Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (128ο): «Ψωμί»…

 

 

-«Μιλώντας τόσο πολύ για την πείνα ξεχάσαμε να προστατέψουμε το ψωμί. Τώρα στο ερμάρι τα ποντίκια χαίρονται τρομαχτικές ελευθερίες.»

(Σινόπουλος Τάκης, Η ποίηση της ποίησης, Eρμής)

 

 

-«Κι όλα μοιάζαν ουρανός και ψωμί σπιτίσιο
κι όλα μοιάζαν ουρανός και πικρό πικρό ψωμί…»

(Λευτέρης Παπαδόπουλος)

 

 

-«Σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε (αν αγαπούνε)
τρώνε βρώμικο ψωμί (τρώνε βρώμικο ψωμί)
(του λόγου σου οι πιστοί)
κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή..»

(Δ. Σαββόπουλος)

 

 

-«…Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί

Οι έμποροι φωνάζουν γι’αγορές
Οι άνεργοι πεινούσαν
Τώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονται

Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι
Κηρύχνουν τη λιτότητα
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα
Ζητάνε θυσίες
Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους
Για τις μεγάλες εποχές που θα’ρθουν
Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο
Λες πως η τέχνη να κυβερνάς το λαό
Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού»

(Μπέρτολντ Μπρεχτ- «Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου», απόσπασμα)

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης «το Ψωμί»
«’Ενα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί, είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό,
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος. κι αυτή
μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό!
Ας μην το κρύβουμε.
Διψάμε για ουρανό.»

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

-Γιώργος Χουλιάρας, «Μολύβι στο ψωμί»

[Από την ενότητα Μολύβι στο ψωμί]
8
«ψωμί γλυκό ψωμί, ψωμί πικρό, της κοινωνίας και του έγκλειστου, ψωμί της μάνας μου και του πατέρα, ψωμί της γης, ξεροκόμματο, με κλαρίνα ή σαξόφωνο μόνο, ψωμί της εξορίας και του τόπου σου, του πεινασμένου και του αχόρταγου ψωμί, ψωμί του μωρού και του άδικου, ψωμί συλλαβισμένο, εφτάζυμο, του νεκρού και του γενναίου, σταφιδόψωμο, ψωμί χλέμπα, ψωμί ναν, μοιρασμένο στα τέσσερα ψωμί, ψωμί αντίδωρο, αληθινό ψωμί, ψωμί των παραμυθιών, άσπρο και μαύρο, μουσκεμένο ψωμί και ξερό, κουλούρα του γάμου, πρόσφορο, του μάγερα ψωμί, ψωμάκι, της αδελφής μου, των αγγέλων άρτος, επιούσιος, ψωμί από σιτάρι και από καλαμπόκι, ψωμί ρύζι, νότες ψωμιού τεμαχισμένου, ψωμί του φαγητού, ψωμί με βούτυρο, ψωμί κι ελιά, ψωμί κι αλάτι, ψωμί των λέξεων, ψωμί των καλών και κακών ποιητών, κι αυτών που από τις λέξεις βγάζουν το ψωμί τους, ειρωνικό ψωμί, ψωμί του έρωτα και των σπασμών στου δίκλινου ύπνου τα κοφτερά δοντάκια, άπληστο ψωμί, μουχλιασμένο στο καλάθι, ψωμί του χειμώνα, ψωμί γεμάτο καλοκαίρι, φλογισμένα απ’ το ψωμί χείλη, α, προδομένο ψωμί, καθημερινό, του άχρηστου φούρναρη του λαοπλάνου, ψωμί»

(Από τη συλλογή Ο θησαυρός των Βαλκανίων (1988) του Γιώργου Χουλιάρα)
(Πηγή: Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Γιώργος Χουλιάρας)

 

 

-Γεώργιος Δροσίνης, «ΤΟ ΨΩΜΙ»

«Καλόδεχτο το φόρτωμα, που θα ΄ρθει από το μύλο,
πρωτόσταλτο, πρωτάλεστο, πρώτη χαρά της σκάφης.

Ζυμώνουν τ’ ανασκουμπωτά της πρωτονύφης χέρια
και πλάθουν τα πρωτόπλαστα ψωμιά με τις παλάμες
μες στην καλοπελεκητή πινακωτή προικιό της.
Το φούρνο καίει τεχνίτισσα, στο φούρνο η γριά κυρούλα,
ξανανιωμένη, αφήνοντας τη συντροφιά της ρόκας.

Ω! βραδινό συμμάζεμα στο σπιτικό κατώφλι,
καρτέρεμα ανυπόμονο του πυρωμένου φούρνου!
Κι ω μέθυσμα απ’ τη μυρωδιά πρώτου ψωμιού, που αχνίζει.
Κομμένο από το γέροντα παππού χωρίς μαχαίρι
και μοιρασμένο στα παιδιά, στις νύφες και στ’ αγγόνια!
Και συ θυσία των ταπεινών στη θεία την καλοσύνη,
σημαδεμένο ανάμεσα με του σταυρού τη βούλα,
καλοπλασμένο πρόσφορο, της εκκλησιάς μεράδι,
που θα κοπείς την Κυριακή μες στ’ αργυρό αρτοφόρι
και στ’ άγιο δισκοπότηρο με το κρασί θα σμίξεις!»

 

-Ντύλαν Τόμας,  «αυτό το ψωμί που κόβω»

«Αυτό το ψωμί που κόβω ήταν κάποτε σιτάρι

Αυτό το κρασί πάνω σε ξένο δέντρο

Βούλιαξε στον καρπό του

Ο άνθρωπος τη μέρα ή ο άνεμος τη νύχτα

Τα στάχυα έριξαν κάτω, τσάκισαν τη χαρά του σταφυλιού.

Κάποτε στο κρασί αυτό το καλοκαιρινό αίμα

Χτυπούσε μες στη σάρκα που κάλυπτε τ’ αμπέλι

Κάποτε στο ψωμί αυτό

Το σιτάρι ήταν στον άνεμο ευτυχισμένο.

Ο άνθρωπος κομμάτιασε τον ήλιο, τον άνεμο έσυρε κάτω.

Αυτή η σάρκα που κόβεις, αυτό το αίμα που χύνεις

Τη φλέβα ερημώνουν,

Το σιτάρι και το σταφύλι ήταν

Γεννημένα απ’ των αισθήσεων τη ρίζα και το σφρίγος.

Το κρασί μου πίνεις, το ψωμί μου αρπάζεις»

(ΝτύλανΤόμας, Το χρώμα της λαλιάς, Ερατώ)

 

 

Δήμος Χλωπτσιούδης, «ψωμί»

«Της λήθης το ψωμί
ο γυρισμός στα ίδια
και το σύνθημα νεκρό,
κενό πρόταγμα
επετειακό
Ψωμί ζυμώνουν οι ιδέες
στο κόκκινο
υγρό χαλί
στης λησμονιάς τα χαρακώματα
φέρετρο

Ξένε, μην ξεχάσεις
να πας ψωμί
σα γυρίσεις.
Μην αμελήσεις το ψωμί
κι όταν παλιννοστήσεις
τις αλυσίδες να σπάσεις.»

(Πηγή: http://www.poiein.gr/archives/30398/index.html)

 

 

-Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, «ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑ»

«Ταχτοποιώντας τα χαρτιά καίω τα ξερόχορτα.
Καθαρίζοντας το ποτήρι μου εγκαταλείπω το στόμα.
Λησμονώντας
Εδώ τα ψίχουλα, εκεί τα κοράκια,
Μια ολόκληρη γενναία μέρα
Πενθώ.

Η θεία Ειρήνη επιστρέφει με το τσάι.
Μιλά για την επικράτεια των μηνυμάτων
Που θα ’πρεπε να τυλιχτούν σε ιώδιο.
«Τα τραύματα μιας κούπας», επιμένει
Ρουφώντας μια γουλιά, «τιμούνε
Την κούπα ως φέρετρο του γιασεμιού».

Στέκομαι όρθια σαν μαθήτρια
Επάνω στα ξεκοιλιασμένα μου μποτάκια.
Προνόμιο δεν υπάρχει στα πρόσωπα.
Είναι όλα ακριβή σαν το χάος.
Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης
Προσεύχομαι να κόβουμε στα δυο.»

[Από τη συλλογή Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Μελάνι]

 

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (128ο): «Ψωμί»…

  1. 1. Παντού το κλέβουν το ψωμί

    Παντού το κλέβουν το ψωμί.

    Τ’ αρπάζουν χέρια τοκογλύφων,
    το παίρνουν Γραμματείς Εντεταλμένοι,
    το χώνουμε σε υπόγεια, το στοιβάζουν.
    Εκεί τ’ αναλαμβάνουν ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι
    και στα σοφά των δάκτυλα Ειδικοί,
    χείλη ποιητών, αβρά, το κάνουν ύμνο
    να τον μαθαίνουν τα παιδιά,
    του πλέκουν φωτοστέφανο να λάμπει.

    Εκεί αρχίζει η λεπτή διαδικασία,
    οι απαραίτητες διεργασίες συντελούνται,
    επέρχονται οι εκπληκτικές διαμορφώσεις

    για να ‘βγει θάνατος μια μέρα
    για να ‘βγει αίμα.

    Παντού το κλέβουν το ψωμί
    Θεέ μου, παντού.

    Ανέστης Ευαγγέλου, από τη συλλογή Αφαίμαξη, ’66-’70 (1971) [Από την ενότητα Ανάβαση]

    **

    2. TO ΨΩΜΙ ΣTO ΓONATO MOY

    Tο ψωμί στο γόνατό μου•
    και οι πέτρες μακριά – πολύ μακριά.
    Τρώω το ψωμί, ενώ παρατηρώ τις πέτρες,
    και είμαι τόσο βαθιά στις σκέψεις μου χαμένος
    που ακόμη κι εγώ τρελαίνομαι καμιά φορά
    κι εκτός απ’ το ψωμί καταβροχθίζω πέτρες.

    «Oκτάυ Ριφάτ, Το ψωμί στο γόνατό μου και άλλα ποιήματα» μτφρ. Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

    **

    3. ΜΑΝΑ

    Μου λείπει το ψωμί της μάνας μου
    Ο καφές της μάνας μου
    Το άγγιγμά της
    Φουσκώνουν μέσα μου οι παιδικές μου αναμνήσεις
    Μέρα τη μέρα
    Πρέπει να δώσω αξία στη ζωή μου
    Την ώρα του θανάτου μου
    Πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου
    Και αν έρθω πίσω κάποια μέρα
    Βάλε με σα μαντήλι στα βλέφαρά σου
    Τα κόκαλά μου σκέπασε με χλόη
    Που την αγίασαν τα βήματά σου
    Δέσε μας μαζί
    Με μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου
    Με μια κλωστή που κρέμεται από το φόρεμά σου
    Μπορεί να γίνω αθάνατος
    Μπορεί να γίνω Θεός
    Εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου
    Αν καταφέρω και γυρίσω
    Κάνε με ξύλα να ανάψεις τη φωτιά σου
    Σκοινί για να απλώνεις τα ρούχα σου στην ταράτσα του σπιτιού σου
    Δίχως την ευχή σου
    Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
    Μεγάλωσα πολύ
    Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί
    Για να βρω με τα χελιδόνια
    Το δρόμο πίσω
    Στην άδεια σου αγκαλιά.

    Mαχμούτ Νταρουίς, μτφρ. Στάθης Τσαγκαρουσιάνος

    **

    4. ΜΑΖΕΥΩ ΤΑ ΠΕΣΜΕΝΑ ΣΤΑΧΥΑ

    Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα να σου στείλω λίγο ψωμί,
    μαζεύω με το σπασμένο χέρι μου ότι έμεινε απ’ τον ήλιο
    να σου το στείλω να ντυθείς. Έμαθα πως κρυώνεις.
    Την πράσινή σου φορεσιά να την φορέσεις την Λαμπρή!
    Θα τρέξουν μ’ άνθη τα παιδιά. Θα βγουν τα περιστέρια,
    κ’ η μάνα σου με μια ποδιά, πλατιά, γεμάτη αγάπη!
    Πάρε όποιο δρόμο, όποια κορφή, ρώτα όποιο δένδρο θέλεις.
    Μ’ ακούς; Οι δρόμοι όλης της γης
    βγαίνουνε στην καρδιά μου!
    Μην ξεχαστείς κοιτάζοντας το φως. Τ’ ακούς; Ναρθείς!

    Νικηφόρος Βρεττάκος

    Πικρό ψωμί, Παπάζογλου

    5. Ψωμί, Χασίς και Φεγγάρι

    Όταν το φεγγάρι γεννάται στην ανατολή,
    Και οι άσπρες στέγες συμπαρασύρονται κοιμισμένες
    Κάτω από το συσσωρευμένο φως,
    Οι άνθρωποι αφήνουν τα καταστήματα τους και πορεύονται σε ομάδες
    Για να συναντήσουν το φεγγάρι
    Κρατώντας ψωμί, και ένα ραδιόφωνο, στα κορφοβούνια,
    Και τα ναρκωτικά τους.
    Εκεί αγοράζουν και να πωλούν φαντασιώσεις
    Και εικόνες,
    Και πεθαίνουν- καθώς το φεγγάρι έρχεται στη ζωή.
    Τι έχει κάνει αυτός ο φωτεινός δίσκος
    στην πατρίδα μου;
    Την γη των προφητών,
    Την γη των απλών ανθρώπων,
    Τους μασσητές του καπνού, τα βαποράκια των ναρκωτικών;
    Τι είναι αυτό που μας κάνει το φεγγάρι,
    Ώστε να σπαταλούμε την ανδρεία μας
    Και να ζούμε μόνο για να παρακαλούμε τον ουρανό;
    Τι έχει ο ουρανός
    Για τους τεμπέληδες και τους αδύναμους;
    Όταν το φεγγάρι έρχεται στη ζωή μετατρέπονται σε
    πτώματα,
    Και ταρακουνούν τους τάφους των αγίων,
    Ελπίζοντας να τους χορηγηθεί λίγο ρύζι, μερικά παιδιά …
    Απλώνουν τα ωραία και κομψά χαλιά τους,
    Και παρηγορούν τον εαυτό τους με το όπιο που ονομάζουμε μοίρα
    Και πεπρωμένο.
    Στη πατρίδα μου, τη γη των απλών ανθρώπων
    Τι αδυναμία και παρακμή
    Μας διακατέχει, όταν το σεληνόφως ξεπροβάλλει!
    Χαλιά, χιλιάδες καλάθια,
    Ποτήρια με τσάι και παιδιά συρρέουν πάνω στους λόφους.
    Στη πατρίδα μου,
    όπου οι απλοί άνθρωποι κλαίνε,
    Και ζουν κάτω από το φως που δεν μπορούν να κατανοήσουν
    Στη πατρίδα μου,
    Όπου οι άνθρωποι ζουν χωρίς μάτια,
    Και προσεύχονται,
    Και πορνεύονται,
    Και ζουν σε παραίτηση,
    Όπως έκαναν πάντοτε,
    Καλώντας το μισοφέγγαρο:
    «Ω ημισέληνος!
    Ω μετέωρε μαρμάρινε Θεέ!
    Ω απίστευτο αντικείμενο!
    Πάντα υπήρχες για την ανατολή, για μας,
    Ένα σύμπλεγμα διαμαντιών,
    Για τα εκατομμύρια των οποίων οι αισθήσεις είναι ναρκωμένες»

    Σ’ εκείνες τις ανατολίτικες νύχτες όταν
    Το φεγγάρι γεμίζει πλήρως,
    Η ανατολή χάνει κάθε τιμή
    Και σθένος.
    Τα εκατομμύρια που κυκλοφορούν ξυπόλυτοι,
    Που πιστεύουν σε τέσσερις συζύγους
    Και την ημέρα της κρίσης,
    Τα εκατομμύρια των ανθρώπων που βλέπουν το ψωμί
    Μόνο στα όνειρά τους,
    Που περνούν τη νύχτα σε σπίτια
    Χτισμένα από βήχα,
    Που δεν έχουν δει ποτέ τα μάτια τους φάρμακο,
    Ξαπλώνουν σαν τα πτώματα κάτω από το σεληνόφως.

    Στη πατρίδα μου,
    όπου οι ηλίθιοι κλαίνε
    Και πεθαίνουν κλαίγοντας
    Όποτε το μισοφέγγαρο εμφανίζεται
    Και τα δάκρυά τους αυξάνονται,
    Κάθε φορά που κάποιο άθλιο λαούτο τους συνεπαίρνει …
    ή το τραγούδι για τη «νύχτα»
    Στη πατρίδα μου,
    Στη χώρα των απλών ανθρώπων,
    όπου σιγά-σιγά μασούμε τ’ ατέλειωτα τραγούδια μας-
    Μια μορφή κατανάλωσης που καταστρέφει την ανατολή-
    Η δική μας ανατολή μασά την ιστορία της,
    τα ληθαργικά όνειρά της,
    τους άδειους θρύλους της,
    Η δική μας ανατολή που βλέπει το σύνολο όλου του ηρωισμού
    Στο Γραφικό Αμπού αλ Ζιάντ Χιλάλι.

    Νιζάρ Καμπάνι, Μετάφραση NOCTOC

    **

    6. «Τραγουδάω εσάς, αδέρφια μου
    εσάς που χτίζετε τις μεγαλουπόλεις
    τραγουδάω εσάς, μικρά μου αγόρια
    που ξεπαγιάζετε πουλώντας σπίρτα στους δρόμους του χειμώνα
    εσάς που φοράτε εφημερίδες κάτω απ’ τα τριμμένα σας σακάκια
    τραγουδάω εσάς που ξεκινάτε κάθε αυγή
    κουβαλώντας κάτω απ’ το τρύπιο πουκάμισό σας ένα κομμάτι ψωμί
    κι ολάκερη την ισότητα του κόσμου».

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    **

    7. ΑΡΤΟΣ ΚΑΙ ΡΟΔΑ

    Μεταξύ δύο πόλων εκτείνεται ο κόσμος
    όπως και το γαϊδουροτόμαρο.
    Και η ζωή μεταξύ δύο πραγμάτων:
    ανάμεσα ψωμί και τριαντάφυλλα.
    Βοά ο κόσμος και τα τύμπανα επαναλαμβάνουν.
    Για πράγματα μικρά, μεγάλος πόλεμος και μάχες.
    Οι νικητές κι οι νικημένοι δρόμο αφήνουν-πιάνουν,
    στα σπίτια τους γυρνούν από φαράγγια κι από ράχες.
    Δυο ζάρια, δύο λόγια θαυμαστά στο σύνολό τους
    της Ιστορίας παίζει η σάλπιγγα: ψωμί και ρόδα.
    Γυρνάς, τ’ ανάποδο για να χτυπήσεις τύμπανό τους,
    και σείεις την κορνέτα που ‘χες όπλο παρά πόδα.
    Και στο γαϊδουροτόμαρο, του έρωτά μας που ‘ναι
    πολέμου τύμπανο, λιμοί και χάροι καρτερούνε.

    Γιάροσλαβ Σέιφρτ, μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

    **

    8. Από τα Πέντε μικρά θέματα
    Ι
    Μες στην κλειστή μοναξιά μου
    Ἔσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
    Στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα τη χαμένη ψυχή μου.

    Εμείς αγαπήσαμε, Εμείς
    Προσευχόμαστε πάντοτε. Εμείς
    Μοιραστήκαμε το ψωμί και τον κόπο μας

    Κι εγώ μέσα σε σένα και σ᾿ όλους.

    ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

    9. «Γράμμα στον Ζολιό – Κιουρί» (απόσπασμα)
    Άη – Στράτης Νοέμβρης 1950

    (…)
    Ξεμάθαμε πολλά, Ζολιό,
    ξεμάθαμε πώς γλιστράει το ψάρι της γαλήνης στα ρηχά της σιγαλιάς
    πώς μπλέκονται οι γαλάζιες φλέβες στα χέρια της άνοιξης – ξεμάθαμε
    μάθαμε τώρα κάτι πράματα απλά
    πολύ απλά
    πολύ σίγουρα
    πως ο ουρανός αρχίζει απ’ το ψωμί
    πως δεν είναι δίκιο άλλοι να βγάζουν το ψωμί
    κι άλλοι να τρώνε το ψωμί
    πως δεν είναι δίκιο να φτιάχνουν κανόνια
    και να λείπουν τ’ αλέτρια, – απλά πράματα,
    μπορεί κ’ ένα παιδί να τα πει σε μια φυσαρμόνικα της τσέπης
    μπορεί κ’ ένας καλός φαντάρος που ονειρεύτηκε τη μάνα του
    να τιναχτεί απ’ τον ύπνο του και να τα πει σε μια σάλπιγγα
    κ’ οι νεκροί μας τα ξέρουν πιο καλά – κάθε νύχτα η σιωπή τους τα φωνάζει –
    απλά πράματα
    – δεν είμαστε σοφοί, Ζολιό,
    απλά πράματα λέμε
    πολύ απλά τα λέμε
    πως αξίζει κανένας να ζει και να πεθαίνει
    για τη λευτεριά και την ειρήνη.
    (…)
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    **

    10. MIKΡΟΣ ΛΑΟΣ

    « Μικρός λαός και πολεμά
    δίχως σπαθιά και βόλια
    για όλου του κόσμου το ψωμί
    το φως και το τραγούδι
    Κάτω απ’ τη γλώσσα του κρατεί
    τους βόγγους και τα ζήτω
    κι αν κάνει πως τα τραγουδεί
    ραγίζουν τα λιθάρια »
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    **

    11. Η ποίηση αναλύει την πολιτική
    ΙΙ
    Λοιπόν, πώς φτάσαμε ως εδώ;
    Να ταλαιπωρούνται πάλι οι πολλοί
    κι οι λίγοι να συνεχίζουν το παιχνίδι.

    Τους είχαμε δώσει δουλειά εμείς.
    Να φροντίζουν του ψωμιού τη μοιρασιά
    και να φυλάνε απ’ τ’ άγρια το σπίτι.
    Κι αυτοί μάς βγήκαν από πάνω, αφεντικά!

    Χρήστος Τσιάμης

    **

    12. Λίγο μαύρο ψωμί
    (απόσπασμα)

    Ψέματα σου είπα ότι δεν έχω τίποτα, έχω, λίγο μαύρο ψωμί και τη γλύκα του
    Το κόβω φέτες, το μοιράζω, το μιλώ, το τραγουδώ, το διηγούμαι κι ας λες πως αυτήν την ιστορία στην έχω πει χίλιες φορές
    Την τελειοποιώ.
    Μπαίνω στο δρόμο και στη σκόνη της
    στο φανελάκι το λευκό στο παντελόνι της
    Πιάνω τεντώνω το υφάδι το στημόνι της
    φτιάχνω τη νύχτα, τη σκιά και το σεντόνι της

    Θοδωρής Γκόνης

    **

    13. Ουράνιε Θεέ, άλλη δουλειά δεν εύρισκες να κάνεις;

    Σάββατο μέρα μάνα μου
 γύρω στις δύο η ώρα,

    ξέσπασε φωτιά κοντά στην Άγουα Μουέβα*,

    κι έφτασε μέχρι το Λευκό τον Πύργο.
    Πλούσιοι και φτωχοί γίναμε ένα.

    Μείναμε έξω στα χωράφια και τα στρατόπεδα.
    Μας έδωσαν σκηνές που τις παίρνει ο αέρας.

    Μας έδωσαν πικρό ψωμί που δεν πάει κάτω ούτε με το νερό.
    Παραπονιόμαστε στους Εγγλέζους,

    παρακαλάμε για τρεις πέννες 
κι ένα κομμάτι ψωμί να φάμε.
    Ουράνιε Θεέ, δεν είχες δουλειά να κάνεις;

    Μας άφησες χωρίς ούτε μια αλλαξιά ρούχα.

    Δαυίδ Σαλτιέλ (σεφαραδίτικο τραγούδι)

    **

    14. Αλληγορίες

    Ένας κότσυφας έχτισε σπίτι
    σε σιωπηλό χωράφι.
    Οι ποιητές
    όρισαν το ηλιοτρόπιο
    αλληγορία του ήλιου
    Το σιτάρι
    αλληγορία του ψωμιού
    Τις λέξεις
    αλληγορία της ελευθερίας.

    Φερεϊντούν Φαριάντ

    15.
    …αν ψήνεις το ψωμί με αδιαφορία, ψήνεις πικρό ψωμί, που δε χορταίνει παρά τη μισή πείνα του ανθρώπου.
    Κι αν αγανακτείς με των σταφυλιών το πάτημα, η αγανάκτησή σου στάζει δηλητήριο στο κρασί.
    Κι αν σαν τους αγγέλους τραγουδάς, μα δεν αγαπάς το τραγούδι, βουλώνεις τα αυτιά του ανθρώπου στης μέρας τις φωνές και στις φωνές της νύχτας…

    Χαλίλ Γκιμπράν, Ο Προφήτης, απόσπασμα

    **

    16. «Παιδίν µου, µάθε γράµµατα (απόσπασμα)

    Καὶ ἔµαθον τὰ γραµµατα μετὰ πολλοῦ τοῦ κόπου.
    Ἀφ᾿ οὗ δὲ τάχα γέγονα γραµµατικὸς τεχνίτης,
    ἐπιθυµῶ καὶ τὸ ψωµὶν καὶ τοῦ ψωµιοῦ τὴν µάνναν·
    ὑβρίζω τὰ γραµµατικά, λέγω μετὰ δακρύων·

    «Ἀνάθεµαν τὰ γράµµατα, Χριστέ, καὶ ὁποῦ τὰ θέλει,
    ἀνάθεµαν καὶ τὸν καιρὸν καὶ ἐκείνην τὴν ἠµέραν,
    καθ᾿ ἣν µὲ παρεδώκασιν εἰς τὸ διδασκαλεῖον,
    πρὸς τὸ νὰ µάθω γράµµατα, τάχα νὰ ζῶ ἀπ᾿ ἐκεῖνα!»

    Ἐδάρε τότε ἂν µ᾿ ἔποικαν τεχνίτην χρυσοράπτην,
    ἀπ᾿ αὐτοὺς ὁποῦ κάµνουσι τὰ κλαπωτὰ καὶ ζῶσι,
    καὶ ἔµαθα τέχνην κλαπωτὴν τὴν περιφρονηµένην,
    οὐ µὴ ἤνοιγα τὸ ἀρµάριν µου καὶ ηὔρισκα ὅτι γέµει
    ψωµίν, κρᾶσιν πληθυντικὸν καὶ θυννοµαγειρίαν,
    καὶ παλαµιδοκόµµατα καὶ τσίρους καὶ σκουµπρία·
    παρ᾿ οὗ ὅτι τώρα ἀνοίγω το, βλέπω τοὺς πάτους ὅλους,
    καὶ βλέπω χαρτοσάκουλα γεµάτα µὲ χαρτία.

    Ἀνοίγω τὴν ἀρκλίτσαν µου, νὰ εὕρω ψωµὶν κοµµάτιν,
    καὶ εὑρίσκω χαρτοσάκουλον ἄλλο µικροτερίτσιν.

    Πτωχοπρόδρομος

    **

    17. Προσκύνηση

    Όσο εσείς θα κατασκευάζετε «αγίους»
    με κριτήρια «άρτον και θεάματα»
    εγώ θα προσκυνώ
    επίμονα και ζηλωτικά
    τα κατώφλια των πορνείων
    και τα ράντζα των νοσοκομείων.

    π. ΛΙΒΥΟΣ

    **

    18. ΤΟ ΚΥΚΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ

    Αν δεν κοπούν καθόλου ξύλα,
    ο φούρναρης ψωμί δεν βγάζει.
    Ο φούρναρης ψωμί αν δεν ψήνει,
    ο ξυλοκόπος δεν τη βγάζει.

    Μα ο ξυλοκόπος αν πεθάνει,
    για ποιον ο φούρνος πια θα ψήνει;
    Κι αφού ψωμί δε θα υπάρχει,
    το δάσος άκοπο θα μείνει.

    Μπέρτολτ Μπρεχτ

  2. Ciao Aggeliki!… Όλα ωραία!!!….
    Μετά από ένα 4ήμερο Αθήνα ξαναγράφω απ’ τον υπολογιστή μου…

    • «Γλυκό ψωμί σου ζύμωνα, για να ξεχνάς τις λύπες,
    τα λόγια που περίμενα ποτέ δε μου τα είπες».
    (Νίκος Γκάτσος)

    • «Σκύβω της γης και σαν ψωμί φιλώ το μυρισμένο χώμα».
    (Ν. Καζαντζάκης)

    • «Οι νιες ζυμώνουνε ψωμί κι οι γριές το φούρνο πολεμάνε κι όλοι αρχινούν τραγούδια της δουλειάς το μόχθο ν’ αλαφρώσουν».
    (Ν. Καζαντζάκης)

    -“…Ἔβλεπες πὼς ῥάβεις μὲ τὰ δυό σου χέρια,
    ἔβλεπες πὼς ζυμώνεις μὲ τὰ δυό σου χέρια
    κι ὀνειρευόσουν πὼς μπαίνεις στὴν τάξη
    μὲ δεκατέσσερες φορεσιές,
    μὲ δεκατέσσερα χριστόψωμα στὴν ἀγκαλιά σου….”
    (Ν. Βρεττάκος, Τα 14 παιδιά)

    -«…Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.
    Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχυάσει.
    Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.
    Σε αλέθει για να σε λευκάνει.
    Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.
    Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο».
    (Γκιμπράν «Ο Προφήτης»)

    -Φρειδερίκος Χέλντερλιν, «Άρτος και οίνος»
    (μικρό απόσπασμα)
    8
    «…Ο άρτος είναι γέννημα της γης, κι ωστόσο είναι απ’ το φως ευλογημένος,
    Κι απ’ το βροντόφωνο θεό έρχεται η χαρά του οίνου.
    Τα δώρα αυτά μας φέρνουνε στη σκέψη τους ουράνιους, που άλλοτε
    Ήταν εδώ και στον κατάλληλο καιρό θα επιστρέψουν,
    Διά τούτο και οι ποιητές με σοβαρότητα υμνούν το Βάκχο
    Και ο αίνος τους προς τον αρχαίο αυτόν θεό δεν αντηχεί πλασμένος
    Ματαιόδοξα.»

    -(Το 1910, κατά τη διάρκεια των εργασιών της Δεύτερης Διεθνούς Συνδιάσκεψης Σοσιαλιστριών γυναικών (Κοπεγχάγη), η επαναστάτρια και αγωνίστρια του παγκόσμιου εργατικού κινήματος Κλάρα Τσέτκιν πρότεινε να καθιερωθεί η 8η Μάρτη ως Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας, ώστε να τιμηθούν οι δυο προηγούμενες ιστορικές διαδηλώσεις των ΗΠΑ (του 1857 και του 1910). Να αφιερωθεί στις εργαζόμενες γυναίκες όλου του κόσμου και στον αγώνα για το δικαίωμα ψήφου που, ακόμη, δεν είχε κατακτηθεί.
    Ακολουθεί μια μεγαλειώδης πορεία στη Ν. Υόρκη το Μάρτιο του 1912. 23000 γυναίκες, εργάτριες στις κλωστοϋφαντουργίες της Ν. Υόρκης, διαδήλωσαν και πάλι, απαιτώντας 10ωρη βάρδια, καλύτερες συνθήκες εργασίας, ίσο μισθό με τους άντρες, την κατάργηση της παιδικής εργασίας και το δικαίωμα ψήφου. Το σύνθημά τους ήταν «Ψωμί και Τριαντάφυλλα».)

    -Ο Τζέιμς Οπενχάιμ αφιέρωσε ένα ποίημα στην απεργία των εργατριών που, όπως γινόταν πάντα, δέχτηκε επίθεση από την αστυνομία.

    Στις αγωνιζόμενες γυναίκες όλου του κόσμου:

    «Ψωμί και Τριαντάφυλλα, Ψωμί και Τριαντάφυλλα»

    -«Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός στην ομορφιά της μέρας
    χιλιάδες σκοτεινές κουζίνες, χιλιάδες μαύρες φάμπρικες
    γεμίζουν ξάφνου με του ήλιου τη λαμπράδα
    γιατί ο κόσμος μας ακούει να τραγουδάμε
    «Ψωμί και Τριαντάφυλλα, Ψωμί και Τριαντάφυλλα»

    Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός είναι και για τους άνδρες ο αγώνας μας
    γιατί είναι των γυναικών παιδιά και τους γεννάμε πάλι,
    φτάνει πια ο παιδεμός σ’ όλη μας τη ζωή,
    πεινάνε οι ψυχές και όχι το σώμα μόνο
    «δώστε μας Ψωμί, δώστε μας Τριαντάφυλλα»

    Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός αμέτρητες γυναίκες πεθαμένες
    σμίγουν το θρήνο τους και λένε το παλιό τραγούδι του ψωμιού
    οι σκλαβωμένες ψυχές τους γνώρισαν λίγη μόνον ομορφιά, τέχνη κι αγάπη.
    Ναι, για το Ψωμί παλεύουμε και για τα Τριαντάφυλλα.

    Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός φέρνουμε τις μεγάλες μέρες
    το ξεσήκωμα των γυναικών είναι ξεσήκωμα όλης της ανθρωπότητας
    όχι πια σκλάβοι και τεμπέληδες, δέκα που μοχθούν για έναν που ξαπλώνει
    αλλά ένα δίκαιο μοίρασμα στ’ αγαθά της ζωής»

  3. Καλημέρα, Γιάννη!
    Επανέρχομαι με ψίχουλα …ψωμιού.

    1. Ψωμί της κάθε μέρας

    Μνήμη σημαίνει να ξεχνάς τους ορισμούς
    λέξη σημαίνει σύμπλεξη με το άλεκτο
    βλέπω σημαίνει λείπω απ’ το ορατό
    Απείραχτο άσε το Κεφάλαιο του Κόσμου
    και ζήσε απ’ τους τόκους
    μέσα στο σάλο των γνωστών πραγμάτων
    γίνε εσύ πάλι το Σημείο Μηδέν
    και βγάλε το ψωμί της κάθε μέρας

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

    ***

    2. «Το ψωμί του λαού» («Das Brot des Volkes»)

    « […] Ποιος ψήνει το άλλο ψωμί;
    Όπως και τ’ άλλο ψωμί
    Έτσι και το ψωμί της δικαιοσύνης
    Πρέπει να ψήνεται απ’ το λαό
    Άφθονο, ωφέλιμο, καθημερινό.»

    Μπέρτολτ Μπρεχτ (μετάφραση: Πέτρος Μάρκαρης)

    ***

    3. Μάνα μου πόσο μέστωνε το στάρι στις ταφόπετρες
    πόσο γλυκό στη γέψη το ψωμί το ψυχοσάββατο
    και το κρασί στυφή παρηγοριά στο ξόδι του παππούλη.
    Στο γάμο του μικρού μικρού μεταλαβιά του βλάμη.

    Μάνα κρασί, μάνα ψωμί, μάνα μ’ ελιά και λάδι
    μάνα μου χώμα και νερό, βάστα γερά το πρόσφορο
    τώρα που θ’ ανταμώσετε με τον παππού στον Άδη.

    Κ. Μύρης

    ***

    4. Το ψωμί είναι φρούτο της γης ευλογημένο από τον ήλιο,
    απ΄ το θεό των κεραυνών
    έρχεται η χαρά του οίνου.
    Έτσι σκεφτόμαστε ξανά τους ουράνιους θεούς
    ότι ήλθαν μια μέρα και θα επιστρέψουν ξανά το κατάλληλο χρόνο.
    Κι εμείς τροβαδούροι ψέλνουμε,
    ένα βαρύ ύμνο στο θεό του οίνου,
    και ο έπαινος στο Αρχαίο,
    δεν ακούγεται σαν μια οποιαδήποτε κοινή σκέψη.

    Friedrich Holderlin

    ***

    5. κατάρα — Κύριε — σ’ ὅποιον ἐπιβουλεύτηκε
    τὸ ψωμὶ τοῦ ποιητοῦ
    κατάρα — Κύριε — σ’ ἐκεῖνον ὅπου ἔβαλε βέβηλο χέρι
    στὰ λιγοστὰ χρήματα τοῦ
    πτωχοῦ ζωγράφου
    ποὔκλεψε τὴ δεκάρα
    ἀπὸ τὴν τεταμένη
    τὴν ταπεινὴ
    τοῦ διακονιάρη φούχτα
    κατάρα!

    χαράμι!
    φαρμάκι θὰ γένη τὸ ψωμί!
    καὶ τὸ κλεμμένο νόμισμα

    Νίκος Ἐγγονόπουλος, Ἁρμοσμένο γι’ ἀποκλειστικὰ ἀνδρικὴ χορωδία σ’ Ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ τoῦ Ἰωάννου Σεβαστιανοῦ Μπὰχ-απόσπασμα, «Στὴν Κοιλάδα μὲ τοὺς Ροδόνες». Ἴκαρος, Ἀθῆναι 1992, 3η ἔκδ.

    ***

    6. …Είχε λιακάδα τότε -Ιούλιος μήνας-
    δίπλωναν το ψωμί στην πετσέτα,
    το πλοιάριο έφευγε,
    έκαιγαν οι εφημερίδες σ’ ένα ψάθινο καπέλο
    καταμεσής στο νερό.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Τί χρειάζονται;

    ***

    7. Επειδή άλλη μάνα με γέννησε
    και σ’ άλλη γλώσσα άκουσες εσύ
    τα όμορφα παιδικά σου παραμύθια…
    μη με φωνάζεις «ξένο»
    το ψωμί σου δε διαφέρει απ’ το δικό μου
    το χέρι σου είναι όμοιο με το δικό μου,
    σαν τη φωτιά καίει
    και η δική μου φωτιά….

    ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ, απόσπασμα

    ***

    8. Μόνος κανένας (απόσπασμα)

    Ξαπλωμένη, σκεφτόμουν
    Ψες το βράδυ
    Πώς της ψυχής μου να ‘βρω ένα σπίτι
    Που το νερό δεν θα διψάει
    Και το ψωμί δεν θα ‘ναι πέτρα
    Ένα μόνο στο νου μου ήρθε
    Κι άδικο δεν νομίζω να ‘χω
    Ότι κανένας,
    Μα κανένας
    Δεν θα τα καταφέρει μόνος εδώ πέρα.

    ΜΑΓΙΑ ΑΓΓΕΛΟΥ, Από την ποιητική συλλογή Oh Pray My Wings Are Gonna Fit Me Well 1975, [Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

    ***

    9. Ο ανέστιος

    Δώστε μου τη ζωή που αγαπώ
    κι άστε το ρεύμα να με διαπερνάει,
    δώστε μου τον γλυκό τον ουρανό
    το ήρεμο παράστρατο στο πλάι.
    Στρώμα μου οι θάμνοι τ’ άστρα να κοιτώ,
    να ρίχνω στο ποτάμι το ψωμί,
    για μένα η ζωή είν’ αυτό,
    αυτή ’ναι η ζωή η παντοτινή.

    R.L. Stevenson -«Τραγούδια του ταξιδιού» -απόσπασμα [Μετάφραση: Αύρα Ξεπαπαδάκου]

    ΛΙΓΑ ΨΙΧΟΥΛΑ ΑΓΑΠΗΣ – ΝΑΤΑΣΑ ΜΠΟΦΙΛΙΟΥ

  4. Καλησπέρα, Αγγελική, καλή εβδομάδα! «Ψίχουλα» αλλά χορταστικά!…
    Κι εγώ με «ψίχουλα» ανταποδίδω….

    -«…Ἐκεῖ τὸ ξύλινο τραπέζι μὲ τὰ κίτρινα λουλούδια
    Τὸ ψωμὶ ἀνοιχτὸ σὰν εὐαγγέλιο
    Ἡ φωνή, τὰ μαλλιὰ τῆς Ἑλένης.
    Τ᾿ ἄφησα
    στέκομουν ὀρθός
    εἶχε σημάνει ἡ ὥρα
    Ν᾿ ἀναβρύσει ἀπὸ τὸ πλευρὸ τοῦ ἀνθρώπου τὸ αἷμα
    Τρεῖς φορές αὐτὸς νὰ τ᾿ ἀρνηθεῖ
    Καὶ τρεῖς φορές ἐκεῖνο ν᾿ ἀληθέψει
    Τρεῖς φορές νὰ τὸ δῶ καὶ νὰ πῶ
    τρεῖς φορές
    Τινάζοντας ψηλὰ
    Σὰν ἀπ᾿ τὸν ἅδη τῆς φωνῆς ἑνὸς ἀπελπισμένου:
    Ἔχτρα στὰ μάτια κύτταξέ με
    Βγαίνω μὲ τὰ δικά σου τ᾿ ἄρματα
    Ἡ Καλωσύνη ἐδῶ ποὺ βρέθηκε μές στὶς λυκοποριές
    Πρέπει νἄχει μπαροῦτι στὸ σελλάχι της
    Καὶ νὰ δαγκάνει κάμες”
    (Ο. Ελύτης)

    -«ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ»

    Εμείς ψωμί δεν έχουμε
    και τέτοια δεν κατέχουμε

    Χρόνους πολλούς μας πολεμάν
    κι ανάσα δεν επήραμαν.
    (από το «Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας»)

    -Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί
    (απόσπασμα)

    η΄
    «… Ω πικρές γυναίκες * με το μαύρο ρούχο
    παρθένες και μητέρες
    Που σιμά στη βρύση * δίνατε να πιούνε
    στ’ αηδόνια των αγγέλων
    Έλαχε να δώσει * και σ’ εσάς ο Χάρος
    τη φούχτα του γεμάτη
    Μέσ’ απ’ τα πηγάδια * τις κραυγές τραβάτε
    αδικοσκοτωμένων

    Τόσο δεν αγγίζουν * η φωτιά με το άχτι
    που πένεται ο λαός μου
    Του Θεού το στάρι * στα ψηλά καμιόνια
    το φόρτωσαν και πάει
    Μες στην έρμη κι άδεια * πολιτεία μένει
    το χέρι που μονάχα
    Με μπογιά θα γράψει * στους μεγάλους τοίχους
    ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ…»

  5. Καλημέρα, καλημέρα…

    Παραμονή Χριστουγέννων

    Σήμερα αγόρασες ένα μεγάλο καρβέλι ψωμί
    το ακούμπησες γελώντας καταμεσής του τραπεζιού
    ζυγίζει ένα κιλό και το πλήρωσα μόνο ενενήντα λεπτά
    στάθηκα τυχερή
    εγώ πάλι μόλις έχω ξεφυλλίσει τους τίτλους της Κοριέρε
    σε μια πόλη της Συρίας που τ’ όνομα δεν θυμάμαι
    εκατό νομάτοι σκοτωθήκανε σ’ έναν βομβαρδισμό
    ήτανε κι εκείνοι στην ουρά για το ψωμί
    κόβω μια μπουκιά και το μασάω
    το απολαμβάνω – κάτι που σπανίως μου συμβαίνει
    σε κοιτάζω
    έχεις δίκιο να λες πως στάθηκες τυχερή
    μα δεν ξέρεις πόσο

    Francesco Tomada, «Ποιήματα» (μετφρ.- επίμετρο: Ευαγγελία Πολύμου)

  6. Με συγκλόνισε το απόσπασμα από το Γιώργο Χουλιάρα, «Μολύβι στο ψωμί».. Δεν το είχα διαβάσει ποτέ.. Επίσης το αμέσως από πάνω από την Αγγελική, «παραμονή Χριστουγέννων»..τραγικά επίκαιρο όσο ποτέ.. Τέλος έχω να πω ότι το τραγούδι «το ψωμί τής ξενιτιάς» δεν μπορώ να το ακούσω ποτέ ολόκληρο, διότι πάντα κλαίω.. 😦

  7. Ciao Aggeliki!.. Πολύ πολύ καλό!!!
    Βρήκα κι εγώ κάτι ψάχνοντας:

    -Χρήστος Αναγνωστόπουλος, «Ψωμί που δεν το ξέρω»

    «Αν φέρνεις, όπως λες, τον πόλεμο
    στη γη των γερατειών μου
    κι αν η φωτιά του είναι ν’ αφανίσει
    κάθε μου ιερό
    λυπήσου με, ξένος δεν κάνει να βρεθώ
    με την συγγένεια των παλιών συνηθειών μου
    και να με δει, δε θάθελα, εξόριστο
    ψωμί που δεν το ξέρω.
    Καιπώς να ζήσω απ’ την αρχή
    το μαύρο, λησμονώντας, ένδυμα του χρόνου;»
    (Τα ποιήματα του 2010, εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, Αθήνα 2011)

  8. Ciao Petra!… Όμορφο το σχόλιό σου! Σ’ ευχαριστούμε!

    Και κάτι του Αργύρη Χιόνη:

    «Αν δεν είχα τη λέξη τραπέζι
    Πού θα ‘τρωγα το ψωμί μου
    Αν δεν είχα τη λέξη ψωμί
    Τι θα ‘τρωγα
    Αν δεν είχα τη λέξη τρώω
    Τι θα…»
    (Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

  9. Ο Χιόνης, πάντα συμπυκνωμένος, είναι στο στοιχείο μου.

    Αγάπη του ψωμιού και της φωτιάς

    ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΘΑ ῾ΡΘΩ ΑΥΡΙΟ
    (απόσπασμα)

    …Μιὰ μουσικὴ ποὺ ὅσο παίζεται
    ἀμελεῖς ν᾿ ἀκοῦς ὅπως δὲν ἀκοῦς τὸ ψωμὶ
    ὅταν ζυμώνει κάθε μέρα τὴν προϋπόθεσή σου
    ὅπως οὐδέποτε προσέχεις
    τὴ μέρα ὅταν φεύγοντας κάθε φορὰ σοῦ λέει
    δὲν ξέρω ἂν θά ῾ρθω αὔριο.
    Δὲν τὴν ἀκοῦς καὶ παραλείπεις
    νὰ πεῖς μισὸ εὐχαριστῶ
    σ᾿ αὐτὴ τὴ μέρα ποὺ ἦρθε καὶ αὔριο ὡστόσο
    παρὰ τὴ βάσιμή της ἐπιφύλαξη ποὺ διέτρεχες…

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

    ΕΙΡΗΝΗ (απόσπασμα)

    …Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
    είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
    είναι το χαμόγελο της μάνας.
    Μονάχα αυτό.
    Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη…

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

  10. Γιάννης Λύρας on said:

    Πολύ ωραία όσα διάβασα για το ψωμί από διάφορους ποιητές που έχετε παραθέσει τμήματα των έργων τους σχετικά με το ψωμί. Καλημερίζω σας!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: