιά καταστροφή,
    απλώς περνάνε τα χρόνια.

    Γιάννης Κοντός, από τη συλλογή “Δευτερόλεπτα του φόβου «.

    %%%%%%%%%%%%%%

    3. Η γριά

    Σπάσανε την πόρτα
    μπήκανε μέσα οι γείτονες
    νόμιζαν κάτι ψόφιο υπάρχει εκεί
    Ολοζώντανη τους υποδέχτηκε και γελούσε
    Έκανε τη ζωή της
    είχε κάτι αιώνες να πλυθεί

    Ανδρέας Κέντζος, “σαραντατέσσερα”, Σαιξπηρικόν, 2014

    %%%%%%%%%%%%

    4. Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη·
    ας καίνε, ας παραληρούν όταν τελειώνει η μέρα
    τα γηρατειά κι ας μαίνονται όταν το φως πεθαίνει.

    Σοφοί, που είδαν το δίκαιο σκοτάδι να προσμένει,
    γιατί δεν χρησμοδότησαν με φλόγες στον αέρα
    δεν στέργουν ήσυχα να παν σε νύχτα ευλογημένη.

    Όσοι αγαθοί, φωνάζοντας στο κύμα που βαθαίνει
    πως σ’ ακρογιάλι πράσινο θα χόρευε μια μέρα
    κάθε τους πράξη, μαίνονται όταν το φως πεθαίνει.

    Όσοι τρελοί τραγούδησαν τον ήλιο που μακραίνει
    κι αργά πολύ κατάλαβαν πως θρηνούσαν, πέρα
    δεν στέργουν ήσυχα να παν, σε νύχτα ευλογημένη.

    Όσοι αυστηροί, που στα στερνά τους βλέπουν τυφλωμένοι
    ότι μπορούν μάτια τυφλά ν’ αστράφτουν στον αιθέρα
    και να γιορτάζουν, μαίνονται όταν το φως πεθαίνει.

    Κι εσύ, πηγαίνοντας ψηλά στη θλίψη που σε υφαίνει,
    κατάρα δώσε μου κι ευχή το δάκρυ σου, πατέρα.
    Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη.
    Να μαίνεσαι, να μαίνεσαι όταν το φως πεθαίνει.

    DΥLAN THOMAS, μτφρ. Διονύση Καψάλη (Μπαλάντες και Περιστάσεις, Άγρα, 1997)

    %%%%%%%%%%%%

    5. Γέρο ωκεανέ

    Γέρο ωκεανέ, η τελειότητά του σφαιρικού σου σχήματος, που τόσο ιλαραίνει την αυστηρή έκφραση της γεωμετρίας, εμένα δεν μου θυμίζει παρά τα μικρά μάτια του ανθρώπου, που είναι τόσα δα, απαράλλαχτα με του αγριόχοιρου, και καταστρόγγυλα με κείνα των πουλιών της νύχτας. Ωστόσο ετούτος, από καταβολής κόσμου περνιέται για ωραίος. Πάντως εγώ υποπτεύομαι, πως αυτό το κάνει περισσότερο από φιλότιμο, και πως πραγματικά για την ομορφιά του αμφιβάλλει. Τότε, γιατί να κοιτάζει με τόση περιφρόνηση του συνανθρώπου του τη μορφή; Χαίρε ωκεανέ!

    Γέρο ωκεανέ, καθόλου δεν είναι απίθανο απ’ ό,τι κρύβουνε οι κόρφοι σου, να είναι ωφέλιμο για το μελλοντικό καλό του ανθρώπου. Ως τώρα, του έδωσες τη φάλαινα, αλλά δεν αφήνεις εύκολα τ’ άπληστα μάτια των φυσικών επιστημών να μαντέψουν τα χίλια μυστικά που διέπουν την ιδιαίτερη οργάνωσή σου: συ, είσαι μετριόφρων. Δεν μοιάζεις του ανθρώπου, που συνεχώς καυχιέται για τιποτένια πράματα, Χαίρε, ωκεανέ!

    Γέρο ωκεανέ, τα νερά σου είναι πικρά. Έχουν την ίδια γεύση της χολής, που στάζει η κριτική στις Καλές Τέχνες, στις Επιστήμες και γενικά στα πάντα. Κι αν τύχει κάποιος να είναι μεγαλοφυής, αυτοί τον βγάζουν βλάκα, και τον άλλον με το λυγερό κορμί, απαίσιο καμπούρη. Σίγουρα, ο άνθρωπος θα πρέπει να αισθάνεται έντονα την ατέλειά του, για να της κάνει τέτοια κριτική, που άλλωστε κατά τα τρία τέταρτα, οφείλεται στον ίδιο.
    Χαίρε ωκεανέ!

    (Ιζιντόρ Ντυκάς,Λωτρεαμόν) Τα άσματα του Μαλντορόρ

  8. Ciao, Aggeliki!…. Καθόλου τυχαίο για τους στίχους…Νομίζω πως ο Ελευθερίου με τον Άλκη Αλκαίο είναι οι καλύτεροι (μακράν του Λ. Παπαδόπουλου π.χ.) στιχουργοί μας…

    -“Ο Γεροδήμος”- Αρ. Βαλαωρίτης

    «Εγέρασα, μωρές παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης
    τον ύπνο δεν εχόρτασα, και τώρ’ αποσταμένος
    θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ’ η καρδιά μου.
    Βρύση το αίμα το ‘χυσα σταλαματιά δε μένει.

    Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ’ το λόγγο
    να ‘ναι χλωρό και δροσερό, να ‘ναι ανθούς γεμάτο,
    και στρώστε το κρεβάτι μου και βάλτε με να πέσω.
    Ποιος ξέρει απ’ το μνήμα μου τι δέντρο θα φυτρώσει!

    Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ήσκιο του από κάτω
    θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τ’ άρματα να κρεμάνε.
    Να τραγωδούν τα νιάτα μου και την παλληκαριά μου.
    Κι αν κυπαρίσσι όμορφο και μαυροφορεμένο,
    θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τα μήλα μου να παίρνουν,
    να πλένουν τις λαβωματιές, το Δήμο να σχωράνε.

    Έφαγ’ η φλόγα τ’ άρματα, οι χρόνοι την ανδρειά μου.
    Ήρθε κι εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου μη με κλάψτε.
    Τ’ ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη.
    Σταθείτ’ εδώ τριγύρω μου, σταθείτε εδώ σιμά μου,
    τα μάτια να μου κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.

    Κι έν’ από σας το νιώτερο ας ανεβείς τη ράχη,
    ας πάρει το τουφέκι μου, τ’ άξο μου καρυοφύλλι
    κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει.
    «Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».

    Θ’ αναστενάξ’ η λαγκαδιά, θε να βογκήξει ο βράχος
    θα βαργομήσουν τα στοιχειά, οι βρύσες θα θολώσουν
    και τ’ αγεράκι του βουνού, οπού περνά δροσάτο,
    θα ξεψυχήσει, θα σβηστεί, θα ρίξει τα φτερά του,
    για να μην πάρει τη βοή άθελα και τη φέρει
    και τηνε μάθει ο Όλυμπος και την ακούσει η Πίνδος
    και λυώσουνε τα χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγγοι.

    Τρέχα, παιδί μου γρήγορα, τρέχα ψηλά στη ράχη
    και ρίξε το τουφέκι μου. Στον ύπνο μου επάνω
    θέλω για ύστερη φορά ν’ ακούσω τη βοή του.
    Έτρεξε το κλεφτόπουλο σα να ‘τανε ζαρκάδι,
    ψηλά στη ράχη του βουνού και τρεις φορές φωνάζει:

    «Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».
    Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τα λαγκάδια
    ρίχνει την πρώτη τουφεκιά κι έπειτα δευτερώνει.
    Στην τρίτη και την ύστερη τ’ άξο του καρυοφύλλι
    βροντά, μουγκρίζει σα θεριό, τα σωθικά του ανοίγει
    φεύγει απ’ τα χέρια σέρνεται στο χώμα λαβωμένο
    πέφτει απ’ του βράχου το γκρεμό, χάνεται πάει, πάει.

    ‘Aκουσ’ ο Δήμος τη βοή μες τον βαθύ τον ύπνο,
    τ’ αχνό του χείλι εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια…
    Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει.
    Τ’ ανδρειωμένου η ψυχή του φοβερού του Κλέφτη
    με τη βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ’ απαντιέται
    αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβηώνται, πάνε.»

    -“Απ’ τα προχτές μας το ’λεγε ο παππούς: θα βρέξει.
    Κι ας έγραφε το μετεωρολογικό δελτίο: Καλοκαιρία
    άνεμοι ασθενείς εις το Αιγαίον πέλαγος…
    Μα αν ακούγαμε τον παππού (όλο βροχή και κρύο προμάντευε)
    θα ’πρεπε να φοράμε διαρκώς τις μάλλινες φανέλες
    το μάλλινο κασκόλ και το παλτό. Α, Θε μου…
    Κι αν τύχαινε ποτές να κρυολογήσουμε:
    «Δε στο ’λεγα – έλεγε ο παππούς στη μάνα μας –
    να μην τ’ αφήνεις να γυρνούν χωρίς παλτό; Δε στο ’λεγα;»”

    (Γ. Ρίτσος, απόσπασμα από το “Παλιάς μαζούρκας σε ρυθμό βροχής»)

    -«…Είσαι ο καλός παππούς
    που κάθεται ήσυχα στο σκαμνί του κήπου
    ευλογημένος απ’ τον ήλιο
    κουβεντιάζοντας με τη λιακάδα.
    Μα τα παιδιά που δεν ξέρουν
    τα παιδιά που δε νιώθουν τα λόγια σου
    κλέβουν τα λουλούδια του περβολιού σου
    και σου δείχνουν τη γλώσσα τους
    πίσω απ’ τους θάμνους.
    Κ’ εσύ χαμογελάς
    τους πλέκεις μικρά καλάθια
    τ’ ανεβάζεις τρυφερά στα γόνατά σου
    και τ’ αφήνεις να περνούν στα γένεια σου
    παπαρούνες και πράσινα φύλλα.
    Γίνεσαι πάλι ένα παιδί με τα παιδιά
    για να τους μάθεις παίζοντας κ’ εσύ
    το παλιό παραμύθι του νερού και του ήλιου.
    Κι όπως κάθεσαι στο σκαμνί του κήπου
    μέσα στην ανοιξιάτικη λιακάδα
    και τα παιδάκια κάθουνται και παίζουν
    στα πλατιά γόνατά σου
    μοιάζεις με γέρικο χοντρόκλωνο δέντρο
    γιομάτο λουλούδια και περιστέρια
    που ανηφορίζει στον ουρανό.
    Κ’ Εκείνος που κάθεται
    πίσω από τ’ άσπρο συγνεφάκι
    χαμογελάει κι Εκείνος σαν παιδί
    καθώς βλέπει το δώρο που του φέρνεις.
    Είσαστε κ’ οι δυό σας
    ένα παιδί μονάχα
    ένα παιδί στον ανθισμένο αγρό της άνοιξης…

    (Γ. Ρίτσος, απόσπασμα από το «Ο λύχνος των φτωχών και των ταπεινών»)

  9. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    ΓΕΡΟΝΤΙΟΝ

    Δεν έχεις μήτε νιότη μήτε ηλικία
    Όμως σαν σε ύπνο ύστερ’ απ’ το φαγητό
    Ονειρεύεσαι και τα δυο.
    Measure for Measure: Shakespeare, Act 3, Scene 1

    Νάμαι λοιπόν, γέροντας σε μήνα στέγνας,
    Να μου διαβάζει ένα παιδί, καθώς προσμένω τη βροχή.
    Ποτέ δε βρέθηκα στις πύλες τις θερμές
    Μήτε πολέμησα κάτω από χλιαρή βροχή
    Μήτε μέχρι το γόνατο σε βάλτους αρμυρούς, μια κάμα ανεμίζοντας,
    Μύγες να με τσιμπούν, έδωσα μάχη.

    Το σπιτικό μου σπιτικό ερειπωμένο,
    Και στο περβάζι του παραθυριού ανακούρκουδα ο Εβραίος, ο ιδιοκτήτης,
    Χαμένος στης Αμβέρσας κάποιο καπηλειό,
    Στις Βρυξέλλες τον εβρίσαν, τον μπαλώσαν στο Λονδίνο και τον γδύσαν.
    Βήχει τη νύχτα η κατσίκα στον παρά πάνω αγρό.
    Βράχια, μούσκλια, αμάραντα, σίδερα, κοπριές.
    Φροντίζει η γυναίκα την κουζίνα, φκιάχνει το τσάι,
    Φταρνίζεται τα βραδινά, σκαλίζοντας το βουλωμένο κιούγκι.
    Γέροντας εγώ,
    Κεφάλι ξέθωρο σε τόπους ανεμόδαρτους.

    Σημάδια παίρνω για θαύματα. «Θα δούμε ένα σημάδι!»
    Η λέξη μέσα σε λέξη, ανίκανος ν’ αρθρώσω λέξη,
    Φασκιωμένος σε σκοτάδι. Αρχή χρονιάς
    Ήρθε ο Χριστός ο τίγρης

    Τον έκλυτο Μάη, κάστανα και κρανιά, ανθισμένη κουτσουπιά,
    Για να πιωθούν, να φαγωθούν, να χωριστούν
    Ανάμεσα σε ψίθυρους. από τον κο Silvero
    Με χέρια γαλίφικα, στη Λιμόζ
    Που περπατούσε ολονυχτίς στην κάμαρα τη διπλανή.
    Τον Hakagawa, πούσκυβε ανάμεσα στους Τισιανούς.
    Τη Madame de Tornquist, στο σκοτεινό δωμάτιο
    Που άλλαζε θέση στα κεριά. τη Fraulein von Kulp
    Που έστριψε στο χωλ, με το ‘να χέρι της στην πόρτα. Σαΐτες αδειανές
    Υφαίνουν τον αγέρα. Φαντάσματα δεν έχω,
    Ίνας γέροντας σε σπίτι που φυσάει από παντού
    Κάτω από πόμολο που μπάζει.

    Μετά από τόση γνώση, ποιά συγχώρεση; Στοχάσου τώρα
    Πολλά περάσματα πανούργα έχει η ιστορία, φκιαχτούς διαδρόμους
    Και ζητήματα, ψιθυρίζοντας φιλοδοξίες ξεγελά,
    Καθοδηγεί με ματαιότητες. Στοχάσου τώρα
    Δίνει όταν η προσοχή μας χαλαρώνει
    Κι αυτό που δίνει, το δίνει έτσι πονηρά μπλεγμένο
    Ώστε από την προσφορά λιμοκτονεί η επιθυμία. Δίνει πολύ αργά
    Αυτό που χάθηκε σαν πίστη, ή κι αν ακόμη το πιστεύουμε,
    Στη μνήμη μοναχά, αναθεωρημένο πάθος. Δίνει πολύ νωρίς
    Σε χέρια αδύναμα, κείνο που θαρρούν για περιττό
    Ωσότου η απάρνηση σκορπίζει φόβο. Στοχάσου

    Μήτε φόβος, μήτε και κουράγιο μας διασώζουν. Αχρειότητες
    Γεννά ο ηρωισμός μας. Αρετές
    Μας επιβάλλουν τα ειδεχθή εγκλήματά μας.
    Αυτά τα δάκρυα είναι καρποί του δέντρου της οργής.

    Πηδά ο τίγρης στον καινούριο χρόνο. Εμάς ρημάζει. Στοχάσου τελικά
    Σε συμπέρασμα δεν φτάνουμε, όταν εγώ
    Ξυλιάζω σε νοικιασμένο σπίτι. Στοχάσου τελικά
    Δε στα είπα όλ’ αυτά χωρίς σκοπό
    Κι ούτε με παρακίνησαν σ’ αυτό
    Διάβολοι της πίσω πόρτας.
    Έντιμα πάνω σ’ αυτό θα σε ανταμώσω.
    Εγώ, που στην καρδιά σου ήμουνα πλάι, διώχτηκα από κει
    Κι έτσι έχασα την ομορφιά στον τρόμο, τον τρόμο στο ιεροδικείο.
    Έχασα το πάθος μου: γιατί θα ‘πρεπε να το κρατήσω
    Όταν εκείνο που κρατιέται πρέπει απαραίτητα να νοθευτεί;
    Έχασα την όραση, την ακοή, την όσφρηση, τη γεύση, την αφή μου:
    Πώς να τις χειριστώ για να ‘ρθω πιo κοντά σου;

    Αυτά, μαζί με χίλιες άλλες μικροεπιφυλάξεις
    Το κέρδος παρατείνουν του ψυχρού τους παραμιλητού,
    Διεγείρουν τη μεμβράνη, όταν η αίσθηση έχει παγώσει,
    Πολλαπλασιάζουν, με καρυκεύματα πικάντικα, την ποικιλία
    Στων κατόπτρων την ερημιά. Τι θα κάμει η αράχνη,
    Θ’ αναρτήσει τον ιστό της, άραγε το έντομο
    Θ’ αργήσει; De Bailhache, Fresca, κα Camel, στροβιλίστηκαν
    Πέρ’ απ’της Αρκτου που τρεμοσβήνει την περιοχή
    Σε άτομα σπασμένα. Γλάρος κόντρα στον άνεμο, στους ανεμόδαρτους πορθμούς
    Του Bell Isle, ή καταφεύγοντας στο Κέρας.
    Η άβυσσος διεκδικεί, άσπρα φτερά στο χιόνι
    Και κάποιος γέροντας οδηγημένος από ανέμους Αληγείς
    Σε μια τεμπέλικη γωνιά.

    Νοικάρηδες του σπιτικού,
    Σκέψεις στεγνού μυαλού σε στέγνας εποχή.

    T.S.Eliot (Poems 1920)

    http://leandrosvatakas.blogspot.gr/2012/10/t.html

  10. Ευχαριστώ Αγγελική!…Υπέροχος Έλιοτ!… Bravissima!

    -«Από τα όνειρα που ανάθρεψα το πιο πονετικό μου: να μη γερνάω μόνη»
    (Κική Δημουλά, «Απροσδοκίες»)

    -«[…] κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλιά μου,
    (δεν είναι τούτο η λύπη μου — η λύπη μου
    είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου»
    (Καίτη Δρόσου)

    -Γιάννης Ρίτσος, «Οι γερόντοι»

    Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη,
    ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη,
    κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους
    που δε σηκώνει τ’ άδικο…

    Και τώρα κάθονται εδώ στη Μακρόνησο
    στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα,
    σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας,
    με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα. Δε μιλάνε.

    Κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας,
    κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη,
    σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους,
    σφίγγοντας μες στα μάτια τους τα σκάγια των άστρων,
    σφίγγοντας μες στο φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή,
    εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν από τ’ αστροπελέκι.

    -«και τρέχω τον δρόμο της ζωής
    και δεν θα σε αφήσω ποτέ να πεθάνεις
    και δεν θα γεράσω ποτέ
    και δεν θα γεράσω ποτέ
    Και δεν θα γεράσω ποτέ»
    (Ντ. Μπάουι)

    – «Τώρα η μέρα σε τρομάζει
    γύρω αποτσίγαρα σωρός
    και πια δεν είναι γυρισμός
    γερνάς και σκοτεινιάζει.»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: