Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (123ο): «Δωμάτιο – κάμαρα»…

-«Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω «ποιητής»
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν’ αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.»
(Κατερίνα Γώγου)

-Χρίστος Λάσκαρης, «Να διασχίζεις το δωμάτιο»

«Να διασχίζεις το δωμάτιο,
να ξεπερνάς τη δυσκολία της κουρτίνας
και, φτάνοντας,
να επιμένεις στο παράθυρο –

αν το ανοίξεις
όλα γίνονται εύκολα.»
(http://logocafe.blogspot.gr/2012/10/blog-post_6923.html)

-Γ. Ρίτσος, «O επίλογος από τη “Σονάτα του σεληνόφωτος”»

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε
το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο
του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση.
Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε
χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο
νέος θα κατηφορίζει τώρα μ’ ένα ειρωνικό κι ίσως συμπονετικό
χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ’ ένα συναίσθημα
απαιλευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αη-Νικόλα, πριν
κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, – ένα γέλιο δυνατό,
ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ’ ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω
απ’ το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι
καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και
θα πει: «Η παρακμή μιάς εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα
ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του.
Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ το
σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνίες του δωματίου οι
σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι
τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το
ραδιόφωνο συνεχίζει.)

-Γιάννης Κοντός, «Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο»

“Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο.
Δεν μπορώ να μετακινηθώ.
Ένα λιοντάρι με περιεργάζεται με τα κίτρινα μάτια του.
Δεν είμαι ο Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων,
ο Γιάννης είμαι και δεν θέλω ούτε λιοντάρια
ούτε ανθρώπους. Το δωμάτιο θέλω να καθαρίσω
και να καθίσω σε μια καρέκλα να ξεκουραστώ.»

(Από τη συλλογή «Τα οστά», εκδ. Κέδρος, 1982)

-Λένα Παππά, «Το Δωμάτιο”

«Μες στο κλειστό δωμάτιο, μπορείς να βρεις
ό,τι δεν τόλμησες ποτέ να ονειρευτείς,
και ό,τι μέσα σου βαθιά αγάπησες
κι όμως ποτέ δεν είδες να βγαίνει αληθινό.
Όλα είν’ εκεί, εκεί υπάρχουν όλα
μες το κλειστό δωμάτιο όλα ή τίποτα.
Αγάλματα Θεών λησμονημένων
και της Ελένης το πουκάμισο.
Όλα είν’ εκεί κι άλλα πολλά, που κάποτε φαντάστηκες
Ο φόβος του Χριστού στον κήπο της Γεσθημανή
τα βήματα της θλίψης του, της αίγλης του το φως
το αίμα των θυσιασμένων και οι χαμένοι στόχοι τους
το ψύχος το δριμύ των χωρισμών, των χωρισμών.
Το διαμαντένιο αηδόνι του βασιλιά της Κίνας
σινιάλα από φάρους που σβηστήκαν
και μαγικά τοτέμ απ’ άγνωστες φυλές
Κι εφηβικά κορμιά και καλοκαίρια γαλανά
θάνατοι και φωτιές κι αόρατη ομορφιά
κι αόρατη ομορφιά.
Μες στο κλειστό δωμάτιο υπάρχουν όλα
αν έχεις μάτια να τα δεις, αν έχεις χέρια να τα αγγίξεις
Μπορείς να βρεις κλειδί να ξεκλειδώσεις τη σιωπή τους
Αρκεί να πας, αρκεί να πας ολάνοιχτος
γυρεύοντας τα.»

*Το ποίημα μελοποιημένο από τους αδελφούς Κατσιμίχα…

-Αλεξάνδρα Μπακονίκα, «Άδειο δωμάτιο»

«Καθώς την περίμενε,
πάλευε και πάσχιζε να τελειώσει
το κείμενο μπροστά του,
ενοχλημένος, με σύντομες φράσεις
απαντούσε και στο τηλέφωνο∙
καθώς την περίμενε αγνοούσε
τακτές ημερομηνίες και χειρόγραφα.

Μόνο να επιστρέψει,
να μένει ανοικτό το φωτάκι του πικάπ
κι ο δίσκος να παίζει,
να μιλάνε για ταινίες το σαββατόβραδο,
για τρελές παρέες,
αναδυόμενα πάθη.»

(Από τη συλλογή Ανοικτή γραμμή (1984) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα
http://greek-translation-wings.blogspot.gr/2010/10/blog-post_23.html)

-Στέλιος Ροΐδης, [Ένα δωμάτιο στο Παρίσι]

«Υπαρχει ενας πονος που δεν μπορω να αγνοησω, ένα δωματιο στο Παρισι
Με χαμηλωμενα φωτα να ημερεψει η αληθεια.Ένα δρομακι με αργοσυρτα
Βηματα,λεξεις που παρηγορουν τις μοναξιες.Ένα προσωπο,όχι δυο.Και ο
Χρονος λιγοτερος από ποτε,ο χρονος πενθιμος.Δεν θα δυσκολευτω να
Αγαπησω το ξερω,αυτό το προσωπο θα είναι ιερο.Θα σε φιλησω και μονο
Εσυ θα ξερεις πια ποιος ειμαι εγω.Ισως ουτε εγω.Ένα δωματιο στο Παρισι
Και δεν θελω να είναι φωτεινο.Μονο να καταλαβαινει που και που αυτά
που θα εχω να του πω. Να καταλαβαίνει αυτά που θα έχω να του πω. Ένα
Δωμάτιο στο Παρίσι.»
(http://www.poiein.gr/archives/10043)

-Μπ. Μπρεχτ, «Όταν στο λευκό δωμάτιο ασθενών της Charite»

«Όταν στο λευκό δωμάτιο ασθενών της Charite*
Ξύπνησα προς το πρωί
Κι άκουσα τον κότσυφα, το γνώριζα
Καλλίτερα. Ήδη εδώ και πολύ καιρό
Δεν είχα κανέναν φόβο θανάτου. Αφού δα τίποτα
Δεν μπορεί να μου λείψει, προϋποτιθεμένου
Ότι εγώ λείπω. Τώρα κατόρθωσα να χαίρομαι
Όλα τα τραγούδια του κότσυφα και μετά από μένα»

( http://praxisreview.gr/index.php/2015-04-20-20-10-32/45-2015-03-29-18-41-09)
(*H Charite’ είναι νοσοκομείο του Βερολίνου, στο οποίο νοσηλεύθηκε ο Μπρεχτ λίγο πριν το τέλος του.)

-Γιάννης Ρίτσος, «ΥΣΤΑΤΗ ΩΡΑ»

«Ένα άρωμα έμενε στην κάμαρά του, ίσως μονάχα
απ’ την ανάμνηση, μπορεί κι απ’ το παράθυρο
μισάνοιχτο στην εαρινή βραδιά. Ξεχώρισε
τα πράγματα που θά ’παιρνε μαζί του. Σκέπασε
μ’ ένα σεντόνι τον μεγάλο καθρέφτη. Κι ακόμη
στα δάχτυλά του εκείνη η αφή ευμελών σωμάτων
κι η αφή, η μοναχική, της πένας του – όχι αντίθεση·
υπέρτατη ένωση της ποιήσεως. Δεν ήθελε
να απατήσει κανέναν. Πλησίαζε το τέλος. Ρώτησε
ακόμη μιά φορά: «Ευγνωμοσύνη τάχα, ή θέληση
ευγνωμοσύνης;» Κάτω απ’ το κρεβάτι του πρόβαιναν
γεροντικές οι παντόφλες του. Δε θέλησε
να τις σκεπάσει – (ω, βέβαια, άλλοτε). Μονάχα,
σαν έβαλε το κλειδάκι στην τσέπη του γιλέκου του,
κάθισε πάνω στη βαλίτσα του, καταμεσής της κάμαρας,
ολομόναχος, κι άρχισε να κλαίει, γνωρίζοντας,
πρώτη φορά με τόση ακρίβεια, την αθωότητά του.»
(Γ. Ρίτσος, 12 ποιήματα για τον Καβάφη, Κέδρος)

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (123ο): «Δωμάτιο – κάμαρα»…

  1. 1. Σ’ αυτές τις σκοτεινές κάμαρες που περνώ μέρες βαριές,
    επάνω κάτω τριγυρνώ για να βρω τα παράθυρα.

    Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

    2. Και καμιά φορά ενώ είμαι μόνος στην κάμαρα,
    κρύβω τα λίγα χρήματά μου,
    για να μπαίνει πιο άφοβα
    απ’ το παράθυρο
    το φως του φεγγαριού

    Τάσος Λειβαδίτης

    2. Οι κάμαρες που αγαπηθήκαμε ταξιδεύουν μες στην ομίχλη
    Η Μαργαρίτα ανάβει ένα κερί και κατεβαίνει τη σκάλα
    Το παλιό σχολείο έκλεισε
    Το φεγγάρι γράφει με κιμωλία πάνω στα τζάμια
    Και αχ πώς να σου φτάσει μια ζωή μέσα στο ατέλειωτο άγνωστο μιας νύχτας του φθινοπώρου;
    Κι η Μαργαρίτα κρατάει το αναμμένο κερί και κατεβαίνει τη σκάλα
    Περνάει ανάμεσα στους νεκρούς της και μπαίνει στη ζωή της
    «Είναι κανείς εδώ;»
    ρωτάει, και ξανά
    «Είναι κανείς εδώ;»

    Τάσος Λειβαδίτης – «Η Μαργαρίτα δεν έφτασε ποτέ»

    3. Είσοδος

    Όποιος και να ‘σαι : Το βράδυ να βγεις έξω απ’ το δωμάτιό σου
    εκεί μέσα τα γνωρίζεις όλα
    σαν τον ουρανό, πριν από τον ορίζοντα, το σπίτι σου είναι
    Όποιος και να ‘σαι
    Με τα μάτια σου , τα κουρασμένα,
    μόλις λευτερωθούν από το φαγωμένο σου κατώφλι,
    Σιγά-σιγά σηκώνεις ένα δέντρο μαύρο και μπρος στον ουρανό το στήνεις
    λυγερό , μονάχο,
    Και τον κόσμο δημιούργησες. Κι είναι μεγάλος
    Κι είναι σαν λόγος , που ακόμη, στην σιωπή, ωριμάζει.
    Κι όπως την έννοια του συλλαβαίνει η θέληση σου,
    τρυφερά, τα μάτια σου, τον απολευτερώνουν.

    Rainer Maria Rilke, Από το βιβλίο των Εικόνων-Μετάφραση : Άρης Δικταίος

    4. «Μια νύχτα»

    Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη,
    κρυμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.
    Aπ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,
    το ακάθαρτο και το στενό. Aπό κάτω
    ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών
    που έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.

    Κ’ εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι
    είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη
    τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης —
    τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώρα
    που γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια!,
    μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.

    Κωνσταντίνος Καβάφης

    ΑΔΕΙΟ ΔΩΜΑΤΙΟ-ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΑΛΑΜΑΣ

    5. ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΟΥ

    μικρό παιδί συνέβαινα σ’ ένα δωμάτιο χωρίς λέξεις
    και μια φορά ζωγράφισα κόκκινο τον ουρανό και γαλανό τον ήλιο
    κι έβαλα τον κόσμο αυτόν σε στρογγυλή κορνίζα
    και ονειρεύτηκα έναν αετό που κυνηγούσε φίδια
    κι είχε παντού σιτάρι και μόνο μια στιλπνή ντομάτα
    και ξύπνησα στον ορίζοντα κι είδα τον ήλιο κόκκινο ψεύτη
    κι είπα στο μικρό παιδί «τώρα πάει να κοιμηθεί»
    και με ρώτησε για τη Σελήνη
    και τού ‘πα «είναι όμορφη θεά εδώ και γέρος κουρασμένος σε άλλα μέρη»
    και τού ’δειξα την Πούλια καθώς την προσπερνούσε τρομαγμένη
    κι έψαχνε στην πίσω θάλασσα τον Αυγερινό
    και μού ‘πε «δεν καταλαβαίνω» και τού ‘πα
    «τότε δεν έχει ποτέ συμβεί»

    Γιώργος Κ. Ψάλτης και Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία, «Μη σκάψετε παρακαλώ εδώ είναι θαμμένος ένας σκύλος», 2011

    6. Ὁ σωτήρας

    Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
    τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
    δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
    δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι

    Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
    μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
    ἕνα γαλανὸ παράθυρο
    πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
    δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
    δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
    γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη

    Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
    πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
    ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
    νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
    κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
    κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
    κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου

    Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία

    Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
    μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
    μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
    μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
    μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
    μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ

    Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
    τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους

    MIΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

    7. Αυτή η κάμαρα έχει γίνει ένα βαθύ πηγάδι.
    Η λάμπα είναι ένα αστέρι καρφωμένο στο νερό.

    Το παιδικό κρεβάτι στη θέση του, και πότε πότε
    αστράφτουν με ημικυκλικές ανταύγειες τα σεντόνια
    καθώς, πάνω ψηλά, στην επιφάνεια του νερού
    πέφτουν σαν άχυρα οι ώρες αβαρείς και αργοπόρες
    χαράζοντας το νερό με αδιόρατους κύκλους. Εδώ μέσα
    κανείς δεν μιλάει, κι αν μιλούσε δε θ’ ακούγονταν. Κι αν ‘ενα
    ποτήρι
    γείρη και πέση, πέφτει αθόρυβα μες στην παλάμη της σιωπής.
    Δε σπάει.

    Μόνο η αρχαία κραυγή του χωρισμού διαλυμένη στο νερό
    κάνει πιο σκοτεινό και βαθύ το πηγάδι.

    Γιάννης Ρίτσος -Από το «Σχήμα της απουσίας»

    8. Φωτογραφία ΙΙ

    Ακροβατείς σε σώματα.
    Τα μάτια σου λάμπουν. Πού κοιτάς;
    και τ’ αποστρέφεις. Θα ‘ναι μέρες στριμωγμένες.

    Τα πάντα όμως ήτανε το σώμα.
    Σ’ ένα δωμάτιο δίπλα στη θάλασσα
    και σ’ ένα καφέ χαρισμένο, στη ζάχαρη
    στα μανταρίνια, στο λάδι, στο ψωμί, στα χνότα
    και σ’ ένα κρυφά πληρωμένο δωμάτιο μικρών διακοπών.

    Αυτό που μένει
    είναι κάτι αγάπες σκασμένες, ίδια καρπούζια
    σε περβάζια που βλέπουν στη θάλασσα
    κι όλα σου τα σώματα
    τα μεταμορφωμένα.

    Ίσως και το παιδί που το ‘μαθαν ήσυχα να κοιμάται.

    Δημήτρης Αθηνάκης – Δωμάτιο μικρών διακοπών / ένα ποίημα μικρού μήκους και άλλα πλάνα [από την ενότητα Ζενερίκ]

    8. ΠΕΡΑ ΔΩΜΑΤΙΟ

    δεν είχε τοίχους παρά μόνο ένα τυφλό παράθυρο και μια μυστική καταπακτή που ανοίγει τις νύχτες για να τρυπώνουν τα ΟΝΕΙΡΑ…

    …κι όταν από το διπλανό δωμάτιο
    με την οργιώδη βλάστηση
    ακουγόταν η κουκουβάγια
    άνοιγε το ταβάνι στα δύο
    έμπαινε μέσα η άρκτος
    η μοναδική μου φιλενάδα…»

    ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΟΡΤΟΥΝΗ, «ΦΥΣΙΚΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ»

    H σκοτεινιά της κάμαρας θα ‘ρθει μαζί σου

    9. Η ποίηση

    Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου,
    σαν πέσει η νύχτα.
    Ένα πουλί ολάξαφνο,
    με φτερουγίσματα που μαχαιρώνουν τον αέρα,
    εισορμά κι ύστερα πάλι ησυχία επικρατεί.
    Ποτέ μου δεν ετόλμησα το φως ν’ ανοίξω

    Νίκος Καρούζος, (απόσπασμα)

    10. ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

    Σαν το τραγούδι της φάσσας όταν επίκειται μπόρα – Ο αέρας πασπαλίζεται βροχή, ήλιο αποβροχάρη που συνέρχεται –, κι εγώ ξυπνάω πλυμένος· καθώς σηκώνομαι, λυώνω· τον πρωτόβγαλτο τρυγώ ουρανό.

    Ξαπλωμένος και ακουμπώντας επάνω σου, σου τρώω την ελευθερία. Συμπαγής σβώλος είμαι χώματος που αποζητάει, που διεκδικεί το άνθος του.

    Να υπάρχει αναρωτιέμαι λαιμός άλλος λαξευμένος από τον δικό σου πιο ακτινοβόλος; Η ερώτηση είναι θάνατος!

    Της ανάσας σου η φτερούγα αφήνει ένα πούπουλο να πέσει πάνω στα φύλλα. Η ιχνογραμμή του έρωτά μου κυκλώνει τον καρπό σου, τον ρουφάει μετά.

    Διατελώ στη χάρη της όψης σου και τη σκεπάζουν με χαρά τα ερέβη μου.

    Τί καλή η κραυγή σου – τη σιωπή σου μου δωρίζει.

    RENÉ CHAR-Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    11. ο μυστικός κήπος

    κλείνουν τις πόρτες, τα παράθυρα
    βουλώνουν με κουρέλια κάθε χαραμάδα
    κι ενώ τα σκεύη στην κουζίνα ηχούν
    και το διπλό κρεβάτι τρίζει
    ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο

    ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο μυστικά
    μεταμορφώνεται σε πουπουλένιο στρώμα
    τα φύλλα και τα πράσινα κλαριά
    γίνονται επιδερμίδα, χείλη
    γίνονται κεντημένα μαξιλάρια

    με τα λουλούδια και τα σιντριβάνια του
    με χώμα μυρωμένο, αφράτο
    ανθίζει ο κήπος στο δωμάτιο
    τα γκρίζα πρόσωπα μιας άλλης εποχής
    θυμούνται και παράξενα φωτίζονται
    στου τοίχου τις παλιές φωτογραφίες

    ο κήπος κατακτά και παραδίδεται
    εξερευνά κι ανακαλύπτει
    με χίλιες δυο κραυγές, επιφωνήματα
    με αναστεναγμούς και βογκητά
    ως το μακρόσυρτο αχ και τη σιγή του τέλους

    όλα τριγύρω είναι καθημερινά
    κι όμως ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο
    ο προαιώνιος κήπος
    από το τίποτα σαν θαύμα ξαφνικά

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ -Από τη συλλογή Μυστικά και θαύματα ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας (2007)

    12. Το Ερωτικό Τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ

    (απόσπασμα)
    …Μες στο δωμάτιο οι κυρίες έρχονται και πάνε
    Και για τον Μικελάντζελο μιλάνε.

    Κι αλήθεια θα υπάρξει χρόνος
    Να αναρωτηθώ «Τολμώ; Τολμώ;»
    Χρόνος για να γυρίσω, τα σκαλιά να κατεβώ…

    «T.S.Eliot -Ποιήματα», Εκδόσεις Printa, μετάφραση Παυλίνας Παμπούδη

  2. Ciao Aggeliki!!!….

    -Μαρκ Στραντ, «Το δωμάτιο»

    «Είναι μια παλιά ιστορία, έτσι όπως συμβαίνει
    καμιά φορά το χειμώνα, καμιά φορά όχι.
    Ο ακροατής πέφτει στον ύπνο,
    οι πόρτες στα ντουλάπια της δυστυχίας του ανοίγουν

    και μες στο δωμάτιό του οι ατυχίες μπαίνουν-
    θάνατος την αυγή, θάνατος το βραδάκι,
    τα ξύλινα φτερά τους λαβώνουν τον αέρα,
    οι σκιές τους το χυμένο γάλα που ο κόσμος θρηνεί όταν είναι
    πια αργά.

    Υπάρχει μια δίψα γι’ απροσδόκητες καταλήξεις
    το πράσινο χωράφι όπου οι αγελάδες καίγονται σαν εφημερίδες,
    όπου ο αγρότης κάθεται και χαζεύει,
    όπου τίποτα. Όταν συμβαίνει, δεν είναι αρκετά φοβερό.»
    (Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, Ύψιλον/βιβλία)

    Το δωμάτιο – Στέλιος Ροΐδης
    Είναι τώρα. Είναι τώρα εδώ. Αυτό εδώ. Το δωμάτιο αυτό.
    Αυτό το δωμάτιο είναι τώρα εδώ. Εδώ που είμαι τώρα εγώ.
    Εδώ που είμαι εγώ. Εγώ. Του λείπουν μόνο το πάτωμα και η
    οροφή. Μόνο αυτά. Κατά τα άλλα πρόκειται για ένα κανονικό
    δωμάτιο. Όπως όλα όσα έχω μοιάζει. Έτσι μοιάζει και αυτό.
    Μοιάζει πάρα πολύ μάλιστα. Μοιάζει με τα άλλα δωμάτια.
    Δεν θα το έλεγα ξεχωριστό. Αυτό με ενοχλεί. Θα το ήθελα
    Ξεχωριστό. Ένα δωμάτιο ξεχωριστό δικό μου.
    Δεν είχα ιδέα όταν μπήκα. Δεν γνώριζα ότι θα μπω σε
    ένα δωμάτιο δίχως οροφή και πάτωμα. Βέβαια όλα τα
    δωμάτια εδώ έτσι είναι. Έτσι απορώ. Πως έκανα το λάθος.
    Πως περίμενα κάτι άλλο. Και έτσι φταίω. Φταίω για το δωμάτιο
    αυτό. Το δωμάτιο μου. Του λείπουν μόνο το πάτωμα και η οροφή.
    Κατά τα άλλα είναι άθικτο. Αλλά δεν πειράζει που του λείπουν
    το πάτωμα και η οροφή. Γιατί έτσι μπορώ να κοιτάζω.
    Μπορώ να κοιτάζω πάνω. Μπορώ να κοιτάζω κάτω.
    Μπορώ να δω. Μπορώ να βλέπω. Μπορώ να δω πράγματα
    που αλλιώς δεν θα τα έβλεπα ποτέ. Όσο και αν κοίταζα
    όπου και αν κοίταζα αυτά θα ήταν αδύνατον να τα δω.
    Πράγματα πέρα από πατώματα και οροφές. Πράγματα
    Ανήκουστα. Πράγματα δωματίου. Δικά μου πράγματα.
    Θέλω να τα κρατήσω σε αυτό και τα κρατάω σε αυτό.
    Το πώς μόνο εγώ το ξέρω. Όλοι γνωρίζουν πως είμαι
    ένας κανονικός άνθρωπος. Και είμαι. Είμαι κάτι
    περισσότερο από κανονικός. Είμαι ιδιαίτερα κανονικός.
    Ιδιαίτερα. Όλα τα κανονικά πράγματα τα ζω ιδιαίτερα.
    Κανονικά δεν θα έπρεπε να είμαι κανονικός. Και αυτό
    είναι το ιδιαίτερο. Ότι είμαι κανονικός. Και μόνο. Και
    Ολόκληρος.
    Είμαι κανονικός όπως τα πάντα γύρω μου. Όπως η κανονικότητα
    η ίδια. Όπως η διαφορά από κάτι κανονικό σε κάτι άλλο κανονικό.
    Έτσι ακριβώς. Όπως η απόσταση από την οροφή στο πάτωμα.
    Αυτή η απόσταση.
    Τι και αν δεν υπάρχει οροφή και πάτωμα. Εγώ τα επινόησα.
    Εγώ έφερνα σπίτι κάθε γεγονός. Κάθε απόσταση από το
    γεγονός. Μετά η απόσταση έμοιαζε τόσο με γεγονός.
    Δεν χρειαζόταν να επινοήσω τίποτα άλλο. Αυτό αρκούσε.
    Από τότε κοιμάμαι πια ήσυχος. Πιστεύανε ότι
    δεν θα έβρισκα τρόπο. Να κοιμηθώ. Να ξεκουραστώ.
    Να υπάρχω σε αυτό το δωμάτιο. Πιστεύανε ότι σε αυτό
    το δωμάτιο θα μου ήταν αδύνατον να υπάρξω. Αλλά
    τα κατάφερα. Και υπάρχω. Περισσότερο και από αυτούς
    εγώ υπάρχω, εγώ υπάρχω στο δωμάτιο αυτό. Κανονικός.
    Πιο παλιός και από εμένα τον ίδιο, εγώ βρίσκομαι εδώ.
    Βρίσκομαι εδώ για να είμαι πιο παλιός από εμένα που
    βρίσκομαι εδώ. Γιατί εδώ πρέπει να βρίσκομαι. Πρέπει
    να βρίσκομαι εδώ. Γιατί αυτή είναι η θέση μου. Αυτή
    είναι η μοίρα μου. Μια μοίρα παρόμοια με την μοίρα
    των άλλων, των άλλων. Των ανυπόφορων. Ποτέ τους
    δεν δέχονται την μοίρα τους. Ποτέ τους δεν δέχονται
    τη μοίρα μου. Ποτέ μου δεν γνώρισα ούτε ένα που να
    δέχτηκε ολόψυχα την μοίρα. Ποτέ τους δεν δέχτηκαν το
    πάτωμα. Όχι ποτέ τους δεν δέχτηκαν τα λόγια. Ποτέ τους
    δεν δέχτηκαν την οροφή. Όχι ποτέ τους δεν δέχτηκαν τα
    Λόγια. Θέλανε σταυρούς. Θέλανε σταυρούς να τους έχουνε
    στο χέρι. Ποτέ δεν τους αρκούσαν τα λόγια. Εμένα μου
    αρκούσαν. Αυτοί με σταυρούς πηγαίνανε και με
    Σταυρούς ερχόντουσαν και ποτέ τους δεν δεχόντουσαν τα
    λόγια. Θέλανε να με δουν. Να με δουν θέλανε. Και εγώ
    δεν είχα πόρτα. Κανείς δεν είχε ποτέ μια πόρτα να ανοίξει
    να μπουν οι Σταυροί. Μαθαίναμε τα λόγια μας. Τους τα
    μάθαινα εγώ. Και ήταν όλα ανοιχτά. Από πάνω από κάτω.
    Και ήμασταν κανονικοί. Και πόρτα δεν υπήρχε να ανοίξει,
    να μπεις να γνωρίσεις τον άλλον. Και έπρεπε να σταυρωθείς.
    Να σταυρωθεί και ο άλλος. Και τότε να τον δεις.
    Να τον δεις από πάνω. Δίχως από κάτω να είναι
    κανείς. Να τον δεις από κάτω. Δίχως από πάνω να είναι κανείς.
    Μόνο έτσι μπορούσες να δεις τον άλλον. Σε όλο του το μεγαλείο.
    Κανονικά. Να τον δεις να σε λυπάται. Την ώρα που τον βλέπεις.
    Να τον βλέπεις. Να σε λυπάται που τον βλέπεις. Όπως είναι.
    Χωρίς ποτέ να μπορείς να του το πεις. Γιατί εσύ το έκανες.
    Γιατί εσύ το έκανες. Δίχως πρόσωπο. Χωρίς πρόσωπο.
    Το πρόσωπό του δεν μπορείς να το δεις. Βρίσκεται πίσω από
    την πόρτα. Ακόμα. Εκεί. Εκεί δεν έχει πόρτα. Έχει ένα πρόσωπο.
    Ένα πρόσωπο μόνο. Ένα πρόσωπο. Στην δικιά σου θέση.
    Κανείς δεν έχει ένα πρόσωπο. Κανείς δεν έχει ένα πρόσωπο
    μόνο. Αν είχε ένα πρόσωπο μόνο θα είχε μια πόρτα να
    ανοίξει να βγει. Να βγει εκεί που θα έπρεπε να είναι η πόρτα.
    Εκεί που θα έπρεπε να είναι οι άλλοι. Εκεί που θα έπρεπε να
    είναι τα λόγια. Εκεί που θα έπρεπε να είναι αυτός. Μέσα στο
    δωμάτιο. Δίχως πάτωμα, δίχως οροφή, μέσα στο δωμάτιο.
    Μέχρι που μπορεί να φτάσει, μέχρι που μπορεί να πάει;
    Ποιος είναι ο ρόλος που επιτελεί το δωμάτιο αυτό;
    Όχι εδώ μέσα ο άνθρωπος δεν είναι ο ίδιος ο άνθρωπος
    εδώ μέσα ο άνθρωπος είναι ο άνθρωπος μετά.
    Εδώ μέσα ο άνθρωπος είναι ο άνθρωπος μετά από τον
    Άνθρωπο αργότερα. Είναι ο απώτερος άνθρωπος.
    Εδώ μέσα ο άνθρωπος δεν έχει σχέση με τον άνθρωπο
    που είναι εδώ μέσα.
    Είναι ο άνθρωπος μετά, από τον άνθρωπο που είναι εδώ.
    Είναι ο άνθρωπος μετά τον άνθρωπο που ήταν τότε.
    Ήδη είναι ο άνθρωπος μετά τον Σταυρό. Δεν χρειάζεται
    μια πόρτα να ανοίξει να βγει. Είναι πριν από την πόρτα.
    Είναι μετά από αυτήν. Είναι ο άνθρωπος μετά τα λόγια
    πριν τα λόγια πάνω και κάτω από τα λόγια. Είναι η
    Διαθήκη του. Και μετά από αυτήν. Και μετά από
    Αυτόν. Εδώ, στο δωμάτιο αυτό είναι ο άνθρωπος μετά
    από τον άνθρωπο αυτόν, ο ασεβής, ο βλάσφημος,
    ο αμαρτωλός, πάνω και κάτω από αυτό, άρα ούτε ασεβής,
    ούτε βλάσφημος, ούτε αμαρτωλός, μόνο μετά, μετά
    από οτιδήποτε, κάτι που ξέρει τα πάντα για το τότε,
    που ξέρει τα πάντα για το πώς, κάτι που δεν μπορεί να
    ζήσει πια δίχως αυτό, μετά τον Σταυρό ο άνθρωπος πια
    μπορεί να περάσει από το τοπίο με τους Σταυρούς
    και να γυρίσει το κεφάλι του αδιάφορος, η να μην γυρίσει
    το κεφάλι του καν, γέρνει το κεφάλι του στον Σταυρό και
    θυμάται την οροφή και το πάτωμα ακόμα, γιατί τα έχει
    περάσει όλα, δίχως πάτωμα χωρίς οροφή, ο άνθρωπος
    μετά, ο άνθρωπος μετά, εδώ, και πάνω από όλα, και πάνω
    από όλα, τώρα.»
    (Πηγή: http://www.vakxikon.gr/)

  3. «Το απόγευμα σήμερα
    ταιριάζει στο μοναχικό δωμάτιό μου.
    Αισθάνομαι όχι μόνο διάθεση,
    ανάγκη αισθάνομαι να εργαστώ
    την ποίηση. Ξαπλώνω στην πολυθρόνα μου
    με αφαιρέσεως τάση»

    ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

    Παιδικό δωμάτιο -Γιώργος Σταυριανός (ορχηστρικό)

    Ο χώρος του ποιητή

    Το μαύρο, σκαλιστό γραφείο, τα δυο ασημένια κηροπήγια,
    η κόκκινη πίττα τον. Κάθεται, αόρατος σχεδόν, στην πολυθρόνα,
    έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του. Πίσω από τα γυαλιά του, πελώρια και περίσκεπτα, παρατηρεί το συνομιλητή του,
    στ΄ άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μες στις λέξεις του,
    μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του, απόμακρα, άτρωτα,
    παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων στις λεπτές ανταύγειες
    ενός σαπφείρου που φορεί στο δάχτυλο τον, κι όλος έτοιμος
    γεύεται τις εκφράσεις τους, την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι
    υγραίνουν με τη γλώσσα τους θαυμαστικά τα χείλη τους.
    Κι εκείνος πανούργος, αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος, ανάμεσα στο ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια, σαν ζυγαριά στο χέρι του θεού ταλαντεύεται ολόκληρος,
    ενώ το φως του παραθύρου πίσω απ’ το κεφάλι του
    τοποθετεί ένα στέφανο συγγνώμης κι αγιοσύνης.
    «Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, —ψιθύρισε μόνος του—
    τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος».

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990)

  4. Καλή εβδομάδα, Αγγελική! Ευχαριστώ!!!

    -Τίτος Πατρίκιος, «Το δωμάτιο»

    «Ίσως περίμενες
    να σου μιλήσω για τον έρωτά μου
    μα το χαλάζι που έπεφτε στις στέγες
    ήταν σαν τ’ άρβυλα των νεοσύλλεκτων
    που τρέχουν για τη σύνταξη.
    Απ’ τις καινούργιες κάλτσες σου, θυμάμαι,
    είχε ξεφύγει ένας πόντος
    που τον κοιτάγαμε κι οι δυο βαριεστημένα.
    Αυτή η σιωπηρή μας κατανόηση
    που καταργούσε αυθαίρετο κι απρόβλεπτο
    λειτούργησε ως το χωρισμό.
    Όσο για τις πληγές που αργότερα θ’ ανοίγανε
    τίποτα δεν υποπτευθήκαμε την ώρα εκείνη
    όταν οι ματιές μας διασταυρώνονταν
    στον παλιό καθρέφτη πάνω απ’ το νιπτήρα,
    καθώς εσύ πουδραριζόσουνα
    κι εγώ έδενα τη γραβάτα μου.»
    (Τίτος Πατρίκιος, Λυσιμελής πόθος, Καστανιώτη & Διάττων)

  5. Ἀπὸ μιὰ ἄποψη ὅλα εἶναι ἐξίσου περιττά.

    Ἀπὸ μιὰ ἄποψη ὅλα εἶναι ἐξίσου περιττά.
    Ἡ κάμαρά σου ἀνοίγει πρὸς τὴν Ἀνατολή,
    παίρνει τὸν πρῶτον ἥλιον,
    ἀπολαμβάνει φῶς καὶ δροσιά,
    ὅταν ἐμεῖς μὲ κόπο γράφουμε τοὺς στίχους μας πρὸς τὴν ἄνοιξη.

    Ὁ χρόνος καμαρώνει
    σὰν μιὰ κοπέλλα στὸ μοναδικό σου καθρέφτη,
    ἐνῶ ἐμεῖς μάταια ξεδιαλύνουμε τὶς στιγμὲς
    γιὰ ν’ ἀπιθώσουμε σ’ ἕνα ὁρατὸ σημεῖο τὶς λύπες μας.

    Μὴν ἐνοχλεῖσαι ὅμως ἀπὸ τὴν εὐτυχία σου·
    μὴ βιαστεῖς νὰ κλείσεις τὸ παράθυρο,
    νὰ κάμεις σιγὴ στὸν ἑαυτό σου ἀπ’ τὸν ἀγέρα·
    μᾶλλον ἐπωφελήσου τῆς ἀπαντοχῆς,
    τοῦ περασμένου κόσμου θυμήσου τὴν ὑγρασία,
    τὴν ὑγρασία, ποὺ κρύβει καὶ ἡ καρδιά σου·
    φώτισε μ’ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ἀναπνοῆς σου,
    τὸ τέτοιο σκίρτημα!

    Γιώργος Σαραντάρης

    Nικηφόρος Bρεττάκος – Βραδιάζει

    Βραδιάζει στόν κόσμο, τά παράθυρα κλείνουν
    ἀνάβει τό φῶς καί τό ξένο δωμάτιο γίνεται
    ὁ κόσμος. Τά λίγα βιβλία μου πᾶνε
    κ’ ἔρχονται τότε, διασχίζουν τό χῶρο,
    σά νἆναι πρόσωπα φιλικά πού στά χέρια τους
    κρατᾶνε ψωμί, νερό φροῦτα, φάρμακα.
    Κ’ ἕνα ἀπ’ ὅλα τή νύχτα, ἀνοιχτό στίς σελίδες
    πού κλείνουν τά μάτια μου, μένει κοντά μου,
    στήν κουβέρτα μου πάνω– φύλακας ἅγγελος
    πού ἕπεσε μπρούμυτα κι ἀκούει τήν καρδιά μου.

    Από «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» (2ος τόμος) και την ενότητα ΡΙΕΤ’Α

    ΥΓ. Ήδη θα το κατάλαβες πόσο δύσκολο είναι το θέμα, Γιάννη!

  6. ….Όντως, δύσκολο το θέμα, Αγγελική… Αρκετά ανακαλύψαμε, αλλά πολύ δύσκολο να βρεθούν κι άλλα…

    -Γιάννης Ρίτσος, «ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ»

    “Πριν από εσένα ήσουν εσύ;/ Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας./ Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα/ τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι/ μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;». Έτσι/ πέταξα το ποτήρι απ΄το παράθυρο./ Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο: «υπάρχουμε».”
    (από τη συλλογή «ΥΠΕΡΩΟΝ»)

    -Κωνσταντίνος Καβάφης «Ο ήλιος του απογεύματος»

    Την κάμαρην αυτή, πόσο καλά την ξέρω.
    Τώρα νοικιάζονται κι αυτή κ’ η πλαγινή
    για εμπορικά γραφεία. Όλο το σπίτι έγινε
    γραφεία μεσιτών, κ’ εμπόρων, κ’ Εταιρείες.

    A η κάμαρη αυτή, τι γνώριμη που είναι.

    Κοντά στην πόρτα εδώ ήταν ο καναπές,
    κ’ εμπρός του ένα τουρκικό χαλί·
    σιμά το ράφι με δυο βάζα κίτρινα.
    Δεξιά· όχι, αντικρύ, ένα ντολάπι με καθρέπτη.
    Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε·
    κ’ η τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες.
    Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι
    που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.

    Θα βρίσκονται ακόμη τα καϋμένα πουθενά.

    Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι·
    ο ήλιος του απογεύματος τώφθανε ώς τα μισά.

    …Aπόγευμα η ώρα τέσσερες, είχαμε χωρισθεί
    για μια εβδομάδα μόνο … Aλλοίμονον,
    η εβδομάς εκείνη έγινε παντοτινή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: