Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (139): «Εποχή»….

 

-«…Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν.
Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης
ποιητής μιας ποίησης που δε μπορεί να υπάρξει
μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω.
Μόνο αυτοί μπορούν να με διαβάσουν.»
(Βύρων Λεοντάρης, «Έως…»)

 

 

-Αρθούρος Ρεμπώ, «Μια εποχή στην κόλαση»
(απόσπασμα)

ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
«Μονορούφι κατέβασα το δηλητήριο. -Τρισευλογημένη ας είναι η συμβουλή που μου δόθηκε! -Τα σωθικά μου καίγονται. Του φαρμακιού η δύναμη τα μέλη μου πώς στρίβει, ακρωτηριάζομαι, ισοπεδώνομαι. Πεθαίνω της δίψας, πνίγομαι, δε μπορώ να φωνάξω. Τούτο μοιάζει με κόλαση, με αιώνιο βασανιστήριο! Δείτε τις φλόγες πως θεριεύουν! Όπως μου πρέπει καίγομαι. Εμπρός, Διάβολε!
Αμυδρά μετανοημένος στράφηκα στο καλό και στην ευτυχία, λύτρωση. Πώς να περιγράψω το όραμά μου, πυκνός της κόλασης ο αέρας, δε χωράει ύμνους! Υπήρχαν μυριάδες χαριτωμένων πλασμάτων, ένα αβρό κονσέρτο ιερής μουσικής, η δύναμη και η ειρήνη, οι ευγενείς φιλοδοξίες, και δεν ξέρω τι ακόμα.
Ευγενείς φιλοδοξίες!
Αλλά είμαι ακόμα ζωντανός! – εάν υποθέσουμε ότι η κατάρα είναι αιώνια! Βέβαια εάν κάποιος θέλει ν’ ακρωτηριαστεί, δεν είναι καταδικασμένος; Με φαντάζομαι στην Κόλαση, επομένως είμαι. Τούτο είναι κατήχηση εν δράση. Είμαι δέσμιος του βαπτίσματός μου. Γονείς μου, καταστρέψατε τη ζωή μου, όπως τη δική σας. Αθώο μου αγόρι! – Η κόλαση δεν μπορεί να εναντιωθεί στους παγανιστές -κι είμαστε ακόμα ζωντανοί! Αργότερα, οι απολαύσεις της καταδίκης θα γίνουν βαθύτερες. Ένα έγκλημα, γρήγορο, θα μου επέτρεπε την ανυπαρξία, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου των ανθρώπων.
Σκάσε, σκάσε επιτέλους! Ντροπή και κατηγόρια είναι όλα εδώ:- Ο Σατανάς που λέγει ότι η φωτιά είναι τιποτένια, ότι ο θυμός μου είναι γελοίος και ανόητος, αρκετά!…- Ψιθυριστά σφάλματα, μαγικά, ψεύτικα αρώματα, παιδαριώδης μουσικές- και να σκεφτείς ότι κατέχω την αλήθεια, ότι αντικρίζω τη δικαιοσύνη: Η κρίση μου είν’ ορθή κι ακλόνητη, ένα βήμα πριν την τελειότητα…. Υπερηφάνεια. Σφίχνεται το κρανίο μου. Έλεος! Κύριε, φοβάμαι. Διψώ, πόσο πολύ διψώ! Α! νεότητα, χλόη και βροχή, η λίμνη στα βράχια, το σεληνόφως την ώρα που το καμπαναριό σημαίνει μεσάνυχτα… Ο διάβολος είναι στον καμπαναριό, εκείνη την ώρα! Μαρία, Αγία Παρθένε! – Φρικτή ηλιθιότητα.
Εκεί πέρα, δεν είναι εκείνες οι ευγενικές ψυχές, που με επιθυμούν μετά μανίας;…Ελάτε…έχω ένα μαξιλάρι στο στόμα μου, δεν μ’ ακούν, είναι φαντάσματα. Τέλος πάντων, ποτέ κάποιος δεν σκέφτεται τους άλλους. Μην του αφήσετε να με ζυγώσουν. Το μόνο βέβαιο είναι, ότι η σάρκα μου που καίγεται, αρχίζει να μυρίζει.
Οι παραισθήσεις μου είναι ατέλειωτες. Αλλά αυτό το είχα πάντα: όχι άλλη πίστη στην ιστορία, λησμοσύνη στις αρχές. Πρέπει να σιωπήσω: ποιητές και οραματιστές θα ζηλέψουν. Είμαι χίλιες φορές πλουσιότερος απ΄ όλους και άπληστος όσο και η θάλασσα.
Α τούτο! το ρολόι της ζωής μόλις σταμάτησε. Δεν ανήκω πια στον κόσμο – η θεολογία είναι ακριβής, η κόλαση είναι βεβαίως εδώ κάτω- και απάνω ο παράδεισος – -έκσταση, εφιάλτης, ύπνος σε πύρινη φωλιά.
Πώς το μυαλό περιπλανιέται άσκοπα στη χώρα…Σατανά, Φερδινάνδε, τρέξτε με τους άγριους σπόρους …ο Ιησούς πάνω σε βάτα πορφυρά πατά, μα δεν τα σπάζει … Ο Ιησούς βάδισε πάνω σε τρικυσμένα ύδατα. Στο φως του φαναριού τον είδαμε εκεί, ολόλευκο, με μακριά καστανά μαλλιά, να στέκει στην αναδίπλωση ενός σμαραγδένιου κύματος.
Θα αποκαλύψω όλα τα μυστήρια: μυστήρια θρησκευτικά ή της φύσης, του θανάτου, της γέννησης, του μέλλοντος, του παρελθόντος, της κοσμογονίας και της ανυπαρξίας. Είμαι ο κύριος της φαντασματογορίας.
Ακούστε!
Είμαι ταλαντούχος! Κανένας δεν υπάρχει εδώ, και όμως υπάρχει κάποιος: Δεν θα ήθελα να σπαταλήσω το θησαυρό μου. – Θέλετε νέγρικα τραγούδια, χορούς ουρί του παραδείσου; Θέλετε να εξαφανιστώ, να καταδυθώ μήπως και το δαχτυλίδι ανακαλύψω; Το επιθυμεί κανείς; Χρυσάφι και γιατρικά θα φτιάξω.
Πιστέψτε με, η πίστη αποκαλύπτει, οδηγεί, θεραπεύει. Ελάτε όλοι, ακόμα και τα μικρά παιδιά, – είθε να σας παρηγορήσω, είθε να βγάλω την καρδιά μου για σας – η θαυμαστή καρδιά μου! – Καημένοι μου άνθρωποι, ταπεινοί μου εργάτες! Δεν ζητώ τις προσευχές σας, με την πίστη σας και μόνο, θα είμαι ευτυχής.
-Σκεφτείτε με, τώρα. Αυτή η μικρή πράξη με κάνει να συγχωρώ τον κόσμο. Έχω την ευκαιρία να μην υποφέρω περισσότερο. Η ζωή μου δυστυχώς, δεν ήταν παρά γεμάτη γλυκές ηλιθιότητες.
Μπα! Ας κάνω όλες τις γκριμάτσες που μπορώ να σκαρφιστώ.
Σίγουρα, είμαστε εκτός κόσμου. Όχι πια θόρυβος. Η αφή μου εξαφανίστηκε. A!, το κάστρο μου, η Σαξονία μου, το δάσος μου με τις ιτιές. Δειλινά και πρωινά, νύχτες και μέρες….Πόσο κουρασμένος είμαι!
Μου πρέπει μια δική μου κόλαση για το θυμό, μια κόλαση για την υπερηφάνειά μου-και μια κόλαση για τα χάδια· μια συμφωνία κολάσεων!
Πεθαίνω από πλήξη. Αυτό είναι ο τάφος απ΄ όπου βορά των σκουληκιών γινόμαστε, η φρίκη των φρικών! Σατανά, κατεργάρη, θες να με διαλύσεις με τις γοητείες σου. Απαιτώ. Απαιτώ να με διαπεράσεις μ’ ένα δικράνι, να με κατακάψεις.
A! Για να ξαναγεννηθώ! Για να κοιτάξουν επίμονα τις παραμορφώσεις μας. Και αυτό το δηλητήριο, και αυτό το φιλί, το χίλιες φορές καταραμένο! Η αδυναμία μου, και η σκληρότητα του κόσμου! Θεέ μου, έλεος, κρύψε με, αρρωστημένος αμφιφέρομαι! Κρύβομαι, κι όμως δεν είμαι.
Είναι η φωτιά π’ ανασηκώνεται με τους καταραμένους.»

 

 

-Ζακ Πρεβέρ, «Η ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΕΠΟΧΗ»

«Εύφορη γη
Καλό παιδί η Σελήνη
Μια θάλασσα φιλόξενη
Κι ο ήλιος χαμογελαστός
Στο ρεύμα του νερού
Κορίτσια αέρινα της εποχής
Κι όλα τ’ αγόρια αυτής της γης
Να κολυμπούν στην πιο βαθιά χαρά
Ούτε χειμώνας ούτε καλοκαίρι
Μήτε φθινόπωρο μήτε άνοιξη ποτέ
Μόνο καλός καιρός όλο το χρόνο
Και τα παιδιά τ’ αγαπημένα του Θεού
Τον έχουν διώξει απ’ τον παράδεισο της γης τους
Δεν Τον αναγνωρίζουν απ’ την Εύα ή τον Αδάμ
Πήρε κι Αυτός των ομματιών του για να βρει δουλειά
Δουλειά γι’ Αυτόν και για το φίδι στο εργοστάσιο
Αλλά εργοστάσιο δεν υπάρχει πια
Υπάρχει μόνο
Εύφορη γη
Καλό παιδί η Σελήνη
Μια θάλασσα φιλόξενη
Κι ο ήλιος χαμογελαστός
Έτσι ο Θεός μαζί με το ερπετό του
Μένει εκεί
Χοντρο-Αηγιάννης σαν και πριν
Ξεπερασμένος απ’ τα γεγονότα.»
(Ζακ Πρεβερ, Θέαμα και ιστορίες, ύψιλον/βιβλία)

 

 

-Θωμάς Γκόρπας, «ΠΙΚΡΗ ΕΠΟΧΗ»

«Σαν ήμαστε μικρά παιδιά
δεν πρόφτασαν να μας κρατήσουν οι γονείς μας απ’ το χέρι
και να μας πάνε πουθενά
ήτανε κιόλας σκοτωμένοι άρρωστοι ή χαμένοι.
Τότε αντί για καλημέρα λέγαμε
έως πότε έως πότε έως πότε
αντί για καληνύχτα σιωπούσαμε
σχεδιάζοντας μες στην αμφιβολία της νύχτας
παιγνίδια και χαρές στο νέο καιρό της λευτεριάς.
Τότε το ωραίο κορίτσι μας το λέγαμε Γιολάντα.
Η Γιολάντα
μας πότιζε πίκρα και μίσος
έτσι καθώς καμάρωνε τ’ απόγευμα απ’ το παράθυρό της
ντυμένη του προσώπου της το φως και το γαλάζιο φόρεμά της
χωρίς πληγές χωρίς καημό και αίματα
ξεχειλισμένη αληθινό φαΐ και τη γλυκιά ομορφιά της.
Τη βλέπαμε για μια στιγμή μέσα στα μάτια κ’ έλαμπε
ύστερα βλέπαμε το δρόμο που έλαμπε πάντα και μας καλούσε
για τις ουρές της διανομής και τη σκληρή μαυραγορά
που ήτανε θέα απροσπέλαστη σαν έτοιμο μαχαίρι.
Θυμούμαστε πως στον κόρφο μας
φώλιαζε ένα πουλί
μας εκρατούσε από το χέρι η περηφάνια
μας εκρατούσε από το χέρι η οργή
και προχωρούσαμε
16
με τ’ όραμα μισού πέδιλου από λάστιχο αυτοκίνητου
με τ’ όραμα μισού σπυριού μπομπότας.
Δε μας εγύρισε πίσω ποτέ η βροχή
κι ο άνεμος που μας σώριαζε στο δρόμο.
Τα ξεσχισμένα πόδια μας δε χάθηκαν στη λάσπη
φυλάξαμε τα μάτια μας να μην τα σβήσει η καταχνιά
τα ξυλιασμένα χέρια μας κρατούσαν την καρδιά μας
μην τη σκοτώσει η ανημποριά μην την κερδίσει η πίκρα.
Κι όταν πούλαγε η μάνα μας τα ρούχα της και τα χρυσαφικά της
για ένα κινίνο ή δυο κλωνιά σταφίδα
εμείς μαθαίναμε να περιμένουμε τη λευτεριά.
Δεν κλάψαμε ποτέ.»
(Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

 

 
-Τάκης Βαρβιτσιώτης, «Άνθρωποι εσείς της εποχής μου»

“Άνθρωποι εσείς της εποχής μου
Το άσμα σας ειν’ από πέτρα
Και δεν μπορεί να συγκινεί
Ξεχάσατε τη νιότη και το πάθος
Τον έρωτα τη μουσική

Άνθρωποι εσείς της εποχής μου
Το άσμα σας είναι σταυρωμένο
Μοιάζει μ’ απέραντη πληγή
Κι ειν’ όλο πλημμυρισμένο
Από την άγριά σας οιμωγή

Μια νύχτα λοιπόν περιμένω
Πιο πρόσφορη από την τωρινή
Όπου τ’ αστέρια θα πλέουν στα μάτια σας
Μιαν άλλη νύχτα
Πιο φωτεινή”
(Τάκης Βαρβιτσιώτης, Όχι πια δάκρυα, εκδ. Κέδρος)

 

 
-Στρατή Πασχάλη, «Εποχή παραδείσου»
«Η προσευχή ανήλικη για το γαμψό σου σχήμα
Δειλέ ανθρωποφάγε με τη γατίσια όψη
Και τα μαλλιά του ποιητή πουξέχασε να γράφει
Κι απορροφήθηκε απ’ το σύμπαν
Ωσπου έγινε χάρτης χωρίς χώρες
Ονειρογράφος ιδεών –
Πόσο μοιάζεις παιδικέ μας δυνάστη
Με την άλλη μας ύπαρξη
Την τόσο απλοϊκή και τόσο πανούργα
Οταν λατρεύοντας τον εαυτό μας
Εφαρμόζουμε την ανεξίκακη σαγήνη
Παιχνίδια με στιλέτα του νου
Πρωτόγονα εκλεπτυσμένες εξάρσεις
Τα βράδια που ο ουρανός είναι ανύπαρκτος
Που το φαρμάκι αργοπορεί να χρωματίσει τη φλέβα
Που η ψυχή θέλει να κοιμηθεί με δυο εραστές
Τον δειλό έφηβο του ύπνου
Τον πικρό του θανάτου μεσήλικα –
Πώς σε θυμίζει αυτό το πράσινο από γρασίδι
Κι η καθαρή λαχτάρα σου να μην παραδίνεσαι
Αλλά να ζεις εσαεί
Ερήμην της αγάπης
Μόνο με μπλε θωπείες, μωβ αγκαλιές, κιτρινωπά μειδιάματα
Ισοδύναμα με δολοφονίες!»
(από τη συλλογή «Εποχή Παραδείσου», εκδόσεις Γαβριηλίδης 2008)

 

 
-Νίκος Εγγονόπουλος, «Ποίηση 1948»

«τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι’ άλλα παρόμοια :
σαν πάει κάτι
να
γραφή
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων
θανάτου

γι’ αυτό και
τα ποιήματά μου
είν’ τόσο πικραμένα
(και πότε – άλλωστε – δεν είσαν;)
κι’ είναι
– προ πάντων –
και
τόσο
λίγα «
(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (139): «Εποχή»….

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. Εποχή μου είναι η ποίηση

    Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
    και βουλιάζεις μέσα στις λέξεις
    αποτυπώνεις μεταφορές για το αδιέξοδο παρόν
    και ρουφάς με το μολύβι σου τη θλίψη αυτού του τόπου
    που τον ήξερες για πατρίδα σου.

    Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
    και βυθίζεσαι σε σχήματα λόγου
    γειώνεις τους στίχους σου
    σε λευκό χαρτί.

    Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
    και κάνεις τραγούδι τις αγωνίες σου
    φτιάχνεις τον δικό σου λαβύρινθο
    για να απομονωθείς.

    Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
    έτσι για να παρηγορηθείς
    που η εποχή σου σε απαρνιέται
    και να εξιλεωθείς
    που την απαρνιέσαι και συ.

    ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ, 2013

    Λάθος εποχή, Πέτρος Γαϊτάνος

    2. ΚΑΙΣΑΡΙΩΝ

    Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,
    εν μέρει και την ώρα να περάσω,
    την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή
    επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω.
    Οι άφθονοι έπαινοι κ’ η κολακείες
    εις όλους μοιάζουν. Όλοι είναι λαμπροί,
    ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί·
    κάθ’ επιχείρησίς των σοφοτάτη.
    Aν πεις για τες γυναίκες της γενιάς, κι αυτές,
    όλες η Βερενίκες κ’ η Κλεοπάτρες θαυμαστές.

    Όταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω
    θάφινα το βιβλίο αν μια μνεία μικρή,
    κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος
    δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως…..

    A, να, ήρθες συ με την αόριστη
    γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες
    γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,
    κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.
    Σ’ έπλασα ωραίο κ’ αισθηματικό.
    Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει
    μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά.
    Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα,
    που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν
    η λάμπα μου —άφισα επίτηδες να σβύνει—
    εθάρρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου,
    με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες· ως θα ήσουν
    μες στην κατακτημένην Aλεξάνδρεια,
    χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου,
    ελπίζοντας ακόμη να σε σπλαχνισθούν
    οι φαύλοι —που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη».

    Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    ***

    3. «ΑΝΑΙΤΙΑ ΕΠΟΧΗ»

    Τέλος εποχής. Λύπη
    Αιώνιος χειμώνας στατικότητας
    Μεταδόσεις κυμάτων θλίψεων
    Πέθανε ο συνδυασμός
    Τον διαδέχθηκε η πενιχρή μονοτονία
    Αύριο θα βρέχει
    νεωτερικές κραυγές εσωστρέφειας
    Μην ανοίγετε τα παράθυρα του σώματος
    Θα κατακλυστείτε
    Φορέστε αδιάβροχα συναισθήματα
    Βάλτε και ένα ανοράκ επιμονής
    Δυστυχία
    Δελτίο άκαιρου χρόνου
    Επανάληψη

    ΛΟΓΓΙΝΙΔΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, 2015, ΚΕΔΡΟΣ

    ***

    4. Βιολέτες για μια εποχή
    (αποσπάσματα)

    «Αγαπώ τις μέρες του χειμώνα που είναι σύντομες ή
    μεταμορφώνομαι σε ήρωα (για να αποφύγω τους πραγματικούς
    κινδύνους) έτσι και πίσω απ’ τις πιο ακόλαστες πράξεις μας
    κρύβεται το μίσος για τον εαυτό μας, τι μας έφταιξε; κανείς δεν θα το μάθει»
    *

    «Α, φίλοι μου, ζούμε σ’ ένα όνειρο που δεν θα επαληθευτεί παρά
    μονάχα μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο, όμως τη νύχτα τ’ άστρα έχουν
    πάντα κάτι συνταρακτικό να μας πουν»
    *

    «Υπάρχουν πράγματα που τα περιμένεις χρόνια κι άλλα που
    συμβαίνουν μέσα σε μια στιγμή, καθορίζοντας για πάντα τη ζωή σου»
    *

    «Όταν ο Θεός μοίρασε τον κόσμο, τα παιδιά πήρανε τις γωνιές των
    δρόμων κι ο διάβολος τις πιο ωραίες λέξεις»
    *

    «Το καλοκαίρι ο ουρανός διανυκτερεύει
    οι μυρουδιές έχουν την παιδική μας ηλικία
    μέσα στον ύπνο μας κοιμούνται τα πιο ωραία ταξίδια
    κι εγώ δεν έχω αλλο όπλο απ’ το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες
    και να τις πιστεύω»

    TAΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ***

    5. Τέλος Εποχής

    Το χάος απλώνει τα μαύρα του φτερά,
    για να μη φαίνεται η ντροπή
    για εκείνους τους αριθμούς τους άψυχους
    που βαδίζουν μηχανικά
    στους δρόμους με τα πολύχρωμα φώτα,
    που άλλο δεν κάνουν απ’ το να κρύβουν
    τους βρυχηθμούς του σκοταδιού
    Ροκανίζουν μονάχες τα όνειρά τους
    και τα όμορφα φτερά,
    που μπορούσαν να τις πάνε
    σε τόπους φαντασίας μακρινούς,
    ξεφτίζουνε σιγά-σιγά,
    από την άγνοια προδομένα.
    *
    Μα η άγνοια φέρνει τον πόνο πιο κοντά
    και τα άφτερα πλάσματα της γης
    μονάχα να βλέπουν μπορούν τον ουρανό,
    νοσταλγικά για κάτι που άφησαν εκεί,
    μα πια δεν το θυμούνται.
    *
    Το σκοτάδι πολιόρκησε την πόλη,
    τα οχυρά της δεν ήταν άλλο από χαμόσπιτα
    κι ας φάνταζαν παλάτια!

    Μαζεύονται οι ψυχές φοβισμένες,
    μα ακόμη δεν ξέρουν
    πως δεν είναι νούμερα για τα σχέδια της πλάνης,
    κι η γνώση αυτή τις περιμένει
    στο πέρασμα των εποχών,
    τότε που θα καταλάβουν
    πως νούμερα δεν υπάρχουν,
    …μονάχα μια Αδελφοσύνη
    που περιμένει να δείξει την ισχύ της.

    Ιωάννα Μουτσοπούλου, 8/10/2011

    ***

    6. ΠΡΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΑΣ ΕΠΟΧΗ

    ΤΟΤΕ υψώθηκε
    μια επιτύμβια επιγραφή τέλους.
    Κι αυτό το τέλος μας αφορά όλους.
    Συναντιόμαστε
    από φθινόπωρο σε φθινόπωρο στα μπαρ,
    στα πεζοδρόμια.
    Με άχαρες κινήσεις μπαίνουμε σε ουρές,
    ανεβοκατεβαίνουμε σκάλες σε υπηρεσίες.
    Δε διαμαρτυρόμαστε
    για τα τρωτά μας σημεία,
    λαβωμένοι όπως είμαστε
    παίρνουμε άδεια,
    παίρνουμε ανάσα.
    Κάνουμε τα πρώτα μας βήματα
    στην πατρίδα γλώσσα.

    ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΓΩ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, 2012

    ***

    7. Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

    Τα δάχτυλά μου καρδιοχτυπούσαν
    ή μάλλον
    φτεροκοπούσαν
    καθώς έψαυαν
    το μελίφθογγο μα ανήσυχο αντίδωρο της ψυχής σου·
    προπαντός εκείνος ο αριστερός παράμεσος, με το κεχριμπαρένιο εφηβικό δαχτυλιδάκι,
    αν είχε φωνή, θα το εμπιστευόταν στους κάβους της νότιας πατρίδας μου,
    να το αποθέσουν στους βυζαντινούς ναΐσκους
    που κουρνιάζουν στα βράχια τους απ’ αιώνος
    κι έπειτα να το παραδώσουν στα γειτονικά, αενάως μανιασμένα…

    Λιντζαροπούλου Ελένη, Εκδόσεις των Φίλων

    ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΠΑΓΚΑΛΟΥ

    8.
    …Ἀδελφέ μου Ἤρ, σ’ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ τῶν ἰσχνῶν ἀγελάδων,
    ἐμεῖς δὲν ἔχουμε ἕναν Ἰωσήφ, δὲν ὑπάρχει γιὰ μᾶς Ἰωσήφ,
    λυτρωτὴς Ἰωσήφ, ἀφέντης τοῦ κορμιοῦ καὶ τῆς σκέψης.
    Ἀδελφέ μου Ἤρ, ἐσὺ ποὺ ξέρεις γράμματα, γράψ’ του κάτι γιὰ μένα:
    ὅταν ἀνθίζουν οἱ πασχαλιές μὲ παιδεύει ἡ νοσταλγία
    συχνὰ παίρνω Κάιρο στὸ ράδιο ν’ ἀκούσω τὰ διαγγέλματά του.
    Πεθαίνω φορώντας τὸ σπιλωμένο χιτώνα του –
    ἡ τελευταία ποὺ μ’ ἀπόμεινε ἡδονή.

    ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ὁ θάνατος τοῦ Αὐνάν (Ἡ Ἐποχή τῶν Ἰσχνών Ἀγελάδων, 1950)

  2. Ciao Aggeliki!!!

    -«Η εποχή μας είναι πολύ σκληρή, δολοφονεί τους ποιητές. Είναι το αντίθετο της ποίησης αυτό που βιώνουν σήμερα οι άνθρωποι, αλλά, μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα της αναζήτησης του κέρδους και της ηδονής, ο άνθρωπος τρέχει προς την ποίηση, όπως αυτός που έπαθε σκορβούτο και τρέχει προς τα χορτάρια. Ο ποιητής έπαψε πια να είναι το κέντρο του ενδιαφέροντος, όπως ήταν άλλοτε, κι έχει γίνει υπάλληλος της κοινωνίας. Αν θέλει να επιβιώσει αξιοπρεπώς, πρέπει να συμπορευτεί με τους όρους που θέτει η σύγχρονη εποχή. Αυτοί οι όροι είναι να εξυπηρετεί κάποιον κοινωνικό σκοπό ή κάποια κοινωνική ομάδα. Η εποχή μας θέλει συμβιβασμένο τον ποιητή, να εξυπηρετεί κάποια συμφέροντα, αν θέλει να επιβιώσει.»
    (Λευτέρης Πούλιος, από συνέντευξή του στην ΑΥΓΗ)

    -Ζακ Πρεβέρ, «Η ωραία εποχή»

    «Νηστικό χαμένο παγωμένο
    Ολομόναχο χωρίς δεκάρα
    Ένα κορίτσι δεκάξι χρονών
    Όρθιο ακίνητο
    Στην πλατεία της Ομόνοιας
    Το μεσημέρι στις δεκαπέντε Αυγούστου.»
    (Πηγή: http://www.poiein.gr/archives/9020)

    -Γιάννης Κοντός, «Χάλκινη εποχή»

    «Οι ανασκαφές έδειξαν τα πρωινά σου
    δυσοίωνα. Το χώμα κράτησε τις πατημασιές.
    Στο μέτρημα, βγήκανε πέντε άνδρες. Ο ένας,
    ο πιο δυνατός, φορούσε χρυσά πέδιλα.
    Αυτός έσπασε την πόρτα, και σκόρπισαν
    οι υπηρέτριες. Μόλις είχες βάλει το πόδι
    στη στέρνα, για το πρώτο μπάνιο της ημέρας.
    Οι φωνές σου και οι ατμοί
    φαίνονται ακόμη στους τοίχους.
    Χάθηκαν όλα τα άλλα:
    οι βρισιές, οι προσπάθειες για εξηγήσεις,
    τα παρακάλια της τροφού,
    το τρομαγμένο πέταγμα του περιστεριού.
    Βρέθηκαν τα μαχαίρια, το αίμα,
    τα μαλλιά στα χέρια του, οι βόγγοι σου,
    η βουή και τα θρύψαλα του σεισμού
    που έγινε τη στιγμή του φονικού.

    Μετά χιλιάδες χρόνια,
    οι κατατάξεις, τα θαμπά γυαλιά, η συντήρηση,
    το μουσείο, οι περαστικοί.»
    (Γ. Κοντός, Ο αθλητής του τίποτα, Κέδρος)

    -Μανόλης Πρατικάκης, «Ο θάνατος και οι εποχές»

    «Κάθε εποχή ο θάνατος έχει καινούριο
    πρόσωπο.
    Κάθε εποχή ο θάνατος αλλάζει φορεσιά
    και κατοικία.

    Πέρυσι φορούσε γαλόνια.
    Φέτο κολλάρο και γραβάτα.

    Του χρόνου ίσως θα έχει αφήσει γενειάδα.
    Θα κοιμάται σε σοφίτα.
    Θα φοράει ένα ξεχειλωμένο πουλόβερ
    περασμένης μόδας.
    Ένα οικτρά παραμορφωμένο σακάκι ξεχασμένων
    τσαλαπατημένων ιδεών.»
    (Μ. Πρατικάκης, Ποιήματα, Μεταίχμιο)

    -Ανν Σέξτον, «Εκείνες τις εποχές…»

    «Στα έξι μου
    ζούσα σ’ ένα νεκροταφείο γεμάτο κούκλες,
    αποφεύγοντας τον εαυτό μου,
    το σώμα μου, αυτό τον ύποπτο
    στο αλλόκοτο σπίτι του.[…]
    Θα μιλήσω για τους βραδινούς εξευτελισμούς όταν με ξέντυνε η Μητέρα,
    για τη ζωή της μέρας, κλειδωμένη στο δωμάτιό μου-
    όντας η ανεπιθύμητη, το λάθος
    που χρησιμοποίησε η Μητέρα για να αποτρέψει τον Πατέρα
    απ’ το διαζύγιο. […]
    Στεκόμουν εκεί ήσυχα,
    κρύβοντας το μικρό μου μεγαλείο.
    Δεν αναρωτιόμουν για την πύλη της ντουλάπας.
    Δεν αναρωτιόμουν για το τελετουργικό του ύπνου
    όταν, στα ψυχρά πλακάκια του μπάνιου,
    με ξάπλωναν καθημερινά
    για να μ’ εξετάσουν για ψεγάδια.»
    [Ζήσε ή πέθανε, 1966, απόσπασμα)
    (Πηγή: http://penseur1.blogspot.gr/2015/11/anne-sexton.html)

    -Βύρων Λεοντάρης, «Η σκάλα»

    «Κακή εποχή σε ξένο κι άγνωστο σκοτάδι
    οι δρόμοι χρόνια τώρα πεθαμένοι και σβησμένα τα σημάδια
    κακή εποχή, ανεμόβροχο σπάει τα τζάμια στις ψυχές μας
    κι οι σκιές των ανθρώπων μέσα μας φτερούγες τσακισμένες
    ένας καιρός ερείπιο
    κι η σκάλα που ανεβαίνω πότε να τυλίγεται στα πόδια μου σαν φίδι
    και πότε να βυθίζεται σαν βίδα στο μυαλό…

    Αθώο ξεκίνημα, μοναχικέ λυγμέ πάνω απ’ τη θλίψη
    με μολυβένια τώρα τα φτερά
    χάνοντας ολοένα ύψος –όπως τόσες
    απόπειρες αθανασίας που κατακάθισαν σ’ ένα επιτύμβιο χαμόγελο
    αθώο ξεκίνημα, πού μ’ έφερες, πού μ’ έφερες…

    Ίλιγγοι και στροφές
    τρεκλίσματα μες στους λαβύρινθους
    χειρονομίες σακάτισσες
    σκέψεις γριές σερνάμενες πιασμένες απ’ τους τοίχους
    μια υγρασία πανικού ως το κόκαλο κι όλοι γυρεύουν να σωθούν
    κρεμιούνται απ’ τα καλώδια κι απ’ τις φλέβες τους
    κυκλοφορούν μ’ ένα μαχαίρι στην καρδιά σαν φυλαχτό
    κλειδώνουνε τις πόρτες ψάχνονται για τη χαμένη αφή τους
    –άλλοι στους τοίχους κολλημένοι κάνουν τα παράθυρα
    κι άλλοι τρέχουνε, τους ανοίγουν και πηδάνε στο κενό
    και τι μπορούμε εμείς να κάνουμε και τι μπορούμε
    μέσα στο στοιχειωμένο αυτό οικοδόμημα
    κεριά που σβήνουμε στο βάθος των διαδρόμων
    στίχοι που κλαίμε σαν παιδιά στα σκαλοπάτια
    γιατί ποτέ ποτέ δε μπορέσαμε να προλάβουμε το έγκλημα
    –φτάσαμε πάντα αργά μπροστά στις κλειδωμένες πράξεις
    το αίμα κυλούσε πια κάτω απ’ τις χαραμάδες
    κι η κούραση κι ο φόβος όλο να πληθαίνουν στην ατέλειωτη αυτή σκάλα

    Όλες τις μοναξιές τις έζησα
    ελπίζοντας και μη ελπίζοντας
    όμως τη μοναξιά της τέχνης πώς να την αντέξω
    τη σκόνη πάνω στο βιβλίο
    τα λόγια που σηκώνονται τις νύχτες σαν αγάλματα
    κι ανάβουνε τα φώτα σε αδειανές ψυχές
    κι αρχίζουν να χτυπούν στους τοίχους το κεφάλι τους ουρλιάζοντας
    –είναι μια κρίση δημιουργίας μόνο ή μήπως είναι
    το τέλος, η κατάρρευση της σκέψης, η ερημιά
    ανάμεσα σε ανεπανόρθωτα φθαρμένα σύμβολα και εικόνες
    που ηχούν σαν κούφιες προσωπίδες

    Γιατί δεν είναι μόνο ο χρόνος που μας φθείρει μα κι ο χώρος
    σημεία το δείχνουν καθαρά, ο χώρος εκδικείται
    παραμορφώνει τις δομές και κατατρώει τα σώματα
    σκάβει βαθιά κενά κουφώνοντας μορφές και σωθικά –έτσι κι ο λόγος
    φαγώθηκε σιγά σιγά από σιωπές και χάσματα
    Τι μέλλει ακόμα να ειπωθεί και ποια η έκφραση μες στη χαμένη ισορροπία;

    Είπαμε τόσες φτήνιες, έτσι που ‘γινε κι η δημιουργία διαστροφή
    και τώρα ετούτη η κούραση δεν είναι σαν τις άλλες
    δεν έρχεται απ’ το παρελθόν αλλά απ’ το μέλλον
    όπως η σκόνη αυτή που κατεβαίνει από τα πάνω δώματα
    όπως το αίμα αυτό που στάζει από τα πάνω δώματα

    –αθώο ξεκίνημα, που μ’ έφερες, πού μ’ έφερες
    Πού να σταθώ να γείρω το κεφάλι μου
    να ονειρευτώ το δροσερό κατώφλι…»

    (Από τη συλλογή Κρύπτη, 1968)

  3. Εγώ πάλι θέλω να πιστεύω ότι σε «τούτη την εποχή του εμφυλίου σπαραγμού» η ποίηση μπορεί και να μας σώσει… Καλό βράδυ και καλή εβδομάδα φίλοι μου 🙂

  4. …Μακάρι, Petra!!!…
    Αλλά ο ίδιος ποιητής (ο Εγγονόπουλος) σ’ άλλο ποίημά του έγραψε πως «στις μέρες μας είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς»…
    Όμως, προσωπικά πιστεύω στην ποίηση και στη σωστική της δύναμη!!!
    Καλό βράδυ, ευχαριστώ!

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    …Στα γενέθλια της εποχής μου
    ντυμένος αρλεκίνος ο Καρυωτάκης
    κρατά την τούρτα,
    κεράκι είναι τα ποιήματα
    που σβήνουν και ξανανάβουν,
    οι συγγενείς λένε πως δεν με ξέρουν
    μου ζητάν να φύγω
    μα κανείς δεν τους είπε πως είμαι η ευχή
    του μικρού τους παιδιού.
    Ξεπληρώνω τα χρέη μου στην ασημαντότητα
    βασιλεύω στο Δέλτα του Ινάχου ποταμού,
    και τραμπαλίζω δίπλα από το χάος
    που συνέπεσε στην αυλή σου να εκβάλλει.

    ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΣΙΑΚΟΣ, Η Τραμπάλα (απόσπασμα)

    ***

    ΤΟ ΜΟΒ ΤΗΣ ΑΥΛΗΣ ΜΟΥ

    Ξένοι και φίλοι έρχονται κάθε χρόνο, τέτοια εποχή
    στου κήπου μου τη φαντασμαγορία, να εναποθέσουν νεκρές ελπίδες.
    Τους κοιτάζω με μια κάποια καχυποψία κι αγωνιώ
    για του καθενός προσωπικά τη σωτηρία.
    Είναι τόσο όμορφοι, λουσμένοι στο μοβ της αυλής μου.
    Οι προσδοκίες τους θυμίζουν λουλούδια που τα προσπέρασε η Άνοιξη
    και γι’ αυτό μαράθηκαν, κατευθείαν.
    Κάθε χρόνο τέτοια εποχή αναστατώνω τον κόσμο με το μοβ της αυλής μου.
    Χρώμα μυστηριώδες.
    Συμβολίζει την αύρα, το υποσυνείδητο και του μεταφυσικού
    την άνευ λογικής απόδειξης παντοδυναμία.
    Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, μαθαίνω ξανά ν’ αναπνέω.

    Λίλα Παπαπάσχου

    ***

    Στην Εποχή μας

    Πολλαπλασιάσαμε τα υπάρχοντά μας,
    και μειώσαμε τις αξίες μας.
    Μιλάμε πολύ, αγαπάμε σπάνια
    και μισούμε πιο συχνά.
    Μάθαμε πώς να εξασφαλίζουμε τα προς τα ζην,
    αλλά δεν μάθαμε να ζούμε.
    Προσθέσαμε χρόνια στη ζωή μας,
    αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας.

    Φτάσαμε ως το φεγγάρι,
    αλλά δυσκολευόμαστε να διασχίσουμε ένα δρόμο
    για να συναντήσουμε τον γείτονά μας.
    Διασπάσαμε το άτομο,
    αλλά όχι και τις προκαταλήψεις μας.

    Έχουμε υψηλότερα κτίρια,
    αλλά και πολύ χαμηλότερες προδιαγραφές.
    Πλατύτερους δρόμους,
    αλλά στενότερες αντιλήψεις.
    Ξοδεύουμε πολλά, και έχουμε λίγα.
    Αγοράζουμε πολύ, αλλά απολαμβάνουμε λίγο.

    Έχουμε μεγαλύτερα σπίτια και μικρότερες οικογένειες,
    Περισσότερες ανέσεις, αλλά λιγότερο χρόνο.
    Έχουμε περισσότερα πτυχία, αλλά λιγότερους λογικούς ανθρώπους,
    Περισσότερη γνώση, μα λιγότερη κρίση.
    Έχουμε πολλούς ειδήμονες, αλλά και περισσότερα προβλήματα.
    Έχουμε πλεόνασμα φαρμάκων,
    αλλά έλλειμμα στην ποιότητα της ζωής μας.
    Έχουμε υψηλότερα εισοδήματα,
    αλλά χαμηλότερες ηθικές αξίες.

    Ζούμε στην εποχή των υψηλών κερδών
    και των ρηχών ανθρώπινων σχέσεων.
    Υπάρχουν περισσότερα τρόφιμα,
    αλλά και χειρότερη διατροφή.
    Κτίζουμε πολυτελή σπίτια,
    αλλά διαλύουμε την οικογένεια.

    Η βιτρίνα της ζωής μας φαίνεται πλούσια και γεμάτη,
    Η αποθήκη της όμως, είναι έρημη και άδεια.
    Πιθανόν να συμφωνείτε με τις διαπιστώσεις αυτές.
    Εσείς, όμως, θα αποφασίσετε εάν θα κάνετε κάτι πραγματικά
    για να αλλάξετε τη ζωή σας,
    ή αν απλώς θα γυρίσετε σελίδα.

    http://www.votegreece.gr/archives/18233

  6. Ciao Aggeliki!!!… Χρόνια πολλά, καλά και ποιητικά για τη σημερινή ημέρα της γυναίκας!…

    -Βλάντιμιρ Χολάν, «Εποχή»

    «Μέσα από τις εικόνες των πραγμάτων
    υπάρχουμε ακόμα μες στο χρόνο.

    Όμως σήμερα πριν ο σπορέας κάνει ένα βήμα
    ο θεριστής είναι κιόλας εκεί.

    Φαίνεται
    πως δεν θα υπάρξουν ούτε νεκροί ούτε ζωντανοί.»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

    -Φρανσουά Ζακμέν, «Οι εποχές»

    ΑΝΟΙΞΗ
    I
    Η αύρα αναγγέλλει γάμους
    Ανηλεείς.

    Μαρμαρυγή αποκάλυψης
    σε κάθε που γεννιέται.

    Το χόρτο κάνει την ανυπαρξία
    και τρέμει.

    Επισφαλές το να μην είσαι
    νέος.

    II
    Ιδιοφυΐα είναι να συναθροίσεις
    όλους τους παροξυσμούς.

    Παραδόξως, ο θάνατος συμμετέχει
    σ’ αυτή την εξέγερση.

    Η ύπαρξη πρόκειται απτά
    ν’ ανυψωθεί στο απερίγραπτο.

    ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
    II
    O ουρανός τσουρουφλίζεται
    σαν αίρεση.

    Το πνεύμα του ξυλοκάρβουνου
    κερδίζει την καρδιά της πέτρας.

    Έπειτα είναι το μνήμα
    του μεσημεριού.

    Εκεί σταλιάζει η σκόνη
    μέσα στη φρικαλέα ειρήνη της φωτιάς.

    III
    Το μεσημέρι επετεύχθη. Η σιωπή
    αναδεύει τις μέλισσές της.

    Στην κορφή του αέρα
    μια καθαρότης τερατώδης, απειλεί
    οτιδήποτε πρόσκειται σε μιαν έννοια.

    Η βελόνα της φωτιάς αρνείται
    να κόψει το στιγμιαίο, τον πιο
    αρχαίο χρόνο απ’ όλα.

    ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
    I
    Η οξιά
    τα φλεγόμενα μπράτσα της αναδεύει.

    Δοξάζει
    την τελευταία γιορτή της φωτιάς.

    Μακριά τα πεθαμένα φύλλα αναλώνονται
    με μυρουδιά ελαφρώς ακατάδεκτη.

    Ό, τι δεν συμμετέχει
    ψιχάλα γίνεται.

    II
    Το δάσος ανακαλύπτει πως
    ν’ αγαπιέται δεν είναι αναγκαίο.

    Ξέρει πως γίνεται να ‘ναι κανείς όμορφος
    χωρίς το εναγώνιο μεγαλείο
    της αποπληξίας.

    Η γλυκύτητα του να μην είσαι
    για κανέναν τίποτα
    απ’ τα στολίδια του πάθους το απαλλάσσει.

    III
    Το δέντρο μπαίνει σ’ έναν ύπνο
    που το γερνάει.

    Όντως, το φύλλο θα του ξανάρθει,
    σαν μπούμερανγκ.

    Μα ποιο θα είναι στο μεταξύ,
    το άλλο δέλεαρ
    γι αυτούς που μεθάνε με την ουσία;

    ΧΕΙΜΩΝΑΣ
    II
    Η ατμόσφαιρα έχει
    την αυστηρή καθήλωση των μουσείων.

    Η προτομή του κόσμου
    έχει το καθαρό και άδειο βλέμμα
    των διαπρεπών αρχαίων.

    Μπροστά στο παράδοξο της πέτρας
    η ύπαρξη υποχωρεί.

    Ένας περίπατος παίρνει την όψη
    μάχης με το καλέμι.

    III
    Τ’ αστέρια του χειμώνα βρυχώνται
    στον παγωμένο ουρανό.

    Έχουν αυτή την ενάρετη φλόγα
    που δεν λάμπει παρά για την
    αναίσθητη καρδιά.

    Το φως τους δε φέγγει
    παρά για τις αρχές.

    IV
    Ποιο θέατρο θα ήταν αρκετά
    ευρύχωρο για να σηκώσει
    το βάρος του χειμώνα;

    Πώς να φτιάξουμε τη σκηνή
    που θα ‘δειχνε τη φωτιά
    που αντιστρέφει το παραλήρημά της;

    Δεν θα βρισκόντουσαν
    σκέψεις αρκετές
    να παραστήσουν την πραγματική λευκότητα.

    V
    Το λιβάδι έχει την αντοχή της δέσμης.

    Το γέρικο τριαντάφυλλο
    αποτελειώνει τις μέρες του
    κάτω από έναν μανδύα
    χιονιού.

    Έχουν καταδικάσει τις πόρτες.

    Το κάρβουνο αφηγείται
    τις μυθικές του πανδαισίες.»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ

    Ι. Χειμερινό ηλιοστάσιο

    Ξημερώνοντας η γιορτή σου, Αναστασία
    Σκέψου πως διανύσαμε
    την πιο μεγάλη νύχτα.
    Σκέψου, πόσα και πόσα όνειρα
    πασχίζαμε κάποτε να στοιβάξουμε
    μες στο πηχτό σκοτάδι
    ενώ καραδοκούσε ανελέητο το φως
    τόσων και τόσων ημερών κατοπινών
    να ματαιώσει.

    Κι εμείς φαντάσου
    πώς στριμωχτήκαμε
    σε μια ζωούλα τόση δα
    ενώ το άμεσο μέλλον μας υπονομεύει
    η αέναη διάρκεια
    Η απειλή; Η υπόσχεση;
    της πιο μεγάλης νύχτας.

    ΙΙ. Εαρινή Ισημερία

    Ήξερε ο Βιβάλντι
    ποια εποχή
    διάλεξε να υμνήσει περισσότερο.
    Ήξερε ο Διάκος
    που μοιρολογούσε:
    Για δες καιρό που διάλεξε…
    Φευγάτη παπαρούνα η ζωή
    σμίγει με του κυπαρισσιού τη θαλερότητα
    η αιχμηρότητα του αγκαθιού
    με το βελούδινο της πασχαλιάς.
    Αγάπη, προδοσία, όλα
    δίκαιη μοιρασιά
    η μέρα με τη νύχτα.

    ΙΙΙ. Θερινό ηλιοστάσιο

    Αγαπώ και φοβάμαι το φως.
    Συνήθως αγαπώ ό,τι φοβάμαι.
    Την θάλασσα, τον έρωτα, κυρίως το φως.
    Αυτό που δίνει υπόσταση στην λεπτομέρεια.
    Όταν ορμάει στο δωμάτιο αδίστακτο
    τα πρωινά καθώς δειλά
    ανοίγω τα παντζούρια.
    Μαζί αισθάνομαι το βλέμμα του Θεού
    ν’ απλώνεται στ’ άδυτα της ψυχής μου.
    Εκτίθεμαι σ’ εκείνον
    όπως η κάμαρα στον ήλιο
    βιάζομαι μετά, θέλω να σκοτεινιάσει
    να κρυφτώ στον ύπνο μου.
    Αυτή τη λειψή νύχτα
    ο τρόμος θα ξημερώσει πιο νωρίς
    όταν απ’ τα σεντόνια τιναχθώ
    ακούγοντας τον ήχο
    της γρήγορης ανάσας μου
    σαν κτύπος ρολογιού να επαναλαμβάνεται
    στο άδειο σπίτι.

    ΙV. Φθινοπωρινή ισημερία

    Πέφτουν τα φύλλα, πέφτουνε
    Ίσως γιατί το δέντρο τόσο τ’ αγαπά.
    Ίσως για να τα νοσταλγήσει
    όταν γυμνό ριγήσει στα ραπίσματα
    του ανελέητου βοριά.
    Σε λίγο θα ξεθυμάνει σε κλάμα
    ο καύσωνας του Αύγουστου
    και χείμαρρος δακρύων θ’ αυλακώσει
    το στεγνωμένο πρόσωπο της γης.
    Όμως ακόμα είναι καλοκαίρι
    Και μια υπόνοια μονάχα ανεπαίσθητη Χειμώνα.
    Είναι μεγάλο κρίμα
    να την διεκδικούν
    με ίσια δικαιώματα
    το φως και το σκοτάδι.

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ

  8. Πολύ καλό, ευχαριστώ, Αγγελική!!!

    -Βύρων Λεοντάρης, «Η τελευταία εποχή»
    (απόσπασμα)

    «…Για την αγάπη αυτή που δεν την αγαπήσαμε,
    κόρη γλυκών καημών, με τα στιφά τα στήθια σου, κόρη με
    τους ροδώνες
    των αστεριών στα μάτια σου,
    έφτασε η τελευταία πια εποχή
    για την αγάπη που δεν μας αγάπησε.

    Για το σκυφτό, το πένθιμο κεφάλι των δεκαοχτώ χρονών
    για την φριχτή αυτή εφηβεία των μαρασμών
    έφτασε η τελευταία πια εποχή.
    Κόρη με τη σωστή αίσθηση του κόσμου
    αύριο, αύριο θα λάμψω από ανθρωπιά
    όταν η λάσπη ετούτη θα μιλήσει,
    όταν πια θα ‘χω βρει μες στα δυστυχισμένα μάτια σου
    το πιο γαλάζιο μου τραγούδι.»
    (Β. Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/βιβλία)

    -Γιάννης Δάλλας, «Εποχή των νομάδων»

    «Ρίξε με σε καμίνι γύφτων σε νεροτριβές σε μυλο-
    λίθαρα της δόλιας μου πατρίδας Σε ξάγνα
    ντα κυνήγια σε περάσματα σε χνάρι λύκου κι ά-
    νταρτών σε καταρράχτες άσπρων κοπαδιών για
    ξεχειμάδιασμα Σε δαιδαλώδη πανηγύρια για
    παζαρέματα να χτυπηθώ σαν ταύρος να βελάξω σαν
    αμνός Να μπω σε καραβάνια προσφυγιάς μες
    στα διασταυρούμενα πυρά να γίνω γκέμι και τρο-
    χός Σαν άνεμος που ξέφυγε από τους ασκούς
    κ’ έγινε μαύρος πειρατής στ’ αντίσκηνα τ’ Αυγού-
    στου Και σαν ο χτεσινός Δεκέμβρης που έλυσε
    όλα τα νερά και σάρωσε τα σύνορα των δυνατών
    Κ’ ύστερα γέμισε η πατρίδα μου γιαπιά και πίσω
    από πανύψηλους φεγγίτες μάτια Στην κορυφή
    κ’ εγώ μ’ όλους μαζί σαν ανεβαίνει ο φύλακας με
    τα κλειδιά Αυτός κάθε πρωί και πιο ραχιτικός
    κ’ εμείς να τον κοιτάμε ουρανογείτονες.»
    (Γ. Δάλλας, Το τίμημα, Κείμενα 1981 Αθήνα)

  9. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    ΣΕ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ

    /άνοιξη/

    λευκή γραμμή σε μωβ πίνακα
    ψυχή! λευκή σαν
    Κυριακή
    φαντάσου,
    το μικρό σύννεφο
    φέρνει το τραγούδι
    των αγγέλων
    εκεί σε είδα
    σα βροχή
    σε κάποιο παραμύθι
    με μωβ κήπους
    να περιμένεις την
    άνοιξη
    *
    άνοιξη ξανά
    γέμισε η πόλη μου
    άνθη νεραντζιάς
    το χελιδόνι
    μέσα από τη φωλιά
    του, τιτιβίζει

    /καλοκαίρι/

    νερό και ήλιος
    όλο το μπλε της
    θάλασσας
    στην άμμο,
    λευκά κοχύλια
    νερό και ήλιος
    ν’ ανθίζει σιωπή αυτός
    ο ήχος
    σ’ ένα γυμνό καλοκαίρι
    *
    το φως του ήλιου
    δείχνει το μονοπάτι
    στο μικρό βουνό
    έρωτα γλυκέ
    χάθηκες σαν ελάφι
    στο φως του κόσμου

    /φθινόπωρο/

    φθινόπωρο
    σ’ αγκάλιασα
    θαυμάσια
    στου πλήθους την
    άκρη
    ότι η πόλη θεωρεί
    φτώχεια
    και πεσμένο φύλλο
    το φθινόπωρο
    *
    έρημο σπίτι
    η αυλή του γεμάτη
    κίτρινα φύλλα
    αυτή τη νύχτα
    ο δυνατός άνεμος
    λυγίζει δέντρα

    /χειμώνας/

    απουσία
    λευκό το σύννεφο στον ουρανό
    στον κήπο
    μια ανθισμένη αμυγδαλιά
    πέρασε ο χρόνος
    και γέμισε
    χειμώνα
    αυτό το σούρουπο
    *
    βαρυχειμωνιά
    στο παράθυρο, κοίτα,
    νιφάδες χιονιού
    κρύο απόψε
    λίγο χιόνι, στο κλαδί
    ένα σπουργίτι

    Θωμαή Δ. Ζορμπάκη

  10. …Πολύ καλό! Grazie mille!!!

    -Χρίστος Λάσκαρης, «Η αγαπημένη του εποχή»

    Το καλοκαίρι είναι η αγαπημένη του εποχή –
    όχι τόσο για τα φρούτα του,
    όσο γι’ αυτούς
    τους μακρινούς περίπατους μέσα στο βράδυ,
    εκεί στις φτωχογειτονιές.

    με τις καταβρεγμένες τους αυλές,
    τα τηγανίσματα.

    -Μελισσάνθη, «Η εποχή του ύπνου»

    Σπλαχνικός είναι ο ύπνος
    για την αβέβαιη ύπαρξή μας,
    Για την αδύνατή μας μνήμη
    Που δεν αντέχει τη μεγάλη αγρύπνια
    για το άστατό μας χέρι,
    για την απρόσεχτη καρδιά μας,
    που δεν αντέχει το μαχαίρι της Αγάπης
    που τη βυθομετρά,
    που δεν αντέχει τη φωτιά της ύπαρξης!..
    Ανάμεσα ξύπνου και ύπνου ονειρευόμαστε
    όλες οι μέρες μας να λαμπαδιάσουν
    σε μια χαί μόνη φλόγα
    ν’ αναλωθούν σε μια βαθειάν ανάσα
    μέσα στο ζωντανό πυρ του θεού
    οι τρόμοι μας όλοι να γίνουν μια κραυγή μεγάλη,
    που μ’αυτή θ’ αναμετρήσουμε
    την άβυσσο της Θείας Αγάπης
    μέσα στην ίδια την καρδιά μας.
    Οι Άγγελοι, που καθαρή φλόγα ανασαίνονν,
    μας βλέπουν ν’ αποστρέφουμε το πρόσωπο,
    να φεύγουμε τη ζωή,
    να μην μπορούμε ν’ αποδιώξουμε του ύπνου την κίνηση
    που μας σφαλά τα βλέφαρα σαν ένα χέρι,
    να σβήνουμε, να διαλυόμαστε σε στάχτη
    να μας παγώνη ο θάνατος
    γιατί φοβόμαστε τη φλόγα ν’ ανασάνουμε
    φοβόμαστε, δειλιάζουμε ν’ αδράξουμε
    από την κόψη της κάθε στιγμή
    με το σπαθί της να νικήσουμε το πρόσκαιρο
    και βιάζοντας την πύλη του Καιρού
    να μεταλάβουμε φωτιά αρχαγγελική,
    χίλιες καμπάνες τον αντίλαλο να πάρουν
    κι ο θάνατος σαν τρομαγμένο να φεύγη πουλί
    ο Κόσμος σε μιαν αστραπή ν’ αποκαλύψη
    στα έκπληχτα μάτια μας το μυστικό του
    μεμιάς το νοημά του να φανερωθή
    σαν την κρυμμένη φλόγα απ’ τον άνεμο –
    μας βλέπουν να δειλιάζουμε, να σκύβουμε στά βάθη
    που ανοίγει μέσα μας ο κεραυνός,
    γιατι η αγάπη τους μονάχα μας μετρά
    με την άβυσσο της απελπισίας μας,
    γιατι η αγάπη των αγγέλων οίκτο δεν γνωρίζει
    κ’ η όψη τους κόβει σαν σπαθί
    τη σάρκα μας θανατερά πληγώνει,
    σε τέφρα πέφτει η γήινη καρδιά μας
    με την προσέγγιση της μυστικής φωτιάς,
    με τέτοιο τίμημα μας δίδουν το Μεγάλο Δίδαγμα…
    Σε τούτο το μεταξύ,
    ας παίζουμε με τις λέξεις,
    ας παίζουμε της ομιλίας το θείο παιγνίδι
    ανύποπτοι ποιητές που κλέψανε το μυστικό
    να βλέπουνε και ν’ ακούνε,
    ν’ αγγίζουνε και να γνωρίζουνε τα πράγματα,
    την εικόνα του Κόσμου ξαναπλάθοντας
    μ’ αστραφτερές λέξεις ας παίζουμε
    καθώς παιδιά μ’ αθώα χοχλάδια
    που ξεβράστηκαν στ’ ακροθαλάσσι
    μόλις αγγίζοντας τη μυστική φωτιά
    μόλις μαντεύοντας τον κρύφιο κεραυνό,
    με χώμα ας σκεπάζουμε και στάχτη
    τη φλόγα που οι θνητοί ν’ αγγίσουν δεν τολμούν
    δέσμιοι στο θάνατο
    ας ξανοίγουμε τις χάρτινες βαρκούλες μας
    μες στον αστραποβόλο ωκεανό!..
    Οι βράχοι, τα βουνά, τα δέντρα,
    τα ζώα, τα πουλιά,
    όλα αναπνέουν μες στης αιωνιότητας τη φλόγα!
    Ας ζητήσουμε άφεση
    για το ψέμμα που μας τρέφει
    κι ας προσεγγίσουμε τη Θεία Τάξη
    την επουράνια Χάρη με το τραγουδι !..

    (Πηγή: http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/grpoetry/melissanthi.html)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: