Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (127ο): «Το παράπονο»…

 

-«…Με πιάνει το παράπονο
γιατί στον κόσμο αυτόνα
Τα καλοκαίρια τα “χασα
κι έφτασα στο χειμώνα»
(Ο. Ελύτης, ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΟΡΙΑ)

 

-«…Τα παράπονά σου στη φαντασία.
Αυτή εξευρίσκει λάλημα
όταν δεν ξημερώνει.
Να την ευγνωμονείς….»
(Κική Δημουλά)

 

-ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Το αιώνιο παράπονo»

«Ό,τι κι αν κάνει το δοντάκι του γραμμόφωνου,
άλλο τραγούδι δεν μπορεί να τραγουδήσει∙
κι ό,τι να πούμε και μεις, όσο και να σπαράξουμε,
την ίδια επωδό θα προσθέτουμε πάντα
στο αιώνιο παράπονο.

Όμως πώς να το κρύψω, πώς να μην το πω,
που σε περίμενα κι απόψε δυόμισι ώρες,
που σε περίμενα κι απόψε μες στο κρύο,
και τα κεντράκια της πλατείας να ξεφαντώνουν,
τα κυριακάτικα ζευγάρια να χορεύουν,
διαρκώς ν’ αδειάζουν τ’ αυτοκίνητα παρέες,
και μόνο εγώ να στέκω ολομόναχος,
εγώ – κι ένα ποντίκι ψόφιο μες στο δρόμο.

Πώς να το κρύψω, πώς να μην το πω,
με πόση πίκρα γράφτηκαν αυτοί οι στίχοι,
με πόσο παίδεμα, με τι καημό,
αυτοί οι στίχοι που επιπόλαια τους βρίσκετε
συνηθισμένη επωδό στο αιώνιο παράπονο.»

(Το ποίημα γράφτηκε το 1958 και ανήκει στη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός (1960) του Ντίνου Χριστιανόπουλου.
Πηγή: Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Ντίνος Χριστιανόπουλος)

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Το παράπονο του ποιητή»

«Ένα παλιό αισθηματικό κερί έκαιγε πάνω
στο τραπέζι
τα φθαρμένα έπιπλα μου είχαν διδάξει
την υπομονή
μόνο ένα, Θεέ μου-δεν έζησα: έχοντας να
μεριμνήσω
για τόσα φύλλα την άνοιξη.»

(Από την συλλογή: «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου»)

 

-Αλκυόνη Παπαδάκη, «Παράπονο μόνο…»

«Δε σου κράτησα ποτέ κακία. Παράπονο μόνο…
Να ήξερες πόσες νύχτες προσπαθούσα με τη σκέψη μου να επικοινωνήσω μαζί σου…
Να σου στείλω ένα μήνυμα… Κι εσύ δεν άκουγες…
Ξέρεις, ο πονεμένος αποζητά τον ίσκιο ενός ανθρώπου,
για να καθήσει από κάτω, να κουρνιάσει και να κλάψει με την ησυχία του.
Ο πόνος θέλει μια σκέψη.
Ένα καταφύγιο για να καταλαγιάσει. Όταν δεν υπάρχει τίποτα γίνεται πιο σκληρός.
Πιο κοφτερός. Σε παίρνει το κατόπι κι όπου σε βρει σε μαχαιρώνει,
ώσπου να σε ρημάξει…

Μόνο οι πολύ δυνατοί, οι πολύ οχυρωμένοι τα βγάζουν πέρα.
Κι εγώ δεν ήμουν ποτέ τόσο δυνατή.
Και καθόλου οχυρωμένη.
Εσύ ήσουν πάντα ένας καλός καραβοκύρης.

Είχες πυξίδα…
Κρατούσες την ρότα σου σταθερή..
Άραξες το σκάφος σου σε απάνεμο λιμάνι..

Εγώ το δικό μου το βούλιαξα…
Ναυάγησα…
Ήρθα εδώ γιατί με πέταξαν τα κύματα…
Ταξίδευα σ’ ένα άγνωστο πέλαγος κι είχα τ’ αυτιά μου ανοιχτά μόνο για τις σειρήνες..
Όπου μου λεγαν πήγαινα…»
(Απόσπασμα από το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη: «Το ταξίδι που λέγαμε», εκδ. Καλέντης)

 

 

-Λένα Παππά, «Παράπονο»

«Πολλά δέν εἶχα μά ἕνα μόνο γύρεψα·
πολύ τό γύρεψα λίγο γιά νά τό λάβω.
Τό γύρεψα τόσο πολύ πού ἔπρεπε νά μοῦ δοθεῖ
ἄλλα μοῦ δόθηκαν πού δέν τά γύρεψα
τόσο πού τ’ ὀνειρεύτηκα πολύ
πού ἤτανε λίγο σάν νά τό’ χα λάβει.
Πολλά δέν γύρεψα ἕνα μονάχα μές στόν κόσμο αὐτό
καί μόνο αὐτό, ἄχ, πού γύρεψα δέν εἶχα.»

(Από τη συλλογή Σκοτεινός θάλαμος, Άπαντα Α’ τομ.)

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Φωνή απ’ την θάλασσα»
(απόσπασμα)

«..Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.
Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων,
που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό,
και κλαίν για ταις γυναίκες των, για τα παιδιά των,
και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των,
ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό,
σε βράχους και σε πέτραις κοφτεραίς τους σπρώχνει,
τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει,
κ’ εκείνοι τρέχουνε σαν νάσαν ζωντανοί
με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα,
και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα,
από την αγωνία των την υστερνή…»

(Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα, ύψιλον/βιβλία)

 

-Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Παράπονο»

«Πόσες φορές τα κύματα,
που επέφταν αφρισμένα
στο έρμο τ’ ακρογιάλι μου,
τα ρώτησα για σένα!

Πόσες φορές το δάκρυ μου
στην άβυσσο είχε στάξει,
και πόσο επαρακάλεσα
να ’λθει σ’ εσέ ν’ αράξει!

Του κάκου! Φεύγ’ η θάλασσα
και πίσω της μ’ αφήνει
αφρούς και λίγα φρύγανα
για μόνη ελεημοσύνη.

Κι εγώ τυφλός εκοίταζα
το κύμα και δεν είδα
ότ’ είν’ αφρός η αγάπη μου
και φρύγανα η ελπίδα.»

 

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Το παράπονο του σκοτωμένου»

«Με σκότωσαν για ένα τριαντάφυλλο.

Για ένα χαμόγελο με σκότωσαν.

Είδανε μια αυγή
τη θλίψη ενός περιστεριού
να κάθεται πάνω στη στέγη μου.

Είδανε την αγάπη μέσα μου
δε μπόρεσα να την κρύψω.

Την άσπρη αυτή προκήρυξη
την είχε γράψει ο Θεός
όρθιος πάνω στην κούνια μου.

Μ’ είχε ορκίσει το δάκρυ
και το ψωμί-
μου βρήκαν
μια ελπίδα μες στον κόρφο μου
κρυμμένη και γι αυτό
με σκότωσαν.

Γι αυτό,
δεν είχε η πούλια βασιλέψει,
ρόδιζε μόλις, όταν
με έστησαν όρθιον.

Ψήλωσα

Ψήλωσα

Ψήλωσα

Σαν μια κολώνα φάνταξα
με λιονταρίσια χαίτη
μπροστά στα είκοσι στόματα
των τουφεκιών.

Με σκότωσαν
για μια «καλημέρα».

Μες στη μνήμη μου αμυδρά
γυρίζει ακόμα ο ήλιος.

Άνοιγα το παράθυρο
και κοιτούσα τον κόσμο.
Γλυκά μου μίλαγε κι εγώ
γλυκά του αποκρινόμουν
με μια καρδιά γιομάτη αηδόνια
και όνειρα.

Μα πέστε μου ,
αφού με δίχως ν’αγαπώ
δε μπορούσα να ζήσω
τι έπρεπε να κάμω;»

(Πηγή: http://salograia.blogspot.gr/2011/03/blog-post_4001.html)

Advertisements

Single Post Navigation

9 thoughts on “Πες το με ποίηση (127ο): «Το παράπονο»…

  1. Καλά κρατημένα τα πόστα του θέματος από μέρους σου.
    Εύγε, Γιάννη! Τώρα, ό,τι απόμεινε…

    1. “Παράπονο σκύλου”

    Έχω την όψη ανθρώπου και την καρδιά ενός σκύλου.
    Φαίνεται θα ’μαι εγκαταλελειμμένο σκυλί, πεινασμένο
    που η γειτονιά το ξέρει και τ’ αποδιώχνει με βία.
    Γι’ αυτό τους ανθρώπους κοιτάζω στα χέρια.
    Μέρα και νύχτα ο καιρός μέσα μου αλλάζει,
    η ψυχή μου ντύνεται, γδύνεται, βρέχεται, υποφέρει.
    Αν προσέξεις, το βλέμμα μου είναι σκυλίσιο.
    Κατεβαίνει ένα υγρό παράπονο από τα μάτια μου
    γιατί έλειψεν ο Κύριός μου. Έξω από την εκκλησιά
    περιμένω να βγει. O Κύριός μου ας ήταν.
    Κόσμος πολύς, ευλογημένος, με τα καλά του ντυμένος
    μ’ απομακρύνει. Μα ο Κύριός μου δε βγαίνει. Έτσι
    κυλάει η ζωή μου περιμένοντας από γωνιά σε γωνιά
    από όνειρο σ’ όνειρο. Δεν έχω δύναμη άλλη απ’ την δύναμη να περιμένω.
    Όμως μια μέρα της συνοικίας τα παιδιά, στην ουρά μου
    τον τενεκέ δέσαν των σκουπιδιών. Έτρεχα αγκομαχώντας.
    Τέλος αποσύρθηκα κάτω από τον τσίγκο της γειτονιάς
    που η βροχή τον κεντούσε. Άκουγα πάνω τα βήματά της.
    Σα να κοιμόμουν, σαν να ονειρευόμουν εγώ το εγκαταλελειμμένο σκυλί
    μου ήρθε να κλάψω. Όχι βέβαια για μένα που από κει
    θα μ’ έδιωχναν πάλι. Αλλά γιατί δε θ’ άκουγα τα βήματα της βροχής
    που μ’ έκαναν να ελπίζω πως έρχεται ο Κύριός μου.

    Κρίτων Αθανασούλης

    ΓΛΥΚΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

    2Α. ΓΛΥΚΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

    Να στερηθώ το θαύμα μη μ’ αφήσεις
    στα μάτια σου να χάνομαι και να `χω
    τη νύχτα ν’ ακουμπάει στο μάγουλό μου
    το ρόδο της ανάσας σου μονάχο

    Πονώ που είμαι εδώ, σ’ αυτή την όχθη,
    κορμός χωρίς κλαδιά στην ερημιά του
    χωρίς χυμό χωρίς πηλό και άνθη
    για το σαράκι μες στα σωθικά του

    Αν είσαι ο κρυμμένος θησαυρός μου
    η σταύρωση και η νωπή μου θλίψη
    κι εγώ σκυλί της επικράτειάς σου

    Αυτό που έχω κερδίσει ας μη μου λείψει
    και που στολίζει τώρα τα νερά σου
    με φύλλα από το φθινόπωρό μου
    Federico Garcia Lorca (μελοποιημένη εκδοχή)

    2Β’ εκδοχή:
    Γλυκό παράπονο

    Φοβάμαι μη χάσω το θαύμα των αγαλμάτινων ματιών σου
    και τη μελωδία που μου αποθέτει τη νύχτα στο μάγουλο
    το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου
    Πονώ που είμαι σε τούτη την όχθη κορμός δίχως κλαδιά
    μα πιότερο λυπάμαι που δεν έχω τον ανθό,
    πολφό ή πηλό για το σκουλήκι του μαρτυρίου μου.
    Αν είσαι εσύ ο κρυμμένος μου θησαυρός
    αν είσαι εσύ ο σταυρός και ο υγρός μου πόνος,
    αν είμαι το σκυλί της αρχοντιάς σου
    μη με αφήσεις να χάσω ό,τι έχω κερδίσει
    και στόλισε τα νερά του ποταμού σου με φύλλα
    από το φρενοκρουσμένο μου φθινόπωρο.

    Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

    3. Το παράπονο της Δήμητρας
    (απόσπασμα)
    6
    Μάταιος πόθος! παράπονα χαμένα!
    Τὸν ἥσυχο του δρόμο δὲν θ’ ἀλλάξῃ
    τῆς ἡμέρας τὸ στέρεον ἁμάξι.
    Αἰώνια εἶναι ὅσα ‘χει ὁ Ζεὺς γραμμένα!

    Μακρὰν τὸ εὐτυχισμένο του κεφάλι
    ἔστρεψε αὐτὸς ἀπὸ τὰ μαῦρα βάθη·
    τὴν πῆρε ἠ νύκτα δὲν τὴν δίνει πάλι.
    Κ’ ἡ κόρη μου γιὰ πάντα, ὠϊμένα! Ἐχάθη,

    ὣς που τὸ μελανὸ φρικτὸ ποτάμι
    μὲ φλόγα τῆς Αὐγῆς νὰ φλογισθῇ,
    κ’ ἡ Ἴριδα τ’ ὡραῖο της νὰ κάμῃ,
    τόξο ‘ς τὴν μέση τ’ ᾍδη νὰ φανῇ.

    Φρίντριχ Σίλερ, μτφρ. Λορέντζος Μαβίλης

    Παραπονεμένα λόγια

    4. παράπονο στις σκάλες του παλατιού

    στις σκάλες από νεφρίτη κάθισε η δροσιά
    έγιναν σχεδόν άσπρες
    έχουν υγρανθεί
    οι κάλτσες μου από μετάξι
    χαμηλώνω τις γυάλινες κουρτίνες
    και κοιτάζω έξω το φεγγάρι
    νύκτα του φθινοπώρου καθαρή
    μα πού στο διάβολο είν’ αυτός
    κι ακόμη δεν εφάνη

    (Ποίημα του Λι Πο) μτφρ.Νεοκλής Κυριάκου

    5. Παράπονα Φαντάρου

    Μὲς ᾿στὸ παλάτι γίνεται χορός,
    κι᾿ ἐγὼ ἀπ᾿ ἔξω στέκομαι φρουρός.
    Μιὰ ὥρα, τριγυρίζω ἐδῶ πέρα,
    κι᾿ ἐγὼ θαρρῶ πὼς εἶμαι ὅλη ᾿μέρα.

    Γιᾶ σᾶς ὁποὺ πηδᾶτε ῾στὸ χορό,
    περνοῦνε καὶ οἱ ὥρες στὸ φτερό.
    Γιὰ τὸ φτωχὸ φαντάρο ποὺ φυλάγει,
    θαρρεῖς πὼς καὶ ἡ ὥρα πίσω ᾿πάγει.

    Στὸν πόλεμο σὰν εἶσαι καὶ νὰ κρυώνῃς,
    καθόλου δὲν σὲ μέλλει, δὲν θυμώνεις.
    Μὰ νὰ χορεύῃ ὅλη ἡ Ἑλλάς,
    καὶ σὺ μὲ τόσο κρύο νὰ φυλᾷς;

    Ὄρσε λοιπὸν εἰς ὅλο τὸ ντουνιᾶ,
    τὸν ἄδικο, τὸν ψεύτη, τὸν φονιᾶ.
    Ἄλλος νὰ τρώῃ κόταις καὶ καπόνια,
    καὶ νἄχῃ κάθε ᾿λίγο καὶ γαλόνια.

    Καὶ ἄλλος μὲς στὴν νύκτα νὰ παγώνη,
    χωρὶς νὰ πιῇ κρασὶ μισὸ γαλόνι!
    Ἂς ἤμουν δυνατὸς σὰν τὸν Σαμψῶνα,
    ν᾿ ἀγκάλιαζα ἐκείνη τὴν κολῶνα!

    Νὰ γκρεμνισθοῦν κορώνες καὶ παλάτια,
    κι᾿ εὐθὺς ἂς ἐγινόμουνα κομμάτια.
    Χορεύετε καὶ πίνετε καὶ τρῶτε,
    κομψοί μου γαλονάδες καὶ ἱππόται.

    Καθόλου τὰ καλά σας δὲν ζηλεύω,
    καὶ οὔτε νύφες πλούσιες γυρεύω.
    Ἐγὼ μιὰ μόνο ἔχω συλλογή,
    πότε θὲ νὰ φωνάξω -Ἀλλ… αγή!

    Γεώργιος Σουρῆς – Ποιήματα

    6. Παράπονο ξενητεμένου

    Τώρα που ο ήλιος,
    θ’ αποχαιρετήσει
    τους ανθρώπους όλους
    και τα ζωντανά,
    τώρα που σε λίγο,
    θα κρυφτεί στη δύση
    και θα πάει σ’ άλλα,
    μέρη μακρινά,

    Ας του πω δυο λόγια.
    Δυο λογάκια μόνο.
    Τα συχνά μου λόγια,
    λόγια της καρδιάς,
    θα του πω και πάλι,
    τον κρυφό μου πόνο,
    που με τυραννάει,
    πόνο ξενητειάς.

    «Ήλιε, όταν φτάσεις,
    στο μικρό χωριό μου,
    κι’ όταν στην καλύβα
    βρεις τη φαμελιά,
    να τους πεις, χρυσέ μου,
    το παράπονό μου,
    θέλω να γυρίσω,
    απ’ την ξενητειά.

    Χριστιανόπουλο (Ντίνος Χριστιανόπουλος)

    Παράπονο, Καζαντζίδης

    ΜΠΡΕΧΤ:
    7Α. Εκδοχή
    To παράπονο του αλόγου

    Με ρίγος θανάτου σέρνω το κάρο
    σε λεωφόρο κεντρική.
    Φοβάμαι πολύ –ωιμέ-
    μην πέσω κάτω. Κοντεύω γιά τον σταύλο
    να ξαποστάσω. Στον παραπέρα δρόμο.
    Είμαι στο χώμα, κι άνθρωποι μ’έχουν κυκλώσει –και με σφάζουν.

    Τα μάτια μου ήταν ακόμη ανοιχτά
    γιά βοήθεια τρέχει ο αμαξάς
    και πόρτες ανοίγουνε
    και χύνονται έξω οι γειτόνοι με μαχαίρια
    κι απ’το κορμί μου κόβουν κρέας κι όλο βρίζουν
    και με σχίζανε κομμάτια, κι ας με βλέπαν όλοι ν’ανασαίνω.

    Κι όμως όλοι μ’αγαπούσανε πάντα
    με φίλευαν ζάχαρη και με χαϊδεύαν
    και μου έριχναν στην πλάτη μου ρούχο να φυλάγομαι από τις μύγες.
    Πρώτα όλοι φίλοι
    και τώρα όλοι τους θηρία.
    Ποιος τους είχε κάνει έτσι; Τι να είχαν πάθει κι αγριέψαν;

    Κι ενώ ξεψυχώ βλέπω μόνο μαυρίλα
    και μια παγωνιά να χτυπάει την γη.
    Πώς δεν το βλέπεις εσύ;
    Κι έχουν παγώσει πιά οι ανθρώποι
    το χέρι ζέστανέ τους• μα βιάσου δεν προφταίνεις.
    Γιατί όταν πέσεις και ζητάς βοήθεια θα σε σφάξουν!

    Μπέρτολτ Μπρεχτ (μετάφραση Παύλου Μάτεσι)

    7Β. Εκδοχή
    «Το παράπονο ενός αλόγου»

    Έσερνα το κάρο μου παρά την εξάντλησή μου
    Έφθασα στην κεντρική λεωφόρο.
    Σταμάτησα και σκέφτηκα: Ωιμέ!
    Αυτή η αδυναμία! Αν συνεχίσω
    Μπορεί να καταρρεύσω.
    Δέκα λεπτά αργότερα υπήρχαν μόνο τα κόκαλά μου στο δρόμο.

    Μόλις σωριάστηκα καταγής
    (Ο αμαξάς έτρεξε στο τηλέφωνο)
    Αμέσως ξεχύθηκαν από τα σπίτια
    Πεινασμένοι άνθρωποι, να πάρουν ένα κομμάτι κρέας
    Ξέσχιζαν με μαχαίρια τις σάρκες μου
    Κι εγώ ζούσα και δεν είχα ξεψυχήσει ακόμα.

    Κι όμως τον ξέρω από παλιά αυτόν τον κόσμο!
    Έριχναν στην πλάτη μου λινάτσες να φυλάγομαι από τις μύγες.
    Με φίλευαν απ’ το ψωμί τους και συμβούλευαν
    Τον αμαξά, να είναι καλός μαζί μου.
    Άλλοτε τόσο φιλικοί και τώρα όλοι τους θηρία!
    Ξαφνικά σαν ν’ άλλαξαν και γίναν άλλοι! Τι έχουν πάθει;

    Και τότε αναρωτήθηκα: Πώς τόση παγωνιά σκέπασε τους ανθρώπους!
    Ποιος τους χτυπά με τέτοιο μένος
    Και πάγωσαν τόσο οι καρδιές τους;
    Εμπρός, βοηθήστε τους! Και κάντε το σύντομα!
    Διαφορετικά θα σας συμβεί κάτι, που μοιάζει αδιανόητο!

    Μπέρτολτ Μπρεχτ, μτφρ. Σοφία Καρατάκη

  2. !!!!!!!!!!!!!!!!!!…Grazie mille, Aggeliki!!!

    -«Το αιώνιο μου παράπονο βρήκα μέσα στα μάτια σου.»
    (Ν. Βρεττάκος)

    -«…Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
    και μες στους λάκκους που ‘σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
    και στις καρδιές που ‘καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
    κ’ οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
    ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
    είναι η ειρήνη….»
    (Γ. Ρίτσος, απόσπασμα από το ποίημα «Ειρήνη»)

    -Ρ. Μ. Ρίλκε, «Παράπονο»

    «Ω πόσο είναι όλα μακρινά
    κι απ’ τον καιρό περασμένα.
    Θαρρώ το αστέρι,
    που τη λάμψη του έχω
    δεχτεί, από χρόνια και χρόνια
    χιλιάδες, νεκρό ‘ναι.
    Θαρρώ, ότι, στη βάρκα, πέρα
    που τράβηξε, κάτι
    τρομαγμένο, να λένε,
    γροίκισα. Στο σπίτι έχει
    σημάνει ρολόι…
    σε ποιο σπίτι;…
    θα ‘θελα, απ’ την καρδιά μου
    έξω, να πεταγόμουν,
    κάτω απ’ τον μέγα ουρανό να βαδίσω.
    Να προσευχόμουν!
    Κ’ ένα απ’ όλα τ’ αστέρια
    θα ‘πρεπε, αλήθεια,
    να υπάρχει ακόμα.
    Θαρρώ, είχα μάθει,
    ποιο μόνο είχε διαρκέσει,
    ποιο, σα λευκή πολιτεία,
    στης αχτίδας το τέλος,
    στον ουρανό στέκει.»
    (Ρ. Μ. Ρίλκε, Ποιήματα, Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος)

    -Γιάννης Γκούμας, «Παράπονο»

    «Έχεις δίκιο για τόσα πολλά πράγματα.
    Πάντα είχες δίκιο, μητέρα.
    Υποκλίνομαι στο εξαίσιο γούστο σου,
    στην λεπτότητα, στην ευγένεια, στην ορθοφροσύνη,
    στην καλοσύνη, στην κομψότητα, στην ικανότητα,
    για να μην αναφερθώ στην ομορφιά σου.

    Τόσο δίκιο για τόσα πολλά πράγματα…

    Αλλά ήταν δίκαιο, μητέρα, ήταν δίκαιο,
    που γεννήθηκα για να υφίσταμαι
    όλα τα συνώνυμα της λέξης “λύπη”,
    μόνο και μόνο να γράφω πόσο δίκιο έχεις.»
    (Γιάννης Γκούμας, Η σιωπή των άλλων, Κέδρος)

  3. Είναι ένα θαύμα οι λέξεις.. Πόσες αλήθειες μπορούν να γραφτούν με εκείνες..

    «Ξέρεις, ο πονεμένος αποζητά τον ίσκιο ενός ανθρώπου,
    για να καθήσει από κάτω, να κουρνιάσει και να κλάψει με την ησυχία του.
    Ο πόνος θέλει μια σκέψη.
    Ένα καταφύγιο για να καταλαγιάσει. Όταν δεν υπάρχει τίποτα γίνεται πιο σκληρός.
    Πιο κοφτερός»…

    Καλό μεσημέρι και καλή εβδομάδα παιδιά! 🙂

  4. 1. Το παράπονο μιας γυναίκας (Aztec)

    Τι θα κάνω; Ο άντρας μου με συγκρίνει
    με κόκκινο αγριολούλουδο.
    Όταν θα έχω μαραθεί στα χέρια του
    θα μ’ αφήσει.

    Ινδιάνικη ποίηση – Στα ίχνη του ανέμου, εισαγωγή, μετάφραση και σημειώσεις Ειρήνη Βρης, εκδόσεις «Οδός Πανός», 1984.

    2. ΑΜΟΡΓΟΣ (απόσπασμα)

    Δεν ωφελεί το παράπονο
    Ίδια παντού θα »ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
    Mε το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
    Mε το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας
    Mε το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
    Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ’ ένα χαρούμενο χέρι
    Φτάνει ν» ανθίσει μόνο
    Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη…

    ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ, Αμοργός

    ΠΙΚΡΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ -ΤΩΝΗΣ ΣΤΡΑΤΗΣ

    3. Ήδη η βροχή μαζί μας

    Ήδη η βροχή μαζί μας˙
    Ταράζει τον άλαλο αέρα.

    Τα χελιδόνια, μαδούν τα σβησμένα νερά
    Των λιμνών της Λομβαρδίας, άλλοι γλάροι
    Σε άλλους βυθούς και η οσμή του σανού
    Φτάνει απ’ τ’ αλώνια, για να μας συντρέξει.

    Ακόμη ένας χρόνος.
    Δίχως ούτε ένα παράπονο που
    Μετουσιωμένο
    Ίσως, αιφνίδια θα νικούσε τις ημέρες.

    Σαλβατόρε Κουαζίμοντο, μτφρ. Χρίστος Κρεμνιώτης

    4. Μπροστά από το ομοίωμα της Ιλαρίας

    Κάτω απ’ την τρυφερή σελήνη, ήδη.
    Οι λόφοι σου, κατά μήκος της όχθης,
    Και τα κορίτσια
    Με ρούχα κόκκινα ή θαλασσιά
    Με βήματα ανάλαφρα
    Βαδίζουν.

    Έτσι στην εποχή σου αγαπημένη. Κι ο Σύριος
    Το χρώμα του χάνει, κάθε ώρα μακραίνει
    Και ο γλάρος
    Μαίνεται στο κενό των ορφανεμένων ακτών.
    Οι εραστές, κρατούν την ευτυχία στον αγέρα του Σεπτέμβρη.
    Οι κινήσεις τους,
    Συντροφεύουνε ήσκιους
    Γνώριμων νοημάτων σε εσένα.

    Οίκτο, δεν έχουν.
    Κι εσύ, απ’ τη γη κρατημένη, ποιο το παράπονό σου;
    Εδώ, απέμεινες μόνη, και
    Το δικό μου σκίρτημα, δικό σου
    Ίδιο στην οργή και
    Το φόβο.

    Οι νεκροί,
    Απώτεροι και ακόμη πέρα,
    Οι ζωντανοί:
    Σιωπηλή συντροφιά μου
    Δειλή.

    Σαλβατόρε Κουαζίμοντο , μτφρ. Χρίστος Κρεμνιώτης

    Παραπονιάρικό μου

    Πολύχρωμη μπουγάδα (“Το παράπονο του Ελύτη”)

    [Το κείμενο που ακολουθεί θεωρείται ένα, από τα πολλά κακοποιημένα και παραποιημένα κείμενα του διαδικτύου, όπως διευκρινίζει, στο 24grammata.com, ο ερευνητής κ. Γιώργος Καλογερόπουλος. Παρουσιάζεται από πολλούς ως αυθεντικό κείμενο του Ελύτη και αποκρύπτεται η πραγματική συγγραφέας, η κ. Τελειώνη, η οποία το πρωτοδημοσίευσε στο protagon.gr με τίτλο “πολύχρωμη μπουγάδα”. Μάλιστα, τιτλοφορείται από πολλούς ιστότοπους, καταχρηστικά, ως “το παράπονο του Ελύτη” (Χρήστος Βατούσιος)]

    Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;

    Μούτρα. Ν’ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις. Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.

    Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

    Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.

    Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα. Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

    Όσο κι αν κανείς προσέχει
    όσο κι αν το κυνηγά
    πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά
    δεύτερη ζωή δεν έχει.(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)

    Ελευθερία Τελειώνη
    Προστέθηκε από 24grammata

  5. Ciao, Petra!… Eyxaristoume!!!!

    -Γιάννης Παππάς, «Γλυκό παράπονο μου»

    «Καυτό μετάξι χύνεσαι
    τις νύχτες στο κορμί μου
    Στα χέρια μου αφήνεσαι
    γεννάς την ηδονή μου

    Φιλάς στα χείλη τη ρωγμή
    μες το χαμόγελο μου
    Μου βάζεις χρώμα στην ψυχή
    γλυκό παράπονο μου

    Μ αναστατώνεις με χωράς
    Στη χούφτα σου με κλείνεις
    Μου ψιθυρίζεις μ αγαπάς
    Με έρωτα με ντύνεις

    Ξυπνώ από τον ύπνο μου
    και ψάχνω τ’ άρωμα σου
    Δακρύζω λέω σ αγαπώ
    και κρύβομαι σιμά σου

    Σου κλέβω μέσα απ’ τ’ όνειρο
    το χάδι στα μαλλιά σου
    Στο στόμα σου το όμορφο
    αγγίζω τα φιλιά σου

    Δεν παίρνω πια αναπνοή
    ν’ ακούω την δικιά σου
    Χτύπο δεν βάζω στην καρδιά
    χτυπώ απ’ την καρδιά σου

    Μιλώ τις λέξεις μας ξανά
    ψυχή μου ομορφιά μου
    Μωρό μου αγάπη μου γλυκιά
    μάτια μου όνειρα μου

    Κι εσύ μ ακούς σαν όνειρο
    Στον κόσμο της γαλήνης
    Χαμόγελο μου όμορφο
    Το χέρι σου μου δίνεις

    Κι εγώ το παίρνω αγκαλιά
    το κρύβω θησαυρό μου
    Μ’ αυτό σου γράφω ποιήματα
    μ’ αυτό τα σ αγαπώ μου

    Και ω θε’ μου, μου χαμογελάς
    Και ανθίζουνε τα ουράνια
    Αστέρια νέα εσύ σκορπάς
    Πλανήτες και φεγγάρια

    Γλυκιά μου ανάσα της καρδιάς
    όμορφο ριζικό μου
    Μπήκες και μέσα μου μιλάς
    στο σύμπαν το δικό μου

    Εσύ στον ήλιο λέξεις λες
    Κι έρχεται το πρωί μου
    Εσύ τ αστέρια διάλεξες
    στης νύχτας τη σκηνή μου

    Εσύ κρατάς στο δρόμο μου
    το φως να βλέπω φως μου
    Εσύ τον κάθε νόμο μου
    Στις γειτονιές του κόσμου

    Εσύ άγγελος εσύ θεά
    Εσύ ο άνθρωπος μου
    Εσύ ζωής μου ανασαιμιά
    Εσύ κι ο θάνατος μου

    Πόσα ακόμα θες να πω
    Πόσα μπορείς ν αντέξεις
    Πόσο στ αλήθεια σ αγαπώ
    Καρδιά μου να πιστέψεις

    Πόσα και μες τα δάκρυα
    Τις έπνιξα τις λέξεις !!!»
    (Πηγή: http://giannis-pappas.blogspot.gr/2013/03/blog-post_1165.html)

  6. Ciao Aggeliki!!!… «Το παράπονο» που αποδίδεται λανθασμένα στον Ελύτη το είδα κι εγώ… Είναι ωραίο κείμενο και αξίζει την ανάρτησή του εδώ…

    -Πάμπλο Νερούντα, «Σκύβω εκεί κάθε βράδυ»
    (από τα Είκοσι Ερωτικά Ποιήματα, μτφ. Γ. Κεντρωτής)

    «Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
    και αμολάω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
    στα ωκεάνια μάτια σου.

    Εκεί απλώνεται και εκεί φουντώνει με φλόγες πανύψηλες
    η μοναξιά μου, πέρα δώθε στον αέρα
    υψώνοντας τα χέρια της σαν ναυαγός.

    Ανάβω κόκκινες φρυκτωρίες
    πάνω από τα εξόριστα μάτια σου
    που σαν τα κύματα έρχονται της θάλασσας
    και σκάνε στην ποδιά του φάρου.

    Αγναντεύεις μοναχή τα ερέβη,
    γυναίκα εσύ η αλαργινή και η πλησίον.
    μες απ’ το βλέμμα σου
    ώρες ώρες αναδύεται ο μακρύς γιαλός του τρόμου.

    Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
    και μαζεύω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
    από τη θάλασσα εκείνη
    που κλυδωνίζει τα ωκεάνια μάτια σου.

    Νυχτερινά πουλιά ραμφίζουνε τα πρώτα αστέρια
    που λάμπουν εκεί απάνω
    όπως λάμπει η ψυχή μου την ώρα που σ’ αγαπάω.

    Καλπάζει στη ράχη του μαύρου της κέλητα η νύχτα
    και τσαλαπατάει τα στάχια τα γαλαζιανά στον κάμπο.»

    -«Βλέπεις εκείνο το Γυμνό τον παραπονεμένο»
    (Θρήνος που λέγεται στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου τη Μεγάλη Παρασκευή)

    «Βλέπεις εκείνο το Γυμνό, τον παραπονεμένο
    όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;
    Όπου φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι;
    Εκείνος ειν’ ο γιόκας σου και μένα ο Δάσκαλός μου.
    Σταυρέ περιχαμήλωσε, Σταυρέ μου γύρε πίσω
    να φτάσω τον υγιόκα μου να τον γλυκοφιλήσω.
    Να βγάλω τη χρυσή ποδιά το αίμα να σφουντίσω,
    να βγάλω και τη σκέπη μου τον ίδρω να σφουντίσω.»

    -«Ξενητεμένο μου πουλι»

    «Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο,
    η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ έχω τον καημό σου.
    Τι να σου στείλω, ξένε μου, τι να σου προβοδήσω;
    Μήλο αν σου στείλω σέπεται, τριαντάφυλλο μαδιέται,
    Σταφύλι ξερογιάζεται, κυδώνι μαραγκιάζει.
    Να στείλω με τα δάκρυα μαντήλι μουσκεμένο,
    τα δάκρυά μου είναι καυτά, και καίνε το μαντήλι.
    Τι να σου στείλω, ξένε μου, τι να σου προβοδήσω;
    Σηκώνομαι τη χαραυγή, γιατί ύπνο δεν ευρίσκω,
    ανοίγω το παράθυρο, κοιτάζω τους διαβάτες,
    κοιτάζω τις γειτόνισσες και τις καλοτυχίζω,
    πώς ταχταρίζουν τα μικρά και τα γλυκοβυζαίνουν.
    Με παίρνει το παράπονο, το παραθύρι αφήνω,
    και μπαίνω μέσα, κάθομαι, και μαύρα δάκρυα χύνω.»
    (Δημοτικό)

  7. Ο Κήπος με τα Ρόδα (Γκιουλιστάν)

    Ποτέ δεν παραπονέθηκα για τις αναποδιές,
    ποτέ δεν τα ‘χασα μπροστά στα αμέτρητα προβλήματα
    που με πολιορκούσαν,
    μέχρι τη μέρα που βρέθηκα
    ξυπόλυτος
    χωρίς λεφτά
    για να αγοράσω παπούτσια.
    Στενοχωρημένος μπήκα στο τζαμί της Κούφα
    για να αλαφρύνω τον πόνο της καρδιάς μου.
    Και τότε είδα έναν άνθρωπο χωρίς πόδια…

    Sa’adi (Σααντί)

  8. «Παράπονο ποιητού της γενιάς του ’60»

    «Σχόλια του καιρού, οράματα, μα ο μήνας μπήκε οργισμένος
    κι οχτώ συντρόφοι μου σώπασαν ή πέθαναν κι εγώ δεμένος
    στο πηγάδι […]

    Ο χρόνος μπήκε δίσεχτος ο μήνας οργισμένος
    αρχίσαμε να τρέχουμε από κηδεία σε κηδεία μυρίζαμε
    όλη μέρα λιβάνι γιατί ο παπάς μεγάλωνε κάθε τόσο τη δόση
    τρομαγμένος κι εκείνος απ’ τον πυρετό τρομαγμένος
    με τόσους αγίους εγγυητές και το θανατικό να μη λέει να
    τελειώσει
    κι ύστερα έφτασαν τα ληξιπρόθεσμα γραμμάτια
    ξυπνήσαμε ένα πρωί και δεν είχε πια άλλα τραγούδια στο συρτάρι
    δεν είχαμε πια συντρόφους […]

    Δε βαρέθηκες αδερφέ μια ζωή αντιπολίτευση
    δείξε και λίγη αυτοθυσία
    καιρός να διαλέξεις (πάνω ή κάτω) τον τάφο σου, να βγεις απ’ το
    τραγούδι».

    Μάριος Μαρκίδης, «Εν αβάτω και ουχ οδώ»

  9. Πολύ όμορφα Αγγελική!… Grazie mille!!!
    Έχω κι εγώ δυο κρατημένα, αλλά βρίσκομαι Αθήνα και ξέχασα να τα αποθηκεύσω στο στικάκι μου…Τώρα γράφω απ’ άλλον υπολογιστή και να δούμε, αν αύριο καταφέρω να κάνω τη νέα ανάρτηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: