Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (138ο): «Συνάντηση»…

 

-«… για να γεννηθείς εσύ,
κι εγώ για να σε συναντήσω
γι’ αυτό έγινε ο κόσμος…».
(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 
-«Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε».
(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα…
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
είτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής είταν που αργούσες
ακόμα
όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια είταν γιατί μου λείπανε τα
μάτια σου…
Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά – θυμάσαι; – μου ά-
πλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά
σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου».
(Τάσος Λειβαδίτης)

 
-Γιάννης Ρίτσος, [άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε]

«Το κορμί μας περήφανο
απ’ της χαράς την ομορφιά.
Το χέρι μας παντοδύναμο
απ’ την ορμή της αγάπης.
Μέσα στη φούχτα της αγάπης
χωράει το σύμπαν.
Άξιζε να υπάρξουμε
για να συναντηθούμε.»

 

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Μια τελική συνάντηση»

«Μια τελική συνάντηση μες στων αλλεπαλλήλων
Άδειων νυκτών τη στείρα διαδοχή
(Όχι συμπτωματικά ούτε τυχαία)
Μια συνάντηση — στην άβατο διάβαση πέρασμα
Απ’ του μυαλού πέρα τ’ αταίριαστα διδάγματα
Όταν οι άλλοι σιτίζονται με ράκη προσευχής
Νοσταλγούν εσχατιές φανταστικών επιλύσεων
Εκθέτουν σε σχήματα ασελγή των σωμάτων
Την ασταθή βεβαιότητα μιας νοσηρής υγείας.
Μια συνάντηση —όχι τυχαία— επινόηση
Θανάτου χωρίς αργύριο υποταγής
Στην άγρια νύχτα που καλπάζει σ’ ένα αιώνιο
Απαράβατο, πριν και μετά, Καθορισμένο.»
(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, εκδ. Νεφέλη)


-Άννα Αχμάτοβα, «Το τραγούδι της τελευταίας συνάντησης»

«Στο στήθος ένα σφίξιμο
το βήμα χάνω, πάω βιαστική
από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.
Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
Μα, είναι τρία, χρυσή μου.
Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου’.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.
Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
κεχριμπαρένια καίνε τα κεριά
της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά»
(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, μτφ. Άρης Αλεξάνδρου)

 
-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Η συνάντηση»

«Με βρήκε, ήλιε, ο κεραυνός της φιλίας σου
πάνω σε λόφους που δεν προστατεύονται
και μου σύντριψε την καρδιά.
Τρίκλιζα με σπασμένα κόκαλα.
Όγκοι φωτός κατολίσθησαν
μέσα μου, τόσο που χάνοντας
το δρόμο της η φωνή μου»
(Πηγή: http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/106359/2.pdf)

 
-Ορέστης Αλεξάκης, «Η συνάντηση»

«Καλώς ήρθες Μαρία στην ερημιά μας
έφερες την αγάπη στην άγρια χώρα μας
όμως Εσύ
θα μπορέσεις να κρατήσεις στην αγκαλιά σου
τη βαριά σιωπή τού δάσους όταν νυχτώνει;

Θα μπορέσεις να κρατήσεις το βάρος
Της μεγάλης αγάπης Μαρία;

«Μαρία τής παιδικής εποχής»
Η Περσεφόνη των γυρισμών

Κι όμως, την ξαναβρήκα τη Μαρία
Χρόνια μετά την παιδική ηλικία
Σ’ ένα μπαράκι τής οδού Διδότου
καθισμένη στο τρίποδο πνιγμένη
στους καπνούς σα μια σύγχρονη Πυθία
«Ω μα και βέβαια σε θυμάμαι» μου ‘πε
«Κι εσένα κι όλα εκείνα που γιομίζαν
μ’ αφροντισιά την παιδική ζωή μας
Τίποτα δε λησμόνησα μα ωστόσο
τώρα είμαι εδώ και προσπαθώ να ζήσω
να κρατηθώ στην ώρα των πραγμάτων
Όχι δεν είμαι φάντασμα δεν είμαι
νεκρή ποτέ δεν πέθανα και τότε
που επέστρεφες απ’ το νεκροταφείο
τόσο σκοτεινιασμένος απ’ τη θλίψη
κάπως θαρρώ σου το ‘χα ψιθυρίσει
πως είμαι ζωντανή
και πως μια μέρα
σίγουρα θα ξαναβρεθούμε κάπου
στου κόσμου το μεγάλο πανηγύρι
Όμως περνούν τα χρόνια κι έχω μάθει
μόνο σ’ αυτούς τους χώρους να κοιτάζω
που περιφέρω το φθαρτό μου σώμα
Και τι ωφελεί να βλέπεις παραπέρα;
Σκιά το παρελθόν μα και το μέλλον
ανύπαρκτο
φανταστικό
μια πάχνη
που η τύρβη και το φως τη διασκορπίζουν

Λοιπόν τι λες θα πιούμε κάτι ακόμα;»

(Από τη συλλογή Το άλμπουμ των αποκομμάτων, 2009)

(Πηγή: Translatum: Favourite Poetry – Ορέστης Αλεξάκης)

 


-Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, «ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ»
«Άνθος του ήλιου.
Του ποταμού άνθος.
Εγώ
Ήσουν εσύ ; Το στήθος έχεις πάμφωτο
Και δεν σ’ είδα.
Αυτή
Πόσες φορές σε άγγιξαν
του φουστανιού μου οι άκρες !
Εγώ
Δίχως ν’ανοίξω, ακούω στο λαιμό σου
τις άσπρες φωνές των παιδιών μου.
Αυτή
Τα παιδιά σου πλέουν στα μάτια μου
σαν κίτρινα διαμάντια.
Εγώ
Ήσουν εσύ ; Πούθε έσερνες
τούτες τις ατέλειωτες πλεξούδες, αγάπη μου ;
Αυτή
Στο φεγγάρι. Γελάς ; Ε λοιπόν
ολόγυρα στο άνθος του ναρκίσσου.
Εγώ
Πάλλει στο στήθος μου
ένα ερπετό αρχαίων φιλιών που υπνοβατεί.
Αυτή
Οι ανοιχτές στιγμές κάρφωναν
τις ρίζες τους πάνω στους στεναγμούς μου.
Εγώ
Δεμένοι με την ίδια αύρα
κατάματα κι ούτε που γνωριστήκαμε !
Αυτή
Τα κλαδιά πυκνώνουν, βιάσου.
Κανείς από τους δυό μας δεν γεννήθηκε !
Άνθος του ήλιου.
Άνθος του ποταμού.»
[Πηγή: http://frear.gr/?p=958, Από τη συλλογή Suites, Μετάφραση: Στάθης Κομνηνός]

 

 

-Λάμπρος Ηλίας, «ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ»
«Όλοι τρέχουν
κάθε χρόνο συνεπείς στην αυγουστιάτικη πανσέληνο
αν και δεν αισθάνονται βαθειά
το κατάμαυρο δάκρυ
της αθέατης πλευράς.
Μα ο ποιητής
ευτυχής θα είναι
αν μια φορά δει
τ’ ολόγιομο φεγγάρι
πάνω από την πάλλευκη
του Γενάρη κορυφογραμμή.
Θα χαϊδέψει τότε
τα παγωμένα του ελάτου κλαριά
να κελαρύσουν τα πικρά δάκρυα
στο ασημοκεντημένο ρυάκι
καθώς πάει να συναντήσει
του ανθρώπου την ψυχή.»
(Από την Ποιητική Συλλογή «ΛΟΓΟΣ ΜΕΣΤΟΣ»)

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (138ο): «Συνάντηση»…

  1. 1. Η συνάντηση

    Καθώς γύριζα σπίτι μου χτες τα μεσάνυχτα
    συναντήθηκα με τον Διάβολο.
    —Πώς από εδώ; τον ρώτησα.
    —Έχω να πάρω δύο τρεις ψυχές
    κάπου κοντά, μου απάντησε.
    Και καθώς διάκρινε μιαν ακαθόριστη
    έκφραση στο πρόσωπό μου…
    —Μην ανησυχείς, δεν ήρθε ακόμα
    η σειρά σου, έχεις ακόμα καιρό
    για να ταλαιπωρηθείς πάνω σ’ αυτή την απαίσια γη.
    Και λέγοντας αυτά εξαφανίστηκε.

    Τώρα, δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ
    ή να λυπηθώ με τα λόγια του.

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια

    ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ – ΤΥΧΑΙΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ.

    2. ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ
    ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ

    Μια μέρα θα συναντηθούμε.
    Μέσα στην ερημιά ενός άλλου, άγριου, κόσμου
    στις παγωμένες νύχτες ενός χειμώνα δίχως τέλος
    θα βρούμε πάλι τα μυστικά μονοπάτια.
    Θ’ ανακαλύψουμε την ίδια αθώα φράση
    για να μπορέσουμε να γνωριστούμε
    όπως τότε που αγαπηθήκαμε για πρώτη φορά.

    Τίποτα δεν θα θυμίζει εκείνη την ανεπανάληπτη Άνοιξη.
    Όλα θα είναι κρύα εκεί κάτω.
    Και τα δέντρα θα είναι εντελώς άγνωστα.
    τα δέντρα και τα πουλιά
    για να τραγουδήσουν μαζί μας το θρίαμβο της Αγάπης.

    Όμως εμείς θα είμαστε ευτυχισμένοι που συναντηθήκαμε.
    Κι αν υπάρχει κάπου ένα ρόδο, έτοιμο ν’ ανοίξει εκείνη την ώρα
    θα ξεδιπλώσει τα πέταλά του και μέσα από έναν κόμπο δροσιά
    θα μεταδώσει στον κόσμο το μήνυμα.

    Και θ’ αγκαλιαστούμε πάλι
    Κι αυτή τη φορά τίποτε δεν θα μπορέσει να μας χωρίσει.
    Γιατί θα έχουμε διασχίσει όλη την πίκρα της απουσίας
    θα έχουμε ζήσει τόσο μέσα στο φόβο
    ώστε θα είμαστε άτρωτοι.

    Θα έχουμε κιόλας γίνει δύο μικρά δίδυμα άστρα
    που θα επιμένουν να λάμπουν στο μαύρο στερέωμα.

    Θανάσης Κωσταβάρας, Από τη συλλογή: Το ημερολόγιο της αυριανής εξορίας, 1995

    ***

    3. ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΜΕ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

    Σε περιμένω με τέτοιο τρόπο που ξεχνάω να ζω•
    τα μάτια μου δεν βλέπουν: θέλουν
    να τυφλωθούν από τις ρίζες• με γεμίζουν σκιά:
    αυτό είναι να βλέπεις ή να πεθαίνεις;
    Έχω κανονίσει τα μάτια μου
    να συναντηθούν μαζί σου αύριο και
    μου τυφλώνονται, είναι σαν ένα τούνελ
    που το φως του αρχίζει ήδη ν’ ανοίγει
    σε άλλον ουρανό• δεν βλέπουν:
    αναπτύσσονται προς εσένα.

    Luis Rosales
    *απόδοση: Βιρχίνια Λόπεθ Ρέθιο-Το Δέντρο, τχ.189-190

    ***

    4. Άτιτλο (Συναντήθηκαν και δεν κοιτάχτηκαν…)

    Συναντήθηκαν και δεν κοιτάχτηκαν
    κοιτάχτηκαν και δεν συναντήθηκαν
    το τραίνο έφευγε
    η συνάντηση έμενε πίσω
    ο κόσμος σχίζονταν στα δύο

    Χαρά Χρηστάρα, δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 5 (Δεκέμβριος 1988)

    ***

    5. Ραντεβού

    Πρόσμενα, πρόσμενα να ’ρθείς, κι εσύ δεν ήρθες όμως…
    Μα στην απελπισία μου, δε μού ’λειψε η ελπίδα,
    περίμενα αναπάντεχα για να σε φέρει ο δρόμος
    κι όλους τους είδα νά ’ρχονται και μόνο εσέ δεν είδα.

    Κι έμεινα τέλος μόνος μου μες στ’ άδειο καφενείο,
    έμεινα, όπως δεν έμεινε ποτέ κανένας, μόνος,
    κρατώντας το κεφάλι μου στα χέρια σαν κρανίο
    που το σφραγίζει της ζωής και του θανάτου ο πόνος.

    Τα μάτια μου είχαν κουραστεί στην προσμονή την τόση
    και τά ’κλεισα και σ’ είδα πια στα βλέφαρά μου πίσω
    είχες ερθεί στο ραντεβού που δε μου είχες δώσει
    για να με κάνεις πιο πολύ μ’ αυτό να σ’ αγαπήσω.

    Και την καρδιά μου σ’ άνοιξα, πόρτα που απάνω ως κάτου
    τα μαύρα τη στολίζανε τα κρέπια του θανάτου!

    MHTΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

    ***

    6. ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
    Στήν Κική
    ε
    Φανερωνότανε καί πάλι ἀποχωροῦσε.
    Ἔφευγε πίσω ἀπό τό βλέμμα της
    τό χαμογέλιο της γινότανε προπέτασμα
    γιά νά γλιστρήσει μέσ’ ἀπό τά χέρια μου.

    Κρυβότανε πίσω ἀπό φράσεις
    ὅμοιες μέ πινακίδες πού ἡ κάθε μιά τους
    δείχνει σέ διαφορετική κατεύθυνση.

    Ξάφνου ἀνακάλυπτα πώς περπατοῦσα
    στό δρόμο μόνος μου, πλάι σ’ ἕνα
    προσωπεῖο πού τό ’χε λαξέψει
    τό φεγγάρι, σέ χρῶμα λεμονιοῦ.

    ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ -Τρίγλυφο, Ὁλκός, Ἀθήνα 1976

    Όχι, δεν πρέπει να συναντηθούμε

    7. Όχι, δεν πρέπει να συναντηθούμε

    Όχι δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε
    πριν απ’ τη Δύση του ήλιου
    στο δάσος με τις άδειες κονσέρβες
    απέναντι στη Σαλαμίνα,
    στη Βηρυτό και στην Όστια.

    Όχι δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε
    πριν απ’ τη δύση του ήλιου
    στην κάμαρα που παίζουν πρέφα
    στην κάμαρα που παίζουν τάβλι
    για ένα τσιγάρο οι χαμένοι

    Όχι δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε.
    Κι η μάνα μου κι η μάνα σου στα μαύρα
    κι ο αδερφός στο υπόγειο
    Όχι δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε
    Το πλοίο έφυγε…

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ

    ***

    8. Σ Υ Ν Α Ν Τ Η Σ Η
    στον Rene CHAR

    Rene Char,
    βέβαια, οι δυο μας κάπου θα ’χουμε συναντηθεί,
    ίσως ανάμεσα στα φυλλώματα του ύπνου,
    ίσως στη σιωπηλή παρέλαση των λέξεων
    σε μακρινά δειλινά υπερευαίσθητα, όταν επάνω
    σε μια καμπάνα, καταγής αντεστραμμένη,
    γεμάτη βρόχινο νερό,
    εκάθισαν τα 9 σταχτιά πουλιά πίνοντας στάλα στάλα
    κι υψώνοντας σε κάθε τους γουλιά το ωραίο κεφάλι
    λέγοντας ένα ευχαριστώ στον Μέγα Αόρατον.
    Α, ναι, Rene,
    σ’ αυτό το ανείπωτο ε υ χ α ρ ι σ τ ώ συναντηθήκαμε.

    Αθήνα, 6.ΙΙΙ.85
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Υπερώον

    ***

    9. Συνάντηση

    Ανέβαινε τα σκαλοπάτια δύο δύο.
    Τίποτα το περίεργο:
    κάποιος
    π’ ανέβαινε τα σκαλοπάτια δύο δύο.
    Στάθηκε και τον κοίταξε.
    Αυτός κατέβαινε.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    ***

    10. Συνάντηση παλαιῶν συμμαθητῶν

    Πέρασαν ἀνεπαισθήτως τὰ χρόνια,
    σκεφτόμουν κοιτάζοντας
    τὸ ξεφτισμένο βελοῦδο τῶν ἐπίπλων
    τὶς σπασμένες χάντρες τοῦ πολυελαίου
    καὶ τὶς φθαρμένες κορνίζες τῶν πινάκων.
    Τὸ σῶμα καὶ τὸ πρόσωπο εἶναι ἀλλιῶς:
    Μιθριδάτης κάθε μέρα στὸν καθρέφτη
    ἀναπτύσσεις κάποιου εἴδους τυφλὴ ἀνοσία
    γι᾽αὐτὸ σὲ προσβάλλει τόσο ἡ θέα
    ὁμηλίκων ποὺ εἶχες χρόνια νὰ δεῖς.
    Τὰ ὡραῖα ἐρείπια τῆς καθημερινότητας
    εἶναι τὰ μόνα ἀξιόπιστα πειστήρια
    αὐτὰ ποὺ ποτὲ δὲν θὰ ἔχεις λεφτὰ νὰ μπαλώσεις
    καὶ πάντα θὰ σοῦ θυμίζουν πῶς ἤσουν μιὰ φορά.

    George Le Nonce

    ***

    11. [ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΛΙΩΝ ΣΥΜΜΑΘΗΤΩΝ]

    Ως να ήταν σε ταινία βουβή
    Σε σύθαμπο του χρόνου
    Κι ήταν πληγές ψιμύθιο περασμένες
    Αλλά του χρόνου τα σημάδια δεν ακούνε

    Κι ένα αεράκι άηχο να τρεμοπαίζει
    Ρούχα φαρδιά , μαλλιά αραιά που υποχωρούνε
    Ευθυτενή τα βλέμματα συμβιβασμένες υγρασίες

    Κατέβαιναν, ανέβαιναν , αποχωρούσαν
    Ένα κοπάδι σε κίνηση αργή , συναίσθημα ενσαρκωμένο
    Και κάτι τους συνέδεε
    Τόσοι μαζί να προχωράνε , χωρίς λόγο, δε συμβαίνει
    Τον χρόνο κουβαλούσανε
    Σαν σε κηδεία.

    Ζαχαρίας Σώκος

    ***
    12. Η συνάντηση

    Εάν κατέρρεε ο Πύργος του Κάφκα,
    Θα καταλύαμε στου Καρυωτάκη την Πρέβεζα
    Στριμωγμένοι αλλά όχι άστεγοι.
    Αν έπιαναν οι χωροφύλακες τη Φόνισσα,
    Θα την έριχναν σε υγρό κρατητήριο,
    Ώσπου να τελειώσει η ανάκριση
    Του φοιτητή του Ντοστογέφσκι.

    Κι εμείς μ’ αυτούς κι αυτοί μαζί μας
    Και μεταξύ τους με θλιμμένα μάτια
    Όλοι γνωστοί. Φυλή διωγμένων.
    Κάποιοι στο δρόμο από χάνι σε χάνι
    Βγάζουν φτερά. Αλλά δεν φτάνουν πρώτοι.
    Κοντά τους τρέχει η πεινασμένη μας καρδιά.

    Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, από τη συλλογή Ο τρόμος ως απλή μηχανή, 2012

    ***

    13. Η συνάντηση

    Ήτανε μεσημέρι, ο ήλιος έκαιγε, όταν,
    βγαίνοντας από το λιμάνι, τσακισμένος,
    έπεσα απάνω σου.
    Αδελφάκι μου, είπα
    και σ’ ασπάστηκα και κλαίγαμε κι οι δυό μας
    ανάμεσα στους έκπληκτους περαστικούς
    ποιος άνεμος
    σ’ έφερε από τα μέρη μας μετά από τόσον
    καιρό, κι ενώ εσύ σώπαινες σφουγγίζοντας
    τα δάκρυά σου, το πρόσωπο σου ανέγγιχτο είναι
    θαρρείς από το χρόνο, πρόσθεσα, τα ωραία σου
    μάτια, τα ξανθά σου τα μαλλιά,
    θα πρέπει
    καλή ζωή να έκανες εκεί στα ξένα, όχι
    καθώς εμείς στον τόπο ετούτο το στεγνό, το στέρφο
    που μ’ άσπρισε, με στράγγιξε , με ρήμαξε.

    Αχ, αδελφέ μου, εσύ’ σουν πάντα απ’ όλους μας
    πιο διορατικός, έγκαιρα είχες προβλέψει
    πως μέλλον δεν υπάρχει εδώ και ξενιτεύτηκες
    αλλά ένα γράμμα τόσο δύσκολο ήταν
    να στέλνεις κάπου κάπου; Έτσι κάνουν
    τ’ αδέρφια, έτσι ξεχνάνε;
    Μα εσύ –
    αιφνίδιο φως καταύγασε το σκοτεινό μυαλό μου
    κι έντρομος και βαθιά λυπημένος μαζί
    σε κοίταξα εντατικά στα μάτια –
    εσύ’ σαι
    σαρανταπέντε χρόνια κιόλας πεθαμένος, ψέλλισα
    και νέα δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό μου.

    Κι εσύ θαρρείς πως είσαι ζωντανός; –
    μου σφύριξε σχεδόν τότε στ’ αυτί και καθώς,
    τώρα έχω δουλειά, σ’ αφήνω, μου είπες
    κι έτρεξες να προλάβεις το φανάρι στη διάβαση,
    πρόλαβα κι έπιασα την παιδική μορφή σου
    να μου χαμογελά αινιγματικά ενώ περνούσες
    κιόλας απέναντι και πια μάς χώριζε
    ορμητικό, αστραφτερό, πολύβουο,
    το ρεύμα των αυτοκινήτων.

    Ανέστης Ευαγγέλου, δημοσιευμένο στο περιοδικό » η λέξη», το Γενάρη του 1987. Τεύχος 61

    Όλοι θα συναντηθούμε, Νταλάρας

    14. ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΠΑΛΑΙΩΝ ΦΙΛΩΝ
    Μνήμη Νίκου Καρούζου

    Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά…
    Πρόκειται περί αγάπης ή αναμνήσεως της αγάπης;
    Παντού στην Αθήνα τραύματα νωχελικά
    Μόνον η αδέσποτη νύχτα της μένει ακόμα δική μας
    Σαν σκυλί σαν προδομένη αγάπη σαν διάχυτο λαϊκό τραγούδι
    Γιομάτο ευγένεια.

    Βέρα Βόδη μια αδάμαστη ακόμα γυναίκα ή ναυαγισμένη αδιάφορο
    Στην άλλη μεριά ενός μεθυσμένου τηλεφώνου
    Είναι γυμνή κ’ έχει στο σώμα της τόπους τόπους πληγές
    Ή κρέμες νυκτός αδιάφορο αδιάφορο αδιάφορο
    Γιατί τώρα αυτή τη στιγμή στην Πλατεία Κολωνακίου ώρα δύο
    Μετά τα μεσάνυχτα
    Εγώ και ο φίλος μου είμαστε δυό δίδυμες πηγές εξάρσεως
    Ή δυό άνθη πεθαμένα στη γέννα τους
    Ή δυό λαμπρά αυτοελεγχόμενα πέη
    Οι πεθαμένοι φίλοι μας οι χαμένοι φίλοι μας οι καφέδες και τα
    Τσιγάρα μας
    Οι παπαγάλοι οι λεχρίτες οι σβηστοί.

    Βέρα Βόδη ωραίο όνομα ποιητικό θαυμάσιες λέξεις όπως
    Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
    Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως
    Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
    Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις
    Όπως οι ωραίες γυναίκες μπας και αγαπηθούν στο τέλος.

    Οι χασάπηδες της χαράς είναι σαν άγριοι σεμνοί βασιλιάδες
    Όταν πέφτουν δάκρυα στο ποτήρι το κρασί βάφεται
    Όταν πέφτουν τραγούδια ματώνει
    Άλλα με τίποτε Δε νερώνει
    Ούτε με Βέρες Βόδη ούτε με Χρίστους ούτε με γλυκές κάμαρες.
    Οι σύγχρονες κάμερες είναι συντριπτικές των αναμνήσεων.
    Θα πάρω ταξί θα πάρω τσιγάρα θα πάρω λαχεία θα πάρω το
    Δρόμο του γυρισμού
    Και θα τον πάρω ακριβώς γιατί κανένας Δε με περιμένει
    Τι Προμηθέας τι τραγουδιστής τι πρώτη αγάπη το ίδιο κάνει.

    Από ένα σημείο και πέρα σβήνουν α φώτα
    Δεν έχει φώτα δεν έχει λιμάνια δεν έχει φαρμακεία γενικώς
    Διανυκτερεύοντα έχει
    Την αθέατη πλευρά του θανάτου που ξεδιπλώνεται ανοίγει λίγο
    Λίγο και τα μάτια
    Γίνονται τεράστια στα μπαλκόνια τους
    Έρχονται τα φύλλα της καρδιάς ν’ αγναντέψουν
    Καπνίζοντας το τσιγάρο τους να ονειροπολήσουν
    Τα πήρε ο ύπνος κ’ έγειραν
    Για πάντα.

    Πριν και μετά τη Βέρα Βόδη σκοτάδι
    Πριν και μετά το σκοτάδι
    Πριν και μετά τα’ άνθη του αίματος σκοτάδι
    Και μόνο το τραγούδι καταργεί τα άκρα
    Τα φάρμακα τις υπερβολικές δόσεις χαράς
    Τα’ άσπρα σπιτάκια και τα πράσινα άλογα.

    Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές κόντρα στα καλά λόγια
    Τα καλά παιδιά και τα καλά λάδια
    Υπάρχουμε ως υπογραφές κόκκινες κατακόκκινες της φωτιάς
    Σ’ απίθανα σημεία της νύχτας.

    Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά
    Τα κομμάτια μας
    Και κάπου μακριά ακόμα άρχισαν να κατασκευάζονται τα νέα
    Μουσικά όργανα.

    ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ

    ***

    15. ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

    Κάποιος μπαίνει στη σιωπή και με εγκαταλείπει.
    Τώρα η μοναξιά δεν είναι μόνη.
    Εσύ μιλάς όπως η νύχτα.
    Αναγγέλλεσαι όπως η δίψα.

    Alejandra Pizarnik – τα Έργα και οι Νύχτες (μτφ: Βασίλης Λαλιώτης)

    ***

    16. ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ ΘΑ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

    Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό
    στην Ινδία θα τον συναντήσεις.
    Καίγεται στις όχθες των ποταμών με τους νεκρούς,
    κυλά με την τέφρα τους μες στα νερά,
    κάθεται μέσα στον κάθε σβώλο γης,
    στο κάθε φύλλο, στον ανθό και τον καρπό.
    Κυκλοφορεί στις αγορές με τους ζητιάνους,
    τους πωλητές, τα πλήθη των ανθρώπων,
    τις αγελάδες, τα γουρούνια, τους ελέφαντες
    τους σκύλους, τους πιθήκους, όπου ξαφνικά
    μια νεκρική πομπή ανοίγει δρόμο.
    Υπάρχει ακόμη στους ναούς με τους ζωόμορφους θεούς
    και στα πολλά ομοιώματά τους
    που φτωχοί τεχνίτες φτιάχνουνε για τους τουρίστες.
    Πουθενά αλλού δε συναντάς τόση ποσότητα Θεού
    που ακόμη κι αν δεν πιστεύεις
    τον βλέπεις να αγκομαχά σα βόδι
    σέρνοντας καθημερινά το άροτρο της ζωής.
    Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό
    στην Ινδία θα τον συναντήσεις.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

    Θανάσης Γκαϊφύλλιας – Θα βρεθούμε ξανά

    17. Συνάντηση με το σύμπαν

    Φοβάμαι γιατί μέσα μου η αφυπνισμένη νιότη
    γεννά αστραπές
    βροχή μετεωριτών από υπερκόσμια μουσική
    φανταστικές ψυχές που δε γεννήθηκαν
    εξεγείρονται
    θραύοντας τις διαστάσεις
    ενός διάτρητου κόσμου.

    Η ουτοπία είναι η σοφία που δεν κατανοήσαμε
    δώρο στην καρδιά της ανθρωπότητας
    ήρθε ο καιρός να εκφράσουμε τα ανείπωτο
    λαμπαδηδρόμοι της μοναξιάς και των ονείρων
    μύστες ενός άλματος στο χάος
    χιμαιρικοί οδοιπόροι της σκοτεινής πλευράς του εγκέφαλου
    προφήτες κι ερευνητές μιας γνώσης
    που μας δόθηκε,
    ήρθε ο καιρός, χωρίς επιστροφή,
    να συναντήσουμε το σύμπαν.

    Βασίλης Φαϊτάς, από τη συλλογή Συνάντηση με το σύμπαν, 2011

    ***

    18. «Η επικράτεια της συνάντησης και της απομάκρυνσης
    η επικράτεια η δική μου και η δική σου
    θάνατος στην ώρα του φτασμένος
    ένα Κυριακάτικο απόγευμα, και,
    όπως πάντα
    ήταν πιο εύκολο απ’ όσο νομίζαμε πως θα ήταν»
    MΠΟΥΚΟΦΣΚΙ, (απόσπασμα από το ποίημα “Γουρούνια στον ουρανό”)

    ***

    19. Συνάντηση με το απρόοπτο

    Κάθε που ζυγώνει η άνοιξη, ντύνομαι ζεστά
    και κοιτώ καχύποπτα τις ηλιόλουστες μέρες
    Ποια απάτη μου ετοιμάζουν πάλι;
    Κλείνω τα παντζούρια, για την ενδεχόμενη βροχή
    και πίσω απ’ τις γρίλιες τους, παρατηρώ τα δρώμενα
    κι εσένα
    εσένα που μου γνέφεις, απρόοπτο.

    Τηλεφωνεί ο χρόνος
    Παράξενα που τραγουδάει το μέλλον
    Με αυξανόμενη ένταση
    Παρηγορούμαι, πως είναι νύχτα
    πως δεν είναι Μάιος
    κι ανοίγω τα παράθυρα στην αύρα του απρόσμενου
    και τρυπώνεις ήλιε

    Μα τι νόμισες, εγκαταλειμμένο πως είναι το ερείπιο;

    Ανάβω δυο τσιγάρα
    ένα για μένα κι ένα για τη συντροφιά σου
    Καπνίζεις τις πίκρες μου, τις στάχτες τους σκορπίζεις
    στις ακτές της μνήμης μου
    Πίνουμε απ’ την ίδια λησμονιά, γεμάτη η κούπα
    Μου κλείνεις το μάτι, δανεική η ανταπόδοση

    Θα ‘ρθεις
    Δεν κάνει πια παιχνίδια το φθινόπωρο
    όπως ο αλήτης Μάης
    Όλη μέρα ξεσκόνιζα τα περασμένα –τοπία χειμερινά–
    να υποδεχθώ τον ερχομό σου, συγκυρία
    Θα ‘ρθεις
    Και θα βγούμε μαζί στις νωπές λεωφόρους–καθαρτήρια
    Ν’ αχνίζουν οι καινούριες αγάπες
    και σαν πρόωρα βρέφη να ρουφούν με μανία
    ζωή κι επιείκεια.

    Στέλλα Γεωργιάδου από τα ποιήματα του 2006

    ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ–ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ

    20. Παγιδευμένοι σε μια συνάντηση

    Αναρριχήθηκες σε μένα
    μέσα από το όνειρο
    ή μήπως μέσα από το λήθαργο;
    Είσαι η παιδούλα μου
    η χαμένη, ή μήπως η ανέφικτη γυναίκα;
    Μια γυναίκα που το χρόνο της σκορπά
    στους πλάνητες και τους περαστικούς
    των δρόμων;
    σε σένα ήρθα ο σπιλωμένος, ο κενός,
    εγώ ο πάντα προδομένος.
    με λήστεψαν.

    Μες τη ζωή μου εφορμάς,
    σφραγίζεις πίσω σου τη μνήμη
    Γυναίκα,
    γυμνώσου απ των λόγων σου την τέφρα και πλησίασε
    στου δρόμου την άκρη σε προσμένω.
    το συναπάντημα μας θα είναι η ολοκλήρωση της σκοτεινιάς
    και η θανή του χρόνου
    Βύθισε τα χέρια της στη μνήμη μου κι με ξεπλένει
    από τα σαπισμένα πλάσματα
    από τη σκόνη, από τον καιρό.
    από τον ίδιο μου τον εαυτό
    με αποκαθαίρει.

    Με σκεπάζουν τα χέρια της
    κι αυτά αποκαλύπτουν
    την καρδιά μου.
    Ατσάλι!
    Μια ιστορία το κορμί μου
    και τα μέλη μου
    άνυδροι αγροί.
    ποτέ νερό δεν τα ποτίζει, ούτε η λησμονιά.

    Rifaat Salam
    Μετάφραση: Πέρσα Κουμούτση

    ***

    21. Τυχαία συνάντηση

    Τακτοποιώντας της ζωής μου τα συρτάρια
    σε συνάντησα.
    Σε κάτι στίχους μου παλιούς είχες τρυπώσει.
    Φορούσες το γαλάζιο σου παλτό
    κι όπως με κοίταζες κρυφά στον Επιτάφιο
    στο άδειο μου πακέτο σε ζωγράφισα
    να ‘χω δυο χείλη να φιλήσω στην Ανάσταση.
    Σε ρώτησα : Πού πήγαν οι γιορτές;
    Οι περατζάδες στη βροχή χωρίς ομπρέλα;
    Οι παντομίμες στον Ηλεκτρικό;
    Εκείνα τα φιλιά στη διαδήλωση
    απέναντι στις άναυδες ασπίδες;
    Σε ρώτησα : Ποιος έκλεισε το ράδιο;
    Ποιος έκλεψε τα χρώματα της νύχτας;
    Ποιος άνοιξε την πόρτα στο βοριά;
    Ποιος άφησε τα χιόνια να περάσουν;

    Μα το χειρότερο είναι πως μου απάντησες
    Απ’ την κουζίνα.

    Χάρης Μελιτάς, από τη συλλογή Παράσταση ήττας, 2012

  2. Ciao Aggeliki!!… Τόσες πολλές όμορφες «συναντήσεις»!!!!… Grazie mille!!!

    -Γιάννης Ρίτσος:

    «Ανάμεσα σε τόσες νύχτες, τόσους βράχους, τόσους σκοτωμένους ―είπε―
    εσύ, Επανάσταση, μας άνοιξες τις φαρδιές λεωφόρους
    για μια πανανθρώπινη συνάντηση. […]

    Αν τίποτ’ άλλο δεν κερδίσαμε, ―είπε― μάθαμε τουλάχιστον
    πως αύριο θα συναντηθούμε. Αυτό διδάσκουμε,
    αυτό κηρύττουμε, μην κάνοντας καθόλου κήρυγμα,
    γιατί όποιος λέει πως αγαπάει ό,τι αγαπάει, δεν κάνει κήρυγμα,
    λέει μονάχα εκείνο που δε θα μπορούσε να μην πει.»
    (Ποιήματα, Γ´. Εκδόσεις «Κέδρος»)

    -Νικηφόρος Βρεττάκος, «Συνάντηση με τη θάλασσα»

    «Ίσως είναι το μητρικό σου αλάτι
    που σήμερα μ’ έφερε, θάλασσα,
    κοντά σου. Αλλά κι αν ακόμη
    δεν είσαι μητέρα μου, μοιάζουμε
    πάντως. Μπορεί και τα λόγια μου
    να είναι αέρας σαν τα δικά σου.
    Καιρός είναι άλλωστε ν’ αφήσουμε
    τα όνειρα, σαν μια φούχτα άμμο
    που τη ρίχνουμε πίσω μας. Αρκεί
    πως αυτός ο παράδοξα όμορφος
    κόσμος μάς μάγεψε. Μεθύσαμε
    θάλασσα!
    Τόσο η ψυχή μου όσο
    κ’ εσύ, τον γιομίσαμε κύματα.»
    (Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, Συνάντηση με τη θάλασσα, Τρία φύλλα, 1991).

    -Wisława Szymborska, Έρωτας με την πρώτη ματιά
    (Πόσο τυχαία είναι μια συνάντηση;)

    «Σίγουροι κι οι δυο
    για το απρόσμενο πάθος που τους έδεσε.
    H τόση βεβαιότητα έχει την ομορφιά της
    αλλά ακόμα πιο όμορφη η αβεβαιότητα.

    Αφού ασφαλώς και δεν έχουνε ξανασυναντηθεί ποτέ,
    είναι σίγουροι πως δεν τους ενώνει κάτι.
    Αλλά τι θα τους έλεγαν οι δρόμοι, τα σκαλοπάτια, οι διάδρομοι –
    όπου μπορεί και να προσπέρασαν τόσες φορές ο ένας τον άλλον;

    Θέλω να τους ρωτήσω
    αν άραγε θυμούνται –
    Μια στιγμή πρόσωπο με πρόσωπο
    σε κάποια περιστρεφόμενη πόρτα;
    Ίσως ένα μουρμουριστό «συγγνώμη» μες στο πλήθος;
    Ένα ξερό μήπως «λάθος κάνετε» στο ακουστικό του τηλεφώνου; –
    Ξέρω όμως την απάντηση.
    Όχι, δεν θυμούνται κάτι.

    Πόσο θα εκπλαγούν να μάθουν
    ότι η Τύχη έπαιζε μαζί τους
    εδώ και χρόνια.

    Ανέτοιμη ακόμα
    να γίνει η Μοίρα τους
    τους έσπρωχνε κοντά, τους έσερνε πάλι πίσω,
    μπουρδουκλωνότανε στα πόδια τους,
    αφήνοντας ένα πνιχτό γελάκι,
    κι ύστερα χοροπηδώντας έκανε στην άκρη.

    Υπήρχαν σημεία και νεύματα
    ακόμα τότε δυσανάγνωστα.
    Ίσως ήταν τρία χρόνια πριν
    ή μόλις την περασμένη Τρίτη
    που ένα μόνο φύλλο φτερούγιζε
    από τον έναν ώμο στον άλλον.
    Σαν κάτι που το είχες για οριστικά χαμένο να ανευρέθη.
    Ποιος ξέρει, ίσως η μπάλα των παιδιών που έπαιζαν εκείνο το απόγευμα
    και κύλησε μέχρι τους θάμνους.

    Θα υπήρχαν και χειρολαβές και κουδούνια, δε μπορεί,
    όπου το ένα άγγιγμα κάλυψε το άλλο.
    Βαλίτσες που περάσανε τον έλεγχο και στεκόντουσαν τώρα δίπλα-δίπλα.
    Κάποια νύχτα ίσως το ίδιο διαυγές όνειρο να διαλύθηκε απ’ την άχλη του
    πρωινού.
    Κάθε αρχή είναι ένα σίκουελ εξάλλου
    Και το μεγάλο βιβλίο της ζωής
    πάντα στη μέση το βρίσκεις ανοιχτό.»
    (Πηγή: http://www.lifo.gr/team/lotuseater/28400)

    -Ρήσου Χαρίση, «Συνάντηση»

    «Ανασήκωσε τη σιωπή μέχρι τους ώμους,
    ανοιγόκλεισε τα μάτια
    ωσάν μισάνοικτα παραθυρόφυλλα,
    μεσάνυκτα δραπέτευσε
    απ’ την κυλιόμενη σκάλα του λαιμού.
    Εκεί θ’ ανταμώσεις την ποίηση.
    Είναι γυναίκα που ζει σ’ ένα υπόγειο
    και φτιάχνει το σπίτι της με λίγα σπίρτα.»
    (http://fractalart.gr/risos-xarisis/)

  3. 1. Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος
    για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,
    και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει
    στη συνάντηση.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Το νόημα της απλότητας

    ***

    2. ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

    Όλο αραιότερα συναντώ στο δρόμο
    Τους παλαιούς μου διώκτες, τους χαφιέδες
    Άλλωστε λίγοι ακόμα επιζούν.
    Εκτός υπηρεσίας έδειχναν πως μ’ αναγνωρίζουν
    Έπειτα μ’ επιφύλαξη έστριβαν το κεφάλι
    Μην ξέροντας πώς θ’ αντιδράσω
    Όμως αργότερα τους μίλαγα καμιά φορά
    Κι αναπολούσαμε για λίγο τα παλιά.
    Σήμερα, σε καιρούς δημοκρατίας
    Δεν είναι απολύτως απαραίτητοι
    Κυρίως εμφανίζονται συκοφάντες και υπονομευτές
    Συχνά στο δρόμο συναντάω τους δικούς μου
    Τους πιο κοντινούς, που σπεύδουν να χαιρετήσουν
    Μ’ εγκαρδιότητα προγενέστερης φιλίας
    Ελπίζοντας σε χρήσιμες συνεπαφές.
    Γυρίζουν περίεργα τα πράγματα
    Μπορεί κάποτε και μ’ αυτούς
    Ν’ αναπολήσω μερικές παλιές μέρες.

    ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

    ***

    3. ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

    Σε σκέφτομαι μέσα στα μάτια μου,
    μέρα μου.
    Χαμογέλα με κείνο το στόμα σου του κόσμου
    και κύλα με στα δάχτυλά σου
    στο νερό της βροχής που στάζεις
    κι έλα.
    Στο απέναντι τραπέζι
    ένα χελιδόνι πίνει φως κι ομορφαίνει.

    ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

    ***

    4. ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

    Κάπου στήν ἄκρη τοῦ μυαλοῦ του
    ἐκείνη. Ἐκείνη νά τόν περιμένει
    ὅταν ἡ ὥρα τόσο ὡραία
    τόσο μοναδικά καταδική του
    (γιά λίγο, τόσο λίγο -ὅμως τί ἔνταση·
    ἔφηβος, ἴδια ὥρα, κι ἄς πᾶνε τόσα χρόνια.

    Ὁ χρόνος πετρωμένος καί μόνο τό κορμί του
    ἄγαλμα ζωντανό, ἀτέλειωτο στά πέρατα·
    μι᾿ ἀόριστη, ὁλόκληρη ὡσόσο, ζῶσα ἐπιθυμία).

    Μπροστά του ἕνα ζευγάρι κουρασμένο·
    κι οἱ δυό δεμένοι σέ μιάν εὔγλωττη σιωπή
    μίσους, ἀπέχθειας κι ἀδιαφορίας
    -σχέση καμιά μαζί τους, ὄχι.

    Ὅμως, στό βάθος τοῦ μυαλοῦ του ἐκείνη,
    ἐκείνη νά τόν περιμένει
    γλυκιά, καλή καί τρυφερή
    (ναί, εἶναι ἡ δικιά του κι εἶναι ὁ δικός της,
    μιά σίγουρη συνέχεια τοῦ κορμιοῦ του.

    Μά ἡ σάρκα σιωπηλή ἀπό καιρό).

    Ὁ πανικός· ἡ ὥρα: ἐκείνη θά τόν περιμένει.

    Κι ὁ ἔρωτας μιά προσπάθεια
    ἡ σάρκα του νά σπάσει τή σιωπή της
    (γιατί γιά ἐκείνης δέν τό συζητοῦν…)
    πού μέ τά χρόνια ὅλο καί βαθαίνει
    ἕως ἐκείνη τοῦ θανάτου τή σιγή…

    Γιάννης Νεγρεπόντης (ἀπό τήν ἑνότητα: Καθημαγμένων συνέχεια)

    ***

    5. Συνάντηση

    Απ’ όλες τις φορές
    Καμιά δεν είναι ίδια,
    τίποτε δεν επαναλαμβάνεται
    κι όλα είναι μια συνέχεια.
    Απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ
    φροντίζεις τις σωστές αναλογίες
    και τις σωστές δόσεις,
    παντού περισσεύεις.
    Γιατί η αγάπη
    δεν έχει συνταγές
    είναι μονόδρομος,
    αλλού δεν μπορείς να κοιτάξεις.

    Μαριγώ Αλεξοπούλου -Το μπλε βιβλίο -Μελάνι 2015

    Ραντεβού – Χάρις Αλεξίου (2009)

    6. ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΙΙ

    Ήταν κιόλας αργά κι όμως δεν φεύγαμε
    Πικρή η συνομιλία και δεν τέλειωνε
    Και τι συνομιλία να πεις –φράσεις μισές
    «τώρα πια μόνο…» ή « ποιος ξέρει αν…»

    Αν εεξαιρέσουμε τυχαία συναπαντήματα
    Είχαμε κοντά χρόνο να ιδωθούμε
    Ή μάλλον πιο πολύ, ναι, από τότε που…
    Και τώρα τι να πρωτοπείς, τι να…

    Όσο να με καλωσορίσει, όσο να παραγγείλουμε
    Είχε γυρίσει ο ήλιος, άλλαζε το φως
    Προχωρημένο πια φθινόπωρο κι έκανε ψύχρα
    Ίσως δεν έπρεπε να κάτσουμε σ’ αυτό το τραπεζάκι

    ΑΛΟΗ ΣΙΔΕΡΗ

    ***

    7. Αντάμωμα νυκτερινό

    Η γκρίζα θάλασσα κι η μακριά μαύρη γη•
    τι κίτρινο μισοφέγγαρο, φαρδύ και χαμηλά•
    τα ξαφνικά μικροκύματα που τινάσσονται
    απ’ τον ύπνο τους σαν άγριοι βόστρυχοι,
    καθώς φτάνω στην άκρη της ξηράς ωθώντας την πλώρη
    και την ταχύτητα σβήνω στην άμμο τη γλιστερή.
    Μετά ένα μίλι ζεστής, θαλασσομύριστης αμμουδιάς•
    τρία χωράφια να διασχίσω, ως να φανεί κάποια φάρμα•
    ένας χτύπος στην πόρτα, ο γοργός, οξύς ήχος
    και το φως το γαλάζιο του σπίρτου που ανάβει,
    και μια φωνή, με χαρά και με φόβο, όχι τόσο δυνατή
    όσο οι δυο μας καρδιές που χτυπούν δίπλα-δίπλα.

    Ρόμπερτ Μπράουνινγκ -Μετάφραση: Αντώνης Η. Σακελλαρίου

    ***

    8. ΧΩΡΙΣ ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

    Γεράσαμε
    Μέσα στις εποχές
    και τα χρόνια

    Χωρίς μια λέξη συνάντησης
    Το θαύμα κι εγώ

    Τα βράδια ξεσπάω
    σε αναφιλητά νοσταλγίας
    για όσα έζησα
    μόνο στα όνειρα

    Κι όλες οι πολύτιμες
    προφάσεις μου
    για ό,τι δεν καταχτήθηκε
    έχασαν πλέον την αιχμή τους

    Ένοικος του μαρασμού
    που σκοτώνει αργά
    και με επιμέλεια
    κάθε ελπίδα.

    Υπομένω τη δίκαιη
    θηριωδία της μοναξιάς

    Απαρηγόρητος του αναμενόμενου.

    Γιάννης Τόλιας

    ***

    9. Η συνάντηση

    Τὰ πάντα δικά σου
    γιὰ σένα
    προορίζονται γιὰ τὴν παλάμη τὴν ἀκοὴ τὸ βλέμμα σου
    προορίζονταν
    προορίστηκαν
    πάντοτε προορίζονταν
    σ’ ἀναζητοῦν σ’ ἀναζητοῦσαν
    σ’ ἀναζήτησαν στὸ παρελθὸν
    πάντοτε
    ἀπ’ τὴν ἴδια τὴ νύχτα
    ποὺ μ’ ἔσπειραν.

    Ἐσένα ἔκλαψα στὴ γέννησή μου
    ἐσένα στὸ σχολεῖο ἔμαθα
    ἐσένα ἀγάπησα στὶς ἀγάπες τὶς τοτινὲς
    καὶ στοὺς ἄλλους.

    Ὕστερα
    τὰ πράγματα ὅλα
    οἱ φίλοι τὰ βιβλία οἱ ἀποτυχίες
    οἱ ἀγωνίες τὰ καλοκαίρια οἱ ὑποχρεώσεις
    ἀρρώστιες σχόλη ἐκμυστηρεύσεις
    ὅλα σημαδεμένα
    ὅλα ὁδηγημένα
    τυφλὰ
    παραδομένα
    πρὸς τὸ μέρος
    ἀπ’ ὅπου θὰ περνοῦσες
    γιὰ νὰ τὰ συναντήσεις
    γιὰ νὰ τὰ διαβεῖς ἐσύ.

    Idea Vilariño, μτφρ. Έλενα Σταγκουράκη

    ***

    10. Αντάμωση

    Η οριζόντια της θάλασσας γραμμή
    και η ερημιά της
    τέμνονται από την κάθετη, λεπτή
    κορμοστασιά της,

    καθώς σιμώνει ανάλαφρα και αργά
    πάνω στην άμμο,
    μαύρα στο φως τα ανάστατα μαλλιά
    και η σκιά της χάμω.

    Ώσπου να σμίξουν και να φιληθούν
    πάντα φοβούνται,
    σε αβύσσου χείλος σαν να ακροβατούν
    όσοι αγαπιούνται.

    Κάρολος Τσίζεκ, Από τη συλλογή Στίχοι έρωτα και αγάπης (2005)

    Καλοκαιρινά ραντεβού

    11. [Το ραντεβού]

    Σ’ ένα μυθικό ηλιοβασίλεμα δώσαμε το ραντεβού μας
    η πόλη ανάλαφρη ακροβατούσε στα σύρματα του δειλινού.
    Δε θα με γνωρίσεις είχες πει
    όταν με δεις μεταμορφωμένη
    έξω από τ΄ αγκάθια μου.

    Σε είδα και σε γνώρισα
    αυτά είναι τα λόγια μας ο διάλογός μας
    ριγμένος στο δίχτυ με τα ψώνια
    τ’ αγαθά που αγοράζουμε στην τυφλή αγορά
    και πηγαίνουμε μυστικά στο σπίτι μας
    τρέχοντας κάτω από τις καταπακτές που κρύβουν τα θηρία.

    Οι άνθρωποι χάνονται και ξαναβρίσκονται
    τους καλεί ένα σήμα στο κέντρο του κόσμου
    και είμαστε δύτες που ψάχνουμε στο βυθό
    το δαχτυλίδι ενός λησμονημένου γάμου.

    Δίπλα μας ο ζητιάνος με γυναικεία φωνή
    λέει ερωτικές ιστορίες και ζητιανεύει
    κι ένας ανάπηρος στη στάση χωρίς χέρια
    σφίγγει στα δόντια του το νόμισμα του εισιτηρίου.

    Ώσπου να κάψει τα βεγγαλικά του ο ήλιος
    και να τελειώσει στις σπίθες το ραντεβού
    τα πράγματα δείχνουν τη μαγική εικόνα
    με τζιν και λευκά μπλουζάκια
    ζευγάρια γαλανόλευκα
    βαφτίζουμε το βρέφος μας που έχει χαθεί

    Βασίλης Αρφάνης

    ***

    12. ΜΟΙΡΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

    Συναντηθήκαμε σ’ ένα όνειρο
    Που Δε θα τελειώσει ποτέ.
    Ένα βυζαντινό όνειρο
    Ένα όνειρο γεμάτο τρυφερότητα
    Κι αγάπη.
    Ένα όνειρο που χαρίζει
    Μα Δε χαρίζεται
    Ένα όνειρο
    Που μόνο όνειρο δεν είναι.

    ΓΕΩΡΓΙΑ ΘΑΝΟΥ

    ***

    13. Οι πρώτες συναντήσεις

    Tων συναντήσεων μας την κάθε στιγμή,
    γιορτάζαμε σαν ευλογία,
    μόνοι εμείς στον κόσμο ολάκερο. Κι από
    φτερό πουλιού πιο τολμηρή κι ανάλαφρη ήσουν,
    σα παραζάλη στη σκάλα,
    πηδούσες τα σκαλιά και
    μέσα απ’ την υγρή την πασχαλιά
    πήγαινες στη δική σου επικράτεια
    Απ’ του καθρέφτη την άλλη την πλευρά.

    Σαν έπεφτε όμως η νυχτιά με της ευμένειας
    το δώρο οι πύλες άνοιγαν
    του θυσιαστηρίου, μεσ’ στο σκοτάδι έλαμπες,
    αργά γέρνοντας η γδύμνια,
    κι, αποκοιμιόσουν: «Ας είσαι ευλογημένη!» –
    έλεγα ξέροντας πως η ευλογία μου
    είναι παράτολμη: κοιμόσουν,
    και για ν’ αγγίξει τα βλέφαρα της βαθυγάλανης οικουμένης
    σέρνονταν από το τραπέζι η πασχαλιά,
    και τα βλέφαρα που γαλανάδα άγγιξε
    κοιμούνταν ήρεμα, το χέρι ήταν ζεστό.

    Κρυστάλλινος ο σφυγμός των ποταμών,
    Νεφελώδη τα βουνά, ανήσυχες οι θάλασσες,
    Μα συ κρατούσες τη γήινη σφαίρα στην παλάμη σου
    κρυστάλλινη, και κοιμόσουν στο θρόνο,
    και – Ω δίκαιε Θεέ! – ήσουν δική μου.
    Ξύπνησες και ξανάγραψες
    το καθημερινό ανθρώπινο λεξικό,
    κι η φωνή στο λαρύγγι μισοσβησμένη
    γέμισε, και έδωσες στη λέξη
    μια νέα έννοια που σήμαινε: Τσάρος.

    Κι όλα στο κόσμο μεταμορφώθηκαν, ακόμη
    και τα απλά πράγματα – η λεκάνη, – όταν
    στεκόταν ανάμεσα μας, σα φρουρός,
    το γάργαρο μα και σκληρό νερό.
    Μας παρέσυρε άγνωστο που
    μπροστά μας περνούσαν, σαν οφθαλμαπάτες.
    πόλεις χτισμένες από θαύμα θαρρείς,
    η μέντα απλώθηκε κάτω απ’ τα πόδια μας
    και πουλιά ανταμώναμε στο δρόμο μας,
    και από το ποτάμι ψάρια πετάγονταν
    Κι ο ουρανός άνοιξε μπροστά στα μάτια μας …
    όταν η μοίρα τα ίχνη μας ακολούθησε
    σα τρελός με το ξυράφι στο χέρι.

    Aρσένι Ταρκόφσκι, 1962.
    Το ποίημα αυτό χρησιμοποίησε ο Αντρέι Ταρκόφσκι, γιος του ποιητή, στη ταινία του «Ο καθρέφτης», 1975. Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

  4. Το τραγουδούσα χθες δυνατά, ενόσω το άκουγα στο ραδιόφωνο
    και σκεφτόμουν, πόσο μοναδικά σκέφτονται οι ερωτευμένοι και
    πόσο ένας Λειβαδίτης μπορεί να απογειώσει έναν έρωτα, ακόμα
    κι αν είναι απλά, ένα υπέροχο τραγούδι..αλλά από έναν Λυδάκη..
    Αχ, για να γεννηθείς εσύ, κι εγώ, γι’ αυτό, για να σε συναντήσω,
    γι’ αυτό έγινε ο κόσμος μάτια μου, γι’ αυτό, για να σε συναντήσω..

    • Ciao Petra!!!…. Πανέμορφο ποίημα και πολύ καλή εκτέλεση από το Λυδάκη!…

      Τάσος Λειβαδίτης, Μες την αγάπη μας

      Ναι αγαπημένη μου ναι
      πολύ πριν να σε συναντήσω
      σε περίμενα. Μες την αγάπη μας,
      μες την αγάπη μας είναι ένα δροσερό κλωνάρι
      ένα σπουργίτι – ένα σπουργίτι
      μια φυσαρμόνικα – μια φυσαρμόνικα.

      Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά θυμάσαι
      μου άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά
      σαν να με γνώριζες από χρόνια.
      Μες την αγάπη μας, μες την αγάπη μας
      είναι ένα δροσερό κλωνάρι,
      ένα σπουργίτι -ένα σπουργίτι
      μια φυσαρμόνικα – μια φυσαρμόνικα.

      Ναι είχες ζήσει πολύ μέσα στα όνειρα μου,
      αγαπημένη μου, αγαπημένη μου.
      Μες την αγάπη μας, μες την αγάπη μας
      είναι ένα δροσερό κλωνάρι
      ένα σπουργίτι -ένα σπουργίτι
      μια φυσαρμόνικα – μια φυσαρμόνικα.

  5. Ciao Aggeliki!!!!
    Μου τα πήρες όλα! Κι εγώ ξέμεινα μ’ ένα τραγούδι και δυο ποιήματα…

    -Τσέσλαβ Μίλος, «Συνάντηση»

    «Διασχίσαμε παγωμένους αγρούς μέσα σε μια άμαξα, την αυγή.
    Ένα κόκκινο φτερό σπάθισε μες στη σκοτεινιά.

    Και ξαφνικά, ένας λαγός διέσχισε το δρόμο.
    Κάποιος σήκωσε το χέρι και το έδειξε.

    Πριν από χρόνια. Τώρα δε ζει κανείς από τους δυο
    Μήτε ο λαγός μήτε κι αυτός που σήκωσε το χέρι.

    Ω, αγάπη μου, πού είναι τώρα αυτοί, που πάνε
    Η αστραπή ενός χεριού, η λάμψη μιας κίνησης, το θρόισμα των βότσαλων.
    Ρωτάω από δέος, όχι από λύπη.»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

    -Νίκος Καραβοκύρης, «ΣΥΝΑΝΤΩ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ»

    «ΣΥΝΑΝΤΩ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ μου έτσι όπως
    Συναντώ κάποιον γνωστό μου στο δρόμο.
    Τυχαία. Όμως πίσω από τη φαινομενικά
    τυχαία μας συνάντηση, διακρίνονται οι συγκλίνουσες
    πορείες μας μέσα στο χρόνο.
    Συναντώ και χαιρετώ εκείνες τις λέξεις
    από τις οποίες είμαι έτοιμος να κατακτηθώ.»
    (Πηγή: http://www.poiein.gr/archives/4596)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: