Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (136ο): «Αγωνία»…

 

-«Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη!» (Μ. Αναγνωστάκης)

 

-«Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει… Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 1937», (Γ. Σεφέρης)

 

-«Η αγωνία μου υψώνεται / ως τα εδελβάις άνθη», (Νίκος Καρούζος)

 

-“…ήμουνα στους καιρούς της νεότητας αρραβωνιασμένος με την αγωνία. Γιατί βλέπω κάθε εικοσιτετράωρο και πιο καθαρά πως η θρησκευτικότητα είναι ο γάμος με την αγωνία. Και δεν μπορούσε να ήτανε άλλη απ’ το Χριστιανισμό η θρησκεία μου στην Ελλάδα. Και δεν μπορώ να βεβαιώσω τίποτα μέσα μου δίχως την Ορθοδοξία των Ελλήνων…” (Νίκος Καρούζος)

 

-“Αγωνία θα πει θυσία των πραγμάτων, ανάγκη γυμνώσεως ως την ανιδιοκτησία των ουρανών, υλική και σωματική και ψυχική. Απ’ την ώρα που γεννήθηκα είμαι χρεωμένος στην αγωνία…” (Νίκος Καρούζος)

 

-«…Όχι όχι τελείωσε δεν υπάρχει σωτηρία

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι

με τον άνεμο και τα καλάμια του

με τα συντρίμμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε

με την άχρωμη αιμορραγία τους

με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα

με την ασυχώρετη λησμονιά

 

Ξέχασαν τα δικά μου σ ά ρ κ ι ν α χέρια που κόπηκαν

την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους»

(Μ. Σαχτούρης, Ο σωτήρας)
 

 

 -Κώστα Βάρναλης, «Η αγωνία του Ιούδα»

(απόσπασμα)

 

“… Στην Άγια Πόλη μπήκαμε,- βάγια πολλά και φοινικιές!-

και ξένοι αρχόντοι και δικοί κρυμμένοι τρέμαν όλοι,

γιατί άνεμος ξεσήκωνε τα πλήθη (ελπίδες ξαφνικές!)

του ‘πα σιγά: – «Τώρα καιρός για τη Μεγάλη Σκόλη!»”

(και μ’ απαντά) –Ουράνιο το βασίλειο μου κι ουράνια, μάθε, η Πόλη».

 

Ποιος το φτωχό μου το κορμί και την ψυχή μου τη φτωχιά

απ’ τον κρυφό το Φαρισαίο κι απ’ τον τραχύ Λατίνο,

από τον ξένο γέρακα θα σώσει κι απ’ την ντόπια οχιά;

Αυτούς σ’ ατάραγη ζωή κι αράθυμη ν’ αφήνω

κ’ εγώ ανεμόσκαλα σωμού στο γαλανό να στήνω;

 

Δεν είναι μόνο η δικιά μου μοίρα, που με τυραννά,

μαύροι συντρόφοι της δουλειάς και της απελπισίας…

Ήρθε γι αυτούς, – για μας ακόμ’ αργεί ο ωραίος Μεσσίας. […]

(θυμάται τη μάνα του)

Τα κλάηματά σου, μάνα μου, φτάνουν εδώ στην ερημιά.

Με τα λιγνά χεράκια σου νυχτόημερα δεμένη,

ώρες κοιτώντας χαμηλά τελειώνεις με λιγοθυμιά.

Μες στ’ άδειο σου θυμητικό άλλο από με δε μένει.

Του ζωντανού θανάτου εμείς χρόνια καταραμένοι!

 

Για σας, μανάδες κι αδερφοί και τώρα κ’ ύστερα, σιγά

θα κάμω απόψε, που νογώ, της ανταρσίας το κρίμα.

Και ξέρω τι καταλαλιά τη μνήμη μου θα κυνηγά!

Αν δεν πετύχει τούτο δα το πρώτο μέγα βήμα

θα πουν οι εμπόροι των θεών: Τον πρόδωσε για χρήμα.”

(Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος)

 

 

 

-Αλέκος Παναγούλης, «Αγωνίες»

«Αν χτυπήσουν την πόρτα, μην ανοίξεις.
Όσο και να χτυπήσουν.
Πρέπει να πιστέψουν πως το σπίτι
είναι αδειανό.
Δεν θα την σπάσουν. Μην φοβάσαι.
Αν τη σπάσουν,
θα ξέρουμε πως μας πρόδωσαν.
Ούτε και εγώ το πιστεύω.
Ναι, θα πυροβολήσω αν μπούνε.
Εσύ δοκίμασε να φύγεις.
Θα μπορέσεις.
Για μας θάναι. Τόση ώρα
τριγυρίζουν το σπίτι.
Κοίταξε απο το άλλο παράθυρο.
Μα πρόσεχε.
Ναι, βλέπω. Χτυπάνε απέναντι.
Μίλα σιγότερα.
Ακούς; Φασαρία; Τί να γίνεται;
Κάποιον πιάσανε. Είναι γέρος.
Τον χτυπάνε τα σκυλιά.
Άτιμοι.
Πόσους θα πιάσετε; Θα μείνουν όσοι
χρειάζονται και περισσότεροι.
Θα μείνουν και δεν θα σταυρώσουν τα χέρια.»
http://edin.pblogs.gr/poihmata-alekoy-panagoylh.html

 

 

-Νίκος Καρούζος, «Αἴφνης»

«Αὐτὸ ποὺ λέμε ὄνειρο δὲν εἶν᾿ ὄνειρο
ποὺ ἡ πλατιὰ πραγματικότητα δὲν εἶναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μὰ ἐκεῖ κιόλας ὑπάρχω ἀπόλυτα,
σὰν τὸ σύννεφο ποὺ ἀλλάζει στὰ νωθρὰ δευτερόλεπτα
ὄντας μονάχα ἡ ἀκάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δὲν παραγνώρισε τὸ θήραμα
καὶ ἡ πάπια δὲν ἔπαψε νὰ πιπιλίζει τὴ λάσπη·
τὸ χταπόδι βγαίνει ἀπ᾿ τὸ ρηχὸ θαλάμι του μὲ γαλαζόπετρα
στὰ ξέφωτα ἡ τίγρη λησμονιέται ἀνεπίληπτα.
Νυχτώνει καὶ σήμερα. Ἡ ἀγωνία
λέει πάλι: θὰ βοσκήσω τὸ μαῦρο.»

(Νίκος Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

 

-Γιάννης Ποταμιάνος, «Στον αγώνα και την αγωνία μου, υπάρχω»

«Δεν είμαι έτοιμος σου λέω

Φύγε, μη με τραβάς απ’ το μανίκι
Ένας ερωτευμένος είμαι
Είναι ιεροσυλία να σκοτώνεις
τον έρωτα
Η ίδια η ζωή είναι ο έρωτας
Δεν μπορώ να ‘ρθω, φύγε
Είμαι ερωτευμένος με την ζωή
Αγαπώ, ακόμα και τους μίζερους
δρόμους, με τα βρώμικα σπίτια,
Αγαπώ, ακόμα και τις πίσω αυλές
με τα τεντωμένα σχοινιά
Εκεί που κρέμονται οι άδειες ζωές
σαν άδεια πουκάμισα,
νοτισμένες στη σκουριά των αξιών

Δεν είμαι έτοιμος σου λέω, φύγε
Έρχεσαι απρόσκλητος,
μονοσάνταλος
Να μου αμφισβητείς τη ρότα
Δεν θησαύρισα αρκετό πόνο
για την επιστροφή μου
Με την απόχη του νου μου
Κυνηγάω ψυχές ερωτημάτων
στα λιβάδια της ανεπάρκειας
Δένουν την γλώσσα μου
οι βρόγχοι της αμφισημίας
Τσακίζεται το καράβι μου
Στα βράχια των αντιφάσεων

Αισθάνομαι μεγάλη μοναξιά
κάτω απ’ το φεγγάρι
Και η αδικία κόμπος στο λαρύγγι μου
Όμως αντέχω
Θέλω να παλέψω ακόμα, φύγε
Βαθειά στη στάχτη τ’ όνειρο
Φυλάει ζηλότυπα την σπίθα
Και η αγάπη ακόμα ξεχειλίζει

Φύγε τώρα
Κι όταν έρθει η ώρα, υπόσχομαι
Να κρεμάσω στο παράθυρο, σινιάλο
Μαύρο μαντήλι
Θα σε περιμένω στα σκαλιά
γαλήνιος
Δεν θα μπορώ να παλέψω τότε
Ξέρεις μόνο στον αγώνα μου
και στην αγωνία μου, υπάρχω
Γι’ αυτό και θα ‘ρθω, αδιαμαρτύρητα
Τώρα όμως άσε με,
έχω πολλά να κάνω αυτή την εβδομάδα
Δύο συγκεντρώσεις, μια διαδήλωση
και ένα ποίημα»
(Δημοσίευση στο stixoi.info: 01-06-2010)

 

 

 

 

-ΒΑΣΙΛΑΤΟΥ ΟΥΡΑΝΙΑ » ΑΓΩΝΙΑ »

«Ψάχνουν
τα μάτια μου,
να δουν την ανατολή.
να δουν τη δύση.
Λαχταρούν,
αγωνιούν
το πώς.
Τα βλέφαρα
ν’ αφήσω ανοικτά
ή μήπως
να τα κλείσω;

Χαοτική σύγχυση
συναισθημάτων.
Τα δυό άκρα θέλω.
Το αρχίνημα
της μέρα και της νύχτας.
Ταλαντεύομαι στο μέσο.
Στον ορίζοντα
σε κάτι ενδιάμεσο.
Μπερδεμένο το βλέμμα,
σα του κύκλωπα.

Ζω στο απόλυτο κενό.
Με λέξεις δε περιγράφεται.»

 

(Πηγή: http://homouniversalisgr.blogspot.gr/2015/09/blog-post_42.html)

 

 

-Χρήστου Βασματζίδη, «Αγωνία

«Οι γραμμές της παλάμης σου
ενθάρρυναν τ’ άλογα ταξίδια μου.
Μα ούτε η αρχή, ίσως ούτε και το τέλος
να βρίσκονταν εκεί σωσμένα.
Τα μάτια σου καρφωμένα στον ορίζοντα
κάνουνε σκιά να ξεκουράζονται
της απειρίας μου τα νοήματα.
Και στα μαλλιά σου βουτώντας
ανασαίνω ξανά την γέννα
και ό, τι σ’ έφερε σε μένα.
Γλυκιά αιχμή της χαύνωσης.
Κρέμομαι σ’ ένα όνειρο με τελεία.
Κι αν είμαι το μοτίβο τόσο πειραγμένο
κι αν είμαι το πέταλο τόσο αλλόχρωμο
στη συμφωνία του ανθού,
αγωνιώντας να ξεφύγω
στον αέρα ταπεινώνομαι.»

(Πηγή: http://fractalart.gr/vasmatzidis-christos/)

 

 

-Αννα Αχμάτοβα, «Το τραγούδι της τελευταίας συνάντησης»

 

«Στο στήθος ένα σφίξιμο
το βήμα χάνω, πάω βιαστική
από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.
Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
Μα, είναι τρία, χρυσή μου.
Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου’.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.
Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
κεχριμπαρένια καίνε τα κεριά
της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά»

(Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου)

(Πηγή:http://popaganda.gr/poem-anna-achmatova/)

 

 

-Μανόλης Αναγνωστλακης, «Πέντε μικρὰ θέματα»

Ι

«Ίσκιοι βουβοὶ ἀραγμένοι στὴ σκάλα

Μάτια θολὰ ποὺ κράτησαν εἰκόνες θαλασσινὲς

Κύματα μὲ τὴ γλυκιὰν ἀγωνία στὴν κάτασπρη ράχη

 

Γυμνὸς κυλίστηκα μέσα στὴν ἄμμο μὰ δὲν ὑποτάχτηκα

Καὶ δὲν ἀγάπησα μόνον ἐσένα ποὺ τόσο μὲ κράτησες

Ὅπως ἀγάπησα τὰ ναυαγισμένα καράβια μὲ τὰ τραγικὰ ὀνόματα

Τοὺς μακρινοὺς φάρους, τὰ φῶτα ἑνὸς ἀπίθανου ὁρίζοντα

Τὶς νύχτες ποὺ γύρευα μόνος νὰ βρῶ τὸ χαμένο ἑαυτό μου

Τὶς νύχτες ποὺ μόνος γυρνοῦσα χωρὶς κανεὶς νὰ μὲ νιώσει

Τὶς νύχτες ποὺ σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αὐταπάτη.»

(Μ. Αναγνωστάκης, Ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Λόρκα, «Πληγές της αγάπης»

«Αυτό το φως, τούτη η φωτιά που κατατρώει,
τούτο το σταχτί τοπίο που με τυλίγει,
τούτος ο πόνος για μια και μόνη ιδέα,
τούτη η αγωνία τ’  ουρανού, του κόσμου, της ώρας..

Τούτος ο θρήνος του αίματος που στολίζει
λύρα δίχως παλμό πια, φευγαλέο δαυλό
τούτο το βάρος της θάλασσας που με χτυπά
τούτος ο σκορπιός που μου φωλιάζει στο στήθος

Είναι στεφάνι του έρωτα, κλινάρι πληγωμένου
όπου δίχως ύπνο ονειρεύομαι την παρουσία σου
μέσα στο ρημαδιό του στήθους μου βουλιαγμένο

Και μόλο που ψάχνω την καμπύλη της φρόνησης
μου προσφέρει η καρδιά σου κοιλάδα απλωμένη
με φαρμάκι και πάθος γνώσης πικρής…»

(Λόρκα, Άπαντα ποιήματα, Εκάτη)

 

 

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

5 thoughts on “Πες το με ποίηση (136ο): «Αγωνία»…

  1. Γιάννη, Γιάννη,
    με κατέλαβες εξαπίνης. Εντελώς όμως.
    Μη έχοντας πολλές δυνατότητες και αφού άνοιξα και λεξικό, ψάχνω ποιήματα για την αγωνία και τα συνώνυμά της αδημονία και ανυπομονησία.
    Πενιχρά τα ευρήματα.

    *

    Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας
    (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

    Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

    Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
    Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·
    Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
    Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·
    Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
    Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    ***

    Είχε αγωνία· ρώτησε: «Πώς γίνεται άνθρωπος κανείς;».
    «Προσφέροντας» του απάντησαν.
    Δεν είχε άλλο απ’ το παντελόνι του· το πρόσφερε και έγινε γελοίος.
    Αργύρης Χιόνης («Ότι περιγράφω με περιγράφει», 2011)

    ***

    Ἀνυπομονησία

    Κυλίστε γρηγορώτερα ἡμέραις καρφωμέναις,
    καὶ φέρτε, φέρτε τὴ στιγμή,
    ποὺ θ’ ἀναπνέω γιασεμὶ
    σὲ χώραις μυρωμέναις.

    Δὲν εἶμ’ ἐγὼ γιὰ ξενητειά, δὲν εἶμ’ ἐγὼ γιὰ ξένα·
    παιδὶ τοῦ ἥλιου, τῆς φωτιᾶς,
    δὲν θέλω χιόνια ξενητειᾶς
    καὶ χνῶτα παγωμένα.

    Ἔχω μανοῦλα τὴν αὐγή, τὸν ἥλιο γιὰ πατέρα·
    λημέρι, πράσινα κλαδιά,
    πνοή, τοῦ ρόδου μυρωδιὰ
    καὶ νύκτα, τὴν ἡμέρα.

    Εἶναι μητρυιὰ ἡ ξένη γῆ, κακὴ μητρυιὰ στὸν ξένο·
    δίνει φαρμάκι γιὰ νερό,
    ψωμί, ὡσὰν αὐτή πικρό,
    μὲ δάκρυ ζυμωμένο.

    Ποῦ, μαύρη μοῖρα μ’ ἔρριξες; Στὴ χώρ’ αὐτὴ μαυρίζει
    γῆ, θάλασσα καὶ οὐρανός,
    ὁ ἥλιος μαῦρος, σκοτεινὸς
    καὶ τ’ ἄστρο δὲν φωτίζει.

    Ἑνὸς πουλιοῦ δὲν ἄκουσα ὡς τώρα τὸ τραγοῦδι·
    δὲν κάθησα σ’ ἕνα βουνό,
    δὲν εἶδα κῦμα γαλανό,
    δὲν μύρισα λουλοῦδι!

    Ἐχθὲς τ’ ἀστέρια ἐκύτταζα, καὶ πονεμέναις εἶδα
    ματιαὶς ἀράπικαις… κι’ αὐτὰ
    τ’ ἀστέρια εἶναι σὰν σβυστά·
    δὲν ἔχουν φῶς κ’ ἐλπίδα.

    Ἄχ, μόν’ ἀπ’ τῆς πατρίδος μου τ’ ἀνθόστρωτα λημέρια
    βλέπεις τὸ κῦμα γαλανὸ
    καὶ πρασινίζει τὸ βουνὸ
    καὶ λάμπουνε τ’ ἀστέρια.

    Ἐκεῖ θ’ ἀκούσω τὰ πουλιά, λουλοῦδι θὰ μυρίσω
    καὶ σ’ ἡλιοφώτιστη φωληά,
    μεσ’ στῆς στοργῆς τὴν ἀγκαλιά,
    τὸ φῶς θὰ χαιρετήσω!

    Αχιλλέας Παράσχος

    ***

    Σατανική σύμπτωση

    Η ανυπομονησία
    η καμιά απολύτως βιασύνη
    ο τρόπος του λέγειν
    ο τρόπος του σιωπάν
    η επιμονή
    η εύσχημη υποχωρητικότητα
    το ζωηρό ενδιαφέρον
    το ράθυμο ενδιαφέρον
    το αμέσως
    το κόμπιασμα
    το εξαρτάται απ’ τον καιρό
    το ασχέτως καιρού
    το πολύ επιθυμητό
    το αξεκαθάριστα επιθυμητό
    και το κατ’ ανάγκην

    έχουν τον ίδιο ακριβώς κωδικό:

    αλήθεια πότε θα σε δω;

    Δεν είναι περίεργο;

    Κική Δημουλά – «Τα εύρετρα» Ίκαρος, 2010)

    ***

    Ο πόνος μου ήταν ένας σωρός από αγωνίες
    πάνω στην αδύναμη καρδιά σου από άμμο.

    Φ. Γκαρσία Λόρκα

    ***

    Κοιταχτήκαμε, αγαπηθήκαμε, και ευθύς
    Ο θάνατος έγινε για μας κάτι το τρομερό.
    Διαμέσου του έρωτα απεγκλωβίσαμε τη φυσική μας αγωνία από κάθε καλοβολεμένο φιλόσοφο
    Ή ψηλό και βαρετό Δόκτορα Θεολογίας:
    Ο θάνατος απέκτησε επιτέλους τη σωστή του θέση.

    Robert Graves, μτφρ. Σπύρος Δόικας (Θάνατος αμιγής, απόσπασμα)

    ***

    Η αδημονία του καβαλάρη

    Αποκολλήθηκε από το σώμα μου ο τελευταίος στίχος
    Σαν ασύλητο ψαροκόκαλο και λέπι λεπτό που αποκόπτεται
    Από τη κρουστή επιφάνεια του φαιού πετρόψαρου
    Γοργόνες εμφύτευαν σκούρο καναβάτσο διχαλωτές ρίμες
    Και κόμες λευκές στα σαρκώδη χείλη των κυματιστών τέμπλων
    Μάκραιναν οι σπασμένες πτυχές του ρόδου
    Στο καθολικό νεκροταφείο του ερειπωμένου νάρθηκα
    Η Ματθίλδη φορούσε το φόρεμα της πυρκαγιάς
    Τα φλογερά της πόδια καθρεπτίζονταν με ανταύγειες πυρός
    Στα δακρυσμένα μάτια της κατάστηθης αλήθειας

    Ένας μονόκερος αδερφός έκλεβε στο ζύγι και στην αγάπη
    Στο παζάρι με τα σπασμένα ακροκέραμα παιδί ακόμα
    Πρόδιδε τις χνούδινες παλάμες του Αργίτικου κάμπου
    Βύθιζε μικρές κόρες στα αόρατα ενυδρεία του μουσείου
    Για να κερδίσει τη προμηθεϊκή φωτιά που τον φλέρταρε επίμονα

    Στην πέτρα του μαλαχίτη τραβούσες μια ελικοειδή χαρακιά
    Σχηματίζονταν ένα τρεμάμενο ουράνιο τόξο με πικρούς οφθαλμούς
    Αποξεχνιόσουν κρατώντας ελεύθερη να στάζει την υδρία
    Με τις λεοντοκεφαλές έργο ενός διάσημου γλύπτη των φυλών
    Ξεχασμένος αποτραβιόσουν στην αδημονία του αγοροκόριτσου

    Απαριθμούσες τις σπασμένες χάντρες του κομπολογιού σου
    Ένα άρωμα διαχέονταν στο στερέωμα με τα σβησμένα άστρα
    Μάζευες πειθήνια τις χάντρες μη και σε βρει η αυγή μονάχο
    Ταυτισμένος πάντα με την οπλή του ελαφιού και του αίγαγρου
    Τραυμάτιζες την στιχομυθία του χιονιού πάνω στον εξώστη

    Έτρεχες να ανακαλύψεις την παλαιομοδίτικη λευκή φανέλα
    Του αγωνιώδη νεκρού με τα θρυμματισμένα κουμπιά
    Σε κοίταζε επίμονα μέσα από τις βαριές βλεφαρίδες και σώπαινε
    Πως να υπολογίσεις τα ιερά σκεύη του σκοτεινού χειμώνα
    Χωρίς να βάλεις ενέχυρο την κραυγή του αδούλωτου καβαλάρη

    Αποκολλήθηκε από το σώμα μου ο τελευταίος στίχος
    Σαν ασύλητο ψαροκόκαλο και λέπι λεπτό που αποκόπτεται
    Από τη κρουστή επιφάνεια του φαιού πετρόψαρου
    Γοργόνες εμφύτευαν σκούρο καναβάτσο διχαλωτές ρίμες
    Και κόμες λευκές στα σαρκώδη χείλη των κυματιστών τέμπλων

    ΕΛΕΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΑΡΗ

    ***

    Μεταστροφή

    Τώρα τα σέβομαι τα όνειρα,
    ζυμάρι αφήνομαι
    στου λαβυρίνθου τους τον μίτο να ξανασχηματιστώ,
    να αποκτήσω νέα υπόσταση, καινούργια φορεσιά
    ζωής,
    σε διαφορετικά λιμάνια να εξοκείλω
    αλλοπρεπής, ανάλαφρος
    σε άγνωστες χαρές ν’ ακροβατήσω
    και λύπες ξένες να ντυθώ.
    Τώρα τα καλοδέχομαι τα όνειρα,
    αδημονώ να ’ρθούν πάλι και πάλι
    να κατακλύσουν τον ορίζοντα του ύπνου μου,
    βρίσκω καταφυγή στην αλλοπρόσαλλη πλοκή τους
    κι έτσι,
    κομπάρσος έκπληκτος σ’ αγύριστη ταινία,
    άθυρμα γίνομαι φόβων μυστικών
    κι αλλόκοτων στιγμών έξω απ’ το χρόνο.
    Τώρα τα’ αποζητώ τα όνειρα,
    τα προσκαλώ μ’ ανυπομονησία,
    βυθίζομαι
    στα ληξιπρόθεσμα τοπία τους αγνός,
    πρόθυμα παρασύρομαι
    στην εσωφρενική ροή τους
    και, αποσβολωμένος, μένω εκεί
    στου νου τις δύσβατες χαράδρες,
    προσωρινά,
    για μια αιωνιότητα μονάχα.

    (Ανδρέας Γιολάσης)

    ***

    …Κι εγώ γεμάτος απ’ την απουσία σου
    Φορτωμένος με την ανυπομονησία των μεγάλων ταξιδιών
    Περιμένω σαν αγκυροβολημένο φορτηγό
    μέσα στην Προύσα

    ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, μτφρ. Γιάννης Ρίτσος

  2. Είναι μαγικό το πως μέσα σε μια πρόταση τού Σεφέρη: «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει… Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ «, κρύβεται όλη η τραγική αλήθεια.. Καλή Κυριακή φίλοι μου και καλή εβδομάδα αμήν 🙂

  3. Ciao Petra!!!… Όντως μαγικό!… Σε δυο στίχους η αέναη αγωνία που κατακλύζει τούτη τη χώρα από της ιδρύσεώς της ως σύγχρονο κράτος!

    *Ας παραθέσω ολόκληρο το ποίημα:

    -«Με τον τρόπο του Γ. Σεφέρη»

    «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.
    Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
    γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
    καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε
    ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
    ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.
    Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
    ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι* κάπου στις αλαφρόπετρες
    μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή
    μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά
    από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης*.
    Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
    και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένης του Μενελάου»·
    χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάντρα
    μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
    Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο
    με χτίκιασαν* οι βαρκαρόλες*.
    Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε
    πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
    O ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως «έρχεται εξ Oμονοίας»
    «Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος» απαντά κι είν’ ευχαριστημένος
    «βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό».
    Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
    δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι* όλοι εμείς
    δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια·
    περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.

    Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική και δε βρίσκεται πουθενά·
    αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
    κρατούν «σωσίτριχα»* φωτογραφίζουνται
    ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ’ ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια
    δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες
    που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του
    όλα τα πετεινά τ’ ουρανού.

    Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει
    κι αν «ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς»*
    είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
    εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν
    την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜOΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚO.
    Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
    σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης*
    καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει
    ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ’ άσπρα και στα χρυσά.

    Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει·
    παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…
    Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 937.»

    (Α/π Αυλίς, περιμένοντας να ξεκινήσει.
    Καλοκαίρι 1936
    Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

  4. Καλησπέρα, Αγγελική!…. Πράγματι, δύσκολο το θέμα μας… Πολύ λίγα τα ποιήματα με τίτλο την «αγωνία»… Μόνο αποσπάσματα στίχων από ποιήματα είναι κάπως εύκολο να βρει κανείς….

    *Ψάχνοντας, ψάχνοντας όμως ανακάλυψα άλλα δυο:

    -Ζαν Πιέρ Ζουβ, «Η αγωνία»

    «Η απόρροια της σιωπής
    η ταπείνωση μπρος στην άρνηση
    η ωμότητα εξαιτίας απαγόρευσης
    η αντίληψη του πεπερασμένου αποκαμωμένη
    και η θολή παρουσία στο άγνωστο αντικείμενο
    περιδινείται, δονείται και βυθίζεται!
    Θανάσιμη διάθεση που εμποδίζει το θάνατο
    Και ψάχνοντας μοναδικά εμένα και το θάνατό μου
    Το μηδέν υπερεντείνει τη σχέση προς το θεό.
    (Ζ. Π. Ζουβ, Ποίηση, Αρμός)

    -Τόλης Νικηφόρου, «αγωνία θωρακοφόρου»

    «οφείλω να σε προειδοποιήσω
    οι στίχοι αυτοί σκοπεύουν ίσια στην καρδιά σου

    με δάχτυλα γυμνά μην τους αγγίζεις
    μέσα από καπνισμένο τζάμι
    να φτάνει εδώ η ματιά σου
    ύψωσε φράγματα κι αγκαθωτά συρματοπλέγματα
    άκοπες άφησε τις τελευταίες σελίδες
    θανάσιμο τον κίνδυνο όταν αντιληφθείς
    φρόντισε μόνο να μη με πιστέψεις
    άσε με μόνο
    μείνε μόνος

    εγώ που γνώρισα το βάθος της αβύσσου
    μπορώ να καταλάβω τη δική σου οδύνη»

    (Από τη συλλογή Ελεύθερος σκοπευτής, 1982)
    (Πηγή: http://greek-translation-wings.blogspot.gr/2009/07/blog-post_6159.html)

  5. «Απελπίσου τέλος πάντων ως άνθρωπος, ορθώσου στα νύχια της αγωνίας, γίνου διάττορος», (Ν. Καρούζος)

    -«…Αυτή η παλιά αγωνία,
    αυτή η αγωνία που κουβαλάω αιώνες μέσα μου,
    ξεχείλισε απ’ το δοχείο,
    σε δάκρυα, σε μεγάλες φαντασίες,
    σε όνειρα που μοιάζουν με εφιάλτη δίχως τρόμο,
    σε μεγάλες αιφνίδιες συγκινήσεις δίχως κανένα νόημα.

    Ξεχείλισε.
    Δεν ξέρω καλά-καλά πώς να συμπεριφερθώ στη ζωή
    μ’ αυτή τη δυσπραξία που κάνει δίπλες στην ψυχή μου!
    Αν τουλάχιστον τρελαινόμουν στ’ αλήθεια!
    Όμως όχι: είναι αυτό το ενδιάμεσο,
    το περίπου,
    Αυτό το μπορεί ίσως…,
    Αυτό….»
    (Αλβάρο ντε Κάμπος (Φ. Πεσσόα))

    -Αλβάρο ντε Κάμπος (Φ. Πεσσόα), «Διττανθρακικό νάτριο»

    «Ξαφνικά μια αγωνία…
    Αχ, τι αγωνία, τι ναυτία στομαχική στην ψυχή!
    Τι φίλους είχα!
    Πόσο άδειες απ’ όλα οι πολιτείες που έχω περπατήσει!
    Τι μεταφυσική κοπριά όλα μου τα λόγια!

    Μια αγωνία,
    μια απελπισία της επιδερμίδας της ψυχής
    μια εγκατάλειψη που κάνει τα χέρια να κρέμονται στο
    ηλιοβασίλεμα της προσπάθειας….
    Απαρνιέμαι.
    Απαρνιέμαι τα πάντα.
    Απαρνιέμαι πιότερο από τα πάντα.
    Απαρνιέμαι μια για πάντα τους Θεούς και την απάρνησή τους.

    Αλλά τι μου λείπει, τι νιώθω να μου λείπει στο στομάχι και
    στην κυκλοφορία του αίματος;
    Ποιο εκκωφαντικό κενό καταπονεί τον εγκέφαλό μου;

    Πρέπει να πάρω κάτι ή να αυτοκτονήσω;
    Όχι: θα υπάρξω. Εμπρός! Θα υπάρξω!
    Υ-πάρ-ξω…
    Υ- πάρ- ξω…

    Θεέ μου! Ποιος βουδισμός παγώνει το αίμα μου!
    Αρνούμαι με πόρτες ολάνοιχτες,
    μπροστά στο τοπίο όλα τα τοπία,
    χωρίς ελπίδα, ελεύθερα,
    χωρίς ειρμό,
    ατύχημα απ’ την ασυνέπεια της επιφάνειας των πραγμάτων,
    μονότονο αλλά μισοκοιμισμένο,
    και τι αεράκι όταν οι πόρτες και τα παράθυρα είναι
    ολάνοιχτα!
    Τι ευχάριστο το καλοκαίρι των άλλων!

    Δώστε μου να πιώ, γιατί δεν διψάω!»
    (Αλβάρο ντε Κάμπος, Η θαλασσινή ωδή και άλλα ποιήματα, ΕΞΑΝΤΑΣ)

    -Αργύρης Χιόνης, «ΑΓΩΝΙΑ»

    «Ήταν μια μαύρη κεφαλοδοσιά
    και τίποτ’ άλλο,
    ούτε καν το περίγραμμα του προσώπου,
    ένα κομμάτι νύχτας
    μέσα στο μεσημέρι
    το θαμπωτικό.
    Ήταν μια μαύρη κεφαλοδοσιά
    και πέρασε,
    γυρεύοντας να ντύσει
    ένα λυγμό.»
    (Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: