Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (130ο): «Τσιγάρο»…

 

-«Το τσιγάρο πάλι στην επιφάνεια. Τι θ’ απογίνω;»
(Ν. Καρούζος)

 
-«Στο κάπνισμα γρήγορα – να υπάρχουμε δήθεν άτρωτοι»
(Ν. Καρούζος)

 
-ποίηση: «…νύχτα στρωμένη τσιγάρα λέξεις»
(Θωμάς Γκόρπας)

 
-«…Κείνες τις ώρες σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,/ γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα/ το τσιγάρο κομμένο στη μέση γυρίζει από στόμα σε στόμα/ όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος – βρίσκουμε τη φλέβα/ που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης….»
(Γ. Ρίτσος, «Καπνισμένο τσουκάλι)

 

-Αργύρης Χιόνης, [Καπνίζοντας αδιάκοπα τσιγάρα]

«Καπνίζοντας αδιάκοπα τσιγάρα, ρουφώντας σπίρτα α-
διάκοπα, σωρεύοντας στα σπλάχνα του νέφη καπνού, φωτιές
από μαράζι, καρφιά από κρατημένες, ανέκφραστες δυνάμεις,
ονειρεύεται μια ποίηση ηφαίστειο, ένα λόγο ρέοντα ως πυρα-
κτωμένη λάβα. Κάποτε, θα την πράξει αυτή την ποίηση, κά-
ποτε… Στο μεταξύ, οι καύτρες των τσιγάρων του καίνε τα
σεντόνια και τα δάχτυλα.»
(Αργύρης Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

-Ναζίμ Χικμέτ, «Το τσιγάρο που δεν ανάφτηκε»
(Aπόδοση Γιάννη Pίτσου)

«Mπορεί και να πεθάνει αυτή τη νύχτα
ένα τσουρούφλισμα από σφαίρα στο σακκάκι του
Tράβηξε αυτή τη νύχτα για το θάνατο
με τα ίδια του τα πόδια…

–Mή και σου βρίσκεται κάνα τσιγάρο; λέει…
–Nαι, λέω.
–Σπίρτα;
-Όχι,
η σφαίρα μπορεί να τ’ ανάψει,
είπα.
Πήρε το τσιγάρο
έφυγε…
Mπορεί τώρα να κείτεται φαρδύς – πλατύς πάνου στο χώμα
Μ’ ένα τσιγάρο που δεν τα’ άναψε στα χείλη του
με μια πληγή στο στήθος.

Έφυγε.
Σημείον πολλαπλασιασμού.
Tέλειωσε…»

(XPIΣTOΣ AΛEΞIOY, NAZIM XIKMET, A N Θ O Λ O Γ I O)

 
-Παντελής Μπουκάλας, «Καπνός αι ημέραι μου»

«Μα τι θαρρούν οι άκαπνοι./ Πώς έτσι απλά κόβεται το ρημάδι
Τάχα υπόθεση δαχτύλων και συνήθειας;/ Πώς σημαδεύεις με την κόκκινη γραμμή
Ένα τσιγάρο/ Το κυκλώνεις/ Και καθαρίζεις
Απαγορεύεις αποκλείεις οστρακίζεις;
Χορτάρι λένε πώς καπνίζουμε ή χαρτί;/ Λέξεις καπνίζουμε.
Όσες μας δόθηκαν ακέραιες να πανηγυρίζουν
Κι όσες απόμειναν χλομές./ Και ιστορίες./ Τις τρεις, τις πέντε ιστορίες
Που απαρτίζουν έναν άνθρωπο./ Φιλιά και λέξεις./ Παρέες γέλια ανέκδοτα
Τραγούδια μοιρολόγια/ Κρασί και τσίπουρο/ Φαρμάκια
Γονατισμένες μνήμες/ Κομμένους δρόμους/ Όνειρα διψαλέα
Ηττημένα όνειρα/ Πρόσωπα ανεπίστροφα
Το τρέμουλο του πρώτου αγγίγματος
Τον τρόμο του στερνού.

Αυτά ο καπνός μας/ Αυτά το σήμα το ευανάγνωστο.
Και σπίρτο δε χρειάζεται/ Καν αναπτήρας.
Αρκεί μια σπίθα τοσηδά/ Απ’ την τριβή του νου
Στης μνήμης μας την πέτρα πάνω.

Γερνάει ωστόσο ο και ρός/ Αγκομαχάει το αίμα
Μαχαίρι λένε οι γιατροί/ Ρουφώντας τον καπνό τους απολαυστικά.
Μαχαίρι. Πού το πρόβλημα.
Θα υπάρχουν πάντοτε ιστορίες να καπνίζουμε/ από μέσα μας
Ή, σε άλλα ελληνικά, ωμότερα/
θα υπάρχει πάντα βίος για να ζήσουμε από μέσα μας.

Πλην κάποτε καπνίζουμε το εαυτό μας να καπνίζει
Ποζάροντας σε άφαντο καθρέφτη
Ντυμένοι ύφος μελαγχολικό, περίσκεπτο.
Αλλά και τότε την αλήθεια μας καπνίζουμε,
Μόνο δεν έχει αίμα ο καπνός.»
(Π. Μπουκάλας, Ρήματα, εκδ. Άγρα)

 
-Θωμάς ΓΚΟΡΠΑΣ, «Τσιγάρα»

«Μάταια κυνήγησα τα μάτια που ονειρεύονται στους άλλους τόπους.
Πολλές φορές βρήκα την άκρη, μα όσες τη βρήκα χάθηκα μαζί της.
Είχαμε μια παρέα κάποτε τα πάντα είχαμε και τίποτα δεν είχαμε
ανάμεσα στα πλούσια δάχτυλά μας είχαμε φτωχά τσιγάρα
Τέλειον Ξάνθης Κυρέτσιλερ και Έθνος χύμα…

Χίλιες φορές κοιμηθήκαμε με το τσιγάρο αναμμένο
απ’ άλλα κάηκα κάηκα έγινα στάχτη μέσα από τη στάχτη μου
ξαναγεννήθηκα ο ίδιος κι απαράλλαχτος
μόνο λιγάκι πιο προσεκτικός με τους χαφιέδες…

Τελευταία τσιγάρα τελευταία λεφτά και τελευταίο μπάνιο
θλίψη μαύρη δροσιά και θλίψη προκαταβολή της ευτυχίας
παντέρμη πλαγιά βελανιδότοπος και ένας βράχος
θαυματουργός που έγινε γυναίκα σιωπηλή γυναίκα
μια απαρηγόρητη γυναίκα που έγινε βράχος
θαυματουργός βράχος πατρίδα χαμένη κερδισμένη πού πατρίδα
πού βράχος γυναίκα και γυναίκα βράχος και βράχος βράχος
πάει
τρελάθηκε η ποίηση
τρελάθηκε τρελάθηκε τρελάθηκε
τα ρήματα τα σύρματα τα σήματα τα σήμαντρα
ένα κελάηδισμα το ίδιο πάντα
άαααα…
πόσο μεγάλο είναι το ρεμπέτικο…»
(Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

 
-Κώστας Ριτσώνης, «Το τσιγάρο»

Ι

«Το τσιγάρο βγαίνει μακρουλό απ’ το κουτί
και καταλήγει γόπα στο τασάκι
σα μια ζωή που τελειώνει στον τάφο
αφού τα όνειρά της έγιναν καπνός.

ΙΙ

Η φωτιά του τσιγάρου
φωτίζει το σκοτάδι
της μαύρης μοναξιάς του καπνιστή.

ΙΙΙ

Η γεύση του τσιγάρου
κάνει το φιλί πιο κολασμένο.

ΙV

Κοπέλες όμορφες ποζάρουν στις διαφημίσεις
μ’ ένα πακέτο στο χέρι.
Ο έρωτάς τους αρχίζει του κουτιού:
χρυσόχαρτα, τσιγαρόχαρτα
σαν πολυτελή εσώρουχα·
μάρκες: Rex, Pallas
σαν πολυτελή ξενοδοχεία-

και ύστερα η πίκρα στο λαιμό.»
(Από την ποιητική συλλογή: «Ο ανάπηρος λαχειοπώλης»)

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (130ο): «Τσιγάρο»…

  1. Xρόνια πολλά και καλά, Γιάννη!
    Πίνοντας και καπνίζοντας, μέρες που ‘ναι, θυμήθηκα τον Αρκά:
    «Έχω διαβάσει τόσα πολλά γύρω από το ποτό και το κάπνισμα, που αποφάσισα να κόψω το διάβασμα» (Αρκάς)
    Η έκπληξη σήμερα ήταν το ωραίο ποίημα του Μπουκάλα.

    1. γιατί όχι κι ένα τσιγάρο; πόσοι δεν πεθαίνουν χωρίς τσιγάρο, χωρίς καθόλου καπνό, πόσες γυναίκες με το στόμα τους καθαρό σαν ήλιος, με τα χνώτα τους σαν μάγουλα ροδοκόκκινα, με το νου τους σαν πλανήτη χωρίς φεγγάρια, χωρίς δαχτυλίδια κι ατμό; πόσοι πλανήτες ύστερα δεν λένε να πεθάνουν με τίποτα, χωρίς νερό, χωρίς φωτιά, χωρίς αέρα. ένα Σύμπαν δηλαδή τελείως νεκρό, ζώντας μόνο σαν χθες, κι η καρδιά μου να το προσέχει ολομόναχη, μην καπνίσω, μη ζήσω, μην πεθάνω.

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ, Πανσέληνος στο Δάσος

    Τα τσιγάρα, Ορφέας Περίδης

    2. ΤΟ ΚΑΠΝΟΠΩΛΕΙΟ

    Δεν είμαι τίποτα.
    Ποτέ δεν θα’ μαι τίποτα.
    Δεν μπορώ να θέλω να’ μαι τίποτα.
    Πέρα απ’ αυτό, έχω μέσα μου τα όνειρα του κόσμου όλου.
    …………………………………………………………………………………….
    …κάποιος μπήκε στο Καπνοπωλείο (για ν’ αγοράσει καπνό;)
    Κι η υπαρκτή πραγματικότητα ξαφνική με κατακεραυνώνει.
    Μισοσηκώνομαι στα πόδια μου – μ’ ενέργεια, βέβαιος για τον εαυτό μου, ανθρώπινος –
    Και θα προσπαθήσω να γράψω αυτούς τους στίχους για να ισχυριστώ το αντίθετο.
    Ανάβω ένα τσιγάρο, καθώς σκέφτομαι να τούς γράψω.
    Και σ’ αυτό το τσιγάρο γεύομαι την απελευθέρωσή μου από κάθε σκέψη.
    Ακολουθώ τον καπνό σαν να ήταν το δικό μου ίχνος.
    Και απολαμβάνω για μια ευαίσθητη και επαρκή στιγμή,
    Την απελευθέρωσή μου από κάθε εικασία
    Και την επίγνωση ότι οι μεταφυσικές είναι η παρενέργεια του να μην αισθάνομαι καλά.
    Έπειτα, αφήνομαι πίσω στην καρέκλα
    Και συνεχίζω να καπνίζω.
    Όσο μού το επιτρέπει το πεπρωμένο θα συνεχίζω να καπνίζω.

    Álvaro de Campos ( Fernando Pessoa ) -Η μετάφραση είναι του Dr. Kameleon

    Στο άδειο μου πακέτο, Φίλιππος Νικολάου

    3. αν δε μπορείς να φας πρέπει να

    καπνίσεις και δεν έχουμε
    τίποτα να καπνίσουμε: έλα μικρό μου

    ας κοιμηθούμε
    αν δε μπορείς να καπνίσεις πρέπει να

    τραγουδήσεις και δεν έχουμε

    τίποτα να τραγουδήσουμε˙ έλα μικρό μου
    ας κοιμηθούμε

    αν δε μπορείς να τραγουδήσεις πρέπει να
    πεθάνεις και δεν έχουμε

    τίποτα να πεθάνουμε, έλα μικρό μου

    ας κοιμηθούμε
    αν δε μπορείς να πεθάνεις πρέπει να

    ονειρευτείς και δεν έχουμε
    τίποτα να ονειρευτούμε (έλα μικρό μου

    Ας κοιμηθούμε)

    e.e. cummings, μτφ.: Σωκράτης Σκαρτσής

    Βίκυ Μοσχολιού – σαν το πακέτο

    4. ΓΙΑ ΚΑΠΝΙΣΤΕΣ

    Μὲ ποιὸ ναυάγιο ἄραγε ἰδιόρρυθμο ταξίδεψα
    καὶ τώρα ἀντὶ νὰ μὲ κρατοῦν
    στὴ μοιρολογίστικη ἀγκαλίτσα τους τὰ φύκια
    σουλατσάρω σὰ μιὰ συνηθισμένη ζωντανή
    σὲ σπάνιας ἐκπλήξεως ἐντόπιο λιμάνι;

    Ἄνετη, σὰ νὰ μὴν ξέρω τίποτα
    πίνω περιπατητικόν φραπέ
    γουλιὲς θορύβου προκαλῶ
    ρουφώντας μὲ κατάρτι
    καπνίζω σὰ νὰ ξέρω
    τό ῾να φουγάρο ἀνάβω τ᾿ ἄλλο σβήνω
    ζήτημα ἂν ἔχουν μείνει
    ἕνα δυὸ καράβια στὸ πακέτο μου.

    Εἴδη κολυμβήσεως σωσίβια μάσκες ψαροντούφεκα
    γύψινα ἐκκλησάκια γιὰ μικρούλη
    παιδιάστικο Θεό,
    βότσαλα ζωγραφισμένα μὲ ἀνεξίτηλη
    στεριά γοργόνας
    κοχύλια περασμένα στὸ κλάμα τῆς οὐρᾶς της
    ρωτάω τιμές ἡ αὔρα τῆς θαλάσσης πόσο κάνει
    πόσο τὰ σφουγγάρια
    εἶναι φρέσκα ἢ χολὴ καὶ ὄξος;

    Σκληρὰ παζαρεὺω μέχρις αἰσχροκέρδειας
    τὴ νοσταλγία τους γιὰ τὸν χαμένο πιὰ βυθό.
    Ἂν μοῦ τὴν ἔδιναν φτηνὰ θὰ βούλιαζα εὐχαρίστως
    ἐπίτηδες πνιγμένη
    νὰ μ᾿ ἔβρισκαν οἱ δύτες σφουγγαράδες
    νὰ μὲ ἀπίθωναν σὲ ἀχιβαδένιο λίκνο
    ἐκκολαπτόμενου μαργαριταριοῦ
    ἐπίτηδες πνιγμένη νὰ θησαύριζα
    φιλιὰ ζωῆς ποὺ θὰ μοῦ ἔδινε ἡ μάσκα τους.
    Μάσκας φιλί.

    Μὴ καὶ τὸ ἄλλο τὸ ἀλλιώτικο τὸ ἔξω ἀπὸ τὸ νερό
    ἀκάλυπτο μᾶς δίνεται;
    Ἡ γεύση του πάντα δὲ φοράει στὸ πρόσωπό της
    κάτι ἀδιαπέραστο;

    Στράφηκα νὰ ἐξηγήσω στὰ χείλη σου
    τὸν ὑπαινιγμό
    μὰ εἶχες ἤδη μπεῖ στὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο
    καράβια ποὺ εἶχαν μείνει στὸ πακέτο μου
    καὶ τὸ τελευταῖο μοῦ τὸ ἔκανε τράκα
    τὸ ὄνειρο ποὺ εἶδα.

    Κικὴ Δημουλᾶ – Χλόη Θερμοκηπίου, Ἴκαρος, 2005

    Τάνια Τσανακλίδου – Σ’ ένα χαρτάκι από τσιγάρα

    5. Θα καπνίζω
    Στα διαλείμματα του σινεμά
    Στους δρόμους και σε διαδρόμους
    Σε τουαλέτες και σε σκάλες
    Ακόμα σ’ εκκλησίες
    Θ’ ανάβω «κόντρα στον αέρα»
    Μου το ‘χες πει
    Θα καπνίζω πάντα
    Μέχρι τις τελευταίες μου ανάσες
    Όπως εσύ

    Αγγελική Ελευθερίου

    Με τσιγάρα βαριά-Ν. Μποφίλιου & Ε. Ζουγανέλη

    6. ΚΟΒΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ

    Δέν ἔχω βρεῖ τοῦ Σαίξπηρ σονέτο
    Οὔτε τοῦ Μπετόβεν κουαρτέτο
    Πού νά μ’ ἀρέσει τόσο ὅσο ἐσύ
    Ἤ πού νά εἶναι πιό φριχτό νά ξεχαστεῖ.

    Μέ βρίσκεις ὑπερβολική;
    Ἄκου κι αὐτό: Μ’ ἀρέσεις πιό πολύ
    Κι ἀπό τό πόσο θά ‘θελα τώρα, νέτο
    Νά καπνίσω ἕνα σιγαρέτο.

    Wendy Cope, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΟΔΩΡΗΣ ΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Φτηνά τσιγάρα Π. Καλαντζόπουλος

    7. Άστρα

    Καπνίζουν κ’ οι άγγελοι, είπε.
    Άμα σηκώσετε τη νύχτα
    το κεφάλι σας θα τις ιδείτε
    τις κάφτρες των τσιγάρων τους.

    Τι καφενείο τι ουρανός
    ντουμάνι και φτυσιές
    κι αέρας σάπιος

    (κι ο κάτω κόσμος
    στάχτες κι αποτσίγαρα).

    ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΡΑΒΟΣ

    ΙΧΝΟΣ – ΛΕΝΑ ΑΛΚΑΙΟΥ

    8. ΤΟ ΒΡΑΔΙΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΑΠΝΙΣΤΗ

    Μέσα στην κάφτρα και τον καπνό που φωνάζει
    είναι όλα τα τρένα των οχτώ.
    Όλες οι απωθημένες σου σιωπές.
    Είναι το βράδυ αυτό
    που στέκει
    αμέτοχο δήθεν στο θάνατο.
    Είναι τα δυο κιτρινισμένα δάχτυλά σου
    η στιγμή πριν και η στιγμή μετά τη στάχτη.

    ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥΜΑΝΙΔΗΣ

    Τσιγάρο εγώ στο στόμα μου δεν έβαλα ούτε ένα

    9. Το τσιγάρο

    Ευτυχία είναι όταν
    βρίσκεις τυχαία σπίτι
    ένα μισογεμάτο πακέτο τσιγάρα.

    Απογοήτευση είναι όταν
    πετάς το μόλις αναμμένο σου τσιγάρο.

    Κατάθλιψη είναι όταν
    στο τασάκι υπάρχουνε τέσσερα
    μισοαναμμένα τσιγάρα.

    Έρωτας είναι όταν
    εύχεσαι να σου ζητήσει αυτή ένα τσιγάρο.

    Aγάπη είναι όταν
    σιγομαζεύεις τις στάχτες
    και φαντάζεσαι πως θα ήτανε
    αν καπνίζατε μαζί το τελευταίο σου τσιγάρο.

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ

    Ένα τσιγάρο ζήτησα – Παντελής Θαλασσινός

    10. Αερολιμήν

    Φύλαγα τους τρεις τελευταίους στίχους
    που μου είχαν κατεβεί μια μέρα πάνω στην κουβέντα,
    κι αναρωτιόμουν σε ποιο ποίημα να τους μπάσω, ή μήπως φτιάξω
    ένα καινούριο σέρτικο για τον Αερολιμένα της Λάρνακας
    που διέθετε και Σάλα Καπνιστών, με καθιστικούς πάγκους ολόγυρα
    και πλευρικούς απορροφητήρες σαν κουζίνας μεγάλου ξενοδοχείου,
    ανοιχτή χωρίς πόρτες κι ευκολόβρετη
    όπου μέχρι να τσουλήσουν οι αποσκευές
    ρουφούσες κάνα δύο λαχταριστά τσιγάρα,
    ξεχαρμάνιαζαν πάνω από είκοσι ρουφηχτάρηδες ταυτόχρονα.

    Μα το καπνιστήριο τέλος, το φράξαν οι αμερικανίλες
    και οι παπαριές περί αρρώστιας
    με νοβοπάν και με φαρδιές σανίδες σταυρωτές –
    λες και περιμένει τον καπνό για να πλακώσει, η μαύρη καλιακούδα –
    και μου μείναν ο τίτλος και το τρίστιχο που γίνηκε εφτάστιχο:
    ότι δεν καπνίζω ένα-ενάμισο με δύο πακέτα
    μήτε απλώς ξεπερνώ τα δυόμισι την ημέρα,
    φουμάρω απανωτά τα στριφτά από το σακούλι
    γιατί όπως τους Ινδιάνους, με κατευνάζει,
    με κάμνει να ρεμβάζω, να εικάζω, να στοχάζομαι,
    να φουλάρω το χαρτάκι, να σιάχνω τον καπνό
    κυλινδρίζοντας, να σαλιώνω και να ισιώνω,
    γενικά να ετοιμάζω το επόμενο.

    Μίμης Σουλιώτης, Κύπρον, ιν ντηντ, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2011

    11. Τσιγάρα και ουίσκι και ατίθασες, ατίθασες γυναίκες
    (από ένα τραγούδι)

    Μπορεί να γεννήθηκα γονυπετής,
    να γεννήθηκα βήχοντας κατά τον μακρόσυρτο χειμώνα,
    να γεννήθηκα περιμένοντας το φιλί του ελέους,
    να γεννήθηκα μ’ ένα πάθος για βιασύνη
    κι όμως, όπως εξελίσσονταν τα πράγματα,
    έμαθα νωρίς για τον πασσαλοπήκτη
    ή το σύρσιμο προς τα έξω, τον καπνό του κλύσματος.
    Μέχρι τα δύο ή τρία μου έμαθα να μη γονατίζω,
    να μην περιμένω, να σπέρνω τις φωτιές μου υπόγεια
    όπου κανείς, πέρα από τις κούκλες, τέλειες και φρικαλέες,
    δεν θα μπορούσε ν’ ακούσει ψιθύρους ή να εγκαταλειφθεί στο θάνατο.
    *
    Τώρα που έγραψα πολλές λέξεις
    ομολόγησα τόσους έρωτες, για τόσο πολλούς,
    και υπήρξα ολότελα αυτό που ήδη ήμουν –
    μια γυναίκα των καταχρήσεων, της φλόγας και της απληστίας
    βρίσκω την προσπάθεια ανώφελη.
    Άραγε δεν κοιτάζω στον καθρέφτη,
    αυτές τις μέρες,
    και δεν βλέπω μια μέθυσο αρουραίο ν’ αποστρέφει τα μάτια της;
    Άραγε δεν αισθάνομαι την πείνα να με διαπερνά τόσο
    ώστε να προτιμώ να πεθάνω
    απ’ το να την κοιτάξω καταπρόσωπο;
    *
    Γονατίζω άλλη μια φορά,
    μήπως και έρθει το έλεος
    την τελευταία στιγμή.

    Ann Sexton, Μετάφραση: Ευτυχία Παναγιώτου

  2. Χρόνια πολλά και καλά, Αγγελική!… Καλή χρονιά να έχουμε…ποιητική!!!
    Η ιδέα για το θέμα του «τσιγάρου» ήταν δική σου από την προηγούμενη ανάρτηση…

    -“Είμαι μονάχος – κεφεδάκι τσιγάρο χαρτί και μολύβι –
    σε βραχώδη κατάσταση που με εξοντώνει.”
    (Νίκος Καρούζος)

    -«ΕΞΟΒΕΛΙΖΩ ΝΙΚΟΤΙΝΗ
    ροχαλίζοντας.»
    (Νίκος Καρούζος)

    -«Χέρσος ο πόνος του έρωτα δίχως
    του καιρού την εξάρθρωση
    ο αγρός της φλόγας μου το αύθαδες έαρ
    η πυροστιά του απείρου η σκέψη μας
    κι ο μαστός της μητέρας παλιορκούμενος
    από τέτοια γευστική ευγνωμοσύνη
    / διακοπή ρεύματος /
    δάκνοντας ανεπίληπτα τους γλουτούς
    της ειμαρμένης
    τα νοήματα: τις ραφές τα στριφώματα
    της έκπαγλης ματαιότητας
    /ανάβω τσιγάρο
    μόλις τ’ άναψα/»
    (Νίκος Καρούζος)

    -Κική Δημουλά, «ΚΑΡΤΟΥΝ»

    «Πρέπει νὰ θυμηθῶ ἐκεῖνο τὸ πακέτο Camel
    Τὴν καμήλα ποὺ ἀποτελεῖ γι᾿ ἀπόψε ἐγγύηση
    Τῆς διαπιστωμένης μου ἀνασφάλειας

    Μαρία Κυρτζάκη, Ἡ γυναίκα μὲ τὸ κοπάδι

    Ἀκόμη αὐτὰ καπνίζεις; Πάρε Κάμελ.
    Ὄχι πῶς διαφημίζω νέα πίσσα
    ποὺ ἀφαιρεῖ τοὺς δύσκολους λεκέδες τοῦ θανάτου
    μήτε ὅτι πιστεύω ἀκόμα στὴν ἀλλιώτικη
    γεύση τοῦ ἀδοκίμαστου, σὲ νέα ἀντοχή του.

    Κάθε φιλὶ ποὺ ἀνταλάσσει ἡ γηραιὰ ἡδυπαθὴς
    συνήθεια μὲ τοὺς ἑκάστοτε ζιγκολὸ καπνοὺς
    ταχείας καύσεως εἶναι.
    Βραδύτερη ποιότης ἐρώτων δὲν εὑρέθη.

    Κάμελ ἐπειδὴ
    ὅσο καλὰ κι ἂν τὰ κατάφερες ὡς τώρα
    μόνος σου πεζὴ νὰ τὴν προχωρεῖς τὴν ἔρημο
    ἀκολουθώντας ἀπὸ τὰ μύρια μονοπάτια της
    τὸ δύσκολο ἐκεῖνο ποὺ σὲ βγάζει στὴν ἐξάλειψη
    παντὸς συνοδοιπόρου,
    τώρα ὅπως βλέπεις ἐπαναστάτησε τὸ κλίμα
    σήκωσε κεφάλι ἡ ἄμμος ἔγινε ἀμμοθύελλα
    τὸ φορτίο χρόνου ποὺ κουβαλᾶς ἔγινε δριμύτερο
    μολύβι καθὼς τὸ μούσκεψε ἡ βροχὴ ραγδαίων ἀριθμῶν.

    Θέλεις νὰ φταίει τὸ ὄζον, νὰ παραμεγάλωσε
    ἐκείνη ἡ μαύρη τρύπα τῆς ψυχῆς
    θέλεις ν᾿ ἀπέτυχε ἡ στείρωση ποὺ ἔκανες
    σὲ ὄνειρα νὰ μὴ γεννιοῦνται ἄλλα
    τώρα παλεύεις, βογκᾶς, σκούζεις
    ὅπως σκούζει ὄνειρο ποὺ παρὰ τὴ στείρωση
    ὄνειρο συντρόφου σοῦ γεννᾶ.

    Δέξου λοιπὸν τὶς νουθεσίες τῆς ταπείνωσης
    κι ἀνέβα στὴν καμπούρα εὐκαιρία τῆς καμήλας
    ποὺ σοῦ προσφέρει ἐτούτη ἡ διερχόμενη
    φελλάχα νικοτίνη.
    Ἀνέβα, παραδέξου το
    στὴν αὐτάρκειά σου μπῆκαν συνεταῖροι φόβοι
    (ἤδη τὶς προάλλες ἐθεάθης στοὺς καθρέφτες
    τῆς ἡλίασης μὲ παρέα).

    Ἂς μὴ γελιόμαστε ὅμοιέ μου.
    Αὔταρκες εἶναι μοναχὰ τὸ μάταιον.»
    (Ποιητικὴ Συλλογή, Ενός λεπτού μαζί, ἐκδόσεις Ἴκαρος)

    -Τσαρλς Μπουκόφσκι, «ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ»

    «Κάποιες φορές πιστεύω
    πως οι θεοί
    επίτηδες επιμένουν να με σπρώχνουν
    μέσα στη φωτιά
    μόνο και μόνο
    για να με ακούσουν
    να ουρλιάζω
    κάποιες καλές αράδες.
    δεν έχουν κανένα σκοπό
    να με αφήσουν να συνταξιοδοτηθώ
    με το μεταξωτό κασκόλ μου στον λαιμό
    να δίνω διαλέξεις στο Γιέιλ.
    οι θεοί με χρειάζονται
    για να τους διασκεδάζω.
    πρέπει να βαριούνται τρομερά
    με όλους τους υπόλοιπους
    όπως κι εγώ.
    και τώρα ο καπνός απ’ το τσιγάρο μου
    στέγνωσε.
    κάθομαι εδώ
    και το τινάζω
    απελπισμένα.
    αυτού του είδους τη φωτιά
    δεν μπορούν
    να μου την δώσουν.»

    -Ιωάννης Καμίνης, «Ερωτευμένος Καπνιστής»

    «Νοιώθω σαν ένας μικρός προμηθέας ανάβοντας το τσιγάρο
    με τα πνευμόνια μου να αφιερώνονται στη φωτιά
    και τη καρδιά μου σε εσένα
    μαζεύω απ’ το δρόμο αποτσίγαρα
    ή από γνωστούς όταν παίζουμε τάβλι
    τα ανοίγω, τα ξεκοιλιάζω ο άκαρδος
    για να πάρω το πολύτιμο τους περιεχόμενο
    καπνός, μπαλάκια καπνού άκαυτα ακόμη με περιμένουν
    και μαζεύω χαρτί από μια παλιά Βίβλο που έχω
    διαβάζω κάθε σελίδα και μετά τη κόβω προσεχτικά
    έτσι ώστε τα χαρτάκια να έχουν το σωστό μέγεθος και μήκος
    και μετά πασπαλίζω πάνω τους καπνό όσο χρειάζεται για να τα στρίψω
    αν είμαι τυχερός κλέβω μερικά απ’ το περίπτερο
    αλλά συνήθως χρησιμοποιώ τη Βίβλο
    έχει καλό χαρτί και ας με θεωρούν κάποιοι βλάσφημο
    είναι για καλό σκοπό
    Όμορφή μου, καλή μου
    τα μάτια σου σαν της περιστέρας
    Τα γράμματα να καίγονται μαζί και η καρδιά μου
    Γυμνή που είσαι και όμορφη σαν κρίνο
    να σε αγκαλιάζω και να τσουρουφλίζομαι
    να σε φιλώ και να σε πίνω
    το δηλητήριο σου πιο γλυκό και απ’ τη νικοτίνη
    που με πάθος τη ρουφώ σαν το φιλί στα χείλη μου
    και έπειτα της ρόγες σου σαν το σταφύλι
    και πάλι ένα τσιγάρο να το στρίβω με επιμέλεια
    και να κολλάω τις άκρες του με μέλι ή με ζαχαρόνερο
    να σε αλείφω με μέλι και να σε αγκαλιάζω
    να σε στρίβω απ’ τη κοιλιά στη πλάτη
    και να φιλώ τον αφαλό σου ο ομφαλός της γης
    και στους Δελφούς να πηγαίνω με γάργαρο νερό
    να στρίβω τσιγάρα με τη Πυθία μαζί
    παραισθήσεις και καπνός και μέλι Αττικής
    Αγάπη μου που πας μέσα στα γαϊδουράγκαθα μη μου φεύγεις
    το όνομα σου – ναι το όνομα σου Ζωή μου
    και εσένα να βλέπω στο δρόμο και μέσα στον καπνό
    όχι δεν χρειάζομαι ποτό μόνο τσιγάρο
    παραγωγής δικής μου και στριφτό
    άσε με να καλλιεργήσω να φτιάξω το χαρμάνι μου
    μα δεν θα ναι ποτέ πιο γλυκό απ’ των μαλλιών σου το άρωμα
    και εκείνο το γνωστό χαρμάνι του κορμιού σου
    σαν κάνουμε έρωτα και σκιρτάς και τρέμεις
    και χανόμαστε στην ηδονή ξανά και ξανά ξανά και ξανά
    άσε με να πάρω μια τελευταία ρουφηξιά
    από τ’ αυτί σου απ’ τα χείλη σου από το παντού που κρύβεις
    φέρνεις τη φωτιά του Έρωτα και ανάβω ολόκληρος
    εισχωρώ μέσα σου και με ρουφάς σαν το τσιγάρο
    και καίγομαι καθώς σε αγγίζω καίγομαι
    Ποιος καπνίζει ποιον για πες μου ;
    Ούτε εσύ ούτε εγώ ξέρουμε
    γινόμαστε στάχτη, στάχτη και θυσία στον έρωτα
    και ο ερωτευμένος καπνιστής που σε ποθεί
    δεν θα πεθάνει ποτέ από καρκίνο
    μονάχα θα εξατμιστεί
    στου πάθους και στου έρωτα το ηφαίστειο»

  3. «Ευτυχία είναι όταν
    βρίσκεις τυχαία σπίτι
    ένα μισογεμάτο πακέτο τσιγάρα»… χαχα 🙂
    Εδώ και τρία χρόνια είμαι μια πρώην καπνίστρια,
    που και που όμως, καπνίζω ένα μικρό πουράκι.
    Χρόνια πολλά παιδιά, χωρίς τσιγάρο, αλλά με υγεία! 🙂

  4. Ciao Petra!!!!… Χρόνια πολλά και καλά, καλή χρονιά να ‘χουμε!!!…
    Χρόνια και χρόνια κι εγώ καπνιστής, τον τελευταίο χρόνο κατάφερα από 30 τόσα τσιγάρα να πάω στα 10 την ημέρα…Έτσι εύκολα κόβεται το άτιμο?….
    -Το γράφει ο Παντελής Μπουκάλας:

    «Μα τι θαρρούν οι άκαπνοι./ Πώς έτσι απλά κόβεται το ρημάδι
    Τάχα υπόθεση δαχτύλων και συνήθειας;/
    Χορτάρι λένε πώς καπνίζουμε ή χαρτί;/ Λέξεις καπνίζουμε.
    Όσες μας δόθηκαν ακέραιες να πανηγυρίζουν
    Κι όσες απόμειναν χλομές./ Και ιστορίες./ Τις τρεις, τις πέντε ιστορίες
    Που απαρτίζουν έναν άνθρωπο./ Φιλιά και λέξεις./ Παρέες γέλια ανέκδοτα
    Τραγούδια μοιρολόγια/ Κρασί και τσίπουρο/ Φαρμάκια
    Γονατισμένες μνήμες/ Κομμένους δρόμους/ Όνειρα διψαλέα
    Ηττημένα όνειρα/ Πρόσωπα ανεπίστροφα
    Το τρέμουλο του πρώτου αγγίγματος
    Τον τρόμο του στερνού…»

  5. Πάνε 15-16 χρόνια που έκοψα το κάπνισμα κι ακόμα ονειρεύομαι ότι καπνίζω.
    Η απόφαση ήταν οριστική, μετά από διάφορες προσπάθειες να το κόψω. Όταν το ξανάρχιζα, κάπνιζα τα διπλά, για να συμπληρώσω την απώλεια!
    Πάντα θα ήθελα ένα τσιγαράκι. Ή μια ρουφηξιά. Ξέρω ότι αν το κάνω, θα ξαναρχίσω το κάπνισμα.
    Όλα είναι στο μυαλό τελικά. Το καλό στην υπόθεση είναι ότι τον επόμενο χρόνο το έκοψε και ο άντρας μου και σιγά-σιγά όσοι φίλοι μας κάπνιζαν.
    Νομίζω ότι το επόμενο θέμα μας είναι ο καφές. Ακόμα και χωρίς τσιγάρο -που στην αρχή έμοιαζε αδιανόητο- λατρεμένος.

    Χρόνια πολλά, Πέτρα!

    Η ταμπακέρα

    1. Παντού την είδα.
    Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο κενό.
    Ν’ ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου.
    Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα.
    Είναι χλωμή κι ωραία.
    Μα αν της μιλάς ούτε που ακούει καθόλου.
    Σαν να γίνεται κάτι άλλου – που μόνο αυτή τ’ ακούει, και τρομάζει.
    Κρατάει το χέρι σου σφιχτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί.
    Δεν την έπιασα ποτέ και δεν της πήρα τίποτα.

    OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Μαρία Νεφέλη

    ***

    2. «Ο Μαθιός Πασκάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα» (απόσπασμα)
    Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α΄

    Καπνίζω χωρίς να σταματήσω απ’ το πρωί
    αν σταματήσω τα τριαντάφυλλα θα μ’ αγκαλιάσουν
    μ’ αγκάθια και με ξεφυλλισμένα πέταλα θα με πνίξουν
    φυτρώνουν στραβά όλα με το ίδιο τριανταφυλλί
    κοιτάζουν· περιμένουν να ιδούν κάποιον· δεν περνά κανείς·
    πίσω από τον καπνό της πίπας μου τα παρακολουθώ
    πάνω σ’ ένα κοτσάνι βαριεστημένο χωρίς ευωδιά,
    στην άλλη ζωή μια γυναίκα μου έλεγε μπορείς να γγίξεις αυτό το χέρι
    κι είναι δικό σου αυτό το τριαντάφυλλο είναι δικό σου μπορείς να το πάρεις
    τώρα ή αργότερα, όταν θελήσεις.

    Κατεβαίνω καπνίζοντας ολοένα, τα σκαλοπάτια
    τα τριαντάφυλλα κατεβαίνουν μαζί μου ερεθισμένα
    κι έχουνε κάτι στο φέρσιμό τους απ’ τη φωνή
    στη ρίζα της κραυγής εκεί που αρχίζει
    να φωνάζει ο άνθρωπος: «μάνα» ή «βοήθεια»
    ή τις μικρές άσπρες φωνές του έρωτα.

    Γιώργος Σεφέρης

    Μ’ ένα τσιγάρο, Γ. Νταλάρας

    3. Αμετάθετο όραμα

    Και μ’ όλες τις αναστολές που πήραν τα όνειρά μας
    πάντα θα σκέφτομαι μιαν υψικάμινο, πολύξερη
    με χιλιάδες εργάτες να της καθαρίζουν τα δόντια
    να την ταΐζουν σίδερο και κάρβουνο.
    Μιαν υψικάμινο που θα καπνίζει
    όσο δεν καπνίσαμε όλα τα τελευταία χρόνια,
    που δε θα κόβει το τσιγάρο της στα δυο,
    που δε θ’ αφήνει τη λαχτάρα της στη μέση,
    κι όλο θα βγάζει ατσάλι
    να δένονται οι μεγάλες σκαλωσιές
    που παν να φτάσουνε τον ουρανό.

    Τίτος Πατρίκιος

    Θ΄ ανάβω με τσιγάρα, Αλεξίου

    4. Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΝΙΣΤΗ

    Λίγο πριν κοιμηθώ αργά το βράδυ
    ανοίγει κάποια πόρτα στο σκοτάδι
    κι ακούω μες στο στήθος μου γατάκια
    που κλαίνε σε αυλές και σε σοκάκια

    μέχρι να βρούνε στο μαστό του ύπνου
    το ρόφημα του βλαβερού τους δείπνου
    θηλάζοντας την πίσσα της ημέρας
    στη ρώγα μιας αόρατης μητέρας.

    Βυθίζομαι μαζί τους λίγο λίγο
    στης νύχτας την τυφλή δικαιοσύνη
    και σ’ έναν εφιάλτη καταλήγω·

    ιαγουάροι μαύροι έχουν γίνει
    κι αλαφιασμένος τρέχω να ξεφύγω
    σε στέπες που καπνίζουν νικοτίνη.

    Μιχάλης Γκανάς -Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΝΙΣΤΗ (απόσπασμα)

    Το τσιγάρο βαρύ – Μελίνα Ασλανίδου

    5. Χορός του λυκόφωτος (απόσπασμα)

    Αυτή είναι η ώρα των νυχτερινών μου σκέψεων.
    Κοιμάται ο Δαίμονάς μου.
    Κοιμάται στο σκοτεινό λυκόφως
    αυτής μου της ψυχής
    Ο ερυθρός Δαίμονας
    της καταχθόνιας χαράς μου.
    Καπνίζω..
    Καπνίζω απεγνωσμένα, έντονα. Πάντα!
    Πάντα! Πάντα! Πάντα!
    Ευχόμουν να σκεφτώ, να γράψω, να τραγουδήσω…
    Κοιμάται όμως ο Δαίμονάς μου.
    Κοιμάται στο σκοτεινό λυκόφως
    αυτής μου της ψυχής
    Ο ερυθρός Δαίμονας
    της καταχθόνιας χαράς μου.
    Και οι σκέψεις δεν έρχονται…
    Ούτε καν το γέλιο και η κατάρα…
    Κι αυτή είναι η μαύρη ώρα μου
    Της μαύρης μελαγχολίας.
    *
    Κοιτάζω, αφηρημένα, το τσιγάρο μου.
    Ισχνό, ωχρό και θερμό
    Σαν άρρωστος εραστής.
    Το κοιτάζω να αναλώνεται πολύ αργά
    όπως η ζωή και τα όνειρα μου:
    όπως η ζωή και τα όνειρα όλων των αδερφών μου.
    Η στάχτη έπεσε στη γη και διασκορπίστηκε. Έτσι!
    Ο καπνός, ορθώνεται, πυκνός και γκρίζος, στον αέρα
    και διασκορπίζεται κι αυτός. Έτσι.
    Τίποτα για μένα δε μένει
    παρά λίγη κίτρινη νικοτίνη στα τρυφερά χείλη πάνω. Έτσι.

    Ρέντσο Νοβατόρε
    http://a-politiko.espivblogs.net/category/%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7/

    Κακές συνήθειες – Πασχαλίδης
    (Όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω /κάτι απογέματα με καφέ και τσιγάρο)

    6. ΤΟ ΚΥΜΑ (απόσπασμα)
    Ι.
    Αν κάτσω, μπορώ να σκεφτώ
    πώς θα ήμουν πραγματικά ευτυχισμένος:
    δε χρειάζομαι μολύβι και χαρτί,
    μόνο ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλά μου.
    Μπαίνω στο γαλάζιο του πίνακα
    που κρέμεται στον τοίχο.
    Μπαίνω.
    Η θάλασσα με παίρνει,
    με τραβάει, με παγιδεύει ο κόσμος.

    Ορχάν Βελή Κανίκ, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας.

    ***

    7. Αποτσίγαρα

    Αυτά τα αποτσίγαρα
    θα με προδώσουν.
    Χαράζει.
    Μπορεί να με ζητήσουνε.
    Θα πουν∙
    «Είχατε συνεδρίαση.
    Πού είναι οι άλλοι;
    Τι λέγατε;»
    Τι να τους πω…
    Τόσα αποτσίγαρα σβησμένα.
    Να πω
    Πως ήρθατε ένας – ένας
    Και μιλήσαμε για τα δεκαεφτά μας χρόνια;
    Να πω
    Πως στην πρώτη μάχη
    Δεν είχαμε όπλα οι μισοί;
    Κι αν τους τα πω όλα
    Κι ακόμα
    Κι αν σας ονοματίσω έναν – έναν
    Θα πουν∙
    «Όλοι αυτοί
    Είναι νεκροί».
    Και θα με πληγώσουν!

    Θεόκλητος Καριπίδης -Από τη συλλογή Νυν και αεί (1963)

    Τα καντήλια (Μ’ ένα 22 μπλε), Κραουνάκης-Νικολακοπούλου

    8. ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΒΛΑΠΤΕΙ

    Τσιγάρο η ζωή
    Δίχως το φίλτρο την καπνίζω
    Τα στήθη μου γεμίζει, καίει τη γλώσσα
    και όσο σώνεται, τόσο ρουφάω πιο βαθιά
    σπίθες λαμπρές , καπνό από λέξεις και αισθήματα,
    επιθυμίας νεφέλες που όσο μακραίνουν, μεγαλώνουν
    μα πριν να τις θαυμάσω, χάνονται
    Στα χέρια μένει η υπόμνηση της μυρωδιάς, η απόχρωση της νικοτίνης
    Το κάπνισμα, λεν, βλάπτει σοβαρά, εμένα και τους γύρω μου
    Αν όμως δεν καπνίσω, πώς θα γνωρίσω
    ποιος ο εαυτός μου , ποιοι οι γύρω μου ;
    Άθλημα επικίνδυνο η ζωή
    βλάπτει εμένα
    βλάπτω κι εγώ τους γύρω μου
    με το χαρμάνι από θάνατο στο αίμα που κυλά
    Μα τι να κόψω απ’ το λάθος μου
    αφού ζωή και πάθος είναι ένα
    Φωτιά όπου καίγονται αισθήματα και φαντασίες
    αφήνοντας πίσσας κατάλοιπο
    Κραυγή σε άδειο δωμάτιο,
    χρώματα σε λευκό καμβά
    Επί ποινή ζωής , ναι, θα καπνίσω!

    Έλενα Ψαραλίδου, Θυμητάρι ενός Ερημοναύτη

    Είσαι το τσιγάρο που κρατώ, Αντώνης Βαρδής

    9. ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ, ΚΟΙΤΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΑΠ’ ΕΞΩ, σα να ’τανε διαβάτης, σαν περαστικός, κι αναρωτιέται πώς να είναι, άραγε η ζωή μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Φαντάζεται φωνές και φωταψίες, γέλια και κλάματα, γέννες, θανάτους, γάμους κι άλλες γέννες κι άλλους θανάτους και ποτέ σιωπή όπως αυτή που τον κυκλώνει όταν είναι μες στο σπίτι, απόλυτη σιωπή, θάνατος των θανάτων, όταν είναι μες στο σπίτι και κοιτά απ’ το παράθυρο κι ούτ’ ένα δε διακρίνει διαβάτη να κοιτά το σπίτι απ’ έξω και ν’ αναρωτιέται πώς να ’ναι, άραγε, η ζωή μέσα σ’ αυτό το σπίτι, πώς νιώθει αυτός που, ακουμπισμένος στο παράθυρο καπνίζει μέσα στη σιωπή, καπνίζει απανωτά τσιγάρα σέρτικα, καπνίζει την ψυχή του.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    HAVE A CIGAR-Pink Floyd

    10. ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΣΙΓΑΡΟ

    Να σε καπνίσω θέλω,
    σαν το τελευταίο μου τσιγάρο.
    Και να μην σε σβήσω
    στην τελευταία ρουφηξιά .
    Κι ας καούν τα δάχτυλα μου!
    Να αφήσει η καύτρα πάνω τους
    το σημάδι σου…

    ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ

    Απόψε σιωπηλοί, Νίκος Παπάζογλου
    (δώσ’μου λοιπόν το τελευταίο μας φιλί /και ας καπνίσουμε μαζί κι ένα τσιγάρο)

    11. Ποίημα καλοκαιριού

    Καπνίζω σ’ ένα δωμάτιο χωρίς πόρτες ούτε παράθυρα.
    Δυο βουβά γουρούνια βουτάνε στο μέσο τ’ ουρανού
    παρακολουθώ τις κινήσεις μου με κινήσεις σαγηνευτικές
    μέσ’ απ’ τα μπούτια μιας στρογγυλής γυναίκας, περνά ένα πλάσμα γεμάτο γάλα
    (ο αφρός μέσα στο στόμα μου σαν σεντόνι διπλώνεται)
    πίνω και καπνίζω σ’ αυτό το άχρηστο δωμάτιο
    εδώ και έξι χρόνια ένας από τους αδερφούς της Θεοδώρας κατοικεί μέσα στο χώμα και
    εδώ κι έξι χρόνια μού μιλά στη γλώσσα των φιδιών
    δεν μπορώ παρά να επαναλάβω τα λόγια του
    παρακολουθώ τις κινήσεις μου με κινήσεις σαγηνευτικές
    καθώς στο μέσο τ’ ουρανού
    χωρίς σταματημό
    τα νεογέννητα γουρούνια πέφτουν απ’ τη μητέρα όλων των γουρουνιών
    μέχρι που ο αέρας γίνεται κατράμι.

    Νταν Κομάν -Μετάφραση από τα γαλλικά: Ελένη Καρρά

    Θανάσης Παπακωνσταντίνου – Ο Φορτίνο Σαμάνο

    13. Ο ΣΑΜΑΝΟΣ

    Ο Φορτίνο Σαμάνο καπνίζει και σκέφτεται:
    «Είμαι ότι δεν έζησα, είμαι η βροχή που θα `ρθει
    να δροσίσει άγνωστων γυναικών το κορμί.
    Βράδυ στα κρεβάτια τους πως στενάζουν ξαναμμένες
    ποιος Σαμάνος έφερε τούτη τη βροχή…»

    Ο στρατιώτης με τ’ όπλο σημαδεύει και σκέφτεται:
    «Με μια κίνηση απλή θα του κλέψω ότι έχει ζήσει
    είμαι ένας μικρός θεός, είμαι ένα στοιχειό.
    Πάνω από το αίμα του αύριο εδώ την ίδια ώρα ερπετά
    θα σέρνονται όπως κάνω κι εγώ…»

    Το τελευταίο τσιγάρο κι εκείνο σκέφτεται:
    «Θα γίνω γέλιο να κρυφτώ σε παιδιά που ξεφαντώνουν
    ο καιρός θα χάνεται ώσπου κάποιο απ’ αυτά
    θα φωνάξει «Λιμπερτά!»
    κι όπως θα κοιτάει τις κάννες θα βρεθώ στα χείλη του
    σαν τσιγάρο ξανά…»…

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

    14. Αμήχανοι εκ γενετής

    Αμήχανοι εκ γενετής
    Δεν ξέρουμε
    Τι να κάνουμε
    Το στόμα και τα χέρια μας
    Και καπνίζουμε τον ένα φόβο
    Πάνω στον άλλο

    Δεν ξέρουμε
    Να μιλάμε και να γράφουμε
    Και χρησιμοποιούμε την ποίηση
    Αυτή τη διάλεκτο των νεκρών
    Κάνοντας σήματα καπνού στο πουθενά

    Δεν ξέρουμε
    Να φιλάμε και ν’ αγγίζουμε
    Κι έγινε η αγάπη
    Στάχτη που τίναξε
    Απ’ τα ρούχα του ο Θεός

    ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Από την ποιητική συλλογή ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 15, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν-2011

    ΑΣΕ ΜΕ ΝΑ ΛΕΩ, ΠΟΡΤΟΚΑΛΟΓΛΟΥ-ΒΙΤΑΛΗ
    Μα όταν λέω πως μαζί σου θα ξεκόψω
    γίνεσαι φλόγα που με καίει και γυρίζω
    σαν το τσιγάρο που όλο λέω «θα το κόψω»
    κι όμως με πάθος πιο πολύ ξανακαπνίζω.

    15. Καπνίζοντας

    Πολιορκούσα την άκρη του τσιγάρου μου.
    Αργές, βαθιές ανάσες καπνού
    που υπνωτίζουν τα ζωντανά μου κύτταρα
    για να τα ξεσηκώσουν.

    Φτιάχνω μορφές αιθάλης.
    Ρουφάω βαθιές ανάσες,
    γιατί θέλω τα μάτια
    μαύρα και μεγάλα.
    Ρουφάω ασθενικές ανάσες,
    γιατί θέλω το σώμα
    λευκό, απείραχτο.

    Αχνές μορφές καπνίζω.
    Θολές. Καπνό γεμάτες.
    Η παραίσθηση του τσιγάρου
    μοναχά μου επιτρέπει
    να έχει σκιά αυτό που ονειρεύομαι.
    Κι ας ξέρω ότι θα μένει για πάντα
    μορφή στην άκρη του τσιγάρου μου.

    Γεωργία Κορδατζάκη

    T’ όνειρο καπνός

  6. Ciao Aggeliki!… Πλουσιότατο το σχόλιό σου!!!
    Εσύ τελικά κατάφερες και το έκοψες, εγώ πριν καμιά 20ριά χρόνια το ‘χα κομμένο για 18 μήνες, κι όμως το ξανάρχισα… Τώρα καπνίζω 10-12 τσιγάρα την ημέρα και προσπαθώ να το μειώσω κι άλλο…

    -Αφήνω την ποίηση σε τούτο το σχόλιο στην άκρη και παραθέτω ένα παλιό κείμενό μου για το κάπνισμα:

    «Τα τσιγάρα είναι υπέροχα» και… «το κάπνισμα είναι προσευχή», «το πάθος των έντιμων ανθρώπων» – Θα συνεχίσουμε να καπνίζουμε vivendo pericolosamente, «παρέα» με το Σαρτρ, τη Μελίνα, τον Καμί, το Γκόρπα, τον Καρούζο, το Βάρναλη κι αμέτρητους άλλους…

    -Fumeρ rest prier (το κάπνισμα είναι προσευχή), έλεγαν οι καπνιστές του ρομαντικού Παρισιού στην αυγή του 20ου αιώνα. Το τσιγάρο, ανάμεσα στον δείκτη και στον μέσο, κάνει το χέρι πιο εύγλωττο, το στόμα λαλίστερο, το μυαλό διαυγέστερο. Ο καπνός είναι υπαινιγμός– μπορεί να του προσδώσει κανείς όποιο περιεχόμενο προκρίνει. Κι ύστερα, ό,τι και να έχει κανείς να καταλογίσει στο κάπνισμα, σίγουρα δεν μπορεί να το καταδικάσει ως στερημένου νοήματος- αφού, με τα λόγια του ίδιου του Ντεριντά, είναι μια δραστηριότητα που «σηματοδοτεί τη σημασία». Το κάπνισμα είναι καταβροχθιστικό πάθος, θα επέμειναν οι θεριακλήδες επίγονοί τους, φέρνοντας στο μυαλό τους τα πούρα της Κολέτ, τις πίπες του Σιμενόν, τα κίτρινα δάχτυλα του Σαρτρ…
    Ο Σπένσερ τον ανακήρυσσε τον καπνό θεϊκό. Και λίγο αργότερα, ο Μολιέρος έβαζε στο στόμα του ήρωά του τη φράση: «Είναι το πάθος των έντιμων ανθρώπων, και όποιος ζει χωρίς καπνό δεν αξίζει να ζει…». Έστω κι αν με καπνό- λένε οι δυνάστες γιατροί- ζει κανείς λιγότερο. Κι έτσι μας κόβουν το τσιγάρο…Κι όλοι εμείς που συνηθίσαμε να γράφουμε και να διαβάζουμε με τη γόπα να σιγοκαίει στο τασάκι ή να αναθρώσκει από τα μισόκλειστα χείλη τσούζοντας τα βλέφαρά μας νιώθουμε τώρα διωκόμενοι…
    Μ’ αρέσει ο τρόπος που υπερασπίστηκε κάποτε τον καπνό ο Ζολά, αν και στερημένος επί 12ετία την «υπέρτατη απόλαυση»: «Είδα μεγάλους συγγραφείς να καπνίζουν πολύ και η διάνοιά τους να διατηρεί την υπέροχή της διαύγεια», έγραψε. «Αν η ιδιοφυϊα είναι μια νεύρωση, γιατί να θέλουμε να τη θεραπεύσουμε; Η τελειότητα είναι τόσο πληκτική , ώστε μετανιώνω συχνά που «διορθώθηκα» εγκαταλείποντας τον καπνό».
    Κι είναι στ’ αλήθεια πληκτική η υγιεινιστική αντιμετώπιση της ζωής…Εξάλλου, η γοητεία του τσιγάρου έγκειται εν πολλοίς στο ότι «ενδίδουμε σ’ αυτό οικειοθελώς, σε αναζήτηση της απόλαυσης, ακόμη κι αν- ή ίσως ακριβώς επειδή- αυτή η απόλαυση είναι άρρηκτα δεμένη με την υπόσχεση της διακινδύνευσης», καθώς έγραψαν οι συγγραφείς μιας μνημειώδους ιστορίας του καπνού Σ. Γκίλμαν και Ζ. Τσαν.
    Δεν ξέρω αν έχει εκπνεύσει εντελώς σήμερα το παμπάλαιο, συναρπαστικό αίτημα του «vivere pericolosamente=ζην επικινδύνως» – έστω κι αν το κάπνισμα είναι η πλέον ασφαλής εκδοχή του. Υπήρξε πάντως συστατικό στοιχείο της κουλτούρας μας. Ακόμη κι αν τα αμερικανικά ταχυδρομεία απάλειψαν το τσιγάρο από τα γραμματόσημα που απεικονίζουν τον μπλουζίστα Ρόμπερτ Τζόνσον ή τον εμβληματικό ζωγράφο Τζάκσον Πόλοκ, ακόμα κι αν οι Γάλλοι ακολούθησαν ασμένως, αποσπώντας τη γόπα από τα δάχτυλα του Καμί, τα δαχτυλίδια του καπνού θα συνεχίσουν να θολώνουν γλυκά κάθε χειρονομία που ομνύει στη θεατρικότητα, να συνοδεύουν κάθε πνευματικό σκίρτημα. Αρκεί να θυμηθούμε το δίχτυ της σαγήνης που υφαίνει με κάθε της ρουφηξιά η υπέροχη Τζιν Σίμπεργκ στο αριστούργημα του Τριφό «Με κομένη την ανάσα» ή η δική μας Μελίνα Μερκούρη στη «Στέλλα» του Κακογιάννη.
    Είτε το θεωρούμε «υπέροχο» (όπως ο Ρίτσαρντ Κλάιν στην ελεγεία του “Τα τσιγάρα είναι υπέροχα”) είτε καταστροφικό, χωρίς το κάπνισμα ο 20ος αιώνας δεν θα ήταν αυτός που υπήρξε. Τι μπορεί να το αντικαταστήσει; Πώς μπορεί η κοινοτοπία της καλής υγείας να ανταγωνιστεί «μια κομμένη ανάσα»;
    «Cigarettes and coffee, man – that’s the combination»= καφές και τσιγάρο, αυτός είναι συνδυασμός. Υπάρχουν κι άλλοι υπέροχοι συνδυασμοί. Τσιγάρο και ποτό. Και λογοτεχνία. Και μουσική. Όσα συνιστούν τη μυθολογία του καπνού και ειδικά εκείνο το κομμάτι της που συνδέεται με την τέχνη και τους καλλιτέχνες, με τη νύχτα, με τα μπαρ, με τα σκυλάδικα, με τη μικρή ένδειξη «παραβατικότητας», με το πάθος, με τον ερωτικό αισθησιασμό και τα επινίκιά του, με τους χωρισμούς, με μια ελάχιστη «αυτοχειρία», που υποδηλώνει ότι η ζωή μου είναι δική μου κι αν γουστάρω της βάζω φωτιά και την καπνίζω.
    Και όσοι, παρά τις απαγορεύσεις, παραμένουν φανατικοί καπνιστές θα συνεχίσουν να φουμέρνουν ακούγοντας λίγο Γκένσμπουργκ ή και όσους άλλους προσεύχονταν σε έναν Θεό καπνιστή-χαβανέζικων. Υπάρχει κι ο εγχώριος ύμνος του Ακη Πάνου, «Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο». Ή και το άλλο, το καλύτερο τραγούδι που είπε ποτέ ο Φίλιππος Νικολάου: «Στο άδειο μου πακέτο απόψε μπήκες, δεν ξέρω τι ζητάς και αν το βρήκες, αχ να ‘σουνα τσιγάρο τελευταίο, γουλιά γουλιά μαζί σου να τα λέω» ή ακόμα του Μάλαμα «τσιγάρο ατέλειωτο βαρύ η μοναξιά μου…» ή του Λοΐζου «να ‘χαμε τώρα δυο τσιγάρα και δύο για μετά». Και πάμε στα ρεμπέτικα, και ρωτάω όλους τους άκαπνους: «Θα υπήρχε ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ τραγούδι δίχως τους καπνούς, τους τεκέδες, τους λουλάδες, τα τσιγαριλίκια; Μάλλον όχι. Οι άνθρωποι έτσι «φτιάχνονταν κι έγραφαν μεγάλα τραγούδια.
    Θα ‘ρθουν άραγε εποχές που η συνήθεια θα περιγράφεται ως μέρος μιας περίεργης ηθογραφίας, για την οποία πολλοί θα απορούν ή και θα εξίστανται, όπως συμβαίνει τώρα με τα «χασικλίδικα», κι εποχές που οι έρωτες, οι χωρισμοί και οι μοναξιές θα βρίσκουν άλλους έμμετρους συντρόφους, άλλες μονάδες μέτρησης του χρόνου και του βάθους απ’ το τσιγαράκι; Κι εποχές που θα παίζονται τα λαϊκά σε κατακάθαρη ατμόσφαιρα και που τα περίπτερα θα ξενυχτούν μόνο για τις εφημερίδες της Κυριακής και που κι αυτές θα διαβάζονται χωρίς τσιγάρο; Και τότε πού θα πάνε στα άφιλτρα του Καρούζου και ποιος θα ανάβει στον Γκόρπα («νύχτα στρωμένη τσιγάρα λέξεις») ένα τσιγάρο και πού θα σημειώνει στίχους ο Βρεττάκος αν δεν υπάρχουν πακέτα και πώς θα μοιάζει η υπόγεια ταβέρνα του Βάρναλη χωρίς «καπνούς και βρισιές»;

  7. Ωραία τα λες, Γιάννη! Και η ποίηση ακόμα καλύτερα.

    1. Μυθιστόρημα μαθητείας

    Είμαι πάλι στο σπίτι με την πρώτη μου άδεια.
    Έχουμε μόλις αποφάει
    κι ο πατέρας ανοίγει αργά
    το ΕΘΝΟΣ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ
    και μου προσφέρει τσιγάρο.
    Παρότι απόφοιτος του πανεπιστημίου
    και του καπνού
    πρώτη φορά ανάβω μπροστά του.

    Έτσι ανδρώθηκα.

    Θανάσης Μαρκόπουλος, Χαμηλά ποτάμια, 2015

    «Hellas Special», Νίκος Ξυδάκης

    2. Κάπνιζα ένα τσιγάρο
    έξω απ’ το ξενυχτάδικο
    κι άκουγα το τραγούδι

    ώσπου να σβήσει το τσιγάρο
    τέλειωσε το τραγούδι

    ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΤΣΩΝΗΣ, Πουλιά και Ψίχουλα

    ***

    3. Έχω κάνει μπόλικα τσιγάρα
    (τα ρούφαγα μέχρι τη γόπα)
    χω καπνίσει φίνα πούρα
    Τώρα δε θέλω τζούρα πια

    μου φτάνουν δυο σφηνάκια
    τρεις νερωμένες βότκες
    κι ύστερα ζαλισμένος
    ν’ ακούω τα τραγούδια

    ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΤΣΩΝΗΣ, Πουλιά και Ψίχουλα

    ***

    4. Γεμάτος μοναξιά καπνίζω
    μπροστά στα καπνοχώραφα
    χωρίς να νοιάζομαι για τους χωριάτες
    που με κόπο μαζεύουν τα καπνά

    ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΤΣΩΝΗΣ, Βραχνή φωνή

    «Καρέλια» , Xάρις Αλεξίου

    5. Κορωναγράμματα

    Το καλοκαίρι θα περάσει κορώνα γράμματα.
    Μια μέρα του φθινοπώρου
    θα μαζευτούμε οι καπνιστές στα καφενεία˙
    θα κοιταχτούμε καλά
    κι ύστερα θα βγούμε στη βροχή
    να προστατεύσουμε
    τα τσιγάρα που μας άναψαν
    οι έρωτες.

    Κι όπως θα γίνουμε ένα
    με τις καύτρες του στήθους μας
    θα καταλάβουν επιτέλους
    του κόσμου όλου οι άκαπνοι
    ποιο πάθος μας μοσχοβροντά
    και ποιο μας αποτεφρώνει.

    Δημήτριος Μουζάκης

    6. «…Εδώ τώρα
    κάθομαι και καπνίζω
    σαν ένα φουγάρο ενός πλοίου
    που έφυγε
    που διαρκώς φεύγει
    που διαρκώς ταξιδεύει
    και διαρκώς ξαναγυρίζει
    κάνοντας
    έναν κύκλο
    έναν κύκλο
    τον κύκλο του κόσμου

    γιατί
    ολόκληρη η ζωή
    ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητος
    είναι ένας κύκλος
    όχι, όχι κύκλος
    θα μπορούσα να πω μία σπείρα
    μία ανερχόμενη ανελισσόμενη σπείρα
    όλο και πιο πάνω
    όλο και πιο πάνω
    ως που
    δεν έχει τέλος
    το ατελεύτητο
    που συναντάται με το απέραντο
    ατελεύτητο
    και απέραντο

    να το ζήσεις μόνο μια στιγμή
    το έζησες για πάντα
    και είναι σαν να υπάρχεις πάντα
    και υπάρχεις
    έτσι δεν είναι;
    υπάρχεις
    υπάρχω
    υπάρχουμε
    η αιώνια ανθρώπινη ύπαρξη»

    http://www.namelesspoets.com/piomicroniota942mualphataualpha1.html

    «Λόγια, τσιγάρα» -Μελίνα Κανά

    7. ΑΝΤΙ ΤΟΥ ΤΖΟΤΖΟΥ

    Τσιγάρο μου, γλυκόπιοτο…

    Η μόνη μου παρηγοριά,
    στα χείλη το τσιγάρο.
    Ρουφάω μια, ρουφάω δυο,
    τυλίγομαι μες τον καπνό,
    τα βάσανα ξεχνάω.

    Βαριά ποτά, καρέκλες δυο, η αγάπη μου στο πλάι.
    Γλυκιά πενιά, ζεϊμπέκικο, χωρίς καπνό δεν πάει.
    Τσιγάρο με κατάντησες, παράνομος να γίνω.
    Στην ζούλα ανάβω τον καπνό, στην ζούλα τον επίνω.

    Η κάθε μία ρουφηξιά,
    το ντέρτι μου το πνίγει.
    Ρουφάω μια, ρουφάω δυο,
    στο πλάι τον καφέ πικρό,
    παρηγοριά στα χείλη.

    Βαριά ποτά, καρέκλες δυο, η αγάπη μου στο πλάι.
    Γλυκειά πενιά, ζεϊμπέκικο, χωρίς καπνό δεν πάει.
    Τσιγάρο με κατάντησες, παράνομος να γίνω.
    Στην ζούλα ανάβω τον καπνό, στην ζούλα τον επίνω.

    Τσιγάρο μου γλυκόπιοτο,
    πακέτο αδειανό μου.
    Ρουφάω μια παρανομώ.
    Και που να κρύψω τον καπνό,
    και που το βάσανό μου.

    Δημοσιεύθηκε στην Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης ΠΟΙΕΙΝ

    «Τρία τσιγάρα χρόνος» – Παντελής Θαλασσινός

    8. Καπνίζοντας μ’ ένα φίλο

    Κάποτε θα μετακομίσω. Θα εγκατασταθώ μονίμως σ’ ένα ευρύχωρο παρελθόν δίπλα στη θάλασσα. Το σούρουπο θ’ ακούω τον ουρανό να ψιθυρίζει μυστικά στις μολόχες και τα χαμομήλια. Μετά θ’ ανοίγω τα παράθυρα στις σκιές της νύχτας. Περνούν

    Τα χρόνια, ασπρίζουν, γίνονται σαν τις λαμπάδες της Αναστάσεως. Και τι ποιήματα θα γράψεις που θα τα πάρουνε τα κύματα. Προσπαθώ απλώς να διατηρήσω μερικά φαντάσματα, όμως το σπίτι είναι γεμάτο χαραμάδες, βγαίνουν στο δρόμο, τα πατάνε τ’ αυτοκίνητα.

    Πώς μπορεί να μένει αδιάφορος κανείς μπροστά σε τόση καταστροφή; Κι όμως, τον περισσότερο καιρό δεν συλλογίζομαι τίποτε ή θυμάμαι κάτι ξεχαρβαλωμένες μελωδίες και στεναγμούς αποχαιρετισμών ή παίρνω μια γομολάστιχα και σβήνω λογαριασμούς που μια ζωή κρατούσα με σχολαστική ακρίβεια. Τότε

    Έρχεται ένας ηλικιωμένος άντρας με πράο ύφος κι άσπρα μαλλιά, κάθεται διστακτικά στην άκρη του καναπέ όπως κάνουν πάντα οι φτωχοί. Η ανάσα του μοσχοβολάει άγια σοφία, θέλω να του πω πως έτσι φανταζόμουν πάντα τη δικαιοσύνη, αλλά φοβάμαι ότι κι οι πιο ανώδυνες λέξεις θα σκοντάψουν στην άτρωτη αμηχανία του.

    Του μιλώ απλώς για τα μελλοντικά μου σχέδια και για τη μετακόμιση, εκείνος ακούει με προσήνεια ώσπου το σούρουπο γυρίζει σε βαθύ σκοτάδι και δεν διακρίνονται παρά οι καύτρες των τσιγάρων μας. Φεύγει αθόρυβα ψιθυρίζοντας καληνύχτα κι εγώ ντρέπομαι που μια καλή φιλία σκέφτηκα προς στιγμήν να την πω δικαιοσύνη.

    Σπύρος Τσακνιάς

    ***

    9. ΟΙ ΚΑΠΝΕΡΓΑΤΡΙΕΣ

    Γύριζε στο παρελθόν του και ανάμεσα στα άλλα
    μου τόνισε επί λέξει:
    «Έμαθα τον έρωτα νωρίς,
    στα δεκαπέντε χρόνια μου, το 46′.
    Έξω από τα κάγκελα του σχολείου
    περίμεναν οι καπνεργάτριες.
    Έπαιρναν εμένα, ήμουν ήδη ανεπτυγμένος
    και μου είχαν αδυναμία,
    καθώς και δύο φίλους μου.
    Το βράδυ πηγαίναμε στο παρκάκι
    κοντά στο Λευκό Πύργο.
    Την επόμενη χρονιά πάλι με τις καπνεργάτριες.

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ, Πεδίο πόθου

  8. *Καλή Πρωτοχρονιά, Αγγελική!… Εύχομαι ο καινούριος χρόνος να μας έχει υγιείς και πάντα παρέα με την αγαπημένη μας ποίηση!!!

    -«Περίπολοι της νικοτίνης.
    Οι κάνες τόσων τσιγάρων
    στραμμένες επάνω μου.»
    (Μιχάλης Γκανάς, από τα «Μικρά»)

    -«Τελευταία, τα τσιγάρα του ή καίγονταν αμέσως, λες και κά-
    πνιζαν τον εαυτό τους, ή δε λέγαν να καούν κι αντί να κονται-
    νουν μάκραιναν, γίνονταν φίδια και γλιστρούσαν απ’ τα δά-
    χτυλά του, χώνονταν στις τσέπες του, όλο τρύπες τα ρούχα
    του, όλο καψίματα το κορμί του.»
    (Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

    -Φετίχ Ντογάν Κοτς, «Το τσιγάρο μου»

    «Στη μοναξιά του κελιού μου
    Στην αιχμαλωσία της μοναξιάς
    Στο τσιγάρο που ρουφάει την αιχμαλωσία μου
    Το τσιγάρο μου στις χειροπέδες
    Κράτησα τις χειροπέδες μου ασπίδα στο σκοτάδι
    Αναζήτησα το φως.»
    (Ποιητική συλλογή «Θα με κρύψεις;»)

    -Σωτήρης Παστάκας, «Ο ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΟΝ»

    Στον Γιώργο Μίχο
    Ξετυλίγω τη ζελατίνα
    του τρίτου πακέτου της ημέρας
    κι αναπολώ τους ένδοξους
    πεσόντες επί της ταμπακέρας.
    Τον Χάκα, τον Καρούζο,
    τον Γκόρπα. Βγάζω
    από το σελοφάν
    το τρίτο πακέτο σιγαρέτων
    όπως βγάζουν τα παπούτσια τους
    πριν πέσουν στο κενό
    οι περισσότεροι από τους αυτοκτόνους.
    Ο Σφηνιάς το έκανε,
    από τον έκτο,
    από τον εικοστό πέμπτο
    ο Πουλαντζάς
    οι δύο από τους τρεις
    ένδοξοι πεσόντες
    από την αντίθετη πλευρά
    του Golden Gate,
    για να μην βλέπουν
    τα φώτα της πόλης.
    Φίλοι ψυχαναλυτές ακόμη
    δεν με έπεισαν για το πλήθος
    που έπεσε, βγάζοντας τα παπούτσια του.
    Άλλοι μου είπαν πως το κάνουν
    για να επιβραδύνουν την πτώση τους.
    Άλλοι, γιατί ενδόμυχα πιστεύουν
    πως οι άνθρωποι δίχως παπούτσια
    είναι πουλιά και μπορούν να πετάξουν.
    Να πετάξουν,
    εκείνη την ύστερη στιγμή
    αν τύχει και το μετανιώσουν,
    αν δουν πως ο θάνατος είναι αόμματος
    και δεν έχει μάτια για κανέναν.
    Όσοι μες στην υστερία τους
    και το ναρκισσισμό τους πίστευαν
    πως ο θάνατος θα έχει τα μάτια
    της γκόμενας και βαστιούνται
    τελευταία στιγμή απ’ το περβάζι
    αναστέλλοντας το ένδοξο πένθος τους.
    Κάθε βράδυ που γυρίζω απ’ τη δουλειά
    σκύβω να λύσω τα κορδόνια μου
    εκφωνώντας σιωπηλά τον επικήδειο
    της Σήμερον.
    (Πηγή: http://www.poiein.gr/archives/583)

    -Ρέμων Γραικός, ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ

    Τον υποσχέθηκε πως θα ερχόταν να
    τον χαιρετίσει
    πριν φύγει για τες Συρακούσες.
    Πως μαζί του ύστερα θα κατηφόριζε
    προς το λιμάνι
    όπου κάποιο καφενείο απόμακρο
    θα εύρισκαν
    για έναν καφέ, να παρατείνει
    την συνάντηση.
    Εκείνος, τα μάτια θα κοιτούσε
    πλήρως
    και άλλο ταξίδι θα απολάμβανε εντός
    τους
    (στο βυθό τους πολλάκις είχε
    ταξιδέψει
    βράδια χωρίς φανάρια ή πανιά
    σε μυστικές αδυναμίες λιμάνια
    ξεχασμένα του Ποσειδώνος).
    Ή μπορεί, αυτός, να παρήγγελνε
    κάποιο ποτό
    για το ξερό του στόμα, τα χείλη
    αλλά βεβαίως θα κάπνιζε. Α ναι,
    θα κάπνιζε
    ανυπερθέτως για να δικαιολογήσει
    το υγρό των
    ματιών του (αυτά που πολλάκις είχαν
    αναπαυθεί
    κοιτάζοντας τα λευκά, ποιητικά του
    δάκτυλα
    και είχε ταξιδέψει σε έμορφα
    και μυστικά λιμάνια
    -δέκα κουπιά σε αρχαία τριήρη-
    χωρίς φανάρια ή πανιά
    έκθετος σε κινδυνώδη κύματα κι
    ανυποψίαστους υφάλους).
    Μόνον που τες υποσχέσε ις του
    μάλλον ξέχασε και τώρα
    μόνος
    κάθεται σε απόμακρο καφενείο του
    λιμανιού
    μανιωδώς καπνίζων βεβαίως.

    (Ρέμων Γραικός, «Κ. Π. Καβάφης (1917- 2005)», Εκδ. Γαβριηλίδης)
    (Πηγή: http://www.poiein.gr/archives/583)

    ***Σημείωση: Αγγελική, το ερχόμενο Σαββατοκύριακο δε θα ‘χω νέα ανάρτηση…Μπορείς, αν θέλεις να σχολιάσεις στην τελευταία μου ανάρτηση με θέμα την «Πρωτοχρονιά».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: