Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (134ο): «Η ελιά»

 

-«…Δεν φανταζόμουνα έτσι τη θλίψη
και το θάνατο
έφυγα και ξαναγύρισα στη θάλασσα.
Τη νύχτα πάνω στην κουβέρτα
του Άη Νικόλα ονειρεύτηκα
μια παμπάλαια ελιά να δακρύζει….»
(Γιώργος Σεφέρης)

 

-«…Ποιος θα σταθεί
στον ίσκιο της ελιάς,
παρέα με το τζιτζίκι
μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ο ασβέστης
του μεσημεριού
βάφει τη μάντρα
ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα
αντρίκια ονόματά τους;…»
(Γιάννης Ρίτσος)

 
-«…Κλάδον ελαίας προσκομίζει μια νεράιδα.
Κρατά στα δόντια της ένα δαχτυλίδι
Τα δάχτυλά της έχουν ευγλωττία
Το μήνυμά της έρχεται από μακριά…»
(Ανδρέας Εμπειρίκος)

 

 

-«Γυρνώντας απ’ τη θάλασσα με τη μάνα μου
καθόμαστε να ξαποστάσουμε κάτω απ’ την ίδια
πάντα ελιά. Μου διηγόταν τότε την ιστορία του
μέρμηγκα και του τζίτζικα, πρώτα μαθήματα
εγκράτειας, σωφροσύνης, μα πάνω απ’ το κεφάλι
μας ξεφώνιζε ο ποιητής με πάθος στο λιοπύρι.
Ε, μάνα για ποιο χειμώνα μου μιλάς,
τι δυστυχίες, τι πάγος, και ποια πείνα.
Τούτο είναι το θαύμα εδώ, αρχίζει με την κάψα
τελειώνει μόλις στα σκούρα μπει η μέρα
τα σπόρια ζώνονται από παντού,
τα βρίσκει το μερμήγκι,
ενώ ο γκρίζος ασυλλόγιστος
βουβαίνεται, παγώνει.
Αχ, μάνα μου κακότυχη, που γέννησες
μια τζίτζικα, δεν ξέρει να μαζώνει!»
(Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ)

 

 

-Κάλβος Ανδρέας, «Εις ελαίαν»
Α
«Σύμβολον της ειρήνης
χαίρ’ ευσχήμων ελαία!
Υπόθεσις της λύρας μου
να γίνεις, με αναγκάζει
η ευγνωμοσύνη.

Β
Πλουμισμένην σε βλέπω
χρυσοκάρπιμον δένδρον.
οι κλάδοι σου ξανθίζουσι
και τ’ άσπρα σου άνθη πίπτοντα
την γην στολίζουν.

Γ
Κερκυραίων είσαι πλούτος,
κι αν του καιρού η μανία
βάρβαρα συγχωρεί
τον εξολοθρευμόν σου
σ’ εσέ ’γω ελπίζω.

Δ
Η θεά της σοφίας
εις τους ανθρώπους χάρισμα
έδωσ’ εσέ, κι η Έρις
Θεών των αθανάτων
διά σου διελύθη.

Ε
Καλλιστέφανον σ’ έκραξαν
οι αθληταί εις τα Ολύμπια
ότι εκ σου στέφανα έπλεκον
κι ο νικητής τα εφόρει
Νίκης σημείον.

ΣΤ
Αι δε ρωμαίαι παρθένοι
ξανθοπλόκαμοι κόραι
με αειθαλείς τους βλαστούς σου
αντί ρόδων εκόσμουν
τους νεονύμφους.

Ζ
Ουράνιον ξύλον πάντοτε
σ’ ενόμισαν οι αρχαίοι.
Ο γεωργός τιμάς
και δώρα προσαπόκτιζε
δι’ εσέ πρεπόντως.

Η
Τώρ’ οι εμμανείς κι ανόητοι
τους βλαστούς σου που η φύσις
κι ο ιδρώς του εργάτου ανέθρεψε
της φλογός εις θυσίαν
άσπλαχνα κόπτουν.*

Θ
Ω προνόμιον μωρίας!
Α δυστυχείς κι ασύνετοι!
θέλει φθάσει καιρός
που οι στεναγμοί σας μάταιοι
θέλει απομείνουν.

Ι
Συ δ’ ευτύχει, ω ελαία!
Αφθόνως τους καρπούς σου
δίδε πάντα εις ημάς
και ’γω ευγνωμόνως πάλιν
θέλει σε υμνήσω.»

(Ανδρέα Κάλβου «Ωδαί», Εκδόσεις Πέλλα)

 

 
-Κωστής Παλαμάς, «Η ελιά»

«Είμαι του ήλιου η θυγατέρα
Η πιο απ’ όλες χαϊδευτή
Χρόνια η αγάπη του πατέρα
Σ΄ αυτό τον κόσμο με κρατεί
Όσο να πέσω νεκρωμένη
Αυτόν το μάτι μου ζητεί.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη
Όπου και αν λάχει κατοικία
Δε μ’ απολείπουν οι καρποί.
Ως τα βαθιά μου γηρατειά,
Δεν βρίσκω στην δουλειά ντροπή.
Μ’ έχει ο θεός ευλογημένη,
Και είμαι γεμάτη προκοπή.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.
Εδώ στον ίσκιο μου μ’ αποκάτω
Ήρθ’ ο Χριστός να αναπαυθεί
Κι ακούστηκ’ η γλυκιά λαλιά του
Λίγο προτού να σταυρωθεί.
Το δάκρυ του, δροσιά αγιασμένη,
Έχει’ ς τη ρίζα μου χυθεί.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.
Και φως πράστατο χαρίζω
Εγώ στην άγρια τη νύχτα.
Τον πλούτο πα δεν τον φωτίζω,
Συ μ’ ευλογείς φτωχολογιά.
Κι αν απ’ τον άνθρωπο διωγμένη,
Με φέγγω μπρος στην Παναγιά.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.»

( Kωστής Παλαμάς, Άπαντα, A΄)

 

 
-Μπούμη – Παπά Ρίτα, «Η ελιά»
«Από τη μοίρα κληρονόμησα ένα μικρό αγρό
που τον καλλιεργώ σαν έχω ελεύθερα χέρια
τις νύχτες και τις σκόλες και τις κυριακές.
Μ’ αρέσει
να εξουσιάζω τις βαθειές του ρίζες
να προσκαλώ την ήσυχη βροχή
σαν μια ευαίσθητη θλιμμένη φίλη
να κουβεντιάζω με τα λίγα δέντρα
τα γλυκά δάκρυα να συνάζω της συκιάς.
Μ΄αρέσει
να περιμένω το σκεφτικό φθινόπωρο
να ιδώ τι μου ’δωσε η χρονιά
το σκάρτο απ’ το καλό να ξεχωρίσω
και να ζυγίσω τους καρπούς στα χέρια μου.
Όσα έχω φυτέψει τ’ αγαπώ
μα υπολογίζω στην ελιά προπάντων.
Όχι γιατί μαζί ασκητεύουμε
και μοιάζομε σαν νἄμαστε δίδυμες αδερφές,
αλλά γιατί απ’ τον πικρό καρπό της
αν έχω υπομονή (όπως και έχω)
βάλσαμο θα μου δώσει για όλες τις πληγές μου
και για το λύχνο μου τον ολονύχτιο φως.»

(«Λαμπρό φθινόπωρο»/«Ανθοφορία στην έρημο»/«Η μαγική φλογέρα», εκδ. Καρανάσης)

 

 
-Σικελιανός Άγγελος, «Το Διάβα του Ελαιώνα»

«Στον Ιόνιο διάπλατο γιαλό διαβήκαμε, περνώντας
τον ελαιώνα, αγαπητό της Αθηνάς και πλήθια
σε ίσκιους βαθύ, σαν πέλαγο, και αχό με τους ανέμους.
Και ταξιδέψαμε το νου και το κορμί στους ίσκιους,
ανάμεσ’ από λούλουδα κι από ευωδιές, καθένας
στην αρμονία σα σε ραβδί αγριλίδας ζυγιασμένος.
Κι οι σαύρες, φωτοπράσινες, που δίπλα από τη ρίζαν
εκοίταγαν ασάλευτες στον ήλιο, και τα φίδια,
σα γητεμένα όλα βαθιά της αρμονίας μας ήταν,
και το ραβδί μου, ως πιστικού, το φίδι να πατήσει
δε σηκωνόνταν, στο μακρύ του κάμπου μονοπάτι,
μα ως σε κλαδί λογίζομουν να τυλιχτεί πως θα ’ρτει…

Κι η Γλαύκη πρώτη τη σιωπήν έκοψε, πρώτη, ως όταν
κόβεις ψωμί κριθάρινο, στη μέση, απά στο γόνα,
και η ευωδιά του ξεχειλάει αγγίζοντας τη φρένα.
Τέτοια και η Γλαύκη εμίλησε, που ’χε γλυκά ευωδιάσει
με λιόφυλλο το στόμα της κι ελούστη με τα φύλλα
και τον ανθό της λυγαριάς στα χέρια και στα χείλια… «

( «Λυρικός Βίος Α΄», Εκδόσεις «Ίκαρος», Αθήνα 1965)

 

 
-Φωκάς Νίκος, «Ελιές και δρόμοι»

«Ένας άνεμος πελαγίσιος στην πλώρη.
Κι αίφνης γεμίζεις αφορμή
για κείνο που ’ναι αιωνιότητα.
Όλα είναι εκεί,
οι ελιές, οι δρόμοι.
κι αν απέχει κάτι ακόμα απ’ αυτά
είναι οι γέροι θαλασσινοί που πεθάναν.
Μόλις απέχουν οι γέροι νεκροί θαλασσινοί.
Οι ελιές, οι δρόμοι, οι φωνές
ζουν ακόμα. κι ό,τι σε δημιούργησε.
Καλοκαίρι, κάτω απ’ τ’ άστρα:
η αιωνιότητα.
Κάποια απ’ τα φυσικά της
τα πήρανε οι χρυσόμυγες
βουίζοντας γύρω απ’ τη συκιά.
άλλα τα πήρε ο γκιώνης που αρχίζει
το παντοτινό τραγούδι
βραδιάζοντας.

Η αιωνιότητα, που δεν αφήνει
ούτε σε μένα εκλογή.»

(«Ελιές και δρόμοι», Δύο φορές το όνειρο, Ποιητικές Συλλογές 1954-2000, εκδ. «ύψιλον»,)

 

 

-Δροσίνης Γεώργιος, «Της ελιάς ο ίσκιος»

«Σε κάμα ή σε βροχή καλοδεχούμενοι
θα ’ναι για μας των δένδρων όλων οι ίσκιοι.
Μα στης ελιάς τον ίσκιο κάτι ξέχωρο
και το κορμί μας κι η ψυχή μας βρίσκει.

Σαν της φτελιάς δε θα ’ναι μεγαλόπρεπος
σαν της φτελιάς ανάλαφρος δε θα ’ναι,
σε κούφιο πλάτανο δε θα φωλιάζουμε
κι ευωδιές πεύκων δε θα μας μεθάνε.

Απ’ τη φριχτή τη νύχτα που ξαγρύπνησες
στον πόνο του Θεάνθρωπου, η θωριά σου
χλώμιασε, ελιά, και το κορμί σου ασκήτευσε
τυλιγμένο στις δίπλες ενός ράσου.

Κι απ’ τη μέρα που ταπεινά προσκύνησες
στο στερνό της διάβα τη θεία Γεννήτρα
στους αιώνες των αιώνων απόμεινες
με τους κλώνους γερμένους ‒ προσκυνήτρα.

Στην τόση πίστη σου άξια χάρη δόθηκε:
Μες στο βαθύ της αμαρτίας σκοτάδι
του λυτρωμού το μόνο φως παρήγορο
να καίει, ελιά, με το δικό σου λάδι.

Κι εμείς σκυφτοί, γονατιστοί στον ίσκιο σου
‒ μικρού παρεκκλησιού σκεπή αγιασμένη ‒
θα νιώθουμε απ’ τους κλώνους σου, απ’ τα χέρια σου
τη θεϊκή ευλογία να κατεβαίνει.»

(Πηγή: http://docs.google.com)

 
-Βρεττάκος Νικηφόρος, «Η Λιομαζώχτρα»

«Με τη σκάλα στον ώμο, ανάμεσα στις ελιές, επέρασε
το φάντασμά της. Ήταν η μάνα μου, τη γνώρισα
απ’ το τσεμπέρι της που σάλευε λυμένο, από τα χέρια
κι από τη δέσμη του φωτός που απόπνεε το χαμόγελό της.
Η ώρα, το χώμα, ο γνώριμος κυματισμός του εδάφους
ταίριαζαν με την παρουσία της. Τη φώναξα χωρίς
αμφιβολία καμιά. εκείνη με χαιρέτησε
μ’ ένα νόημα αέρινο. Πάτησε έπειτα στα νύχια,
πήρε ν’ ανυψώνεται. Διάσχιζε τον αέρα
προς τον ουρανό, όπως ήταν, με τη σκάλα της.

(Κάθε τέτοια εποχή, απλώνει τα λιοπάνια της
και τα ξαναμαζεύει. Έρχεται και βοηθάει τη γη.)»

(Νικηφόρου Βρεττάκου «Τα Ποιήματα», ποιητική συλλογή «Το Απογευματινό Ηλιοτρόπιο»

 

 
-Λόρκα Φεντερίκο Γκαρθία, «Τοπίο»

«Ο κάμπος
με τα λιόδεντρα
ανοίγει και κλείνει
σαν βεντάγια.
Πάνω στον ελαιώνα
είναι ουρανός βαθύς
και μια σκούρα βροχή
από κρύα αστέρια.
Καλαμιές και σκιά τρέμουν
στου ποταμού την όχθη.
Ο γκρίζος αέρας κυματίζει.
Τα λιόδεντρα
φορτωμένα από κραυγές.
Ένα σμάρι
αιχμάλωτα πουλιά
που κουνάνε τις μακριές
μακριές ουρές τους στη σκιά.»

(Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, Ο.Ε.Δ.Β.)

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (134ο): «Η ελιά»

  1. Λάτρεψα το «Τοπίο» 🙂 Ο Λόρκα πάντα είχε το χάρισμα να φτιάχνει εικόνες, μέσα από τα θεατρικά, τα ποιήματα, τα έργα του.. Καλή Κυριακή Γιάννη και να είσαι καλά 🙂

  2. Η ελιά στον Ελύτη:

    1. «Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις»

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    ***

    2. Ε, σεις στεριές και θάλασσες, τ’ αμπέλια κι οι χρυσές ελιές,
    ακούστε τα χαμπέρια μου μέσα στα μεσημέρια μου.
    Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ,
    μόνον ετούτον αγαπώ.

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ («Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας», Εκδόσεις «Ίκαρος», Αθήνα 1971)

    ***

    3.
    …«Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι
    για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε
    Και πολλά τα λιόδεντρα
    που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
    κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου
    και πολλά τα τζιτζίκια
    που να μην τα νιώθεις
    όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
    αλλά λίγο το νερό…

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, Γένεσις

    ***

    4. Έζησα τ’ όνομα το αγαπημένο
    στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
    στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.
    Χάραξα τ’ όνομα το αγαπημένο
    στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
    στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.

    Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος

    ***

    5. Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,
    χειμώνα ελάχιστε,
    η ζωή καταβάλλει τον οβολό
    του φύλλου της ελιάς
    και στη νύχτα μέσα των αφρόνων
    μ’ ένα μικρό τριζόνι
    κατακυρώνει πάλι το νόμιμο
    του Ανέλπιστου.

    Οδυσσέας Ελύτης, Λακωνικόν

    ***

    6. ΙΔΟΥ εγώ λοιπόν,
    ο πλασμένος για τις μικρές Κόρες
    και τα νησιά του Αιγαίου.
    Ο εραστής του σκιρτήματος
    των ζαρκαδιών
    και μύστης των φύλλων της ελιάς
    ο ηλιοπότης και ακριδοκτόνος.

    Οδυσσέας Ελύτης, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

    ***

    7. Κάποτε συμβαίνει και να προλαβαίνεις
    τα πράγματα στην παιδική τους ηλικία το
    αυλιδάκι, το κουζινάκι, τη λεμονίτσα,
    τις λιμνούλες. Αντιλαμβάνεσαι πόσο λίγη
    σημασία έχει ο χρόνος, αν δεν είσαι
    ληξίαρχος. Και ρίχνεις την κάθετή σου
    μέσα στα γεγονότα για να ανασύρεις,
    απλώς, λίγην ευφράδεια νερών, μιαν
    αντανάκλαση, μια κυανή διαφάνεια.
    Τ’ άλλα, και δη σε κατάσταση ωμή,
    σου είναι άχρηστα. Βγάνουν συμφέρον,
    οξυγόνο δεν βγάνουν.
    Κι η φρόνηση της ελαίας από κοντά.

    Οδυσσέας Ελύτης, Ιδιωτική οδός

    ***

    8. Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
    Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
    ΕΛΥΤΗΣ, Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης

    9. Καταμεσήμερο Ιουλίου…
    που κι αν ακόμα δεν υπήρχαν ελαιώνες…
    θα τους είχα επινοήσει.
    ( Οδυσσέας Ελύτης )
    ΡΙΤΣΟΣ:

    ***

    10.
    …Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
    σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
    σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
    σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
    O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο…

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Ρωμιοσύνη

    ***

    ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ:
    11. Αντιστέκομαι

    Αντιστέκομαι όπως οι ελιές της πατρίδας μου, οι σκληρές
    σαν τα κόκαλα τ’ αντρειωμένου, που τους λείπουν οι μαύρες
    μαντήλες μονάχα για να μοιάζουν με τις μανάδες μας.
    που σφηνωμένες γερά στην απόλυτη πέτρα,
    αδιαφορούν για τις θύελλες, αναπνέουν τις αστραπές
    και τις κάνουνε μες στους πικρούς τους
    χυμούς ειρήνη και φως.

    Νικηφόρος Βρεττάκος «Τα Ποιήματα», ποιητική συλλογή «Ημερολόγιο», τόμος Β΄, Εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1999, σελ. 335)

    Χ. και Π. Κατσιμίχας – Στους ελαιώνες της αγάπης

    12. ΣΤΑ 2500 μ.Χ.

    Μάταια περιμένεις, Νώε, το κλαδί ελιάς,
    Το περιστέρι της ειρήνης
    με το μήνυμα της Άνοιξης.
    Η ελιά της Αθηνάς έχει μεταλλαχθεί
    Δε βγάζει φύλλα χρυσοπράσινα
    Που αντανακλούν την αισιοδοξία.
    Δε στάζει πια το λάδι της αγάπης
    Που γλυκαίνει τις πληγές
    Το έλεος και για τον Ναζωραίου το καντήλι
    Βγαίνει απ ευθείας απ’ το χώμα
    Για τ’ αγαθά θηρία σου
    Δεν έχει δάση στα ξερά βουνά…

    Μάταια ονειρεύεσαι
    του τριφυλλιού το πράσινο κυμάτισμα
    Και τις λυτές πλεξούδες
    αναπεπταμένα λάβαρα στον μπάτη…

    Ετούτος ο κατακλυσμός που σκέπασε τη γη
    Δεν έπεσε απ’ τ’ ουρανού
    τα ευλογημένα σύννεφα..

    Γιάννης Τζανής

    *****

    13. Συγκομιδή

    Μαύρες απλώνονταν οι ελιές
    μες στο γλαυκό το φύλλωμα
    στις παρυφές των λόφων.

    Και γύρω από των δέντρων τους κορμούς
    καθώς οι άγριοι
    στα σκυθρωπά τριγύρω βράχια
    μαζώχτρες σκύβανε στη γη
    – καλόγριες να προσκυνήσουν –
    γονατιστές σχεδόν κι αμίλητες στο μόχθο
    (μελανιασμένα δάχτυλα πρησμένα χέρια)
    και γύρω στρώμα οι καρποί,
    βότσαλα λεία και πικρά. κατάστικτο χορτάρι.

    Κι όταν αργά μέσα στο γιόμα
    παίρναν το δρόμο, ένας στρατός
    γυρνώντας νικημένος
    προς τη βαριά του λιοτριβιού την πύλη,
    έπεφτε η νύχτα με πυκνά πουλιά στον ουρανό
    κι η δύση φώτιζε λερούς
    και φαγωμένους τοίχους.

    Πασχάλης Στρατής (1958 Μυτιλήνη) («Βυσσινιές στο σκοτάδι»/1991. Είναι δημοσιευμένο και στο «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών» του Κώστα Γ. Μίσσιου, τόμος 10ος, Μυτιλήνη 1998, σελ. 559)

    ***

    13. Η Ελιά

    Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι,
    γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη
    πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει
    σα νἄθελε να σε νεκροστολίσει.

    Και το κάθε πουλάκι στο μεθύσι
    της αγάπης πιπίζοντας ανοίγει
    στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι,
    στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.

    Ω, πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,
    με τη μαγευτική βοή που κάνουν,
    ολοζώντανης νιότης ομορφάδες

    που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν·
    ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν
    και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.

    Μαβίλης Λορέντζος (Ιθάκη 1860 – Δρίσκος Ιωαννίνων 1912)

    *****

    15. Η ελιά

    Ευλογημένο να ’ναι, ελιά, το χώμα που σε τρέφει,
    κι ευλογημένο το νερό που πίνεις απ’ τα νέφη,
    κι ευλογημένος τρεις φορές αυτός που σ’ έχει στείλει
    για το λυχνάρι του φτωχού, για τ’ άγιου το καντήλι.

    Δεν είσαι συ περήφανη σαν τ’ άλλα καρποφόρα,
    που βιαστικά, ανυπόμονα, δεν βλέπουνε την ώρα
    πότε με τ’ ανθολούλουδα τους κλώνους να σκεπάσουν
    και με μια πρόσκαιρη ομορφιά τα μάτια να ξιπάσουν.

    Εσύ ’σαι πάντα ταπεινή. πάντα δουλεύτρα, σκύβεις,
    μ’ όλα τα πλούτη που κρατείς, μ’ όλο το βιο που κρύβεις.
    Γι’ αυτό απ’ τα πρώτα νιάτα σου, που τα φιλούν οι ανέμοι,
    ως τα βαθιά γεράματα, που το κορμί σου τρέμει,
    και γέρνει κάθε σου κλαδί και κάθε παρακλάδι,
    μέσα στον κούφιο σου κορμό δεν σου ’λειψε το λάδι.

    Πολέμης Ιωάννης (Αθήνα 1862 – Αθήνα 1924)
    (Από τη συλλογή «Το παλιό βιολί», δημοσιευμένο στο «Αναγνωστικόν Έκτης Δημοτικού», Αθήνα 1964, σελ. 160.)

    *****

    16. Η ελιά

    Ούτ’ ένα φύλλο! Πέσανε και σκόρπισαν. Σπασμένα
    κλωνάρια ολόγυρά μου-
    και μέσα στα συντρίμμια αυτά -γεια σου, χαρά σου εσέν-
    ακόμ’ ανθείς ελιά μου.
    Α! πώς ο αγέρας ο τρελλός απάνου τους χυμάει
    και πώς χτυπιούνται! Μόνο
    μονάχα, εσύ, παράμερα του Κηφισού το πλάι,
    γιορτάζεις μέσ’ τον πόνο.
    Ας τα, κι ας κλαιν στην παγωνιά την άγρια, κι ας βογγούνε
    στης μπόρας τη μαυρίλα,
    εγώ κοντά σου στέκομαι ν’ ακούσω να μου πούνε
    τ’ αμάραντά σου φύλλα,
    ν’ ακούσω να μου πουν σιγά τα πρόσχαρά τους χείλη,
    πώς είναι μέσ’ τα χιόνια,
    είναι ψυχές μέσ’ τον βοριά, κι όμως το φως του Απρίλη
    γύρω τους φέγγει αιώνια…

    Πορφύρας Λάμπρος (Χίος 1879 – Πειραιάς 1932)

    *****

    17. Το μάθημα της ρίζας

    Θα σου διδάξω αργότερα τις ρίζες. Θα σε φέρω
    σε μιαν ελιά, σ’ ενός γκρεμού την άκρην, όπου μόλις
    τα ριζοκλώνια την κρατούν. Πολύχρονος και κούφιος
    κι ανταριασμένος ο κορμός. τι από παλιά τη δέρνουν
    την ασημένια χαίτη του ζηλιάρηδες ανέμοι.
    Μ’ αυτός κι όλο βαθύτερα βυθίζοντας τα’ αρπάγια,
    σαν τ’ αγριοπούλι που κρατάει τη λεία, στη γη κρατιέται.
    Ζει και καρπίζει και σκορπάει τα πλούτη του στο χάος
    του κάμπου – ω, πες, σε ποια χαρά, σε ποιο χαμό τελειώνουν;

    – Θα μάθω σε να λαχταράς της γης το μέσα κόσμο,
    εκεί που οι ρίζες μάχονται και κρίνουν και διαλέγουν,
    χέρια σοφά, γυρεύοντας στα σκοτεινά το δρόμο
    της μοίρας των. Και θ’ ανοιχτούν μπροστά σου ιερά
    μυστήρια
    που απ’ το ηλιόφως κρύβονται περήφανα ως ο Άδης.
    Της αφανέρωτης δουλειάς την ευλογία θα νιώσεις,
    για να ’βρουν άλλοι τους καρπούς, την ασημένια χάρη
    που σέρνει αγάπες και που θροεί σα λόγος μέσ’ στον ήλιο.
    Θ’ αδερφωθείς με τη σιωπή του σκότους, της αφάνειας.
    Στο λόγγο του ψηλού βουνού θ’ αποθυμήσεις να ’σαι
    νάμα κρυφό. κι απ’ τους θεούς τους χθόνιους, που
    πιστοί των
    οι λίγοι, της νυχτός τους οικοδόμους, θα ζητήσεις
    του απαίνευτου και του άλαμπου τη μοίρα. Σαν το χώμα,
    το μόχθο σκέπαζε πιστά κάτω απ’ την επιφάνεια.

    Εκεί!… κι ο χρόνος ας περνάει, όπως περνάει ο αγέρας,
    που αρπάζει τόσο ανθό με βια και τον σκορπάει στο χάος
    του κάμπου κάποτε απ’ τη γη θα δεις ψηλά τα κλώνια
    καρπούς ολόγιομα, καρπούς δικούς σου – ας μην το ξέρουν –
    και θα χαράξει φως μεμιάς τη νοτερή σου νύχτα.
    Ω, σαν τη ρίζα της ελιάς να ’ναι το ριζικό σου!

    Τσάτσος Κωνσταντίνος (Αθήνα 1899 – 1987)
    (Σέλιγκερ Αντρέα «Η ελιά», εκδόσεις «νήσος», Αθήνα 2005, σελ. 31-32)

    *****

    18. Εληά και πεύκος

    Στο ριζοβούνι η εληά, στο κορφοβούνι ο πεύκος,
    χρόνους πολλούς γνωρίζονται κι ανεμοχαιρετιούνται.
    Ένα πρωί λέει η εληά στον πεύκο το λεβέντη:
    ― «Πεύκο, κρίμα το μπόι σου, κρίμα και τη θωριά σου,
    και να ’σαι δένδρο άκαρπο κι ανώφελο στον κόσμο!»

    ― «Σώπα, γρηά κουφοδοντού, ζαβή και κοκαλιάρα,
    όπου σε δέρνει ο άνθρωπος και τον καρπό του δίνεις…
    Εγώ ’μια λεβεντόκορμο, παλληκαράς βουνήσιος!
    στον ίσκιο μου ο αρματωλός ξεχνάει τα βάσανά του,
    κι όταν μολύβι δολερό του πάρει τη ζωή του,
    εγώ γι’ αυτόν μοιρολογώ και βαριαναστενάζω.»

    ― «Αν τον μοιρολογάς εσύ, εγώ ’μια αυτή που δίνω
    λαδάκι στη μανούλα του καντήλι να τ’ ανάψει,
    καντήλι ασημοκάντηλο στης Παναγιάς τη χάρη,
    να λιώσει το κορμάκι του, ν’ αναπαυθεί η ψυχή του!…»
    Το λόγο τέλειωσε η εληά κι ο πεύκος δεν της κραίνει.
    γέρνει κατά το μέρος της κι έτσι γερμένος μένει.

    Καμπούρογλου Δημήτριος (Αθήνα 1852 – Αθήνα 1942)

    («Λύρα. Ανθολογία της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως», υπό Ιωάννου Πολέμη, εν Αθήναις, Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία, 1910, σελ. 328)

  3. Ciao, Petra!!!… Eyxaristw poly!!!!… Καλό κυριακάτικο βράδυ και καλή εβδομάδα!

    «Πουλάκι εβγήκε από τη γη και βγήκε
    από τον Άδη και πήγε κι έκαμε φωλιά
    σε μιας ελιάς κλωνάρι,
    που είναι τα φύλλα της πικρά
    και τα’ άνθια της φαρμάκι.
    Το’ μάθαν οι βαριόμοιρες
    και παν και το ρωτάνε:
    -Πες μας, να ζεις, πουλάκι μου,
    στον Άδη πως περνάνε;
    Τάχα είν’ οι νιοι με τα’ άρματα
    και οι νιες με τα στολίδια;
    Τάχα είν’ και τα μικρά παιδιά με τα πολλά παιχνίδια;
    -Εκεί στολίδια δε φορούν
    κι άρματα δε βαστούνε
    και τα καημένα τα παιδιά
    τη μάνα τους ζητούνε.»
    (Δημοτικό τραγούδι)

  4. Ciao, Aggeliki!… Bravissima!…. Ευχαριστώ ιδιαίτερα που θυμήθηκες το ωραίο τραγούδι των Κατσιμιχαίων… Μάλλον είναι το μοναδικό αξιόλογο τραγούδι που αναφέρεται στην ελιά!

    -«…και λαγαρός κι ασάλευτος
    ο αγέρας του ελαιώνα.
    Μηδέ καπνίζουνε οι ελιές
    μιαν αχνή προς τον ήλιο.
    …πάντα η ελιά θα είναι ιερή,
    και στον αιώνα η γλαύκα
    μαζί μ’ εμάς θε να κοιτάει
    στυλά τις θείες εσπέρες.»
    (Άγγελος Σικελιανός)

    -Ρίτσος Γιάννης, «Φεύγοντας απ’ τη Μονοβασιά»

    «Πανάρχαιες ελιές, κούφιοι κορμοί συστραμμένοι˙
    το δύστυχο σταχτί˙ το καπνισμένο κίτρινο˙
    ίσκιοι των σύννεφων στους απέναντι λόφους.
    Έρχεται υπάκουο το μακρινό, σε κοιτάει απ’ το πλάι˙
    ξεχνάς εκείνο που ‘θελες να του ζητήσεις˙ το χέρι σου
    αφηρημένο περπατά στη μαλακιά ράχη του ζώου.
    Ήταν αυτό; Και τι ήταν; Αντεστραμμένος χρόνος;
    Οι γριές τυλίγουνε τα πόδια τους μ’ εφημερίδες,
    τα δένουνε με σπάγκους. Προφυλάξεις, προφυλάξεις, –
    ω, σιωπηλή διάρκεια˙ καθόμαστε χάμου στο χώμα
    μ’ ένα καλάθι φραγκόσυκα, με το ’να παπούτσι του δρομέα, –
    κι αυτή η επίμονη γυναίκα, η αποστεωμένη, η άγρια,
    κάτω απ’ το δέντρο, μες στην πεισμωμένη λάμψη,
    κρατώντας στα δυο χέρια της το απαρηγόρητο βρέφος.
    Τότε ακριβώς ήταν που μάθαμε πως τίποτα δεν είχε χαθεί.»

    -«Περιπλανήθηκα στο δάσος
    της γέρικης ελιάς.
    Κορμοί χοντροί στριμμένοι βασανισμένοι
    προσωπεία κορμοί πόνου.
    Πηγαίνω σ’ αυτούς έρχονται σε μένα
    παρουσίες αισθητές απουσίες
    στατικός χορός
    με κοιτάζουν με χίλια μάτια
    βλέπουν μέσα μου ότι δε γνωρίζω
    γίνομαι άπειρο κι εγώ
    γίνομαι το μηδέν.
    Πρόγονοι σεις που τις ριζώσατε
    δέσατε το μεγάλο μυστικό τους.»
    (Ιωάννα Τσάτσου)

    -«Κάτι γυμνό και ξέσκεπο
    στα ολανοιγμένα πλάτια
    που ζωντανό θα το’ δείχναν
    μόνο δυο φλόγες μάτια,
    κάτι που από τους σάτυρους
    κρατιέται, και είν’ αγρίμι,
    και είν’ η φωνή του ασήμι,
    μη φύγης, είμαι εγώ,
    ο Σάτυρος. Και ρίζωσα
    σαν την ελιά εδώ πέρα,
    λιγώνω τους αγέρηδες
    με τη βαθιά φλογέρα.
    Και παίζω και παντρεύονται,
    λατρεύονται, λατρεύουν,
    και παίζω και χορεύουν
    άνθρωποι, ζα, στοιχειά.»
    (Κωστής Παλαμάς)

    -«Κοιτάω έναν ορίζοντα με χιλιάδες ελιές
    και ξαφνικά βλέπω εσένα μπροστά μου,
    στητή και πεισματάρα με το σώμα
    μιας γυναίκας που γεννήθηκε μέσα απ’ τη γη
    μια χωριάτισσα Ελληνίδα με χοντρούς μηρούς.
    Πάνω στα υψωμένα χέρια σου ακουμπούν
    μ’ όλο το βάρος τους
    τα κλαδιά και τα χιλιάδες φύλλα σου.
    Η Αφροδίτη, έτσι γεννήθηκε και αυτή
    μέσα απ’ τα κύματα όλο θάλασσα, όλο αφρό,
    αναβλύζει έρωτα.
    Αλλά εσύ μάνα ελιά είσαι όλο χώμα
    παλεύεις για κάθε στάλα νερού η αγάπη
    σου είναι λασπερή και βαριά
    μετράς όχι τους εραστές, μα τα παιδιά σου
    που τα γεννάς με πόνους
    μέσα απ’ τα ροζιασμένα σπλάχνα σου.»
    (Andriette Schoorel)

    -«Στάθηκε μπροστά μου με το τριμμένο
    μαύρο φουστάνι της και γέλασε
    κουρασμένο το πρόσωπό της, όμως
    όχι δίχως γλύκα, σαν μια ελιά.
    Το λευκό φως της γης αυτής χώθηκε
    κάτω απ’ το δέρμα, γέμισε της
    γυναίκας το βλέμμα όπως μου χαμογέλασε.
    Η Γλαυκόπις ήταν, η Παλλάδα
    Αθηνά που χάρισε την ελιά και το
    δίκαιο για να προστατεύει
    την ειρήνη.
    Η γυναίκα μου έδωσε με δάχτυλα
    προσεχτικά, το μακρόσχημο μάτι
    της θεάς μια γκριζοπράσινη ελιά,
    σημάδι γονιμότητας.
    Συνάμα μου έδινε κι αρχαία πράγματα,
    ένα μυστικό και αποκάλυψη.
    Ήξερα ότι το σώμα μου ήταν ένα
    με τις πέτρες, τα κόκαλα της γης
    με τις ρίζες των δέντρων
    σαν φλέβες κάτω απ’ το χώμα.
    Ήξερα και ποιο είναι το φάρμακο
    ενάντια σ’ αυτά τα όντα
    που έρπουν κρυφά.
    Ήξερα πως τα λιασμένα φύλλα της
    ελιάς γιατρεύουν τις δαγκωματιές
    απ’ τα ερπετά.»
    (Hella Haase)

  5. Ελιά – Μιλτιάδης Πασχαλίδης

    Το αλαργινό καταύγασμα
    οι ελιές της αλέας προς το μουράγιο
    και κάτω απ’ το γυάλισμα οι καρποί τους,
    και εκείνα τα βήματα, πανωφόρια στο κόκκινο κρύο τους
    έτοιμα να χρωματίσουν τα ίδια στενά με τα παγωτάδικα
    δίπλα στα ανδρείκελα των προθηκών με τις μικρές πλακέτες.
    Ύβρις
    το ότι θέλαμε να τα ξαναδούμε.

    Αλέξιος Μάινας, Το περιεχόμενο του υπόλοιπου, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011

  6. Grazie mille, Aggeliki!!!…

    -Τίτος Πατρίκιος, Η τύχη μιας ελιάς

    Αφού τόσοι πολλοί το κάνουν
    είπα κι εγώ να φυτέψω μιαν ελιά
    σε γλάστρα μεγάλη στο μπαλκόνι
    ψήλωσε τώρα κι ανυπομονώ
    δεν ξέρω αν θα προλάβω να τη δω
    κάποιον καρπό να δίνει.
    Ο κόσμος βέβαια θα συνεχίσει να υπάρχει
    κι όταν θα πάψω να τον βλέπω
    να παρακολουθώ τις εξελίξεις του
    να νοιάζομαι για την τύχη
    ακόμα και μιας μικρής ελιάς.
    (Το ποίημα είναι από τη συλλογή, Συγκατοίκηση με το παρόν, εκδ. Κέδρος)

    -Ταουφίκ Ζαγιάντ, Πάνω στον κορμό μιας ελιάς

    Επειδή δεν πλέκω με νήματα
    και κάθε μέρα περιμένω ένταλμα συλλήψεως
    επειδή το σπίτι μου κάθε μέρα
    περιμένει επίσκεψη της αστυνομίας
    για έρευνα- σάρωμα,
    επειδή δε μπορώ ν’ αγοράσω χαρτί
    θα χαράξω αυτά που τραβάω
    τα μυστικά μου όλα θα χαράξω
    πάνω στον κορμό μιας ελιάς
    στην αυλή του σπιτιού μου.
    Θα χαράξω την ιστορία μου
    τις πράξεις της τραγωδίας
    τους αναστεναγμούς για τα περβόλια
    κι όλα τα αχ πάνω στους τάφους των προγόνων μου.
    Θα χαράξω
    την κάθε πίκρα που γεύτηκα
    την πίκρα που με το ‘να δέκατο
    απ’ τη μελλούμενη ευτυχία θα σβήσει.
    Θα χαράξω όλα τα στοιχεία
    του κάθε χωραφιού που αρπάχτηκε
    του χωριού μου τα σύνορα
    τα σπίτια των ανθρώπων που ανατινάχτηκαν
    τα δέντρα μου που ξεριζώθηκαν
    τα’ αγριολούλουδα που πατήθηκαν
    τα ονόματα εκείνων που το μάσημα των νεύρων μου το ‘κάμαν τέχνη
    τα ονόματα των φυλακών
    το είδος κάθε χειροπέδης που μου μάγκωσε τα χέρια
    τις μορφές των δεσμοφυλάκων
    και τις βρισιές
    που μού ‘ριξαν κατάμουτρα.
    Θα χαράξω,
    Ντερ Γιασίν ρίζωσε μέσα μου η θύμησή σου.
    Θα χαράξω
    φτάσαμε στο κορύφωμα της τραγωδίας
    μας μάσησε, τη μασήσαμε, μα φτάσαμε.
    Όσα μου λέει ο ήλιος θα χαράξω
    όσα μου λέει το φεγγάρι
    κι όσα λαλεί ο κορυδαλλός που κάθεται
    σε τούτο το πηγάδι που οι δικοί του έχουν μισέψει.
    Για να θυμούμαι θα χαράξω πάντα
    της τραγωδίας όλες τις πράξεις και τις φάσεις
    όλης της συμφοράς
    πάνω στον κορμό μιας ελιάς
    στην αυλή του σπιτιού μου.

    -Kλείτος Κύρου, Θα ξαναγυρίσουμε

    Θα ξαναγυρίσουμε
    Oταν οι ελιές θα ντύνουν στο χρυσάφι τα γέρικα όνειρά τους
    Oταν τα μελτέμια θα κινούν να χαϊδέψουν τις εφήμερες πεζολογίες του νησιού
    Oταν δυο μάτια σκοπελίτικα θα φωτιστούν απ’ τη χαρά του γυρισμού
    Τούτο το καλοκαίρι είτε το άλλο που θα ‘ρθει
    Δεν έχει σημασία πότε
    Κάποιο καλοκαίρι τέλος πάντων θα ξαναγυρίσουμε
    Πιο δυνατοί πιο μεστωμένοι
    Eχοντας συνοψίσει το νόημα της πρώτης προσπάθειας
    Πειθαρχώντας στη νοσταλγία του Αιγαίου
    Θα ξαναγυρίσουμε
    Συνοδευόμενοι από γυναικεία στήθια σ’ ενάντιον άνεμο
    Κι από το βασιλιά το Στάφυλο με το αρχαίο σπαθί του
    Ποιος θα βρεθεί να μας τον ιστορήσει
    Πιο νέοι πιο ξανθοί πιο ακμαίοι
    Χωρίς αυταπάτες μ’ αγκαλιές γιασεμιά
    Να φυτέψουμε στου πελάγους τη ράχη
    Τον σπόρο του έρωτά μας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: