Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (135ο): «Η λίμνη»…

 

-«Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του»
(Δ. Σολωμός, Σχεδίασμα Γ’, «Πειρασμός»)

 

-«Έγινε λίμνη η μοναξιά
έγινε λίμνη η στέρηση
ανέγγιχτη κι αχάραχτη.»
(Γ. Σεφέρης)

 

-«Ξέρω δυο λίμνες ξωτικές, δύο λίμνες αδερφάδες
με του χωριού, με του νερού, με του χλωρού, τα κάλλη.
Για ονειροπλέκτες έρωτες και για τραγουδιστάδες.
Τη λίμνη τ ́ Αγγελόκαστρου του Βραχωριού την άλλη.»
(Κωστής Παλαμάς)

 

-«Οι λίμνες….Πρόσεξες ποτέ τις λίμνες; Δεν είναι σαν τις θάλασσες.
Οι θάλασσες μιλούν… Τραγουδούν.
Οι λίμνες ονειρεύονται !!!»
(Αλκυόνη Παπαδάκη)

 

-Έντγκαρ Άλαν Πόε, «Η λίμνη»
(Μετάφραση: Στέφανος Μπεκατώρος)

«Στην άνοιξη της νιότης μου ήτανε γραμμένο
Από του κόσμου όλα τα μέρη σ’ ένα να πηγαίνω
Που όλο και περισσότερο αγαπούσα –
Τόσο τη μοναξιά ποθούσα
Μιας άγριας λίμνης, που τριγύρω της ψηλά
Πεύκα είχε υψωμένα και βράχια μελανά.

Όμως όταν η Νύχτα με το πέπλο είχε σκεπάσει
Τον τόπο αυτό, κι όλη μαζί την πλάση,
Και ψιθυρίζοντας τη μελωδία της πέρα
Εδιάβαινε απόκρυφη η πνοή του αέρα –
Τότε – αχ! τότε έβγαινα απ’ τον ύπνο
Και στου τρόμου της λίμνης έπεφτα το λίκνο.

Όμως αυτός ο τρόμος δε γινόταν φόβος
Μα μια τρεμάμενη ευφροσύνη –
Ένα αίσθημα που μήτε οι θησαυροί του κόσμου
Θα μ’ έπειθαν ποτέ να ονοματίσω –
Μήτε η Αγάπη – ακόμη κι η δική σου.

Θάνατος ήταν στο φαρμακερό της κύμα,
Και στο βυθό της ταιριαστό ένα μνήμα
Παρηγοριά πια κείνος να γυρεύει
Ο που στα ινδάλματά του μέσα ρεύει –
Κι η μοναχή ψυχή του εκεί να δείχνει
Ένα Παράδεισο στη σκοτεινή λίμνη.»
(Πηγή: http://iliaskourakos.blogspot.gr/2012/02/blog-post_9267.html)

 

 

-Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, «Στης λίμνης το νησί»
«Θα σηκωθώ να φύγω τώρα, θα πάω στο Ινισφρί
Με λάσπη και καλάμια την καλύβα μου θα χτίσω,
Εννιά αυλακιές φασόλια ως και κυψέλς θα ‘χω κει
Και μόνος μου μες στη βουή των μελισσών θα ζήσω.
Κάποια γαλήνη θα ‘βρω εκεί, μια και η γαλήνη στάζει αργά
Από το πέπλο της αυγής ως τ’ άσματα των γρύλλων
Εκεί ‘ναι οι νύχτες φεγγερές, τα μεσημέρια είναι πυρά,
Και τα βραδάκια γέμουνε απ’ τα φτερά των σπίνων
Θα σηκωθώ να φύγω, γιατί με φως και σκοτεινιά
Ακούω της λίμνης το νερό να γλείφει την ακτή,
Κι ενώ στου δρόμου στέκομαι τη γκρίζα τη γωνιά,
Στα φύλλα της καρδιάς μου ηχεί της λίμνης η φωνή.»
(W. B. YEATS, «Μυθολογίες και οράματα», εκδ. Γαβριηλίδης)

 

-Α. ΛΑΜΑΡΤΙΝΟΣ «Η ΛΙΜΝΗ»
Μεταφραστής: Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Πάντα λοιπόν θα τρέχωμε προς άγνωστο ακρογιάλι,
θα καταποντιζώμεθα στου τάφου τη νυχτιά,
χωρίς ποτ’ εν’ απάνεμο μες στην ανεμοζάλη,
ουτ’ ένα καταφύγιο στη βαρυχειμωνιά!

Κύτταξε, λίμνη, κύτταξε! Δεν έκλεισ ένας χρόνος
πόπαιζε με το κύμα σου χαρούμενη, τρελλή,
και τώρα, τώρα ο δύστυχος, κάθομαι, λίμνη, μόνος
στην πέτρα εδ’ οπού πάντοτε μας έβλεπες μαζί.

Καθώς και τώρα εμούγκριζες και τότε αγριεμένη
κ’ εξέσχιζες τα στήθη σου στου βράχου τα πλευρά,
ανήσυχη επαράδερνες στην άκρη θυμωμένη
κ’ εράντιζες τα πόδια της με τον αφρό συχνά.

Θυμάσαι, λίμνη, μόνοι μας μια νύχτα εγώ κ’ εκείνη
ελάμνανε άφωνοι οι φτωχοί στα κρύα σου τα νερά,
τ’ αγέρι δεν ανάσαινε, είχες και συ γαλήνη,
στον ύπνο σου, δεν άκουες παρά τα δυό κουπιά.

Με μιας τραγούδι ουράνιο, πρωτάκουστο, δροσάτο
το γέρο τον αντίλαλο τριγύρω μας ξυπνά.
Έμειν’ ευθύς παράλυτο το κύμα σου το αφράτο,
και τέτοια λόγια ακούστηκαν, θυμάμαι, αρμονικά:

«Δίπλωσε, Χρόνε, δίπλωσε τ’ ακούραστα φτερά σου,
ώρες γλυκές, μην τρέχετε, σταθήτε μια στιγμή,
και συ μη φεύγεις, νύχτα μου, με την αστροφεγγιά σου,
τώρα που ζευγαρώσαμε ειν’ όμορφη η ζωή.

»Του κόσμου αυτού τα βάσανα, την ερημιά, τη φτώχεια,
θέλουν να φύγουν άμετροι• γι’ αυτούς γοργά-γοργά,
χρόνε μου, πέτα κι’ άφησε στου έρωτα τα βρόχια
τα δυό μας να χορτάσωμε τόσο γλυκεία σκλαβιά.

»Του κάκου. Οι ώρες φεύγουνε. Κανείς δε με προσμένει…
Κανείς δε μ’ ακουρμαίνεται… Η νύχτα είναι σκληρή…
Αχνίζουν τ’ άστρα, χάνονται… Κρυφά κρυφά προβαίνει,
τ’ άσπλαχνο γλυκοχάραμα… Λυπήσου μας, αυγή…

»Του κάκου. Όλα ξεγέλασμα είν’ όνειρα και πλάνη,
ζωή μας είν’ η αγάπη μας, και μοναχή χαρά,
ας μη ζητούμε ανύπαρκτο στον κόσμο άλλο λιμάνι,
του χρόνου η άγρια θάλασσα δεν έχει ακρογιαλιά.

»Χρόνε ζηλιάρη, δύστροπε! Πε μου, γιατί να σβηώνται,
σαν αστραπή να φεύγουνε οι ώρες της χαράς,
καθώς περνούν και φεύγουνε χωρίς να λησμονιώνται
κ’ οι μαύρες, κ’ οι ολόπικρες στιγμές της συμφοράς;

»Απ’ τη βαθειά την άβυσσον, όπου μας καταπίνει,
απ’ την αιωνιότητα, όπου μας πλημμυρεί,
τίποτε, Χρόνε, τίποτε στο φως δεν αναδίνει,
δεν ξεφυτρώνει τίποτε… όλα τα τρως εσύ.

»Λοιπόν, απ’ όσα εχάρηκα, δε θ’ απομείνη τρίμμα,
δεν θα ν’ αφήσω τίποτε σ’ αυτήν τη μαύρη γη!
Απ’ το γοργό μας πέρασμα δεν είναι τάχα κρίμα
να μη σωθή ένα πάτημα, ω Χρόνε αδικητή;»

Ω λίμνη, ω βράχοι μου άφωνοι, ω σεις σπηλιές και δάση,
που βλέπετε τον πόνο μου, μια χάρη σας ζητώ•
Εσείς, όπου δε σκιάζεσθέ κανείς να σας χαλάση,
ποτέ μη μας ξεχάσετε, στο μνήμ’ αν πάω κι’ εγώ.

Κι’ όταν σε δέρνη ο σίφουνας, κι όταν βαθειά κοιμάσαι,
ω λίμνη μου αφροστέφανη, να μη μας λησμονής,
εσ’ είδες την αγάπη μας, και μόνη εσύ θυμάσαι
πως άναφταν τα στήθη μας και θα μας συμπονής.

Θέλω τα πεύκα, τα έλατα, οι βράχοι, η ρεματιά σου,
τ’ αφρού σου το μουρμούρισμα, τ’ αντίλαλου η φωνή,
τα δροσερά σου σύγνεφα, τ’ αγέρι, η καταχνιά σου,
η βρύση, ο καλαμιώνας σου, το χόρτο, το πουλί,

Τ’ άστρο το ασημομέτωπο, η μυρωδιά που χύνει
το γαλανό το κύμα σου, ω λίμνη μου γλυκεία,
ό,τι στην πλάση έχει αίσθηση, πνοή, νοημοσύνη,
όλα να λένε: «Αγάπησαν τα μαύρα φλογερά!»
(Πηγή: http://homouniversalisgr.blogspot.gr/2013/03/blog-post_9643.html)

 

-Fernando Pessoa, [Κοιτάζω τη σιωπηλή λίμνη]

«Κοιτάζω τη σιωπηλή λίμνη
Που το νερό της η πνοή του αέρα ρυτιδώνει
Μη γνωρίζοντας αν τα επινοώ όλα εγώ
Ή εάν όλα ανίδεα είναι.

Η λίμνη τίποτα δε λέει. Τ’ αεράκι
Σαλεύει, μα δε με αγγίζει.
Δεν ξέρω αν είμαι ευτυχής
Ούτε αν επιθυμώ να είμαι.

Οι ρυτίδες τρεμουλιάζουν, χαμογελούν
Πάνω στα κοιμισμένα νερά.
Γιατί να έχω φτιάξει από όνειρα
Τη μόνη ζωή που έχω;»
(Fernando Pessoa, Ποιήματα, Printa, 2007)

 

 

-Τάσος Κουράκης, «Η λίμνη Βικτoρία»

«Δε θέλω να καταλαβαίνω
μου αρκεί η αγάπη της
και όσων ακόμη δεν
καταλαβαίνουν τον κόσμο σας

Η αναπηρία είναι δική σας
-οι άλλοι ρωτάνε και’σεις
απαντάτε με τον ίδιο
στερεότυπο τρόπο
αιώνες τώρα-

Οι μαϊμούδες χλευάζουν
οι Αυστραλοπίθηκοι της
λίμνης Βικτορίας θρηνούν
τα μελλούμενα πάθη τους,
αποκηρύσσουν τον εαυτό τους
από προγόνους σας

Δεν καταλαβαίνω γιαυτό
αδυνατώ να εννοήσω τον
κόσμο σας,
την αριθμητική σας, τη στατιστική,
τη λογική του μέσου όρου

Ζητώ μιαν άλλη αριθμητική όπου
να μπορούν να αθροίζονται τα
μήλα, οι βροχές, και το χαμόγελο
μιαν άλλη ανατομία που να
περιγράφει όχι μόνο τα χέρια αλλά
τα φτερά της ψυχής και τα
μάτια του ονείρου

Και μιαν οικονομία που να
υπολογίζει μαζί με τα ομόλογα
τα δάκρυα, το στεναγμό και την απόγνωση ,
όπου στα βιβλιάρια να προβλέπονται
όχι μόνο κωδικοί αναλήψεων αλλά
και κωδικοί καταθέσεων των δειλινών, των
Χριστουγέννων και των χτύπων της καρδιάς

Κι αν δε χωράω στον κοινό σας νου
αποκεφαλίστε με
μου αρκεί η αγάπη της
και όσων ακόμη δεν
καταλαβαίνουν τον κόσμο σας»
(Πηγή: http://kourakis.gr/)

 

-Ελένη Αλεξίου, «ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ»

«Λύσαμε το χειρόφρενο και πέσαμε στη λίμνη.

Το άλλο πρωί μας βρήκανε στο πίσω κάθισμα οι δύτες.

Μα πριν σωθούν οι έντιμοι σωσίες μας
αμνήμονες τάχα και απαθείς
διέψευσαν τον έρωτα
αρνήθηκαν ότι υπήρξαμε
και στρέψανε αλλού το βλέμμα
σαν να ’μασταν άγνωστοι
ή πεθαμένοι.

Μετά τη βροχή
βγήκαμε από τη λίμνη εμποτισμένοι
απάρνηση και χωριστά
επιστρέψαμε στην άνυδρη ζωή.»
(Ελένη Αλεξίου, Ποιήματα που γράψαμε μαζί, Μελάνι)

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (135ο): «Η λίμνη»…

  1. ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ (απόσπασμα)

    Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
    Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,
    Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
    Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
    Που ‘χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.

    ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

    ***

    Δάκρυ

    Μικρή λίμνη είσαι δάκρυ;
    Μικρή; Λίμνη; Είσαι;
    Κι αν όχι, τότε;
    Τι; Γιατί;
    Ναι, μικρή, λίμνη, ωκεανός, θάλασσα, δάκρυ
    είμαι. Εσύ.

    Χλόη Κουτσουμπέλη, Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004)

    ***

    Η λίμνη

    Είναι ένας θάνατος
    που ενεδρεύει στα φυλλώματα της ψυχής
    στις χαμηλόφωνες κουβέντες.
    Είναι ένας βαθύς κοφτερός θάνατος
    Γλιστρά ανάμεσα στα δάχτυλα σαν τη βροχή
    στις ζεστές παλάμες.
    Στις πιο μυστικές ραφές της στέρνας μου λιμνάζει
    ο θάνατος.

    Βασίλης Φαϊτάς, Από τη συλλογή Άποικοι της νύχτας (1966)

    ***

    Εν αγρυπνία XII

    Λίμνη κατάμαυρη, άνοχθη,
    Κι εγώ γλιστρώ
    απάνω σ’ άπατα νερά
    δίχως φλοίσβο. Καμιά σκιά.
    Μόνο βαριές ασθματικές ανάσες
    πίσω μου
    σαν κάποιοι να τραβούν
    όλο και γρηγορότερα κουπί.

    Στη φωνή μου αποκρίνεται
    μόνο η ηχώ της.

    Γιώργης Μανουσάκης
    από τη συλλογή Χώροι αναπνοής, 1988

    Ήτανε κάποτε μια λίμνη

    «Canto τῶν Ἑφτά Λιμνῶν» ή Canto XLIX

    Γιά τίς ἑφτά λίμνες, κι’ ὄχι ἀπό χέρι ἀνθρώπου τοῦτοι οἱ στίχοι:
    Βροχή· ἄδειο ποτάμι· ἕνα ταξίδι,
    φωτιά ἀπό μαργωμένο σύννεφο· χοντρή βροχή στό μούχρωμα
    κάτω ἀπό τῆς καλύβας τήν σκεπή εἴταν ἕνα φανάρι.
    Εἶναι βαρειά τά καλάμια· λυγισμένα·
    καί τά μπαμπού μιλοῦν θἄλεγες κλαῖνε.

    Φεγγάρι φθινοπωρινό· λόφοι γύρω σέ λίμνες
    πάνω στό λιόγερμα1
    Τό βράδι μοιάζει μιά κουρτίνα σύννεφα,
    θάμπωμα πάνω σέ σπηλιάδες· καί διακρίνεις
    ἀψηλούς τούς μυτερούς μίσχους τῆς κανέλας,
    ἕνας κρύος σκοπός μές στά καλάμια.

    Πίσω ἀπ’ τό λόφο τοῦ καλόγερου ἡ καμπάνα
    πού παίρνει ὁ ἄνεμος.
    Πανιά πέρασαν δῶθε τόν Ἀπρίλη· μπορεῖ νά ξαναρθοῦνε τόν Ὀχτώβρη
    Ἡ βάρκα χάνεται στ’ ἀσήμι· ἀργά·
    Ὁ ἥλιος καίει μονάχος στό ποτάμι.

    Ἐκεῖ πού τό κρασάτο φλάμπουρο σμίγει τό λιόγερμα
    Σπάνιες καμινάδες καπνίζουν στό παράλληλο φῶς.

    Ezra Pound – Canto XLIX [ ἀπόσπασμα ], ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

    ***

    ΤΟ ΝΗΣΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ

    Ω Θεέ, ω Αφροδίτη,
    Ω Ερμή, των κλεφτών προστάτη,
    δώστε μου μετά από χρόνια σαν θελήσω,
    σαν ικετεύσω,
    ένα μικρό καπνοπωλείο,
    με τα μικρά γυαλιστερά κουτιά του
    πάνω στα ράφια με τάξη στοιβαγμένα
    και τον χύμα αρωματικό καπνό
    και τον ψιλοκομμένο,
    και τον ξανθό καπνό απ’ τη Βιρτζίνια
    χύμα μέσα στις φωτεινές τις γυάλες,
    και μία πλάστιγγα
    όχι και τόσο λιγδιασμένη,
    και τις πουτάνες να περνούν για κουβεντούλα,
    έτσι για λίγη πάρλα, και να σουλουπώσουν
    λίγο τα μαλλιά τους.

    Ω Θεέ, Ω Αφροδίτη, Ω Ερμή, των κλεφτών προστάτη,
    χαρίστε μου ένα μικρό καπνοπωλείο,
    ή βάλτε με σε όποιο επάγγελμα και να ’ναι
    πέρα από τούτο το καταραμένο επάγγελμα
    του ποιητή
    όπου το μυαλό χρειάζεται να δουλεύει ασταμάτητα

    Έζρα Πάουντ (Ezra Pound) Μετ. Γιάννης Λειβαδάς

    Η λίμνη – Ελευθερία Αρβανιτάκη

    ULALuΜΕ, ΟΛΟΛύΜΗ (απόσπάσματα)

    Ήταν οι ουρανοί σταχτιοί και ζοφεροί
    Ήταν τα φύλλα ξεραμένα και στεγνά –
    Ήταν τα φύλλα μαραμένα και στεγνά
    Τη νύχτα εκείνη του μοναχικού Οκτώβρη
    Εκείνη την ατέλειωτη χρονιά.

    Ήταν σκληρή η ζωή στη λίμνη του Ύπερ
    Στις ομίχλες του διάμεσου Παράξ-
    Στην υγρασία της θαμπής της λίμνης του Ύπερ
    Στα στοιχειωμένα δάση του Παράξ.
    …………………………………………
    Δεν ξέραμε πως ήτανε Οκτώβρης,
    Δεν νιώσαμε τη νύχτα της χρονιάς-
    (Πιο νύχτα, αχ, από τις νύχτες όλες της χρονιάς!)
    Ούτε αναγνωρίσαμε τη λίμνη του Ύπερ
    (Αν κι εδώ κάτω κάποτε βρεθήκαμε ξανά)
    Δεν τη γνωρίσαμε τη λίμνη τη μουντή του Ύπερ
    Τα στοιχειωμένα δάση του Παράξ.
    ………………………………..
    Γνώρισα τώρα τη θαμπή τη λίμνη του Ύπερ
    Τη σκοτεινή διάμεση χώρα του Παράξ-:
    Γνώρισα τώρα τη μουντή τη λίμνη του Ύπερ,
    Τη στοιχειωμένη τούτη χώρα του Παράξ.»
    Edgar Allan Poe
    μετάφραση Μιλτιάδης Θαλασσινός (Μαύρος Γάτος)

    ***

    «ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ»
    2.

    ένα χρόνο μικρότερος. κάθε χρόνο ένα χρόνο μικρότερος. δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό, αλλά γίνεται. κι ο Χρόνος, άλλωστε, μικραίνει κάθε χρόνο, εκεί που έμοιαζε ατέλειωτος, τώρα μοιάζει ελάχιστος, μωρό παιδί. τα χρώματα όλο και πιο ίδια πια φαίνονται, όλο και πιο γνωστά. κι οι μυρωδιές, και τα νησιά, και τα βλέμματα. λίγα φαίνονται πια και του κάθε χρόνου τα γυρίσματα, το καλοκαίρι προπαντός, κι η άνοιξη. αλόγων τα ποδοβολητά προς αλλού τώρα πια πάνε, ίσως σε λίμνης παγωμένης την επιφάνεια έναν τελευταίο χορό να χορέψουνε, να ραγίσει η λίμνη σαν γυναίκα, να πάρει τ’ άλογα μέσα της. σαν παιδιά, σαν άντρες, σαν πνεύματα.

    ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ, «ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ»

    ***

    Η ΛΙΜΝΗ ΑΣΑΛ

    Ήξερε τη διαδρομή
    στη δική του περίπτωση
    αφετηρία ήταν η Νεκρά θάλασσα
    ή η λίμνη Ασάλ
    και προορισμός το τρίγωνο του Αφάρ
    από την απόσταση που έπρεπε να διανύει κάθε μέρα
    κρινόταν η επιβίωσή του
    ανάλογα με πόσους τόνους αλάτι θα μετέφερε
    τόσο περισσότερο θα παρατεινόταν
    η διάρκεια της ζωής του.

    Φανή Δ. Αθανασιάδου

    ***

    Ψυχρή και σκληρή (απόσπασμα)

    Ψυχρή είναι σήμερα η μέρα και σκληρή.
    Παγωμένα τα σύννεφα.
    Οι άνεμοι σέρνουν το κρύο.
    Παγωμένοι κι οι άνθρωποι.
    Τα βήματα ηχούν σαν μέταλλο
    πάνω σε χάλκινες πλάκες,
    και τα μάτια ατενίζουν
    λίμνες λευκές.

    Franz Kafka, μετάφραση: Νίκος Βουτυρόπουλος

    ***

    Κι όλα μαζί, σ’ ένα όρθιο ποτάμι
    που ανέβαινε και χύνονταν
    επάνω στον γαλάζιο ουρανό,
    σε δυό οροπέδια,
    που αχτιδίζαν δυό διάφανες λίμνες:
    τα μάτια σου.

    ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ

    Λίμνη Ονείρων – Θ. Μικρούτσικος

    «Το χαϊκού του βατράχου»
    παλιά λίμνη
    ένας βάτραχος μέσα πηδά
    ήχος νερού

    Ματσούο Μπασό, μετάφραση Γιώργου Σεφέρη.

    *

    Στην αρχαία λίμνη
    πέφτει στριφογυρώντας ενα φύλλο
    χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο

    Ματσούο Μπασό

    *

    Α’
    Στάξε στη λίμνη
    μόνο μια στάλα κρασί
    και σβήνει ο ήλιος.
    Γεώργιος Σεφέρης, Χαϊκού

    *

    Λίμνη – καθρέφτης.
    ξάφνου μια καταιγίδα
    την αυλακώνει.
    Το άλογό μου ποδοβολάει πάνω στους αγρούς
    Ω χο χο!
    Είμαι μέρος του τοπίου!
    (χαϊκού)

  2. Ciao Aggeliki!… Καλή Κυριακή!!!

    -Γιάννης Ρίτσος, «ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΡΚΟ»

    «Στη μικρή λίμνη τα χρυσόψαρα κι ένας κύκνος.
    Στο παγκάκι η Περσεφόνη σταυροπόδι. Τα γόνατά της
    λάμπουν ωραία. Όμως , προπάντων, αυτός ο κύκνος
    ακριβώς ήταν το επιχείρημα σου
    να συνεχίσεις να γράφεις μετά θάνατον.»
    (Πηγή: Δέκα άγνωστα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου)

    -Θανάσης Μαρκόπουλος, «Στη λίμνη του Πολύφυτου»

    Στη λίμνη του Πολύφυτου
    εκεί που τώρα κάνει στάση
    σιωπηλός μηχανοδηγός ο Αλιάκμονας
    τα ψαράκια
    αν και φτηνά
    δε χωνεύουν με τίποτα
    παρά την καλή παρέα και την πλήρη εξάρθρωση
    των φρυγμένων ιστών
    Τεμαχισμένα
    μυρίζοντας ρακί και Σαββατόβραδο
    διέρχονται το στενό του λάρυγγα
    σαν ένας λυγμός επαναληπτικός
    και ξαναβρίσκοντας το διαμελισμένο τους σώμα
    στο ενυδρείο του στομαχιού
    με μια απορία στο βλέμμα που γίνεται λύπη
    με μια λύπη που γίνεται δάκρυ
    στέκουν σαν χαμένα πίσω απ’ το γυαλί
    τα παιδικά μου χρόνια
    τα θαμμένα καλοκαίρι του ’73 στον πυθμένα
    της λίμνης του Πολύφυτου
    (ΜΟΝΤΕΛΟ ΣΩΜΑΤΟΣ, 1988)

    -«Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ», ΝΙΚΗ ΤΑΓΚΑΛΟΥ

    «Σε μια λίμνη πήγα
    δεν είχε τίποτα μέσα της,
    δεν σάλευε ζωή, βλάστηση.
    Είπα να ξεπλύνω ότι είχα μέσα μου,
    να χαρίσω αμαρτίες και απωθημένα.
    Κοίταξα στον βυθό, λύπες κείτονταν νεκρές.
    Έβρεξα τα μαλλιά μου και ένιωσα να ελαφραίνω.
    Όσο πιο μέσα έμπαινα ένιωθα μια ευφορία
    και το νερό γύρω μου άλλαζε χρώμα.
    Έδωσα το όνομα μου σε ένα κύμα και το πήρε μαζί του,
    ύστερα το χαμόγελό μου.
    Ήξερα που βρισκόμουν.
    Άρχισε να νυχτώνει.
    Το φεγγάρι έπεσε στην λίμνη
    και εγώ ..
    του έδωσα και το τελευταίο μου χαμόγελο.
    Παραδόθηκα στη λίμνη των ψυχών
    και εκεί δεν ένιωθα μόνη.
    Τόσες ψυχές χόρευαν γύρω μου,
    έκλεισα τα μάτια μου.. και κοιμήθηκα μαζί τους.
    Τίποτα πια δεν ήταν άσχημο.
    Και ότι ο Θεός μου χάρισε σε εκείνον το επέστρεψα»

    (Πηγή: http://poihsh-logotexnia.blogspot.gr/2013/10/blog-post_1062.html)

    -Γιωσέφ Ελιγιά, [Στη λίμνη των Ιωαννίνων]

    «Ώ λίμνη, στα γλαυκά σου τα νερά
    Πόσα όνειρα παιδιάτικα λουσμένα
    -Αχ πώς ροδογελούν τα Περασμένα
    Στης μνήμης τα γιγάντια τα φτερά.
    Απ’ το γαλάζιο κόσμο σου, η Χαρά
    Η παιδική χαρά μου ξεπροβάλλει
    Σεμνή, με τα σεμνά τ
    ρελλά της κάλλη
    Με δύο ματάκια αθώα κι’ αστραφτερά.
    Αχ πλάι σου, τα παλιά ζωντανεμένα
    Ροδόπλαστα, φωτοπερεχυμένα
    Στον πόνο μου βοτάνι μαγικό
    Μα όταν γροικώ τα περασμένα
    Πώς νοιώθω να δακρύζη ώ Λίμνη, ωιμένα,
    Της φαντασίας το βλέμμα εκστατικό!»

    (Πηγή: https://egiannina.wordpress.com/)

  3. Σε λιμνάζοντα ύδατα ποίησης κι εγώ, ιδού λοιπόν:

    *

    …Σα μια σκιά χιμαιρική στης λίμνης τον καθρέφτη,
    σαν ό,τι μένει μακρινό πολύ, χαμένο, ωραίο,
    σαν τον καπνό, που πάει ψηλά, σαν τη δροσιά που πέφτει,
    ω! σ’ αγαπώ σαν καθετί που σβήνεται μοιραίο.

    ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

    ***

    Η ΛΙΜΝΗ ΤΟΥ ΑΝΕΣΥ

    Δεν ξέρω γιατί η θύμησή μου σ’ έχει συνδέσει
    με την λίμνη του Ανεσύ
    που επισκέφτηκα κάμποσα χρόνια πριν απ’ τον θάνατό σου.
    Tότε δεν σε θυμήθηκα, ήμουν νέος
    και κύριος, πίστευα, της μοίρας μου.

    Πώς γίνεται και ξεπετιέται μια ανάμνηση
    τόσο βαθιά θαμμένη δεν το ξέρω· κι εσύ η ίδια
    μ’ έχεις σίγουρα θάψει μες στην λήθη χωρίς να το ξέρεις.
    Τώρα ορθώνεσαι και πάλι ζωντανή μα δεν υπάρχεις.

    Μπορούσα να ρωτήσω τότε για το οικοτροφείο σου,
    να δω να βγαίνουν τα κορίτσια στην γραμμή
    να βρω μια σκέψη σου από την εποχή που ήσουν
    ζωντανή και δεν το σκέφτηκα. Τώρα που είναι άσκοπο
    μου αρκεί η φωτογραφία της λίμνης.

    Eugenio Montale, μτφρ. Νίκος Αλιφέρης, εκδόσεις Άγρα.

    ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ- ΤΡΙΟ ΜΠΕΛ ΚΑΝΤΟ

    …Πληγωμένο,
    διαβρωμένο απ’ το κρύο
    σχεδόν ετοιμόρροπο,
    στέκεται ακόμα στα πόδια του
    ζούμε μέσα του,
    μαζί με όσα μας συνέχουν
    πότε επηρμένοι κι αφελείς,
    πάντως ματαιόδοξοι,
    είμαστε όλοι εμείς
    το μισοτελειωμένο ποίημα ενός αγνώστου
    που μας ονειρεύτηκε στην άκρη μιας λίμνης…

    Γιώργος Βέης, ΜΑΣ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ, απόσπασμα

    ***

    ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΥΠΟΓΕΙΕΣ ΛΙΜΝΕΣ, υπόγειοι ποταμοί
    που τίποτε δεν αντικαθρεφτίζουν (αστέρια ή φεγγάρια)
    ούτε και κατοικούνται ή διαπλέονται από τίποτε
    (ψάρια ή σκάφη). Υπάρχουνε, απλώς, κάτω
    απ’ τα πόδια μας. Κάποτε κάποτε, τροφοδοτούν
    κάποιο πηγάδι, κάποια πηγή, δροσίζουνε τα σπλάχνα
    και το μέτωπό μας. Τόσο ταπεινά, τόσο αθόρυβα
    βγαίνουν στην επιφάνεια αυτές οι υπόγειες δυνάμεις.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ – ποίημα από τη συλλογή Στο Υπόγειο, εκδόσεις Νεφέλη 2004

    ***

    ΟΙ ΑΓΡΙΟΙ ΚΥΚΝΟΙ

    Τα δέντρα το φθινόπωρο είναι ωραία,
    τα μονοπάτια είναι ξερά.
    Τον ουρανό στου Οκτώβρη το λυκόφως
    αντιφεγγίζουν τα νερά·
    στη λίμνη τη γεμάτη μες τις πέτρες
    πενήντα κύκνοι είναι κι εννιά.

    Το δέκατο ένατο φθινόπωρο ήρθε
    στα μέρη ετούτα τα ίδια·
    πριν τους μετρήσω, στα φτερά τους βλέπω
    να υψώνονται όλοι αιφνίδια
    με βοή, και να σκορπίζουν σε μεγάλα
    σπασμένα δαχτυλίδια.

    Είναι η καρδιά μου πικραμένη, αφού είδα
    τα πλάσματα τα λαμπερά.
    Όλα απ’ τη δύση αλλάξανε, που ακούοντας
    στην όχθη αυτή πρώτη φορά
    ψηλά τον χτύπο των φτερών τους, γίναν
    τα βήματά μου μου πιο ελαφρά.

    Ανέμελα ζευγάρια ακόμα πλέκουν
    μαζί στο παγωμένο ρέμα
    ή ανέρχονται στον αέρα, στην καρδιά τους
    δεν πάγωσεν ακόμη το αίμα,
    γιατί το πάθος κι η αρπαγή, όπου πάνε
    καρφώνουν πάνω τους το βλέμμα.

    Αλλά στ’ ακίνητο νερό κυλάνε,
    μυστήριο τώρα κι ομορφιά·
    πλάι σε ποια λίμνη ή κρήνη, σε ποια βούρλα
    θα χτίσουν μέσα τη φωλιά
    και θα τους καμαρώσουν σαν ξυπνήσω
    και δω πως πέταξαν μακριά;

    WILLIAM BUTLER YEATS, Mετάφραση Γιώργος Βαρθαλίτης.

  4. Πόσο καιρό είχα να διαβάσω Λαμαρτίνο;..
    Ξεχώρισα όμως ιδιαιτέρως αυτό εδώ:
    «Οι λίμνες….Πρόσεξες ποτέ τις λίμνες;
    Δεν είναι σαν τις θάλασσες.
    Οι θάλασσες μιλούν… Τραγουδούν.
    Οι λίμνες ονειρεύονται !!!»
    Η Αλκυόνη Παπαδάκη είναι μια από τις δυο αγαπημένες μου Ελληνίδες συγγραφείς.. Η άλλη είναι η Βαμβουνάκη. Καλή εβδομάδα φίλοι μου 🙂

  5. Να ‘σαι καλά, Petra μου!..Καλή εβδομάδα κι ευχαριστούμε πολύ!!!

    *Νίκος Παπάζογλου: [Μέσα στις λίμνες των ματιών μου]

    Μέσα στις λίμνες των ματιών μου
    σαν των Ιωαννίνων δυο
    φάντασμα η κυρά Φροσύνη
    να πνίγεται κι εγώ να ζω
    φάντασμα η κυρά Φροσύνη
    να πνίγεται κι εγώ να ζω

    Μάτια μου μάτια μου
    λιμνοθάλασσες καθρέφτες
    να περνάς, να κοιτάς
    και να βλέπεις ποιοι είν’ οι φταίχτες
    μάτια μου μάτια μου
    λιμνοθάλασσες καθρέφτες
    να περνάς να κοιτάς
    και να βλέπεις ποιοι είν’ οι φταίχτες

    Στις θάλασσες των ομματιών μου
    σαν του Ευξείνου Πόντου δυο
    πέσε να δροσιστείς μωρό μου
    και μη φοβάσαι εγώ είμ’ εδώ
    πέσε να δροσιστείς μωρό μου
    και μη φοβάσαι εγώ είμ’ εδώ

    Μάτια μου μάτια μου
    λιμνοθάλασσες καημένες
    να βουτάν’ οι καρδιές
    και να βγαίνουν στεγνωμένες
    Μάτια μου μάτια μου
    λιμνοθάλασσες καημένες
    να βουτάν’ οι καρδιές
    και να βγαίνουν στεγνωμένες

  6. Καλησπέρα, Αγγελική, καλή εβδομάδα!… Grazie mille!!!

    -Κωστής Παλαμάς, «Η λίμνη του Μεσολογγίου»
    (απόσπασμα)

    ‘Σα’ σε βλέπω πάντα να ‘σαι
    Δίχως κύμ’ αγριωπό,
    Να γελάς και να κοιμάσαι,
    Λίμνη, σ’ αγαπώ.

    Με το γλήγορο πρυάρι,
    Νύχτα, δειλινό, πρωί,
    Μέσ’ ‘ς τη γαλανή σου χάρι
    Νοιώθω μόνο τη ζωή.

    Μέσ’ ‘ς το ζωντανό σου αγέρι
    Πώχει αρμύρας ευωδιά
    Νοιώθω μόνο ‘σαν ξεφτέρι
    Μέσ’ ‘ς τα στήθια την καρδιά.

    Πριν βραδυάσ’ είμ’ εδώ πέρα,
    Είμαι, ο ήλιος πριν να βγη,
    «Έχε ‘γειά» να ‘πω ‘ς τη ‘μέρα,
    «Καλώς ήρθες» ‘ς την αυγή.

    Τι χαρά, τι καλωσύνη,
    Όταν η αυγή χυθή,
    Όταν η ήμερα σβύνη,
    Όταν η νυχτιά απλωθή’

    Όταν το βαρύ σταλίκι
    Μέσ’ ‘ς τα χέρια μου κρατώ,
    Κι’ απ’ τα ρήχη κι’ απ’ τα φύκη
    Περνώ σπρώχνοντας μ’ αυτό,

    Κ’ έναν ήχο εκείνο βγάνη,
    Ένα γέλοιο απ’ τα νερά,
    Που φλογέρα δεν το φτάνει
    Και πουλί δεν το περά.

    Μοναχά για σένα έχω
    Προκοπή θαλασσινή,
    Ούτε θέλω αλλού να τρέχω
    Με βαρκούλα, με πανί.

    Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
    Ντροπαλή ‘ς τα ντροπαλά,
    Όσω φεύγει και τρομάζει
    Τα πελάγη τα τρελλά.

    Δίνει λύπες και φαρμάκια,
    Κ’ είν’ η θάλασσα κακιά,
    Συ ποτέ δεν έχεις κάκια
    Κ’ είσαι πάντοτε γλυκειά.

    Σα’ σε βλέπω πάντα να ‘σαι
    Δίχως κύμ’ αγριωπό,
    Να γελάς και να κοιμάσαι,
    Λίμνη, σ’ αγαπώ!

    Σ’ αγαπώ γιατί αφίνει
    Η θωριά σου μέσ’ ‘ς το νου
    Του δικαίου τη γαλήνη
    Και τη λάμψι τ’ ουρανού.

    Γιατί βλέπω τους ‘δικούς μου
    Μέσα εις σε κυματισμούς,
    Και τους πλέον τρυφερούς μου
    Ψιθυρίζεις στοχασμούς.

    (από: Κωστή Παλαμά Άπαντα, Τόμος 1)

    -Φ. Γκ. Λόρκα, «Λίμνες»

    «Κυπαρίσσια.
    (Νερό λιμνιασμένο)

    Λεύκα.
    (Νερό γάργαρο.)

    «Λυγαριά.
    (Νερό βαθύ.)

    Καρδιά.
    (Νερό από δάκρυ.)

    -Φ. Γκ. Λόρκα, «Λιμνούλα»

    Κοιτάχτηκα στα μάτια σου
    Κι είχα στο νου μου την ψυχή σου.

    Λευκή ροδοδάφνη.

    Κοιτάχτηκα στα μάτια σου
    Και στο νου μου είχα τα χείλη σου.

    Κόκκινη ροδοδάφνη.

    Κοιτάχτηκα στα μάτια σου.
    Αλλά ήσουνα νεκρή!

    Μαύρη ροδοδάφνη.»

    (Φ. Γκ. Λόρκα, Ποιητικά άπαντα, τ. Α’)

  7. ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ

    Να είναι το μπουκάλι με το μήνυμα
    κι αυτό πιασμένο στα δίχτυα
    που είναι στημένα για τους ελέφαντες,
    τις φώκιες
    και τ’ άλλα τέρατα της θάλασσας;

    Να ‘ναι απλά μια αντανάκλαση
    του προηγούμενου χρόνου
    που από ψηλά χαζεύει το είδωλό του
    στα ακίνητα νερά;

    Ή πάλι να ‘ναι ένα λευκό μαργαριτάρι
    -προτού το βγάλουν και το φτιάξουνε
    κολιέ!-
    που ακόμα κρύβεται μες το κλειστό
    κοχύλι;

    Υ.Γ. Ό,τι και να ‘ναι τάραξε πάλι
    τα λιμνάζοντα νερά.

    ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ, 1999

  8. Grazie mille, Aggeliki!… Πολύ καλό!… Καλό Σαββατοκύριακο!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: