Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (131ο): «Καφές – καφενείο»….

 

-«…Ανάμεσα από καφέ εσπρέσο και ντουμάνια
Οι νέοι ποιητές σκαλίζουν στην καρδιά του κόσμου
Για φρέσκους δρόμους για φρέσκα λιμάνια…»
(Θωμάς Γκόρπας)

 

-«…Ω βαρύ γλυκέ καφέ μου
και σαν είμαι με παρέα
και σαν έχω μοναξιά
κάθε μια σου ρουφηξιά
είναι μια ψηλή ιδέα.»
(Γ. Σουρής)

 

 

-Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Σαν τον καφέ είναι ο έρωτας»

«σαν τον καφέ είναι ο έρωτας
άλλοι τον προτιμούν βαρύγλυκο
άλλοι τον θέλουν με ολίγη
οι πιο πολλοί τον πίνουν μέτριο

κι όλοι το ίδιο τον πληρώνουν»

 
-Χρήστος Λάσκαρης, «Παραλλαγή σ’ ένα θέμα»

«Σαν τον καφέ και η ζωή.
Μόνο οι πρώτες ρουφηξιές
αξίζουν.»

 

 

-Αζίζ Νεσίν,»Ο καφές και η δημοκρατία»
(απόσπασμα)

«Δυο πράγματα δεν ευδοκιμούν στη χώρα μας. το ένα είναι
το δέντρο του καφέ και το άλλο η Δημοκρατία. Και τα δύο μας
έρχονται από το εξωτερικό.
Στα χώματά μας δεν μπορέσαμε ν’ αναπτύξουμε με κανένα
τρόπο το δέντρο του καφέ. Το κλίμα της χώρας μας, το νερό, το
χώμα, δεν είναι κατάλληλα για την ανάπτυξη του δέντρου
αυτού.
Όσο για τη Δημοκρατία… Η αλήθεια είναι πως ό,τι
περνούσε από το χέρι μας, δεν παραλείψαμε να το κάνουμε, για
την ανάπτυξή της, για την εδραίωσή της. Αν κοιτάξετε την
ιστορία μας, πριν από εκατό χρόνια πάνω κάτω ρίχτηκε στη
χώρα μας ο σπόρος της Δημοκρατίας. Είναι εκατό χρόνια που
όλο λέμε:
“Αμάν η Δημοκρατία μας μπουμπούκιασε!…”
“Η νεαρή Δημοκρατία μας!…”
“Αμάν η νεαρή Δημοκρατία μας!…”
Να είναι δοξασμένος αυτός που τη μεγάλωσε, μόλις
καταφέραμε τόσα χρόνια να φέρουμε σ’ αυτό το ανάστημα τη
Δημοκρατία, έγινε ένα φιντάνι η Δημοκρατία.
Αν ξοδεύαμε αυτό τον κόπο των εκατό χρόνων που
αφιερώσαμε στη Δημοκρατία, για την ανάπτυξη του καφέ,
σήμερα η χώρα μας θα γινόταν δάσος από καφέ, που δεν τ’
άγγιξε ο μπαλτάς του ξυλοκόπου.
Στο παρελθόν κρίθηκε απαραίτητο, δεν το είχαμε
καταλάβει. αντί να φυτέψουμε σπόρο καφέ, φυτέψαμε το σπόρο
της Δημοκρατίας. “Δόξα τω Θεώ”, αν και δεν έχουμε καμιά
στενοχώρια απ’ τη μεριά της Δημοκρατίας, εμείς ξέρουμε το τι
τραβάμε από την έλλειψη του καφέ. Καφές είναι αυτός!… Δε
μοιάζει σε τίποτε. Έτσι είναι η Δημοκρατία; Και να είναι και να
μην είναι το ίδιο κάνει…
Αν δεν υπάρχει καφές, του ανθρώπου το κεφάλι γυρίζει,
αν δεν υπάρχει Δημοκρατία, του ανθρώπου το κεφάλι δεν
γυρίζει. Ο καφές μοσκοβολάει, η Δημοκρατία ούτε καν έχει
μυρουδιά. Τον καφέ τον βάζεις στο φλιτζάνι, τον πίνεις. Η
Δημοκρατία ούτε τρώγεται, ούτε πίνεται. Σε τι χρειάζεται αυτή η
Δημοκρατία, μπορείτε να μου πείτε;
Στη χώρα μας έρχεται από το εξωτερικό μπόλικη μπόλικη
Δημοκρατία, αλλά καφές δεν έρχεται. Τον καφέ τον πουλάνε, τη
Δημοκρατία τη δίνουν. Ο καφές είναι με λεφτά, η Δημοκρατία
τζάμπα… Για τον καφέ χρειάζεται συνάλλαγμα, για τη
Δημοκρατία τίποτα δεν χρειάζεται.
Για κοιτάξτε το τι τραβάμε απ’ τον καφέ. Σάμπως δεν
έχουμε συνηθίσει στον καλό καφέ; Αμέσως καταλαβαίνουμε τον
καλό καφέ απ’ τον άσκημο, το μπαγιάτικο απ ‘το φρέσκο, το
νοθεμένο απ’ το σκέτο.
Ζωή να ‘χουνε, μερικοί πατριώτες μας έκαναν ψεύτικο
καφέ. Στην αρχή βγήκε ο κριθαρένιος καφές, δεν έπιασε.
Ύστερα βγήκε καφές από φασόλια, δεν το κατάπιαμε. Εμείς σαν
έθνος είμαστε θεριακλήδες του καφέ. αν και καταπίνουμε όλες
τις απομιμήσεις, του καφέ την απομίμηση δεν την καταπίνουμε.
Ω, Ύψιστε! Να γινόταν, τόσο δα απ’ ό,τι καταλαβαίνουμε
απ’ αυτόν τον καφέ, να καταλαβαίναμε και από Δημοκρατία…»
(Αζίζ Νεσίν,» Ο καφές και η δημοκρατία,»από τις εκδ. θεμέλιο)

 

 

-Μιχάλης Γκανάς, «Πρωινό σε καφενείο της οδού Σόλωνος»

«Τα τασάκια
τα πιατάκια
τα φλιτζάνια
αναλήφθηκαν
τα πήρε η άχνα του καφέ.
Σωριάστηκαν με πάταγο
στον ουρανό.»
(Μιχάλης Γκανάς, Τα μικρά, εκδ. Καστανιώτη)

 


-Μάνος Ελευθερίου, «Στο νεκρό καφενείο»

«Διασχίζει το νεκρό καφενείο με τον αέρα του κόσμου.

Κρυστάλλινα τα μαλλιά της και τα πόδια ηλεκτρισμένα.

Μου είπε κάτι που ήταν για άλλον πριν από χρόνια-
ίσως απάντηση σε κείνον που με παρότρυνε
να μάθω πιάνο.
Τα χέρια του, άκουσα τα χέρια του παιδιού
είναι φτιαγμένα για πιάνο.

Κάπνιζε αρρώστιες και χόρτο της αγάπης.

Η φθορά ξεκολλούσε απ’ το σώμα σοβάδες.»
(Μ. Ελευθερίου, Το νεκρό καφενείο, Καστανιώτης)

 
-Μίλτος Σαχτούρης, «Το καφενείο»
«Καθόμουνα στο καφενείο και κοίταζα
από τη βιτρίνα
μια γυναίκα δίχως χέρια προσπαθούσε
να κρύψει ένα τηλέφωνο μέσα στο στόμα της
το χοντρό κόκκινο πουλί που πάντοτε
με καταδιώκει
πέταξε γύρω-γύρω τρεις φορές
ύστερα στάθηκε στην πόρτα του καφενείου
και μου φώναξε:
– Είσαι αφελής, δεν ξέρεις τίποτε,
θα σε σκοτώσω!
εγώ τότε βάλθηκα να τραγουδάω
για την άσπρη ζαχαρένια γυναίκα που πέθανε
με τις καλογριές
ήτανε όλα τόσο άσχημα, φριχτά
που άρχισα να γελάω
να γελάω
να γελάω
είδα και τον εαυτό μου να περνάει
έξω από τη βιτρίνα
ήταν απέραντα θλιμμένος και σκεφτικός»
(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΙΡΕΣ»

«Στο καφενείο
έρχεται ο χοντρός νονός μου
με τις λίρες
Ούτε μια δεν είναι για σένα, λέει
γιατί δεν έγινες ο βαφτιστικός μου
που περίμενα.
Τότε λέω κι εγώ στο γκαρσόνι, πλάι μου
— Φέρε μου ένα φλιτζάνι με μελάνι.»

 

 

-Κώστας Ταχτσής, «ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟ «ΒΥΖΑΝΤΙΟ»
“«Λοιπόν γελώ πολλές φορές κλαμώντα
τους με μισούσι να γελούν θωρώντα…»
(Κυπριακό δημοτικό τραγούδι)
Δεν με σκοτίζει τι θα πουν πια ή τι θα πω
κι αν επιστρέψεις σύντομα απ’ το ταξίδι αυτό
που τόσο ακόμα θα κρατήσει
θα βρεις έναν Ταχτσή
ελαττωμένον κατά το ήμισυ
εσού απόντος
ήρθαν δίσεκτες χρονιές
δριμύτερους χειμώνες κανένας δεν θυμήθηκε – και όχι
απ’ την συνήθη εξιδανίκευση του παρελθόντος
τα μάτια μου τα χάρισα για να μπολιάσουν καστανιές
«Θυμάμ’ εκείνη τη βραδιά
που βγήκαμ’ απ’ το σινεμά…»
στάθηκες και μ’ αγόρασες ένα χωνάκι κάστανα…
εκείνοι που μ’ αγάπησαν δεν τραγουδάνε πια
τι ησυχία που ακολουθεί
πάντα
το χέρι ή το μαχαίρι
δεν ξέρω αύριο τι μας περιμένει”
(Καφενείο το Βυζάντιο κι άλλα ποιήματα, εκδ. Ερμής)

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Ένας Γέρος»

«Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες των άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα·
και πως την εμπιστεύονταν πάντα — τι τρέλλα! —
την ψεύτρα που έλεγε· «Aύριο. Έχεις πολύν καιρό.»

Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

…. Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.»
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Advertisements

Single Post Navigation

14 thoughts on “Πες το με ποίηση (131ο): «Καφές – καφενείο»….

  1. Η Μπαλάντα του Καφέ – Νένα Βενετσάνου

    1. [Ωδή στην καφεΐνη]

    Ω θεία καφεΐνη
    δωρήτρια ποιημάτων και σειρήνων λογοτεχνικών.
    Ουσία εσύ που δεν έχεις μαλλιά, νύχια, δέρμα
    αλλά ένα θερμό ενυδρείο.
    Ω καφεΐνη, ιερό θηρίο των σπηλαίων της αϋπνίας μου.
    Που μου κρατάς την πληγή ανοιχτή
    και με βάζεις να γράφω μεσ’ τη γλυφή αναπνιά
    και μεσ’ τη φαρμακωμένη νύχτα.
    Και ξυπνώ πάντα πρωί σα ληξίαρχος
    φτιάχνοντας στην κουζίνα τον καφέ που σε περιέχει.
    Παλεύοντας να σε γλυκάνω λίγο
    για να περάσεις εύκολα στα σπλάχνα μου.
    Να μπεις στο αίμα μου
    για να ποτίσεις λίγο πάθος το δειλό καρδιοχτύπι,
    να φτάσεις ανενόχλητη εκεί στην άβυσσο του μυαλού
    να ξυπνήσεις φαντάσματα
    και γυμνές αμήχανες κοπέλες.
    Να ξυπνήσεις του ποιητή ανυποψίαστες πτυχές.
    Με δίκοπο σπαθί τα τεντωμένα νεύρα.
    Ω καφεΐνη παγκόσμια βιομηχανία συμφερόντων,
    που με τραβάς σαν εργάτη στις μηχανές σου
    και στ’ αλήτικα αγριόχορτα της αγρύπνιας μου.

    Αντώνης Αντωνάκος

    Συχνάζεις στο μικρό καφέ, Μπακιρτζής

    2. Καφενείον Γρηγορίου Μπαγιώρη

    Στην άκρια της οδού λιτό κι απέριττο
    το καφενείο του σύντροφου Μπαγιώρη.
    Τη μοναξιά του θέρμαινε η συζήτηση
    σαν ούρλιαζε στο δρόμο το αγριοβόρι.

    Μες στου γκαζιού τη λάμψη την ωχρόλευκη
    σκυφτός το «Ριζοσπάστη» ένας διαβάζει,
    πεντέξη εργάτες τον ακούν αμίλητοι
    κι ο γέρο καφετζής αναστενάζει.

    Εκεί ο καφές, μισό φράγκο φτηνότερος,
    συγκέντρωνε εραστές του κάθε Ωραίου,
    εκεί ήταν η διεύθυνση κι η σύνταξη
    του φύλλου μας του «Επαναστατικού Δικαίου».

    Όμως μια μέρα που είχαμε συγκέντρωση
    ενάντια στη λευκή τρομοκρατία,
    κάποιος σπιούνος, μάθαμε, μας πρόδωσε
    και μπήκε να μας πιάσει η αστυνομία.

    Κάποιοι βρεθήκαν έτοιμοι και τράβηξαν
    γενναίοι σε φυλακές και σ’ εξορίες
    και κάποιοι, από μια σύμπτωση σωτήρια,
    σκεπτικιστές – αλλάξαν θεωρίες.

    Βέβαια με χιούμορ τούτοι θ’ αναφέρουνε
    συχνά το καφενείο του κυρ Μπαγιώρη,
    πήραν πτυχίο και κάποιοι πολιτεύουνται
    στις επαρχίες, γιατροί και δικηγόροι.

    Κι οι άλλοι; Μα γι’ αυτούς ας μη μιλήσουμε.
    Κι ο σύντροφος που ζούσαμε μαζί του
    βαρέθη να προσμένει – τι να πρόσμενε;
    και πούλησε κι αυτός το μαγαζί του.

    Ασημάκης Πανσέληνος, από τη συλλογή Μέρες οργής, εκδόσεις Ίκαρος

    Καφενείο «Η Ελλάς»

    3. Η ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

    Το καφενείο που πίνω τον καφέ μου
    είναι άδειο
    μόνο εγώ υπάρχω
    έτσι το καφενείο είναι τελείως άδειο
    γιατί ούτε εγώ υπάρχω.

    (ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ)

    Έχω έναν καφενέ, Νταλάρας

    4. Έκλεισε το Καφέ Ζουρνάλ

    Την κυρία Όλγα
    πρόσφυγα από το Ουζμπεκιστάν
    που μου σέρβιρε τον καφέ
    στις οκτώ το πρωί
    αλλά όχι νωρίτερα

    την Ρούλα, χήρα σαράντα χρονών
    με δυο παιδιά

    την Τζούλια, την χαρούμενη,
    από το Καζακστάν
    – σπούδαζε τουριστικά επαγγέλματα-

    την Έλλη με την μακριά
    ολόσγουρη κόμη
    που μου ‘φερνε τις ελίτσες με το ποτό

    την Ξανθίππη, το αφεντικό,
    – όλοι την αγαπούσαν κι
    όλοι την φοβόνταν-

    την Ελένη, την κουνιστή που κοίταζε
    πώς θα πάρει πουρμπουάρ
    τον ευγενή Βαγγέλη
    όμορφο μελαχρινό

    την Μαρία την μικρή χαριτωμένη
    – θα σπούδαζε θέατρο-
    και τον αδελφό της τον ακόμα πιο
    μικρό, μαθητής, γαρ,
    που χαιρετούσε φασιστικά
    μολονότι γλυκός και τρυφερός

    όλους αυτούς τους έχασα
    όταν το Ζουρνάλ
    όπου περνούσα τα καλοκαίρια μου
    και τους χειμώνες μου
    έκλεισε …

    Χαρά Χρηστάρα, Παρουσίες-Απουσίες, 2014

    Στο καφέ Γκρέκο, Νένα Βενετσάνου

    5. ΣΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ

    Την προσοχή μου κάτι που είπαν πλάγι μου
    διεύθυνε στου καφενείου την είσοδο.
    Κ’ είδα τ’ ωραίο σώμα που έμοιαζε
    σαν απ’ την άκρα πείρα του να τώκαμεν ο Ερως –
    πλάττοντας τα συμμετρικά του μέλη με χαρά·
    υψώνοντας γλυπτό το ανάστημα·
    πλάττοντας με συγκίνησι το πρόσωπο
    κι αφίνοντας απ’ των χεριών του το άγγιγμα
    ένα αίσθημα στο μέτωπο, στα μάτια, και στα χείλη.

    Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

    Ο καφές – Μάγια Μελάγια

    6. Στο καφενείο των απεγνωσμένων

    Ας μιλήσουμε αύριο
    εγώ θα είμαι εδώ
    σ’ αυτήν την γειτονιά
    σ’ αυτήν εδώ την πόλη
    στον ίδιο δρόμο
    θα βαδίζω
    σ’ αυτόν που περπατάν
    μοναχικοί διαβάτες
    Στο καφενείο των απεγνωσμένων
    να μ’ αναζητήσεις.

    Χριστόδουλος Καλλίνος, «Ρέκβιεμ στην νεότητα»

    To καφενείο, Αρλέτα

    7. “Γιατί αγαπάμε τα εγκαταλελειμμένα σπίτια και τα λέμε παλιά;
    Γιατί η δίψα μας για το βαρελίσιο κρασί παραμένει άσβεστη;
    Γιατί τόσο πολύ πονάμε για τα προδομένα μπουζούκια;
    Προσκυνώ ακόμα όσους σταθμούς του τρένου απόμειναν.
    Και ρέπω ακόμα για το ξενύχτι που ενώνει και δεν ψεύδεται.
    Υπάρχουν ευτυχώς ακόμα μερικά καφενεία σε απομονωμένα χωριά
    και στις εξοχές τόσα απροσδόκητα χαμομήλια αγριάγκαθα και θυμάρια.
    Και τα πρώτα φώτα μιας πόλεως ανάβουν ακόμα όπως παλιά
    και τα ολάνοιχτα καλοκαιρινά παράθυρα του ύπνου ακόμα δεν πάλιωσαν”
    Θ. Γκόρπας, Αθήνα 28.9.1979 – Αίγινα Απρίλιος 1990

    Τραγούδι για τα καφενεία, Θέμης Ανδρεάδης & Σοφία Μιχαηλίδου

    8. Πρώτες Βοήθειες

    Αργά.
    Το καφενείο άδειασε.
    Οι φίλοι έφυγαν.
    Κι εγώ ρεμβάζω ολομόναχος,
    κάνοντας τάχα πως παίζω με τις τρίχες του στήθους μου,
    ενώ βγάζω προσεχτικά μια μια
    τις σφαίρες της συνομιλίας.

    Τάσος Λειβαδίτης – Σημειώσεις – Ποίηση 2 – 1987

    ΟΣΟ ΚΡΑΤΑΕΙ ΕΝΑΣ ΚΑΦΕΣ – ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΘΕΟΔΟΣΗΣ

    9. Εποχές 2
    III

    Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
    Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
    Για κάποια δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμα
    Για μιαν αρρώστια σου παλιά μη λογαριάζεις
    Σκυμμένος πάλι μες στη νύχτα χωρίς λάμπα
    Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
    Προσμένοντας μια Αυγή που σου ’χαν τάξει
    Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα
    -Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
    Με μια σβησμένη νοσηρή χρονολογία
    Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
    (Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
    Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
    Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
    Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
    -Με σένα τόσα χρόνια μακριά μου-
    Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
    Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
    Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
    Στο νυσταγμένο καφενείο όλη τη νύχτα
    Στου Πειραιά, νύχτα, το βρώμικο λιμάνι

    ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, Από τη συλλογή Εποχές 2 (1948)

    O καφές, Μπακιρτζής

    10. Πνίγομαι μέσα σε μια κούπα καφέ
    κάποιος με ανακατεύει αφηρημένος
    μ ‘ανακατεύει μ’ ανακατεύει.
    Δε βλέπει που δεν λιώνω
    να με βγάλει να σωθώ.

    Αργύρης Χιόνης

    Σαν καφενείο με κλειστά παράθυρα, Αλίκη Καγιαλόγλου

    11. Τα καφενεία

    Τα καφενεία συγκεντρώνουν, προφυλάσσουν
    απ’ τις ενέδρες της μοναχικής ζωής, προσφέρουν
    ζεστή καταφυγή στις άδειες ώρες. Με πικέτο
    ή τάβλι τα κορμιά πλησιάζουν και τα χέρια
    θερμαίνονται. Η βάρδια περνάει πιο εύκολα
    με τις διπλοσκοπιές.
    Δε νοσταλγώ αυτή τη συντροφιά. Δεν υποφέρω
    καμιάν ασφάλεια. Κανένα παραμύθι δεν μπορεί
    να με απαλλάξει απ’ το πάθος της αγρύπνιας. Πρέπει
    να επιμείνω όσο μπορώ.

    ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ

    Chris Rea – The Blue Cafe

    12. Το κέρασμα του καφέ

    Όπως τον κοίταζα να στέκεται διστακτικός
    πάνω απ’ το τραπέζι του υπαίθριου καφενείου,
    τα κέρματα να μετράει αν φτάνουν
    για ένα καφέ ελληνικό,
    θυμήθηκα τον πατέρα.

    Ψηλόν, γεροδεμένο και στα γεράματα ακόμη,
    με τα ροζιασμένα χέρια
    σκληρά και άκαμπτα απ’ τη φωτιά,
    παραιτημένον πια απ’ τη ζωή
    γεμάτον καημό και νοσταλγία.

    Όπως τον κοίταζα και θαύμαζα την αξιοπρέπειά του,
    σκέφτηκα προς στιγμή – μα δεν το τόλμησα,
    να του προσφέρω τον καφέ
    ίσως και κάποιο γλύκισμα για συνοδεία.

    Δεν τόλμησα!
    κι ας ένιωθα ευγνωμοσύνη
    για έναν άγνωστο βιοπαλαιστή
    που έμοιαζε με τον πατέρα,
    έτσι όπως είχα χρόνια να τον δω
    έτσι όπως μου έγνεφε από μακριά πολύ

    και μ’ αποχαιρετούσε.

    Στέλιος Μαφρέδας

    CAFE ANATOLIA-BİR BAŞKA GÜN (EVANTHIA REBOUTSIKA)

    13. [Κουβέντες Καφενείου]

    στα διψασμένα λόγια του γκουρτζίεφ,
    ο μορφέας λέει στο νιο στο «μάτριξ 1»:
    Μην προσπαθείς να λυγίσεις το κουτάλι.
    Αυτό είναι αδύνατο.
    Αντί γι αυτό, προσπάθησε μόνο
    να καταλάβεις ό,τι δεν υπάρχει κουτάλι.

    η ζωή είναι ψεύτικη και σύντομη.
    το ίδιο και τα βαρύγδουπα λόγια και οι υποσχέσεις.
    ευτυχώς που περνούν όλα γρήγορα
    γιατί το ίδιο γρήγορα περνούν
    και οι πίκρες της ζωής
    και οι παρεξηγήσεις των λέξεων.

    αντί όλα αυτά να θεραπεύσουν τις ψυχές μας
    τις δηλητηριάζουν σαν τα πικραμύγδαλα.
    οι καλοί γιατροί όταν οι άρρωστοι πονούν
    και οι κακοί πολιτικοί όταν οι πατρίδες αρρωσταίνουν
    δίνουν λύσεις με πικρά φάρμακα σαν δηλητήριο
    πιστεύοντας ακράδαντα
    ό,τι αν δεν υπήρχε οδύνη
    οι άνθρωποι θα γινόντουσαν
    θεριά ανήμερα και θα
    έτρωγαν ο ένας τον άλλον.

    ποντάρουν σωστά
    γιατί κανείς δεν θέλει να περνά δοκιμασίες
    να ταλαιπωρείται και να αγωνιά
    κανείς δεν θέλει να τον στενοχωρούν
    ή να του κάνουν κάποια παρατήρηση.
    πες το λοιπόν σε νέο ποιητή
    ότι δεν σου άρεσε το ποίημα του
    και έχεις αποκτήσει ένα πιστό εχθρό
    να σε ακολουθεί με αιώνιο μίσος

    αναζητούμε εύκολες λύσεις,
    γρήγορες κι αβασάνιστες
    να καλοπερνάμε αμέριμνοι
    ενώ στην πραγματικότητα
    ψηνόμαστε από πυρετό
    χωρίς καμιά ελπίδα γιατρειάς.
    «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος,
    και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν»
    πώς να πείσεις στις μέρες μας
    τόσους απρόθυμους να φυλάξουν
    μόνο την πείρα, απ΄ τον πειρασμό
    και μόνο την φλόγα, απ΄ την πυρά
    να πετάξουμε όλα τα φάρμακα
    και τις κακές σκέψεις
    για να΄ ναι ελαφρύ το βάδισμα
    στην πύρινη άμμο της έρημης ζωή μας;

    τα έλεγα όλα αυτά μεταξύ σοβαρού κι αστείου
    σε ένα παραθαλάσσιο καφενείο,
    εχτές σε μια παρέα φίλων
    και αφού με κοίταξαν με κατανόηση
    μου παράγγειλαν ένα καραφάκι ούζο, κέρασμα
    να πάνε κάτω τα φαρμάκια
    και να το βουλώσω επιτέλους

    Βάσος Γεώργας

    Νένα Βενετσάνου ~ Παραθαλάσσια καφενεία

    14. ΜΠΑΓΚΕΙΟΝ;

    Από κρότους σερβίτσων βοΐζει
    η ατμόσφαιρα κι έχει καπνιά
    λουκουμάδων γλυκιά ευωδιά
    και τσικνίλα μυρίζει

    Με φωνές δυνατές συζητούνε
    για την τέχνη δυο τρεις νεογνοί,
    μα την πίστη μου είναι αγνοί
    και την τέχνη πονούνε.

    Βλέποντάς τους μονάχα φοβούμαι
    με του λόγου την έξαψη εκεί
    καθώς είναι κι οι τρεις νηστικοί
    μην τυχόν φαγωθούνε.
    Στέφανος Μπολέτσης

    15. ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

    Βουλιάξαμε στη φωτιά
    Χανόμαστε σα χνώτο σκύλου
    Στο καφενείο ολοένα λιγοστεύουμε
    Στη μέση η σόμπα καίει τις αναμνήσεις
    Σε κάθε σπίτι κι από μια κατάκοιτη λαχτάρα
    Τα μάτια αδειάζει απάνω μας – γιόκα μου, την ευχή
    μου −
    Κοιτώντας τη φθορά ξεμάθαμε να πλάθουμε το αύριο
    Τα όνειρά μας περπατούν ξυπόλυτα στο χιόνι
    Απωθημένο μας ένα γλυκό σαν κέρασμα χαμόγελο
    – Βρε πώς το λέγανε να δεις εκείνο το κορίτσι –
    Χαρές ανείδωτες σε τοπία μνήμης ρημαγμένα

    Τα χείλη μας πιο καφετιά κι από τα πικραμύγδαλα
    Κανείς δεν πίνει σήμερα, κανείς δεν παίζει πρέφα
    Και η οργή του καθενός στη σόμπα να στεγνώνει

    Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, «Ο άστεγος της οδού Χαμογέλων», Από την ενότητα «ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΜΕ ΘΕΑ (Πλατεία)»

  2. Καλημέρα, Αγγελική, πίνοντας τον πρωινό καφέ!…Πλούσιο κι ωραιότατο το σχόλιόσ ου!!!

    *Μουσικά κάτι ακόμα της Βενετσάνου:

    -«Τα όσα η μοίρα μου ‘γραφε
    κι άλλος κανείς δεν ξέρει,
    τα βρήκα μέσα στον καφέ,
    τα διάβασα στο χέρι…»
    (Ο. Ελύτης)

    -«…Γιατί γνωρίζοντας κιόλας όλα αυτά, γνωρίζοντάς τα όλα –
    Γνωρίζοντας τ’ απογεύματα, τα πρωινά και τις βραδιές,
    Μέτρησα τη ζωή μου με κουταλάκια του καφέ·
    Γνωρίζω τις φωνές που φθίνουν σε θανάσιμη κατηφόρα
    Κάτω απ’ τις μουσικές του δωματίου από πίσω.
    Λοιπόν πώς θα μπορούσα να τολμήσω;…»
    (T.S. Eliot)

    -Τίτος Πατρίκιος-«Όταν μιλούν»

    «Όταν μιλούν στα καφενεία
    για έρωτα κι ελευθερία και τέτοια
    πως να τους πεις για τον ερειπωμένο έρωτα
    που αντιστέκεται ακόμα και στην απομόνωση,
    για τη δικαιοσύνη που φτιάχνεται στο χάος
    χιλιάδων προσβολών και παραβάσεων,
    πως να τους πεις για λευτεριά που μοναχά κερδίζεται
    μέσα απ’ το βάθος των αποπνικτικών δεσμωτηρίων»

    -Κ. Π. Καβάφης, «Ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ»

    Μπήκε στο καφενείο όπου επήγαιναν μαζύ.—
    Ο φίλος του εδώ προ τριώ μηνών του είπε,
    «Δεν έχουμε πεντάρα. Δυο πάμπτωχα παιδιά
    είμεθα — ξεπεσμένοι στα κέντρα τα φθηνά.
    Σ’ το λέγω φανερά, με σένα δεν μπορώ
    να περπατώ. Ένας άλλος, μάθε το, με ζητεί.»
    Ο άλλος τού είχε τάξει δυο φορεσιές, και κάτι
    μεταξωτά μαντήλια.— Για να τον ξαναπάρει
    εχάλασε τον κόσμο, και βρήκε είκοσι λίρες.
    Ήλθε ξανά μαζύ του για τες είκοσι λίρες·
    μα και, κοντά σ’ αυτές, για την παληά φιλία,
    για την παληάν αγάπη, για το βαθύ αίσθημά των.—
    Ο «άλλος» ήταν ψεύτης, παληόπαιδο σωστό·
    μια φορεσιά μονάχα του είχε κάμει, και
    με το στανιό και τούτην, με χίλια παρακάλια.

    Μα τώρα πια δεν θέλει μήτε τες φορεσιές,
    και μήτε διόλου τα μεταξωτά μαντήλια,
    και μήτε είκοσι λίρες, και μήτε είκοσι γρόσια.

    Την Κυριακή τον θάψαν, στες δέκα το πρωί.
    Την Κυριακή τον θάψαν: πάει εβδομάς σχεδόν.

    Στην πτωχική του κάσα του έβαλε λουλούδια,
    ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ
    στην εμορφιά του και στα είκοσι δυο του χρόνια.

    Όταν το βράδυ επήγεν— έτυχε μια δουλειά,
    μια ανάγκη του ψωμιού του— στο καφενείον όπου
    επήγαιναν μαζύ: μαχαίρι στην καρδιά του
    το μαύρο καφενείο όπου επήγαιναν μαζύ.

    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) [145, 1929]

    -Γεώργιος Σουρής, «Ὁ Ῥωμηός»

    Στον καφενέ απ’ όξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
    του ήλιου τις ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,
    και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
    κανέναν δεν κοιτάζω, κανέναν δεν ψηφώ.

    Σε μία καρέκλα το’ να ποδάρι μου τεντώνω,
    το άλλο σε μίαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί
    αφήνω το καπέλο, και αρχινώ με τόνο
    τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.

    Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί ουρανός ! τί φύσις !
    Αχνίζει ομπροστά μου ο καϊμακλής καφές,
    κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
    και μόνος μου τις βρίσκω μεγάλες και σοφές.

    Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσους, και όποιους άλλους θέλω,
    και στρίβω το μουστάκι μου αγέρωχο πολύ,
    και μέσα στο θυμό μου κατά διαόλου στέλλω
    τον ίδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.

    Φέρνω τον νουν στον Διάκο και εις τον Καραΐσκο,
    κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
    τον Έλληνα εις όλα Ανώτερο τον βρίσκω,
    κι απάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

    Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω,
    απάνω στα τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ…
    εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω,
    κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις πω.

    Στον καφετζή ξεσπάω… φωτιά κι εκείνος παίρνει.
    αμέσως άνω κάτω τού κάνω τον μπουφέ,
    τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει,
    και τέλος… δεν πληρώνω δεκάρα τον καφέ.

    -Ο Ανδρέας Εμπειρίκος στο ποίημά του «Όταν οι ευκάλυπτοι θροϊζουν στις αλλέες» για τον Καρυωτάκη:

    «Όσοι καμιά φορά από την Πρέβεζα περνάτε και στην υγρή κουφόβρασι στα καφενεία κάθεσθε να πιήτε έναν καφέ, ή ένα γλυκό του κουταλιού να φάτε, βαπόρι περιμένοντας ή κάποιο λεωφορείο, ακούοντας βοήν φωνών και συζητήσεων, ήχους ζαριών και επικλήσεις αυτών που σκύβουν επάνω από τα τάβλια, την μοίρα μάταια προσπαθώντας με τέχνη να παραμερίσουν, τα πούλια ζωηρά χτυπώντας, φιλώντας στις χούφτες των τα ζάρια, κουνώντας τα με δύναμιν και τέλος φωνάζοντας, καθώς τα ρίχνουν με ζέσιν ελπιζόντων: ”Ντόρτια!… Δυάρες!…Εξάρες!…” όσοι, λέγω, σ’αυτά τα καφενεία κάθεσθε, στη ζέστη του καλοκαιριού, την ώρα που φέρνετε στα χείλη σας το δροσερό ποτήρι, ή , μέσα στο ψύχος του χειμώνος τον αχνιστόν καφέ, προσμένοντας κάποιαν υπουργικήν απόφασιν, μετάθεσιν, ή κάποιο κέλευσμα ανεξιχνίαστον της Μοίρας, όσοι στα καφενεία της Πρεβέζης κάθεσθε, προσμένοντας τις οίδε τι- μην τον ξεχνάτε.
    Σε όλους τους τέτοιους καφενέδες- Πρεβέζης, Αθηνών, Πατρών- πάντα η ψυχή του θα πλανάται, όπως και εις τα στυγνά γραφεία τόσων νομαρχιών και υπουργείων, όπου ο ποιητής σε όλον του τον βίον, τις μέρες του εν μέσω τρομεράς ανίας μετρούσε σαν κομπολόι βαρετό, αυτός που έσφυζε εν τούτοις – ω, ειρωνία- απο θεσπέσια οράματα, για πράγματα που ο κόσμος ο πολύς, ο κόσμος ο κοντόφθαλμος ή και ο χυδαίος, χίμαιρες ή ουτοπίες τα ονομάζει. Διότι αναμφιβόλως, ο ποιητής αυτός επάλλετο από τοιάυτα οράματα και αν έλεγε ο ίδιος ότι ιδανικά δεν είχε- είχε, μα απο σεμνότητα ή απαλότητα ψυχής ή φόβον , ντρεπόταν να τα περιγράψη, ντρεπόταν να τα πη, ή να τα ονομάση, αφού ήσαν όλα εδεμικά και πίστευε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε, παρά μονάχα στα οράματά του τα απόκρυφα να τα εκφράση, να τα φθάση, ωσάν να ήτο κατηραμένος, κολασμένος ο νέος αυτός, ο τόσον (έξω από την πράξιν την στερνήν και ίσως μέσα σε αυτήν) ο τόσον πολύ εν τη ουσία ευλογημένος.
    Ω , ναι, πάντα σε τέτοια μέρη- Κρανίου τόπος, Γολγοθάς ή χώρες της Στυγός – πάντα η ψυχή του θα πλανάται. Και θα πλανάται πάντα σαν του αδικοσκοτωμένου την ψυχή, που την δικαιώσι ζητεί, σε όλα αυτά τα μέρη, καθώς και στα γραφεία εκείνα, όπου ο ποιητής αυτός, πίσω απο σωρούς εγγράφων του δημοσίου (βουνά υψηλά του χαρτοβασιλείου) και εμπρός στην ειδεχθή του κόσμου υποκρισίαν, νυχθημερόν ο ποιητής διαβιών, παρά την σκωπτικήν που κάποτε τον έπιανε μανίαν, με οίστρον σεραφεικόν και εξαίσιον τους ουρανούς της απολύτου αθωότητος ωραματίζετο.
    Και ίσως να έβλεπε εκ νέου ο ποιητής τα όνειρα των παιδικών του χρόνων, εις μίαν υπέρτατην προσδοκία νοσταλγών την άλλην εκέινην Εδέμ, την της ενδομητρίου ζωής, που εγνώρισε εις την κοιλίαν της μητρός του, πριν γεννηθή, πριν να κοπή ο ομφάλιος λώρος, επιθυμών, ίσως, να βρή εκ νέου τας ηδονάς των μη ορατών πλασμάτων, των αγεννήτων την ευδαιμονίαν επιζητών, την ύπαρξη εν τη ανυπαρξία, που την oνόμαζε ο ποιητής «μηδέν» (ίσως, εννοών την ένωσή του με το Παν, ίσως ποθών μίαν αρραγή υπερατομικήν αθανασίαν) επιδιώκων την επιστροφήν του εις την καθολικήν, την αδιαφοροποίητον ύπαρξιν εκ της οποίας προήλθε, αναζητών τον όλβον των μακάρων στην χλωρασιά της μάνας γης, ένθα πάσα οδύνη απέδρα.»
    (Πηγή: http://tvxs.gr/news/prosopa/otan-o-emperikos-egrapse-gia-ton-anthropo-poy-eis-tin-prebeza-exathi)

  3. 1. ΠΡΩΙΝΟΣ ΚΑΦΕΣ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ

    Θα πεθάνω και πάλι σήμερα
    ώρα 8:30
    στην ανιαρή
    μετέχοντας συζήτηση
    μ’ ευγένεια περισσή
    Το πτώμα μου στου πρωινού καφέ
    θα διαλυθεί τα κατακάθια
    Κι εγώ -αιθέρια ύπαρξη-
    θα υψωθώ στα σύννεφα

    Τασούλα Καραγεωργίου

    ***

    2. Εσπρέσο

    Ο μαύρος καφές στο πεζοδρόμιο
    με καρέκλες και τραπέζια φανταχτερά σαν έντομα.

    Πολύτιμες, αιχμαλωτισμένες σταγόνες
    γεμάτες με την ίδια δύναμη που έχει το Ναι και το Όχι.

    Βγαίνει από σκοτεινά καφέ
    κι ατενίζει τον ήλιο ασκαρδαμυκτί.

    Στο φως της μέρας μια τελεία ευεργετικού μαύρου
    που χύνεται γρήγορα μέσα στον χλομό πελάτη.

    Μοιάζει τις σταγόνες της μαύρης βαθύνοιας
    που μερικές φορές κλείνονται στην ψυχή

    και μας δίνουν ένα ευεργετικό σκούντημα: Πήγαινε!
    Παρότρυνση ν’ ανοίξουμε τα μάτια.

    Τούμας Τρανστράμερ, μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου, Τα Ποιήματα, εκδόσεις Printa (2004)

    Καφές με γάλα- ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ

    3. Ρημαγμένα καφενεία

    Πάσχιζε ταλαιπωρημένο το βλέμμα
    να δει τις χώρες πίσω από τα γεμάτα βαγόνια με ανθρώπους
    -μετανάστες τους λέγανε στα χαρτιά με κείνες τις πύρινες γλώσσες-
    Κι εσύ, με την τεμαχισμένη σου ψυχή
    κόχλαζες σα λάδι σε καρβουνιασμένο τηγάνι
    ως αγκάλιασε σταγόνες βροχής.
    Έσταζε και στα στήθια της γης το νερό του Φθινοπώρου.

    Δεν είχες πλέον δύναμη το μαύρο χέρι να σηκώσεις
    Το είχες ακουμπήσει πάνω στο θρυμματισμένο γόνατο
    απ΄ την ορθοστασία της ξενιτειάς που έβριζες πάντοτε.
    Δεν άντεχες το χέρι να απλώσεις,
    τα άσπρο μαντήλι λερωμένο μονίμως στη τσέπη
    και ιδού
    αξύριστος μέρες – συνεχώς είχες πένθος-
    με τις τρίχες πουρνάρια στις αυλακωμένες πλαγιές,
    δικαιολογούσουν κάποτε – κάποτε
    κι έλεγες περιγελώντας,
    ο αχνιστός καφές σε ξεκούραζε
    στα ρημαγμένα καφενεία που σύχναζες τα βράδια.

    Γκόγκας Δημήτριος

    ***

    4. Ποίημα Αχαλίνωτο

    «Κι εγώ που ενόμιζα στο καφενείο
    Πως το ποίημα
    Ό,τι θέλω το κάνω
    Σε ρυθμούς το υπάγω
    Και σε ήχους εξαίσιους
    Της ελληνικής
    Αντιλήφθηκα ξάφνου
    Πως εκείνο με πάει
    Απ’ εδώ κι από εκεί».

    ΤΑΣΟΣ ΔΕΝΕΓΡΗΣ

    Bob Marley – One Cup of Coffee

    5. «Σ’ ένα καφενείο έκατσε
    κι έγραψε
    την τελευταία του επιστολή ο Κώστας Καρυωτάκης.
    Από ένα καφενείο
    βγαίνει μεθυσμένος σ’ ένα ποίημά του
    ο Wang Tou-Ts’ing.
    Στα λουστραρισμένα τραπεζάκια ενός καφενείου
    καθόταν απελπισμένος κι έγραφε
    ο Φερνάντο Πεσσόα
    ενώ στ’ άσπρα τραπεζάκια του café Tergeste
    όπου σύχναζαν οι κακοποιοί και οι πουτάνες
    έγραψε ο Ουμπέρτο Σάμπα
    τα πιο πρόσχαρα στιχάκια του.
    Στη γωνιά ενός καφενείου κάθομαι κι εγώ
    χωρίς κανένας να με προσέχει.
    Πίνω αργά το καφεδάκι μου
    κοιτώντας την έρημη πλατεία
    τους φανοστάτες, τα παγκάκια
    τα μικρά καλάθια των απορριμμάτων
    το αστικό λεωφορείο που περνά βαρύθυμο
    στο βάθος –
    κλείνω τα μάτια μου στο χειμωνιάτικο φως
    που με θερμαίνει ηδονικά
    σαν να ‘ναι αυτό η μόνη αλήθεια.»
    Σπύρος Θεριανός (Ντυμένος επίσημα, 2008)

    The Coffee Song (Frank Sinatra – with Lyrics)

    6. «Σταμάτης, πίνοντας κονιὰκ στὸ κρύο τοῦ ὕπνου καφενεῖο»

    Ἀπὸ ποῦ ἐρχόμουνα. Οὔτε θυμᾶμαι. Ὅμως ἀκόμη τώρα τὸ φῶς σφαγμένο, σοβάδες ὤχρας και κομμάτια. Ὡς συνήθως ἔβρεχε, χαράματα. Περπατοῦσα μόνος, σὲ πόλη, σὲ πόλη τόσο ξενὰ φιλική, πρὸς μαγαζιά κλειστὰ κι ἐρήμωση τῶν ΚΤΕΛ
    στῆς Καλαμάτας τὸ ποτάμι.
    Μπῆκα, οὔτε καὶ ξέρω πῶς, στὸ ἄδειο καφενεῖο, κι ἐκεῖ στὸ βάθος
    Μακρινός, μέσα στήν ὤχρα τῶν καπνῶν γκρίζος καὶ λερωμένος καθότανε
    Κι ὅπως ἔκανα να τρέξω. Μὲ βλέμμα πέτρινο σκληρὸ
    «μὴν ἔρθεις» μοῦ ἔκανε, «πές μου πρῶτα ἕνα τραγούδι»
    « ποιὸ θὲς μωρὲ Σταμάτη», τραύλισα, κι ἐκεῖνος σφύριξε
    «Ὅλα τα πουλάκια κι ἀμάν ἀμάν» κι ὅπως ἀρχίνισα
    πρόλαβα κι εἶδα τὸ ποτήρι του κρύσταλλο κολονάτο
    γεμάτο ὥς ἀπάνω μαῦρο ποτὸ αἷμα κι ὅπως ἀρχίνισα
    τὀν ἔφαγαν, τὸν χώνεψαν ἡ ὤχρα κι ὁ καπνός.

    Δημήτρης Κοσμόπουλος, Ἀπὸ «τοῦ νεκροῦ ἀδελφοῦ», ἐκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ Α.Ε. Άθήνα 2003, σελ. 75.

    ***

    7. ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

    Είμαστε όλοι ναυαγοί λέει.
    Ο γέρο καπετάνιος, ρουφάει το αδειανό
    κρασοπότηρο
    και η φωνή του γίνεται ένα μπλε
    άγαλμα.
    Χίλιοι ναυαγοσώστες άραξαν
    ανεβοκατεβαίνοντας στον Άδη.
    Ούτε όαση φαίνεται
    ούτε στεριά.
    Ζέφυρος δε σαλεύει.

    Σπύρος Λάγιος

    Coffee, Coffee, Coffee -Freedy Johnston

    8. ΚΑΦΦΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΚΟΜΗΤΕΣ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

    οι ταξιδιώτες ήρθαν κι’ έφυγαν
    κεκηρυγμένοι εχθροί της ίδιας λησμονιάς και του
      ίδιου πάθους
    υλοτόμοι πάντα του ίδιου πόθου
    και μπροστά τους ν’ απλώνωνται όσο παίρνει το μάτι
      κι’ η καρδιά
    τα ίδια μαύρα κουρελιασμένα σύννεφα
    να μπλέχουν στα κατάρτια τους
    να σκουριάζουνε τις άγκυρές τους
    ναν τους σφυράν κρυφά μέσα στ’ αυτί με τη μπουρού
    την ίδια οδύνη

    λες ένα κίτρινο χρυσό
    λαμπερό
    να βάψη αυτό το μαύρο αισχρό και θλιβερό τοπίο
    που το τρυπούν σκληρά
    τα νυσταγμένα φώτα των ηλεκτρικών λαμπτήρων
    τα νυσταγμένα φώτα μιας αξιοδάκρυτης ―ιδανικής―
      πορνείας
    και της ψωριάρικιας γκαμήλας το νυσταλέο «che vuoi ?»

    λες ;

    σκέψου πως είν’ αδύνατο
    πως είναι κι’ απολύτως περιττό να ξεφωνίσης και να πης
    όλη τούτη τη φλόγα
    όπου τρώει τα σωθικά σου
    και την κρατάς
    ε, συ !
    τόσο καλά
    τόσο σφιχτά
    τόσο βαθειά φυλακισμένη
    μέσα σου

    οι ταξιδιώτες λες εφύγαν ήρθανε
    ελύσανε τα μάγια
    λύσανε τις πριμάτσες
    που τους κρατούσανε δεμένους στο μουράγιο
    ; δεν είταν
    ένας χορός ευγενικά θλιμμένος
    όλες τούτες οι εξάρσεις των νοσταλγών
    που σβει το κύμα
    ως δαγκάνει λυσσαγμένο
    των πεύκων των αναμαλλιάρικων το δίχτυ ;
    των πεύκων που εμεταμφιέστηκαν μόνο γι’ απόψε
    μόνο
    για να γενούν κομήτες ;

    ένα πουλί θαλασσινό τανύζει
    τα φτερά του
    λέει:
    «εσύ ‘σαι
    ο νέος προφήτης
    μέσα στην τάφρο των δικών σου λιονταριών»

    ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, Από την ποιητική συλλογή «Ελευσις» (1948)
    Από το βιβλίο: Νίκος Εγγονόπουλος, «Ποιήματα» τ. Β΄, Ίκαρος, Αθήνα, 1977, σελ. 127-129.

    Mόλις ξυπνήσω το πρωί/ τα βλέπω όλα μαύρα/θέλω μια κούπα με καφέ/ και τέσσερα τσιγάρα -Νίκος Παπάζογλου

    9. Σου φτιάχνω καφεδάκι
    για σένα το καϊμάκι

    για μένα το φαρμάκι
    ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΤΣΩΝΗΣ – Πουλιά και Ψίχουλα

    ***

    10. Ο ΚΑΦΕΝΕΣ

    Στο καφενέ κοντά στο τζάκι
    δυο κουκουέδες παίζουν σκάκι,
    στο Μακρονήσι το ’χουν μάθει
    μέσα από βάσανα και πάθη.

    Πιο πέρα κάθονται δυο χίτες
    φίλοι των δυο και συντοπίτες,
    ένας τον άλλονε κερνάει,
    τυρί ελιές είν’ το προσφάι.

    Στην τηλεόραση τα νέα,
    σχολιάζει νεαρή παρέα,
    -ξένοι μας βάλανε στο χέρι,
    τούτη η χρονιά ξέρα θα φέρει.

    Στην άλλη άκρη δυο γερόντια
    χωρίς μαλλιά με δίχως δόντια,
    παίζουνε πρέφα για τη νίκη,
    μισό ευρώ κάθε καπίκι.

    Δέκα η ώρα αργά το βράδυ
    έξω βαθύ πυκνό σκοτάδι,
    λέει αυτός που έχει ευθύνη,
    ο καφενές πατριώτες κλείνει.

    (Νίκος Παλαμήδης, γνωστός ως Πάλδης)

    ΟΡΦΕΑΣ ΠΕΡΙΔΗΣ – Ο ΚΑΦΕΣ

    11. Συννεφιασμένη Κυριακή

    Ξεχασμένα τζούκ-μπόξ σ’ αδειανά καφενεία
    και η παλιά πελατεία
    φωτογραφία στον τοίχο.
    Ξεχασμένα τζούκ-μπόξ
    χωρίς ήχο.

    Θυσίαζα σε σας το χαρτζιλίκι μου
    Και τι δε θα θυσίαζα και τώρα
    που έμεινε η Κυριακή
    σαν καλαμιά
    στον κάμπο.

    Γιώτα Αργυροπούλου
    από τη συλλογή Νερά απαρηγόρητα, 2004
    Ενότητα Β΄: Στην αγκαλιά τους στερεώθηκα στον κόσμο

    Πάμε στον Άδωνι για καφέ -Άλκηστις Πρωτοψάλτη

    12. Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΑΦΕΝΕΙΩΝ

    Κι ας μην έχω με το μέρος μου πια τον ουρανό
    Γάλα θ’ αγοράζω για τους απόδημους των άστρων
    Να θυμηθώ γυναίκες με πράσινα μαλλιά, στα φρύδια
    Σκουλαρίκια το «χιόνι» χαλασμένο σβυστοί δρόμοι

    Σου ‘παν πως έφυγα μέσα σε φάρμακα και ζάλη
    Πως άλλαξα τηλέφωνο να μη με βρει η σκόνη
    Ο αέρας, η μουγγή φρόνηση, να γίνω κύκλος
    Τροχιά υπόγειων τρένων που ξαστόχησαν

    Αβέβαια ταξίδια στ’ άκτιστο φως, σαρκοβόρα
    Πίνουν πάλι το νερό μου σε ξένους ύπνους στέκομαι
    Με σιδερένια νύχια Μπράνσγκουϊκ γωνία

    Φιλί κλειδωμένο, τίμιο αλφάδι των καιρών
    Να σπάσω τα μάρμαρα να βγάλω ήχο, θάνατο
    Ματαιωμένα πέλαγα απ’ την αρχή να κολυμπήσω

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

    Black Coffee, 1935 -Carroll Gibbons & Marjorie Stedeford –

    13. ΚΑΦΕ ΡΕΤΡΟ

    Θυμάμαι πριν χρόνια στον όροφο αυτό
    κοπάδι ο κόσμος κι εγώ να κερνώ
    καφέδες τους φίλους και μες στη χαρά
    να λέμε ιστορίες και μ’ ανεμελιά

    να ζούμε σαν ήσυχα ζώα μικρά
    στης μάνας Ευρώπης την πλούσι’ αγκαλιά!
    Ε, τρεις δεκαετίες περίπου μετά,
    μας έχει πια φύγει για πάντα η μαγκιά!

    Οι γλώσσες γυρίσαν ανάποδα πια.
    Τα όνειρα πήραν μια γκρίζα χροιά.
    Το μέλλον μας μοιάζει πια πιο ζοφερό
    κι εγώ έχω πάψει καφέ να κερνώ.

    PoE.TA. Δεκέμβρης 2012

    ***

    14. «Άδειο καφενείο…»
    Στο άδειο καφενείο
    καρέκλες μοναχές,
    φοράς το προσωπείο
    και κρύβεις ενοχές.

    θολώνει η ανάσα
    το τζάμι που ακουμπάς,
    η ηχώ σου είναι μπάσα
    δεν πρέπει να μιλάς.

    επάνω στο τραπέζι
    κρυώνει ο καφές,
    το χέρι τρεμοπαίζει
    με χάντρες διαλεχτές.

    τσιγάρο στο τασάκι
    που καίγεται αργά,
    η σκέψη λιθαράκι
    που φτιάχνει όμως βουνά.

    του τοίχου το ρολόι
    σταμάτησε κι αυτό,
    γιατί, που όλο σε τρώει
    το όλο σκηνικό.

    δεν θέλεις να θυμάσαι
    πως ήσουνα, στο χθες,
    το αύριο να λυπάσαι
    που θα ΄χει επιστροφές…

    ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΙΣΑ
    http://mesologitisa.blogspot.gr/

    Kαθόμουνα στου Λέντζου – Δημήτρης Κοντογιάννης

    15. ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΧΩΡΩΝ

    Ω πόσα ποιήματα βιωμένα και όχι γραμμένα…
    Σε καφενεία σταθμών ή σε ανήσυχες αποβάθρες
    Την ώρα που το σμίξιμο ακολουθεί το χαμό,
    Και πρέπει να ενωθείς με το πλήθος
    Ή άσκοπα να περιμένεις το νυχτερινό επιβάτη.
    Ω πόσο προσφιλείς είναι αυτοί οι μεγάλοι χώροι όταν αδειάζουν
    Και μένεις ασάλευτος, ανάμεσα στη γη και τον ουρανό
    Σαν το κυπαρίσσι,
    Που χρόνια ονειρεύεται ν’ αφήσει τους τάφους, να γίνει
    Κατάρτι σε πλοίο.
    Τάσος Κόρφης , Εγκώμια (1993)

    Ο ΚΑΦΕΣ -ΕΥΑ ΣΤΥΛ

  4. Διορθώνω τα λινκ, για να ακούσεις τα πολύ ωραία τραγούδια:

    ΚΑΦΕΣ ΜΕ ΓΑΛΑ-ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ

    Ο ΚΑΦΕΣ_ΟΡΦΕΑΣ ΠΕΡΙΔΗΣ

    Ο ΚΑΦΕΣ -ΕΥΑ ΣΤΥΛ

  5. Δεν ξέρω τι συμβαίνει και βγαίνει αυτό το αποτέλεσμα.
    Επιμένω για τα τραγούδια, πάντως.

  6. Με τον αλησμόνητο Νικόλα,
    εύχομαι στην Αγγελική καλή χρονιά! 🙂
    Εμείς Γιάννη μου τα λέμε και στο φέις 🙂
    Καλό βράδυ και καλή εβδομάδα παιδιά!

  7. Eyxaristoume poly, Petra!!!…Πράγματι «ο αλησμόνητος Νικόλας»!!!
    Καλή εβδομάδα επίσης!!!

    «Η καφετζού»

    Κοιτάει το μπρίκι, να μη χυθεί ο καφές,
    γελάει, τραγουδάει, μας φέρνει καλοκαίρια.

    Η γριά μας καφετζού μετράει ως το έξι.
    Όλοι το ξέρουν. Εγώ το ξέρω. Κανείς δεν ζητά
    επτά ή οχτώ φουσκάλες.
    Καφέ βαρύ γλυκό ελληνικό ή τούρκικο,
    επίτηδες έξω χύνει η καφετζού
    για να ‘ρθουν τα καράβια μας μέσα.
    Η γριά μας καφετζού δεν ξέρει το ήτα
    μα σαν έχει κέφια, πετάει το μπρίκι,
    διαβάζει ριζικά.

    http://www.dimiourgikigrafionline.com/?contentid=574

  8. ΚΑγγελική, καλή εβδομάδα!!!… Καλώς επέμενες για τα τραγού, θαυμάσια!!!

    -Αφήνω προς ώρας στην ακρη την ποίηση για να παραθέσω ένα ενδιαφέρον πεζό για «Τα λογοτεχνικά καφενεία»:

    «Τα φιλολογικά καφενεία της παλιάς Αθήνας»

    Η λογοτεχνία δεν είναι μόνο το εργαστήριο του συγγραφέα, όπου εργάζεται απερίσπαστος από κάθε εξωτερική επίδραση, αλλά και η ζωντανή καθημερινότητα των συναναστροφών του με τους ανθρώπους του σιναφιού: μυθιστοριογράφους, ποιητές, εκδότες, δημοσιογράφους και κριτικούς – με όλον εκείνον τον πληθυσμό που οι παλαιότεροι ονόμαζαν «λογοτεχνικές συντροφιές».
    Τα τελευταία χρόνια οι λογοτεχνικές συντροφιές έχουν χάσει την αλλοτινή τους συνοχή και σημασία. Μπορεί κάποιες να σχηματίζονται και να είναι δρώσες ακόμη, σε εκδοτικά γραφεία, σε βιβλιοπωλεία ή σε χώρους πολιτισμού, αλλά ο ρόλος τους ως τόπων συνάντησης με δυναμικές συγκρούσεις και δημιουργικές ανταλλαγές έχει σε κάθε περίπτωση εκλείψει. Πώς, όμως, λειτουργούσαν οι λογοτεχνικές συντροφιές στο παρελθόν και τι ακριβώς ήταν τα φιλολογικά τους καφενεία, αρχής γενομένης από τον 19ο αιώνα και φτάνοντας μέχρι και τη δεκαετία του 1960;
    Το αθηναϊκό καφενείο υπάρχει ήδη από την εποχή του Όθωνα, αλλά η δική μας περιπλάνηση (ασφαλώς μόνον ενδεικτική) θα ξεκινήσει από το καφενείο Γιαννόπουλου, στο ομώνυμο μέγαρο της Πλατείας Συντάγματος, που λειτούργησε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1890. Εκεί θα συναντήσουμε τις εμβληματικές μορφές του Παλαμά, του Ροΐδη και του Γεωργίου Δροσίνη. Στο ίδιο κτίριο θα λειτουργήσει αργότερα το καφενείο του Ζαχαράτου, που θα μεταφερθεί εν συνεχεία στην κοντινή οικία Βούρου.
    Το καφενείο του Ζαχαράτου πρωταγωνίστησε στην πολιτική, αλλά και στην καλλιτεχνική ζωή της Αθήνας. Στρατιωτικοί, δημοσιογράφοι και πολιτικοί έπιναν τον καφέ τους δίπλα στα τραπέζια των συγγραφέων και δεν είναι ασφαλώς τυχαίο πως στου Ζαχαράτου έσπευσε να πιει τον καφέ του και ο Καβάφης κατά τη διάρκεια της πρώτης επίσκεψής του, το 1901, στην Αθήνα.
    Λίγο πριν από το τέλος του 19ου αιώνα θα ανοίξει επί της Σταδίου το Ουζερί του Απότσου, που θα εγκατασταθεί κατόπιν στη Βουκουρεστίου, για να καταλήξει στην Πανεπιστημίου. Στον χώρο του Απότσου θα γεννηθεί, εν έτει 1945, το καλλιτεχνικό περιοδικό «Τετράδιο» με εκδότες τον Αλέξανδρο Ξύδη, τον Αλέξη Σολωμό, τον Ανδρέα Καμπά και τον Αντώνη Βουσβούνη. Στον Απότσο σύχνασαν από τους παλαιότερους ο Μιλτιάδης Μαλακάσης και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου και από τη γενιά του 1930 ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Ανδρέας Καραντώνης και ο Γιώργος Κατσίμπαλης.
    Το 1917 θα ανοίξει στη συμβολή των οδών Ακαδημίας και Ασκληπιού ο «Μαύρος γάτος», ένα ημιυπόγειο δίπλα στο σπίτι του Παλαμά. Ο «Μαύρος γάτος» ήταν το αγαπημένο καφενείο των αθηναίων μποέμ. Εκεί πήγαιναν, όμως, και εκδότες για να συμφωνήσουν και να σχεδιάσουν τα επόμενα βιβλία τους, παρουσιάζονταν μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές ενώ γίνονταν και έντονες πολιτικές συζητήσεις στις οποίες πρωτοστατούσε ένα καινοφανές πολιτικό είδος: οι σοσιαλιστές, Στις καλλιτεχνικές, πάλι, και τις φιλολογικές συζητήσεις συμμετείχαν ο Κλέων Παράσχος, ο Φώτος Γιοφύλλης, ο Δημοσθένης Βουτυράς, ο Τέλλος ‘Αγρας, ο Ρώμος Φιλύρας, ο Κώστας Βάρναλης, ο Λάμπρος Πορφύρας, ο Κώστας Παρορίτης και, φυσικά, ως προνομιακός γείτονας και συνδαιτυμόνας, ο Κωστής Παλαμάς.
    Παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα λειτουργήσει επί της Σταδίου το «Πατάρι» του Λουμίδη. Το «Πατάρι» αποτελούσε συμπλήρωμα του καφεκοπτείου των αδελφών Λουμίδη το οποίο βρισκόταν στο ισόγειο. Εδώ θα γεννηθεί ο ελληνικός μοντερνισμός με ποιητές όπως ο Γκάτσος, ο Ελύτης και ο Εμπειρίκος, αλλά και ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Τάκης Σινόπουλος, η Ελένη Βακαλό και ο Μιχάλης Κατσαρός. Εδώ θα βρεθούν ακόμα ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης, καθώς και εικαστικοί όπως ο Γιάννης Μόραλης και ο Γιάννης Τσαρούχης. Στο «Πατάρι» ο χώρος ήταν αυστηρά οριοθετημένος. Στο βάθος της αίθουσας κάθονταν καλλιτέχνες και συγγραφείς ενώ στα μπροστινά τραπέζια μαζεύονταν δημοσιογράφοι, επιθεωρησιογράφοι και ηθοποιοί.
    Μαζί, ωστόσο, με τα λογοτεχνικά καφενεία δοξάστηκαν στο παρελθόν και τα φιλολογικά σαλόνια. Ένα από τα πιο γνωστά ήταν το φιλολογικό σαλόνι του Μάρκου Αυγέρη και της Έλλης Αλεξίου, στην οδό Αλωπεκής, στο Κολωνάκι. Στη δεκαετία του 1960 κάθε Πέμπτη βράδυ συγκεντρωνόταν εκεί η αφρόκρεμα της αριστερής τέχνης και διανόησης: Κώστας Βάρναλης, Βασίλης Ρώτας, Βούλα Διαμιανάκου, Ζήσης Σκάρος, Γιάννης και Ρόζα Ιμβριώτη, Νίκος Παπάς και Ρίτα Μπούμη-Παπά, Διδώ Σωτηρίου, Λιλίκα Νάκου, Μέλπω Αξιώτη, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Δημήτρης Φωτιάδης.
    Ένα άλλο φιλολογικό σαλόνι ήταν το σπίτι του ‘Αγγελου και της Λητώς Κατακουζηνού, πρώτα στην οδό Πινδάρου κι ύστερα στη λεωφόρο Αμαλίας (με θέα τη Βουλή και τον Εθνικό Κήπο), όπου λειτουργεί και σήμερα ως χώρος εκδηλώσεων. Στο σαλόνι των Κατακουζηνών θα οργανωθεί για πρώτη φορά έκθεση με έργα του Θεόφιλου ενώ θα πιουν τον καφέ ή το ποτό τους και εκλεκτά μέλη γενιάς του ’30: από Σεφέρη, Ελύτη, Εμπειρίκο, Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, Ηλία Βενέζη και ‘Αγγελο Τερζάκη μέχρι Κ. Θ. Δημαρά, Σπύρο Βασιλείου, Θανάση Απάρτη και Ευάγγελο Παπανούτσο. Το σαλόνι των Κατακουζηνών θα επισκεφθούν και προσωπικότητες του διεθνούς στερεώματος: Αλμπέρ Καμί, Μαξ Σαγκάλ, Ουίλιαμ Φόκνερ.
    Φιλολογικά σαλόνια άνοιξαν επίσης στα προγενέστερα χρόνια ο Παλαμάς, ο Σουρής, η Καλλιρόη Παρρέν και ο Κώστας Ουράνης και στα νεότερα η Ελένη Βλάχου, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο Γιώργος Κατσίμπαλης.
    Όσοι θέλουν να γνωρίσουν περισσότερα για τον κόσμο των φιλολογικών καφενείων και των λογοτεχνικών σαλονιών της παλιάς Αθήνας μπορούν να ανατρέξουν στις πηγές οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν και για την ανά χείρας περιήγηση: στην έκδοση της Ομάδας ‘Αστυ «70 χρόνια αθηναϊκών καφενείων. Τα στέκια των λογοτεχνών» (2014), στα έργα των Γιάννη Παπακώστα «Φιλολογικά καφενεία και στέκια της Αθήνας» (Εστία, 1988) και Γιάννη Καιροφύλλα «Τοπωνύμια της Αθήνας, του Πειραιά και των περιχώρων» (εκδόσεις Φιλιππότη, 1995) και στο άρθρο του Δημήτρη Γκιώνη «Τα φιλολογικά σαλόνια – κάποτε» («Ελευθεροτυπία», 18 Ιουνίου 2011).
    Πηγή: nooz.gr

  9. Ευχαριστώ για τις ευχές σου, Πέτρα.
    Καλή χρονιά και σε σένα, λιγότερο ανάλγητη!

    Γιάννη, πολύ ενδιαφέρον το άρθρο που παράθεσες για τα φιλολογικά καφενεία.
    Το είχα διαβάσει πάλι.

    ***

    1. Άρχισαν να κουνιούνται μέσα στις κορνίζες τους, ν’ αλλάζουν πόζες και εκφράσεις, σαν για να ξεμουδιάσουν – οι φωτογραφίες νεκρών μελών της οικογενείας.
    Ύστερα, λες και ξεθάρρεψαν, άρχισαν να γέρνουν έξω απ ‘τις κορνίζες τους, σαν έξω από παράθυρα, να περιεργάζονται το δωμάτιο – οι φωτογραφίες κάτι προγόνων που είχαν πεθάνει πριν αυτός γεννηθεί.
    Άρχισαν να βγαίνουν απ’ τις κορνίζες τους, να πηγαίνουν στην κουζίνα, να ψήνουν καφέδες, να καπνίζουνε τσιγάρα, να συζητούν… Τον ίδιο τον αγνοούσαν, σαν να μην υπήρχε.
    Μα πίνετε τον καφέ μου, καπνίζετε τα τσιγάρα μου, καθόσαστε στις καρέκλες μου, φώναζε, πώς γίνεται να μ’ αγνοείτε; Υπάρχω κι εγώ!
    Αυτοί επέμεναν να τον αγνοούν, να ψήνουν καφέδες, να καπνίζουνε τσιγάρα, να λένε τα δικά τους….
    Χαμένος ανάμεσά τους, ένιωθε σαν φωτογραφία που ακόμα δεν τραβήχτηκε, που θα τραβιόταν μετά από πολλά χρόνια, όταν θα άρχιζε να υπάρχει.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    ***

    2. Καφέ Άλβεδον

    Κάθε απόγευμα συνωστίζονται
    στη γωνία του μικρού καφέ Άλβεδον
    οι πελάτες αμίλητοι.
    Αγναντεύουν το δρόμο συνέχεια
    χαζεύοντας τον κόσμο με δέος.

    Συνήθως απολαμβάνουν εσπρέσο,
    Γαλλικό ή νες, διά μέσου ολιγόλεπτου
    βλέμματος στο πίσω μέρος του ξύλινου πάγκου.
    Κάθε απόγευμα την ίδια ώρα ακριβώς
    οι πελάτες συνωστίζονται,
    στη γωνία του μικρού καφέ.
    Δεν κοιτάει ο ένας τον άλλο ποτέ.
    Άλλωστε γιατί αφού είναι μεταξύ τους
    όλοι τόσο γνωστοί.

    Το βλέμμα κινείται εκτός του χώρου,
    απλανές, ρυθμικά σαν παλιό εκκρεμές.
    Θωρώντας μακριά, σε μιαν αόρατη πορεία,
    χαζεύοντας τα πάθη του εξωτερικού πλήθους.
    Τα πάθη των πολύβουων κεντρικών δρόμων.

    Έτσι ακριβώς την ίδια ώρα καθημερινώς
    οι πελάτες συνωστίζονται
    στη γωνία του μικρού καφέ Άλβεδον.

    ΒΛΑΣΣΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ

    ***

    3. Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΜΠΡΑΖΙΛΙΑΝ
    (απόσπασμα)

    Αν πεθάνω
    δεν θα ξανάρθει ο ταχυδρόμος
    δεν θα μου στείλεις πια βιβλία
    ή την καρδιά σου σ’ ένα φάκελο
    δεν θα σε δω να φεύγεις
    ή να ΄ρχεσαι
    δεν θα καθίσω πια ποτέ στο μπαρ
    και συ στο πλάι μου
    ή απέναντι κατάμονος
    να με κοιτάς
    αν πω πως πέθανα;
    θα κολλήσω στο στήθος σου
    ένα νεκρώσιμο με τ’ όνομά μου
    στους δρόμους θα γυρνάς μ’ ένα νεκρό

    Τασία – έναν καφέ παρακαλώ

    αν ξάφνου μ’ αντικρίσουν ζωντανό
    θα ε κ π λ α γ ο ύ ν
    η ώρα είναι μία παρά τέταρτο
    ο τραυματισμός των ωρών

    Τασία – παρακαλώ έναν καφέ

    Θ’ ανάψω τη ζωή μου
    και θα κάψω τα βιβλία
    τι όμορφα που καίγεται η φράση σ’ α γ α π ώ
    αναδιπλώνεται στον εαυτό της
    σαν να βάζει στο πρόσωπο το χέρι της
    από ντροπή

    λίγο νερό παρακαλώ
    και πλένε το ποτήρι μου καλύτερα
    κυρά μου

    εγώ έριξα προχθές νερό
    κι έσβησα τα όνειρά μου

    ο καφές σας κύριε

    ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ

    Κι εμείς οι τρεις στον καφενέ/τσιγάρο , πρέφα και καφέ-ΧΑΤΖΗΣ

    4. ΠΡΩΙΝΟ ΓΕΥΜΑ

    Έβαλε τον καφέ
    Στο φλιτζάνι
    Έβαλε το γάλα
    Στο φλιτζάνι με τον καφέ
    Έβαλε τη ζάχαρη
    Στον καφέ με το γάλα
    Με το κουταλάκι
    Γύρισε
    Ήπιε τον καφέ με το γάλα
    Και ξανάφησε το φλιτζάνι
    Χωρίς να μου μιλήσει
    Άναψε
    Ένα τσιγάρο
    Έκανε δαχτυλίδια
    Με τον καπνό
    Έβαλε τις στάχτες
    Στο τασάκι
    Χωρίς να μου μιλήσει
    Χωρίς να με κοιτάξει
    Σηκώθηκε
    Έβαλε
    Το καπέλο του στο κεφάλι του
    Έβαλε
    Το αδιάβροχό του
    Γιατί έβρεχε
    Κι έφυγε
    Μέσα στη βροχή
    Χωρίς μια κουβέντα
    Χωρίς να με κοιτάξει
    Και ’γω πήρα
    Το κεφάλι μου μέσα στα χέρια
    Κι έκλαψα.

    Ζακ Πρεβέρ –Μετάφραση: ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

    ***

    5. Πρωινός ύπνος ως αργά
    (απόσπασμα)

    …Λίγο πιο μακριά το μπιστρό
    καφέ-κρεμ και κρουασάν ζεστά
    ο άνθρωπος τρεκλίζει
    και στα ενδότερα τoυ κεφαλιού του
    μια ομίχλη από λέξεις
    μια ομίχλη από λέξεις
    σαρδέλες για φάγωμα
    σκληρό αυγό καφέ-κρεμ
    καφές ποτισμένος ρούμι
    καφέ-κρεμ
    καφέ-κλεμ
    καφέ-κλεμμένος ποτισμένος αίμα!…
    Ένας άνδρας πολύ σεβάσμιος στη γειτονιά του
    δολοφονήθηκε μέρα μεσημέρι
    ο δολοφόνος ο αλήτης του ‘κλεψε
    δύο φράγκα
    σα να λέμε έναν καφέ αρωματισμένο
    μηδέν φράγκα κόμμα εβδομήντα
    δύο ταρτάκια βουτυρωμένα
    και εικοσιπέντε σεντς για το πουρμπουάρ του σερβιτόρου.

    Ζακ Πρεβέρ -Μεταφράζει η Μαρία Θεοφιλάκου

    ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ- Καφές με γάλα

    6. «Γωνιακό καφέ»

    Κάθισε στο γωνιακό καφέ
    όπως κάθε πρωί
    να φορτώσει
    στη μέρα του ώρες
    στα όνειρά του πικρή καφεΐνη
    στη σκέψη του ασημένια δακτυλίδια καπνού.
    Το κορίτσι στάθηκε δίπλα του
    με μισοσβησμένο χαμόγελο
    στο χρώμα του δέρματός της.
    Κοίταξε στο κασελάκι
    που κρεμόταν από το λαιμό της
    σαν τεράστιο περιδέραιο. Δεν πουλούσε χρόνο
    δεν πουλούσε νοερές περιπλανήσεις
    δεν πουλούσε στιγμές.

    Ανδρέας Καρακόκκινος

    ***

    7. Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

    Κοντεύω να τα ξεχάσω όλα
    τι ώρα ξυπνάς
    πώς πίνεις τον καφέ
    τη φωνή
    μέχρι και τ’ όνομά σου

    Ένα πράγμα θυμάμαι καλά
    Μπήκαμε κάποτε μαζί
    σ’ αυτό το ποίημα
    αλλά εσύ έκανες πίσω
    επιστρέφοντας
    σε εφεδρείες ασφαλείας

    Είναι πολύ σκληρό για μένα
    να κάθομαι εδώ τώρα
    και να αμνηστεύω
    μία-μία
    τις λέξεις του.

    Χαριτίνη Ξύδη

    Δημήτρης Κοντογιάννης – Καθόμουνα στου Λέντζου

    8. Το Ερωτικό Τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ
    (απόσπασμα)

    …Γνωρίζοντας τ’ απογεύματα, τα πρωινά και τις βραδιές,
    Μέτρησα τη ζωή μου με κουταλάκια του καφέ·
    Γνωρίζω τις φωνές που φθίνουν σε θανάσιμη κατηφόρα
    Κάτω απ’ τις μουσικές του δωματίου από πίσω.
    Λοιπόν πώς θα μπορούσα να τολμήσω;…

    T.S. Eliot, Απόδοση στα ελληνικά: Χάρης Γαρουνιάτης

  10. Ciao Aggeliki!… Perfect!!!

    -Κατερίνα Γώγου, «Θέλω να κουβεντιάσω»

    «Θέλω να κουβεντιάσω σ’ ένα καφενείο
    που νάχει πόρτα ανοιχτή
    και να μην έχει θάλασσα
    μονάχα άντρες άνεργους
    σκόνη με ήλιο και σιωπή
    να μπαίνει ο ήλιος στο κονιάκ
    κ’ η σκόνη μαζί με τα τσιγάρα στα πλεμόνια μας
    κι ας μην πάρουμε και σήμερα βρε αδερφέ
    προφύλαξη για την υγεία μας
    κι ούτε να δίνεις συμβουλές
    το πως το κατεβάζω έτσι
    και πως σκορπιέμαι έτσι
    και να αφήσεις ήσυχα στα μούτρα
    τις μπογιές τις μύξες και τα κλάματα
    να τρέξουνε.
    Μονάχα να κοιτάζεις ήρεμα
    τα νύχια τα μαλλιά μου και τα χρόνια
    πούναι βρώμικα
    και γώ
    να μη δίνω φράγκο για όλα αυτά
    Μόνο το κόμμα, το χριστουλάκο τους
    γιατί δε φτιάχτηκε το κόμμα τόσα χρόνια
    και σύ νάσαι φίλος. Φίλος-φίλος
    έτσι όπως το λέει ο Καζαντζίδης
    καί το κονιάκ νάναι σκατά
    και εργολάβος πουθενά δε φάνηκε
    έχει δωμάτιο για παράνομους
    πάνω απ’ το καφενείο
    θα σου τα ρίξω σε μια δόση
    το συνηθίζω άμα μεθάω – έτσι για να σε λιανίσω-
    να σε δω χωρίς βρακί να δούμε τι θα κάνεις
    εσύ όμως λέει δεν θάσαι απ’ αυτούς
    θα σηκωθείς και θα χορέψεις παραγγελιά
    ..βεργούλες και με δείρανε..
    και θα κρατάς στις χούφτες σου
    μ’ αγάπη και με προσοχή το μυαλό μου
    είναι έτοιμο να διαλυθεί στα χίλια. Με πονάει.
    Κι όταν
    έρθουνε να σου πουν
    εδώ δεν είναι
    τόπος
    και χρόνος
    για τέτοια πράγματα
    τράβηξε τη φαλτσέτα και θέρισε»

    -Μάνου Μαυρομουστακάκη, «Ο καφές»

    «Βγήκα στον δρόμο γεμάτος … καφέ,
    στο στόμα, στη μύτη, στα μάτια,
    η ανάσα μου το φώναζε,
    η γουργουριστή αναδιάταξη του στομάχου.
    Έφυγα με καφέ στον νου μου,
    στην αριθμητική του,
    στις διασκεδαστικές συνάψεις που θυμήθηκε,
    στις καστανές αντανακλάσεις του,
    στα καστανά μου μάτια, στα φλιτζάνια μάτια μου.
    Δεν άντεχα άλλο την κυριαρχία του,
    τους κόκκους του που πολλαπλασιαστικά με εξουσίαζαν,
    στο πριν, στο τώρα, στο μετά.
    Στο μετά …
    Βγήκα στον δρόμο,
    εκτινασσόμενο πώμα σαμπάνιας,
    και τράβηξα για λουκουμάδες
    στο διπλανό λουκουματζίδικο.»

    (Πηγή: http://www.apopseis.gr/)

    -Βασιλης Σταυρόπουλος, «ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΤΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ»

    «παίζουνε μεγάλο ρόλο
    του χωριού τα καφενεία
    και καθένα μες στο χρόνο
    κρύβει μια ιστορία
    εκεί μέσα κουβεντιάζουν
    ζωηρά μα φιλικά
    και μπορεί ν’ ακούς τα πάντα
    μέχρι και κουτσομπολιά
    όλοι τους βεβαίως κάνουν
    πολύ μεγάλες συζητήσεις
    κάποιοι όμως ανεβάζουν
    και κατεβάζουν κυβερνήσεις
    κάποιοι πίνουν το ποτό τους
    και αισθάνονται όλοι φίνα
    και στο δίπλα τραπεζάκι
    δύο παίζουν «κολιτσίνα»
    δύο νέοι παίζουν τάβλι
    και νευριάζοντας λιγάκι
    και πιο πέρα δύο παίζουν
    το εγκεφαλικό το σκάκι
    παίζουνε μεγάλο ρόλο
    του χωριού τα καφενεία
    και καθένα μες΄ στο χωριό
    κρύβει μία ιστορία»

    (Πηγή: http://vromovrisi.gr/)

  11. 10

    Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι
    για καμιάν ασπιρίνη,

    άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
    ν’ ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν
    οι σωλήνες του νερού,

    ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
    ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον;
    αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
    ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο
    τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
    σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου
    που έρχεται να με πάρει

    με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια,
    τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
    χωρίς καθόλου βαλίτσες τι να τις κάνεις;
    Άφησέ με να έρθω μαζί σου….

    Γ.Ρίτσος -Σονάτα του Σεληνόφωτος

    ***

    ΥΓ. Τρεις λιγότεροι. Χωρίς τον Κώστα Στεργιόπουλο, το Νίκο Παναγιωτόπουλο και τον David Bowie, πλέον.

    • Ευχαριστώ, Αγγελική!!!…Πράγματι πτώχυνε η τέχνη με το θάνατό τους!… Κι επειδή δεν έχω κάτι άλλο για «καφέ – καφενείο», ας παραθέσω έν τραγούδι του David Bowie:…https://youtu.be/pl3vxEudif8

      ***Αγγελική, δεν μπορώ να βρω καινούριο θέμα, μπορείς να βοηθήσεις!!!

  12. Μετά χαράς:

    νεότητα, γέρος-γεράματα, μπλε, θάνατος, σκάλες, άλογο, αναμονή, αριθμοί-μαθηματικά, γαλήνη , μοίρα-τύχη-πεπρωμένο, γάτες, σκάκι, γιαγιά, εκδρομή, εγώ-εαυτός, εμείς, φύση, τηλέφωνο-τηλεφωνήματα, πρόλογος, επίλογος, φως-σκοτάδι, ομίχλη, φεύγω-αναχωρώ, επιστροφή, τίποτα, παραμύθι, συνάντηση-ραντεβού, ποδήλατο, γιασεμί, πεταλούδα, ποδόσφαιρο, παιχνίδια, οικογένεια, ξωκκλήσια, όνομα, ναι-όχι, γέννηση, τρέλα, αμυγδαλιά, αμφιβολία, χρέος, αιωνιότητα, κινηματογράφος, μαλλιά, Μαρία, Άννα, Ελένη

    Σε κάλυψα;

  13. …Ευχαριστώ πολύ! Πάρα πολλά!… Αλλά νομίζω πως βρήκα θέμα για την επόμενη ανάρτηση….

    *Να, όμως που ψάχνοντας βρήκα και κάτι άλλο για το θέμα μας:

    -Γιώργος Μαρκόπουλος, «Ο κ λ έ φ τ η ς ή κ α φ ε ν ε ί ο»

    Στον Παντελή Πασχαλίδη

    ’Εκανε κάτι μέρες με το πολύ κρύο.
    Στα χνοτισμένα τζάμια του καφενείου.
    Φασαρία γινόταν μεγάλη.
    Αυτοί με τα φλιτζάνια στα χέρια
    με τις τσαγιέρες στα χείλια, με τα χαρτιά στα τραπέζια.
    Ξάφνου όλοι σταμάτησαν σαν απολιθωμένοι.
    «Ο κλέφτης! Ο κλέφτης! Ποιος είναι ο κλέφτηςί» φώναξε ένας.
    Το τζουκ μποξ έπαιζε ένα τραγούδι μακρόσυρτο
    «τι θέλεις απ’ τα νιάτα μου που είναι πικραμένα»
    και ήταν ο τραγουδιστής σαν να έκλαιγε
    με τη φωνή του και τα μπουζούκια.
    «Ο κλέφτης! Ποιος είναι ο κλέφτης!»

    Μα ο κλέφτης είχε ρίξει κρυφά τη δραχμή
    και είχε φύγει πριν από το τραγούδι.

    Στο δρόμο.

    Μια ζωή με τη βροχή και με την ερημιά
    — Σκουριά στην πλάτη του λύκου —

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: