Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

«Το σπαρακτικό τραγούδι του πρόσφυγα» και «Το προσφυγικό μπλουζ»…

*Ένα Σύρος πρόσφυγας μόλις πάτησε το πόδι του σε ελληνικό νησί ξεκινάει ένα σπαρακτικό τραγούδι για όσα έχει βιώσει ο ίδιος και οι συμπατριώτες του. Μια έκκληση προς τη θάλασσα να σταματήσει τα κύματά της.

 

-Οι σπαρακτικοί στίχοι του τραγουδιού:

«Αχ θάλασσα δώσε μας αγάπη. Κοίτα τι μας συνέβη. Μη στέλνεις τα κύματά σου εναντίον μας. Είμαστε σύριοι. Στ’ ορκίζομαι η ιστορία μας είναι λυπητερή. Δεν θα το πιστέψεις αλλά τα δάκρυά μας μπορούν και σένα να πνίξουν. Τόσο πολύ κλάψαμε. Δεχτήκαμε όλους τους ανθρώπους με ευγένεια κ αγάπη. Αλλά όταν πέσαμε μας πρόδωσαν. Κανείς δεν έκλαψε για μας. Αχ, σήμερα όλος ο κόσμος μας εγκατέλειψε. Αχ θάλασσα σταμάτα τα κύματα. Υπάρχουν παιδιά στις βάρκες που είναι οι αναμνήσεις μας. Είναι οι ζωές μας σε αυτές τις βάρκες. Τα παιδιά μας έχασαν την παιδικότητά τους στα κύματά σου. Και αυτά σκότωσαν τα παιδιά μας. Αχ θάλασσα άσε τα κύματά σου να μας λυπηθούν και να μας φροντίσουν σαν μητέρα»

 

198438g-p1570220

 

-Γ.Χ. Ώντεν, «Προσφυγικό μπλουζ»…

 

«Έστω πως η πόλη αυτή έχει δέκα εκατομμύρια ψυχές,

Κάποιοι ζουν σε μέγαρα, κάποιοι σε καταπακτές:

Μα δεν υπάρχει τόπος για μας, αγάπη,

μα δεν υπάρχει τόπος για μας.

 

Κάποτε είχαμε πατρίδα και τη νομίζαμε μοναδική,

Μες το χάρτη όποιος κοιτάξει κάπου θα τη βρει:

Δεν μπορούμε να πάμε τώρα εκεί, αγάπη,

δεν μπορούμε να πάμε εκεί τώρα.

 

Στο κοιμητήρι του χωριού ο γέρο ίταμος φυτρώνει,

Κάθε που μπαίνει η άνοιξη ανθεί και ξανανιώνει:

Τα παλιά διαβατήρια όμως όχι, αγάπη, τα παλιά διαβατήρια όμως όχι.

 

Είπε ο πρόξενος κτυπώντας το τραπέζι νευρικός:

«Αν δεν έχεις διαβατήριο, είσαι τυπικά νεκρός»:

Αλλά εμείς είμαστε ακόμα ζωντανοί, αγάπη, εμείς είμαστε ακόμα ζωντανοί.

 

Πήγα σε μία επιτροπή, μου προσφέραν να καθίσω

Ευγενικά μου ζήτησαν του χρόνου να ξαναγυρίσω:

Μα που να πάμε σήμερα, αγάπη, που να πάμε σήμερα;

 

Σε μία δημόσια συγκέντρωση πρόσεξα τον ομιλητή:

«Αν τους αφήσουμε να μπουν, θα μας κλέψουν το ψωμί»

Για σένα και για μένα μιλούσε, αγάπη, για σένα και για μένα μιλούσε.

 

Λες και άκουσα το αστροπελέκι στα ύψη να βρυχιέται

Πάνω απ’από την Ευρώπη ο Χίτλερ, «Να πεθάνουν», καταριέται

Εμάς είχε στο νου, αγάπη, εμάς είχε στο νου.

 

Είδα ένα κανίς, φόραε ζακέτα με καρφίτσα κουμπωμένη

Είδα την πόρτα ανοιχτή και μια γάτα να μπαίνει

Μα δεν ήσαν Γερμανοεβραίοι, αγάπη, δεν ήσαν Γερμανεβραίοι.

 

Τράβηξα για το λιμάνι, στάθηκα στην προκυμαία,

Είδα τα ψάρια να κολυμπούν, ήσαν σαν πάντα ελεύθερα:

Μόνο τρία μέτρα μακριά μου, αγάπη, μόνο τρία μέτρα μακριά μου.

 

Περπάτησα στο δάσος, είδα στα δέντρα τα πουλιά

Πολιτικούς δεν είχανε και κελαηδούσανε γλυκά:

Δεν ήταν ανθρώπινη φυλή, αγάπη, δεν ήταν ανθρώπινη φυλή.

 

Στ’όνειρό μου είδα ένα κτίριο με χίλιους ορόφους,

Με πόρτες και παράθυρα για χιλιάδες ανθρώπους

απ’όλα αυτά δικό μας, αγάπη, τίποτα απ’όλα αυτά δικό μας.

 

Στάθηκα σε μια πεδιάδα και γύρω έπεφτε χιόνι

Έναν ολόκληρο στρατό έβλεπα να ζυγώνει:

Εμάς τους δυο ψάχναν, αγάπη, εμάς τους δυο.»

(από το βιβλίο,  «Πένθιμο μπλουζ»)

Advertisements

Single Post Navigation

2 thoughts on “«Το σπαρακτικό τραγούδι του πρόσφυγα» και «Το προσφυγικό μπλουζ»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    ΠΑΤΡΙΔΑ

    «Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
    εκτός αν πατρίδα, είναι το στόμα ενός καρχαρία.

    Τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις ολόκληρη την πόλη
    να τρέχει κι εκείνη.

    Οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα
    με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους,
    το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου,
    που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου,
    κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του.
    Αφήνεις την πατρίδα μόνο
    όταν η πατρίδα δεν σε αφήνει να μείνεις.

    Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά.
    Φωτιά κάτω απ’ τα πόδια σου, ζεστό αίμα στην κοιλιά σου –
    δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες

    μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο
    λαιμό σου και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο ανάμεσα στα
    δόντια σου και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων
    κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν
    πρόκειται να γυρίσεις.

    Πρέπει να καταλάβεις ότι
    κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα,
    εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά,
    κανένας δεν καίει τις παλάμες του κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια
    κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού
    τρώγοντας εφημερίδες, εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.

    κανένας δεν θέλει να σέρνεται κάτω από φράχτες
    κανένας δεν θέλει να τον δέρνουν ή να τον λυπούνται
    κανένας δεν διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων ή την φυλακή, παρά μόνο
    επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη από μια πόλη που φλέγεται
    κανένας δεν θα το μπορούσε
    κανένας δεν θα το άντεχε
    κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό για να ακούσει τα:
    γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι, πρόσφυγες, βρομομετανάστες,
    ζητιάνοι ασύλου που ρουφάτε τη χώρα μας,
    αράπηδες με τα χέρια απλωμένα που μυρίζετε περίεργα
    απολίτιστοι
    κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε να κάνετε και τη δική μας.

    Πώς αντέχουμε στα λόγια, στα άγρια βλέμματα;
    ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού
    ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά από δεκατέσσερις άντρες ανάμεσα στα πόδια σου
    ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο να τις καταπιείς από τα χαλίκια κι από τα κόκαλα από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.

    Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,
    αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
    πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου
    και κανένας δεν θα άφηνε την πατρίδα
    εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές
    εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα,
    να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου να συρθείς στην έρημο
    να κολυμπήσεις ωκεανούς, να πνιγείς για να σωθείς, να πεινάσεις, να εκλιπαρήσεις
    να ξεχάσεις την υπερηφάνεια – η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.

    κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι μια ιδρωμένη
    φωνή στο αυτί σου που λέει φύγε, τρέξε μακριά μου,
    τώρα δεν ξέρω τι έχω γίνει εγώ η πατρίδα σου
    αλλά ξέρω ότι, οπουδήποτε αλλού, θα είσαι πιο ασφαλής από ό,τι εδώ.»

    Warsan Shire – Ουαρσάν Σάιρ

    ΥΓ. Το συγκλονιστικό ποίημα HOME της Κενυάτισσας Warsan Shire κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, χωρίς να αναφέρεται ο μεταφραστής.

  2. Καλησπέρα, Αγγελική!… Όντως συγκλονιστικό της Σαϊρ!… Το ‘χα αναρτήσει πριν λίγο καιρο στη σελίδα μου στο fb….

    «…Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν:
    «Μετανάστες».
    Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
    δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
    λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
    και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
    να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
    Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
    Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία.»
    (Απόσπασμα από το ποίημα του Μπ. Μπρεχτ «Μετανάστες»)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: