Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (125ο): «Πίκρα – πόνος)

-«Λάθος πίκρα σκότωσες.
Αυτή που σε φαρμάκωνε ζει.»
(Κική Δημουλά)

-«Μεσ᾿ ἀπὸ τὸ βάθος τῶν καλῶν καιρῶν
οἱ ἀγάπες μας πικρὰ μᾶς χαιρετᾶνε.»
(Κ. Καρυωτάκης)

-«Εγώ τον πόνο τον βαστώ την πίκρα την αντέχω
Κλαίω γιατί σε ξέχασα κι όχι γιατί δε σ’ έχω»
(Μιχάλης Γκανάς)

-«Κι η αλήθεια τ’ ουρανού και της γης
αποτυπώνεται στους στίχους μου όπως
ο πόνος του Χριστού στην εικόνα.»
(Νικηφόρος Βρεττάκος)

 

-«Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος, σ’ ανασηκώνει
πάνω απ’ τον εαυτό σου…
Kαι τότε καταλαβαίνεις
τους πόνους του απείρου
όταν κοιλοπονούσε τον κόσμο. Kαι τους πόνους της γής
για να γεννήσει ένα στάχυ. Ή τους πόνους ολόκληρης
της αιωνιότητας, για να γεννηθεί κάποτε
ένα τραγούδι.»
(Τάσος Λειβαδίτης)

-Νίκος Γκάτσος, [Στου πικραμένου την αυλή]

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα
Μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.
Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.
Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.
Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης
Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Μόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος
Ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.
Μα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Είταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.
(Νίκος Γκάτσος, απόσπασμα από την Αμοργό, Ίκαρος)

 

-Federico Garcia Lorca, «ΤΟΥ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ»

Είκοσι τρεις του Θεριστή
στου Πικραμένου την αυλή
πάνε και λεν παν και του λένε:
αν το μπορείς δυστυχισμένε
Στο περιβόλι σου έβγα απόψε
και τα λουλούδια σου όλα κόψε

Γράψε στη θύρα σου σταυρό
βάλ’ από κάτου τ’ όνομά σου
τι θα φουντώσουν στα πλευρά σου
ταχιά τσουκνίδες κι αγριάδες

Πάρε κεριά πάρε λαμπάδες
τα χέρια μάθε να σταυρώνεις
και πάνου από την ερημιά
γέψου της νύχτας τη δροσιά
Τι πριν περάσουν μήνες δυο
θα κείτεσαι στα σάβανα

Στους ουρανούς ψηλά προβαίνει
ο Ταξιάρχης και πηγαίνει
πόχει το σύννεφο σπαθί
στράφτει και πάει και δε μιλεί

Κι είκοσι τρεις του Θεριστή
μέσα στην έρμη την αυλή
Τα μάτια ανοίγει ο Πικραμένος
της μοίρας ο σημαδεμένος
Κι είκοσι τρεις του Αυγούστου
γέρνει και τα σφαλεί.
(Οδυσσέας Ελύτης, 2η γραφή, Ίκαρος)

 

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος,“Πικραμένος Αναχωρητής»

«Θὰ φύγω σὲ ψηλὸ βουνό, σὲ ριζιμιὸ λιθάρι
νὰ στήσω τὸ κρεβάτι μου κοντὰ στὴ νερομάνα
ν᾿ ἁπλώσω ἐκεῖ τὴν πίκρα μου, νὰ λυώσει ὅπως τὸ χιόνι.
Μὴ μὲ ρωτᾷς καλέ μου ἀϊτέ, μὴ μὲ ξετάζεις ἥλιέ μου!
Μὴν πιάνεσαι ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου καὶ με γυρίζεις
ἄνεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αὐγερινέ μου!
Φέξε τὸ ποροφάραγκο!
Βοήθα ν᾿ ἀνηφορήσω!
Ρίχτε στὸ δρόμο συννεφιά νὰ μὴ γυρίσω πίσω!»

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Η τιμή»

«Ο ουρανός και η γης με τίμησαν με τον πόνο.
Το έμαθα αργότερα, όταν κατάλαβα
πως το καλύτερο φως γίνεται απ’ το σκοτάδι·
μετά που ξεχείλισε μέσα μου η ποίηση
κι αρχίσαν ν’ ανάβουνε κεριά από χρόνο.»

 

-Κατερίνα Έσσλιν «ΑΓΑΠΗ Α.Ε

Ο πόνος άνοιξε εργοστάσια.
Κατασκευάζει σιωπές.
Συσκευάζει κραυγές.
Πάνε καλά οι πωλήσεις.

Ο πόνος άνοιξε αντιπροσωπείες.
Καρφώνει παλάμες.
Ξιπάζεται.
Γιορτάζει εγκαίνια σε κάθε εγώ.
(Εγώ πονάω
Εσύ πονάς
Αυτός πονάει
Εμείς πονάμε
Εσείς πονάτε
Αυτοί πονούν)
Και κάπου δίπλα εκείνη,
γυρισμένη πλάτη,
αδιάφορη,
σαν απολυμένη εργάτρια,
ένα γραφείο παραπόνων,
ένα θλιβερό κτήριο,
μια ανώνυμη εταιρία.

(Κατερίνα Έσσλιν: http://esslin-esslin-eisai-edo.blogspot.gr/2013/06/blog-post.html)

 

-Ιωάννης Γρυπάρης, «Μάθε τὸν πόνο…»

Μάθε τὸν πόνο τὸ γερὸ
βουβὸς στὰ δόντια σου ν᾿ ἀλέθεις.
Χύνε τῆς λήθης τὸ νερὸ
μὲς στὸ τρελὸ κρασὶ τῆς μέθης.

Θὰ πάει κι αὐτὸ μίαν ὀμορφιὰ
καὶ πρὶν νὰ γύρει ἀκόμα ὁ χρόνος,
ἔχει ὁ Θεός, τὰ ἑφτὰ καρφιὰ
θὲ νὰ μᾶς βάλει ὁ νέος πόνος.

Ὅριζε, μοῖρα τῶν μοιρῶ,
ἐσὺ ποὺ γνέθεις καὶ ξεγνέθεις,
Χύνε τῆς λήθης τὸ νερὸ
μὲς στὸ τρελὸ κρασὶ τῆς μέθης.
(Πηγή: http://users.uoa.gr/)

-Κώστας Βάρναλης, «Οι πόνοι της Παναγιάς»

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τοσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.
Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο -όχι σκλάβος ή προδότης.
Tη νύχτα θα συκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ’ ύστερα απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι
Kι αν κάποτε τα φρένα σου μ’ αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τ’ ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις!
Θεριά οι ανθρώποι, δε μπορούν το φως να το σηκώσουν!
Δεν είν’ αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!
(Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος)

 

-Κώστας Καρυωτάκης, «Ευγένεια»

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και γίνε σαν αηδόνι,
και γίνε σα λουλούδι.
Πικροί όταν έλθουν χρόνοι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και πέ τονε τραγούδι.
Μη δέσεις την πληγή σου
παρά με ροδοκλώνια.
Λάγνα σου δίνω μύρα
— για μπάλσαμο — και αφιόνια.
Μη δέσεις την πληγή σου,
και το αίμα σου, πορφύρα.
Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
μα κράτα το ποτήρι.
Κλότσα τις ημέρες σου όντας
θα σου ‘ναι πανηγύρι.
Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
με λέγε το γελώντας.
Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και δρόσισε τα χείλη
στα χείλη της πληγής σου.
Ένα πρωί, ένα δείλι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και γέλασε και σβήσου.
«Κ. Καρυωτάκης, Ποιήματα & πεζά, εκδ. Πέλλα)

Advertisements

Single Post Navigation

11 thoughts on “Πες το με ποίηση (125ο): «Πίκρα – πόνος)

  1. 1. Ξάστερος πόνος

    Πώς αντέχεις και περνάς απ’ τ’ όνειρο
    καπνίζοντας άχρηστους ανέμους;
    Δε φοβάσαι φαίνεται τη νύχτα των αγγέλων
    ούτε γνωρίζεις βέβαια τη γλώσσα της βροχής.
    Αλλιώς θ’ άναβες στο φεγγαράκι προσευχή
    και θ’ άκουγες το μυστικό τραγούδι της καρδιάς μου.

    Πώς αντέχεις και περνάς απ’ τ’ όνειρο
    πιστεύοντας σε άδικα φεγγάρια;
    Δε θυμάσαι π’ άστραψες στη δίνη του καιρού μου
    ούτε ξεχνάς τη θάλασσα την ώρα του βοριά.
    Ξανά σέρνεις το σιωπηλό σου χορό
    και χύνεσαι σαν κεραυνός που παίρνει και το φως μου.

    ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

    ???????????????????????????????????????????

    2. Απόψε πονάω σ’ όλες μου τις απογνώσεις
    κάνει πολύ κρύο κάτω απ’ τη σκιά
    της ζωής μου που γέρασε
    βαθιές γουλιές οι μελαγχολίες
    είναι πληρωμένοι δολοφόνοι
    ας οργανωθεί πια η σφαγή
    απ’ ό,τι αγαπάω ακόμα

    Μάτση Χατζηλαζάρου, Έρως Μελαχρινός, σελ.97-98, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1979

    ???????????????????????????????????

    3. Αναλγησία

    Οι άγγελοι δεν ξέρουνε τον πόνο.
    Πετούν ανάμεσα στ’ αστέρια
    ‘κει που δε φτάνουν οιμωγές
    και στεναγμοί. Πίνουνε φως κυανό
    αναπνέουν μουσική.

    Γι’ αυτό
    μην ικετεύεις τη βοήθειά τους.
    Αν ακούσουν ανθρώπινο κλάμα
    κλείνουν τ’ αυτιά μην αντέχοντας
    μια τόσο παράφωνη μουσική.

    ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

    ??????????????????????????????????????

    4. ΠΑΥΣΙΠΟΝΟΝ

    Το βλέμμα φτάνει άνετα στη Λισαβώνα
    έχω σχεδόν αποδημήσει στα εναύσματα
    θα ‘θελα να σου επιστρέψω την αφή σου
    χαρίζοντάς σου και τα δέκα μου δάχτυλα
    μνημονεύουμε μυστήριο:
    μνημονεύουμε ηλιθιότητα, μα εμένα
    με φρουρεί συνέχεια η εναρθροσύνη
    το τρίγωνο εμπαίζει κι αυτό τα ανύπαρκτα
    ουράνια συνεχώς με τρία ύψη
    δευτερεύοντες άγγελοι διαρκώς συστρέφονται
    στον ύπνο πετυχαίνουμε το σοσιαλισμό μας.

    Κουφάλογο – αυτή ‘ναι – η αδιόρατη καλοσύνη
    χασμουρητό του έαρος μυωπική νοσταλγία.

    Είμαι ακέραιος ωσάν του Άγιου Πάνθηρα τα σαγόνια
    κοιτάζοντας απ’ τη γαλάζια κλειδαρότρυπα
    τις λινές του Ιησού βλεφαρίδες που ο άνεμος
    με τον αντίχειρα ξαναχαϊδεύει σήμερα
    στα ανεπρόκοπα βράχια της χαμηλόφωνης Ιουδαίας.

    Οσμίζομαι καταιγίδα στο έπακρο
    μα η καρδιά μου απουσιάζει στ’ αγριολούλουδα.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    ???????????????????????????????????????????

    5. Τι να κάνω;

    είναι αλήθεια:
    ο πόνος και τα βάσανα
    βοηθούν να δημιουργηθεί
    αυτό που αποκαλούμε τέχνη.

    πάντως
    αν ήταν στο χέρι μου
    δεν θα επέλεγα ποτέ
    αυτό τον αναθεματισμένο πόνο
    και τα βάσανα που είχα κι έχω ακόμα·

    ωστόσο, καμιά φορά
    έρχονται και με βρίσκουν
    ο πόνος και τα βάσανα
    καθώς πληρώνομαι κανονικά
    τα ποσοστά απ’ τις πωλήσεις
    των βιβλίων μου.

    «Charles Bukowski, να περιφέρεσαι στην τρέλα», μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου, εκδόσεις Ηλέκτρα]

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    6. Δεν την αρνιέμαι την οδύνη
    I
    Δεν την αρνιέμαι την οδύνη, δε φυγομαχώ
    θα μπορούσα ν’ αντέξω τον μεγαλύτερο πόνο, όμως κάπως,
    να βρεθεί κάπως ένας τρόπος να εξανθρωπίσω τον πόνο μου,
    να μη με κυνηγούν φαντάσματα. Όλα θα μπορούσα
    να τα υποστώ τ’ ανθρώπινα μαρτύρια, όλα για να μπορέσω
    πλήρης, επιτέλους, να πορευτώ, να υπάρξω
    θέλω να πω, να διανύσω συμπαγής
    την περιοχή που μου δόθηκε.
    II
    Δεν είναι η οδύνη που μου παραμορφώνει το πρόσωπο,
    που μου στερεί την ισορροπία, που ανοίγει
    χάσματα διαρκώς κάτω απ’ τα πόδια μου-
    είναι το ανάνθρωπο της οδύνης, η οδύνη
    δίχως την ήμερη ανθρώπινη ζέστη· εκείνη
    είναι άγια, μεγάλη κι υψηλή- όχι το ψυχρό αυτό
    πράγμα, σαν ερπετό κάτω απ’ τα ρούχα σου.
    III
    Πότε θα πέσει το παραπέτασμα απ’ τα μάτια μου
    ν’ ανοίξει ο ουρανός, να γίνει φως,
    να ’ρθω μ’ όλες μου τις πληγές και να μιλήσω,
    ταπεινά να συνδιαλεχτώ με το γείτονα
    να τείνω πάλι τα χέρια μου στους αδελφούς μου.

    Ανέστης Ευαγγέλου, Τα ποιήματα (1956-1986) [Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1988) Από τη συλλογή Περιγραφή εξώσεως (1960)

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    7. Το μυστήριο του πόνου

    Ο πόνος μοιάζει με άγραφο χαρτί.
    Αδυνατεί να θυμηθεί
    πότε άρχισε να υπάρχει, ή αν υπήρξε
    μέρα που να μην υπήρχε.

    Δεν έχει ορίζοντα άλλο απ’ τον εαυτό του.
    Τα βασίλειά του τ’ απέραντα εσωκλείουν
    το παρελθόν του, το φωτισμένο ν’ αντιλαμβάνεται
    νέες περιόδους πόνου.

    ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, Μετ. Ευτυχία Παναγιώτου

    ?????????????????????????????????????

    8. Ο μαθητευόμενος της οδύνης

    Ξεκίνησε αυγή
    χαράματα
    να κλέψει τ’ άστρα
    ξεκίνησε
    νύχτα
    και σκότωσε
    όλα τα όνειρα
    αυτό το άγαλμα
    και μπλέκονταν ως βάδιζε
    τα γυμνά πόδια του
    στους βάτους
    και μάτωναν στ’ αγκάθια

    και τα ευγενικά ευλογημένα χέρια του
    ίδια πουλιά της Άνοιξης χάιδευαν
    τα γεράνια π’ ονομάτιζε μια νύχτα αγάπης
    και του παρθενικού ονειροκρίτη της
    τις βαθιές πόρπες

    και των βυζιών της
    τις κραυγές τις κόκκινες
    και τους κρυφούς θυσάνους

    ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

    Koυράστηκα να σε κρατώ, πόνε, από το χέρι

    9. Πολύς είναι ο πόνος, κι εγώ λίγος
    ανοίγω την πόρτα, πάω να δουλέψω
    τον πόνο με τα χέρια
    πολλών ανθρώπων
    στην αλυσίδα της καρότσας
    που αποκαρδιωμένοι αναδύονται
    από τα συντρίμμια της κάθε μέρας
    μασώντας αποδείξεις
    και στη χαρτόκουτα
    όπου κοιμούνται οι πρωτόγονοι
    σ’ έναν κύβο χωρίς λεξικό
    εξατμίζεται η ζέστη
    το ένα δάχτυλο μετά τ’ άλλο
    μέχρις ότου να πέσει ο καρπός
    κι από την τρύπα της ασφάλτου
    βλασταίνει, χλιαρά, το μίσος

    Όπως το ενεργούμενο το χάδι
    που τη δύναμή του να ελέγξει δε νογά
    όπως ο σκύλος που απ’ την πολλή του αγάπη
    κατέφαγε το πρόσωπο του παιδιού

    Massimiliano Damaggio, Ποιήματα (μετφρ: Ευαγγελία Πολύμου)

    ???????????????????????????????????????

    10. Μάνα

    Δεν είναι πρέπον
    και δεν είναι ποίηση
    να μαζεύω έναν πόνο
    για να γράφω λέξεις

    εάν στα δυο είσαι διπλωμένη από τον πόνο
    στο δωμάτιο, στον πρώτο όροφο
    του εγκαταλειμμένου σπιτιού
    καθώς φωνάζεις στο βουβό σκυλί
    που το σκάει και πέφτει στα σκαλιά, και κρύβεται

    μες στο δίχως όρια σκοτάδι, ακούει
    το αλύχτισμα του πόνου σου
    που τρυπάει την οροφή.

    Massimiliano Damaggio, Ποιήματα (μετφρ: Ευαγγελία Πολύμου)

    ??????????????????????????????????????????

    11. Η σημασία

    Ο πόνος που εκφράζουμε δεν είναι παρά
    η σημασία που δίνουμε στη ζωή,
    επιμένοντας στην ουσία της.
    Αν υπήρχε μια δύναμη να μας κρίνει,
    θα μας χάιδευε πριν απ’ τον ύπνο μας
    τα μαλλιά, αναγνωρίζοντας πως
    αγαπήσαμε το έργο της.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ?????????????????????????????????????????

    12. Ο χώρος όπου και να κοιτάξεις σου επιστρέφει τον πόνο του
    Ζω κλεισμένος σ’ ένα φιλί
    Κανείς δεν είναι μέσα στο ρίγος της νύχτας
    Τα κοιμισμένα όνειρα στις παλάμες μου
    Γνώρισαν το σφυγμό ενός ήλιου που μάτωνε
    Άλικες πέτρες και σύννεφα
    Κι οι βουνοσειρές άλικες
    Πώς να ‘ναι ωραίες δίχως εσένα
    Δίχως τα μάτια σου να ‘ναι επάνω τους

    Είναι μια μακρινή γιορτή χειλιών
    Που τα έβαψε όλα

    Άλικα βήματα κι η ζωή ξεγυμνώνοντας τη ζωή σου
    Που άρχιζε και τέλειωνε
    Μέσα στο κάθε πράγμα
    Μέσα στο κάθε σήμερα
    Μέσα στο κάθε που έζησα

    Έτσι έζησα έτσι ζω έτσι θα ζήσω
    Χνούδι από άνεμο
    Ίσκιωμα φύλλου
    Δάκρυ νερού
    Άνθρωπος τελειώνοντας μέσα σου
    Χνούδι ίσκιωμα δάκρυ

    Αλέξης Τραϊανός

    ????????????????????????????????????

    13. Πόνος
    [αφιερωμένο στον Βλάντιμιρ Γόλαν]

    Τριακόσια χιλιόμετρα απ’ την Πράγα,
    μέσα στο φως διυλισμένο
    από τις πληγωμένες λεύκες
    – σάρκα που σκάζει
    τη διψασμένη ασημί φλούδα -.
    Τρακόσια χιλιόμετρα απ’ την Πράγα,
    πάνω στη νοτισμένη χλόη,
    πέφτει η ψυχή και
    εναποθέτει μια μόνο σκέψη:
    άραγε υποφέρουν και τα φύλλα;
    Πονάει η λειτουργία της χλωροφύλλης;

    Τρακόσια χιλιόμετρα από την Πράγα
    πέφτει η ψυχή αποκαμωμένη.

    Η λέξη radost*
    μάταια βουίζει
    πάνω από τα φτερά
    μιας
    άσπρης
    πεταλούδας.

    (* χαρά, αλεγρία στα τσέχικα)

    Clara Janés -μτφ: Σαράντης Αντίοχος

    ???????????????????????????????????

    14. Πόνος και τρόμος
    στον Αλέκο Φασιανό

    Πόνος
    και πάλι πόνος
    τρόμος
    και πάλι τρόμος
    στο άδικο σώμα
    στην άδικη ψυχή

    από ένα έρημο ξενοδοχείο
    έφυγε ξαφνικά
    χάθηκε η μητέρα
    σ’ ένα μακρύ τούνελ
    χάθηκε ο πατέρας

    κι έρημη
    πλανιέται
    από πόνο
    σε πόνο
    από τρόμο
    σε τρόμο
    η άδικη ψυχή.

    Μίλτος Σαχτούρης, Έκτοτε

    ???????????????????????????????????

    15. Κοιτάμε με τα δόντια

    Δε φταίει το φεγγάρι για την πίκρα μας
    καθώς στριφογυρνάει δαιμονισμένα
    μέσα στο φωσφόρο
    σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά του
    καθώς και μεις στριφογυρνάμε στο σκοτάδι μας
    σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά του
    δε φταίει το φεγγάρι για τους λεμονανθούς
    δε φταίει το φεγγάρι για τα χελιδόνια
    δε φταίει το φεγγάρι για την Άνοιξη και τους σταυρούς
    δε φταίει αν πάνω στα μάτια μας φύτρωσαν δόντια

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη

    ?????????????????????????????????????????????

    16. ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΣΟΥ εδώ πέρα μη τον παρατάς,
     με μια φροντίδα μητρική ταξίδεψέ τον,
     όπου ζωή, όπου όνειρο, στα μακρινά και στα ψηλά·
     και πήγαινέ τον ύστερα και ριζοφύτεψέ τον

    εκεί στη χώρα την κατάνακρη τού αμίλητου·
     στα μάτια του συμμάζωξε και θάψε τη φωνή του,
     κι ανίσως δε βαστάξουνε τα μάτια του και κλείσουνε,
     κλείσε κ’ εσύ τα μάτια σου και πέθανε μαζί του.

    ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Η ασάλευτη ζωή, 1904
    ‘Απαντα, τομ. Γ΄, σελ. 158

    Ο ΠΟΝΟΣ ΣΟΥ – ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΑΚΗΣ

    17. Ο πόνος που είχαμε ξεχάσει

    Ονειρεύτηκα κύματα ουρλιάζοντας, φίδια
    σηκώνοντας και το κεφάλι
    όπως κι όταν θα ‘θελα να μαντέψω αμέσως
    όπως
    περιστρέφεται η γη
    ανάμεσα στα αστέρια.

    Τα άλογα των δασών χαμογελούν.
    Οι λόφοι στο κατώφλι το απόβραδο.
    Τα ρείκια ικετευτικά
    σε μια γλώσσα σε μας παραδομένη
    εδώ, στη γη.
    Ρίζες πίνοντας την οργή
    δάκρυα των βράχων
    τα μυρμήγκια παίρνοντας στις γνάθους των
    πυρακτωμένα άχυρα της θέλησής των
    αδυσώπητα
    και εξαφανίζονται.

    Ονειρεύτηκα τις πέτρες τρέχοντας
    και μιλώντας,
    τα βότανα σταματώντας κλάμα
    τα αστέρια ανερχόμενα σιωπώντας,
    σε σύγχυση πουλιά
    αίφνης εγκαταλελειμμένα
    από την πτήση, η ελαφίνα επιβραδύνοντας έκπληκτη το κυνήγι
    και αναμένοντας.

    Ονειρεύτηκα αράχνες φλεγόμενες.
    Την αμνησία του ήλιου. Ο κρίνος
    ανάμεσα στα ζώδια ουρλιάζοντας,
    η τελευταία πτώση των ροδοπέταλων
    η φευγαλέα στιγμή.

    Ονειρεύτηκα ρωτώντας τα δέντρα.
    Κι ένας κορυδαλλός πετώντας
    μέσα στο ίδιο του το σώμα
    σαν μέσα σε μια πυρκαγιά
    πέρα απ’ τη λέξη
    ολόκληρος εισβάλλει μέσα στο τραγούδι
    κατεβαίνοντας μαζί του προς το έδαφος.

    Και ξύπνησα απότομα
    όπως θα θυμούνται
    πριν φτάσει στο έδαφος
    κι έτσι, όπως μου ερχόταν στο μυαλό η θύμηση
    από έναν τεράστιο πόνο που είχα ξεχάσει.
    Κραυγή αητού το λιόγερμα.
    Τα μάτια της Σιωπής
    Δεν σε καλώ με το αίμα. Με το φως μου
    όχι με το στόμα.
    Όχι με λόγια, αλλά με την σιωπή των κόσμων σε καλώ.
    Με τα μάτια της σιωπής σε βλέπω ακόμη.

    Τη λάμψη της σιωπής
    κατευθύνω προς εσένα
    με μια κραυγή
    και σου λέω: γεννήσου και φώτισε
    κι ό,τι φωτίσεις μία φορά, θα λάμπει
    για πάντα
    και σ’ όποιον ρίξεις το βλέμμα
    δεν θα σβήσει ποτέ.

    CEZAR BALTAG, μτφρ: Δημήτρης Κανελλόπουλος [από το περιοδικό Româniă Literară, 1990]

    ?????????????????????????????????????

    18. Χθες υπέφερα τον πόνο

    Χθες υπέφερα τον πόνο,
    δεν ήξερα ότι είχε μια όψη πορφυρή,
    τα χείλη από σκληρό μέταλλο,
    μια έλλειψη σαφών ορίων.

    Ο πόνος δεν έχει αύριο,
    είναι το ρύγχος του αλόγου που εμποδίζει
    τους στιβαρούς ταρσούς,
    ωστόσο χθες σωριάστηκα κάτω,
    τα χείλη μου σφραγίστηκαν
    κι ο φόβος μπήκε στο στέρνο μου
    σαν ένα διαπεραστικό σφύριγμα
    κι οι κρήνες έπαψαν να βγάζουνε ανθούς,
    το στοργικό νερό τους
    ήταν μονάχα ένα πέλαγος θλίψης
    στο οποίο ναυαγούσα κοιμώμενη
    αλλά ακόμα και τότε φοβόμουν τους αγγέλους της αιωνιότητας.

    Μα αν είναι τόσο ευχάριστοι και πιστοί
    γιατί η ακινησία να με τρομάζει;

    Άλντα Μερίνι -Μετάφραση: Ευθυμία Γιώσα

    ?????????????????????????????????????????

    19. Ο Σαραντάρης επί του πόνου πολυγραφότατος:

    α. . Ο βαθύτερος πόνος

    Ο βαθύτερος πόνος
    ο πόνος που α ξ ί ζ ε ι να είναι ο βαθύτερος όλων,
    είναι εκείνος του στοχασμού
    πως ο καθένας μας μια μέρα θα γνωρίζει τον θάνατο.
    Τούτο τον πόνο κάθε άτομο,
    όταν δεν αφαιρείται απ’ τον εαυτό του, τον νιώθει.

    Κ’ έτσι δεν είναι δίκαιο να πούμε στο διπλανό μας:
    – Δεν μπορώ να σου πω τον πόνο μου
    (και δεν εννοούμε τον πόνο του θανάτου),
    γιατί εσύ, έτσι ή αλλιώς, δεν θα με νοιώσεις! -,
    όταν μάθαμε πως αυτός ο διπλανός μας
    πόνεσε τον πόνο του θανάτου,
    τον βαθύτερο όλων των πόνων,

    κ’ έτσι ασφαλώς μπορεί να νιώσει κ’ ένα δικό μας
    ασφαλώς μικρότερο πόνο,
    δεν είναι ανθρώπινα σωστό ν’ αποκλείσουμε
    πως μπορεί να νιώσει κ’ ένα δικό μας
    ασφαλώς μικρότερο πόνο.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    β. Ο ΠΟΝΟΣ ΣΟΥ

    Ο πόνος σου είταν ένας πόνος μακρινός
    Γεμάτος σπίτια
    Όπου πλάγιαζαν οι φαύλοι

    Σ’ είχα παρακαλέσει
    Να μου κάνεις τόπο
    Να δω τους φαύλους

    Αλλά εσύ τους έδινες συγγνώμη
    Και πήγαινες μαζί τους στον περίπατο
    Μαζί τους παρακαλούσες τον θεό

    Η ψυχή σου είταν ένα σύννεφο από αρώματα
    Εκεί κολυμπούσανε οι φαύλοι

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    γ. Απόψε η θάλασσα απόψε ο πόνος

    Απόψε η θάλασσα απόψε ο πόνος
    Έχουν χορό
    Γίνε ένα σύννεφο κι έλα μαζί μας
    Θα δεις ακόμα την ομορφιά
    Τα μάτια σου εκείνα που κρατάς
    Στην άνοιξη δοσμένα
    Θα πάνω απάνω στη θάλασσα στον πόνο
    Και θα ρυθμίσουν το χορό.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    δ. Σου χρωστώ έναν πόνο

    Σου χρωστώ έναν πόνο που τον κρύβω
    Για να γίνω πιο μεγάλος
    Για να γίνω εγώ μεγάλος
    Εσύ έρημη μικρή
    Για να γίνω εγώ έν’ άστρο
    Εσύ έν’ άστρο σαν τη γη.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    ε. Μια μουσική με πόνο

    Μια μουσική με πόνο
    Με λίκνισμα με τραγούδι
    Στην καρδιά στο πρόσωπο
    Γυναίκα
    Η λίμνη του έρωτα
    Ποίημα που πεθαίνει
    Εστέρεψε
    Έχασαν τα δάκρυά της

    Και πήρε το δρόμο τ’ ουρανού
    Με τα φιλιά και με τα καλοκαίρια.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    στ. Ησυχία και πόνος

    Ἡσυχία καὶ πόνος
    ἡ θεωρία τῶν ἀντικειμένων
    Στενοχώρια τοῦ σώματος
    Στενόκαρδη ἡ ζωὴ
    κι ἴσως ἡ ἐλευθερία μύθος.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ Μάης του 1934

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    ζ. Ὁ πόνος ξαλαφρώνει τὴν ὑγεία σου

    Ὁ πόνος ξαλαφρώνει τὴν ὑγεία σου,
    τὴν ἕτοιμη σιωπή σου.
    Ὅσον ὁ πόνος,
    τίποτε δὲν ξεκίνησε ἀπὸ τόσην ἀπόσταση
    — ἀπὸ μιὰν ἀμύθητη ἀνυπαρξία… —
    γιὰ νὰ χυθεῖ σ’ ἐσένα.

    Μεγάλες ἀλαργινὲς οἱ ἡμέρες τὸν προβόδησαν·
    μιὰ διαύγεια στοχασμῶν ὑπερκόσμια,
    μιὰ καλοσύνη σὰν ἐκείνη τοῦ Θεοῦ.
    Ἔβλεπες, λές, ἕνα κομψὸ προμήνυμα τῆς τύχης σου
    στὴν ξάστερη διαρροὴ τῶν ὡρῶν.

    Ὥσπου ἀληθινὰ ἄγγιξες τὴν ἡσυχία σου
    νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ σῶμα σου σὰν ἄστρο.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

  2. Ciao Aggeliki!… Τόσα πολλά και τόσο ωραία!!!… Grazie mille!!!

    -«Kι εγώ προχώρεσα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν,
    γυναίκες κι άντρες με τ’ αξίνια σε χαντάκια.
    Ήταν μια πολιτεία παλιά· τειχιά δρόμοι και σπίτια 10
    ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,
    η ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ’ το μάτι
    του αρχαιολόγου του ναρκοδότη ή του χειρούργου.
    Φαντάσματα και υφάσματα, χλιδή και χείλια, χωνεμένα
    και τα παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά 15
    αφήνοντας να φαίνεται γυμνός κι αδιάφορος ο τάφος.»
    (Γ. Σεφέρης, Εγκωμή)

    -Ο. Ελύτης, «Το αμύγδαλο του κόσμου»
    (Απόσπασμα)

    «…το αμύγδαλο του κόσμου
    είναι πικρό και δεν
    γίνεται να το βρεις παρεχτός αν
    κοιμηθείς μισός έξω απ’ τον ύπνο

    μεγεθύνονται το σπίτια
    τρομερές γυναίκες απέχοντας απ’ το
    λυτό μαλλί τους όσο η βροντή απ’ τη λάμψη της
    παν μοιράζοντας τις άχνες
    δω κι εκεί τ’ ουρανού
    οι οπές
    παραπλανούν το θάνατο

    τις νύχτες
    που μιλάω σαν ν’ ανασκαλεύω αστερισμούς
    στη θράκα την επάνω μια στιγμή σχηματίζεται
    η όψη που θα μου έδινε
    ο Θεός εάν ήξερε
    πόσο η γη στ’ αλήθεια μου στοιχίζει
    σε απόγνωση
    σε διάφορα ψιθυρισμένα μες στη νύχτα «επέπρωτο»
    σε κυπαρίσσια
    αιωνόβια σαν ποιήματα
    που ζητώντας να φκιάσω απραγματοποιήθηκα.

    κι εσύ πικρέ που το ‘βαλες γινάτι
    να βρεις να κόψεις λέει το αμύγδαλο του κόσμου
    και σου απόμεινε το χέρι
    γράφοντας κάτι ποιήματα
    λευκά στη μαύρη τη σελίδα επάνου

    ποιος ποτέ κατάλαβε
    τα δειλινά που τ’ άντεχες μην και δακρύσεις;
    υπάρχει ένας προδότης μέσα σου
    που η ώρα του θα ‘ρθει να τιμωρηθεί

    ω φίλοι
    αν κάποιος από μας αμάρτησε
    πρέπει να ‘ναι ο Θεός
    χαλάλι του
    ψάξαμε ψάξαμε όσο γίνεται
    να ‘ μαστε άνθρωποι σωστοί
    σε μια ταράτσα πάνου από τη θάλασσα
    κοίταξε:
    σπαν τ’ αστέρια ένα ένα
    και το ύστερο πάει φωσάκι του τσιγάρου σου
    κι εκείνο σώνεται
    πάτα το χάμου
    αντίο.)…”
    (Ο. Ελύτης, Ποίξση, Ίκαρος)

    -«…Αν με ρώταγες
    Θα προτιμούσα πάντα την πίκρα
    Από το κενό που κρύβεται πίσω από την πλάτη μου
    Κι έρχεται τώρα αργά να με αγκαλιάσει
    Δεν αρκεί ο πόνος όταν κι αυτός σε αποχαιρετά τελευταίος-
    Δεν φτάνει μια γουλιά από το άπειρο
    Όταν έχεις κεντήσει μέσα σου
    Όλα τα μικρά ξημερώματα που το απαρτίζουν
    Οι εκρήξεις δεν θα κοπάσουν ποτέ»
    [12.10.2015, Βόλος]
    (Γιάννης Βούλγαρης, απόσπασμα από άτιτλο ποίημά του)
    (Πηγή: http://www.poiein.gr/archives/31583/index.html)

    -Γιάννης Βαρβέρης, «ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΙ»

    «Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι
    μεγαλώσαμε και είμαστε
    πολύ πικραμένοι.

    Δεν μας παρηγορεί η υγεία:
    μια πλήξη πια
    υγιείς εμείς
    μόνο για να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.

    Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα
    Εχομε τόσα
    που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

    Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:
    μάς παραδίδονται αφειδώς
    γιατί το σφρίγος πάντοτε
    ποθούσε τη σοφία.

    Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
    Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ
    πικραμένοι.

    Αυτό μονάχα μάς παρηγορεί.»
    (Γ. Βαρβέρης, Στα ξένα, Κέδρος))

  3. 1. Μιὰ πίκρα

    Τὰ πρῶτα μου χρόνια τ᾿ ἀξέχαστα τἄζησα
    κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι,
    στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
    στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

    Καὶ κάθε φορὰ ποὺ μπροστά μου ἡ πρωτάνθιστη
    ζωούλα προβάλλει,
    καὶ βλέπω τὰ ὀνείρατα κι ἀκούω τὰ μιλήματα
    τῶν πρώτων μου χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι,

    στενάζεις καρδιά μου τὸ ἴδιο ἀναστέναγμα:
    Νὰ ζοῦσα καὶ πάλι
    στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
    στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

    Μιὰ μένα εἶναι ἡ μοίρα μου, μιὰ μένα εἶν᾿ ἡ χάρη μου,
    δὲν γνώρισα κι ἄλλη:
    Μιὰ θάλασσα μέσα μου σὰ λίμνη γλυκόστρωτη
    καὶ σὰν ὠκιανός ἀνοιχτὴ καὶ μεγάλη.

    Καὶ νά! μέσ᾿ στὸν ὕπνο μου τὴν ἔφερε τ᾿ ὄνειρο
    κοντά μου καὶ πάλι
    τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
    τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

    Κι ἐμέ, τρισαλίμονο! μιὰ πίκρα μὲ πίκραινε,
    μιὰ πίκρα μεγάλη,
    καὶ δὲ μοῦ τὴ γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
    τῆς πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ἀκρογιάλι!

    Ποιὰ τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
    καὶ ποιὰ ἀνεμοζάλη,
    ποὺ δὲ μοῦ τὴν κοίμιζες καὶ δὲν τὴν ἀνάπαυες,
    πανώριο ξαγνάντεμα κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι;

    Μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀμίλητη, μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀξήγητη,
    μιὰ πίκρα μεγάλη,
    ἡ πίκρα ποὺ εἶν᾿ ἄσβηστη καὶ μέσ᾿ τὸν παράδεισο
    τῶν πρώτων μας χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι.

    KΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Καημοὶ τῆς Λιμνοθάλασσας, 1912

    Κωστής Παλαμάς – Φοίβος Δεληβοριάς ~ Μια Πίκρα

    2. [Ανάμεσα σε δυο πικρές στιγμές…]

    Ανάμεσα σε δυο πικρές στιγμές δεν έχεις καιρό μήτε ν’ ανασάνεις
    ανάμεσα στο πρόσωπό σου και στο πρόσωπό σου
    μια τρυφερή μορφή παιδιού γράφεται και σβήνει.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Σχέδια για το καλοκαίρι

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    3. Οι πικροί άνθρωποι

    Οι όμορφοι άνθρωποι
    Έχουν το βλέμμα τους λίγο χαμένο.
    (Θα το έχετε προσέξει…)

    Πηγαίνουν να σκλαβωθούν
    Φορώντας πάντα τα καλά τους.
    Βγαίνουν το βράδυ με παρέες
    Και σιωπούν ή φλυαρούν πολύ.
    (Δεν μπορεί να μη το ξέρετε…)

    Αγοράζουν παχιές εφημερίδες
    Και τις τελειώνουν τόσο γρήγορα.
    Έχουν την τσαντίλα στην τσέπη
    Τους έρωτες στα όνειρα
    Τη «συγνώμη» στο μπροστά της γλώσσας.
    Στο στήθος τους χοροπηδούνε άλογα
    Τα πόδια τους τα χαϊδεύουν μαιμούδες
    Τ αυτιά τους γίναν φωλιές για κουκουβάγιες.
    Κάνουν τις εξομολογήσεις τους
    Και τις ακούει το στομάχι τους.

    Οι όμορφοι άνθρωποι
    Είναι αξιοπρεπείς:
    Ποτέ δεν παύουν να ζητούν.
    Είναι πρόστυχοι:
    Αναζητούν μάταια τα άκρα, που ξεφύγαν.

    Οι όμορφοι άνθρωποι
    Διψούν συνέχεια, στον ύπνο και τον ξύπνιο.
    Σιχαίνονται τις εκδρομές
    Ξέρουν το μέρος τους όλο και πιο λίγο,
    το ψάχνουν συνεχώς, μέσα απ΄ τις ίδιες διαδρομές.

    Τους όμορφους ανθρώπους
    Δεν τους ποθεί κανείς
    Τους αφήνουν άταφους σα φύγουν.
    -Κάποιοι μονάχα το ίδιο τρελοί
    Μυστικά,
    τους λατρεύουν

    Ν. Κυριακίδης

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    4. Πικρή Αλήθεια

    Υπάρχει μια πικρή αλήθεια στη ζωή, που ανακάλυψα
    ταξιδεύοντας ανατολικά και δυτικά.
    Οι μόνοι που πραγματικά πληγώνουμε
    είναι αυτοί που αγαπάμε περισσότερο.
    Κολακεύουμε όσους γνωρίζουμε ελάχιστα
    Ευχαριστούμε τον περαστικό επισκέπτη
    Ενώ χτυπάμε απερίσκεπτα
    όσους μας αγαπούν περισσότερο.

    Ella Wheeler Wilcox.

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    5. [ονόμασα την εποχή: πόνο]

    κοιμάμαι πάντα μ’ ανοιχτό παράθυρο
    ανάλογα την εποχή, ξυπνάω από τον ήχο της βροχής,
    τη πρωινή μυρωδιά που βγάζουν οι επιτάφιες βιολέτες,
    το τιτίβισμα των πουλιών ή απλά τον θόρυβο των αυτοκινήτων.
    σήμερα ξύπνησα, είπα “βρέχει”
    κι αναρωτήθηκα τι εποχή έχουμε

    μετά άκουσα ένα μακρινή γέλιο,
    ένα φτέρνισμα -κάποιος με θυμήθηκε
    κι ονόμασα την εποχή: πόνο

    Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας, Πόνος

    Τέλλος Φίλης

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    6. Το πιοτί του πόνου που πονώ

    σε κερνώ, ψυχή, για να μεθύσεις

    Τ’ άλικα τα ρόδα στο βουνό

    στο χλομό ξεψύχισμα της δύσης,

    ……………………………………………

    Του πιοτού του πόνου που πονώ

    -στην υγειά του κόσμου που θ’ αφήσεις-

    πιες και το ποτήρι το στερνό

    άμοιρη ψυχή, για να μεθύσεις.

    Φώτης Αγγουλές

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    7. ΠΟΝΑΩ

    Η κάθε μου σκέψη
    λάσπη στην πατούσα του χρόνου
    το κάθε μου σχέδιο
    χτυπημένο πουλί
    σ’ αυτοκινητόδρομο μίσους
    η κάθε σταγόνα του αίματός μου
    που ζωντανό απ’ τη φλέβα πετιέται
    φωνάζει ΠΟΝΑΩ
    ΠΟΝΑΩ σε μια χώρα
    ξένη άνυδρη μυτερή

    Πονάω σαν ινδιάνικο τραγούδι
    π’ ανήμπορο σχίζεται στις χαράδρες
    σαν τη σταγόνα της βροχής
    που κοπανάει στην πέτρα και πεθαίνει
    χωρίς κανείς να λυπηθεί

    Το κάθε μόριο του μυαλού μου
    φωνάζει ΠΟΝΑΩ, ΠΟΝΑΩ
    βαθιά ως το μεδούλι
    για ό,τι εγώ δεν έφτιαξα
    για ό,τι εγώ δεν έφταιξα
    για ό,τι εγώ πληρώνω.

    (Μαρία Λαέρτη )

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    8. Ανθοδέσμη

    Οπού συμμετέχουν φεγγάρια
    ο ουρανός είναι πιο γλυκός, σκεπάζει
    την πόλη
    καλόγνωμος και λυρικός.
    Καταλαβαίνω πως λείπεις.
    Η σημασία σου είναι η πίκρα μου.
    Όλες οι πίκρες μου είναι
    μια ανθοδέσμη
    με μαραμένα τριαντάφυλλα.

    ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    9. Το σπίτι του πονοκέφαλου

    Ξύπνησα μέσα στον πονοκέφαλο. Ο πονοκέφαλος
    είναι το δωμάτιο, όπου είμαι αναγκασμένος να μένω
    επειδή δεν έχω λεφτά να νοικιάσω κάπου αλλού.
    Πονάνε τα μαλλιά μου τόσο που γκριζάρουν. Πονά ως
    μέσα στον γόρδιο δεσμό, το μυαλό, αυτό που δεν ξέρει
    ποια κατεύθυνση να πάρει. Ο πόνος είναι ένα μισοφέγγαρο
    που κρέμεται μισοκοιμισμένο στον γαλάζιο ουρανό, το
    χρώμα χάνεται απ’ το πρόσωπο, η μύτη δείχνει προς τα
    κάτω, όλη η μαντική διχάλα στρέφεται προς τα κάτω, προς
    το υπόγειο ρεύμα: τον πόνο. Μετακόμισα σ’ ένα σπίτι που
    χτίστηκε σε λάθος μέρος, υπήρχε ένας μαγνητικός πόλος
    ακριβώς κάτω απ’ το κρεβάτι, ακριβώς κάτω απ’ το
    προσκεφάλι, και όποτε άλλαζε ο καιρός πάνω απ’ το
    κρεβάτι γινόταν βραχυκύκλωμα. Επανειλημμένα προσπαθώ
    να φανταστώ έναν θεσπέσιο χειροπρακτικό που με μια
    θαυματουργή λαβή τσιμπά τους αυχενικούς μου σπονδύλους,
    κάτι που μια για πάντα θα διορθώσει τη ζωή μου. Και δεν
    είναι ότι πονά στο ιδιωτικό μου κεφάλι μόνο. Το κακό
    συνδέεται μεταξύ άλλων και με τις διαπραγματεύσεις για
    ειρήνη στο Παρίσι, οι οποίες κατέληξαν σε «αδιέξοδο»,
    και η έκφραση «αδιέξοδο» προβάλλεται στην οθόνη εδώ
    μέσα. Μου προκαλεί λύπη επίσης το ότι τα γράμματα
    μένουν αναπάντητα, ότι χθες ήμουν θυμωμένος, ότι
    κατεδαφίζουν το παλιό άσχημο σπίτι για χάρη ενός πιο
    άσχημου. Όμως το σπίτι του πονοκέφαλου δεν είναι
    ακόμη ώριμο για διαγραφή. Πρέπει πρώτα να μείνω εκεί
    μια ώρα, δυο ώρες, μισή μέρα. Είπα πρώτα ότι ήταν
    δωμάτιο, αλλάζω μετά και λέω ότι είναι σπίτι, όμως
    το ερώτημα είναι αν δεν πρόκειται για ολόκληρη πόλη.
    Η κυκλοφορία είναι αμείλικτα αργή. Τα πρωτοσέλιδα
    φωνάζουν στα περίπτερα. Ένα τηλέφωνο χτυπά.

    Τούμας Τράνστρεμερ, μετάφραση Βασίλη Παπαγεωργίου

  4. Ciao Aggeliki!!!!…

    -«…είναι ένα φως γύρω μας και μέσα μας, που δε στερεύει.
    δε χωράει ο πόνος μες στο φως. Ας τον διώξουμε, θα τον διώξουμε.
    όπου κι αν ψάξεις είναι φως, το φως κερδίζει απ’ την αρχή τα χέρια μας.
    είναι άνοιξη πια, δε χωράει η πίκρα μέσα στο φως.
    Να λες: ουρανός· κι ας μην είναι»
    (απόσπασμα από το ποίημα «Σταγόνες φωτός και βροχής» του Γ. Ρίτσου)

    -«…να βγούμε από τον πόνο της πληγής μας,
    μαζεύοντας την πίκρα του κορμιού μας
    να βγούμε από την πίκρα του κορμιού μας,
    ρόδα ν’ ανθίσουν στο αίμα της πληγής μας….»
    (Γ. Σεφέρης, Η στέρνα)

    -Κωστής Παλαμάς, «Τὸν πόνο σου…»

    Τὸν πόνο σου ἐδῶ πέρα μὴ τὸν παρατᾶς,
    μὲ μιὰ φροντίδα μητρικὴ ταξίδεψέ τον,
    ὅπου ζωή, ὅπου ὄνειρο, στὰ μακρινὰ καὶ στὰ ψηλά·
    καὶ πήγαινέ τον ὕστερα καὶ ριζοφύτεψέ τον
    ἐκεῖ στὴ χώρα τὴν κατανάκρη τοῦ ἀμίλητου·
    στὰ μάτια του συμμάζωξε καὶ θάψε τὴ φωνή του,
    κι ἀνίσως δὲ βαστάξουνε τὰ μάτια του καὶ κλείσουνε,
    κλεῖσε κ᾿ ἐσὺ τὰ μάτια σου καὶ πέθανε μαζί του.
    (Ἡ ἀσάλευτη ζωή, 1904, Ἅπαντα, τόμ. Γ´)

    -Μανόλης Αναγνωστάκης, «Στον Νίκο Ε… 1949»

    «Φίλοι
    Που φεύγουν
    Που χάνονται μια μέρα
    Φωνές
    Τη νύχτα
    Μακρινές φωνές
    Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
    Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
    Ερείπια
    Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες

    Εφιάλτες,
    Στα σιδερένια κρεβάτια
    Όταν το φως λιγοστεύει
    Τα ξημερώματα.
    (Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)»
    (Παρενθέσεις 1949)

  5. Με ένα λατρεμένο -για μένα- τραγούδι,
    βάζω κι εγώ το λιθαράκι μου φίλοι μου 🙂
    Τρία ιερά τέρατα μαζί σε ένα βίντεο…
    Στίχοι: Γκάτσος Μουσική: Χατζιδάκις Εικόνα: Αγγελόπουλος

  6. Γιάννη, δεν είχα προσέξει το πρώτο βίντεο,
    αν κι αυτό εδώ έχει και Αγγελόπουλο κι είναι
    μια ακόμα άποψη. Καλό βράδυ παιδιά 🙂

  7. …Ma ‘sai kala, Petra!!!…Eyxaristoume, kalo vrady episis!!!!

    -Κώστας Ριζάκης, «Ο πόνος της αυγής»

    «μ’ αρνήθηκες-
    κι έβρεχε σήμερα συχνότερ’ από χτες
    στάλες δακρύων πορφυρή θολούρα τώρα
    στα μάτια μου υγρά που πείνασαν το πώς
    στο κρέπι τής απόρριψης φτηνό ζωής κεντίδι
    το είδωλό σου έβλεπα διπλά αλλοιωμένο
    στην καταχνιά να σήπεται δόξα να ’χει στο φως
    στη μαγγανεία τού έρωτα και πάλι απελπισμένο.
    κι έτρεξε έτρεξε ρονιά ο πόνος τής αυγής
    (το μυστικό μου ράγισμα η στέρνα της αγάπης)
    μα ένας αγέρας σάρωνε το αίμ’ από τη γης
    -δίλημμα της δειλής στιγμής κακό ’νειρο κι αντάρα-
    να μη ριζώνει τ’ άδικο στης αρνησιάς την πίκρα!»
    (http://porfyras.com/)

  8. 1. ΥΠΟΘΗΚΑΙ

    Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,
    μπορούνε με χίλιους τρόπους.
    Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,
    όταν ακούσεις ανθρώπους.
    ………………………………
    KΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, απόσπασμα

    ************

    2. ΘΑΝΑΤΟΙ

    …μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
    τον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπου
    μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
    τον Πόνο των Πραγμάτων και του Ανθρώπου.

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, απόσπασμα

    ************

    3. ΣΑΝ ΕΡΘΕΙ Ο ΠΟΝΟΣ

    “Σαν έρθει ο πόνος να σε βρει
    να τον δεχθείς παλικαρίσια.
    Στάσου λεβέντης σαν τη δρυ
    τη λαμπαδόκορμη, την ίσια.

    Δώρο δικό σου ‘ναι κι ο πόνος
    δώρο δικό σου απ’ τ’ ακριβά.
    Και φτάνω να σ’ ευγνωμονώ
    γι’ αυτές τις ώρες που πονώ.”

    Γ. ΒΕΡΙΤΗΣ

    *************

    4. ΤΡΙΖΟΝΙΑ

    …Kι εγώ πονώ κι’ εσείς πονείτε
    μα δε φωνάζουμε και μήτε
    καν ψιθυρίζουμε, γιατί

    η μηχανή είναι βιαστική
    στη φρίκη και στην καταφρόνια 20
    στο θάνατο και στη ζωή,

    Tο σπίτι γέμισε τριζόνια.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, απόσπασμα

    *******************

    5. Ένας γέροντας στην ακροποταμιά
    Στὸν Νάνη Παναγιωτόπουλο

    …Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε κατὰ ποῦ προχωροῦμε,
    ὄχι καθὼς ὁ πόνος μας τὸ θέλει καὶ τὰ πεινασμένα παιδιά μας
    καὶ τὸ χάσμα τῆς πρόσκλησης τῶν συντρόφων ἀπὸ τὸν ἀντίπερα γιαλό•
    ………………………………………………………………………………………………………
    Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο γιὰ νὰ πονοῦμε γι’αὐτὸ συλλογίζομαι τόσο πολύ, τοῦτες τὶς μέρες, τὸ μεγάλο ποτάμι
    αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ προχωρεῖ ἀνάμεσα σὲ βότανα καὶ σὲ χόρτα
    καὶ ζωντανὰ ποὺ βόσκουν καὶ ξεδιψοῦν κι ἀνθρώπους ποὺ σπέρνουν
    καὶ ποὺ θερίζουν
    καὶ σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν νεκρῶν.
    Αὐτὸ τὸ ρέμα ποὺ τραβάει τὸ δρόμο του καὶ ποὺ δὲν εἶναι τόσο διαφορετικὸ
    ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀνθρώπων
    κι ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα χωρὶς
    τὸ φόβο μὲς στὴν καρδιά τους,
    χωρὶς τὴν καθημερινὴ τρεμούλα γιὰ τὰ μικροπράματα ἢ ἔστω
    καὶ γιὰ τὰ μεγάλα•
    ………………………………………………………………………………………………………………
    Γιώργος Σεφέρης, απόσπασμα, Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «Ποιήματα» 20η ἔκδοση, ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, Ἀθῆναι 2000.

    Mercedes Sosa – Solo le Pido a Dios

    6. ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΖΗΤΑΩ

    Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
    ο πόνος να μη μου είναι αδιάφορος.
    Ο στεγνός θάνατος να μη με βρει
    άδειο και μόνο χωρίς να έχω κάνει αρκετά.

    Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
    το άδικο να μη μου είναι αδιάφορο.
    Να μη μου χαστουκίσουν και το άλλο μάγουλο
    μετά από μια δαγκάνα που γρατσούνισε την τύχη μου.

    Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
    ο πόλεμος να μη μου είναι αδιάφορος.
    Είναι ένα μεγάλο θηρίο που πατάει βαριά
    όλη τη φτωχή αθωότητα του κόσμου.

    Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
    η απάτη να μη μου είναι αδιάφορη.
    Εάν ένας προδότης μπορεί περισσότερα από μερικούς
    αυτοί οι μερικοί να μην το ξεχάσουν εύκολα.

    Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
    το μέλλον να μη είναι αδιάφορο.
    Απελπισμένος είναι αυτός που πρέπει να φύγει,
    να ζήσει σε έναν άλλο πολιτισμό.

    Το μόνο που ζητάω απ’ το θεό είναι
    ο πόλεμος να μη μου είναι αδιάφορος.
    Είναι ένα μεγάλο θηρίο που πατάει βαριά
    όλη τη φτωχή αθωότητα του κόσμου

    Μερσέδες Σόσα, μετάφραση: Μαρία Ροσάριο Λαθκάνο

    **************************

    7. Ο ΥΠΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΟΣ

    Το μόνο που στεριώνει
    Μετά το πέρασμα του
    Ύπνου
    Είναι ο
    Πόνος.

    Κανείς
    δεν μπορεί
    Του πόνου να
    Ξεφύγει.

    Όλγα Ντέλλα – ΑΚΟΣ ΨΥΧΗΣ

    *****************

    8. ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ

    Όταν ο πόνος
    Αρχίσει να
    Υπάρχει
    Έχει ήδη
    Μπει
    Στη φάση της
    Μνήμης.

    Και αυτό είναι και το πιο
    Ελπιδοφόρο.

    Ότι τη στιγμή που γεννιέται
    Αρχίζει ένας αγώνας
    Να υποσκαφτεί
    Και να λησμονηθεί.
    Να σωθεί
    Ο καθείς
    Μέσα
    Στη μνήμη του πόνου
    Κι όχι μέσα στον ίδιο τον πόνο
    Ή το αιματοκύλισμά του.

    Η συντριβή πάντως
    Και στις δύο περιπτώσεις
    Είναι αναπόφευκτη.

    Μόνο που στην πρώτη
    Η ελπίδα
    Καταλαμβάνει τη θέση
    Του χαμού.
    Κι ο χαμός παύει να υπάρχει.
    Αυτοκαταργείται.

    Όλγα Ντέλλα – ΑΚΟΣ ΨΥΧΗΣ

    ********************

    9. ΠΑΝΔΑΜΑΤΩΡ

    Ο πόνος έχει πολλά πρόσωπα.
    Διαλέγεις το δικό σου.
    Ερήμην σου εν μέρει.
    Σου επιβάλλεται.
    Κι ύστερα ζεις μ΄ αυτό.
    Και το αντέχεις.
    Και απορούμε όλοι πώς και το δαμάζεις.

    Όμως τίποτα σχετικό δεν συμβαίνει.
    Μόνο υιοθετείς το πρόσωπο που σου ΄χει επιβληθεί.
    Το πρόσωπο του πόνου.
    Και συμπορεύεστε.
    Ποιος θα νικήσει.

    Άνισος μακροχρόνιος αγών μοναχικός.
    Μακρύς ο δρόμος κι οι αποσκευές ελάχιστες.
    Ο πόνος και μόνο αυτός.
    Παντοκράτορας και γητευτής.

    Όλγα Ντέλλα – ΑΚΟΣ ΨΥΧΗΣ

  9. Πολύ ωραία, Αγγελική!… Grazie mille!!!

    -Γιάννη Ρίτσου, «Αναφυλλητό. V»
    Ένας κήπος, ένα φεγγάρι
    ένα πουλί από φεγγάρι
    σε φωνάζουν. Έλα.
    Τα φύλλα ξεχάσανε το χρώμα τους.
    Μην αργείς.
    Σταχτί χρώμα, σταχτιά σκέψη,
    ξεχνάω να δω, ξεχνάω να πάω
    — πού πάω;
    Φωτεινούλα
    πολύ περηφανεύτηκα
    πολύ,
    είπα:
    ορίζω τη ζωή μου
    ορίζω το θάνατο.
    Κοίτα
    τίποτα δεν ορίζω.
    Ούτε ένα νύχι
    δεν είμαι πιο ψηλός
    απ’ το μερμήγκι.
    Αχ, πίκρα: η πίκρα
    με σμίγει πάλι
    μ’ όλο τον κόσμο
    να κλαίω, να κλαίω
    με τους φτωχούς
    τους πεινασμένους
    τους πικραμένους
    να κλαίω, να κλαίω
    από τη πείνα
    της αγάπης.
    Αχ, Φωτεινούλα,
    μικροί-μικροί
    ταπεινωμένοι
    που ‘ναι κ’ οι στίχοι,
    πικρά-πικρά
    που κλαίνε οι στίχοι,
    μπροστά στα πόδια σου.
    Ντρέπομαι τούτο το χαρτί,
    τα λόγια ντρέπομαι,
    ντρέπομαι το ποτήρι το νερό
    ντρέπομαι που διψάω
    ντρέπομαι που πίνω,
    κλαίω,
    ντρέπομαι που κλαίω.
    Κι αχ, αγαπάω τον πόνο μου,
    ό,τι από σένα το αγαπάω.
    Δεν ξέρω.
    Κλαίω.
    Δε θέλω.
    Το κλάμα λυώνει την καρδιά
    λυώνει τη πίκρα.
    Όχι.
    Θέλω τον πόνο ολόκληρο
    όρθιο τον πόνο
    πέτρινο
    όρθιο κι ακέριο.
    Μη φύγεις.
    (Από τη συλλογή Υδρία, 1957-1958)
    [πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-1960, τ. Β΄, Εκδόσεις «Κέδρος»]

    -Κι ένα ποίημα ενός παιδικού μου φίλου και συγχωριανού μου:

    -Γιώργος Κουλουκτσής, «Τα παιδιά του πόνου»

    «Φωνές παιδιών χαρούμενα που παίζουν
    ακούγονται μέσα στο δρόμο της ζωής,
    φωνές παιδιών ακούραστων που τρέχουν
    παίζουν κρυφτό, κυνηγητό, ανέμελα χωρίς τον πόνο της ψυχής
    μα κάπου εκεί κοντά άλλα παιδιά
    με πρόσωπα χλωμά γεμάτα δυστυχία,
    μέσα σε υπόγεια εργαστήρια κλειδωμένα,
    δεν παίζουν, μα τρέχουν, τρέχουν για τον αγώνα της ζωής,
    κάνουν θηλιές χαλιών και κάθε είδους εμπορευμάτων εκλεκτών,
    για να προφυλάξουν το βαλάντιο των πλούσιων Δυτικών.
    Δάκρυα κυλούν από τα θολά ματάκια των υπόγειων μικρών,
    καθώς ακούν φωνές ακούραστων παιδιών
    που τρέχουν, τρέχουν μέσα στο δρόμο της ζωής.
    Ίσως να έχουν διαισθανθεί ότι τα χρόνια αυτά τα παιδικά γι αυτά έχουν χαθεί,
    για χάρη μερικών ασυνείδητων και πλούσιων υλιστών.»

  10. Εκδοχή 1.
    ΑΝ ΜΠΟΡΩ

    Αν μπορώ να σταματήσω
    μια καρδιά που πάει να σπάσει
    δεν θα ζήσω μάταια.

    Αν μπορώ να απαλύνω
    μιας ζωής την Οδύνη
    Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο
    Ή να βοηθήσω
    ένα μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη
    να μπει ξανά μες στη Φωλιά του
    δεν θα ζήσω μάταια.

    EMIΛΙ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, 44 ποιήματα και 3 γράμματα, επιλογή-μετάφραση-σχολιασμός-επίμετρο Ερρίκος Σοφράς, Το Ροδακιό 2005.

    Εκδοχή 2.

    Αν σταματήσω μια Καρδιά που πάει να σπάσει

    Δεν ήρθα μάταια στη ζωή
    Αν απαλύνω κάποιου την Οδύνη
    Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο

    Ή βοηθήσω τον μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη
    Να μπει ξανά μες στη Φωλιά
    Δεν ήρθα μάταια στη ζωή.

    Ποίημα από τον τόμο Emily Dickinson, Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά: Ποιήματα και επιστολές,
    ανθολ.: Λιάνα Σακελλίου – μτφρ.: Λιάνα Σακελλίου, Αρτεμις Γρίβα, Φρόσω Μαντά, Gutenberg 2013

    ΥΓ. Εν αναμονή του επόμενου θέματος…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: