Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (129ο): «Κρασί – μέθη»…

 

-«Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος. να ‘ν’ ήμερος να ‘ναι άκακος.
λίγο φαΐ λίγο κρασί. Χριστούγεννα κι Ανάσταση.»
(Ο. Ελύτης)

 

-«…Τόσο πολύ έχω μεθύσει
Απ’ το κρασί του Αγαπημένου μου
Πού και οι δυο κόσμοι
Έχουν χαθεί από μπροστά μου.

Δεν μένει τίποτ’ άλλο, παρά ν’ αγγίξω
Το κύπελλο του Αγαπημένου.»
(Τζελαλαντίν ΡΟΥΜΙ, Ο Αγαπημένος, εκδ. ΑΡΜΟΣ)

 

-«…Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα’ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω…»
(Κ. Καρυωτάκης, « Σε παλιό συμφοιτητή»)

 

 

-Τζακ Κέρουακ, «Κρασί στους αλήτικους δρόμους»

«Θα μπορούσα να κάνω κάτι χειρότερο
απ’ το να κάθομαι στους αλήτικους δρόμους
πίνοντας κρασί,
απ’ το να ξέρω πως τίποτα δεν έχει σημασία τελικά
να ξέρω πως δεν υπάρχει πραγματική διαφορά
ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς
να ξέρω πως η αιωνιότητα δεν είναι ούτε
νηφάλια ούτε μεθυσμένη, να ξέρω όλα τούτα
νέος και να ‘μια ποιητής,
θα μπορούσα να ήμουν επιχειρηματίας και να λέω
τρομερές βλακείες και να πιστεύω πως ο Θεός
νοιάζεται για μένα,
αντί γι αυτό έκατσα σταυροπόδι σε μοναχικές
παρόδους και κανείς δεν με είδε, μόνο το μπουκάλι
είδαν κι αυτό είχε αδειάσει
κι έκανα έρωτα σε καλαμποκοχώραφα
και σε νεκροταφεία
για να μάθω πως οι νεκροί δεν κάνουν φασαρία
για να μάθω πως τα καλαμπόκια μιλάνε
(το ’να στ’ άλλο με χέρια γέρικα ξερά)
έκατσα στα σοκάκια νιώθοντας τα φώτα του νέον
και κοιτώντας τους επιστάτες της μητρόπολης
να στύβουν τις πατσαβούρες τους κάτω στα
σκαλιά της εκκλησίας.
Κάθομαι πίνω κρασί
και αγιάζω στις γραμμές του τρένου
απ’ το να είμαι εκατομμυριούχος και πάλι προτιμώ
να σωριάζομαι με κάποιον άμοιρο και φτηνό ουίσκι
στην πόρτα μιας αποθήκης, με θέα μεγάλα ηλιοβασιλέματα
σε χορταριασμένους αγρούς του σιδηροδρόμου
να ξέρω πως όσοι κοιμούνται στο ποτάμι
έχουν μάταια όνειρα, να ‘μια σταυροπόδι
μες στη νύχτα και να γνωρίζω τα πάντα
να ‘μια μοναχικός σκοτεινός
με το οπτικό νεύρο παρατηρητής
του διαμαντιού του κόσμου
που στροβιλίζεται.»
(*Από την Ανθολογία “Μπιτ ποίησης”
, εκδ. Ροές)


-Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, «Το κρασί των Φαιάκων»

«Πες μου το πάλι πως θα με θυμάσαι κι εγώ θα σε πιστέψω.

Ποιος θα μπορούσε αλήθεια να κρατήσει το τιμόνι σε τούτους τους καιρούς;
Χάλασε κι η πυξίδα χαθήκαν οι προορισμοί
τα κύματα σηκώθηκαν ως το μυαλό σβήσανε οι αιώνες
τόσες πατρίδες τόσες προσπάθειες μέσα μου καμένες.

Άσ’ τους ανέμους να μας πάνε όπου θέλουν
άσ’ τους ανέμους και το τυφλό κρασί
το ματωμένο φως πάνω στα χείλη σου, το ψέμα και η ομορφιά σου

πες μου το πάλι
πες μου το πάλι πως θα με θυμάσαι κι εγώ θα σε πιστέψω»
(Από τη συλλογή «Υπό ξένην σημαίαν»)

 

 

-Ομάρ ΚΑΓΙΑΜ:
-«Την άνοιξη μες στους αγρούς ή και κοντά στους ποταμούς,/με μια γυναίκα σαν τα Ουρί και τους συντρόφους τους καλούς,/βάλτε να πιούμε, τι όσοι τους πρωί πρωί το τσούζουν,/που πέφτει η Χάβρα ή το τζαμί, δε βασανίζει τους ο νους»!
-«Αγάπαγε τους πόθους σου χαρά για νάχεις κι όλα,/από τα εμπόδια του καλού και του κακού ξεκόλλα,/παρ’ το ποτήρι, τα μαλλιά χάιδευε της καλής σου,/ πόσες ημέρες μένουνε; Γοργοδιαβαίνουν όλα»!…
-«Πίνω κρασί κι από δεξιά κι από αριστερά μουλένε:/Μην πιεις κρασί, γιατί είναι εχτρός της Πίστης μας, καημένε!/Κι είπα: Τώρα που τόμαθα, μα τον Αλλάχ! Θα πίνω/μ’ ευλάβεια πια το αίμα Του, κι ας λεν ό,τι κι αν θένε»!
-«Κι αν πέρασαν τα εξήντα σου κι αν είσαι δίχως νιάτα/σα μεθυσμένος πάντα σου περπάτα./Προτού πιθάρι να γενεί το καύκαλό σου ετούτο/σταμνί στον ώμο βάσταγε, κούπα στο χέρι κράτα»!…
-«Των προβλημάτων θάμαστε κι ακόμα σκλάβοι για πολύ;/Στον κόσμο αυτόν αν ζήσουμε μια μέρα ή χρόνια τι ωφελεί;/Γεμίστε το ποτήρι μου κρασί να πιω, προτού/κανάτι καταντήσουμε στου κανατά το μαγαζί»!…
(από το Ανδρέα Καραντώνη, Ξένη λογοτεχνία-Φυσιογνωμίες Γ’, εκδ. Παπαδήμα)

 

– Charles Baudelaire, «Μεθύστε»

«Πρέπει να ‘σαι πάντα μεθυσμένος.
Εκεί είναι όλη η ιστορία: είναι το μοναδικό πρόβλημα.

Για να μη νιώθετε το φριχτό φορτίο του Χρόνου
που σπάζει τους ώμους σας και σας γέρνει στη γη,
πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα. Αλλά με τι;

Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει.
Αλλά μεθύστε.

Και αν μερικές φορές, στα σκαλιά ενός παλατιού,
στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού,
μέσα στη σκυθρωπή μοναξιά της κάμαράς σας,
ξυπνάτε, με το μεθύσι κιόλα ελαττωμένο η χαμένο,
ρωτήστε τον αέρα, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι,

το κάθε τι που φεύγει, το κάθε τι που βογκά,
το κάθε τι που κυλά, το κάθε τι που τραγουδά,
ρωτήστε τι ώρα είναι,
και ο αέρας, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι,
θα σας απαντήσουν:

– Είναι η ώρα να μεθύσετε!

Για να μην είσαστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρίς διακοπή!

Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει.»
(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 
-Κώστας Βάρναλης, «Σκλάβοι Πολιορκημένοι. Πρόλογος»

«Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός.
Kι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
μπρος στο κάθε τραπεζάκι. «Γεια σου, Kωνσταντή βαρβάτε»!
― Kαλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε;
Ένας σού δινε ποτήρι κι άλλος σού δινεν ελιά.
Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά.
Kι αν σε πείραζε κανένας, – αχ, εκείνος ο Tριβέλας! –

έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.
Xτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά…
H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;

Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!»
(από τα Ποιητικά, Kέδρος 1956)

 

 

-Γ.Σουρής, «Μεθύσι»

«…Παιδί μου, έλα, / φέρε ρετσίνα
απ’ τη βαρέλα…/ φέρε κλαρίνα,
μεζέδες, φρούτα,
ν’ αρχινίσω το χορό, / να γλεντήσω να χαρώ.
Να! να!… τον κόσμο χάλασα, / ας γίνουν όλα θάλασσα,
και το κρασί ας τρέξει…/ αμάν, Χριστέ, κι ας φέξη…
σπάστε τα όλα…/ ε! ταβερνιάρη,
φέρε μπριζόλα / στο παλικάρι.
Σπάστε γεμάτα / και άδεια πιάτα.
Φλόγες χύνω, / πυρ κρατώ,
να κι εκείνο / να κι αυτό».

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (129ο): «Κρασί – μέθη»…

  1. Χαίρετε, χαίρετε…
    Κρασί λοιπόν σήμερα. (Τσιγάρο αύριο;)
    Αγαπώ το κόκκινο κρασί. Στην υγειά σου, Γιάννη !

    1. ΒΑΚΧΙΚΟΝ

    Aπό του κόσμου κεκμηκώς την πλάνον αστασίαν,
    εντός του ποτηρίου μου εύρον την ησυχίαν·
    ζωήν κ’ ελπίδα εν αυτώ και πόθους εσωκλείω·
    δότε να πίω.

    Μακράν εδώ των συμφορών, των θυελλών του βίου,
    αισθάνομ’ ως διασωθείς ναύτης εκ ναυαγίου
    κ’ εν ασφαλεί ευρισκόμενος εντός λιμένος πλοίω.
    Δος μοι να πίω.

    Ω! υγιής του οίνου μου ζέσις, απομακρύνεις
    πάσαν ψυχράν επιρροήν. Φθόνου ή καταισχύνης,
    ή μίσους, ή διαβολών, δεν με εγγίζει κρύο·
    δότε να πίω.

    Την άχαριν αλήθειαν γυμνήν δεν βλέπω πλέον.
    Άλλην απήλαυσα ζωήν, και κόσμον έχω νέον·
    εν των ονείρων τω ευρεί ευρίσκομαι πεδίω —
    δος, δος να πίω!

    Και αν ήναι δηλητήριον, και ανεύρω την πικρίαν
    της τελευτής εντός αυτού, εύρον πλην ευτυχίαν,
    τέρψιν, χαράν, και έπαρσιν εν τω δηλητηρίω·
    δότε να πίω!

    Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ (Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)

    Σάκης Παπαδημητρίου – Μέθη [Ορχηστρικό]

    2. Οἱ μοιραῖοι

    Μὲς στὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα,
    μὲς σὲ καπνοὺς καὶ σὲ βρισιές,
    (ἀπάνου ἐστρίγγλιζε ἡ λατέρνα)
    ὅλη ἡ παρέα πίναμε ἐψές,
    ἐψές, σὰν ὅλα τὰ βραδάκια,
    νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια.

    Σφιγγόταν ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο
    καὶ κάπου ἐφτυοῦσε καταγῆς,
    ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο
    τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς!
    Ὅσο κι ὁ νοῦς ἂν τυραννιέται
    ἄσπρην ἡμέρα δὲ θυμιέται!

    (Ἥλιε καὶ θάλασσα γαλάζα
    καὶ βάθος τοῦ ἄσωτου οὐρανοῦ,
    ὤ! τῆς αὐγῆς κροκάτη γάζα
    γαρούφαλλα τοῦ δειλινοῦ,
    λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
    χωρὶς νὰ μπεῖτε στὴν καρδιά μας!)

    Τοῦ ἑνοῦ ὁ πατέρας χρόνια δέκα
    παράλυτος – ἴδιο στοιχειὸ
    τοῦ ἄλλου κοντόμερη ἡ γυναῖκα
    στὸ σπίτι λιώνει ἀπὸ χτικιό,
    στὸ Παλαμήδι ὁ γυιὸς τοῦ Μάζη
    κ᾿ ἡ κόρη τοῦ γιαβῆ στὸ Γκάζι.

    -Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
    -Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
    -Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
    -Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!
    «Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;… κανένα στόμα
    δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.

    Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα
    πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
    σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα
    ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:
    δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!
    προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!

    ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

    Ακόμα ένα ποτηράκι – Ευσταθία

    3. Νερωμένο Κρασί
    (Παραδειγματικόν)

    Ό,τι κι αν είχε το ‘χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του,
    τίποτε δεν τ’ απόμεινε στερνή παρηγοριά.
    Πέταξ’ η έννοια από το νου κι η ελπίδα απ’ την καρδιά του
    κι η υπομονή εμαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.

    Όπως τα λείψανα περνούν, περνάει αργά ο καιρός του
    και ζη, δίχως ο δύστυχος να ξέρη το γιατί.
    Μες στην ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι εμπρός του
    του κάκου εκεί κι ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.

    «Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,
    τι το νερώνεις το κρασί, και πίνω απ’ το ξανθό,
    και πίνω κι απ’ το κόκκινο κι από το γιοματάρι
    κι απ’ το σώσμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;

    Δεν ήρθα για ξεφάντωμα μήτε για πανηγύρι,
    ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά…»
    Κι ο κάπελας, γεμίζοντας και πάλι το ποτήρι,
    με θλιβερό περίγελο στα λόγια του απαντά:

    «Τι φταίω εγώ αν τα δάκρυα, που απελπισμένος χύνεις,
    πέφτουν μες στο ποτήρι σου, σταλαγματιές θολές,
    και το νερώνουν το κρασί κι αδύνατο το πίνεις;
    Τι φταίω εγώ κι αν δεν μεθάς, τι φταίω εγώ κι αν κλαίς;»

    Ιωάννης Πολέμης (1862- 1924).

    &&&

    4. […] Σκόρπισε στην άμμο η ζωή μου.
    Κόκκινο κρασί η ζωή μου
    και σκόρπισε στην άμμο,
    κι ήπιε η άμμος τη ζωή μου, γιατί διψούσε.
    Έτσι απλά, γιατί διψούσε. […]
    – 4/8/1897

    Oscar Wilde, Μια ζωή επιστολές, επιμ. Μέρλιν Χόλαντ, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, Ηλέκτρα, Αθήνα, 2005.

    Χάρις Αλεξίου – Απόψε θέλω να πιω

    5. Για χάρη του και για χάρη μου

    Οινοχόε, πιες
    και γέμισε ξανά το ποτήρι του αγαπημένου μου
    Πότισέ τον από το δικό μου κύπελλο,
    και έπειτα, πότισε και εμένα από το δικό του.
    Δώσε του ό,τι απέμεινε από το στόμα μου
    και δώστε σε μένα ό,τι απέμεινε από το δικό του.
    Κάντο, μην παλινδρομείς,
    και μη διστάζεις.

    Θέλω να πιώ για χάρη του
    και εκείνος για δική μου χάρη
    Έτσι όπως κάνει κάθε εραστής
    που φλέγεται από αγάπη.
    Ήλθες ως ο απεσταλμένος μας
    αλλά σύντομα κατέληξες ο ενδιάμεσος,
    Ας ζήσει λοιπόν ο μεσάζων,
    Ας ζήσει ο οινοχόος.

    Αμπού Νουουάς- Μετάφραση: Πέρσα Κουμούτση

    &&&

    6. Το κρασί και το μήλο

    Το κρασί είναι σαν ένα μήλο
    που έχασε τη σκληράδα του
    και έγινε ρευστό
    έτσι και το μήλο,
    είναι σαν το κρασί που απέκτησε
    ανέλπιστη σκληρότητα.

    Πιες λοιπόν με τρόπο βάναυσο,
    σκληρό
    αυτό το νέκταρ
    και μην καθυστερείς τις ηδονές
    που λέει να σου χαρίσει
    Ούτε ποτέ για αύριο
    να αναβάλεις τη χαρά.

    Αμπού Νουουάς- Μετάφραση: Πέρσα Κουμούτση

    NANCY SINATRA- «SUMMER WINE»

    7. «Μπαλάντα της Πρωτοχρονιάς»

    Και το φεγγάρι που έπληττε στα σύννεφα
    Έριξε στο δωμάτιο μια σκυθρωπή ματιά.
    Έξι σερβίτσια υπάρχουν στο τραπέζι.
    Και μια θέση είναι κενή.
    Είμαστε ο άντρας μου, οι φίλοι μου κι εγώ
    Που γιορτάζουμε την Πρωτοχρονιά.

    Τι είναι αυτό το αίμα στα δάκτυλά μου
    Γιατί καίει τόσο το κρασί, σαν δηλητήριο;
    Κατανυκτικός, ανέκφραστος, ο οικοδεσπότης
    Υψώνει το ποτήρι του:
    «Πίνω στα αγαπημένα μας ξέφωτα, στη γη
    Όπου είμαστε όλοι θαμμένοι».

    Ύστερα ένας απ’ τους φίλους μου, με το βλέμμα στραμμένο στο πρόσωπό μου
    Θυμάται ένας θεός ξέρει τι
    Κι αναφωνεί: «Ας πιούμε στα τραγούδια της
    Όπου είμαστε όλοι ζωντανοί!»

    Μα ένας τρίτος που τα πάντα αγνοούσε
    Όταν έφυγε από τον κόσμο
    Απαντώντας στις σκέψεις μου, μουρμούρισε:
    «Ας μην ξεχάσουμε να πιούμε
    Στην υγειά εκείνων που δεν βρίσκονται ακόμη μαζί μας».

    Άννα Αχμάτοβα, 1923 , «Το αγριοτριαντάφυλλο ανθίζει και άλλα ποιήματα», μετάφραση: της Μαριόν Γκραφ και της Ζοζέ – Φλορ Ταπί

    Βασίλης Λέκκας – Δώστε Μου Κρασί

    9. Φωνὲς τῆς θάλασσας

    Πιὲ στοῦ γιαλοῦ τὴ σκοτεινὴ ταβέρνα τὸ κρασί σου,
    σὲ μι᾿ ἄκρη, τώρα π᾿ ἀρχίσαν ξανὰ τὰ πρωτοβρόχια,
    πιέ το μὲ ναῦτες καὶ σκυφτοὺς ψαράδες ἀντικρύ σου,
    μ᾿ ἀνθρώπους ποὺ βασάνισε κι ἡ θάλασσα κι ἡ φτώχεια.

    Πιέ το ἡ ψυχή σου ἀξέννοιαστη τόσο πολὺ νὰ γίνει,
    ποὺ ἂν ἔρθ᾿ ἡ Μοῖρα σου ἡ κακιὰ νὰ τῆς χαμογελάσεις,
    καημοὶ καινούργιοι ἂν ἔρθουνε μαζί σου ἂς πιοῦν κι ἐκεῖνοι,
    κι ἂν ἔρθει ὁ Χάρος, ἥσυχα κι αὐτὸν νὰ τὸν κεράσεις.

    ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

    &&&

    10. Κι άλλος ΟΜΑΡ ΚΑΓΙΑΜ:

    Γιά νά γνωρίσω το μυστήριο τής ζωής
    κούπας τα χείλη άγγιξα, πήλινης, φτωχιάς.
    Χείλος στό χείλος μού ψιθύρισε : όσο ζείς
    πίνε• τί σαν πεθάνεις δεν ξαναγυρνάς.

    ***

    Ένα ποτήρι με κρασί, θρησκείες χιλιάδες κάνει,
    και για της Κίνας τ’ αγαθά μια ρουφηξιά του φτάνει·
    όξω από σένα ρουμπινί κρασάκι μου δεν είναι
    στον κόσμο αυτόν άλλο ξινό, τόσο γλυκά να πιάνει.

    ***

    Κάλλιο από νέο βασίλειο και μια γουλιά κρασιού παλιού·
    μην παίρνεις δρόμον άλλονε παρά το δρόμο του κρασιού·
    μια κούπα αξίζει κι εκατό του Φεριδούν βασίλεια·
    κάλλιο απ’ το στέμμα του Χοσρόη καπάκι τούβλινο σταμνιού!

    ***

    Γνωστοί του ποτού οι κανόνες, κι ορίζουν: Ποιος πίνει;
    Πότε και πόσο πίνει; Κι ακόµα: µε ποιον το κρασί του πίνει;
    Αν τηρηθούν τα πιο πάνω, δίχως άλλο φέρνουνε γούρι,
    Ότι σηµάδι σωφροσύνης το ποτό• και στου ποτέ το ποτέ οδύνη.

    ***

    Κι αν µόνο µ’ ένα τούβλο µετριόταν όλο µου το βιο,
    Θα το ’δινα ποτήρι να γιοµίσω µες σε κρασοπωλειό.
    Κι αύριο πού θα βρω ψωµί; Σκούφια και ρούχο θα σκοτώσω.
    ∆εν τα ύφανε δα µε τα χέρια της καµιά θεά στον αργαλειό!

    ***

    ∆ίχως µέθης τσαµπί, παρά τσακιστό δεν αξίζ’ η ζωή.
    ∆ίχως λύρας σκοπούς, τσακιστό δεν αξίζει παρά η ζωή.
    Κι όσο πιο µακριά σε τούτο τον κόσµο βρεθώ,
    ∆ίχως κρασί κι ηδονή, τσακιστό δεν αξίζει παρά η ζωή.

    ***

    ∆εν πίνω το κρασί γιατί λατρεύω το κρασί.
    ∆εν πίνω για να µπω στης έκλυτης ζωής το βούρκο.
    Πίνω για ν’ αναπνεύσω έξ’ από µένα µια στιγµή.
    Εξ’ από µένα να βρεθώ• για τούτο πίνω το κρασί.

    ***

    Έσφιξ’ αχόρταγα τα χείλια μου ρωτώντας το ποτήρι
    μη θα μπορούσα τάχα να γυρέψω τ’ άγουρά μου χρόνια.
    Και κείνο μουρμουρίζει σφίγγοντας τα χείλια στα δικά μου:
    «Πιες άλλη μια γουλιά. Δεν έχει γυρισμό αυτός ο δρόμος».

    ΟΜΑΡ ΚΑΓΙΑΜ

    Σαν σουρώνω, πέφτω κάτω και λασπώνομαι

    11. Κόκκινο ποίημα

    Στάζανε οι λέξεις κάτι κόκκινο
    αίμα, χρώμα
    κάτι κόκκινο έσταζαν οι λέξεις
    και το ποίημα έδειχνε αιμόφυρτο

    αλλά κι αν ήτανε κρασί
    κόκκινο, κατακόκκινο
    και μεθυσμένο το ποίημα
    αιμόφυρτο θα έδειχνε

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ, απόσπασμα

    &&&

    12. «Ας πίνομε τι καρτερούμε να νυχτώσει;
    Λίγη είναι η μέρα. Φέρνε μας, παιδί, μεγάλα
    και σκαλιστά ποτήρια. Το κρασί έχει δώσει
    ο γιος του Δία και της Σεμέλης στους ανθρώπους
    για να ξεχνούν τις πίκρες. Κέρνα και ποτήρια
    γέμιζε όσα κεφάλια, αφού το ανακατέψεις
    ένα νερό και δυο κρασί κι ας κατεβαίνουν
    οι ποτηριές η μια επάνω στην άλλη…».

    Αλκαίος, Μεσσήνιος ποιητής

    &&&

    13. «Αλλά την κούπα πάρε εσύ και τράβα στην κουβέρτα
    του καραβιού του γρήγορου και βγάνε τα καπάκια
    των βαθουλών των κάδων.
    Και πιάνε κόκκινο κρασί ώσπου να βρεις τον πάτο,
    γιατί δεν θα μπορούμε εμείς να μην πίνουμε διόλου
    στη βάρδια μας ετούτη».

    ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ

    &&&

    14. «Εμπρός παιδί, για φέρε μου κανάτα μονορούφι
    να πιω, αφού βάλεις μεσ’ σ’ αυτή νερό ποτήρια δέκα
    και κρασί πέντε, για να μπω με ρέγουλα στο κέφι.
    Μα πια ας μη γυμναζόμαστε μονάχα στο μεθύσι
    κρασορουφώντας έτσι δα μ’ αλαλητά και βρόντους,
    αλλά να κουτσοπίνουμε ωραίους λέγοντας ύμνους…».

    Ανακρέων (570-485 π.χ) από την Τέω της Ιωνίας.

    ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ, ΟΤΑΝ ΠΙΝΕΙ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

    15. «Ποίαι αι ωφέλειαι της μέτριας χρήσεως του οίνου»

    «Φίλε μου πίνε, μη θαρρείς σαν μερικοί και συ
    πως το πιοτό το σώμα σου φθείρει και ζημιώνει,
    αρκεί με μέτρο μοναχά να πίνεις το κρασί
    κι αμέσως σε ζωογονεί και σε ενδυναμώνει.
    Εγώ νομίζω αρετή πως το μεθύσι είναι
    και πάντα στα συμπόσια σε συμβουλεύω, πίνε».

    Πανύασις από την Αλικαρνασσό, (468π.χ) -θείος του Ηρόδοτου

    &&&

    16. «Μέτρο οινοποσίας»

    «Το κρασί τ’ ολίγον βλάπτει, μα και το πολύ σκοτώνει
    αλλ’ αν πίνομαι με μέτρο το κορμί μας δυναμώνει.
    Πιε το πρώτο το ποτήρι, και το δεύτερο ακόμα
    μα στο τρίτο ετοιμάσου να ξαπλώσεις εις το στρώμα.
    Αν το τέταρτο θελήσεις το ποτήρι να ρουφήξεις
    θα ζητάς καμιά κοπέλα στην αγκάλη σου να σφίξεις…».

    Εύηνος (460 π.χ), δάσκαλος του Σωκράτη

    &&&

    17. «Φυσιολογική διήγησις του υπερτίμου κρασοπατέρος Πέτρου του Ζυφομούστου»

    «Ο άρτος ουκ ευφραίνει με, μόνο το κρασοβόλιν
    και το λαγομαγείρυμα το λέγουσιν κρασάτο.
    Κρασίν μου δοκιμώτατον εις πάσαν ιατρείαν,
    των νέων η θυριακή, το αίμα των γερόντων,
    κινείς τα ούρα συνεχώς, ευφραίνεις την καρδίαν,
    αναβιβάζεις πνεύματα τους οφθαλμούς ανδρίζεις.
    Εκ των αγίων γαρ πολλοί λέγονται μυροβρύται,
    εγώ δε χάριν ήθελα να γίνω κρασοβρύτης».

    (Από ένα σατιρικό στιχούργημα του λογίου Θεοδώρου Προδρόμου)

    Χρήστος Θηβαίος – Κρασί στο χώμα

    18. «Κατάρα»

    « Να μη φθάσω, να μη ζήσω,
    αν μια μέρα δεν μεθύσω.
    Κι αν πεθάνω, να πεθάνω
    στο ποτήρι μου επάνω.

    Την αμέθυστη ζωή μου
    να την έχουν οι εχθροί μου.
    Μον’ εκείνοι όσο ζήσουν,
    να μη φθάσουν να μεθύσουν,

    όπου βράχος δεν σφυρίζει,
    κι η ποτήρα δεν γυρίζει,
    η ζωή τη αληθεία
    ειν’αιώνια τυρρανία».

    Αθανάσιος Χριστόπουλος, « Λυρικά»

    &&&

    19. « Κρασοπατέρας»

    Μεταβιάς γλυκοχαράζει,
    στα βουνά η αυγή χαράζει,
    κι αρχινάει το σκοτάδι να σκορπάει,
    Στρώθηκε ο Κρασοπατέρας.
    πρώτη έγνοια της ημέρας,
    μον ξυπνήσει, το ποτήρι να σφουγγίσει.

    Και προμιού τα μάτια τρίψει,
    την κοιλιά του για να νίψη
    μια κανάτα, οχ τον πήρο νηστικάτα.
    Κιαπέ ύστερα ως το βράδυ,
    που να πιάκη το σκοτάδι,
    το λαγήνι, οχ το χέρι δεν τ’αφίνει.

    Μον ρουφάει και μόνε ζάφτει
    κι’ όσο πίνει, τόσο ανάφτει.
    Όλο πίνει κι όλο γίνεται καμίνι…
    Το κρασί που σβαναρίζεις,
    τα λαγήνια που στραγγίζεις,
    μέγα πράμα, πως δεν σκάζεις είναι θιάμα!

    Ω! κοιλιά με δίχως πάτο.
    Κρασοσφούγγαρο μονάτο!
    Ω πηγάδι, δίχως βάθου καν σημάδι.
    Ω καδδί που δεν χορταίνεις,
    και ποτέ δεν αποσταίνεις
    σ’ όσο βρίσκεις κι άδειο πάντα σου απομνήσκεις!

    Ω καρούτα αναιώνια
    που να ρίχνουν χίλια χρόνια
    στα χαμένα θα παιδεύονται μ’εσένα…»

    Ιωάννης Βηλαράς

    Μήτσος Σταυρακάκης – Μέθη

    20. « Ύμνος»

    Κρασάκι μ’ όταν χύνεσαι,
    και αφρισμένο πίνεσαι
    και μέσα μου χοχλάζης
    κι αχνούς από το σώμα μου
    και φλόγες από τ’ όμμα μου
    και αστραπάς ευγάζης,

    κεφάλια τότε τέσσαρα
    και πόδια δεκατέσσαρα
    με φαίνετε πως έχω
    με φαίνετε πως γίνομαι,
    τρελοβοριάς και χύνομαι
    και μες τα δάση τρέχω.

    Οπόταν στο σωτήριον
    με φέρεσαι ποτήριον
    δεν είμαι τότ’ εκείνος
    ο κατηφής κι ανέραστος,
    αλλά γλυκύς κ’ επέραστος,
    «Να ζ ή, φωνάζ’ ο Ο ί ν ο ς»…»

    Ηλίας Τανταλίδης (1818-1876)

    &&&

    21. «Το κρασί»

    «…Λένε στο κρασί κρυμμένη
    η αλήθεια είν’ γδυτή,
    μα στουπί ’ναι μεθυσμένη,
    και σαν έβγη ξέρω τι
    τι αλήθειες λέει κι αυτή.

    Και ο Νώε με λαχτάρα
    το ρουφούσε περισσή
    μετά τόση νεραντάρα,
    το αθάνατο κρασί
    στην υγειά του μια μισή!

    Κι αγγελούδια π’ ολοένα
    το Θεό κρασί κερνάνε
    μεσ’ στα αστέρια μεθυσμένα
    «Ωσαννά» του τραγουδάνε
    και μ’ αυτά κατρακυλάνε».

    Κλεάνθης Τριαντάφυλλος (1850-1889).

    &&&

    22. «Το κρασί»

    «…Κλαίων κρατώ την κύλικα και πλήρη εν χερσί,
    πλην πίνω και γαληνιώ και δάκρυα δεν χύνω.
    Είναι της λήθης δι εμέ το ύδωρ, το κρασί,
    μεθώ την μνήμην και το φως της διανοίας σβήνω.
    Ω, να ημπόρουν όλον μου το αίμα ν’ αποβάλω,
    και αντί αίματος κρασί στας φλέβας μου να βάλω».

    Αχιλλέας Παράσχος

  2. Ciao Aggeliki!…. Με μέθυσες!!!!!!!!!!!!!

    -Κ. Π. Καβάφης, “Επήγα”
    “Δεν εδεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα κ’ επήγα.
    Στες απολαύσεις, που μισό πραγματικές,
    μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν,
    επήγα μες στην φωτισμένη νύχτα.
    Κ’ ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς
    που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής.”
    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    -Αργύρης Χιόνης, «Τα φαντάσματα»

    «Μες στο υπόγειο, βρίσκουν καταφυγή ακόμη και φαντάσματα, ψυχές βασανισμένες εννοώ που προτιμούν να βρίσκονται στο σκότος, ψυχές που τις αδίκησε το φως. Κουρνιάζουν εκεί μέσα κι ωριμάζουν σαν το κρασί, σιγά σιγά κι υπομονετικά, μέχρι ν’ αποκτήσουν σώμα και άρωμα, όπως το παλιό, καλό κρασί, και να περάσουν, σαν αυτό, στις φλέβες μας.»

    -Τσαρλς Μπουκόφσκι, “Κλαμπ Κόλαση, 1942”

    το επόμενο μπουκάλι ήταν το μόνο πράγμα
    που είχε σημασία.
    στο διάολο και το φαγητό, στο διάολο και
    το νοίκι
    το επόμενο μπουκάλι ήταν η λύση
    για όλα
    κι αν μπορούσες να έχεις δύο ή
    τρία ή τέσσερα μπουκάλια καβάτζα
    τότε η ζωή ήταν στ’ αλήθεια ωραία.

    κατάντησε να μας γίνει συνήθεια,
    τρόπος ζωής.

    πού θα μπορούσαμε να βρούμε άραγε το επόμενο
    μπουκάλι;
    μας έκανε επινοητικούς, πονηρούς,
    τολμηρούς.
    κάποτε κάναμε ακόμα και βλακείες
    και πιάναμε δουλειά για 3 ή 4 μέρες
    ή και για καμιά βδομάδα ακόμη.

    το μόνο που θέλαμε να κάνουμε ήταν να καθόμαστε
    ένα γύρο και να συζητάμε για
    βιβλία και λογοτεχνία
    και να βάζουμε στα ποτήρια μας
    κι άλλο κρασί.
    ήταν το μόνο πράγμα που είχε κάποιο
    νόημα για μας.
    είχαμε, βέβαια, και
    τις περιπέτειές μας:
    τρελές φιλενάδες, καβγάδες, τις
    απελπισμένες σπιτονοικοκυρές, την
    αστυνομία.

    προκόψαμε με το ποτό και
    με την τρέλα και με τη
    συζήτηση.
    όταν άλλοι άνθρωποι χτύπαγαν
    κάρτα
    εμείς συχνά δεν ξέραμε καν
    ποια μέρα ή ποια βδομάδα ήταν.

    είχαμε αυτή τη μικρή συμμορία,
    όλοι νέοι, και διαρκώς άλλαζε
    έτσι που κάποια μέλη απλώς
    εξαφανίζονταν, άλλοι επιστρατεύονταν,
    μερικοί σκοτώθηκαν στον πόλεμο
    μα συνεχώς νέοι οπαδοί
    κατέφθαναν.

    ήταν το Κλαμπ από την Κόλαση
    κι εγώ ήμουν ο Πρόεδρος τού
    Συμβουλίου.

    * * *

    τώρα πίνω μόνος μες στο ήσυχο
    δωμάτιό μου στο
    δεύτερο πάτωμα που βλέπει το λιμάνι
    του San Pedro .
    είμαι άραγε εγώ ο τελευταίος των
    τελευταίων;
    αρχαία φαντάσματα αιωρούνται μέσα και έξω απ’
    αυτό το δωμάτιο.
    μόλις που μισοθυμάμαι τα πρόσωπά τους.
    με κοιτάζουν, οι γλώσσες τους
    κρέμονται έξω.
    σηκώνω το ποτήρι μου προς το μέρος τους.
    παίρνω ένα πούρο, το κολλάω στη
    φλόγα του αναπτήρα
    μου.
    ρουφάω βαθιά
    και να μια λάμψη γαλάζιου
    καπνού καθώς
    στο λιμάνι
    ένα πλοίο βαράει τη
    σειρήνα του.
    μοιάζουν όλα με μια καλή παράσταση, καθώς αναρωτιέμαι πάλι:
    τι γυρεύω εγώ
    εδώ;

    -Τσαρλς Μπουκόφσκι, “απόψε”

    πόσα από τα κύτταρα του εγκεφάλου μου δεν έχουν καταστραφεί από
    το αλκοόλ
    κι εγώ κάθομαι τώρα εδώ και πίνω
    όλοι οι σύντροφοί μου στο ποτό πεθαμένοι,
    ξύνω την κοιλιά μου και ονειρεύομαι το
    άλμπατρος.
    πίνω μόνος τώρα.
    πίνω με τον εαυτό μου και για τον εαυτό μου.
    πίνω για τη ζωή μου και για τον θάνατό μου.
    η δίψα μου ακόμα δεν ικανοποιήθηκε.
    ανάβω ένα τσιγάρο ακόμη, γυρίζω αργά
    το μπουκάλι, το
    θαυμάζω.
    όμορφη παρέα.
    χρόνια έτσι.
    τι άλλο θα μπορούσα να είχα κάνει
    και να το κάνω τόσο καλά;
    έχω πιει περισσότερο από τους πρώτους
    εκατό ανθρώπους που θα συναντήσεις
    στον δρόμο
    ή θα δεις στο τρελάδικο.
    ξύνω την κοιλιά μου και ονειρεύομαι το
    άλμπατρος.
    ανήκω πια στους μεγαλύτερους πότες
    των αιώνων.
    με έχουν επιλέξει.
    σταματάω τώρα, σηκώνω το μπουκάλι, καταπίνω μια
    μεγάλη γουλιά.
    μου είναι αδύνατον να σκεφτώ ότι
    κάποιοι έχουν στ’ αλήθεια σταματήσει και
    γίνανε νηφάλιοι
    πολίτες.
    με στεναχωρεί.
    είναι στεγνοί, βαρετοί, ασφαλείς.
    ξύνω την κοιλιά μου και ονειρεύομαι το
    άλμπατρος.
    το δωμάτιο αυτό είναι γεμάτο από μένα κι εγώ είμαι
    γεμάτος.
    πίνω αυτό εδώ για όλους εσάς
    και για μένα.
    είναι περασμένα μεσάνυχτα τώρα κι ένας μοναχικός
    σκύλος ουρλιάζει μες στη
    νύχτα.
    κι είμαι τόσο νέος όσο κι η φωτιά που ακόμα
    καίει
    τώρα.

  3. Charles Baudelaire, «Μεθύστε» : Καταπληκτικοί στίχοι…
    Και κάτι απο τα παλιά, μαζί με ευχές για καλές γιορτές! 🙂

  4. 1. Μέθη

    Μέθη μικρή
    Κάλλος κοριτσιού
    Αυγή δειλινό
    Απέραντη ευχή
    Των ανέμων
    Σάρκα σκίρτημα
    Ναός δέος
    Πολλή αγάπη
    Αχαλίνωτη
    Μια μετάνοια μένει
    Δένει την ιαχή
    Στο σκόρπιο σώμα.

    Γιώργος Σαραντάρης

    ***

    2. Άρτος και Οίνος (απόσπασμα)

    Μακάρια Ελλάδα. Σπίτι εσύ των Ουρανίων. Είν’ αλήθεια
    αυτό που ακούσαμε λοιπόν σ’ άλλους καιρούς, στα πρώτα νιάτα μας;
    Δώμα γιορτής: Πάτωμα ή θάλασσα. τραπέζια τα βουνά,
    αληθινά χτισμένο για μια χρήση μόνο πριν από το χρόνο.

    Μά πού ‘ναι οι θρόνοι; Οι ναοί; Πού ‘ναι οι κούπες με το νέκταρ;
    Πού το τραγούδι για την τέρψη των θεών; Πού λάμπουν πια
    τα λόγια του θεού, όταν κοιμούνται οι Δελφοί; και πού ηχεί
    το μέγα πεπρωμένο; Πού λοιπόν;

    Frierich Holderlin -Μετάφραση: Γιάννης Υφαντής

    ***

    3. Ρεμπέτικο της Κούβας, 1968

    Σαν αληθινό κρασί
    σαν τραγούδι ψέμα
    ρεματιά στον ουρανό
    στο σκοτάδι αηδόνια

    Σαν αληθινό κρασί
    σαν ζωγραφισμένο δάκρυ
    τα μάτια σου τα χείλη σου
    τώρα του κόσμου η άκρη

    Όνειρο στο λευκό χαρτί
    έρχεσαι κι όμως φεύγεις
    ρίμα γυμνή στην αγορά
    αγάπη αγάπη αγάπη

    Σαν αληθινό κρασί
    σαν τραγούδι ψέμα
    -χαμηλώνει η ζωγραφιά
    χιόνισε στο αίμα.

    ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ, Τα ποιήματα του μανδαρίνου

    Θάνος Ανεστόπουλος -Νερωμένο κρασί

    4. «In vino veritas»

    Κι ο ποιητής αμπελουργός
    φυτεύει σειρές τους στίχους του
    στις χέρσες αυλακιές του χαρτιού
    -τούτο εστί το αίμα του-
    το Αμετάληπτο

    Γιάννης Κουβαράς [Ποιήματα για την Ποίηση]

    ***

    5. Το θλιμμένο κρασί

    Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου δίχως να σε προσέξουν.
    Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλίτσες
    και σου ξανάρχεται η όρεξη να χάνεσαι στις σκέψεις σου.
    Ορθώνεται ένα μακρινό κύμα με ξεχασμένους ψιθύρους,
    τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα
    να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι. Η δουλειά
    (γιατί οι άντρες δεν μπορούν να μη σκέφτονται τη δουλειά)
    ξαναγίνεται το ανέκαθεν μοιραίο: ότι
    είναι ωραίο να υποφέρεις
    για να μπορείς να χάνεσαι στον πόνο. Μετά, τα μάτια
    ατενίζουν το κενό, σαν πονεμένα μάτια τυφλού.

    Αν αυτός ο άντρας σηκωθεί, τραβώντας σπίτι για ύπνο
    θα μοιάζει μ’ έναν στραβό που ‘χασε το δρόμο. Ο καθένας
    μπορεί να ξεμπουκάρει απ’ τη γωνιά και να τον αρχίσει στις γροθιές.
    Μπορεί να εμφανιστεί μια γυναίκα, όμορφη και νέα,
    αγκαζέ μ’ έναν άντρα, ανθίζοντας.
    Όπως κάποτε μια γυναίκα άνθιζε μαζί του.
    Μα δεν βλέπει. Δεν μπορεί να δει. Τραβάει σπίτι για ύπνο
    και η ζωή του δεν είναι παρά ένας ψίθυρος σιγής.

    Σαν τον γδύσεις, θα βρεις σαραβαλιασμένα μέλη
    και την επιδερμίδα, καταφαγωμένη. Ποιος να έλεγε
    ότι τον διατρέχουν άθερμες φλέβες
    εκεί που άλλοτε ζεμάταγε η ζωή; Κανείς δεν θα πίστευε
    πως κάποτε μια γυναίκα γέμιζε χάδια και φιλιά εκείνο το κορμί,
    που, λουσμένο στα δάκρυα, τρέμει,
    τώρα που έφτασε σπίτι για να κοιμηθεί,
    μα δεν τα καταφέρνει, και αντί να κοιμάται, ανθίζει.

    Τσεζάρε Παβέζε -(Μετάφραση: Σπύρος Δόικας, 1995)

    Βάλε κρασί, Μελίνα Κανά

    6. Δύο κιλά κρασί
    πρώτο κιλό

    προδοσία δεν υπήρξε
    για τα σαράντα αργύρια
    αυτά βεβαίως είναι μυθοπλασίες
    ευρείας κατανάλωσης
    παιδικών προσευχών
    η προδοσία
    έγινε για τα σαράντα στα εκατό της αλκοόλης
    αφού αντί για κόκκινο κρασί
    ( τσίπουρα πατοπήγαδα )
    ( ψευδόμενες βότκες )
    ( αψίκορα ουίσκια )
    και για να βρεις μπρούσκο καλό
    πρέπει να κάνεις τάμα
    Πυρσόγιαννη, σεπτέμβρης 2009

    ****************************************

    Δύο κιλά κρασί
    δεύτερο κιλό

    όσο πάνε λιγοστεύουνε τ’ αλκόλια,
    κυρίως τα θηλυκά.
    θα μείνουνε στο τέλος
    μόνα τους τα οινοπνεύματα
    να ζητιανεύουνε κορμιά
    φέρτε μου δυό φάρυγγες
    και τέσσερα συκώτια
    να ’χω να ποτίζω με κρασί
    τους τάφους της υγείας

    “ hobo ‘ , 08/10/11
    “ΠΥΡΡΩΝ ο ΥΣΤΕΡΟΣ” http://www.poiein.gr/archives/15645

    ***

    7. Μέθα

    Ἂν κάποτε στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ, στὸ πράσινο γρασίδι
    μιᾶς τάφρου, στὴ μουντὴ μοναξιὰ τοῦ δωματίου σου,
    ξυπνήσεις ξεμέθυστος πιά, ῥώτα τὸν ἄνεμο, ῥώτα τὸ κύμα,
    τὸ πουλί, τὸ ῥολόι, κάθε τι ποὺ φεύγει,
    κάθε τι ποὺ στενάζει, κάθε τι ποὺ κυλάει, ποὺ τραγουδάει,
    ποὺ μιλάει· ῥώτα τί ὥρα εἶναι;
    Κι ὁ ἄνεμος, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ῥολόι,
    θὰ σοῦ ἀπαντήσουν: Εἶναι ἡ ὥρα τῆς μέθης!
    Γιὰ νὰ γίνεις ὁ μαρτυρικὸς σκλάβος τοῦ χρόνου,
    μέθα· μέθα ἀδιάκοπα!
    Ἀλλὰ μὲ τί; Μὲ ῥακή, μὲ κρασί, μὲ ποίηση, μὲ ἀρετή…
    -Μὲ ὅ,τι θέλεις, ἀλλὰ μέθα!…

    Σὰρλ Μπωντλαίρ

    ***

    8. Τὸ δηλητήριο (απόσπασμα)

    Τὸ κρασὶ ντύνει καὶ τὴ πιὸ ἄθλια τρώγλη
    μὲ λαμπρὴ πολυτέλεια,
    τὴ μεταμορφώνει σὲ χρυσὸ παλάτι
    μὲ τὶς χρυσές, τὶς πορφυρὲς λάμψεις του
    ποὺ μοιάζουν ἥλιο ποὺ δύει στὴν ὁμίχλη.
    Σὰρλ Μπωντλαίρ

  5. ….Ξανά- μέθυσα!!!!….

    «Η θλίψη μοιάζει με νιφάδα χιόνι
    Που μόλις πέφτει μες στο κρασί λιώνει.
    Αδειάζοντας την κούπα μου, χαμογελώ
    Στον πρώτο ανθό καθώς σε φίλο μου καλό.»
    (Λου Γεού, Μπροστά στο Κρασί)

    -Αργύρης Χιόνης:
    «Μεθυσμένος ποιητής γράφει, βαθιά μεσάνυχτα, ποίημα μεθυσμένο. Διαβάζοντάς το, αργότερα, ξεμέθυστος και υπό το φως του ήλιου, νιώθει βαθύτατη ντροπή και, δίχως δισταγμό, το σκίζει./ Όταν, ωστόσο, έρχεται ξανά η νύχτα, ακολουθούμενη από τη νέα μέθη, τον τρώνε οι τύψεις για το σκίσιμο αυτό, για τον αφανισμό μιας ύπαρξης, έστω χωλής, ύπαρξης όμως, και ξαναγράφει, εν είδει εξιλασμού ένα καινούργιο μεθυσμένο ποίημα που, σίγουρα, ξεμέθυστος, θα σκίσει πάλι»
    (Τότε που η σιωπή τραγούδησε, εκδ. Νεφέλη).

    -Ομάρ Καγιάμ:

    «Τη θλίψη για να διώχνουμε του κόσμου, την αιώνια,/ Ας πίνουμε κρασί με χίλιες κούπες!/ Μας σπρώχνει η νύχτα η όμορφη σ’ ατέλειωτες κουβέντες,/ Κι είναι η σελήνη έτσι λαμπρή, που δεν μας πιάνει ο ύπνος./ Σαν έρθει η μέθη, στο γυμνό βουνό θα ξαπλωθούμε,/ Τον ουρανό για σκέπασμα, τη γης για προσκεφάλι»

    -Αρθούρ Ρεμπώ, «Πρωινό Μέθης»…

    «Ω Αγαθό μου!
    Ω το Ωραίο μου!
    Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου!
    Στρεβλή μαγική!
    Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το
    θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά.
    Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών,
    θα τελειώσει από αυτά.
    Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας,
    ακόμα και όταν,
    καθώς η φανφάρα στραφεί,
    θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία.
    Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια.
    Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση
    καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας,
    αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη.
    Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα!
    Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο
    του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις
    τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε
    τον πολύ αγνό μας έρωτα.
    Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε,
    μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την
    αιωνιότητα,
    αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.

    Γέλιο των παιδιών,
    διακριτικότητα των σκλάβων,
    αυστηρότητα των παρθένων,
    φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων,
    να είστε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση
    αυτής της αγρυπνίας.
    Να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.

    Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο!
    όταν αυτό δε θα ήταν παρά για τη μάσκα που μας
    χάρισες.
    Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε!
    Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από
    τις ηλικίες μας.
    Έχουμε πίστη στο δηλητήριο.
    Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.

    Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.»
    (Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

    -Νίκος καρούζος, «Μνήμη της Πατρίδας/ Πίνοντας Κρασί»

    «Βρέθηκα πάλι με το άνθος έρημος
    εδώ στο φως του καπηλείου
    φεύγει σαν έντομο η ματιά προς τη συννεφιασμένη οροφή
    καυσόξυλα τα κάρβουνα η μαυρισμένη σκάλα
    τόσον αρχαία
    όσο και η γεύση του θεού μεσ’ στη ροή μας.
    Είναι σαν εκκλησία ο χώρος είναι οι Έλληνες
    όποιος νεκρός εδώ μ’ ευσέβεια μνημονεύεται
    προσμένει ο καιρός απάνω στις σκόνες.
    Α η ζωή τι παιδεμός
    σαρώνει τη χαρά με θειάφι…»
    (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)

    -Νίκος Καρούζος, «ΑΣΜΑ»

    «Έρωτας η πηγή των ελλήνων
    εορτάζει μ’ αετώματα με κίονες από φως
    με καμπάνες φτάνει ώς τα ύψη
    γέρος που δείχνει το ευλογημένο λάδι
    έφηβος υμνώντας το κρασί
    εαρινός αμνός και θείος τράγος.»
    (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

    -Νίκος Γκάτσος, «Αμοργός»
    (μικρό απόσπασμα)

    «…Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν κι ἐσεῖς παλληκάρια μου
    μὲ τὸ κρασὶ τὰ φιλιὰ καὶ τὰ φύλλα στὸ στόμα σας
    Θέλω νὰ βγεῖτε γυμνοὶ στὰ ποτάμια
    Νὰ τραγουδῆστε τὴ Μπαρμπαριὰ ὅπως ὁ
    ξυλουργὸς κυνηγάει τοὺς σκίνους
    Ὅπως περνάει ἡ ὄχεντρα μὲς ἀπ᾿ τὰ περιβόλια
    τῶν κριθαριῶν
    Μὲ τὰ περήφανα μάτια της ὀργισμένα
    Κι ὅπως οἱ ἀστραπὲς ἁλωνίζουν τὰ νιάτα….»

  6. Μάριος Φραγκούλης – Το μεθυσμένο κορίτσι

    1. είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης

    είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης
    ένας απίστευτα γενναίος ισορροπιστής
    βαδίζω απρόσεχτα, χορεύω
    γλιστράω, κρατιέμαι την έσχατη στιγμή
    παίζω με την κομμένη σας ανάσα
    περιγελώ τα επιφωνήματα
    εγώ ο ίδιος πριονίζω το σχοινί
    στο χέρι μου κρατάω σφιχτά τον ουρανό
    τον τρύπιο σκούφο μου για τα φιλοδωρήματα

    το ξέρω πως θα συντριβώ
    το αίμα μου πάνω στην άσφαλτο θα σχηματίσει
    ένα παράξενο φεγγάρι
    οι νοσοκόμοι με τα άγρια γένεια
    θα διασώσουν μοναχά
    κείνο το εκθαμβωτικό λουλούδι
    που θε ν’ανθίσει στο σημείο που έπεσα

    TOΛΗΣ NIKHΦOΡOY, (από τη συλλογή Ο μεθυσμένος ακροβάτης, 1979)

    Η Άγια Μέθη, Νταλάρας

    2. Πάλι μεθυσμένος είσαι

    Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός.
    Kι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
    μπρος στο κάθε τραπεζάκι. «Γεια σου, Kωνσταντή βαρβάτε»!

    ― Kαλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε;

    Ένας σού δινε ποτήρι κι άλλος σού δινεν ελιά.
    Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά.
    Kι αν σε πείραζε κανένας, – αχ, εκείνος ο Tριβέλας! –

    έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.

    Xτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά…
    H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
    Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;
    Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!

    Κώστας Βάρναλης

    ΜΙΛΤΟΣ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ – ΜΕΘΥΣΙ

    3. «Όταν ευφραίνεται ο κόσμος όλος
    κι οι σύντροφοι στο σπίτι ακούνε τον τραγουδιστή,
    στρωμένοι δίπλα δίπλα σε τραπέζια κατάφορτα ψωμί
    και κρέας, κι αντλεί κρασί ο οινοχόος
    το φέρνει και γεμίζει τα ποτήρια,
    αυτό, νομίζω, το γλυκύτερο για την ψυχή του ανθρώπου».

    «Ομήρου και Ησιόδου αγών» 6ος αι. π.Χ.

    Το τελευταίο ποτηράκι [Μαίρη Λίντα – Μανώλης Χιώτης]

    Μανώλης Λιδάκης – Το τελευταίο ποτηράκι

    4. Εμπιστευτικό

    Ήταν το κρασί σε μια κούπα χρυσή
    και μια κοπέλα δεκαπέντε χρονών απ’ το Βου
    τα φρύδια της μαύρα βαμμένα
    τα παντοφλάκια της άλικα, χρυσά κεντημένα.

    Κι αν στην κουβέντα δεν ήταν τόσο καλή
    όμως τραγουδούσε τόσο ωραία!
    Φάγαμε και ήπιαμε μαζί
    και φώλιασε στο τέλος στην αγκαλιά μου.

    Πίσω από τις κουρτίνες
    τις στολισμένες με κόκκινους λωτούς
    πώς μπορούσα να αρνηθώ
    τον πειρασμό των θέλγητρων της;

    Λι Πο (Κίνα 701-762 μ.Χ.) -(Απόδοση στα Ελληνικά από την Αγγλική μετάφραση)

    ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ – ΑΝΝΑ ΒΙΣΣΗ

    5. Πίνοντας μόνος στο φως του φεγγαριού – Τρία ποιήματα – ΙΙΙ

    Τον τρίτο μήνα, η πόλη του Χσιεν Γιανγκ
    είναι σκεπασμένη με ένα παχύ χαλί από πεσμένα λουλούδια.
    Ποιός, την άνοιξη, μπορεί μονάχος να θρηνεί;
    Ποιός, νηφάλιος, μπορεί να βλέπει τοπία σαν κι αυτό;
    Φτώχια και πλούτη, σύντομη ή μακριά ζωή
    από το Δημιουργό των Πραγμάτων είναι μοιρασμένα και ρυθμισμένα.
    Όμως μια κούπα κρασί ισορροπεί ζωή και θάνατο
    και χίλια άλλα πράγματα, πεισματικά δύσκολα να τα αποδείξεις.
    Όταν είμαι μεθυσμένος χάνω τον Παράδεισο, χάνω τη Γη.
    Ακίνητος, σα να ανοίγω στα δύο πάνω στο μοναχικό κρεβάτι μου.
    Στο τέλος ξεχνάω ακόμα κι ότι υπάρχω.
    Και τη στιγμή αυτή, είναι στ’ αλήθεια η χαρά μου μεγάλη.

    Λι Πο (Κίνα 701-762 μ.Χ.) -(Απόδοση στα Ελληνικά από την Αγγλική μετάφραση)

    ΜΕΘΥΣΕ ΑΠΟΨΕ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΟΥ- ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

  7. Ciao Aggeliki!…. Eyxaristw!!!…Καλά Χριστούγεννα!!!

    -Αργύρης Χιόνης, [Το επάγγελμά μου είναι να μεθάω τους άλλους]

    «Το επάγγελμά μου είναι να μεθάω τους άλλους
    Όλη η ζωή μου εξαρτιέται από των πελατών τη μέθη
    Κι αυτή δεν πρέπει να ‘ναι γρήγορη και ξαφνική
    Αλλά αργή μεθοδική γιατί έτσι μόνο
    Γίνεται κατανάλωση κρασιού μεγάλη

    Κι ύστερα οι πελάτες μου δεν πρέπει
    Να νιώθουν μόνοι ή γελοίοι με τη σκέψη
    Ότι αμέθυστος εγώ γελάω με τα καμώματά τους

    Έτσι αναγκάζομαι κι εγώ να πίνω
    Και να μεθάω μαζί τους και να τραγουδάω
    Κι όλες τις τρέλες που αυτοί κάνουνε
    Να κάνω όλη τη νύχτα ως τα ξημερώματα
    Ώσπου να μείνω μόνος
    Και με κατεβασμένα τα ρολά
    Να κάτσω να μετρήσω τις εισπράξεις»
    (Αργύρης Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

    -«Τα ρόδινα και τα μαβιά, μαλαματένια μου–
    ρώγα τη ρώγα σφίγγει το σταφύλι,
    φιλί φιλί ανεβαίνει ο έρωτας.
    Δυο τσαμπιά κάθονται στη φούχτα μου,
    δυο πέρδικες, τριανταφυλλένια μου.
    Κι ύστερα, με τον Τρυγητή, λαγούτα και ντουφέκια –
    Πίνει ο πατέρας το κρασί, και το μωρό το γάλα.»
    «Γιάννης Ρίτσος, Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού»

    -«…Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
    είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
    είναι οι ξωμάχοι και οι προλετάριοι
    -κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
    μια γωνιά μαύρο ψωμί
    ένα δέντρο πλάι στο πάγκο
    ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα….»
    (Γ. Ρίτσος, Καπνισμένο τσουκάλι (απόσπασμα)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: