Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (137ο): «Ομίχλη»…

 

 

-«Εμείς δεν ξέρουμε τι είναι η ομίχλη.
Εμείς που λες όλα τα φτιάχνουμε στο φως.»
(Γ. Ρίτσος)

 

 

-«Χάθηκε η ομίχλη, διαλύθηκαν τα σύννεφα κι η ομορφιά και η ασχήμια μας κοιτούν κατάματα….»
(William Shakespeare)

 

 
-«…Πώς μου λέει το νερό
πως το όνειρο έσβησε για πάντα!
Είναι τ’ όνειρο απέραντο;
Η ομίχλη το κρατάει
κι η ομίχλη δεν είν’ άλλο
παρά η κούραση μόνο του χιονιού….»
(Φ. Γκ. Λόρκα)

 

-Βύρων Λεοντάρης, «Η ομίχλη του μεσημεριού»
III
(απόσπασμα)

«Δε βγαίνει πουθενά από δω.
Άλλο να μείνω δεν μπορώ, όχι δεν μπορώ να γίνω τοίχος
-στήνουν κορμιά μπροστά στους τοίχους.
Στο μεσημέρι της ζωής απλώθηκε ομίχλη
μ’ ακόμα, ακόμα είναι καιρός,
θα φύγω απ’ τα φύκια των ματιών σου,
θα βγω ξανά στο δρόμο που ίχνη λαβωμένα με καλούν, θα
βγω ξανά στο δρόμο,
με το θρυμματισμένο τούτο καλοκαίρι μπηγμένο στο αίμα
μου,
με τη δροσιά της χαραυγής στα μάτια.»
(Β. Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/βιβλία)

 

 

-Γιώργος Σαραντάρης, «Η ομίχλη»

«Ἡ ὁμίχλη βρίθει
Ἀπὸ ἀνεμῶνες

Κοίτα τὰ κλαριὰ
Τί λίμνη
Τί ἀνυπόμονη καρδιὰ
Βλέπε μέσα
Στὴ σωστὴ σταγόνα
Ποιὰ φόρα
Παίρνει τὸ παιδὶ
Ποιὰ νάρκη
Ἡ γυναῖκα»
(Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα», Ἐκδόσεις ΕΡΜΗΣ)

 

-Φερνάρντο Πεσσόα, «ΟΜΙΧΛΗ»

«Βασιλιάς, νόμος, πόλεμος ή ειρήνη
Κανείς την ύπαρξή του δεν ορίζει.
Αυτή η σκοτεινή λάμψη στο χώμα
Αλίμονο, είναι η Πορτογαλία.
Λάμψη χωρίς φωτιά και φως:
Η πυγολαμπίδα μόνη της λάμπει.

Κανείς δεν ξέρει τι θέλει.
Κανείς δεν ξέρει την ψυχή του
Ούτε κακό ή καλό τι είναι.
(Ποια μακρινή αγωνία εδώ κοντά μας κλαίει;)
Όλα αβέβαια, όλα κοντά στο τέλος τους.
Όλα κομμάτια, ολόκληρο πια τίποτα.

Ω, Πορτογαλία, σήμερα, ομίχλη μόνο είσαι…

Έρχεται η ώρα!»

 

 

 

-Γιώργος Σεφέρης, «Fog»
Say it with a ukulele

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
γρινιάζει κάποιος φωνογράφος∙
πες μου τι να της πω, Χριστέ μου,
τώρα συνήθισα μονάχος.

Με φυσαρμόνικες που σφίγγουν
φτωχοί μη βρέξει και μη στάξει
όλο και κράζουν τους αγγέλους
κι είναι οι αγγέλοι τους μαράζι.

Κι οι αγγέλοι ανοίξαν τα φτερά τους
μα χάμω χνότισαν ομίχλες
δόξα σοι ο θεός, αλλιώς θα πιάναν
τις φτωχιές μας ψυχές σαν τσίχλες.

Κι είναι η ζωή ψυχρή ψαρίσια
-Έτσι ζει; -Ναι! Τι θες να κάνω∙
τόσοι και τόσοι είναι οι πνιγμένοι
κάτω στης θάλασσας τον πάτο.

Τα δέντρα μοιάζουν με κοράλλια
που κάπου ξέχασαν το χρώμα
τα κάρα μοιάζουν με καράβια
που βούλιαξαν και μείναν μόνα…

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
Λόγια για λόγια, κι άλλα λόγια;
Αγάπη, πού ‘ναι η εκκλησιά σου
βαρέθηκα πια τα μετόχια.

Α! να ‘ταν η ζωή μας ίσια
πώς θα την παίρναμε κατόπι
μ’ αλλιώς η μοίρα το βουλήθη
πρέπει να στρίψεις σε μια κόχη.

Και ποια είναι η κόχη; Ποιος την ξέρει;
Τα φώτα φέγγουνε τα φώτα
άχνα! δε μας μιλούν οι πάχνες
κι έχουμε την ψυχή στα δόντια.

Τάχα παρηγοριά θα βρούμε;
Η μέρα φόρεσε τη νύχτα
όλα είναι νύχτα, όλα είναι νύχτα
κάτι θα βρούμε ζήτα – ζήτα…

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
Βλέπω τα κόκκινά της νύχια
μπρος στη φωτιά πώς θα γυαλίζουν
και τη θυμάμαι με το βήχα.

Λονδίνο, Χριστούγεννα 1924

(Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 
– Hermann Hesse, «Μες στην Ομίχλη»

«Περίεργη, η περιπλάνηση στην ομίχλη!
Μοναχικοί οι θάμνοι και οι πέτρες,
κανένα δέντρο δεν βλέπει το διπλανό του
καθένας είναι μόνος.
Γεμάτος από φίλούς ήταν ο κόσμος
όταν η ζωή μου ήταν λαμπερή,
τώρα που η ομίχλη πέφτει
κανείς πιά δεν με βλέπει.
Πράγματι, δεν είναι φρόνιμο
να μην γνωρίζει κάποιος το σκοτάδι,
που αργά και αδυσώπητα
απ’όλους θα τον χωρίσει.
Περίεργη η περιπλάνηση στην ομίχλη!
Μοναξιά είναι μέσα της η Ζωή.
Κανείς δεν γνωρίζει τον άλλο,
καθένας νοίωθει μόνος.»
(Πηγή: http://poihsh-logotexnia.blogspot.gr/2012/07/hermann-hesse.html)

 

-Τόλης Νικηφόρου, «ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται»

«νάμασταν, λέει, τραγούδι σε παλιό γραμμόφωνο,
δέντρο σε καλοκαιρινό ψιλόβροχο,
ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται.
ή μήπως νάμασταν εκεί ψηλά τα κεραμίδια
πλάι στην καπνοδόχο την ώρα
που όρθιος ξαποσταίνει ο πελαργός.
κι ύστερα, λέει, να φύτρωναν κόκκινα,
κατακόκκινα φτερά στους ώμους μας, στα μάτια μας
ένας κιτρινισμένος χάρτης για τον ουρανό.
να ταξιδέψουμε πέρα απ’ τον πόνο και τον θάνατο.
νάμασταν, λέει, με κόκκινα φτερά
ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται»

(Από τη συλλογή Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται)
(Πηγή: http://greek-translation-wings.blogspot.gr/2009/07/blog-post_3807.html)

 

 

-Γιώργος Ιωάννου, «Ομίχλη πέφτει»
«Ομίχλη πέφτει πάλι απάνω μου∙
αν είναι δίπλα μου κανείς, τελείως άγνωστο.
Ούτε στη μνήμη μου δε βρίσκω μια χαρά μου.
Η αμαρτία τίποτε δεν άφησε∙
ούτε ένα πρόσωπο, όλα τα πήρε πίσω.
Πολλή ομίχλη πέφτει απόψε πάνω μου
– μισάνοιξε την πόρτα μου και περιμένει.
Ό,τι φοβήθηκα με βρήκε με το παραπάνω.»
(Πηγή: https://greekpoems.wordpress.com/)

 

 
-Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, «Ο θρύλος της ομίχλης»
«Γεννιούμαι απ’ τον πόνο·
κι απλώνω κι απλώνω
κι απλώνομαι πέρα
κι απλώνομαι γύρω
σε οχτιές και σε βύθη
συντρίμμια να σπείρω.
Κι απλώνομαι πέρα
κι απλώνομαι γύρου
και με είπανε η άχνα
πως είμαι του ονείρου!
Κι απλώνομαι γύρου
κι απλώνω κι απλώνω
και το όνειρο λιώνω.
Γεννιούμαι απ’ τον πόνο·
κι απλώνω κι απλώνω
κι απλώνομαι γύρου
σαν άχνα του ονείρου.
Σα νύφη με χαίρουνται
οχτιές και γιαλοί –
ρωτάτε τα ρόδα
και τ’ άρμενα αλί!
Γεννιούμ’ απ’ τον πόνο
κι απλώνω κι απλώνω
και στάζω τον πόνο.
Κι απλώνω κι απλώνω·
κι απλώνομαι πέρα
κι απλώνομαι γύρου –
η άχνα ποιός με είπε
πως είμαι του ονείρου;
Σα νύφη με χαίρονται
οχτιές και γιαλοί
κι απλώνω κι απλώνω
στους κλώνους κρεμιούμαι,
στους θόλους ριζώνω·
ποιός λέει ένας ήλιος
πως τάχα με σβει;
Ρωτάτε τα ρόδα
κι οϊμέ την ψυχή.»
(Από την ποιητική ενότητα «Ίσκιοι του Φθινοπώρου» που ανήκει στην ποιητική συλλογή «Βραδινοί Θρύλοι).

Advertisements

Single Post Navigation

11 thoughts on “Πες το με ποίηση (137ο): «Ομίχλη»…

  1. Πολύ ατμοσφαιρική λέξη η Ομίχλη…
    Ακούγοντας Καραϊνδρου, έχω να πω ότι
    ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια είναι το :

    Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…
    γρινιάζει κάποιος φωνογράφος∙
    πες μου τι να της πω, Χριστέ μου,
    τώρα συνήθισα μονάχος…
    Πολύ με συγκινεί.. Καλό σ/κ παιδιά 🙂

  2. 1. Η ομίχλη

    Να μιλήσω για την ομίχλη
    να πω για τον λασπωμένο καρόδρομο μέσα στην καταχνιά
    καθώς κολλούνε τα βήματά μας και δε βλέπεις
    παρά μόνον ακούς, των άλλων τις φωνές, των πορευομένων-
    δεν είναι ένα σχήμα λόγου ούτε πια υπάρχει
    διάθεση για παραδοξολογίες.

    Μιλώντας, ακόμα, για την ομίχλη, καταλαβαίνετε,
    δεν κάνω λόγο για τις καιρικές συνθήκες-
    όλοι έχουνε δει κάποτε ομίχλη
    η ομίχλη είναι παλιά όσο και ο κόσμος.

    Εκείνο που θέλω να πω είναι άλλο κι ίσως μόνο
    όσοι πλάι μου βαδίζουνε και δεν τους βλέπω
    καταλαβαίνουνε καλά ομίχλη τι σημαίνει:

    αφανιζόμαστε, αδέρφια, αφανιζόμαστε,
    βαθμηδόν βουλιάζουμε μες στην ομίχλη
    μάς αφομοιώνει η καταχνιά έναν έναν.

    Παράξενα αντηχούν οι φωνές μέσα στη σιωπή
    κι ακόμα πιο παράξενοι οι σύντροφοι που βαδίζουν με τυφλά χέρια.

    Ανέστης Ευαγγέλου, Από τη συλλογή Περιγραφή εξώσεως (1960)

    ***

    2. ΤΟΠΙΟ ΓΥΜΝΟ ΜΕ ΟΜΙΧΛΗ

    Σαν να είχα κατέβει σε βαθύ κρύο πηγάδι.
    Και σαν να είχα περάσει από κει στη ζοφερή χώρα της νύχτας.
    Εκεί που ούτε λουλούδι ανθίζει
    ούτε λαλεί ποτέ πουλί.

    Παρά μόνο ένας αέρας, φτασμένος κάπου απο τα βάθη, σφυρίζοντας.

    Τότε είδα τον λυπημένο πάλι μπροστά μου.

    Λέξη δεν είπε, όπως τότε, μόνο πάλι μου έγνεψε.
    «Τι θέλεις» του είπα «και γιατί με παιδεύεις.
    Και γιατί φανερώνεσαι έτσι πάντα μπροστά μου;»

    Δεν μου αποκρίθηκε αμέσως.
    Ώσπου βρήκα το κουράγιο και γύρισα.

    «Μη φεύγεις» μου είπε τότε, σχεδόν με ικέτεψε.
    «Μα μείνε λίγο ακόμα κοντά μου.
    Να μου θυμίζεις όλα εκείνα που έζησα.

    Για λίγο, μείναμε πετρωμένοι κι αμίλητοι.

    «Ώ, να μπορούσα» πρόσθεσε ύστερα.
    «να μπορούσα ν’ ανέβαινα μια ψίχα μαζί σου.
    Να ξαναντίκριζα το φως του ήλιου.
    και τις αμέτρητες χάρες του πάνω κόσμου να ξαναζούσα».

    «Έστω ας ήταν μόνο» κατέληξε και με κοίταξε με απόγνωση
    «ας ήταν μόνο μέσα από των θνητών τα εφήμερα όνειρα
    σαν φευγαλέος άσαρκος άνεμος να περνούσα».

    Έτσι είπε, μα εγώ κινούσα να φύγω.
    καθώς εκείνος χανόταν λίγο λίγο σε μια κίτρινη πάχνη.

    Κι ούτε φωνή πια ακουγόταν
    ούτε ίσκιος φαινόταν την ώρα που ανέβαινα.

    Παρά μόνο ένας αέρας, ένας πηχτός κρύος αέρας
    χτυπώντας με δύναμη πάνω στο φως.

    Βγαίνοντας σκοτεινιασμένος
    μέσα από το μαύρο πηγάδι του ύπνου
    σφυρίζοντας.

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ

    ***

    3. [ΒΡΟΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΝΙΑ]

    Ω, τέλη φθινοπώρου, χειμώνες, άνοιξες στη λάσπη βυθισμένες,
    Ω, εποχές ληθαργικές! Σας δοξάζω και σας αγαπώ
    Έτσι όπως τυλίγετε τον νου και την καρδιά μου
    Με αέρινο σάβανο και τάφο μελαγχολικό.

    Μέσα σ’ αυτόν τον κάμπο τον απέραντο όπου φυσάει ο γαρμπής
    Κι ο ανεμοδείκτης είν’ βραχνός τις νύχτες τις μακρές,
    Πιο εύκολα θ’ ανοίξει τα μελανά της τα φτερά διάπλατα η ψυχή
    Παρά την εποχή με τις ανθοφορίες τις ισχνές .

    Τίποτε δεν είναι πιο γλυκό για την βαρυπενθούσα την καρδιά ,
    Που πάνω της πέφτει εδώ και χρόνια η καταχνιά,
    Ω, θαμπές εποχές, των κόσμων μας βασίλισσες,

    Από την όψη σας τη μόνιμη την ερεβώδη και ωχρή.
    -Εκτός κι αν, στήθος με στήθος, μιαν αφέγγαρη νυχτιά,
    Σε κλίνη τολμηρή αποκοιμίσουμε την οδύνη την πικρή

    Κάρολος Μπωντλαίρ [Μετάφραση : Ιωάννα Αβραμίδου]

    ***

    4. ΚΑΘΩΣ Η ΟΜΙΧΛΗ ΣΗΜΑΔΙΑ ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙ

    Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει
    στο βαθυπράσινο το λόφο πάνω,
    έτσι σημάδια δεν αφήνει και το σώμα μου
    πάνω σου, ούτε ποτέ θ’ αφήσει.
    *
    Όταν γεράκι κι άνεμος συναντηθούν
    μετά τι τους απομένει;
    έτσι εσύ κι εγώ συναντιόμαστε,
    γυρίζουμε ύστερα, αποκοιμιόμαστε μετά.
    *
    Καθώς αντέχουν πολλές νύχτες
    χωρίς φεγγάρι ή άστρο
    έτσι κι εμείς θα το υπομείνουμε
    αν φύγει ο ένας μας μακριά.

    Leonard Cohen -μτφ. Ανδρέας Αγγελάκης

    ***

    5. βραχνά μες στην ομίχλη

    λοιπόν, μπορείτε να μαζέψετε τα ζάρια,
    για μας τέλειωσε πια το παιχνίδι και χάσαμε,
    όπως ήταν φυσικό, τα πάντα.
    ήδη χαράζει και οι σειρήνες μας καλούν
    για ένα τελευταίο καφέ στην παραλία.
    πάνω απ’ τους γλάρους και τα πλοία,
    έξω απ’ το γκρίζο φράγμα του κυματοθραύστη,
    βραχνά οι σειρήνες μας καλούν
    μες στην ομίχλη

    Τόλης Νικηφόρου
    από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999

    Ομίχλη – Θανάσης Παπακωνσταντίνου

    6. Τι είπε ο κύριος Φογκ για την ομίχλη

    -Ήμουν όλος
    Λονδίνο.
    Ήμουν όλος
    η Λέσχη.
    Μια ζάλη καπνού.
    Εικασία υγρασίας
    ό,τι έβλεπα.
    Κι όταν έβλεπα
    κρύωνα.
    Κι όταν κρύωνα
    δάκρυζα.
    Τότε πια
    να τι έβλεπα.
    Κι όλα χάρη σε δυο
    φώτα ομίχλης.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

    ***

    7. ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ

    Η νύχτα εδώ έχει φως, που λάμπει μυστικά
    κι εγώ πάλι αγρυπνώ, κοιτάζοντας τ’ αστέρια.
    Η ομίχλη σκέπασε την πόλη, πιο πυκνή.
    Φαντάζουν σ’ όνειρο τα πάντα, μαγικά.
    Στον ουρανό υψώνω, εκστατικά, τα χέρια
    Καινούριο δέος ξαφνικά μ’ αναρριγεί.

    Γαλαζωπό το φως, φέγγει ξεχωριστά
    και τώρα πάλι ανασκευάζω τα όνειρά μου,
    πριν με προλάβει και τ’ αλλάξει η ζωή.
    Φαίνονται όμως τώρα όλα θαυμαστά,
    και μεγαλώνουνε τους πόθους στην καρδιά μου.
    Πέφτει ένα αστέρι, θα ‘βγει η ευχή μου αληθινή;

    ΣΟΦΙΑ ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ (1992)

    ***

    8. Τρελοί σαν την Ομίχλη και το Χιόνι

    Μαντάλωσε και κλείσε το παντζούρι,
    Γιατί ο απαίσιος άνεμος φυσά:
    Ο νους μας είναι στην ακμή του αυτή τη νύχτα,
    Κι εγώ, όπως φαίνεται, ξέρω καλά
    Πως όλα έξω από μας είναι
    Τρελά σαν την ομίχλη και το χιόνι.

    Ο Οράτιος, εκεί, στέκεται πλάι στον Όμηρο,
    Ο Πλάτων από κάτω έχει σταθεί,
    Κι εδώ είναι του Τύλλιου η ανοιχτή σελίδα.
    Πόσα χρόνια πριν εγώ κι εσύ
    Ήμασταν δυο αγράμματοι έφηβοι,
    Τρελοί σαν την ομίχλη και το χιόνι;

    Ρωτάς τι έχω και στενάζω, παλιέ φίλε,
    Τι έχω και ριγώ;
    Ριγώ κι αναστενάζω γιατί νιώθω
    Ότι ακόμη και ο Κικέρων
    Κι ο Όμηρος με το πολύπτυχο μυαλό ήταν
    Τρελός σαν την ομίχλη και το χιόνι.

    WILLIAM BUTLER YEATS, μτφρ. Ιωάννης Στούπας

    ***

    9. Η ομίχλη δεν καταργεί τον ουρανό

    Η ομίχλη δεν καταργεί τον ουρανό
    αν όμως εστιάζεις
    μεσ’ από μηχανή
    αυτόματης θλίψης
    δεν θα διακρίνεις ποτέ
    αν το όνειρο
    είναι σκοτάδι
    ή φως
    που για πένθος
    ντύθηκε στα μαύρα.

    Γιώργος Λαμπράκος, από τη συλλογή Ονειροπώληση

    ***

    10. Ταξίδι στην ομίχλη

    Θόλωσαν τον καθρέφτη
    οι υδρατμοί
    Οι γραμμές απροσδιόριστες
    Τα αντικείμενα διαχέονται
    στον χώρο
    Θολά τα πρόσωπα
    ομιχλώδη
    Σαν επιβάτες που διαβαίνουν
    την Αχερουσία λίμνη

    Μ’ αρέσει να κοιτάζω
    το πρόσωπό μου
    Στον θολό καθρέφτη,
    Θολώνει κι αυτό
    σαν τις αναμνήσεις μου
    Μου αρέσει να ταξιδεύω
    στην ομίχλη
    Ξεχνώ τις χαρακιές
    στα μάγουλα,
    που όργωσαν τα χρόνια
    Προσπερνώ τις χαράδρες,
    που έσκαψαν τα ποτάμια
    των δακρύων μου

    Το θολό τώρα αναζητώ
    Όπως το διαυγές αναζητούσα
    Κάποτε
    Μου αρέσουν τα ομιχλώδη
    Όνειρα
    Και οι στόχοι οι θολοί,
    οι ασαφείς
    Των καλουπιών δραπέτες
    να κυνηγάνε το ανέφικτο.

    Δεν μου αρέσει πια το εφικτό,
    ασφυκτιώ στα όριά του.
    Όμως έχω ανάγκη τα όρια
    και τους κοντινούς ορίζοντες
    Για να δραπετεύω
    Έχω ανάγκη τις δραπετεύσεις
    και τα ταξίδια στην ομίχλη
    Για να μην φαίνονται τα τείχη
    που έχτισε γύρω μου η ζωή

    Για να απαλύνεται η μοναξιά,
    από τις παρέες των φαντασμάτων
    Και των ψυχών
    που ψάχνουν το δρόμο
    Για τον Αχέροντα

    Στις λαμπερές λέξεις βρίσκουν
    στολίδια, οι ποιητές
    Και στα νοήματα τα ομιχλώδη
    την ελευθερία
    Με στίχους ελεύθερους, ασαφείς αμφίσημους
    Τη φαντασία αφήνουν να καλπάσει
    Αχαλίνωτη
    Στα λιβάδια της ποίησης
    Απολαμβάνοντας την ψευδαίσθηση,
    της αθανασίας

    Θολό και ομιχλώδες το όραμα
    που σας δίνω,
    Όμως εσείς φυλάξτε το
    Ίσως κάποια μέρα να έχετε ανάγκη
    τους θολούς ορίζοντες των ποιημάτων.

    14 Σεπτεμβρίου 2009 Γιάννης Ποταμιάνος

    ΚΑΤΑΧΝΙΑ-ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ

    11. Ὁμίχλη ἔπεσε πυκνή,
    καῖνε οἱ κόκκινες φωτιές.
    Ἡ ψυχή τῆς παγωμένης Σβετλάνα
    μυστηριώδη παιχνίδια ὀνειροπολεῖ.
    Τρίζει τό χιόνι –σφίγγονται οἱ καρδιές–
    ἤρεμο πάλι τό φεγγάρι.
    Γελοῦν ἔξω ἀπ’ τήν πόρτα
    εἶναι ὁ δρόμος σκοτεινός πιό πέρα.

    Ἄσε με νά κοιτάξω στοῦ γέλιου τή γιορτή,
    κάτω θά ἔρθω, μέ πρόσωπο κρυμμένο!
    Οἱ κόκκινες κορδέλες εἶναι ἐμπόδιο,
    ὁ καλός μου κοιτάζει στό ξώστεγο…
    Μά ἡ ὁμίχλη δέν διαλύεται,
    τό μεσονύχτι περιμένω.
    Κάποιος ψιθυρίζει καί γελᾶ,
    καί καῖνε, καῖνε οἱ φωτιές…
    Τρίζει τό χιόνι, στήν παγωμένη ἐσχατιά
    ἤρεμο, ἀδιάκοπο τό φῶς.
    Κάποιος τό ἕλκηθρο πέρασε…

    «Τό ὄνομά σας;» – Γέλιο ἀντί γιά ἀπάντηση.
    Νά σηκώθηκε ἀνεμοθύελλα,
    κατάλευκο ἔγινε τό ξώστεγο…
    Ὁ γελαστός καί τρυφερός
    τό πρόσωπό μου σκεπάζει…

    Ὁμίχλη ἔπεσε πυκνή,
    χλομό φωτίζει τό φεγγάρι.
    Ἡ ψυχή τῆς σκεπτικῆς Σβετλάνα
    μ’ ὄνειρο θαυμαστό στεναχωριέται.

    Alexander Blok – Ποιήματα για τη θαυμάσια Δέσποινα, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΡΩΣΙΚΑ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ

    ***

    12. Έχω μέσα μου κάτι σαν καταχνιά
    Που με πνίγει, αλλά δεν είναι τίποτα.
    Νοσταλγία του τίποτα
    Ακαθόριστη επιθυμία.

    Τυλιγμένος σαν σε ομίχλη
    Είμαι απ’ το ίδιο υλικό και βλέπω
    Το μακρινό, λαμπρό αστέρι
    Από την καύτρα του τσιγάρου πάνω.

    Κάπνισα τη ζωή μου. Αβέβαιο
    Ό,τι είδα ή διάβασα. Όλος
    Ο κόσμος ένα μεγάλο ανοιχτό βιβλίο είναι
    Που με χλευάζει σε μιαν άγνωστη γλώσσα.

    ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ: από το βιβλίο «Κ.Π.Καβάφης Φερνάντο Πεσσόα, τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου» με εισαγωγή και ανθολόγηση του Γιάννη Σουλιώτη, εκδόσεις Μεταίχμιο

    ***

    13. Ομίχλη

    Αν συναντιόμασταν αυτή τη νύχτα
    σε ένα μονοπάτι βυθισμένο στην ομίχλη
    θα στέγνωναν οι λακκούβες
    γύρω από το ζεστό κομμάτι της γης μας:
    και το μάγουλό μου πάνω στα ρούχα σου
    θα ήταν η γλυκιά λύτρωση της ζωής.
    Όμως λεία πρόσωπα κοριτσιών
    χλευάζουν την ηλικία μου: ένα δέντρο
    μονάχα έχω συντροφιά στο βροχερό σκοτάδι
    και φώτα αργά αμαξών με κάνουν να φοβάμαι,
    να φοβάμαι και να καλώ το θάνατο.

    Αντόνια Πότσι -μετάφραση: Άννα Γρίβα

    ***

    14. «Ομίχλη»

    Ήταν βαρύ το δειλινό κείνο το απόβροχο,
    και περπατούσε μόνος στον ιδρωμένο ντόκο.
    Γύρω του, τα μεγάλα μπλόκια
    που είχαν φέρει για το νέο λιμενοβραχίονα,
    του έκρυβαν τη θέα
    από τις μακρινές, λεύτερες θάλασσες.

    Έψαχνε νά ‘βρει μια γυναίκα,
    κι εύρισκε μαυροφορεμένες πικραμένες σκιές.

    Τα πόδια του βυθίζονταν στη λάσπη
    απ’ τον ιδρώτα των αχθοφόρων,
    και από των εμπορευμάτων την ταξιδιάρικη σκόνη.

    Έψαχνε νά ‘βρει μια γυναίκα,
    κι εύρισκε μάνες με μωρά στην αγκαλιά
    να γυρεύουν ελεημοσύνη.

    Έψαχνε νά ‘βρει μια γυναίκα,
    κι εύρισκε ανασκουμπωμένες μεροκαματιάρησες.

    Ποιος εκεί πέρα είχε ξεχάσει κείνο το βαγόνι
    για των εμπορευμάτων τη μεταφορά;
    Σα συνήθισε το σκοτάδι,
    είδε πως ήταν γεμάτο κουρέλια.
    Θυμήθηκε τις γυάλες με τα εκτρώματα
    στα ιατρικά Μουσεία…
    Ένα κουρέλι είχε τη μορφή γυμνού ποδαριού,
    και ένα πρόσωπο τη μορφή ενός κουρελιού.

    Έψαχνε νά ‘βρει μια γυναίκα,
    κι εύρισκε γυμνά κορμιά
    που ζητούσαν είκοσι ευρώ
    για να δώσουν έρωτα.

    Έσφιξε τα χέρια του κι ένοιωσε να ιδρώνει
    -αργότερα σαν κοίταξε είδε ότι ήταν αίμα.
    Δίπλα του, ένα τσούρμο από θερμαστές
    έψαχναν με αγωνία για νά ‘βρουν φωτιά.

    Και τότε έπεσε εκείνη η ευεργετική ομίχλη.
    Και έπαψε να βλέπει.
    Και λευτερώθηκε.

    Έφτασε στη σοφίτα,
    κι έκλαψε κοιτώντας την φωτογραφία της.

    Δημήτρης Μπούκουρας

    ***

    15. Η αντάρα

    Κυλίστηκα στα σύννεφα να πάρω λίγο από το χρώμα του σούρουπου, κρέμασα τα ομορφότερα όνειρα στους τοίχους μου κι έσπασα όλους τους καθρέφτες
    Τέλος, με βρήκαν σκυμμένο, να κοιτάζω το τρεμάμενο είδωλό μου, να ψάχνω την εικόνα μου στην επιφάνεια της μικρής λίμνης, που θα μπορούσε να δείξει το αληθινό μου πρόσωπο μόνο στην απόλυτη γαλήνη
    Αλλά, ο βοριάς ήταν μόνιμα ανταριασμένος, σαν τη δίψα για το δίκιο στα μάτια των ανθρώπων

    Γιώργος Δουατζής

  3. Ciao Petra!… Ευχαριστώ πολύ! Καλή Κυριακή!
    Κι εμένα μ’ αρέσει πολύ το συγκεκριμένο τραγούδι με το Μ. Μητσιά….Ας το αναρτήσουμε εδώ:

  4. Καλημέρα Αγγελική, καλή Κυριακή!!!

    *Ένα ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη κι ένα πεζό για την ομίχλη του Γ. Ιωάννου:

    -Μανώλης Αναγνωστάκης, «Επίλογος»

    «Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός.
    Τὸ πολὺ πολὺ νὰ τοὺς ἐκλάβεις σὰ δυὸ θαμποὺς
    προβολεῖς μὲς στὴν ὁμίχλη
    Σὰν ἕνα δελτάριο σὲ φίλους ποὺ λείπουν
    μὲ τὴ μοναδικὴ λέξη: ζῶ.
    «Γιατὶ» ὅπως πολὺ σωστὰ εἶπε κάποτε κι ὁ φίλος μου ὁ Τίτος,
    «κανένας στίχος σήμερα δὲν κινητοποιεῖ τὶς μᾶζες
    κανένας στίχος σήμερα δὲν ἀνατρέπει καθεστῶτα.»
    Ἔστω.
    Ἀνάπηρος, δεῖξε τὰ χέρια σου. Κρῖνε γιὰ νὰ κριθεῖς.»
    (Μ. Αναγνωστάκης, Ποιήματα, Νεφέλη)

    -Ομίχλη – Γιώργος Ιωάννου (απόσπασμα)

    Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή, όπως η πάχνη πάνω απ’ τα πρωινά κεραμίδια. Bλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε: «Eίχε κρύο τη νύχτα» ή «τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο γλυκά· πρέπει να κάνουμε ντολμάδες».
    Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης, είχα πάντα το νου μου σ’ αυτήν. Mέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της. Θλιβόμουν όμως πολύ, όταν έπεφτε τις καθημερινές, την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ώς το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.
    Mα, καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ’ απόγευμα, την ώρα που έλεγα αν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα απ’ το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες. Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας, κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις. H ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ’ αυτήν. Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει. Aλλά και κάτι ακόμα· ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο.
    H ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά, όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας. Aυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα. Kαι τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Aκόμα κι οι πολυκατοικίες γίνονταν ελκυστικές μες στην αχνάδα.
    Kι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού, αυτό που από χρόνια είναι γκρεμισμένο, να ξαναβρώ την παρέα μου. Kι όταν δεν ήταν εκεί -και δεν ήταν ποτέ εκεί- καθόμουν ώρες και καρτερούσα. Πίσω απ’ τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών, που τώρα έχουν πεθάνει. Kολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του Aίματος. Kι αν δε μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά, που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω.
    Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη· μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Tώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά απ’ τα όνειρα. Aυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ’ ένα βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ’ την πίεση για καλά να παραμερίζει.
    Πέφτει πολλή ομίχλη, γίνομαι ένα μ’ αυτήν, και ξεκινάω. Aκολουθώ άλλες σκιές ονοματίζοντάς τες. Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο. Aυτό σε πολλούς δρόμους και δρομάκια ακόμα διατηρείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάμεσα στις πέτρες το χορταράκι, που φύτρωνε τότε. Όλα έχουν γκρεμίσει ή ξεραθεί. Kανένας θάνατος δεν είναι καλός. Ω, και νά ‘ταν αλήθεια, αυτό που λένε, πως θα τους ξαναβρούμε όλους…
    Aκολουθώντας τις σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο. Tα δέντρα και τα φυτά θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα. Γίνονται σαν κάστρα τεράστια. Φτάνω στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα. Παρόλο που οι σκιές κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν, εγώ δεν πλησιάζω καν στην Πορτάρα. Θαρρώ πως μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με πείσει κάποτε να την περάσω.
    Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τραμ, τα φώτα και την κίνηση. O νους μου είναι κολλημένος στην ομίχλη και σ’ όλα όσα είδα μέσα σ’ αυτήν. Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Aισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα. Tα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στο κορμί και διοχετεύονται απ’ τα πόδια στο υγρό χώμα.
    (Ἡ μόνη κληρονομιά, 1974)
    http://logotexnikesmikrografies.blogspot.gr/2012/02/omixlh-giorgos-iwannou-apospasma-apo.html

  5. 1. Όταν πυκνή ομίχλη θα μας σκέπαζε,
    τους φάρους θε ν ακούγαμε να κλαίνε
    και τα καράβια αθέατα θα τ ακούγαμε,
    περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

    (Ν.Καββαδίας)

    ***

    2. «Μην μου ξυπνάς αυτά που αφήνω να κοιμούνται».
    (απόσπασμα)

    …Τώρα πια, ξέρω τα ψέματα
    πίσω από τις καλά κρυμμένες αλήθειες σου.
    Είναι όλα τόσο ξεκάθαρα πια.
    Χάθηκε η ομίχλη, διαλύθηκαν τα σύννεφα
    κι η ομορφιά και η ασχήμια μας κοιτούν κατάματα.
    Μην μου ξυπνάς αυτά που αφήνω να κοιμούνται.

    William Shakespeare

    Ελένη Καραΐνδρου- Τοπίο Στην Ομίχλη – Θ. Αγγελόπουλος

    3. ΤΟΠΙΑ ΜΑΓΙΚΑ που,
    χαραγμένα στο ταβάνι,
    η όραση τα βρίσκει και τα χάνει.
    Της μοναξιάς τοπία,
    τυλιγμένα στην ομίχλη απανωτών τσιγάρων,
    μόνον εν κατακλίσει ορατά,
    τοπία στοργικά
    που παρεμβάλλονται ανάμεσα
    στην τόσο φοβερά παρούσα γη
    και τον απαίσια απόντα ουρανό.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    ***

    4. «Το Ερωτικό Τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ»
    (απόσπασμα)

    Η κίτρινη ομίχλη που τρίβει το μουσούδι της στα τζάμια,
    Γλείφτηκε στις γωνιές του απογεύματος,
    Και χασομέρησε στις λίμνες κάτω απ’ τις υδρορροές
    Άφησε πάνω της να πέσει η αιθάλη απ’ τις καπνοδόχους,
    Γλίστρησε απ’ την ταράτσα μ’ έναν πήδο ξαφνικά,
    Και, βλέποντας πως ήταν ένα ήπιο βράδυ του Οκτώβρη,
    Γύρω απ’ το σπίτι κουλουριάστηκε κι αποκοιμήθηκε βαθιά.

    Κι αλήθεια, θα υπάρξει χρόνος
    Για την κίτρινη καπνιά που γλιστρά κατά μήκος του δρόμου
    Τρίβοντας τη ράχη της πάνω στα τζάμια
    Θα υπάρξει χρόνος, θα υπάρξει χρόνος
    Να προετοιμάσεις ένα πρόσωπο να συναντήσει τα πρόσωπα που συναντάς
    Θα υπάρξει χρόνος να καταστρέψεις και να δημιουργήσεις,
    Και χρόνος για όλα τα έργα και τις ημέρες των χεριών
    Που υψώνονται και σου σερβίρουν μια ερώτηση στο πιάτο
    Χρόνος για σένα και χρόνος για μένα,
    Και χρόνος για αμέτρητα διλήμματα,
    Και για εκατοντάδες θεωρήσεις κι αναθεωρήσεις,
    Πριν απ’ το τσάι και τα βουτήματα.

    Τ.Σ Έλιοτ μετάφραση Παυλίνα Παμπούδη , «T.S.Eliot -Ποιήματα», Εκδόσεις Printa)

    ***

    5. Ήρθε μαζί με την ομίχλη

    Ήρθε μαζί με την ομίχλη και
    έφυγε πάλι μ’ αυτήν.
    Ήταν σαν μορφή, σαν σκιά γεννημένη
    απ’ το φεγγάρι κι απ’ του ήλιου
    την τελευταία αχτίδα.
    Ήταν εσύ, ήταν εγώ, ήταν όλοι.

    Ήρθε μαζί με την ομίχλη,
    μ’ ένα μεγάλο δάκρυ στο
    σκιερό της σώμα.
    Νόμιζα ότι θα πνιγώ μέσα σ’ αυτό,
    ότι θα κλάψω μαζί της,
    ότι θα τυλιχτώ με τη σκιά της.
    Όμως εκείνη κατάλαβε ότι
    φοβόμουν.
    Μάζεψε το μουσκεμένο σάλι της
    και χάθηκε μαζί με την ομίχλη.

    Μόνο μία στάλα απ’ το δάκρυ της
    έμεινε χαραγμένη πάνω σε μια πέτρα
    να με περιμένει να την συναντήσω,
    να μου θυμίζει ότι κάποτε
    θα ξαναγυρνούσε.

    Δέσποινα Κουτούφαρη

    ***

    6. Δεν χαράζεται η σκιά
    δεν πιάνεται η ομίχλη
    μα δεν κοιμούνται και τ’ αρώματα
    κι αν μαύρο πουλί η νύχτα
    σπάει με το ράμφος της το τζάμι
    έχω το βλέμμα σου να σκεπαστώ
    κι έτσι σαν όνειρο θυμήσου
    πως αν δε βρίσκονται παντού λουλούδια
    μη μαδάς τα δάχτυλά σου
    ψάξε τα χέρια π’ αξίζει να φιλήσεις..

    Γ.Καλπούζος, Το νερό των ονείρων

    Πούσι, Μαρίζα Κωχ

    7. Ομίχλη

    Το πρωτόγνωρο δώρο που απέκτησες
    πριν ξεκινήσεις το ταξίδι σου.
    Ομίχλη σκέπασε τις πατημασιές του γυρισμού,
    μα δεν σε ένοιαξε,
    μπροστά έβλεπες σύννεφα να σου χαμογελάνε.
    Όταν κουράστηκες
    σε σήκωσε το πρωτόγνωρο δώρο να συνεχίσεις,
    αυτό που δυο φτερωτά ζωύφια σου χάρισαν μια Τρίτη.
    Ακούς τώρα την αναπνοή σου,
    την μοναχική, να φωνάζει στην ομίχλη
    για τα παλιά ποδοπατήματα της.
    Η ομίχλη προσπέρασε, δεν χάρισε, σε ξέχασε.
    Πήγε σε άλλα ταξίδια.

    http://write-in-the-night.webnode.gr/news/%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%87%CE%BB%CE%B7/

    ***

    8. ΟΜΙΧΛΗ

    Αν και ήμασταν πολύ προσεκτικοί
    Στο τέλος απομείναμε λίγοι.
    Έτσι που πηγαίναμε από πόλη σε πόλη
    Κι από σταθμό σε σταθμό
    Κάποιοι μας περνούσαν
    Για ένα μπουλούκι από ευτυχισμένους τσιγγάνους
    Κι άλλοτε για επιβάτες της ζωής
    Που δυστυχώς έχασαν πάλι το τρένο…

    Τις περισσότερες φορές ανασκαλεύαμε το παρελθόν
    Για να βρούμε απαντήσεις για το μέλλον.
    Αντί να μελετήσουμε το σήμερα
    Αδιαφορήσαμε για τη δυναμική του χρόνου
    Μείναμε εκεί να προσκυνούμε
    Τον ίσκιο κάποιων σκουριασμένων αγαλμάτων
    Που σμίλεψαν τεχνίτες ποταποί
    Για να μας κολακέψουν.

    Προσπαθώντας να εμπνεύσουμε τη νιότη
    Εξιδανικεύσαμε το θάνατο.
    Ξεχάσαμε πως η μνήμη
    Είναι κάτι πιο βαθύ
    Από μια επιδερμική παράθεση συμβόλων
    Πως για να προσεγγίσουμε την αλήθεια
    Θα έπρεπε να τα πετάξουμε όλα
    Χωρίς να σβήσουμε τίποτα.

    Τώρα χωρίς να το καταλαβαίνουμε
    Μας βλέπουν οι άλλοι κι απορούνε
    Με το τσιρότο μιας αυτιστικής χαράς
    Κολλημένο στα χείλη…

    Νίκος Πέρπερας, «Είδη Κιγκαλερίας».

  6. Νίκος Καββαδίας
    ΠΟΥΣΙ

    ‘Επεσε το πούσι αποβραδίς
    το καραβοφάναρο χαμένο
    κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
    μες στην τομονιέρα να με δείς.

    Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί ,
    πλέκω σαλαμάστρα τα μαλιά σου.
    Κάτω στα νερά του Port Pegassu
    βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

    Μας παραμονεύει ο θερμαστής
    με τα δυο του πόδια στις καδένες.
    Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
    με την τρικυμία, θα ζαλιστείς.

    Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
    κι είν’ αλάργα τόσο η Τοκοπίλα.
    Από να φοβάμαι να καρτερώ
    κάλλιο περισκόπιο και τορπιλα.

    Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
    Ηρθες να με δεις κι όμως δε μ’ είδες
    έχω απ’ τα μεσάνυχτα πνιγεί
    χίλια μίλια πέρ’ απ’ τις Εβρίδες.

  7. 1. Αγάπη είναι μια κατάσταση
    σαν τη πρωινή ομίχλη
    που αντικρύζεις την αυγή,
    λίγο πριν βγει ο ήλιος.
    Μένει για λίγο και μετά εξατμίζεται.
    Η αγάπη είναι μια ομίχλη
    που εξατμίζεται
    με την πρώτη αχτίδα
    της πραγματικότητας,
    αυτό είναι.

    ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ

    Από Palmografos.com: Palmografos.com – What Is Love – Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι δίνει τον δικό του ορισμό για την αγάπη (video)

    ***

    2. Πρωινή Ομίχλη

    Μαθαίνεις να γράφεις γράφοντας
    Μαθαίνεις να ζεις χάνοντας
    Ελπίζεις να ζεις γράφοντας

    Πάνος Ριβιέρης

    ***

    3. ΩΔΗ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗ (απόσπασμα)
    3
    Κάποτε ήρθες με την πρωινή ομίχλη
    Και με το βραδινό σύννεφο
    Ραντίζοντας με τον σταχυολογημένο σου πλούτο
    Το ανοιχτό μου στήθος.
    Αυτά τα απαράμιλλα λουλούδια,
    Ούτε στον αγριότερο άνεμο δεν μαραθήκαν,
    Ριζωμένα στον κήπο του μυαλού,
    Επειδή ήταν απ’ τα πρώτα του χρόνου.
    Ούτε ήταν η νύχτα που κάλυπτες.
    ……………………………………………..

    Σίγουρα θεωρούσες πως καμιά γήινη ομίχλη
    δεν μπορούσε να αμβλύνει
    αυτά τα πνευματώδη συναρπαστικά μάτια…

    ΑΛΦΡΕΝΤ ΤΕΝΥΣΟΝ, Μετάφραση Σ. Ανδρουλάκης

    ***

    4. ΔΕΝ ΘΑ’ ΡΘΕΙ ΑΛΛΟ ΜΕ ΟΜΙΧΛΗ
    Στον Σπύρο Τρούσα

    Δεν θάρθει άλλο πια τα πρωινά με ομίχλη
    συνήθεια τόσων μηνών,
    να προσφέρει με την απροσδιόριστη γλυκύτητα
    του βλέμματος του,
    μία δροσιά κονσέρτου Μαρίας Κάλλας,
    στην ξηρή κι άνυδρη από μοναξιά ψυχή μου.

    Δεν θάρθει άλλο πια τα πρωινά με ομίχλη,
    τότε που τ΄αηδόνια της Κέρκυρας,
    συντρόφευαν τους ερημικούς περιπάτους του,
    πλάι από παρακμιακά καφενεία,
    όπου συνήθιζαν να συχνάζουν άνδρες
    με μαυρισμένα χέρια και να καπνίζουν πούρα Αβάνας.

    Δεν θάρθει άλλο πια τα πρωινά με ομίχλη
    ν’ ανέβει την πέτρινη σκάλα
    και ν’ αφήσει το γεμάτο πληγές σώμα του
    έκθετο στην αυστηρή ομορφιά του Ιονίου
    και των ανδρών της Κέρκυρας.

    Ο κύκλος των πραγμάτων και των συναισθημάτων,
    σκηνοθετημένα σαν πλοίο του Λουκίνο Βισκόντι,
    που εκτελούσε την γραμμή Κέρκυρα-Μπάρι,
    εξοστράκιζε με βίαιο τρόπο τον κερκυραίο ζωγράφο
    από τις γειτονιές όπου δαφνοστεφανωμένοι άνδρες
    πρόσφεραν ακόμη ηδονές.

    Αλέξανδρος Αηδώνης

    ***

    5. (07:12) Η πάλη της αντάρας με το σύθαμπο

    Γράφω δεν θα πει δημιουργώ
    θα πει διαχειρίζομαι, επισημαίνω.
    (Νεωτερισμοί και ανατροπές είναι έργα του αναγνώστη.)
    Γράφω σημαίνει ξαναγράφω, ομολογώ τι διάβασα.
    Χαρτογραφώ ένα μονοπάτι.

    Μια αφέγγαρη τοπογραφία με βουνό και φρύγανα
    ένα δίκτυο από σκάλες που βυθίζονται
    σε σχισμές του λευκού χώματος και υπόγειες κοιλότητες –
    άγραφες πλάκες
    έτοιμες να αποκαλυφθούν
    στην ψευδαίσθηση της δυνατότητας ελέγχου.

    ΜΑΙΝΑΣ ΑΛΕΞΙΟΣ, ΤΟ ΞΥΡΑΦΙ ΤΟΥ ΟΚΑΜ

  8. Ciao Aggelikh, grazie mille!!

    -Φερνάντο Πεσόα, [Ομιχλώδης μέρα]

    «Φτάνει μέσα από την ομιχλώδη μέρα κάτι απ’ τη λησμονιά.
    Έρχεται απαλά με το σούρουπο η ευκαιρία της απώλειας.
    Κοιμάμαι δίχως να κοιμάμαι, στο ύπαιθρο της ζωής.

    Είναι ανώφελο να ομολογήσω πως οι πράξεις έχουν
    συνέπειες.
    Είναι ανώφελο να ξέρω πως οι πράξεις χρησιμοποιούν
    συνέπειες.
    Είναι ανώφελα όλα, είναι ανώφελα όλα, είναι ανώφελα όλα.

    Μέσα από την ομιχλώδη μέρα δεν φτάνει τίποτα.

    Τώρα θα ήθελα
    να πάω να περιμένω στο τρένο της Ευρώπης τον ταξιδιώτη
    που ‘χουν αναγγείλει,
    να πάω στην αποβάθρα να δω να μπαίνει το πλοίο και να
    λυπάμαι για όλα.

    Δεν έρχεται με το σούρουπο καμιά ευκαιρία.»
    (Αλβάρο ντε Κάμπος, Η θαλασσινή ωδή και άλλα ποιήματα, ΕΞΑΝΤΑΣ)

    -Κική Δημουλά «Fog»

    «Γυμνά κλαδιά έξω από το τζάμι
    στης πανσιόν την άδεια σάλα
    πράγματα ακατάληπτα μου γνέφουν.

    Ο δρόμος έρημος, αβάσταχτος.
    Κι ακόμα πιο έρημος φαντάζει
    όταν διαβάτες αραιοί
    γοργά απ’ τα μάτια μου περνάνε.

    Έχω χαρά που οι δυο αυτοί
    εμπρός από τη μικρή εστάθηκαν
    του αντικρινού μαγαζιού προθήκη.

    Κάτι καινούργιο τα γυμνά κλαδιά
    θαρρώ τώρα μου γνέφουν
    σχεδόν με κίνηση αφανή.

    Όμως, τι φρίκη.
    Έπεσε ξάφνου τόση καταχνιά
    σε όλη αυτή του δρόμου τη σκηνή.»
    (Κική Δημουλά, Ποιήματα, ΙΚΑΡΟΣ)

  9. Γεια!!! Έχεις υπέροχο blog. Αν θες ρίξε μια ματιά στο δικό μου: http://booksfrien.blogspot.gr/ Ελπίζω να σου αρέσει!!! <3

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: