Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (132ο): «Ποτάμι»…

 

-«…Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.»
((Μυθιστόρημα, ΙΗ’, Γιώργος Σεφέρης)

 
-Μάνος Χατζιδάκις, «Το ποτάμι»

«Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζούνε δυο μικρά παιδιά
Τόνα βλέπει δεν ακούει
Τ’ άλλο ακούει μα δε βλέπει
Και τα δυο ξέρουν πως πρέπει
Να ‘χουν μόνο μια καρδιά
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Τα παιδιά μένουν παιδιά
Το ποτάμι όλο γεμίζει
Και τη θάλασσα ποτίζει
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζει μια δύστυχη τρελή
Π’ αγαπούσε ένα πουλί
Το παιδί που δεν ακούει
Της σκοτώνει το πουλί
Κι από τότες δε γνωρίζει
Πως την βλέπει το ποτάμι
Σαν γυναίκα ή σαν πουλί;
Το ποτάμι όλο γεμίζει
Κι απ’ τη θλίψη ξεχειλίζει
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζούσ’ ο κύριος Δικαστής
Κυνηγούσε τα θηρία
Κι αγαπούσε μια Κυρία
Ώς την ώρα που η τρελή
Πνίγει την μικρή Κυρία
Που τη νόμισε παιδί
Κ’ έτσι ο Δικαστής μονάχος
Προτιμά να σκοτωθεί
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Θάψανε το Δικαστή
Το ποτάμι όλο γεμίζει
Και την πίκρα μου ποτίζει
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζει μια νύφη ερημική
Που σαν τέλειωσεν ο γάμος
Έφυγε ο γαμπρός το βράδυ
Και δεν ήρθε την αυγή
Έτσι η νύφη στολισμένη
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Έγινε κι αυτή κραυγή»
(Μάνος Χατζιδάκις, Δέκα Ποιήματα)

 

-Αντώνης Φωστιέρης, «Ποτάμι»

«Έπεσα σε λάκκο με άσπρο και κάηκα.

Όμως το ποίημα είναι ποτάμι
Και μια υγρασία θαυμαστική
Θαρρώ γλυκαίνει τη σιωπή απ’ την οργή της
Αν την πρόδωσα. Δεν φταίω, τ’ ορκίζομαι.
Κάποιοι ξεχάσαν ένα βάζο με φωνήεντα στο ράφι
Που θα το ‘φτανα. Ύστερα έμαθα με φλούδες συλλαβών
Να φτιάνω πλοία. Μικρά, όσο το δάχτυλο παιδιού
Και τα ‘ριχνα μες στο νεράκι που έφευγε —
Τότε κατάλαβα : Μονάχα ο χωρισμός
ενώνει τους ανθρώπους. Τα υπόλοιπα
Τα ξέρετε από άλλες διηγήσεις. Πως «πίσω δεν γυρνάει»
Πως «δις εμβήναι τω αυτώ ουκ έστιν» και τα όμοια.
Μας τα ‘παν, τα ξανάπαν, σαν το αυτονόητο
Να είχε χρείαν ερμηνείας. Αλλά το ποίημα
Είναι ποτάμι από δάκρυα ξένα. Παιδί που αντρώθηκε
Συχνά το βλέπω να γυρνάει προς την πηγούλα του.
Κι όταν φουσκώνει
Απ’ την πολλήν αγάπη

Πνίγει.»
(Από τη συλλογή Η σκέψη ανήκει στο πένθος, Καστανιώτης)

 

 

-Χρίστος, Λάσκαρης, «Το Ποτάμι»

«Στέκει το φεγγάρι και κοιτάει
το ποτάμι, που πηγαίνει μοναχό,
κάποιος στο χορτάρι τραγουδάει
κρεμασμένος απ’ τον ουρανό.
Και η νύχτα κάθε τόσο σταματάει
από άξαφνο του ποταμού λυγμό,
χαμηλώνει το φεγγάρι και ρωτάει
τι έχει και στενάζει το νερό.
Και πηγαίνει, όλο πάει το ποτάμι,
στ’ ανοιχτού πελάγου το χαμό,
κάποιος μες στη νύχτα τραγουδάει,
για αγάπη και για χωρισμό.»
(Πηγή: http://www.flytoistros.com/laskaris/laskaris-poems.php)

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ»

«Δυστυχισμένα όνειρα
τα χρόνια μας περνούν μέσα στην αγωνία
οι εφημερίδες λησμονούν
όμως μες στην καρδιά μας
καίει μια κατακόκκινη πληγή
απ’ το παλιό χρυσάφι

Όλο μαζεύουμε τα πράγματά μας
τα κρύβουμε σε βαθιά υπόγεια
λύνουμε τις ντουλάπες μας
στήνουμε ανάποδα τις καρέκλες μας
κι ο απελπισμένος ήλιος μπαίνει
από μια χαραματιά και τις φωτίζει

Πρέπει να βγούμε στα ποτάμια
ακόμα λίγο και θα σπάσει το πουλί
μες στο κεφάλι μας
ακόμα λίγο και θα πήξει
το αίμα μέσα στην καρδιά μας
πρέπει να βγούμε σύρριζα
πρέπει να βγούμε μέσα απ’ τα ποτάμια»

(Ποιήματα, εκδ. Κέδρος)

 

 
-Horhe Luis Borges, «Είναι τα ποτάμια»

«Είμαστε ο χρόνος. Εκείνη είμαστε η περίφημη
παραβολή του Σκοτεινού Ηράκλειτου.
Είμαστε το νερό, όχι το σκληρό διαμάντι,
αυτό που χάνεται, όχι αυτό που μένει.
Είμαστε το ποτάμι κι ο Έλληνας εκείνος
που κοιτάζεται στο ποτάμι. Η αντανάκλασή του
αλλάζει στο νερό του εναλλασσόμενου καθρέφτη
στο κρύσταλλο που αλλάζει σαν τη φωτιά.
Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι
όπως κυλά προς τη θάλασσα. Το σκέπασε η σκιά.
Όλα μάς αποχαιρετούν, όλα μακραίνουν.
Η μνήμη δεν εξαργυρώνει το νόμισμά της.
Και ασφαλώς κάτι υπάρχει που απομένει
και ασφαλώς κάτι υπάρχει που θρηνεί.»

(«Ποιήματα», Μετάφραση, Δημήτρης Καλοκύρης, Ελληνικά Γράμματα)

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Το ποτάμι»

«Εγώ θα σε λέω Μαρία. Μπορείς να με λες
κ’ εσύ αδελφό, ή ποτάμι
γιατί,
έχω μέσα μου ένα τραγούδι όπως ένα
μεγάλο ποτάμι που έχει χάσει τις άκρες του,
που μπορούνε, λαμπρά δαχτυλίδια, οι στροφές του
να καλύψουν την έρημο. Να φτάσει, αναβλύζοντας
ατέλειωτες μάζες φωτός εξαπτέρυγες,
ως εκεί που κανένα ποτάμι δεν έφτασε
σε τούτο τον κόσμο. Να φτιάξει μια διάφανη
λίμνη στα πόδια σας, να βλέπετε μέσα σας.
Να γίνει δυο ζώνες χρυσές: μια για τ’ άπειρο
και μια για τη γη»
(Νικηφόρος Βρεττάκος, ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ)

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «’Ισως ένα ποτάμι»
«Μ’ άρπαξε από τ’ αμπέχωνο πάνω στα πυρωμένα βράχια.
«Τα ποτάμια στέρεψαν» μου φώναξε «στέρεψαν οι πηγές.
Ακόμα κ’ οι αγέρηδες χάσανε το δρόμο».
Την άλλη μέρα μου ψιθύρισε στην αγγαρεία:
«‘Ισως υπάρχει πάντα μες στα χέρια μας ένα ποτάμι».
Είταν η εποχή της πέτρας και της δίψας.
Πολλοί τρελλαίνονταν. Πολλοί προδίνανε τη μάνα τους
για μια γουλιά νερό. ‘Οταν τον πήρανε
πρόφτασε να μου πει: «Οι αγέρηδες χάνουνε το δρόμο
όταν αφήνουμε το δρόμο μας να χορταριάζει,
ν’ αποκοιμιέται στο πλευρό των χωραφιών».
‘Επειτα ήραν κι άλλες νύχτες κυκλωμένες θάλασσα
οι ξιφολόγχες χώριζαν τον ύπνο μας στα τέσσερα, στα δέκα.
Αργότερα πολύ έμαθα πως αυτός, ο τόσο αδύνατος,
είχε κρατήσει ως το τέλος.»
(από τη συλλογή «Μαθητεία 1952-1962», Πρίσμα, 1978)

Advertisements

Single Post Navigation

14 thoughts on “Πες το με ποίηση (132ο): «Ποτάμι»…

  1. 1. Οἱ κλεψύδρες τοῦ ἀγνώστου

    – γ’ –

    Πιό μακριά, πολύ μακριὰ τὸ πρᾶο τραπεζομάντιλο – ἡ συνάντηση
    Καλημέρα, ποταμάκι μου! Εἶμαι μονάχος, εἴμαστε κι οἱ δυό μονάχοι μας!
    Τὰ κρύσταλλα εὐωδιάσανε – τώρα μᾶς λείπει μόνο ἕνα καράβι
    Ἕνα μαντίλι μόνο γιὰ νὰ διαγνώσουμε τὸ τέλος
    Γιατί τόσους φακέλλους ἔλαβα γεμάτους σύννεφα καὶ θύελλες
    Ποὺ διψῶ ἕνα στόμα νὰ μοῦ πῇ οὐρανός καὶ νὰ πλεύσουμε μαζί στὸ δέλτα τῶν ἐλπίδων…

    Ἔτσι θὰ βγοῦμε ἀπ’ τὸ μυαλό μας… οἱ κισσοὶ μεγάλωσαν τοὺς τοίχους τοῦ ἀπογέματος
    Μὲ ἄμμο βαφτίστηκαν τὰ λόγια στὶς καρίνες βάφτηκαν κατράμι ἕτοιμα
    Νὰ σαλπάρουν ἂν τοὺς πῇ ὁ Ἔρωτας – τὰ λόγια

    Ὢ ποταμάκι ποταμάκι, καλημέρα τοῦ ἥλιου ἀπάνθισμα τῆς ἐξοχῆς
    Κατὰ ποῦ θαυμάζεται ὁ ἄνεμος, πές μου κατὰ ποῦ ξεχύνονται οἱ κελαηδισμοὶ
    Ποιάν ὄχθη ἀρέσουν, σήμερα εἶμαι νέος
    Εἶμαι καλὸς ὥς τὶς πηγές τοῦ γέλιου μου, ἐκτοξεύω χίμαιρες
    Ριπίδια δυσανάγνωστα, τεφτέρια κάτασπρα καμωμένα γι’ ἀγγέλους
    Κι ἀπὸ κάθε ἀδιαφορία σέρνεται μιὰ ξεσχισμένη εὐχὴ
    Ποὺ μαζεύω – σήμερα εἶμαι νέος, αὐτό μοῦ ἀρκεῖ
    Αὐτό μοῦ δίνει τὸ αἷμα μου πιό κόκκινο, ἕνα χελιδόνι κόκκινο ἕνα γράψιμο κόκκινο
    Θά ‘ρθουν πολλές γυναῖκες νὰ τὸ μοιραστοῦν ὥσπου νὰ γίνουν διάφανες
    Θά ‘ρθουν πολλές ματαιότητες γιὰ νὰ τὶς μοιραστοῦνε,
    Ἡ εὔθυμη φασαρία μοιάζει ἀτέλειωτη, σπίθες ἀγγίζουν τὰ μετέωρα μέτωπα
    Κι ὅλο τὸ μυστικὸ ἀληθεύεται σιγά-σιγά, γλυκά-γλυκὰ γίνεται μέρα
    Σῶμα ζωντανό, ὕπαρξη, ἄνθρωπος.

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    EDEN (All the rivers), Benoit Jutras

    2. ΕΧΩ ΓΝΩΡΙΣΕΙ ΠΟΤΑΜΙΑ

    Έχω γνωρίσει ποτάμια:

    Έχω γνωρίσει ποτάμια αρχαία ίσαμε τον κόσμο, παλιότερα κι απ᾽ το ανθρώπινο αίμα στις ανθρώπινες φλέβες

    η ψυχή μου βάθυνε σαν τα ποτάμια

    Λούστηκα στον Ευφράτη, όταν οι αυγές ήταν νεαρές

    Έκτισα την καλύβα μου κοντά στον Κόγκο και με νανούρισε να κοιμηθώ

    Αγνάντεψα τον Νείλο κι ανασήκωσα τις πυραμίδες πάνωθέ του

    Άκουσα το τραγούδι του Μισσισσιπή, όταν ο Έιμπ Λίνκολν κατέβηκε στη Νέα Ορλεάνη, κι είδα τον λασπωμένο κόρφο του χρυσό στο ηλιοβασίλεμα.

    Έχω γνωρίσει ποτάμια:

    αρχαία, μελαχρινά ποτάμια

    Η ψυχή μου βάθυνε σαν τα ποτάμια.

    Langston Hughes (1902-1967) μτφρ. Αντώνης Πετρίδης

    ***

    3. [Περνούσε ποταμός ]

    Περνούσε ποταμός κάτω απ’ το σπίτι
    κι όταν τη νύχτα
    κλείνανε τα μάτια κι έσβηνε «φου» η μητέρα το
    καντήλι, ακούγαμε βοές νερών πολλών, βόγγους
    των δέντρων που ξερίζωνε το ρέμα, κρωγμούς
    πουλιών που τρόμαζε ο αχός
    Κι απόμακρα
    φωνές που μας καλούσαν
    από τη χώρα των λησμονημένων.
    Αλεξάκης Ορέστης, Το ρόπτρο, επιλεγμένα ποιήματα, Εκδόσεις των Φίλων, 2014

    Ποτάμι, Μάλαμας-Μποφίλιου

    4. ΟΠΩΣ ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ
    στην απόλυτη σιωπή ακόμα
    ακούω το σώμα σου.
    Και κάτω από του φεγγαριού το αράγιστο σελάγισμα
    και στ’ άγρια ουρλιαχτά μιας καταιγίδας
    εγώ αφουγκράζομαι το τρίξιμο της σάρκας.
    Μέσα από τα κρυφά της ρίγη
    μαθαίνω τα μυστικά σου.
    Τα μυστικά του κόσμου που μου τα εμπιστεύεσαι.

    Σαν το νεράκι που κυλάει ανάμεσα
    στα χόρτα και τις πέτρες.
    Ημερεύοντας τ’ αγρίμια του δάσους
    που κατεβαίνουν να ξεδιψάσουν.

    Φαντασμαγορικά νερά πετάγονται απ’ τα χείλη σου.
    Άσπρα λιοντάρια και γαλάζιοι πάνθηρες
    παίζουν στα όνειρα σου.
    Και τα φιλιά σου
    ένα απέραντο λιβάδι με παπαρούνες στο λιόγερμα.

    Ένα ποτάμι είσαι τελικά.
    Που κατεβαίνει απ’ τα βουνά.
    Χαρίζοντας δροσιά και βλάστηση
    στους αναμμένους κάμπους.

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ

    ***

    5. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΛΑΙ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

    Υπάρχει ένας θρύλος για έναν αρχαίο θησαυρό
    που τον φυλάει μέσα του κάποιο ψάρι.

    Ο άνθρωπος έχει ένα όνειρο.
    Νομίζοντας πως είναι ο μόνος που κατέχει το μυστικό
    πηγαίνει κάτω στην όχθη και περιμένει.
    Περιμένει ελπίζοντας να περάσει το ψάρι.

    Τα χρόνια περνούν, το ποτάμι κυλάει
    περνάει το νερό μπροστά του, πάντα σκοτεινό κι αθησαύριστο.

    Ο άνθρωπος αρχίζει να γίνεται ανήσυχος.
    Μια σκέψη ωστόσο τον ημερεύει.
    Πιστεύει πως όπου να ’ναι θ’ αλλάξει η τύχη του.

    Το σώμα του βαραίνει, τα μαλλιά του ασπρίζουν
    πυκνή ομίχλη κατεβαίνει στα μάτια του
    κι ενώ μια νύχτα αλλιώτικη σκοτεινιάζει τον κόσμο
    εκείνος, κουρασμένος, νυστάζει.

    Παρ’ όλα αυτά επιμένει.
    Περιμένει πάντα να πιάσει το ψάρι.

    Δεν ξέρει και ίσως προς το τέλος μόνο μαθαίνει
    πως το ποτάμι ήταν το ψάρι που περίμενε.
    Μα είναι αργά.

    Το ποτάμι συνεχίζει να κυλάει όπως πάντα.
    Καταλήγοντας στην ατρύγετη θάλασσα.

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ, Από το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΥΡΙΑΝΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ» – 1995

    To ποτάμι, Καλογιάννης

    6. Ποτάμι

    Είναι ένα ποτάμι γεμάτο κοριτσίστικα γέλια. Ψίθυροι
    Ανοίγουν τα φτερά τους. Στεναγμοί παιδιών που κάποτε
    δεν στρέψαμε για να τα δούμε.
    Είναι ένα ζώο μαγνητικό και λείο που ψάχνει ακούραστο
    το πέλαγος. Ένα κονσέρτο κρουστών. Ένα Αdante για
    φλάουτο και τσέλο. Η λεύκα: η άρπα. Η φλαμουριά: η βιόλα
    στο κόκκινο πλευρό μου. Χίλιες μικρές ρίζες, ένα Silencio
    λυπημένων εγχόρδων, που βαθιά μέσα μου σφαδάζουν και
    διψούν να πλεχτούν με ό, τι δικό μου.
    Είναι η ασίγαστη φωνή της γης.
    Είναι μια γλώσσα για τα γλυπτά της πέτρας.
    Μια λίμα που λιμάρει μέταλλα και ξύλα.
    Μια μηχανή που σκάβει.

    Είναι μια γέννα. Μια μυστική αναγγελία.
    Με το εύφωνο σώμα που ψιθυρίζει
    το τραγούδι μας.

    Γονατίζει. Προσεύχεται στο φλεγόμενό του άστρο.
    Αγαθό. Ακαταμάχητο. Κάθε κυματισμός του
    είναι ένας πρόλογος για βλάστηση.
    Μια αργόσυρτη προσευχή στην αιώνια πορεία
    Μέσα κι έξω. Μ΄ αστραπές στο φεγγίτη.

    ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ

    Η μπαλάντα των τριών ποταμών, Πουλόπουλος

    7. Mικρή μπαλάντα των τριών ποταμών

    Ο ποταμός Γουαδαλκιβίρ
    ρέει ανάμεσα σε πορτοκαλιές κι ελαιόδεντρα.
    Τα δυο ποτάμια της Γρανάδας
    κατεβαίνουν από το χιόνι στο σιτάρι.*

    Αχ ο έρωτας
    που έφυγε και δεν ήρθε!

    Ο ποταμός Γουαδαλκιβίρ
    έχει τα γένια κατακόκκινα.
    Τα δυο ποτάμια της Γρανάδας
    το ένα λυγμός και τ’ άλλο αίμα.

    Αχ! ο έρωτας
    που έφυγε με τον αέρα!

    Για τα ιστιοφόρα
    η Σεβίλη έχει ένα δρόμο.**
    Στο νερό της Γρανάδας
    λάμνουν μόνο οι αναστεναγμοί.

    Αχ! ο έρωτας
    που έφυγε και δεν ήρθε!

    Γουαδαλκιβίρ, πύργος ψηλός
    και άνεμος στους πορτοκαλεώνες.
    Ο Nτάρρο και Χενίλ, πυργίσκοι
    πεθαμένοι πάνω σε λιμνούλες.

    Αχ! ο έρωτας
    που έφυγε με τον αέρα!

    Ποιός θα πει πως το νερό φέρνει
    μια πυρκαγιά από κραυγές!

    Αχ! ο έρωτας
    που έφυγε και δεν γύρισε!

    Φέρνει πορτοκαλανθούς, φέρνει ελιές
    Ανδαλουσία! Στις θάλασσές σου.

    Αχ! ο έρωτας
    που έφυγε με τον αέρα!

    ΛΟΡΚΑ, Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

    Βαθύ ποτάμι ο έρωτας, Παντελής Θαλασσινός

    8. Φύρανε το ποτάμι

    Φύρανε το ποτάμι
    και οι ιτιές ξεράθηκαν
    διώχνοντας όλα τα πουλιά.
    Θυμάσαι το νερό γυναίκα;
    Ήταν τα μάτια μας π’ αδειάσανε.
    Τώρα,
    μείναμε μόνο εγώ
    και συ
    και τούτο το πανί
    που σε βοηθάει να ξεσκονίζεις.
    Λοιπόν, ξεσκόνιζε.
    Σε λίγο θα φανούν οι ξένοι.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    ***

    9. ΠΟΤΑΜΙ

    ΟΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΑ ΕΥΡΙΣΚΑ ΠΟΤΑΜΙ με πολλά μυστικά στις λόχμες
    Μυστικά διαπερατά και διάφανα
    ίσως γι’ αυτό καλοκρυμμένα κι ανεξίτηλα
    Σε κάθε ανάπαυσή μου σώριαζα μικρές πετρούλες σε κύκλους για να θυμίζουν
    πως κάποιος εδώ προϋπήρξε
    Κάποιος που μεριμνώντας να ορίσει την περίμετρο του χρόνου δεν σκοτιζότανε
    για χρόνο
    Ποιος θα μάθαινε άλλωστε πως εγώ ήμουν αυτός που κένταγε το νερό με τόση
    μαστοριά και έγραφε στο νερό ιερούς ύμνους απαλά ταράζοντας μόνο μικρές
    ανώδυνες δίνες;

    Χανόμουν στο δάσος από τον ίδιο καημό που χάνεται κανείς στην πόλη
    Τα θηρία ξέρανε πως είμαι λιμασμένος και λιμοκοντόρος και γρυλίζανε
    Ωστόσο τα μικρά ζωάκια του δάσους χωρατεύανε για να γελάσουμε
    Όταν γονάτιζα νομίζανε πως έκλαιγα και με καλούσαν να χορέψω με το ζόρι
    Στριμωχνόμουν στη φωλίτσα τους σαν παλιόφιλος και με φιλεύανε χουρμάδες
    Την αυγή κινούσα γι’ άλλες στράτες και με ξεπροβόδιζαν μέχρι να βρω ποτάμι
    Όταν βρίσκαμε ποτάμι μου ψιθυρίζανε γλυκά πως ποτάμι δεν υπάρχει
    Αν ποτέ στο ταξίδι σου βρεις ποτάμι με φουρτουνιασμένα νερά μου λέγανε μην
    τρομάξεις να το διασχίσεις

    Αλέξανδρος Αραμπατζής

    Το ποτάμι του χρόνου, Λάντσιας

    10. ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ΤΑ ΒΑΦΤΙΣΑ

    Τα παιδικά μου χρόνια τα βάφτισα σε τούτο το ποτάμι.
    Σ’ αυτόν τον ποταμό αγάπησα μια γυναίκα πιο μεγάλη
      από τον πόθο.
    Λες να ’ναι γι’ αυτό η φωνή μου θολή
    σαν τα νερά που ξορκίζουνε τώρα τη μνήμη;

    CÉSAR CANTONI, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

    ***

    11. CRY ME A RIVER

    Ποτάμι εσύ αδέκαστο
    (της αιωνιότητας αρχαία μεταφορά)
    που τις διαρκείς του σώματος μεταμορφώσεις
    τα νερά σου με φθόνο καθρεφτίζουν
    της αντοχής και της αδιαλλαξίας την τέχνη δίδαξέ μου
    ώστε τέλος αντάξιο ν’ αξιωθώ του μίσους που μας δένει
    στο ερωτικό σου δέλτα μέσα
    στο άγιο αυτό τρίγωνο του τίποτα για πάντα να χαθώ.

    ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ ΧΑΡΗΣ (1957) (Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ, 1992)

    ***

    12. ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ (απόσπασμα)

    Να κοιτάς το ποτάμι που είναι χρόνος και νερό
    και να θυμάσαι πως ο χρόνος είναι πάλι ένα ποτάμι,
    να ξέρεις πως πλανιόμαστε σαν το ποτάμι
    και οι μορφές μας χάνονται σαν το νερό.

    Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα, εισαγωγή, ανθολόγηση, μετάφραση, σημειώσεις Δημήτρης Καλοκύρης, Πατάκης 2014

    By the Rivers of Babylon , Boney M http://www.youtube.com/watch?v=vYK9iCRb7S4

    13. το ποτάμι

    πορτοκαλιές όχθες
    κιτρινισμένα φύλλα π’ αγγίζουν το νερό

    αυτό το ποτάμι
    που φιδοσέρνεται στον κάμπο
    είναι η ζωή μου

    ήρεμο κι αργό
    ένα βουβό πάθος
    πυρετός για τη θάλασσα
    μια λαχτάρα για τα ψηλώματα που άφησε για πάντα

    Τόλης Νικηφόρου, Από τη συλλογή Αναρχικά (1979)

    14. ένα ποτάμι στοιχειωμένο

    ένα ποτάμι στοιχειωμένο είναι το αίμα μου
    από προγόνους και μνήμες σκοτεινές
    λάμψεις της αστραπής που σχηματίζουν λέξεις
    ταξίδια μυστικά σε χώρες που ποτέ δεν γνώρισα

    ένα ποτάμι στοιχειωμένο είναι το αίμα μου
    μια μουσική
    ένα μελλοντικό καράβι
    πλησίστιο που περιπλανιέται
    σε κατακόμβες φωτεινές του γαλαξία

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό (1998)

    Το ποτάμι πίσω δε γυρνάει, Πορτοκάλογλου

    15. Στο ποτάμι

    Με τον καιρό πέφταν τα φύλλα
    γίνονταν βούκινα οι καρποί, τι σάλπιζαν
    δίπλα μου το νερό-νερό
    η πέτρα-πέτρα
    δεν είχε μονοπάτι ο θάνατος.

    Ξάστερο το ποτάμι με λιγνά νερόφιδα
    ίσκιοι πουλιών, χίλια τζιτζίκια.
    Τι ‘ταν που σάλεψε! Χαλίκια στη συρμή
    κι ο τρομαγμένος πετροκότσυφας.
    Γύρισα για να δω, κανένας.

    Μόνο στην άκρη το νερό θολό,
    σημάδια από θεόρατες πατούσες
    κι οι πέτρες γύρω τους βρεγμένες.

    Πρόλαβα κι έκλεισα τ’ αυτιά
    την ώρα που ‘σκαγε το γέλιο του.

    Μιχάλης Γκανάς, Μαύρα Λιθάρια (1993)

    16. Αψίδες

    «Ποιος τραγουδά στις όχθες του χαρτιού»;
    Γερμένος, ακουμπώντας πάνω απ ΄ το ποτάμι
    Εικόνες, βλέπω, αργοπορώντας μόνος,
    τον εαυτό μου ν ΄ αλαργαίνει: Γράμματα αρχαία,
    Αστερισμοί από σημεία, χαράγματα
    Πάνω στο σώμα του χρόνου, ω γραφή,
    γραμμή επάνω στο νερό!

    Κι εγώ ανάμεσα σε πράσινες
    αγκάλες, σε καθρέφτες από νερό,
    Ποτάμι που γλιστρά μένοντας ακίνητο
    φεύγοντας μακριά απ ΄ τον εαυτό μου, σταματώ
    Χωρίς από μιαν όχθη να κρατιέμαι κι
    ακολουθώ, το χαμηλό
    ποτάμι , ανάμεσα σε αψίδες από
    Εικόνες αξεδιάλυτες, ποτάμι του στοχασμού.

    Ακολουθώ, με την ελπίδα ν ΄ ανταμώσω την ζωή μου,
    Ποτάμι ευτυχισμένο που δένει και ξηλώνει
    Ένα λεπτό του ήλιου ανάμεσα στις λεύκες,
    Στην πέτρα τη γυαλιστερή αργοπορεί,
    Λύνεται ξανακυλώντας κάτω για να βρει την ύπαρξή του.

    OKTAΒΙΟ ΠΑΣ

    Where the rivers meet

    17. «Το Ποτάμι Μπυές»

    « Κ’ ήσουν εσύ ποτάμι, Μπυές, που κάτω από το λόφο

    έρρεες ανάμεσα στα δέντρα με τα φρέσκα

    φύλλα` που μες στον καθρέφτη σου

    σάλευαν οι δαντέλες των βουνών και γίνονταν

    κι αυτές ποτάμι. Κ’ έσκυψα κ’ εγώ τότε στη διάφανη

    κοίτη σου, όπου σμίγοντας έρρεαν αξεχώριστα

    ο ουρανός και το νερό. Κοίταξα και ξαφνιάστηκα :

    Είδα πώς είμαι ακόμη πρόσωπο. Πως έχω

    συναντηθεί με τον εαυτό μου. Κ’ έσκυψα περσότερο

    και βρήκα το χαμένο μου μαργαριτάρι, εκείνη,

    την ιριδίζουσα φωνή που άρθρωνα

    από τον πέτρινο εξώστη της γης, κοιτάζοντας

    το γλυκό φως. Και σούλεγα: αν ήξερες

    θα με γνώριζες, Μπυές,απ’ την σκηνή μου που ταξιδεύει άλλοι δουλεύουν με το χώμα, άλλοι με το χαλκό,

    εγώ δουλεύω με τον πόνο` θα με γνώριζες.

    Και, ωραίο ποτάμι που είσαι Μπυές, σούλεγα, με τον κόσμο

    καθρεφτισμένον στην καλή του ώρα και μ’ ένα κάλλος

    που δεν θυμίζει παρελθόν. Και σε κοιτούσα,

    τα δέντρα κρέμονταν μες στο νερό σου, κ’ έλεγα:

    Καθρεφτίζεις τον ουρανό ή εσύ καθρεφτίζεσαι;

    Γιομίζει το στόμα σου λέξεις και φως –

    αυτό θα ειπεί άλλωστε ποιητής, ή αγάπη:

    Το φως μες στο στόμα σου να γίνεται λέξεις

    κ’ οι λέξεις, να γίνονται φως.»

    NIKHΦOΡOΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    Κι όλο πηγαίνω στις πηγές, Μανόλης Μητσιάς

    18. Κι όλο πηγαίνω στις πηγές

    Τώρα μαθαίνω το σώμα μου,
    τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού
    με το σακούλι του αναστεναγμού
    κι όλο πηγαίνω στις πηγές.

    Ποτάμια, δάση και νερά,
    ποτάμια, δάση με καλούν.
    Ποτάμια, δάση και νερά
    και το κελάηδισμα είμαι εγώ
    κι όλο πηγαίνω στις πηγές.

    Κινώντας φύλλα και πουλιά,
    υμνώντας φύλλα στη σιωπή.
    Υμνώντας φύλλα και πουλιά
    και το φτερούγισμα είμαι εγώ
    κι όλο πηγαίνω στις πηγές.

    Νίκος Καρούζος

    19. Γ΄ ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

    Του ποταμού η σκεπή σωριάστηκε• τα στερνά
    δάχτυλα των φύλλων
    Γαντζώνουν και βουλιάζουνε στην όχθη την υγρή.
    Ο αγέρας
    Στην καστανόχρωμη τη γης διαβαίνει, ανάκουστος.
    Φύγανε οι νύμφες.
    Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου
    για να πω.
    Ο ποταμός δεν κατεβάζει άδειες μποτίλιες,
    χαρτιά από σάντουιτς,
    Μεταξωτά μαντίλια, χαρτονένια κουτιά,
    αποτσίγαρα
    Κι άλλα τεκμήρια θερινών νυχτών. Φύγανε οι
    νύμφες.
    Κι οι φίλοι τους, οι χασομέρηδες κληρονόμοι των
    διευθυντών του Σίτυ•
    Φύγανε, δεν άφησαν διεύθυνση.
    Επί των υδάτων Λεμάν κάθισα κι έκλαψα…
    Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου
    για να πω,
    Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, ’τι δε φωνάζω
    ούτε φλυαρώ.
    Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου ακούω σε μια
    παγωμένη ριπή
    Το κροτάλισμα των κοκάλων, και το πνιγμένο
    γέλιο ν’ απλώνεται. στην ακοή.

    Τ.Σ. ΕΛΙΟΤ , Η έρημη χώρα, απόσπασμα

    Άγριο ποτάμι, ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΒΕTΤΑ- ΜΑΡΙΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ

    20. Οι ποταμοί;

    Οι ποταμοί; Τους διάβηκα. Οι θάλασσες; Τις είδα.
    Και μέτρησα των ωκεανών τα πλάτη και τα μάκρη’
    ξέρω ως που φτάνει τ΄ όνειρο, που σταματάει η ελπίδα’
    μα της αγάπης ποιος Θεός μπορεί να βρει την άκρη;

    ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΗΜΗΡΙΩΤΗΣ

    ***

    21. ΩΡΑΙΟ ΠΟΤΑΜΙ ΚΥΛΑΕΙ ΑΡΓΑ

    Ωραίο ποτάμι κυλάει αργά
    νωχελικά στον ήλιο
    Είμαι στο τραίνο που πεθύμησα μικρός
    πάνω στη γέφυρα
    Ο ταξιδιώτης που ήθελα
    να υγραίνεται σε μάτια θηλυκά
    το ακριβές είδωλό του.

    Ωραίο ποτάμι κυλάει αργά
    Μια ρανίδα φωτός
    κατεβάζει στη θάλασσα
    μια νοερή πτυχή
    του ανείδωτου εγώ
    σε απάτητα βάθη
    κι αναδύεται πάλι αυτή
    στον ορίζοντα ιριδίζουσα κόρη.

    Ωραίο ποτάμι κυλάει αργά
    καθρεφτίζει την ως άνω ρανίδα φωτός
    μια πτυχή νοερή σ’ ένα σύννεφο άσπρο
    πριν να πέσει η βροχή δειλινή
    και να σκίσει στα δυο
    τον αρχέγονο βράχο
    ν’ αναβλύσει ξανά
    η αρχαία πηγή.

    ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

    Χίλια ποτάμια, Μίλτος Πασχαλίδης

  2. Ορκίζομαι ότι δεν είμαι τόσο μεγάλη, όσο υποθέτετε! 🙂 🙂
    Καλό κυριακάτικο απόγευμα και μακριά από ένα Ποτάμι: τού Σταύρου! 😉

    • Γεια σου, Πέτρα, (ανάμεσα σε πολύτιμες και ημιπολύτιμες συνονόματες!)

      Δεν υποθέτουμε τίποτα.
      Άρα: Κι εμείς που τυχαίνει να ξέρουμε το άσμα εποχής του μίστερ Βαβάτσικου, δεν είμαστε τόσο μεγάλοι. Ίσως, λιγάκι μεγαλύτεροι, αφού μας αρέσει η -all time classic -Tina Turner .

      Rolling on the river (Proud Mary)-Tina Turner

      Τσίμπα και ένα ποιηματάκι για περισυλλογή.
      (Επειδή είμαι …πολύ δημοκρατικός τύπος, δεν θέλω διαμαρτυρίες για το …χορταστικό μέγεθος. Στη συνέχεια, θα εξεταστείς επί του θέματος!!!)

      [Το πρόσωπο ποταμού]
      στη Marie

      Φρέσκο πρόσωπο τόσο
      Που θα ‘θελε να το γευτεί κανείς
      Μάγουλα λεία φρουτώδη
      Μάτια μπλε ελεκτρίκ
      Λαμπερά και ξαφνικά
      Συννεφιασμένα
      όπως και το δικό μας είναι το πρόσωπο του ποταμού:

      χαρωπό θλίβεται, καταπραΰνεται και ταράζεται,
      αναρριγεί στο αστείο, με γέλιο σκαμμένο
      απ’ τα κεντρίσματα βροχής, φτιάχνει μία ρίμα
      για τις ουράνιες τροπές, παίζει στον καθρέφτη
      καθώς ο καθένας αντανακλά
      στην ατμόσφαιρα ενός βλέμματος που τον καρφώνει.

      Οι μεγάλοι ποταμοί είναι προσωπικότητες:
      Ο Ροδανός μυστικός
      γονατιστός
      στο δέλτα του∙

      Ο Ρήνος μουσικός
      καθοδηγούμενος
      απ’ τ’ άστρο του Βορρά∙

      Ο Σηκουάνας με τις όχθες του
      χρυσοχόος
      των Παρισίων∙

      Ο Τάμεσης με την καρδιά του
      να χτυπά μ’ έναν ρυθμό
      της θάλασσας∙

      Ο Τίβερης εξαίσια
      εγκωμιασμένος
      απ’ τους ποιητές∙

      Ο Δούναβης βαβαρικός – αυστριακός – λίγο σλοβακικός
      ουγγρικός με μεγαλοπρέπεια – μία όχθη κροατική –
      από τις Σιδηρές Πύλες δραπετεύει στη Σερβία
      και τελειώνει ρουμάνικος δίπλα στη Βουλγαρία∙

      Ο Βόλγας «Μητέρα της Ρωσίας»
      νεύει στους καπετάνιους των πλοίων του,
      στον μακρύ του δρόμο που τον φλερτάρουν πέντε θάλασσες∙

      Ο Γάγγης ιερουργός
      φορτωμένος με μιάσματα
      και καθαρτήριος∙

      Ο Χουάνγκ Χε παραληρεί, ο υπέροχος Γιάνγκ Τσε
      Ο ένας είναι Κίτρινος συχνά, ο άλλος όχι και τόσο Γαλάζιος,
      – οι Κινέζοι φτιάχνουν φράγματα στις διαθέσεις τους
      των «αγαθών γιγάντων», άλλοτε των απαίσιων δράκων∙

      Μεγάλο ποτάμι ιροκέζικο που εφηύρε ο Cartier
      όμορφο γέννημα των Μεγάλων Λιμνών, ο Άγιος Λαυρέντιος που αναπνέει
      στη σκιά των μικρών οχυρών που θα γίνουν πολιτείες,
      στην κρύα συντροφιά του ατλαντικού βασιλείου∙

      Ο Μισσισσιπής με τους πλατείς ώμους,
      που έχει σαν υπηρέτες τον Οχάιο και τον Μιζόυρι
      παίρνει τη μυρωδιά από τους βάλτους της Λουιζιάνα
      υποχθόνιες ραδιουργίες ακόλαστων βαθών…

      Και τι να πει κανείς και για τον Αμαζόνιο
      με τα πολλά αχανή του στάδια νωχέλειας,
      για τον εξημερωμένο Νείλο, τον Μεγάλο Κηπουρό της χώρας του,
      για τον Τίγρη και τον Ευφράτη, που ανάμεσά τους σωριάζονται
      οι πύργοι του λόγου συνθλίβοντας τον πρίγκιπα και τον αρχιτέκτονα;

      Αποφασιστικό παιδί
      Αρνείσαι μ’ ένταση
      Το μέλλον των ρυτίδων
      Και των σημαδιών του χρόνου
      Αν μεγαλώσεις θα ήθελες
      Να έμενες κοριτσάκι
      σαν
      που περπατά σε αδρανή πλαγιά
      με βούληση λυγισμένη στους μαιάνδρους του
      περήφανη γεμάτη αγάπη για τον μυχό της.

      Άλλοτε το χρώμα, η μυρωδιά, η γεύση και η βία
      στο νερό της οικουμένης διέκριναν τις κοίτες
      των «πατέρων ιδρυτών» τοπίων
      και χωρών
      – ευχάριστα άτακτοι στη ζωηρή τους νεότητα,
      ακροβάτες ξεφτισμένοι από το κατόρθωμα,
      γεννούν τις πόλεις σε χοντρά στομάχια αστικά –
      και αν μας αρέσουν οι γιορτινές τους όχθες
      ξέρουμε ότι δεν καταλαγιάζουν όλοι,
      σε κατάσταση μανίας (εξαιρετικής ή ενδημικής)
      προσποιούμενοι, προς στιγμήν, ότι θα τα παρασύρουν όλα
      στον βούρκο με τα πτώματα και τα ερείπια
      με τρόπο που αρμόζει στους κατακτητές, ακόμη κι αν είναι τόσο άκακοι!

      Ό,τι καιρό κι αν έχει, προς τις εκβολές,
      με το χρώμα τους θολωμένο,
      με επιβραδυμένο βήμα
      θα φτάσουν στην ακτή,
      θα καταθέσουν τα κέρδη τους,
      τη λεηλασία της πλαγιάς.
      Και μνήμες της πηγής
      πλημμυρισμένες από αλάτι,
      η εκβολή θα είναι
      της μάχης ο επίλογος.

      Παιδί που αναρριγείς
      Το αίνιγμα του χρόνου
      Αποτυπωμένο στο πρόσωπό σου
      Στην Ιστορία της οποίας
      Οι πανίσχυροι ποταμοί
      Δεν είναι παρά μία εικόνα.

      Andre Ughetto, [Μετάφραση: Χαράλαμπος Μαγουλάς]

  3. Ciao Petra!!!… Εγώ μάλλον δεν υποθέτω, γιατί πρέπει να ‘χω δει φωτογραφίες σου στο μπλογκ σου!…Ευχαριστώ πολύ για το παλιό όμορφο τραγούδι του Βαβάτσικου!!!
    *Για σένα ένα ωραιότατο τργούδι του Χατζιδάκι…

  4. Ciao Aggelik;h!… Καλό κυριακάτικο βράδυ!!!!
    «ποτάμι φουσκωμένο – πλμμυρισμένο» από ωραιότατα ποιήματα κι όμορφα τραγούδια το σχόλιό σου!!!

    «Μερικοί επιμένουν να χαρακτηρίζουν τα ποιήματά μου «ομοφυλόφιλα». […] Είμαι κι εγώ σαν ένα ποτάμι που κυλάει περνώντας από διάφορα μέρη, και απ’ το κάθε μέρος όλο και κάτι παίρνει […] Ποτάμι είναι και κυλάει· δε μένει σε καμιά περιοχή, κι ας έχει πάρει κάτι από όλες».
    (Ντίνος Χριστιανόπουλος από μια συνέντευξή του)

    -Χάρης Μελιτάς, «ΠΟΤΑΜΙ ΚΟΚΚΙΝΟ»

    «Οι παπαρούνες
    αψηφούν το άρωμα
    Ψηφίζουν χρώμα.»
    (Χαϊκού με τίτλο – Χάρης Μελιτάς, Μανδραγόρας)

    -Γιάννης Παππάς, «Τα μέσα μου ποτάμια»

    «Μέσα μου κυλάνε δυο ποτάμια,
    δυο φλέβες που χτυπάνε δυνατά.
    Άραχθος και Λούρος έρχονται από ψηλά.
    Ο ένας έρχεται από το Τόμαρο,
    φίδι που γδέρνεται στ’ άγρια βουνά
    μέχρι να βγει στο ξέφωτο.
    Πλατάνια και ιτιές ,τριφύλλια ,καλαμπόκια,
    και κάτω στο τελείωμα ελιές και εσπεριδοειδή,
    πουρνάρια, δρυς,παλιά υδραγωγεία ,υδρόμυλοι,
    νεροτριβές και χάνια.
    Ο άλλος Άραχθος ορμητικός,
    θεριεύει με τα δάκρυα των ανθρώπων
    με τον καθημερινό τους μόχθο.
    Πέτρα πάνω στην πέτρα· σε κάθε πέτρα κι ένας άγιος.
    Πέτρινα γεφύρια, ξωκλήσια, εικονίσματα,
    αλώνια, βρύσες, αναβαθμίδες της ξερολιθιάς.
    Δρόμοι των νερών των ανθρώπων και των πολιτισμών.
    Μέσα μου κυλάνε δυο ποτάμια,
    δυο φλέβες που χτυπάνε δυνατά.»
    (από το «Δύο Ποτάμια & Πέντε Ποιήματα»)

    -Γιώργος Μαρκόπουλος «Τα ποιήματα, ένα ποτάμι, ο ποιητής»

    «Τα ποιήματα είναι τόσο δύσκολα, το ξέρετε.
    Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα
    σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες.

    Ένα ποτάμι είναι ένας ξένος που κρύβεται, το ξέρετε.
    Την ημέρα πηγαίνει στη θάλασσα.
    Το απόγευμα λουφάζει ακίνητο
    σαν αγρίμι που πέρασαν δίπλα του κυνηγοί.

    Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος
    που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες.»

    (Οι πυροτεχνουργοί, 1979)

    -Θανάσης Κριτσινιώτης, «Την είδα στο ποτάμι»

    Κυλάει το ποτάμι, χλωμό και ήσυχο.
    Ανάμεσα σε δέντρα και βήματα οδοιπόρων.
    Προσόψεις σπιτιών το ακολουθούν
    σαν σιωπηλοί, πέτρινοι άγγελοι.
    Έχουν χρώμα σκοτεινό κι ένα μορφασμό εγκατάλειψης.
    Εκεί την είδα. Μαυροφορεμένη
    και τα μαλλιά της να κυματίζουν. Μ’ ένα σακίδιο
    στον ώμο. Έχοντας μέσα την ψυχή της,
    ένα ζώο παράξενο κι άγριο.
    (Θανάσης Κριτσινιώτης, «Η Δάφνη και το ποτάμι»)

    -Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Το Ποτάμι

    Όλα ανεβοκατεβαίνουν,
    όλα πάνε και γυρίζουν.
    Ένα μόνο δε γυρίζει:
    το ποτάμι, το ποτάμι.
    Όλα χάνουν τη λαλιά τους,
    όλα κάποτε σωπαίνουν.
    Ένα μόνο δε σωπαίνει:
    το ποτάμι, το ποτάμι.
    Όλα πάνε και γυρίζουν,
    όλα κάποτε σωπαίνουν.
    Ένα μόνο δε γυρίζει,
    ένα μόνο δε σωπαίνει:
    Το ποτάμι το ποτάμι.
    (https://anthologio.wordpress.com/2013/12/29/%CE%AE-%CE%AF-31/)

    -Κωστής Παλαμάς, «Τ᾿ ὁλόχρυσο ποτάμι»

    «Τρέχ᾿ ἡ ματιά μου ἐλεύθερη, χάνεται, σχίζει
    κάτου τὰ κύματα τὰ σύννεφα ψηλά,
    καὶ πάει καὶ σταματᾷ ἐκεῖ ποὺ γλυκογγίζει
    καὶ μὲ τὴ θάλασσα ὁ οὐρανὸς μιλᾷ.
    Κοιμᾶται τ᾿ ἀκρογιάλι, ἡ αὔρα πλέει δειλά,
    ἀσπρίζει ἐδῶ πουλὶ κι ἐκεῖ οὐρανὸς μαυρίζει.
    Ἡ νύχτα ἐχύθ᾿ ἡ δύσις μοναχὰ ροδίζει,
    ἡ μέρα εἶναι νεκρὸς ὁποῦ χαμογελᾷ.
    Μὰ καὶ τῆς δύσεως σὲ λίγο φεύγ᾿ ἡ χάρη,
    καὶ μέσ᾿ στὴ λίμνη μας θὰ δοῦμε τὸ φεγγάρι
    ἕνα ποτάμι ὁλόχρυσο πλατὺ νὰ κάμει.
    Καὶ τότε θὰ σοῦ πῶ ἀγάπη μου δροσάτη:
    -Μέσ᾿ στὴν καρδιά μας, θάλασσα πάθη γεμάτη,
    ὁ Ἔρως εἶν᾿ αὐτὸ τ᾿ ὁλόχρυσο ποτάμι.»

    (http://users.uoa.gr)

    -Γεώργιος Δροσίνης, «Ἡ θάλασσα καὶ τὰ ποτάμια»

    «Πῆγαν τὰ ποτάμια
    παραπονεμένα
    κι εἶπαν τῆς θαλάσσης:
    Φέρνομε σ᾿ ἐσένα
    ὅλα μας τὰ πλούτη,
    ὅλη τη χαρά μας,
    ὅλη τη ζωή μας,
    ὅλα τὰ νερά μας.
    Καὶ γιὰ πληρωμή μας
    σὺ τί μᾶς χαρίζεις;
    Παίρνεις τὰ νερά μας
    καὶ μᾶς τ᾿ ἁρμυρίζεις!
    Καὶ τοὺς εἶπ᾿ ἐκείνη:
    Πῶς μπορῶ ν᾿ ἀλλάξω;
    Τὰ γλυκὰ νερά σας
    πῶς νὰ τὰ φυλάξω;
    Εἶμ᾿ ἀπὸ τὴ φύση
    ἁρμυρὴ πλασμένη
    Κι ἁρμυρὸ κοντά μου
    κάθε τί θὰ γένει.
    Τὰ παράπονά σας
    πᾶνε στὰ χαμένα.
    Θέτε τὸ καλὸ σάς;
    φεύγετ᾿ ἀπὸ μένα.»

    (http://users.uoa.gr/)

  5. 1. ΠΝΙΓΟΝΤΑΙ ΠΟΤΑΜΙΑ

    Τώρα,
    σιωπές που μέσα πνίγονται ποτάμια
    είναι βαρύ το αντίτιμο
    να μένεις μόνος· οι άλλοι
    να ξαργυρώσουν μια μικρή συμμετοχή
    με υπερβολικά μεγάλο τόκο.
    Τόσες φωνές απ’ το βυθό
    δε λένε να μ’ αφήσουν ήσυχο τα βράδυα·
    μόνη η φωνή μου
    σπάζει στην επιφάνεια της νύχτας
    τα μάτια μου βουτάνε στο σκοτάδι.
    Τίποτα·
    παλιά χνάρια και δακτυλικά αποτυπώματα.

    (Από το βιβλίο: Δημήτρης Κανελλόπουλος, «Σκυθικές ερημίες (Ποιήματα 1986-1996)», Κολωνός, Αθήνα 1996, σελ. 48.)

    ***

    2. Επειδή το σώμα έχει τα ποτάμια του επειδή
    τα χέρια τον απελπισμό τους επειδή η καλοσύνη έχει
    το ήθος της επειδή τα μάτια σου τον άγγελό τους
    Γι’ αυτό κατάστηθα σε ακούω επειδή η κόλαση
    Γέρνει στον παράδεισο επειδή το κλάμα έχει το άδικό του
    Επειδή το φως πέφτει και τσακίζεται
    Επειδή ο ήλιος έχει τις κηλίδες του
    Επειδή η μνήμη το χαμό της

    ZEΦΗ ΔΑΡΑΚΗ

    Πέτρος Πανδής – Γεια σου, μωρέ ποτάμι

    3. ΚΟΛΥΜΠΩΝΤΑΣ ΣΕ ΛΙΜΝΕΣ ΚΑΙ ΠΟΤΑΜΙΑ
    1
    Το καλοκαίρι το χλωμό, όταν οι άνεμοι όλοι πάνω
    απ’ τα φυλλώματα των πιο μεγάλων δέντρων τρέχουν,
    στους ποταμούς και στις λιμνούλες πρέπει να τραβάμε,
    εκεί που οι λούτσοι και τα φύκια τις μονιές τους έχουν.
    Μες στο νερό αλαφραίνει το κορμί. Όποτε το μπράτσο
    έξω άβαρο στον ουρανό θα πέσει απ’ το νεράκι,
    θαν το ζυγίζει μες στη λήθη το αγεράκι όρθιο
    μπερδεύοντάς το με κανένα καφεδί κλαδάκι.
    2
    Στον ουρανό τα μεσημέρια επικρατεί ησυχία.
    Τα μάτια κλείνεις, όταν χελιδόνια ξεπετάνε.
    Πατάς ζεστή την άμμο. Κι άμα νιώσεις κρύο ρεύμα,
    θα ξέρεις ψάρια γύρω-γύρω σου πως κολυμπάνε.
    Το σώμα, η ραχοκοκαλιά και το ήρεμό μου χέρι –
    πόσο ήσυχα… τί τέλεια στο νερό είμαστ’ ενωμένοι!
    Κι όταν ψυχρά ψαράκια ανάμεσά μας μπαινοβγαίνουν,
    στεγνώνει ο ήλιος –νιώθουμε– τη σάρκα τη βρεγμένη.
    3
    Το βράδυ, με τα μέλη μουχλιασμένα απ’ τη μακριά μας
    σιέστα, οπού θα νιώθουμε βαριοί, νωθροί σα βόδια,
    χωρίς να το πολυσκεφτόμαστε θα πρέπει πάντα
    να ορμάμε στο νερό τσαλαβουτώντας χέρια-πόδια.
    Το πιο καλό όμως είν’ να καρτεράμε νά ’ρθει βράδυ.
    Τότε έρχεται στη γη ο ουρανός ωχρός σαν καρχαρίας,
    κακός και πεινασμένος, στα ποτάμια και στα θάμνα,
    και τους κυρίους κυνηγώντας φέρνει εις τας κυρίας!
    4
    Ανάσκελα θα πρέπει να ξαπλώνεσαι – υπτίως.
    Ν’ αφήνεσαι να σε πηγαίνει όπου σε πάει το ρεύμα.
    Δεν πρέπει καν να κολυμπάς, ειμή μονάχα και όταν
    χαλικοβότσαλα απ’ τον βυθό σου κάνουν νεύμα.
    Ψηλά, στα ουράνια πάντα τα έναστρα το μάτι νά ’χεις
    γυναίκα λες και σε καλεί σ’ ερωτικά θολάμια.
    Χωρίς πολλές κινήσεις λάμνε ωσάν τον Παντοδύναμο
    που πέφτει για να δροσιστεί στων θόλων τα ποτάμια.

    Bertolt Brecht, «Η Βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων και άλλα 499 ποιήματα» (μεταφρ.: Γιώργος Κεντρωτής), εκδ. Gutenberg, 2014

    ***

    4. ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΖΕΙ

    Είναι πάντα
    μια λυπημένη θύμηση
    που σιγοκαίει
    πίσω απ΄ τη μνήμη,
    ένα δάκρυ
    που σταλάζει αυτούσιο
    πίσω απ΄ τη χαρά,
    ένα ετοιμόρροπο σύννεφο
    π΄ αναμετρά για τελευταία φορά
    τ΄ ανάστημά του
    πριν απ΄ τη βροχή.

    Είναι πάντα
    μια σκιά οδύνης
    που κατασκηνώνει
    μέσ΄ απ΄ τον καθένα μας
    μια φωτιά και μια στάκτη
    πίσω απ΄ την κάθε πράξη μας.

    Κι ένα ποτάμι π΄ αυτοσχεδιάζει πάντα
    τα βήματά μας, τα τελευταία βήματα εκείνων

    που ξέρεις πως δεν πρόκειται κα γυρίσουν πια.

    Ανδρέου Ανδρέας

    Σαν το νερό του ποταμού, Ψαρογιώργης-Αγγελάκας

    5. κοιτάζω με τις ώρες το ποτάμι
    κολυμπάει το μυαλό
    άσπρο στο καράβι
    όλα δεν έχω
    γυρίζω να φύγω δεν υπάρχω
    ένα κορίτσι στην όχθη
    είμαι η μνήμη της
    ευγενική βροχή
    η ωραιότερη εικόνα του κόσμου

    περιμένω στην όχθη
    να με δεχθεί το ποτάμι
    ανεβαίνω αργά στη βροχή
    φιγούρα κάνω γιατί πετάω
    αμίλητη για καιρούς πολλούς
    πέφτω με τα μούτρα
    χωρίς καμιά κομψότητα
    να πνιγώ θεαματικά

    το ξέρω ότι λέω τα ίδια
    η αρχή μοιάζει στο τέλος
    άσε που η ζωή

    MAΡΙΑ ΚΟΥΡΣΗ

    ***

    6. ΠΕΡΑΣΑ
    ……………………………………………………..
    όσο μπόρεσα έφερα αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
    όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
    κι όσο ήταν δυνατόν
    φαντάστηκα νερό στα ξεροπόταμα
    και παρασύρθηκα.

    όχι, δεν είμαι λυπημένη.
    Σε σωστή ώρα νυχτώνει

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, απόσπασμα.

    By the Rivers of Babylon , Boney M.

    7. Το μεγάλο ποτάμι της μνήμης τα παρασύρει όλα

    Η μητέρα μου στην αιώρα
    ατενίζει τη θάλασσα,
    που κανονικά δεν υπάρχει έξω
    από το σπίτι μας.

    Πάει κι έρχεται μισοφέγγαρο,
    εκκρεμές, κορίτσι ξεχασμένο
    στο δρόμο, περασμένα μεσάνυχτα.
    Όπως αιωρείται θυμίζει το χρόνο,
    το χώμα και εγκαρσίως
    τα νερά. Η ομιλία της
    είναι απόηχος του προσώπου,
    μια σκιά της ψυχής.

    Περνάει (απότομα) νέα,
    αγέρωχη, με μαύρα μαλλιά.
    Με φωνάζει, με μαλώνει, να μη φεύγω μακριά της
    και χαθώ στον κόσμο: ο χαμένος, ο απωλεσθείς,
    ο άπελπις, ο ανέστιος.

    Γιάννης Κοντός (Ο αθλητής του τίποτα)

    ***

    8. Ιστορία χωρίς όνομα

    Ήταν ένα ποτάμι κάποτε
    που κοιμόταν στα χέρια σου
    κι άλλοτε έφευγε σιωπηλό προς τη θάλασσα
    αφήνοντας πίσω του
    ένα φύλλο φθινοπώρου.

    Δεν ήξερα πως δίπλα στην καρδιά σου
    χτυπούσε η καρδιά ενός ποταμού
    πως ήσουν ποτάμι
    πριν γίνεις η αγάπη μου
    όπως εκείνα που κυλούν
    πλάι στις σιδηροδρομικές γραμμές
    που ενώνουν τις μεγάλες πρωτεύουσες
    όπως η σιωπή τις μεγάλες σημασίες
    κάτω απ’ τη μελαγχολική αυτοκρατορία της βροχής.

    Ένα παιδί τρέχει πλάι στα τραίνα που περνούν
    γυρεύει κάποιο δικό του πρόσωπο
    που ταξιδεύει
    πάντοτε ταξιδεύουν οι αγαπημένοι μας
    κι όταν ακόμη είναι κοντά μας, ταξιδεύουν
    μέσα στο φόβο μας να μην χαθούν.

    Πάντα μας ταξιδεύει η αγάπη.

    Κατερίνα Καριζώνη
    από τη συλλογή Τα παγώνια της Μονής Βλατάδων, 1992

    Ποταμέ, τζάνεμ ποταμέ μου

    9. Ακίνητος στου ποταμού την κοίτη

    «ΑΦΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ κι ούτε θα υπάρξει ποίημα
    ωραίο ως δέντρο, γιατί, αιώνες τώρα, γράφουμε
    ποιήματα, κήπους φανταστικούς δημιουργούμε,
    δίχως καρπούς και δίχως κελαηδίσματα, και δε
    φυτεύουμε ένα δέντρο ο καθένας, να μεγαλώσει,
    να φουντώσει, να καθόμαστε τα καλοκαίρια

    κάτω από τον ίσκιο του, γλυκό κρασί να πίνουμε
    με φίλους και γειτόνους;»

    Σκέψεις που κάνει ενώ εκπονεί το τελευταίο ποίημά του,
    ποίημα τόσο αδύναμο κι αναιμικό που δεν μπορεί ούτ’ ένα
    σπίνο να σηκώσει στα κλαδιά του, ούτε ένα μυρμηγκάκι
    να φιλοξενήσει στη σκιά του.

    Αργύρης Χιόνης
    από τη συλλογή Ο ακίνητος δρομέας, 1996

    ***

    10. ΘPYΛIKON ANAKΛINTPON

    O ειρμός του ποταμού διεκόπη. H συνοχή όμως του τοπείου ήταν τόση που και ο ποταμός κυλούσε. Mέσα από τα φύλλα των αγρών προς το γεφύρι που χτυπούσε ο ήλιος τα σπαρτά τα λευκά στήθη τα λουλούδια μέσα στα διάφανα πουκάμισα που ακουμπούσαν στα χαράματα τα κορίτσια σκύβαν γυμνά ή σχεδόν γυμνά να συνθλίψουν και να χαϊδέψουν γενικά τα σώματά τους και τα σώματα των ανθών. O περιφερειακός δρόμος του έγινε δρόμος ολοκλήρου πόλεως και το ποτάμι που την χωρίζει σε έξη μέρη αγκαλιάζει την ώρα που συνελήφθη το τοπίο στα δάχτυλα του πεπρωμένου.

    ANΔΡΕΑΣ EMΠΕΙΡΙΚΟΣ

    Ποτάμι, Αγγελάκας

    11. Ποτάμια που φεύγουν (1951-1954)

    Ενώ σε φιλώ, μας χαϊδεύει το θρόισμα
    του δέντρου που λικνίζει στον ήλιο το χρυσάφι
    που ο ήλιος του δίνει δύοντας, φευγαλέος θησαυρός
    του δέντρου που είναι το δέντρο του έρωτά μου.

    Δεν είναι λάμψη, δεν είναι φλόγα, δεν είναι ύψος
    αυτό που παίρνω από σένα, αυτό που λατρεύω,
    με το φως που φεύγει· είναι το χρυσάφι, το χρυσάφι,
    είναι το χρυσάφι καμωμένο σκιά: το χρώμα σου.

    Το χρώμα της ψυχής σου· γιατί τα μάτια σου
    είναι φτιαγμένα απ’ αυτήν, και στο μέτρο
    που ο ήλιος αλλάζει τα χρυσάφια του με τις πορφύρες του
    κι εσύ απομένεις χλωμή κι εξουθενωμένη,
    βγαίνει το χρυσάφι καμωμένο εσύ απ’ τα δυο σου μάτια
    που είναι η γαλήνη μου, η πίστη μου, ο ήλιος μου: ζωή μου!

    Juan Ramón Jiménez
    Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

  6. Ciaop, Ggeliki!!!….

    -«Ρούσα παπαδιά» (παραδοσιακό»

    «Σαν πήρα έναν κατήφορο, για δες, την άκρη το ποτάμι
    και το ποτάμι, άντε ρούσα παπαδιά, και το ποτάμι ήταν θολό
    και το ποτάμι ήταν θολό, θολό κατεβασμένο
    σέρνει λιθά , άντε ρούσα παπαδιά, σέρνει λιθάρια ριζιμιά

    σέρνει λιθάρια ριζιμιά, δέντρα ξεριζωμένα
    σέρνει και μια, άντε ρούσα παπαδιά, σέρνει και μια γλυκομηλιά
    σέρνει και μια γλυκομηλιά, τα μήλα φορτωμένη
    κι ανάμεσα, άντε ρούσα παπαδιά, κι ανάμεσα στους κλώνους της

    κι ανάμεσα στους κλώνους της, για δες, δυο αδέλφια αγκαλιασμένα
    να κλαίει η δό , άντε ρούσα παπαδιά, τα κλαίει η δόλια η Ρούμελη
    να κλαίει η δόλια η Ρούμελη, τα κλαίει ο κόσμος όλος
    για δέστε τα, άντε ρούσα παπαδιά, για δέστε τα κακόμοιρα

    για δέστε τα κακόμοιρα, για δέστε τα καημένα
    αν δεν, άντε ρούσα παπαδιά, αν δε φιλιόνταν ζωντανά

    αν δε φιλιόνταν ζωντανά, φιλιόντα πεθαμένα
    για δέστε τα, άντε ρούσα παπαδιά, για δέστε τα κακόμοιρα»

    -Γιάννης Ρίτσος, «Ταιριάζοντας τα λόγια στο ρυθμό του ποταμού»
    (απόσπασμα)

    «…Τότες ψάχναμε να βρούμε ένα τραγούδι στον ίδιο ρυθμό του ξυλοκόπου
    ή του ποταμού. Συλλαβίζαμε μέσα μας.
    Ταιριάζαμε τα λόγια απ’ τα ποιήματα που ‘χαμε μάθει στο σχολείο.
    Δεν ταιριάζαν. Τ’ αλλάζαμε. Λέγαμε:

    “Αυστηρή γη, σκοτεινή γη, σπαρμένη με κόκαλα ηρώων,
    το αλέτρι ξεθάφτει άσπρα κόκαλα στα γρασίδια
    τα παιδιά που σκάβουν λακκούβες στην αμμουδιά
    βρίσκουν τα κόκαλα των προγόνων τους
    στέκουν συλλογισμένα στο σούρουπο
    κοιτάνε τη γυμνή ραχοκοκαλιά των βουνών
    και μαθαίνουν την ιστορία τους πάνου στα κόκαλα
    πάνω σε τούτα τ’ άσπρα, τα γερά, τα μεγάλα κόκαλα.
    Την ίδια ώρα κιόλας μεγαλώνουν. Το βράδυ που γυρνάν στο σπίτι τους
    δεν τα γνωρίζει η μάνα τους και κλαίει. Αφήνουν τα βιβλία,
    πιάνουν το ντουφέκι κι ανηφορίζουν στη δόξα
    χαράζοντας πάνω στην πέτρα ένα μικρό μονοπάτι για τη λευτεριά.”

    Έτσι ταιριάζαμε τα λόγια στο ρυθμό του ποταμού…»
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. Β’, Κέδρος)

    -Γιώργος Σεφέρης, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»
    Στον Νάνη Παναγιωτόπουλο

    «Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε.
    Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι
    μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
    όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.

    Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,
    όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
    και το χάσμα της πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό.
    μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο,
    το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε
    το μεσημέρι.
    αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω
    καθώς το μακρύ ποτάμι που βγαίνει
    από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
    και ήτανε κάποτε Θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής
    και δέλτα.
    που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
    κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα,
    και το ίδιο Σημείο, ο ίδιος προσανατολισμός.

    Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
    Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά, βουλιάζει
    και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε
    από τα μαλάματα το πρόσωπό της
    κι είναι καιρός νά πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

    Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε
    γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι
    αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα
    και ζωντανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους που σπέρνουν και που θερίζουν
    και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών.
    Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι
    τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
    κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα
    χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,
    χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράματα ή έστω και για τα μεγάλα.
    όταν κοιτάζουν ίσια- πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε
    ν’ αναμετρά το δρόμο του με τ’ άστρα,
    όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό
    περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,
    πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν’ αλλάζει σχήμα,
    να μεγαλώνει και να μικραίνει.
    αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα του πόθου μας και της καρδιάς μας,
    στη στάλα του μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι
    ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει,
    πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε
    σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο
    αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο
    λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.»

    -Νίκος Καρούζος, «Ο ΤΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΑΙΜΑ»

    «Ποτάμια δάση και νερά που με καλούν
    αιώνες λουλουδιών εκείθεν…
    Ω σώμα, τη μνήμη δεν κρατώ
    μάχομαι στην ανάμνησή μου.
    Ο κόσμος οπού θα λησμονηθώ κορυδαλλός είναι μονάχα
    και το κελάηδημα είμ’ εγώ
    και το φτερούγισμα δεν επιμένει
    μα τα πουλιά βαραίνουν απ’ άλλη καταγωγή
    φεύγοντας τη δική σου τύχη, σώμα.

    Ποτάμι αχθοφόρε της πηγής
    όταν ο μελαχρινός αέρας τραγουδήσει
    της νύχτας ο μικρός αυθέντης
    κινώντας φύλλα και πουλιά στη σιωπή
    δεν είμαι μόνος.

    Κι όταν μια έρημη μάντρα κοιμήσει τα ερπετά
    κι όταν αγγίζω το στήθος της ωραίας κόρης
    ο δρόμος δένει πάλι τ’ όνειρό μου.»

    -Ioanna mips, «Το ποτάμι»

    Είναι μέρες τώρα που αναρωτιέμαι τι είναι ο άνθρωπος….
    Είναι ποτάμι ορμητικό που σε συνεπαίρνει με τη δίνη του. Σε ξαφνιάζει με τη δροσιά του. Σε παρασύρει και νιώθεις πρόσκαιρη ευτυχία. Και μετά ανακαλύπτεις ξαφνικά πως το ποτάμι είναι θολό. Σε ρουφάει, σε παρασύρει, σε καταπίνει και συ βουλιάζεις και χαίρεσαι. Δε θέλεις να σωθείς. Νιώθεις τις λάσπες του να κολλάνε επάνω στο κορμί σου και τις θεωρείς ιάματα. Βρωμίζεις και χαίρεσαι. Στον πάτο ξαπλώνεις και ηρεμείς. Τα πνευμόνια σου γεμίζουν θάνατο και χαίρεσαι. Λυτρώνεσαι από την απάθεια και κερδίζεις τη ζωή. Ελπίζεις να σωθείς. Ελπίζεις να χαθείς. Δεν ξέρεις τι ελπίζεις. Σε τι να ελπίζεις; Το ποτάμι είναι βρώμικο. Σε φτύνει. Σε ξερνάει. Δε μπορεί να ανεχτεί που το πλησίασες, που μπήκες μέσα του. Σε ρήμαξε και συ το νιώθεις σαν κομμάτι του εαυτού σου. Πως γίνεται; Εσύ ήσουν αέρινη. Δεν το ανεχόσουν το νερό. Καιρό στεκόσουν και κοίταζες τα ποτάμια να περνούν από δίπλα σου και δεν ήθελες ούτε το βλέμμα σου να σπαταλήσεις. Και τώρα; Γιατί να θέλεις να ξεδιψάσεις με απόνερα; Σκέψου… δεν είναι λογικό! Μα χωράει λογική, όταν σε άγγιξε η ψυχή του; Πενθείς… πενθείς και χάνεσαι για λίγα λασπωμένα απόνερα. Βουλιάζεις για μια ακόμα φορά και νιώθεις σταγόνα που σε ξέρασε το ορμητικό ποτάμι… και στάζεις… Στάζεις σταγόνες και συ…
    Έτσι είναι ο άνθρωπος. Ποτάμι θολό και βρώμικο… Μη ψάχνεις άλλο μέσα του. Τίποτα δε θα βρεις. Απογοητεύσου ήρεμα πια…
    (http://aretimaurogianni9.blogspot.gr/2012/12/blog-post_8918.html)

  7. 1. Το ποτάμι

    Πες μου ποτάμι που τρελά
    μέσα στους κάμπους τρέχεις
    και τόσες εμορφιές της γης
    με τα νερά σου βρέχεις,
    γιατί μας ψάλλεις θλιβερό
    σκοπό με τη φωνή σου;
    Ποιός άλλος ζει τέτοια ζωή
    γλυκιά σαν τη δική σου;

    Κι εκείνο αποκρίθηκε:

    Την ευτυχία έχω
    αφού η μοίρα μού ‘γραψε
    αιώνια να τρέχω.

    Αν ροδοδάφνες γέρνουνε
    με χάρη στα νερά μου,
    αν λυγαριές κι αγράμπελες
    ανθίζουν στα πλευρά μου,
    μήπως μπορώ να τις χαρώ
    και να τις αγαπήσω
    περνώ, τις βλέπω μια στιγμή
    και τις αφήνω πίσω…

    Και το ποτάμι σώπασε
    κι αφήνει το διαβάτη
    με πικραμένη την καρδιά,
    με δακρυσμένο μάτι
    γιατί μια μαύρη, μια σκληρή
    ιδέα τον τρομάζει
    πως κι η δικιά του η ζωή
    με το ποτάμι μοιάζει.

    Γιώργος Δροσίνης

    Τραγουδάω όπως τραγουδάει το ποτάμι – Β. Παπακωνσταντίνου

    2. Το τραγούδι μου είναι
    ένα κούτσουρο χοντρό
    Ένα κουρέλι μάλλινο

    Τραγουδάω όπως
    τραγουδάει το ποτάμι
    Όπως γεννιέται κανείς
    Όπως κρυώνει κανείς

    Τραγουδάω
    Τραγουδάω την ελπίδα
    που δεν έχει χρώμα,
    τραγουδάω εσάς.

    τραγουδάω το αίμα
    που παντού στη γη
    είναι κόκκινο,
    τραγουδάω εσάς

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ****

    3. Για να δεις τα χωράφια και τον ποταμό

    Για να δεις τα χωράφια και τον ποταμό
    Δεν είναι αρκετό να ανοίξεις το παράθυρο.
    Για να δεις τα δέντρα και τα λουλούδια
    Δεν είναι αρκετό να μην είσαι τυφλός.

    Είναι επίσης απαραίτητο να μην έχεις φιλοσοφία.
    Με την φιλοσοφία δεν υπάρχουν λουλούδια, μόνο ιδέες.
    Υπάρχει μόνο ο κάθε ένας από εμάς, σαν μια σπηλιά.

    Υπάρχει μόνο ένα κλειστό παράθυρο, και ένας ολόκληρος κόσμος έξω,
    Και ένα όνειρο για το τι θα μπορούσαμε να δούμε αν το παράθυρο ήταν ανοιχτό,
    Το οποίο δεν είναι ποτέ αυτό που βλέπουμε όταν το παράθυρο είναι ανοιχτό.

    F. Pessoa (1888-1935)

    Pissing In A River- Patti Smith

    4. […]
    Και είναι για μένα πάντοτε ο Αμούρ, ο ποταμός, ο Αμούρ ο Έρως.

    Προς αυτόν θα συγκλίνουν πάντοτε και θα εκτοξεύονται πάλι πάντοτε από αυτόν, οι παλμοί και οι παρωθήσεις μας και σχετικά και άσχετα με τις συνειδητές βουλές μας. Στις όχθες του, θα πολεμούν και θα ειρηνεύουν, θα καταστρέφουν και θα δημιουργούν, θα κοπιάζουν και θα αναπαύωνται, θα θρηνούν και θα αγάλλωνται, θα διψούν και θα δροσίζονται, όσοι από μας λέγουν το ναι, και όσοι από μας λέγουν το όχι.

    Είπα πάντοτε. Ναι. Πάντα και πάντοτε. Πάντα και πάντοτε θα ρέη ο Αμούρ, και εντός και εκτός, με την παντάνασσα ορμή του, όπως και χθες, όπως και σήμερα, όπως και τώρα που πλημμυρίζει μέσα μου και ξεχειλίζει και με αναγκάζει να κραυγάσω με όλη την δύναμη των πνευμόνων μου:

    «Αμούρ! Αμούρ!»

    [πηγή: Ανδρέας Εμπειρίκος, Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία (1936-1946), Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 52004, σ. 9-14, 16-17, 20-22 & 28-29]

    ***

    5. ΤΗΣ ΙΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ

    Ήλθες ιτιά
    γλυκιά ιτιά ήλθες αγαπημένη

    Πώς μπορούσα να μην επιστρέψω
    η αγάπη σε κάνει να επιστρέφεις
    ιτιά εγώ μα πάντα στις όχθες σου
    ιτιά εγώ μα μονάχα στις όχθες σου ζω

    Κι ο ποταμός κοντά της έφτασε
    έσκυψε στις ρίζες της
    και την εφίλησε

    Ποταμός εγώ μα πάντα τον ίσκιο σου αποζητούσα
    ποταμός εγώ μα δίχως εσένα απέμεινα στεγνός

    Και τότε πια ενώθηκαν
    έτσι όπως μόνο μια ιτιά κι ένας ποταμός
    μπορούν να ενωθούν

    Και τότε πια ρίζωσε στο βυθό του.

    Όλγα Ντέλλα

    Take Me To The River -Talking Heads

    6. Βλέποντας τις πυγολαμπίδες

    Στο Βουνό της Μάγισσας οι πυγολαμπίδες πετούν στη φθινοπωρινή νύχτα:
    έξυπνα περνούν το ανοιχτό δικτυωτό και κάθονται στα φορέματά μου.
    Ξαφνικά τα χάνω με τη δροσιά του λαούτου μου και των βιβλίων μου στο δωμάτιο,
    μετά μπερδεύω το φως των πυγολαμπίδων με τα σκόρπια αστέρια πάνω στα γεισώματα.
    Πάνε γύρω στο κιγκλίδωμα του πηγαδιού κι έρχονται σ’ ατέλειωτη γραμμή·
    περνώντας τυχαία τα πέταλα των λουλουδιών σκιρτούν και λάμπουν.
    Σ’ αυτή την κρύα όχθη του ποταμού, μ’ άσπρα μαλλιά, νιώθω θλιμμένος καθώς τις κοιτάζω
    -του χρόνου τέτοια εποχή θα ‘χω γυρίσει σπίτι;

    Του Φου, μτφρ. Σωκράτης Σκαρτσής, Κινέζοι Αναχωρητές Ποιητές

    Down By The River -Neil Young & Crazy Horse

    7. [ΑΣΜΑ]

    Η μηχανή σπάει τις πέτρες σαν κόκαλα μικρού παιδιού
    κάποτε συντρίβει τα χέρια του χειριστή πάντοτε
    ακολουθεί ένα νόμο.

    ο τραγουδιστής Ντύλαν που είχε μια κιθάρα και μια καλύβα
    στον Αμαζόνιο έφτυνε στο ποτάμι ακολουθώντας δικό του
    νόμο
    για να χωθεί στα γρανάζια της μηχανής
    απ’ την καλύβα και το ποτάμι.

    άνοιξε
    μία
    τρύπα και βούλιαξε μαζί με την κιθάρα
    στον Αμαζόνιο ουρλιάζοντας ένα σκοπό αψηφώντας
    στα φρεναρίσματα της μηχανής στην αγκαλιά
    της πόρνης εκμετάλλευσης
    κατέληξε
    νικημένος
    πια.

    Λευτέρης Πούλιος, απόσπασμα

    • …Αστείρευτη, Αγγελική!!!… Bravissima!!!!

      *Αφήνω σ’ αυτό το σχόλιο στην άκρη την ποίηση για να παραθέσω ένα διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη:

      -Το ποτάμι (από τη συλλογή Ζητείται ελπίς) – Αντώνης Σαμαράκης

      Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.
      Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε.

      Είχανε κάπου τρεις βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι.

      Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.

      Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.

      Και στις δυο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε.

      Οι πληροφορίες τους ήτανε πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο.

      Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ’ αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο.

      Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!

      Ο πρώτος που γλίστρησε κατά το ποτάμι ήτανε λοχίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα, σύρθηκε ως τους δικούς του, με δυο σφαίρες στο πλευρό. Δεν έζησε πολλές ώρες.

      Την άλλη μέρα, δυο φαντάροι τραβήξανε για κει. Δεν τους ξαναείδε

      πια κανένας. Ακούσανε μονάχα πολυβολισμούς, και ύστερα σιωπή.

      Τότε βγήκε η διαταγή της Μεραρχίας.

      Ήτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ’ ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει ένα σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή της Μεραρχίας…

      – Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! είπε μέσ’ από τα δόντια του

      κείνη τη νύχτα.

      Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.

      Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η δια

      ταγή της Μεραρχίας!

      Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή, το είδε όπως ήτανε: ποτάμι. Ήτανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός στην όχθη, δεν έπεφτε μέσα. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι (…)

      Ξύπνησε βαλαντωμένος δεν είχε ακόμα φέξει…

      Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ’ αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.

      Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά… Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε.

      Σ’ ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυο τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε κανένας από τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό.

      Από τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που δυο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ’ ένα σφουγγάρι μέσα του και να τα ‘σβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια.

      Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια…

      Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήταν παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.

      Δεξιά κι αριστερά, και στις δυο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε από πάνω του.

      Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ’ ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά.

      Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.

      Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν.

      Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο.

      Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους Άλλους. Πώς να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να ‘ναι ένας από τους δικούς του. Μπορούσε να ‘ναι ένας από τους Άλλους.

      Για μερικά λεπτά, και οι δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι αυτός όμως δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ’ όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο Άλλος, ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του.

      Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μέτρα μονάχα μακριά.

      Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.

      Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους.

      Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.

      Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος

      τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.

      Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα κάτι πουλιά που φτερoυγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε από την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.

  8. 1. ΠΟΤΑΜΙ

    Ένα κορίτσι μ’ άσπρα γέρικα μαλλιά
    Και πίσω απ’ το κορμί της
    Να σκοτεινιάζει ένα ποτάμι ποιήματα.

    Τάκης Σινόπουλος

    Boat On The River

    2. Ὑψίπεδον τῆς διελεύσεως
    (απόσπασμα)

    …Ὅλα στή γῆ θέλουν ἀγάπη και στοργή
    Τά πάντα μοιάζουν στήν βαθύτερη πηγή τους
    Τά κύτταρά μας τά ἐπισκέπτονται οἱ μέλισσες
    Τά ονείρατά μας κατοικούν μές στις ψυχές μας
    Καί λούονται μές στά ποτάμια
    Μέ πληθυσμούς καί μέ αγέλες…

    ANΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, Ὑψίπεδον τῆς διελεύσεως . 1936 – Τό Σῶμα τῆς Πρωῒας

    ***

    3. Το χρέος των ποιητών (απόσπασμα)

    Πολλά ποιήματα είναι ποτάμια.
    Άλλα είναι χαμολούλουδα σε βραδινό κάμπο.
    Άλλα είναι σαν πέτρες που δε χτίζουν τίποτα.

    Γιάννης Ρίτσος

    River Flows in You

    4. Εἰκοστή Αὐγούστου

    Δέν ἤτανε κοίτη αὐτή γιά ποτάμι.
    Ἡ ψυχή μου ξεχείλισε. Ἀνέβηκε ἡ στάθμη της,
    πέρασε πάνω ἀπ’ τά φράγματα, σκέπασε
    ἔξω τά πάντα. Δέν ξέρω ἄν αὔριο
    πιά θά μπορέσω, μαζεύοντας πάλι
    αὐτό τό χυμένο ἄσπρο κερί
    νά γυρίσω στό σπίτι μου.

    Αὐτή τή στιγμή θαρρῶ πώς ὑπάρχω
    μόνο στά πράγματα, ἔξω ἀπό μένα.

    (Τί ὄμορφα, Θέε μου, πού λάμπουνε τ’ ἄστρα,
    πού παίζουν τά φύλλα, πού ἀκούγεται ἡ θάλασσα!)

    Ὅ,τι βαθύτερο ἔκλεινα μέσα μου
    κύλησε, ἔφυγε, ἁπλώθηκε ὅπως
    τό λάδι στήν πέτρα, βρῆκε τό μέγα
    σῶμα του, ἔσμιξε καί πάει γιά πάντα.
    Τό φῶς δέν μαζεύεται.

    Νικηφόρος Βρεττάκος [Από το «ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ», 1961]

    ***

    5. Ποτέ μη γέρνεις στο κιγκλίδωμα στη μοναξιά!

    Ω, βουνά και ποτάμια μου
    πόσο εύκολα χωριστήκαμε
    πόσο σκληρός ο γυρισμός!
    Άνοιξη, θα πορευτείς με πεσμένα πέταλα
    και ρεύματα που γέρνουν στον παράδεισο;
    Αφήστε με να μείνω μια στιγμή!

    Li Yu (937-978) μτφρ. Δημήτρης Παλάζης

  9. Ciao Aggeliki!!!!……….

    «Δε θα ξανάρθω πια κοντά σου
    να μην ακούσεις το ποτάμι
    που μες στο στήθος μου κυλά.
    Αν δεις τον ήλιο να σου γνέφει
    τον έσπερο να σε ρωτά,
    βάλε τα σπάρτα τα μαλλιά σου
    τις μυγδαλιές στην αγκαλιά σου
    κι’ έβγα νυφούλα στα βουνά…»
    (Ν. Βρεττάκος, απόσπασμα από το ποίημα “Επιστροφή στο βουνό”»

    -Τάσος Λειβαδίτης, [Βόλγα, κόκκινο ποτάμι]

    «Βόλγα, κόκκινο ποτάμι
    Βόλγα, Βόλγα, μαγικέ
    Άι μωρέ, και ποιος τραγουδιστής
    θα μπορέσει να μας τραγουδήσει
    το νεκρό μας σύντροφο που φεύγει.

    Μονάχα εσύ γέρο- Βόλγα
    μεγάλο λαϊκό ποτάμι
    εσύ που έζησες τα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς
    που άκουσες τους μουζίκους να τραγουδάνε θλιβερά
    τραβώντας τις μαούνες- άι για – για
    που τα νερά σου γίνανε βαθιά κι απέραντα
    απ’ τα βαθιά κι απέραντα δάκρυα του λαού σου
    Βόλγα, Βόλγα
    εσύ που αντάμωνες κρυφά με τους εργάτες
    και καταστρώνατε σχέδια για την παγκόσμια λευτεριά
    που είδες να σου γελάνε ξάφνου μ’ όλα τα ανοιχτά παράθυρά τους
    τα σοβιετικά εργοστάσια
    μονάχα εσύ, γέρο, παππού της Ρωσίας
    εσύ, τελευταίε απ’ την παλιά φρουρά
    Βόλγα, Βόλγα, μαγικέ
    μονάχα εσύ θα μπόραες να μας τραγουδήσεις
    άι για – για
    το νεκρό μας σύντροφο που φεύγει.

    Τραγούδα μωρέ – Βόλγα σέρνοντας τα φαρδιά σου δάχτυλα
    πάνω στις ατσαλένιες πελώριες κιθάρες των γιοφυριών σου.
    Άρχιζε εσύ και μεις θα ξαναλέμε τη στροφή…»
    (απόσπασμα από το «Συντροφικό τραγούδι»)

    -Ρέντσο Νοβατόρε, [Το ποτάμι κυλά]

    Το ποτάμι κυλά και τραγουδάει…
    (το πανέμορφο ποτάμι, γαλήνιο και γελαστό)
    κυλά πάνω από το ντελικάτο
    Υγρό και σκονισμένο, κρεβάτι του
    κι οι λευκοί αφροί του
    είναι ένα χρυσό πάπλωμα.
    Ο τιτάνειος ύφαλος
    πλένει τα γρανιτικά του πλευρά
    μέσα στα λιτά νερά σου
    -ω μοναχικό ποτάμι-
    και κάθησε στις όχθες σου
    Κοιτάζω τα πράσινα φύλλα
    που, κεντημένος με σκια και με φως,
    ο άνεμος χαϊδεύει. Έτσι!
    Κοιτάζω. Σκέφτομαι και θυμάμαι…
    Η ψυχή μου όμως είναι σκοτεινή
    και, τριγύρω μου,
    το σούρουπο κλαίει. Μαύρο.
    Δεν αγαπώ πλέον.
    Δεν πιστεύω πια!»
    (Πηγή:http://apolitiko.espivblogs.net/category/%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B/

    -Ανδρέα Ζαρμπαλά, «Τα ποτάμια»

    «Ο Νείλος μπορεί να γυρίσει.
    Ο Μισισσιπής μπορεί να γυρίσει. Ακόμα κι ο Αμαζώνας.
    Αυτό το ποτάμι, που το λέμε Ζωή, κοίτη δεν αλλάζει.
    Τόσα χρόνια παλεύουμε κάτω από το βούρδουλα
    να φτιάξομε τη στροφή. Και το ποτάμι χάθηκε
    κάτω από τη χαλικαριά της σιωπής.
    Κυλάει στην κοίτη του.

    Εμείς, στην στροφή, λιώνουμε
    σαν οι σκλάβοι μιοας μοντέρνας Ρώμης
    μέσα στην ίδια τη Ρώμη.»
    (Α. Ζαρμπαλάς, 101 ποιήματα για μια χούφτα τόπο, Πολύτυπο)

  10. Ποτάμι ορμητικό του πόθου
    Χύνεται κάποτε η φωνή
    Που στα κυλίσματά του θεριεύουν
    Οι σκιές και στους χείμαρρους του
    Ορμούν τα σύμφωνα αγκομαχητά
    Να ξεψυχήσουν
    Προς την ακρούλα
    Τα φωνήεντα κοιτάζοντας
    Όπως σε όχθη ναυαγός.
    […]
    Κρυστάλλινη της μοναξιάς η όψη.

    MAΡΙA KYΡΤΣAKH [«Μαύρη θάλασσα», 2000]

    ΥΓ. Σήμερα πέθανε η Μαρία Κυρτσάκη. Λιγοστεύουμε…

  11. Καλησπέρα, Αγγελική!…

    -Μπλανς Ντε Οτερό, «Εγώ ανάμεσα σε λεύκες και ποτάμια;»

    «Ησύχασε. Δεν έχει σημασία αν νιώθεις κρύο
    στην ψυχή. Πρέπει να ησυχάσεις
    και να αποκοιμηθείς. Και το πρωί σηκώνεσαι νωρίς και πας ως
    το ποτάμι,
    κοίτα το αβίαστο κι άστο να κυλάει χωρίς καθόλου να νοιαστείς
    αν διαβαίνει ο καιρός σαν να ‘ναι ένα παιδί
    που η ζωή του φέρθηκε σκληρά, μα δεν πειράζει, πάντα υπάρχει
    κάποιο μέρος ήσυχο
    μια κάποια λεύκα που ριγάει σαν κελαηδήσει ένα πουλάκι
    και συ το βλέπεις ανάμεσα απ’ τ’ ανάρια φύλλα ευτυχισμένο και
    χαρούμενο
    το βλέπεις τώρα δα να κελαηδεί, να πηδάει, να πετάει στο λαγαρό
    αγέρι,
    μόλις που ακούς το θόρυβο του ποταμιού,
    και… γιατί κλαις, αν είναι αλήθεια αυτό που σου’πα,
    έλα, σύρε να κοιμηθείς, κι αύριο θα πάμε να δούμε στ’ αλήθεια
    το ποτάμι
    και ν’ αμφιβάλλουμε αν τ’ ονειρεύτηκες ποτέ, φτωχέ μου φίλε.»
    (Σύγχρονη ισπανική ποίηση, εκδ. ΓΝΩΣΗ)

    -Αντόνιο Ματσάδο. «Όχθες του Ντουέρο»
    (απόσπασμα)

    «…Διάβαινε το νερό σγουρό κάτω απ’ τα μάτια της γέφυρας.
    Απόμακρα η πολιτεία κοιμόταν
    ολόσκεπη από μαγνάδι μαγικό διάφανου χρυσαφιού.
    Κάτω απ’ τα πέτρινα τόξα έτρεχε το καθάριο νερό
    Τα στερνά φώτα στεφάνωναν τους λόφους
    με τις γκρίζες ελιές και τις μαυριδερές βελανιδιές.
    Προχωρούσα κουρασμένος
    νιώθοντας την αρχαία αγωνία να κάνει βαριά την καρδιά.
    Το σκιερό νερό περνούσε τόσο μελαγχολικά
    κάτω απ’ τα τόξα της γέφυρας
    σα να ‘λεγε στο διάβα του:
    “Μόλις η φτωχή βάρκα λυθεί, ταξιδιώτη,
    απ’ το δέντρο της ακροποταμιάς, τραγουδεί:
    δεν είμαστε τίποτα.
    Όταν τελειώνει το στενό ποτάμι, μας καρτερεί
    η απέραντη θάλασσα.”…»
    (Αντόνιο Ματσάδο, Ποιήματα, Οι εκδόσεις των φίλων)

    *Στη μνήμη της πολύ καλής ποιήτριας, Μ. Κυρτζάκη, που «έφυγε» σήμερα για τη γειτονιά των αγγέλων- ποιητών, οι παρακάτω στίχοι της:

    «Τον θάνατο ζητά στο σώμα μου
    Και απαλά τα χείλη μου κλειδώνει
    Μην του ξεφύγω»

  12. Το όνειρο – Μιχάλης Βιολάρης

    ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ

    Εψές είδα στον ύπνο μου
    ένα βαθύ ποτάμι,
    – Θεός να μην το κάμει
    να γίν’ αληθινό! –
    Στην όχθη του στεκόντανε
    γνωστό μου παλικάρι,
    χλωμό σαν το φεγγάρι,
    σαν νύχτα σιγανό.

    Αγέρας το παράσπρωχνε
    με δύναμη μεγάλη,
    σαν να ’θε’ να το βγάλει
    απ’ της ζωής τη μέση.
    Και το νερό, π’ αχόρταγα
    τα πόδια του φιλούσε,
    θαρρείς το προσκαλούσε
    στ’ αγκάλια του να πέσει.

    – Δεν είν’ αγέρας σκέφτηκα,
    και σένα που σε δέρνει.
    Η απελπισιά σε παίρνει
    κ’ η απονιά του κόσμου! –
    Κ’ εχύθηκ’, απ’ τον θάνατο
    τον δύστυχο ν’ αρπάξω…
    Ωιμέ! Πριν ή προφθάξω,
    εχάθηκ’ από εμπρός μου!

    Στα ρέματα παράσκυψα,
    να τον ευρώ γυρεύω.
    Στα ρέματ’ αγναντεύω –
    Το λείψανό μ’ αχνό!…
    Εψές είδα στον ύπνο μου
    ένα βαθύ ποτάμι.
    – Θεός να μην το κάμει
    Να γίν’ αληθινό! –

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ (ΑΤΘΙΔΕΣ ΑΥΡΑΙ, 1884) (από Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου, Eρμής 2001)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: