Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (124ο): «Φωτογραφία»…

-«Mία φωτογραφία ζει, έχει ολόκληρη δική της δράση, συνυφασμένη με τη ζωή του θεατή, όπως ένα φλουρί, ένα κρύσταλλο, ή ένα γάντι»
(Ανδρ. Εμπειρίκος)

-«…ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΚΑΛΛΟΥΣ
Φοβηθείτε
αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του ωραίου
ή αν όχι τότε μια που ζούμε στον αιώνα της φωτογραφίας
ακινητήσετέ το: αυτό που δίπλα μας
ολοένα μ΄ απίθανες χειρονομίες δρα:
το Ασύλληπτο!…»
(Ο. Ελύτης, Μαρία Νεφέλη»

-Κική Δημουλά, «Φωτογραφία 1948»
«Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.
Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ό,τι προειδοποιούμαι γι’ αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.
Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνετ’ άπ’ τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.
Το βλέμμα βυθισμένο στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου πέρασε πίστη κάποτε.
Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφος μου ή καταδότης.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασ’ επάρκεια κάποτε.
Συ δε φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να ‘χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως οπού να ‘ναι έρχεσαι.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε.»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

-Γιάννης Ρίτσος, «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού»
(απόσπασμα)

«ΦΩΝΑΞΑΜΕ τον πλανόδιο φωτογράφο που πέρναγε το πρωί στον
κάμπο.
Κάτσαμε κάτου απ’ τις αμυγδαλιές, βάλαμε στη μέση τη γιαγιά και
τον παππού και σφίγγαμε τα χείλια μη γελάσουμε καθώς κοιτούσαμε το
στρογγυλό τζαμάκι που ‘μιαζε με το μάτι της νυσταγμένης αγελάδας.
Στην φωτογραφία δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά λουλούδια, πεταλούδες
και ήλιος.
Γέλασε κι η γιαγιά μαζί με τον παππού γιατί δεν είμαστε παρά
λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος…»
(Γιάννης Ρίτσος, «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού», Κέδρος)

-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ, «Έτσι»

«Στην άσεμνην αυτή φωτογραφία που κρυφά
στον δρόμο (ο αστυνόμος να μη δει) πουλήθηκε,
στην πορνικήν αυτή φωτογραφία,
πώς βρέθηκε τέτοιο ένα πρόσωπο
του ονείρου· εδώ πώς βρέθηκες εσύ.

Ποιος ξέρει τι ξευτελισμένη, πρόστυχη ζωή θα ζεις·
τι απαίσιο θα ’ταν το περιβάλλον
όταν θα στάθηκες να σε φωτογραφήσουν·
τι ποταπή ψυχή θα είν’ η δική σου.
Μα μ’ όλα αυτά, και πιότερα, για μένα μένεις
το πρόσωπο του ονείρου, η μορφή
για ελληνική ηδονή πλασμένη και δοσμένη —
έτσι για μένα μένεις και σε λέγ’ η ποίησίς μου.»
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

-Χλόη Κουτσουμπέλη «Η φωτογραφία»

«Ενώ είμαστε μαζί αγκαλιασμένοι
(απόδειξη το χέρι σου στην πλάτη μου)
φυσάει αγέρας, φορώ ένα γκρι παλτό,
φύλλα στροβιλίζονται και πέφτουν
«για πάντα δικός σου», ψιθυρίζεις
ενώ στο φόντο πίσω φαίνονται τα κάρβουνα
τα λευκά άλογα
ο λάκκος με τους νεκρούς
το δέντρο με τα κεφάλια στα κλαδιά
η σιωπηλή διαδήλωση στους τάφους
οι άνθρωποι με τα κεριά
που πενθούνε βουβά
ενώ βρέχει σκοτάδι,
κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν,
από τη φωτογραφία
χάνεται το πρόσωπό σου
κι αυτή η απώλεια,
τόσο μικρή μέσα στο νεκρικό Σύμπαν
που μας τυλίγει,
αυτή ακριβώς η ασήμαντη απώλεια
είναι που προσδίδει στην φωτογραφία
την αναντικατάστατη αξία
του οριστικά χαμένου.»
(Πηγή: https://greekpoems.wordpress.com/)

-Ανδρέας Εμπειρίκος, «Ο Φωτοφράκτης»

«Οι ώρες μέσα απ’ τους ιριδισμούς και τα παιχνίδια ρέουν, όπως ανάμεσα στα πολυτρίχια τα διαυγή νερά. Και ο ρεμβασμός με τα κλειδιά του ανοίγει ορίζοντες, που απλώνουν και αδιακόπως μεγαλώνουν, σαν κύκλοι πέτρας που έπεσε σε επιφάνειαν αδιατάρακτη από πράξεις φθαρτές και νόθες. Όρθρος η ώρα η πρώτη. Πίσω της, η λαγαρή πρωία, με δείκτες ρόδινους που γρήγορα (θα πω, ανέλπιστα σχεδόν) γυρίζουν και χρυσίζουν. Ένας φακός με απίστευτον φωτοφράκτη αρπάζει την πιο γοργή στιγμή και την απλώνει στην επιφάνεια μιας πλάκας λείας, ευαισθησίας εξαισίας.
Και τώρα που άνοιξε και έκλεισε ο φωτοφράκτης σαν μάτι αδέκαστο και συνελήφθη ο χρόνος, ο ρεμβασμός αυξάνει την ζωή και δίδει στην κάθε εικόνα την κίνησι και την ευελιξία που φέρνει από τα βάθη μιας πηγής (της ιδικής του) ζεστό το πιο κρυφό της νόημα. Και ιδού που μεταλλάσσει πλήρως την εικόνα? από μια στατική στιγμή (ας πούμε καρφωμένη) την μετατρέπει σε πολυκύμαντον χορόν ωρών και πλαστικών σωμάτων ευρυθμίας, σε οντοποίησιν απτήν και ασπαίρουσαν παντός οράματος, πάσης ευθυμίας.»
(Από τη συλλογή Οκτάνα, Ίκαρος)

-Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Ὁ Φωτογράφος»

(Αφιερωμένο στο φίλο Dato…)

«Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
σ᾿ αὐτὰ ἐδῶ τὰ μερὴ
ὁ φωτογράφος θά ῾πρεπε
νὰ ἤτανε ξεφτέρι
νά ῾ταν τεχνίτης, μερακλὴς
κι ἀπ᾿ ὀμορφιὰ νὰ ξέρει.

Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
ἂς ἤμουν φωτογράφος
νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ
μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος.

Νά ῾ρχοντ᾿ ὀμορφοκόριτσα
καὶ λαϊκὲς παρέες
νὰ παίρνουν πόζες ὄμορφες
καμαρωτὲς κι ὡραῖες
γιὰ εἰκοσιτετράωρες
καὶ ἑβδομαδιαῖες.»
(Πηγή: http://3feeet.blogspot.gr/2011/01/blog-post_1097.html)

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (124ο): «Φωτογραφία»…

  1. Φίλε Γιάννη, ξεκινάω με τους σπαρακτικούς στίχους του Ευσταθιάδη για τον πρόωρα χαμένο γιο του:

    1. «ΟΣΟ ΠΕΡΝΑΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ»

    Όσο περνάει ο καιρός, τόσο λιγότερο σου μοιάζουν οι φωτογραφίες. Τι να
    διαφυλάξουν τα ερείπια του χαρτιού και τι να ανασυνθέσουν τα θραύσματα από τις
    χιλιάδες κουκκίδες των εικόνων, που δημιουργούν με παρρησία το περίγραμμά
    σου μόνο…
    Ώρες και ώρες διαλέγομαι μ’ ένα παρελθόν χαρτί και δε σε βρίσκω. Ζητώ να μου ξανατυπώσουν τ’ αρνητικά με νέες μεθόδους, ν’ αλλάξουν το κάδρο, να ζουμάρουν
    στην ασήμαντη λεπτομέρεια- να μεγεθύνουν το ανυποψίαστο – δεν είσαι εσύ…
    Δοκίμασα το ματ που μαλακώνει την αιχμηρότητα του αντικατοπτρισμού, το
    γυαλιστερό που παραμυθεί την πλάνη – δεν είσαι εσύ…
    Δοκίμασα το δισταγμό του ασπρόμαυρου – δεν είσαι…
    Α, ευρυγώνιοι και τηλεφακοί ιαπωνικοί, ακριβά μηχανήματα ακριβείας, κανένα κλικ σας δεν μπορεί να δώσει αντιπαροχή ένα χαμόγελο στην αθανασία.
    «Δυο απ’ αυτήν, δυο απ’ αυτήν, τρεις απ’ αυτήν, κι απ’ αυτές μία και μία» είπα στον
    φωτογράφο.
    Όμως δεν εννοούσα τις φωτογραφίες. Ήθελα μόνο τις στιγμές.

    «Θα μεγαλώνεις άραγε μες στις φωτογραφίες;
    Θ’ ανανεώνεις τα ρούχα σου σύμφωνα με τις επιταγές;
    Θ’ αλλάζεις τα χρώματα ανάλογα με τη μόδα;
    Θ’ αποκτήσεις ρυτίδες;
    Περιττά κιλά…;
    Θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά σου;
    Κι’ αν κάποτε πεθάνεις;»

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ, ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΦΙΛΙΑ

    Στη Μνήμη Μιας Παλιάς Φωτογραφίας

    2. Σπουδή πάνω σε μία φωτογραφία

    Κάθονται οι δυό τους στο γύρο του πηγαδιού.
    Πρώτη φορά δεν είναι που ο ήλιος
    φωτίζει απ’ αντίκρυ, δυό πρόσωπα, δυό
    διαβάτες του κόσμου.

    Ωστόσο,
    δεν ξέρω γιατί,
    αυτό το αμοιβαίο χαμόγελο ίσως,
    αυτές οι ροδιές και το πράσινο, ίσως η ώρα,
    θαρρείς πως αυτό ποτέ δεν ξανάγινε πως
    το ίδιο πράγμα, τόσο χαρούμενο
    δεν ζωγραφίστηκε άλλη φορά
    σε τούτο τον κόσμο-

    Αυτή η σιωπή,
    αυτή η γαλήνη, αυτή προπαντός
    η αγάπη.

    Γελούν
    τα χείλη στις άκρες τους.
    Κυλούν οι πτυχές του ρούχου τους μέρα.
    Νομίζει κανείς πως είναι μια εικόνα
    μέσα σε πλαίσιο. Τι φως από μέσα τους
    βγαίνοντας πλέκει γύρω τους κάτι
    σαν ηλιοστέφανο.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, Από το ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, 1961

    3. Γαμήλια φωτογραφία
    μνήμη Κώστα Ταφυλη

    Η πεθαμένη θειά μου στ’ άστρα
    κι ο μπάρμπας στο βυζί
    έφραξαν πέρυσι οι εσωδρόμοί του
    βασίλεψε στην πίσσα

    ‘28- χρονιά ξεθυμασμένη.

    Σε λέγανε Θανάση τότε
    Θανάση σ’ έλεγαν ακόμα.
    Ποιος έγραψε τα ύστερα
    κι ετύλιξε βαμπάκια το κορμί σου;

    ‘28 -χρονιά ξεθυμασμένη

    λέπι στο νύχι
    μαύρο νερό.

    Αχνίζω όταν ακούω
    τα κουπιά
    ν’ ανοίγουν δρόμο
    να ξεχύνεται η νύχτα

    Χειμώνας 1981 -ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΡΑΒΟΣ

    4.
    II
    Σὲ τούτη τὴ φωτογραφία ἤμουνα νέος κοντὰ 22
    χρονῶ. ἐδῶ εἶναι ἡ γυναῖκα π᾿ ἀγαποῦσα: ἡ
    γυναῖκα μου
    Τὴ λέγανε Μάρθα· ἔσφιγγε τὸ γιό μου μὲ λαχτάρα
    στὴν ἀγκαλιά της
    Δὲ μοῦ ῾πε: «χαίρομαι ποὺ πᾶς νὰ πολεμήσεις».
    Ἔκλαιγε σὰν ἕνα μικρὸ κοριτσάκι.
    Κι ἐδῶ κάποιο σπίτι παλιὸ μ᾿ ἕναν κῆπο στὴ μέση
    καὶ μ᾿ ἄνθη…
    …Θυμᾶσαι ὅταν ἤμασταν παιδιὰ εἴχαμε ἕνα ξύλι-
    νο ἄλογο καὶ μία γυαλιστερὴ τρομπέτα
    Τὰ βράδια ξαγρυπνούσαμε στὰ βιβλία μὲ τὶς ἀρ-
    χαῖες ἡρωικὲς ἱστορίες
    Τὸν ἀθῷο μας ὕπνο τυράννησαν οἱ ἀντίλαλοι τῶν
    φημισμένων πολεμιστῶν
    Ὕστερα τὰ ξεχάσαμε ὅλα αὐτὰ σὲ μία γωνιὰ γε-
    λώντας γιὰ τὰ παιδιάστικα καμώματα.
    Ἴσως αὔριο μιὰ τόση τρυπίτσα μοῦ χαράξει τό μέ-
    τωπο
    Ὢ μία τρυπίτσα ποὺ χωρᾷ ὅλο τὸν πόνο τῶν ἀν-
    θρώπων
    Ποιὸς εἶμαι; Ποῦ βρίσκομαι; Σκίστε τὰ ροῦχα
    μου ἐδῶ μπροστὰ στὸ στῆθος
    Ἴσως θὰ βρεῖτε ἀκόμα τ᾿ ὄνομά μου σκαλισμένο.
    Ποιὸς τὸ θυμᾶται;
    Ψάξτε τὰ ροῦχα μου ἀκόμα… Ἐδῶ ἤμουνα νέος
    22 μόλις χρονῶ
    Κι ἐδῶ μιὰ γυναῖκα ποὺ σφίγγει μὲ λαχτάρα ἕνα
    παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της.
    (Ἔκλαιγε ἀλήθεια ὅταν ἔφευγα σὰν ἕνα μικρὸ κο-
    ριτσάκι).
    MANOΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

    Μια παλιά φωτογραφία, Διονύσης Θεοδόσης

    5.
    I.

    Φωτογραφία
    Δολοφονία της κίνησης.
    Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι
    Να σταματήσει ὁ χρόνος.
    TAKHΣ ΜΕΝΔΡΑΚΟΣ

    6. Φωτογραφία

    Δώσε έναν κόκκο ειρήνης να απολαύσεις
    ένα βουνό δικαίωση
    σαν κόκαλο αιωρούμενο σε σκύλο η αγάπη
    που δείχνει τα δόντια της.

    Εγώ ξεκρέμασα τη ζωή μου από κάθε προοπτική
    πέταξα τα μανταλάκια απ’ το σύρμα
    τελευταία νότα της αληθοσύνης: η αθωότητα
    ενυπάρχουσα στο άπειρο ο χρόνος
    απορρυθμίζει
    σχηματίζει μέσα του
    το αμάρτημα:
    τη φοβερή διαιρετότητα.

    Ζούμε θα πει αλητεύουμε στους αμέτρητους ίμερους
    αλητεύουμε στα σώματα των απέραντων γυναικών
    αλητεύουμε στη μιλιά μας
    αλητεύουμε στην πείνα και στην ακάλεστη δίψα.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    7. Η φωτογραφία

    Περισσότερο κι απ’ τα γραφτά του
    -ακόμη και τα πολύ προσωπικά-
    φαίνεται να μιλάει γι’ αυτόν,
    τούτη η παλιά,
    ασπρόμαυρη φωτογραφία.
    π’ αδύνατος,
    με κοντό παντελονάκι,
    κοιτάζει φοβισμένα το φακό,
    κολλημένος πάνω στον πατέρα του.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    8. ΟΜΑΔΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

    Τί θέλεις ἐσὺ στὴ φωτογραφία–
    τὰ πρόσωπα ἐκεῖ
    εἶναι ὅλα φωτεινά,
    παίζει τ’ ἀκορντεὸν
    κι ἡ φύση ψάλλει·

    μόνο ἐσὺ εἶσαι σκοτεινός,
    ἀγέλαστος καὶ σκοτεινός,
    τόσο ἀγέλαστος καὶ σκοτεινὸς

    π’ ἀρχίζει στὴ φωτογραφία νὰ βραδιάζει.
    XΡIΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    9. [Κι ύστερα βγήκαμε μια ωραία φωτογραφία]

    Ήρθανε πρώτα,
    Δεύτερα,
    Τριακοστά ξαδέλφια

    Κάτι συμπέθεροι με πι,
    Κόσμος να δεις – πήραμε
    Και καρέκλες απ΄ τη γειτονιά

    Κόρναρε ο σκούρος με την Πάραλο
    – άντε να φύγουμε μανδάμ,
    ταράχτηκες – ντροπή, ντροπή φώναζαν
    κάτι μακρινοί, έγινε θέμα

    πέντε και κάτι,
    ψόφιοι απ΄ την
    κούραση, που λες,

    μας πήρε ο ύπνος

    Γλυκερία Μπασδέκη, [απ΄τη συλλογή «σύρε, καλέ την άλυσον»,
    που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bibliotheque]

    Η φωτογραφία – Λουκιανός Κηλαηδόνης

    10. «Φωτογραφία του τέλους»

    Εδώ φωτογραφία είναι του τέλους
    η θάλασσα γαληνεμένη ο ήλιος δύει
    χρυσίζουν τα νερά λόφοι χαριτωμένοι
    κι αυτός ας πούμε εσύ να τα μαζεύεις
    τα σύνεργα της γραφικότητας και πάλι
    στο δρόμο πίσω σπίτι φιλαράκια
    ουζάκια στην αυλή ψάρια στη θράκα
    του δειλινού τραβώντας την αυλαία
    παρατυχών Τραπεζικός και Ποιητής

    Πλην της σκιάς σου αυτής που πάει
    στα σίγουρα με το κεφάλι προς τα κάτω
    σαν κάτι εκεί να ξέχασε να πάρει
    ή κάποιος να της νεύει απ’ το σκοτάδι
    από αυτούς που δεν σηκώνουνε κουβέντα
    μια προσημείωση κρυφή για τα ως άνω
    και να μη μένει αφωτογράφιστο και τ’ Άλλο
    κάτι η Μαύρη Θάλασσα των Στεναγμών
    και προπαντός ο Εύξεινος ο Πόνος

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ, Ακτή Καλλιμασιώτη (σ. 42)

    11. (Η φωτογραφία)

    Κι ο ουρανός το καλοκαίρι κι η ξαφνική βροχή
    η σχεδόν τυχαία επίπλωση στο δωμάτιο
    συμμετέχουν στη μετάθεση του χρόνου
    μαζί με τη φωτογραφία της μορφής σου
    και το χαμόγελό σου τώρα ένα αίνιγμα
    από το βυθό της παντοτινής θάλασσας.
    Αν υπάρχεις είναι γιατί έχεις λησμονηθεί.

    ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ

    12. Φωτογραφίες και βιογραφίες

    Τα ερωτικά μας όνειρα συντηρήθηκαν
    από τις αμετάβλητες φωτογραφίες
    των γυναικών που είχαμε αγαπήσει.
    Τα πολιτικά μας όνειρα νικήθηκαν
    απ’ τις μεταβαλλόμενες βιογραφίες
    των ηγετών που κάποτε μας είχαν πείσει.

    Τίτος Πατρίκιος -Από την ποιητική συλλογή Συγκατοίκηση με το παρόν, Κέδρος, 2011

    13. Φωτογραφία εν κινήσει. Με πολύ μαύρο. Σε καμιά ημερομηνία γνωστή. Σαν ν΄ αφουγκράζομαι κάτι αδιανόητο.

    Προχωρώ.
    Μετατοπίζεται με κόπο ο βαρύς αέρας.
    Ακατάπαυστα.
    Λαβαίνουν οι σκιές σχήματα ιδεών.
    Άγνωστα είδη, σαρκοφάγα –
    Πρέπει να βιαστώ.

    Κρύο Σαββάτου, ξημερώνοντας Τετάρτη,
    Οσμή Παρασκευής, κακό σημάδι.
    Νύχτες σε κύκλο, συνεχόμενες
    Και ανοιχτές στον κάτω κόσμο.
    Τέλος του χρόνου. Πρέπει να βιαστώ
    Να παραδώσω το γραφτό μου.

    Πρέπει να βιαστώ. Όλο πιο δυνατά
    Ακούγεται,
    Όλο πιο δυνατά,
    Να κλαίει με λυγμούς ένα παιδί
    Πεσμένο μπρούμυτα στο παρελθόν.

    Παυλίνα Παμπούδη, από τη συλλογή Το μαύρο άλμπουμ, 1999

    Ελευθερία Αρβανιτάκη – Γελαστή φωτογραφία

    14. Φωτογραφία

    Ακίνητη μείνε με χαμόγελο ημέρας
    κοιτώντας ευθεία στην καρδιά μου.
    Εγώ θα έχω τον νου μου στο όνειρο
    μην πάρει φως και γίνει χρόνος
    και χαθείς.

    Διονύσης Καρατζάς, από τη συλλογή Ταξίδια εσωτερικού, 2009

    15. ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΣΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
    Στόν Σ.Π.

    Γιατί ψυχή μου δέν τόν ἐρωτεύεσαι;

    Θά περνᾶς ὡραῖα μέσα σου
    κανείς δέν θά σέ σκουντάει
    τή θέση νά σοῦ πάρει στήν οὐρά τῆς χαρᾶς.

    Κι ὄταν μέ τό δικό του φῶς
    θά ᾿ναι περιχυμένος αὐτός, ἐσύ θά λούζεσαι ἀπό μακριά
    μακρι᾿ ἀπ᾿ τή φυσικότητα τοῦ ἥλιου καταρράχτη.

    Δέν θά τρέμεις: Ποῦ πάει; Ποῦ κοιμᾶται;
    Ἤ ἄν θά σέ ξανακαλέσει ἡ φύση σέ γάμους
    σέ γιορτές ἐαρινές.

    Τή φωτογραφία μόνο θά κοιτᾶς
    καί θά πετᾶς.

    Ὅμως ποτέ δέν βλάστησε ἀληθινά τό ψέμα
    στ᾿ ἀγροτεμάχιο τῆς ζωῆς
    οὔτε ἡ φτιαχτή ἀνειροπόληση
    βοήθησε κανέναν
    τή δύσκολη ἐκείνει στιγμή
    ὅταν ἀπότομα διακόπτεται
    ἡ κυοφορία τοῦ μέλλοντος.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ –ΡΟΥΚ

    16. ΜΙΚΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

    Ετοιμάζοντας τα πράγματα
    για τη μετακόμιση στο διπλανό θάλαμο
    πήραν τα μάτια μου μια φωτογραφία και δάκρυσαν
    Τι να έπαθαν τώρα, σκέφτηκα.

    Πλησιάζοντας τη φωτογραφία πιο κοντά στα μάτια μου
    άρχισαν να χύνουν ποταμούς
    θυμούμενα πόσο την αγαπούσαν και πόσο πολύ
    θα μας έμοιαζαν τα παιδιά που δεν κάναμε
    τώρα, που θα ’χαν τα χρόνια της φωτογραφίας μας.

    Εμένα πάντως δεν μου ’λεγε πολλά η φωτογραφία ∙
    πέρασε ώρα για να με αναγνωρίσω
    και η γυναίκα που με κρατούσε αγκαλιά
    δεν μου θύμιζε τίποτα.

    Λίγο πριν χαράξει νομίζω πως τη θυμήθηκα ∙
    αν βέβαια δεν την μπερδεύω με κάποια άλλη
    πρέπει να ήταν η λογική μου
    μα σίγουρα αυτή ήταν, γιατί με το που
    τη θυμήθηκα, τα μάτια μου δάκρυσαν πάλι.

    Zαχαρίας Στουφής -Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο Φαρφουλάς, τεύχος 14, Άνοιξη 2011

    17. Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ.

    Πρόσεξες την λύπη
    στην λάμψη των ματιών μου;
    Αυτή την αόρατη πίκρα
    στην άκρη του χαμόγελου;

    Πόσο καλά με κοίταξες
    όταν μου ψιθύρισες
    «υπέροχη φωτογραφία»;
    Γιατί δεν είδες
    τον πόνο
    στο σούφρωμα των φρυδιών μου;

    Σε ξεγέλασε ο ήλιος
    που με τύφλωνε;
    Η εγώ,
    που πέτρωσα την καρδιά μου
    για να μην σπάσει
    από τον πόνο της
    απουσίας σου;

    TΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ

  2. …Ολόκληρο «άλμπουμ» (ποιητικών φωτογραφιών)… Bravissima Aggeliki!…

    -«…Σαν να μάς φωτογραφίζει η ίδια η ιστορία
    για λίγα κέρματα, σε κάποιο ήδη
    παρηκμασμένο θέρετρο, τελευταία φορά.

    Έχω μαζί μου μιά παλιά φωτογραφία.
    Στέκεσαι απερίγραπτα αποφασιστικός,
    προσπαθώντας να κατευνάσεις
    τα πνεύματα που οχλαγωγούν στο βλέμμα σου,
    σχεδόν χωρίς χείλη απ’ την προσπάθεια,
    σχεδόν χωρίς δάχτυλα από την οργή….»
    (ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ, ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ/ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ)

    -«Παράξενος κόσμος που λέει πώς βρίσκεται στην Αττική
    καί δεν βρίσκεται πουθενά
    αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
    κρατούν <> φωτογραφίζουνται
    ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σε ένα φόντο με
    πιτσούνια και με λουλούδια
    δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώνει
    τις ρυτίδες
    που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του
    όλα τα πετεινά τ’ούρανού.»
    (ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ)

    -ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ, «ΑΠ’ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ»

    «Εσκόπευα στης καμαράς μου έναν τοίχο να την θέσω.
    Αλλά την έβλαψε η υγρασία του συρταριού.
    Σε κάδρο δεν θα βάλλω την φωτογραφία αυτή.
    Έπρεπε πιο προσεχτικά να την φυλάξω.
    Αυτά τα χείλη , αυτό το πρόσωπο –
    α για μια μέρα μόνο , για μια ώρα
    μόνο , να επέστρεφε το παρελθόν τους.
    Σε κάδρο δεν θα βάλλω την φωτογραφία αυτή.
    Θα υποφέρω να την βλέπω έτσι βλαμένη.
    Άλλωστε , και βλαμένη αν δεν ήταν ,
    θα μ’ενοχλούσε να προσέχω μη τυχόν καμιά
    λέξις , κανένας τόνος της φωνής προδόσει –
    αν με ρωτούσανε ποτέ γι’αυτήν.»
    (Κ.Π. Καβάφης, Ποιήματα, ύψιλον/βιβλία)

    -Κική Δημουλά, «Passe-partout»

    «Ανοίγω τα παράθυρα της φωτογραφίας
    ν’ αεριστεί. Έμεινε καιρό κλεισμένη
    όπως πολλά εξοχικά παρελθόντα.
    Είσαι στο μπαλκόνι. Με την καλή παλιά σου
    στάση. Όρθιος. Φοράς την έγχρωμη επίγεια
    εφαρμοστή στολή των επιπέδων: μια κεραμιδένια
    στέγη το φουσκωτό μπουφάν του πεύκου,
    μπαλωμένο μ’ ενδιάμεση θάλασσα
    στα μέρη που σκιστήκαν τα κλαδιά
    παίζοντας με δυνατούς ανέμους.
    Είναι σε παλίρροια τα περιβόλια
    έχουν ανέβει ως τα τηλεγραφόξυλα
    και κρέμονται λεμόνια στα καλώδια
    άγουρα εορταστικά γλομπάκια.
    Κάνεις υποστολή ηλίου.
    Ανεβάζεις την τέντα συνθλίβοντας
    πάνινα λουλούδια. Ανυπόμονος περιστρέφεις
    την κίνηση σα να’ ναι ο ίσκιος το δυσεύρετο.
    Ως εδώ λογικά συμπεριφέρεται η φωτογραφία.
    Ώσπου εμφανίζομαι εγώ, παρανοϊκά νεόφερτη
    στην εικόνα. Σαν με πλαστικήν αφαίρεση.
    Ενώ ήμουν μαζί σου εξ αρχής
    κοινοκτήμων της παλίρροιας και των περιβολιών
    λίγο πιο πίσω από σένα καθισμένη
    σ’ ένα πολύ αναπαυτικό pliant μειδίαμά μου
    μοιάζει τώρα
    σαν μόλις να προστέθηκα στη φωτογραφία.
    Με σημερινό το πρόσωπό μου, μαύρο βλέμμα
    μακρύ σέρνεται η ουρά του χάμω στο μπαλκόνι
    λες πως κάλεσε εμένα το επίσημο σκοτάδι.
    Τείνομαι άπνους σα να θέλω
    να σε απομακρύνω από την τέντα
    μη σου πέσει κι άλλο
    νταμάρι ίσκιου απάνω σου. Αρκετά ανήλιος έγινες.
    Πως ενημερώθηκε η φωτογραφία.
    Χρόνος αληθινός σε χρόνο χάρτινο πως μπήκε.
    Με ποιάν οικειότητα η οδύνη
    μίλησε στην απάθεια των αψύχων.
    Άραγε τι βαθύτερο να είναι αυτά τα άψυχα.
    Μήπως τίποτα ζωές προηγούμενες εμψύχων
    που με την πρώτη επώδυνη ευκαιρία
    υποτροπιάζουν;»
    (Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

  3. Ι. Η ΜΝΗΜΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΕΙ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΑ

    Δε λένε ψέματα οι παλιές φωτογραφίες
    ψεύτικος είναι ο πακτωλός των χρωμάτων σήμερα
    που επί χάρτου υποδύονται μοιραίες διαφορές
    και τονικότητες
    για τους ευπίστους.

    To oυσιώδες το συνέλαβε η πρωτόγονα σοφή
    τεχνολογία της αθανάτισης:
    Μαύρο λευκό και γκρι αρκούν
    με ακρίβεια
    να μεταφράσουν όσα πάει να ψελλίσει μια στιγμή.
    Όσα υποτίθεται.

    Μαύρο πυκνό (δεν υπαινίσσεται απλώς-
    μπορεί μονότονα
    μα καθαρά το λέει το μάθημά του)
    γκρι αρκετό (σε όλα πάντα περισσεύει
    ο δισταγμός, το ξέρουμε)
    και μόνο λίγες αστραπές του άσπρου
    ως να φωτίζεται
    μέσα σε δάση νοσταλγίας η ατραπός
    που αργά ή αργότερα
    κι εσύ
    θα περπατήσεις.

    Τεχνολογία πρωτόγονα σοφή
    του Επέκεινα. Που αυτόματα
    λιχνίζει κάθε περιττό των οφθαλμών
    και ακέραιη
    φωτογραφίζει πριν ακόμα γεννηθεί
    τη μνήμη.

    ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ

    2. Παραινέσεις

    Τώρα πια δεν ενδείκνυται
    Η προσφυγή στις παλιές φωτογραφίες
    Η ζωή έχει τόσες μεταπτώσεις
    Μην εισχωρείτε στην εποχή των ερώτων
    Στα βίαια καλοκαίρια μην υποκύπτετε
    Στη σαγήνη των παλαιών φωνών

    Η κυτταρίνη διατηρεί χαμόγελα και στάσεις
    Στο λυκαυγές του βίου μορφές ασάλευτες
    Που σας κοιτούν νοσταλγικά στιγμές
    Αυτάρκειας που έχουν πια λησμονηθεί
    Πρόσωπα που φτερούγισαν από κοντά σας

    Η κυτταρίνη αποκαλύπτει την απάτη
    Του χρόνου μεγεθύνοντας τον άλλο χρόνο
    Που παραμένει ακέραιος χωρίς τα ελάχιστα
    Σημεία χαλασμού γι’ αυτό μην ξεσκαλίζετε

    Παλιές φωτογραφίες μην αποτολμάτε
    Καμία σύγκριση που θ’ αποβεί σε βάρος σας
    Μη διαβάζετε αφιερώσεις αιωνίας φιλίας ή αγάπης
    Μην βλέπετε γνωστούς σας καλοβαλμένους κι αρυτίδωτους
    Λες και θα ξεκινήσουνε για το μεγάλο γλέντι

    Αποφεύγετε κάθε σας περιπλάνηση σε φωτογραφίες παλιές
    Μην ταράζετε τη μακάρια γαλήνη τους
    Είναι σοφές και ξέρουν να εκδικούνται

    Κλείτος Κύρου, Από τη συλλογή Κλειδάριθμοι (1963)

    3. Οπτική απάτη

    Κατατρύχονταν από μια μορφή γυναίκας
    Την έβλεπε στον ύπνο του μ’ υψωμένα
    Χέρια να παραληρεί με θέρμη
    Την έβλεπε κάθε πρωί να γνέφει
    Στο απέναντι παράθυρο να χαμογελά
    Μ’ αστραπές στα μάτια και στα δόντια
    Μες στο μισοσκότεινο δωμάτιο
    Σύμβολο της άυλης παντοτινά γυναίκας

    Έτσι νόμιζε τουλάχιστο δεν είχε διδαχθεί
    Τους παράγοντες της οφθαλμαπάτης.
    Όταν πια κατάλαβε είχε ξημερώσει
    Σα να κύλησε μια ατελείωτη νύχτα
    Κι ήταν μόνος πάλι και ξεφύλλιζε
    Παλιές πολύ παλιές φωτογραφίες.

    ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ

    4. Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

    Δεν είναι η Ελλάδα μόνο
    που μάς πληγώνει….

    Φθάνει και μια φωτογραφία
    ένα βλέμμα αδειανό
    του αγαπημένου ποιητή στα λευκά
    στριμωγμένου
    από δυο γκρίζους πολιτικούς
    να σ’ ακολουθεί
    όπου και να ταξιδέψεις.

    Αλέξανδρος Φωσταίνης (από τη συλλογή «Δεσμοί χώματος», έκδ. «Διάττοντος», του 2000)

    5. ΕΥΦΛΕΚΤΗ Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ

    Ἀσυγχώρητη ἀπροσεξία
    νὰ μοῦ στείλεις ἐπὶ χάρτου ἐφημερίδας
    ὁλοσέλιδή τη φωτογραφία σου
    μὲ ἀναμμένο τὸ τσιγάρο της.

    Ἂν ἔπιανε φωτιὰ ἡ παραλαβή;
    Ποιὰ πυροσβεστικὴ
    ψυχραιμία εἰς μάτην θὰ καλοῦσα
    σὲ ποιὸ διανυκτερεῦον ἔγκαυμα
    θὰ ἔτρεχα ἀνήμπορο ἐγὼ χαρτὶ καμένο
    σὲ ποιὰν ἐξαντλημένη θεραπεία
    σὲ ποιὰν ἀποζημίωση μετά.

    Ἀσφάλεια ἀναθρώσκοντος καπνοῦ
    δὲν ἔχω κάνει.

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

    6. Η Δημουλά έχει εξειδικευτεί στο θέμα, απ’ ό,τι φαίνεται στα παρακάτω αποσπάσματα.

    Α. μου φαίνονται απόψε πιο γκρίζα τα μαλλιά σου
    μπερδεμένα καθώς τα χτενίζω με σκέψεις
    Τι έπαθα. Σε γέρασε η πολλή φωτογραφία
    (…) Πώς ενημερώθηκε η φωτογραφία σου.
    (Χαίρε ποτέ)

    Β. Νέα σου δεν έχω.
    Η φωτογραφία σου στάσιμη.
    Κοιτάζεις σαν ερχόμενος
    χαμογελάς σαν όχι
    (Χαίρε ποτέ)

    Γ. Τουλάχιστον
    ν’ αλλάζεις πότε πότε το νερό στις φωτογραφίες μου
    (το τελευταίο μου σώμα)

    Δ. Ω, μη σκαλίζεις
    παλιές φωτογραφίες
    θα μετανιώσεις
    (Τα χάι-κάι)

    Nickelback – Photograph

    7. ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

    Βγάλε μου σε παρακαλώ
    μια ωραία φωτογραφία
    να τη στείλω στο κορίτσι μου έτσι απάνω στη μοτοσικλέτα μου
    με το ένα χέρι στο χειρόφρενο
    το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου
    Θέλω να φαίνεται καλά
    το καινούριο πέτσινο το σιδερένιο κράνος
    Να διακρίνεται προπάντων ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου
    και κείνο του θανάτου
    Το αναπόφευκτο.

    8. Aυτόματη φωτογραφία

    κάθε ποίημα
    είναι μια φωτογραφία
    σ’ ένα τοπίο λυπημένο
    κάπου στην εξοχή
    ή δίπλα στη θάλασσα

    ένα τραπέζι της γιορτής
    όπου όλα έχουν τελειώσει
    όλοι έχουν φύγει
    μετά από μια ξαφνική βροχή

    μένουν τα σημάδια του κραγιόν
    στις δαντελένιες πετσέτες
    και στα κρυστάλλινα ποτήρια

    και οι λέξεις
    που σπάζουν σε στιγμές
    το φόντο της ανυπαρξίας

    κάθε ποίημα είναι μια φωτογραφία
    μια φύση νεκρή
    προοπτικές και φωτισμός του δειλινού
    μ’ ένα μόνο κλικ
    στο σκοτεινό θάλαμο της μνήμης

    κι εσύ ήλιος φωτεινός
    μπαίνεις αυθαίρετα
    στο πλάνο της ζωής μου

    ουράνιο τόξο
    καταλύεις όλα τα βροχερά τοπία
    χαμογελάς
    και να …
    αυτόματη η φωτογραφία

    Τζούλια Φορτούνη, από τη συλλογή Φυσικό αντίδοτο, 2013

    9. (Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι)
    αποσπάσματα

    Ωστόσο δεν μπορώ να θυμηθώ πού έκρυψα τη φωτογραφία της.
    Μια αγάπη από καιρό ξεχασμένη
    Κι οι φωτογραφίες των φίλων πού να ‘ναι τώρα που εκείνοι λείπουν;
    (…)
    Υπάρχουν ελπίδες, μας είπαν, να είναι ζωντανοί
    αδήλωτοι αιχμάλωτοι σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης
    ή σε κάποια κάτεργα ουρανίου κι ίσως μια μέρα γυρίσουν
    Υπάρχουν ελπίδες να ζουν, να εργάζονται,
    να βιάζονται να σταθούν στην ουρά για το συσσίτιο
    να δίνουν κουράγιο ο ένας στον άλλον, να τσακώνονται, νά βρίζονται.
    (…)
    Τώρα θυμούμαι έκρυψα τις φωτογραφίες των φίλων στο φεγγάρι
    κι εκείνη της κοπέλας έφηβης παρθένας
    μέσα στο χαράκωμα.

    Γ. ΜΟΛΕΣΚΗΣ

    10. ΤΟ ΑΛΜΠΟΥΜ

    Κάποτε θα φύγεις
    στάχτη θα γίνεις, που σκορπίζει στο φως

    θα μείνει μόνο
    το άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες
    αμέριμνα παιδικά μάτια, παγιδευμένα στην άγνοια
    τρυφερό άγγιγμα, χέρι που αγκαλιάζει
    έναν ώμο αγαπημένο.

    θα μείνει μόνο
    το ρίγος της αφής στο κίτρινο χαρτί, το δέρμα
    που ανατριχιάζει στη μνήμη.

    Γεράσιμου Ρομποτή (από τη συλλογή «Ξέφωτα χρόνου», εκδ. Γαβριηλίδη, του 2001).

    11. ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

    Γιάλντινγκ, 1912. Ὁ πατέρας μου
    Στόν μηλεώνα, ἡλιοφάνεια,
    Συγυρίζει τίς παλιές του τσάντες.
    Τρεῖς γυναῖκες, ντυμένες μέ μαλακές,
    Λευκές μπλοῦζες, φουστάνια πού ἀγγίζουν τό χορτάρι.

    Ἕνα παιδί μέ κατσαρά μαλλιά.
    Θά μέ ἠρεμοῦσε ἄν ἤξερα πώς
    ἦταν ἄγνωστοι – μισοτραβηγμένη ἀπ’ τήν ἀτμόσφαιρα
    – ἀλλά ἔχει κι ἄλλα ἡ ἱστορία–
    Διευκολύνει ἕνα βάρος
    Φτιαγμένο ἀπό τή λύπη του
    Γιά τά πράγματα πού δέν τοῦ ἔδωσα ποτέ.

    Νά τος ἐδῶ, χαρούμενος, κι ἐγώ ἀκόμη ἀγέννητη.

    Wendy Cope, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΟΔΩΡΗΣ ΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

    12. ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

    Τι να σας έλεγε ο φωτογράφος
    που αποτυπώθηκε στο έκπληκτο βλέμμα
    και στο αχνό μειδίαμα;
    Κι εσύ ακόμη,
    νήπιο δυο χρονών ανάμεσα τους,
    με πόση σοβαρότητα προσέχεις, τι;

    Τα χέρια της μητέρας δυο κισσοί
    γύρω στο τρυφερό κορμί σου.
    Ριγέ σακάκι σταυρωτό,
    κοντούτσικα μανίκια, ο πατέρας.

    Μα, τι αλήθεια να σας έλεγε
    και τον ακούγατε με τόση ευλάβεια
    βάζοντας κατά μέρος πόλεμο και κακουχίες;

    Παράπονο δεν έχω από τον φωτογράφο.
    Ώρα καλή του εκεί που βρίσκεται κι αυτός.
    Άφησε έργο κι όνομα στην κάτω δεξιά μεριά.
    Το μόνο μου παράπονο,
    είναι που δεν θα μάθω
    τι μυστικό σας έλεγε που πήρατε μαζί σας;

    Παιονίδου Έλλη (ποιήτρια από την Κύπρο)

    13. Μετά την εισβολή

    Χαμογελούσανε κι οι δυο μες στη φωτογραφία
    (ο φωτογράφος ήξερε καλά να λέει αστεία)
    χρόνια χαμογελούσανε στον τοίχο αγκαλιασμένοι
    μέχρι που μπήκε ο χαλασμός, μέχρι που μπήκαν ξένοι.

    τώρα η φωτογραφία τους καταμεσίς στο δρόμο
    (το χέρι προστατευτικά της ακουμπάει στον ώμο)
    πάει η φωτογραφία πια, σκισμένη, πατημένη,
    μα εκείνο το χαμόγελο πεισματικά πώς μένει.

    Έλλη Παιονίδου
    από τη συλλογή Τραγούδια του χαμένου δυόσμου, 1979

    14. Ο τυφλός και ο αναλφάβητος

    «Τί μου δείχνεις φωτογραφίες σου;»
    μου είπες
    «αφού οι τυφλοί είναι αναλφάβητοι στο φως.
    Μα θέλω να ξέρω πώς ήσουν μικρός.
    για να τραγουδούμε μαζί.
    Βρες τρόπο!
    Κάνε μου δώρο αυτή τη γνώση».

    Πήγα στους γονείς μου.
    Ζήτησα τον εαυτό μου παιδί,
    σου τον τύλιξα
    πακέτο για δώρο.

    Φέρνω το πακέτο,
    βγάζεις ένα σπίρτο,
    το άναψες κι έβαλες
    στο δώρο μου φωτιά.

    Ύστερα
    ακουμπούσες με τις άκρες των δακτύλων σου
    τις στάχτες.
    Διάβαζες τα αποκαΐδια σε σύστημα Μπράιγ.

    «Ωραία. Σε ξέρω τώρα», είπες,
    «μα τώρα με ξέρεις κι εσύ: έκαψα τον εαυτό σου παιδί,
    για να μην είσαι πια αναλφάβητος στο σκοτάδι
    για να τραγουδούμε μαζί πάντα το ίδιο τραγούδι…»

    «Ναι. Μα σαν να ξεχνάω τώρα πώς με λένε», είπα,
    «ποιο είναι εμένα τ’’ όνομά μου;
    Τι κάνω εδώ;
    Ποιος είσαι;»
    είπα
    εξαίσια μόνος μου,
    τραγουδιστά.

    Βασίλης Αμανατίδης, Ποιήματα Τεσσάρων Διαστάσεων, 2006 (από την ενότητα Μερικές Αναστάσεις)

    15. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

    Τις περισσότερες φορές
    Οι φωτογραφίες
    Λειτουργούν ως παγίδες
    Όπου συλλαμβάνεται η μνήμη
    Και ενεργοποιείται
    Ο φόβος του θανάτου.

    Όλγα Ντέλλα «Άκος Ψυχής» , Ροδακιό

    16. Φωτογραφία

    Θυμότανε παιδί
    τα λόγια δε βγαίνανε απ’ το στόμα της .
    Ακριβά μονάχα κοίταζε
    με μάτια μαύρα από τη λύπη
    κι αποζητούσε το φως
    να ’ρθει να κουρνιάσει στα χέρια της
    να τα δροσίσει.
    Οι παλάμες της καίγανε
    το δέρμα της το ’νιωθε ξένο.
    Κάθε βράδυ έξυνε τις πληγές της με το τσίγκινο μάτι του ύπνου.

    Στεγνώνει το στόμα σου μικρή μου Ινδιάνα.
    Γυρνάς στη σχολική αυλή με τα μάτια χτισμένα στη φλόγα.
    Και σ’ ακουμπάει το βλέμμα του φακού.
    Σου λέει
    Στάσου μια μονάχα στιγμή
    Και τρέχεις
    Τριγύρω απ’ τον ασβέστη του ήλιου.
    Τρέχεις να κρύψεις το γέλιο σου
    πικραμένο κλαυσίγελω
    πίσω απ’ τη μάσκα.

    Μην τρέχεις άλλο μικρή μου Ινδιάνα.
    Ο χρόνος μαρμάρωσε
    κι άλλο δεν έχω πέρα από σένα.
    Πέρα απ’ τα μάτια σου
    σπαρμένα στάχυα κι ουρανό
    και την ακριβή φωνή σου
    άδολη γητεύτρα του βυθού των ανθρώπων.

    Ειρήνη Παραδεισανού

  4. Ciao Aggeliki! Kalh evdomada!!!…

    -Χρίστος Μπράβος, «Α. Μάνθος»

    Όπου, στα 1923 ο επικυρηγμένος Θωμάς Γκαντάρας
    ο ληστής, αποφασίζει να φωτογραφηθεί…’
    Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α. Μάνθος
    έπαιρνε νύχτα τα στενά γυρνώντας σπίτι του
    τους γάμους θα σκεφτότανε αλλά και τους θανάτους
    που εκράτησε παντοτινά στο ακριβό χαρτί
    Μα πιο πολύ θυμότανε το βράδυ του Αυγούστου
    που πόρτες έκλεισε βαριά, έλυσε τα σκυλιά
    κλέφτης μην έρθει κι έπεσε για του δικαίου τον ύπνο
    κλέφτης μην έρθει κι έπεσε όπως κάθε φορά
    Μήτε που άκουσε σκυλί, θυρόφυλο να τρίζει
    και απ’ το φεγγίτη της σκεπής τον είδε να γλυστρά
    από την άκρη Άγγελος, στα δόντια το μαχαίρι
    Άγγελος, Εξάγγελος, μας ήρθε από μακριά
    (Από το δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου (διασκευή-μελοποίηση), “Βραχνός προφήτης’, Lyra, 2000)

    -Χ.ΜΑΝΩΛΑΧΗΣ, «ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ»

    «Πώς να κλείσεις μια τέτοια ζωή μέσα σ’ ένα κομμάτι χαρτί;
    Κι όμως τούτη η φωτογραφία η κιτρινισμένη
    χωρίς χαμόγελα, χωρίς στολίδια και ωραία ρούχα
    του θύμισε την φλόγα που έκαιγε,
    που σώθηκε και πάει.
    Πού χάθηκε η ζωή; που την πήρε λάθος;»

    -Γιάννης Βαρβέρης, «Ιωάννης της κλίμακος 1»

    Είμαι ανεβασμένος σε μια σκάλα
    και κοιτώ τον κόσμο
    πίσω από το φράχτη.
    Σκοπεύω για τους συνανθρώπους μου
    τούτης της όχθης
    της άλλης να φωτογραφίσω τα μεράκια
    ό,τι κινείται δηλαδή με σχετική ζωηράδα:
    καΐκια φευγαλέα φώτα γιορτών πλοίων
    σεκλέτια αφραγκίες και μεζεκλίκια
    ανθρώπους αξεδιάλυτους των μπαρ
    τους ίδιους καθώς τρέχουν να κρυφτούν
    σε υπόστεγα θυέλλης κηδειών γάμων
    πολιτικής αντάρας
    κι άλλα
    της οπτασίας
    της Ιστορίας
    τρεχάτα γεγονότα
    αλλά πάνω στη σκάλα
    σα να τα βλέπω τώρα επί ματαίω
    τρέμουν τα γόνατα
    και πρέπει να κατέβω
    μ΄ένα μονάχα δίλημμα:
    ήταν η σκάλα μου ασταθής
    ή οι εικόνες άστατες
    και δεν φωτογραφίζονται.
    (Γιάννη Βαρβέρη «Άνθρωπος μόνος», Κέδρος)

    -ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ:

    1.ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

    Τις περισσότερες φορές
    οι φωτογραφίες
    λειτουργούν ως παγίδες
    όπου συλλαμβάνεται η μνήμη
    και ενεργοποιείται
    ο φόβος του θανάτου.

    2. ΜΝΗΜΟΝΙΟ

    Φωτογραφία τεθλιμμένη
    Παρουσίας ανθρώπου
    Το μνημόνιον.
    «Ασπασία και Γεώργιος».
    Μια ζωή στοιβάχτηκε
    Σε polaroid ασπρόμαυρη.

    Αιωνία η μνήμη
    Των ανθρώπων που ταξίδεψαν.

    3. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

    Τι μένει;
    Μια παλιά
    Ηλιοκαμένη
    Φωτογραφία.
    Και πολλές φορές
    Ούτε κι αυτή.

  5. 1.
    Τώρα που ξενιτεύτηκες στη μνήμη
    σα μια φωτογραφία ταυτότητας
    πώς θέλεις να σε αναγνωρίσω
    Θυμάμαι που άναβες έσβηνες τα τζάμια
    με ολάξαφνες λάμψεις

    Τώρα τα τζάμια επιστρέψανε
    στην παγερή σιωπή τους
    Οι δρόμοι γίνανε και πάλι δρόμοι
    Τα σπίτια γύρισαν απ’ την πλευρά της πέτρας
    Και τ’ αυτοκίνητα κατάπιανε τον ουρανό
    στις μηχανές τους

    ΖΕΦΗ ΔΑΡΑΚΗ (σύζυγος Βύρωνα Λεοντάρη)

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    2. Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

    Τό πρόσωπό μου
    σ’ αὐτή τήν ξεχασμένη κι ἀπ’ τή ζωή φωτογραφία
    – μήν κοιτᾶς.
    Δέν εἶμαι ἐγώ.
    Κι ἄν πάλι εἶμαι
    τό ἀτσαλάκωτο τῆς ἐπιφάνειάς του
    πιά δέ μοῦ ἀνήκει…

    Τότε
    τά χείλη μου ἀγνοοῦσαν
    τῆς προδοσίας τή στυφή τή γεύση.
    Καί γιά τήν ἀγάπη εἶχαν μόνο νά σοῦ ποῦν.
    Τώρα
    μέ στίχους δύστροπους
    πού ἔμαθαν νά χάνουν λίγο-λίγο τό νόημά τους
    σέ ταλαιπωροῦν.
    Σέ κουρασμένα ὄνειρα
    δέν περίμεναν νά λογοδοτήσουν.
    Οὔτε γιά τή θνητότητα τῶν λέξεων
    νά διαμαρτυρηθοῦν…

    Ὄχι, ψυχή μου.
    Δέν θλίβομαι γιά ὅλα αὐτά.
    Μόνο πού μ’ ἐκεῖνο τό ἴδιο παράφορο πάθος
    δέν πρόκειται ποτέ νά σέ φιλήσουν
    – θλίβομαι.

    Τότε
    τά μάτια μου δέν εἶχαν δεῖ
    τήν ἀκαριαία πτώση τοῦ Ἔρωτα
    στό ἄγονο ἔδαφος τοῦ χρόνου.
    Τά φτερά μου τσακισμένα
    ἀπ’ τό βάρος τῶν ψευδαισθήσεων
    δέν φαντάστηκαν.
    Κι ἀλήθεια –
    τήν ὀδυνηρή εἰκόνα ἑνός ἀποχαιρετισμοῦ
    νά τή γνωρίσουν, δέν πίστευαν.

    Τότε
    ἡ φλόγα τῆς ἐλπίδας ἔκαιγε ἀκόμα μέσα τους
    ἀνυποψίαστη
    γιά τόν χειμῶνα πού θά τήν πάγωνε
    μέχρι καί τήν τελευταία της σπίθα.

    Τώρα
    ταξίδια στάσιμα σέ βαλτωμένες θάλασσες καί –
    καί δύσβατα λιμάνια
    μονάχα τά στοιχειώνουν.
    Ὄχι, ψυχή μου.
    Γιά ὅλα αὐτά δέν θλίβομαι.
    Μόνο πού μ’ ἐκείνη τήν ἴδια ἀκλόνητη πίστη
    δέν πρόκειται ποτέ νά σ’ ἀντικρύσουν
    – θλίβομαι.

    Στ’ αὐτιά μου
    δέν εἶχε φτάσει ὁ ἀπόηχος τέτοιας ἀπόγνωσης˙
    ἀπ’ τῶν ἀνθρώπων τήν φλύαρη τήν κράση
    τόση σιωπή συσσωρευμένη δέν ἄκουσαν ποτέ
    καί οὔτε γιά τῆς ψυχῆς τό παρακάτω
    ἀντέχουν πιά ν’ ἀκούσουν…

    Τό πρόσωπό μου, λοιπόν
    σ’ αὐτή τήν φωτογραφία πού δείχνει νά μοῦ μοιάζει
    – μήν κοιτᾶς.
    Ἄτυχη στάθηκε πολύ.
    Ἔτσι ἀνέφικτα ὅπως μέ ἀπο-θανάτωσε…

    Αγγελής Φίλιππος

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

    3. Κορνίζα χωρίς φωτογραφία
    τελευταία χάρη

    Τραγούδησα γι’ αυτούς που έπεσαν
    για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.
    Τραγούδησα γι’ αυτούς που τυραννίστηκαν
    για την ελπίδα του ανθρώπου.
    Ας μου δοθεί σαν τελευταία χάρη τώρα
    να πάρω ένα δρόμο απάτητο
    να συναντήσω χωρίς φόβο το σκοτάδι
    να πάψουν να με κυνηγούν σκιές
    να βρω καινούρια γέφυρα
    στη νύχτα που στύβει το φεγγάρι
    και το πετάει μαδημένο
    στις άδειες στέρνες των αιώνων.

    Γιώργος Καφταντζής

    >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
    Κορυφαίοι στίχοι σε εκπληκτική ερμηνεία:

    Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει
    σε μια φωτογραφία της στιγμής
    είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη
    σ’ εκείνο το τοπίο της βροχής.

    4. [Το φωτογραφίζειν είναι ένα χαμερπές πάθος]

    Περιφρονώ τους ανθρώπους που διαρκώς φωτογραφίζουν και όλην την ώρα περιδιαβαίνουν με τη φωτογραφική τους μηχανή κρεμασμένη στον λαιμό. Διαρκώς αναζητούν ένα θέμα και φωτογραφίζουν τα πάντα ανεξαιρέτως, ακόμα και τα πιο ανόητα. Διαρκώς δεν έχουν τίποτα άλλο στο μυαλό τους παρά μόνο να ποζάρουν και πάντοτε όσο αποκρουστικότερα γίνεται, πράγμα που όμως οι ίδιοι δεν τον συνειδητοποιούν.

    Φυλακίζουν στις φωτογραφίες τους ένα διεστραμμένα παραμορφωμένο κόσμο, που δεν έχει τίποτε κοινό με τον πραγματικό εκτός απ’ αυτήν την διεστραμμένη παραμόρφωση, για την οποία ευθύνονται οι ίδιοι.

    Το φωτογραφίζειν είναι μια ποταπή μανία, που έχει αγκαλιάσει σιγά σιγά ολόκληρη την ανθρωπότητα, επειδή η ανθρωπότητα είναι όχι μόνο ερωτευμένη αλλά ξετρελαμένη με την παραμόρφωση και τη διαστροφή, και πράγματι, φωτογραφίζοντας, αντιλαμβάνεται με τον καιρό ως πραγματικό τον παραμορφωμένο και διεστραμμένο κόσμο.

    Οι φωτογραφίζοντες διαπράττουν ένα από τα ποταπότερα εγκλήματα που μπορούν να διαπραχθούν, αφού στις φωτογραφίες τους κάνουν τη φύση διεστραμμένη γκροτέσκα εικόνα.

    Οι άνθρωποι είναι στις φωτογραφίες τους γελοίες, διεστραμμένα αγνώριστες, ναι, ακρωτηριασμένες κούκλες, που τρομαγμένες κοιτάζουν απλανώς τον ποταπό φακό τους, αμβλύνοα, αντιπαθητικά.

    Το φωτογραφίζειν είναι ένα χαμερπές πάθος, που έχει αγκαλιάσει όλες τις ζώνες της γης και όλα τα στρώματα του πληθυσμού, μια αρρώστια, από την οποία πάσχει ολόκληρη η ανθρωπότητα και από την οποία δεν πρόκειται ποτέ πια να γιατρευτεί.

    Τόμας Μπέρνχαρντ, Αφανισμός -απόσπασμα

  6. Ciao Aggeliki!!!…

    -«[…] (Φίλοι καλοί, μη μας κατηγορήσετε. Σκίσαμε τώρα καιρό τα βιβλία μας
    Καλύψαμε με τα χέρια τ’ αφτιά μας στα σφυρίγματα των πλοίων
    Ανάψαμε τη φωτιά μας το πρωί με τις παλιές φωτογραφίες)
    (Εποχές 2, Μανόλης Αναγνωστάκης)

    -ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ:
    «…Οτι είσουν πάντα έτσι , από χαρτί
    εκ γενετής φωτογραφία σε συνάντησα
    ανέκαθεν πως έτσι σ’αγαπούσα γυρολόγα
    από εικόνα σε απεικόνιση
    και από απεικόνιση σε εικόνα σου αρκέστηκα…»
    (ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ / ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΟ)

  7. Φωτογραφία
    Δολοφονία της κίνησης.
    Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι
    Να σταματήσει ὁ χρόνος..
    απλά συγκλονιστικά ανατριχιαστικό!
    Πολύ ωραία η ανάρτηση περί Φωτογραφίας!
    Καλό απόγευμα παιδιά 🙂

  8. 1. Παιδί με μια φωτογραφία

    Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
    με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
    και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

    Ο κόσμος γύρω του πολύς∙ κι αυτό
    είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
    στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα–
    στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
    στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

    Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
    και την κρατούσε ανάποδα∙ μου κακοφάνη.

    Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
    αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
    που ‘χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.

    Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
    Του τηνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
    τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

    Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
    ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
    έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
    γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

    Μάης 1979, Κυριάκος Χαραλαμπίδης
    Από τη συλλογή Θόλος (1989) Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

    Παιδί με μια φωτογραφία

    2. Φωτογραφία

    – Πώς να σταθούμε;
    – Εσύ μπροστά ο πιο καλοντυμένος.
    Η χρονιά πήγε καλά και αυτό πρέπει να φανεί στη φωτογραφία.
    – Κι η μοναξιά;
    – Αδιάφορο….
    Θυμάσαι την έκφραση του προσώπου μου καθώς λογαριάζαμε τα κέρδη;
    Αυτή να πάρεις.
    – Κι η φτώχεια των άλλων ανθρώπων;
    – Αδιάφορο.
    Η φωτογραφία πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο όμορφη.
    Γι’ αυτό άλλωστε φορέσαμε όλοι τα πιο ακριβά ρούχα και κοσμήματα.
    – Κι η δυστυχία των ανθρώπων; Οι πόλεμοι; Τα παιδιά με τα κομμένα χέρια;
    – Αδιάφορο.
    Είναι τόσο μακριά απ’ το πλάνο που δεν θα φαίνονται.
    Άλλωστε δεν θα πρέπει να νοιαζόμαστε και γι’ αυτό.
    Επιτέλους, ας αρχίσουμε! …

    Το βράδυ καθώς γύρισε στο σπίτι
    για να ξεγελάσει τη μοναξιά
    πήρε να κοιτάξει παλιές φωτογραφίες.
    Χρόνια και χρόνια μέσα στα χαρτιά και στα γραφεία
    ίδιες μέρες, ίδιες σκέψεις, ίδιες φωτογραφίες,
    σαν κι αυτή που βγήκε σήμερα.
    Κι αν κρατούσε μια απ’ αυτές, το ίδιο θα ‘τανε.
    Κι αν τις πετούσε όλες, πάλι το ίδιο θα ‘τανε.
    Κι έτσι καθώς τις κοίταζε
    έπεσε πάνω σε μια παλιά κιτρινισμένη φωτογραφία
    με κείνο τον θαλασσινό γέρο
    που γνώρισε σαν ήταν παιδί ένα καλοκαίρι.

    Και θυμήθηκε πως κοντά του συνάντησε τη θάλασσα
    με τα τραγούδια της, τους γλάρους και την ελευθερία.
    Και κείνη τη βάρκα θυμήθηκε
    και πως ψαρεύοντας, άκουγε τις ιστορίες του:
    «Ο κόσμος είναι εύκολος. ένας απλός παλμός» έλεγε.
    Κι ύστερα, πως ζητώντας του να σταθεί μπροστά στη μηχανή για τη φωτογραφία,
    δεν ήξερε.
    Αδιάφορο.

    Πώς να κλείσεις μια τέτοια ζωή μέσα σ’ ένα κομμάτι χαρτί;
    Κι όμως τούτη η φωτογραφία η κιτρινισμένη
    χωρίς χαμόγελα, χωρίς στολίδια και ωραία ρούχα
    του θύμισε την φλόγα που έκαιγε,
    που σώθηκε και πάει.
    Πού χάθηκε η ζωή; που την πήρε λάθος;
    (Ο κόσμος είναι εύκολος. ένας απλός παλμός)
    ………
    Αδιάφορο.
    Αύριο έχει δουλειά.

    Χρήστος Μανωλάχης (Από την ποιητική συλλογή «Αντίρροπα Ποτάμια»).

    3. ΣΧΟΛΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

    Πιστές φιλενάδες οι φωτογραφίες. Μαρτυρούνε, λένε,
    το απρόβλεπτο, το τολμηρό και την ελευθερία.
    Όμως ποτέ δεν μπορείς να κάνεις ένα βήμα
    μπροστά ή πίσω. Ό, τι γράφει, έγραψε.
    Εδώ τα πρόσωπα με τα παλίμψηστα χαμόγελά τους.

    Πίσω το χάος. Μπροστά ο γκρεμός. Μένεις μετέωρος
    εκεί που όλα υπήρξαν, καλά, ψυχρά κι ανάποδα
    και είναι αδύνατο να παραμερίσεις κάποιο πρόσωπο
    ανεπιθύμητο πλέον εκ των υστέρων
    εκτεθειμένο στα επίγεια λάθη
    και ιδίως στις οικείες πράξεις, στα θολά σινιάλα και τα ρήγματα.

    Αρκείσαι στη χιλιόχρονη συνύπαρξη των αντιθέτων
    Όλα υπάρχουν. Εκτός απ’ τη μελλούμενη απουσία,
    τα αισθήματα
    και τα καινούργια πρόσωπα
    που ακροβατούν αδικημένα έξω από την ξύλινη κορνίζα
    βηματίζοντας ή καλπάζοντας
    και περιμένουν τη σειρά τους στα επόμενα συμβάντα.

    Καλές οι φωτογραφίες
    κι ας μιλούν με την παλιά επιτηδευμένη ειλικρίνεια
    αναγνωρίζοντας εκείνο το πανάρχαιο ρητό: «Εις μάτην».
    Όλα ποζάρουν στη φωτογραφία, πανταχού απόντα
    και σου αφαιρούν την εξουσία για τα πρότερα.
    Όλα σκληρά, ανεπιθύμητα κι ανασφαλή, υπάρχουν.

    Τίποτα δεν κινείται, τίποτα δεν μπορείς να διορθώσεις,
    τίποτα να διαγράψεις.
    Καμιά ελευθερία. Όλα αναπότρεπτα.

    Δημήτρης Πιστικός

    4. Δεκαεφτά χρόνων έφυγε για τη Μακεδονία
    κρυφά, αφήνοντάς μας τη ματιά του
    να κοιτάζει ψηλά από την κορνίζα
    ολόισια πέρ’ από το χρόνο και το Χάρο
    στο περιβόλι της αμάραντης νιότης του.

    Στέκουνται μπρος στο τρίποδο του φωτογράφου
    με τη στέρεη βεβαιότητα πως ζούνε
    μια μεγάλη στιγμή, πως μάχουνται
    την αλλαγή και τη φθορά του χρόνου.
    Γι’ αυτό έχουν πάρει την πανάρχαιη στάση
    ανατολίτικων θεών ή βυζαντινών αγίων.

    ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

    5. Μπορούμε να μιλήσουμε στις νύμφες
    να μείνει το μαγνάδι τους στα χέρια μας.
    Αλλ’ όχι, ας αρκέσουν για τώρα
    η ρίγανη και το φασκόμηλο
    και το φτωχό τούτο διακόνημα της μνήμης
    που λέγεται φωτογραφική μηχανή
    που σου σερβίρει ατόφια την πραγματικότητα
    χωρίς να σου την ερμηνεύει.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΝΙΗΛ (Νυμφαίον άντρον)

    6. Κρατούμε φωτογραφίες
    στις από μέσα τζέπες του σάκου μας
    όλοι έχουμε αυτές τις φωτογραφίες.
    Κολλήσανε απάνω στους σάκους μας.
    μερικές μπήκανε ώς μέσα στην καρδιά μας.

    ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ (Ποιήματα)

    7. Λουλούδια στα βάζα
    σκόρπιες κάρτες
    Η ευτυχία μου φυλακισμένη
    πίσω από τους κυματισμούς του τζαμιού
    της νυφικής φωτογραφίας.

    ΜΑΡΙΑ ΛΑΖΟΥ (Θάνατος από πνιγμό)

    8. Φωτογραφία

    Γλυκό τραγούδι βγαίνει απ’ τη φωτογραφία .
    « Κάτω στο ρέμα το βαθύ Ερηνάκι μου »
    Βλέμμα θαμπό ακρορροεί με τον λυγμό του χρόνου .
    Βαθιά πλατάνια ισκιώνουνε τη θύμηση
    καθώς παλεύω μάταια να ενώσω τα κομμάτια
    κάθε καμένης μέρας ,
    που λεηλάτησαν στερνοί αποχαιρετισμοί .
    Κι ένα ποτάμι λέξεις μισεμένες
    σταλάζουν στον καημό, λυτρωτικό νερό.
    Αγριοπεύκι, αμάραντο , μυρτιά
    και το τραγούδι απ’ τα παλιά πλατάνια.
    Το σιγοτραγουδούν με ολόιδιες φορεσιές
    τη γη χτυπώντας με τα ονόματά τους.
    Μάνα, πατέρας , αδερφός
    κι οι άλλοι της αγάπης όλοι
    που προσκαλούνε λίγο τόπο απ’ την καρδιά
    να μην τους πάρει η λήθη
    στο βυθό της.

    ΜΑΡΙΑ ΣΚΟΥΡΟΛΙΑΚΟΥ

  9. …!!!!!!….Ciao Aggeliki! Παρά το ψάξιμο δε βρήκα κάτι άλλο αξιόλογο για το θέμα μας…Την αγάπη μου!… Grazie mille!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: