Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (122ο): «Σκιά – ίσκιος»

-Τάσος Λειβαδίτης, «Οι σκιές μας»

«Και μέσα στο σπίτι υπήρχε το άλλο εκείνο σπίτι – εκεί που η
μητέρα ήταν ακόμα νέα κι ένα φλάουτο ακουγόταν το βράδυ, όπως
όταν οδηγούν έναν τυφλό.
Σ΄αυτό το σπίτι είχαμε μείνει κι εμείς για πάντα, ενώ καθώς
ανάβαμε τη λάμπα, το φως της έριχνε μόνον τις σκιές μας στο πάτωμα εδώ.»

-Άννα ντε Νοαϊγ (Anna de Noailles), «Οι σκιές»

«Όταν πια θα ‘μαι κουρασμένη
εδώ να ζω μόνη και ξένη
χρόνους αβίωτους,
θα πάω να δω τη χώρα που ‘ναι
οι ποιητές και καρτερούνε
με το βιβλίο τους.

Francois Villon, σκιά μου φίλη,
που ταπεινά καθώς οι γρύλοι
ετραγουδούσες,
πόσο η ψυχή μου θα σ’ επόνει,
όταν σ’ απρόσμενε η αγχόνη
κι έκλαιαν οι Μούσες!

Τάχα τρεκλίζοντας ακόμα,
Βερλαίν, κρατάς αυλό στο στόμα,
δεύτερος Παν,
πάντα είσαι απλός και θείος εσύ,
μεθώντας με οίστρο με κρασί,
pauvre Lélian;

Και τέτοιο αν είχες ριζικό,
που άλλο δεν είναι πιο φριχτό,
Ερρίκε Χάινε,
ουτ’ έτσι ωραίο σαν το δικό σου,
στα χέρια μου το μέτωπό σου
γύρε και πράυνε.

Εμένα διάβηκε η ζωή
όλη ένα δάκρυ, απ’ το πρωί
έως την εσπέρα.
Κι άλλο πια τώρα δε μου μένει,
παρά, θεοί μου αγαπημένοι,
να ‘ρθω εκεί πέρα.»

(μετάφραση: Κ.Γ. Καρυωτάκης,
«Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης» Χριστόφορος Λιοντάκης, Καστανιώτη)

-Τζόυς Μανσούρ, [Η σκιά σου…]

«Η σκιά σου χωρίς στόμα
χωρίς πόρτα η κάμαρή σου
τα μάτια σου χωρίς βλέμμα
χωρίς έλεος χωρίς χρώμα
οι πατημασιές σου πάνε
χωρίς ν’ αφήνουνε αχνάρια
προς ένα φως από φωνές
ασίγαστες, που είναι η κόλασή μου.»

-PEDRO SALINAS, «Τη σκιά σου σμιλεύω»

Τη σκιά σου σμιλεύω.
Της έχω ήδη αφαιρέσει τα χείλη,
τα κόκκινα και σκληρά: έκαιγαν.
Θα σ’ τα ‘χα φιλήσει
πολύ περισσότερο.
Υστερα σταματάω τα μπράτσα σου,
τα σβέλτα, τα μακριά, τα νευρώδη.
Μου πρόσφεραν τον δρόμο
για να σ’ αγκαλιάσω.
Σου αφαιρώ το χρώμα, τον όγκο.
Σου κόβω το πέρασμα. Ερχόσουν
κατευθείαν σ’ εμένα. Εκείνο που πιότερο
πόνο μου έδωσε, επειδή σώπασες,
είναι η φωνή σου. Πυκνή, τόσο θερμή,
περισσότερο χειροπιαστή απ’ το σώμα σου.
Αλλά ήδη ετοιμαζόταν να μας προδώσει.
Ετσι
η αγάπη μου είναι ελεύθερη, λυτή
με την αποσαρκωμένη σκιά σου.
Και μπορώ να ζω μέσα σου
χωρίς να φοβάμαι
εκείνο που περισσότερο ποθώ,
το φιλί σου, την αγκαλιά σου.
Να υπάρχω με τη σκέψη πάντα
στα χείλη, στη φωνή,
στο σώμα
που εγώ ο ίδιος σου απέσπασα
για να μπορέσω, δίχως αυτά,
να σ’ αγαπήσω.
Εγώ, που τ’ αγαπούσα τόσο!
Και ν’ αγκαλιάσω ατέλειωτα, χωρίς λύπη
-καθώς φεύγει ασύλληπτη,
με τη μεγάλη μου αγάπη ξοπίσω της
η σάρκα στον δρόμο της-
το μόνο δυνατό σου σώμα:
το γλυκό, ιδεατό σου κορμί.»
(Ποίημα του Ισπανού ποιητή, από το poema.ρ, μτφρ.: Virginia López Recio)


-Γ. Σεφέρης, «Ο άνθρωπος που του ’κλεψαν τον ίσκιο»

«Θα σου πάρουν τον ίσκιο των δέντρων, θα τον πάρουν
θα σου πάρουν τον ίσκιο της θάλασσας, θα τον πάρουν
θα σου πάρουν τον ίσκιο της καρδιάς, θα τον πάρουν
θα πάρουν τον ίσκιο σου…»
(Γ. Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων, Β’)

-Γιάννης Ρίτσος «Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού»

«Τις νύχτες του χειμώνα, σαν έβρεχε,
κατέβαιναν ορμητικά ποτάμια απ’ το βουνό` συλλογιζόμουνα
πως θα σαρώσουν το σπίτι, τις κολώνες , τους τάφους
κι ακόμη το ίδιο το βουνό – κ’ είταν μια παρηγοριά
πάντοτε το νερό – μια ιδέα κίνησης – μια ιδέα
πως μες στη γενική καταστροφή θα καταστρέφονταν
κι ό,τι μας είχε καταστρέψει.
Το καλοκαίρι πάλι,
έκαιγε ακέριο το βουνό σαν καμίνι,
άχνιζε με τα πέτρινα ρουθούνια του, σαν παράξενο τέρας,
το καυτερό του χνώτο καταπρόσωπο στο σπίτι μας` διατηρούσε τη ζέστα
πιο πέρα απ’ τα μεσάνυχτα, ως τις 2 ή τις 3. Και τα τζιτζίκια
ανόητα, ματαιόσχολα, όλη μέρα (και τη νύχτα ακόμη)
χτυπούσαν στα μικρά ταμπούρλα τους το σύνθημα
ενός φωτεινού συναγερμού, χωρίς αιτία ή κίνδυνο
ή τουλάχιστον κίνδυνο ορατό – τα συνηθίσαμε κι αυτά` σχεδόν πια δεν
ακούγαμε
αυτούς τους φλύαρους νάνους στρατιώτες των ζεστών μεσημεριών
μέσα σε καλοκαίρια τόσο απέραντα και φωτεινά σαν πεθαμένα
όταν η λιγοστή δροσιά κατέφευγε στις σκεπασμένες στέρνες
ή στις στοές των νεκρών όπου λιώναν τα ρούχα τους
και σκούριαζαν απ’ την υγρασία οι χρυσές υδρίες που απαοθέσαμε
πλάι τους.

Τότε το μόνο που σου θύμιζε πως είσαι ζωντανός
είταν ο ιδρώς στο μέτωπό σου που μούσκευε το μαξιλάρι
και προπάντων ο ιδρώς στο λαιμό σου
μ’ αυτήν την ταπεινωτικήν ενόχληση και την επίγνωση
για τη μικρότητα αυτής της ενόχλησης που επεκτεινόταν
σε μιαν απέραντη, διεισδυτική δυσφορία ως τις ρίζες του κόσμου
που πάνω της έπλεαν μονάχα οι μύγες,
κάτι μεγάλες, μαύρες μύγες, βουερές κι αναίσχυντες.

Ίσως γι’ αυτό οι δικοί μας ξενητεύτηκαν,
κατέβηκαν στα παράλια, ετοίμασαν καράβια,
έκαναν εκστρατείες και ναυμαχίες, λέει,
μόχθησαν κ’ ίδρωσαν αλλιώς, ίσως μονάχα
για να ξεπλύνουν τον ιδρώτα του βουνού μες στο νερό, να γλυτώσουν
από τούτον τον κάθετο βράχο` – δεν ξέρω
να ορίσω το τι και το πώς- όλα μπλέκονται:
εκείνες οι ζεστές, στυφές μυρουδιές της φτέρης, του σκίνου,
της πέτρας, της μούχλας, του ασβέστη, στα φλογερά μεσημέρια,
ο ιδρώτας, τα τζιτζίκια, το βουνό, τα καράβια,
οι σκοτωμένοι στη στεριά κ’ οι πνιγμένοι
όταν τους ξέβραζε η θάλασσα σ’ ένα στρωτό ακρογιάλι
μια νύχτα, μ’ ένα κίτρινο φεγγάρι καρφωμένο σ’ ένα ακόντιο,
κι ούτε είχαν μια λαβωματιά οι πνιγμένοι στο σώμα τους –
πώς πέθαναν λοιπόν; – ποτέ μου δεν είδα πνιγμένους.
Και τ’ ασημένιο φάσμα μιας σφαγμένης κόρης
να κυματίζει ανάερο πάνω απ’ τους πνιγμένους
μ’ ένα μακρύ κρίνο στα χέρια, – άχραντη, απείραχτη
απ’ τον ιδρώτα κι απ’ τους άσημους, τους τρωκτικούς δικούς μας πόνους.

Μπορεί και να μην ενοχλούνται οι άντρες απ’ αυτά
τα εξευτελιστικά ρυάκια του ιδρώτα
που σε χρησιμοποιούν αυθαίρετα για κοίτη τους
σα νάσουν πέτρα ή χώμα ή καμένο χορτάρι. Δεν ξέρω.
Αυτοί, τα μεσημέρια, κατέφευγαν στα δημόσια λουτρά
παίζοντας ίσως και γελώντας γυμνοί, κυνηγώντας
ο ένας τον άλλον, καταβρέχοντας
ο ένας τον άλλον, με μεγάλα λαγήνια, – πώς μπορεί
να τρέχει ή να γελάει κανένας
όταν είναι γυμνός; – ποτέ δεν κατάλαβα. Όταν έβγαιναν
απ’ τα λουτρά ( τους συνάντησα κάποτε) είταν πιο όμορφοι,
πιο ευγενικοί, σαν αόριστα ένοχοι` – τα πρόσωπάτους,
δροσερά τότε και ρόδινα, υπογράμμιζαν
μια παράξενη, παρθενική συστολή, και τότε μόνο αισθάνθηκα
πως και οι άντρες μπορεί νάναι μονάχοι και μπορεί να πεθάνουν.

Εκείνοι, βέβαια, το ξεχνούσαν ή ποτέ δεν το σκέφτονταν. Τ’ απογεύματα
ακούγονταν απ’ το στίβο οι ιαχές των θεατών. Τότε οργιζόμουν`
σκέφτηκα μάλιστα κάποτε να δωροδοκήσω
το γέρο – φύλακα των αποδυτηρίων για να τους θυμίσει,
την ώρα ακριβώς που θάταν μεθυσμένοι απ’ τη νίκη τους,
την ώρα ακριβώς που θάταν αφημένοι στην εξαίσια κούρασή τους,
την ώρα ακριβώς που θάταν υπερήφανα γυμνοί κι απροστάτευτοι
να τους θυμίσει πως κι αυτοί θα γεράσουν,
να τους θυμίσει προπάντων πως κι αυτοί θα πεθάνουν. Ποτέ δεν το τόλμησα.»

(Γιάννης Ρίτσος , Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού στη συλλογή Τέταρτη διάσταση, Κέδρος)

-Γ. Σουρής, «Στὸν ἴσκιο μου»

«Βρὲ ἴσκιε μου γιατί μ᾿ ἀκολουθεῖς;
Δὲ μ᾿ ἀφήνεις μόνο μου νὰ τρέχω;
Βρὲ ἴσκιε μου, δὲ πᾶς νὰ μοῦ χαθεῖς,
πρέπει κι ἐσένα σύντροφο νὰ ἔχω;
Πότε στραβὸ σὲ βλέπω πότε ἴσο,
πότε μακρὺ σὰ σούβλα, πότε νᾶνο,
τὴ μιὰ πηγαίνεις μπρός, τὴν ἄλλη πίσω
σὲ ἀπαντῶ ἐδῶ, ἐκεῖ σὲ χάνω.
Χωρὶς νὰ βλέπεις, πιάνεις ὅτι πιάνω,
μὲ ὁδηγεῖς ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὁδηγῶ.
Καὶ τέλος πάντων κάνεις ὅτι κάνω
καὶ εἶσαι ἄλλος, δεύτερος, ἐγώ.
Βρὲ ἴσκιε μου, γιατί μ᾿ ἀκολουθεῖς;
Βρὲ ἴσκιε μου δὲ πᾶς νὰ μοῦ χαθεῖς…
Σὲ ἀπαντῶ στὸ σπίτι καὶ στὸ δρόμο
καὶ μοῦ γεννᾷς πολλὲς φορὲς τὸν τρόμο.»

Advertisements

Single Post Navigation

7 thoughts on “Πες το με ποίηση (122ο): «Σκιά – ίσκιος»

  1. Με κατέλαβες εξαπίνης, φίλτατε.

    1. Κάτω ἀπὸ σκιὲς καὶ φῶτα

    Τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκα-
    κεῖνα τὰ χρόνια, μοῦ ῾χε ὁ Θεὸς
    φυλάξει τὰ δέντρα.
    Ἦταν ἀστέρια στὸν οὐρανό…
    Μπροστά μου ὁ Ταΰγετος στεκόταν ἀνέπαφος…
    Ἦταν ὁ κόσμος τοῦτος τόσο ὄμορφος, ποὺ μπέρδευε εὔκολα
    κανεὶς τὰ φαινόμενα…
    Τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκα-κεῖνα τὰ χρόνια,
    δὲν πλανιότανε οὔτε ὑποψία κακῆς φωτιᾶς στὸν ὁρίζοντα.

    Νικηφόρος Βρεττάκος

    Εξαιρετική μελοποίηση:
    Κι αν έσβησε σαν ίσκιος-Xαΐνηδες

    2. [Κι αν έσβησε σαν ίσκιος…]

    Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
    κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
    κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
    πουλάκι με σπασμένα τα φτερά·

    κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
    στον κήπο της καρδιά μου μαραθεί,
    το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
    κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί·

    κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
    βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ
    — καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
    σα βλέπω το μεγάλον ουρανό,

    η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
    και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
    μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
    μου λέει για κάποια που ’ζησα ζωή!

    Κ.ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, Νηπενθή

    3. Η εποχή των σκιών

    Είμαστε εδώ
    Χωρίς να είμαστε
    Αναπνέουμε
    Περπατάμε
    Μισούμε
    Αγαπάμε
    Αγοράζουμε
    Πουλάμε
    Μόνο και μόνο
    Για να δικαιολογούμε
    Την απουσία μας

    Πώς μπορεί να ονομάζεται
    Ένας κόσμος
    Φτιαγμένος από σκιές
    Ανύπαρκτων σωμάτων
    Οι καθρέφτες αποτυπώνουν
    Εντυπώσεις δυνατών ψευδαισθήσεων πόνου

    Είμαστε όλοι
    Ασθενικά αιμορραγούντα φαντάσματα
    Μάταια προσπαθούμε ν’ αφήσουμε τα χνάρια μας
    Για την εποχή των πραγμάτων
    Που θα ακολουθήσει
    Τη δικιά μας εποχή των σκιών

    Γιάννης Αγγελάκας – «Πώς τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε;», 1999

    4. «Η νύχτα δίψασε για ίσκιους»

    «Η νύχτα δίψασε για ίσκιους
    για χείλη δίψασε η πηγή
    στενάζει ο άνεμος στα φύλλα
    κι είναι η σελήνη μοναχή.

    Μα εγώ διψώ για ένα τραγούδι
    να φτάνει ως τους ουρανούς
    δίχως φεγγάρια δίχως κρίνους
    και δίχως έρωτες νεκρούς.

    Ένα τραγούδι όλο γαλήνη
    ένα τραγούδι φωτεινό
    παρθένο από την αγωνία
    κι από τη θλίψη ορφανό».

    Federico Garcia Lorca / Ελληνική απόδοση Σωτήρης Τριβιζάς

    5. Θα σου πάρουν τον ίσκιο των δέντρων, θα τον πάρουν
    θα σου πάρουν τον ίσκιο της θάλασσας, θα τον πάρουν
    θα σου πάρουν τον ίσκιο της καρδιάς, θα τον πάρουν
    θα πάρουν τον ίσκιο σου…
    15.3.1947

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

    6. «Η Σκιά του Ομήρου»

    Έλαμπε αχνά το φεγγαράκι, ειρήνη
    όλην, όλην την φύση ακινητούσε,
    και μέσα από την έρημη την κλίνη
    τ’ αηδόνι τα παράπονα αρχινούσε,
    τριγύρω γύρω η νυκτική γαλήνη
    τη γλυκύτατη κλάψα ηχολογούσε.
    Απάντεχα βαθύς ύπνος με πιάνει.

    Στο ακρογιάλι αναπαύοταν ο γέρος
    στα παλιά τα ρούχα του, σχισμένα,
    εκινούσε το φύσημα του αέρος
    τα αριά μαλλιά του, όλ’ ασπρισμένα,
    και αυτός στο πολύαστρο του αιθέρος
    τα μάτια εστριφογύριζε σβησμένα.

    Αγάλι αγάλι ασηκώθη από χάμου
    και, ωσάν νά ‘χε το φως του, ήλθε κοντά μου.

    [Διονύσιος Σολωμός, Άπαντα, τ. Α΄. Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 71999, σ. 58]

    7. Οι Ξύλινες Σκιές

    Ένα ξύλινο βιβλίο
    Ένα ξύλινο ποίημα
    Ένα ξύλινο λουλούδι
    Ίσως
    Οι σκιές που ενώθηκαν
    Στον πλανήτη του τίποτα

    Χίβα Παναχί «Τα μυστικά του χιονιού» (Εκδ. Μαΐστρος)

    Ο ίσκιος έπεσε βαρύς, Φαραντούρη

    8. Πέντε μικρὰ θέματα
    ΙΙ
    Ἴσκιοι βουβοὶ ἀραγμένοι στὴ σκάλα
    Μάτια θολὰ ποὺ κράτησαν εἰκόνες θαλασσινὲς
    Κύματα μὲ τὴ γλυκιὰν ἀγωνία στὴν κάτασπρη ράχη
    Γυμνὸς κυλίστηκα μέσα στὴν ἄμμο μὰ δὲν ὑποτάχτηκα
    Καὶ δὲν ἀγάπησα μόνον ἐσένα ποὺ τόσο μὲ κράτησες
    Ὅπως ἀγάπησα τὰ ναυαγισμένα καράβια μὲ τὰ τραγικὰ ὀνόματα
    Τοὺς μακρινοὺς φάρους, τὰ φῶτα ἑνὸς ἀπίθανου ὁρίζοντα
    Τὶς νύχτες ποὺ γύρευα μόνος νὰ βρῶ τὸ χαμένο ἑαυτό μου
    Τὶς νύχτες ποὺ μόνος γυρνοῦσα χωρὶς κανεὶς νὰ μὲ νιώσει
    Τὶς νύχτες ποὺ σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αὐταπάτη.

    ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

    9. Να εμποδίζεις τις σκιές

    Είσαι εδώ
    για να με προστατεύεις:
    να εμποδίζεις τις σκιές να δράσουνε,
    το θάνατο
    να γίνει τρέλα.

    Χρίστος Λάσκαρης

    10. ΙΙΙ
    Στο σπίτι είμαστε όλοι νεκροί.
    Στις θέσεις μας δεν είναι κανείς.
    Ίσκιοι κοιτούν μόνο ο ένας τον άλλο
    Είμαι ένας ίσκιος κι εγώ.
    Στον τοίχο.
    Σ’ αυτό το ποίημα
    Τα κεριά στα κηροπήγια είναι νεκρά.
    Ενώ λύκοι συνωμοτούν.
    Στους ήχους του δάσους.

    ΝΑΝΑ ΗΣΑΪΑ, Αυτό το περίεργο ον (αποσπάσματα)

    Ας θυμηθούμε έναν υπέροχο Τσιτσάνη.
    ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ – Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ

    11. Φως και σκιά σε παιδική ηλικία*

    Η παιδική ηλικία είναι η ποίηση της ζωής
    Η ποίηση είναι η παιδική ηλικία του κόσμου
    του Bοris A. Nονak (Σλοβενία)

    Οι μεγάλοι ακούνε τις λέξεις αλλά δεν τις προσέχουν.
    Οι μεγάλοι διαβάζουν τις λέξεις αλλά δεν τις νιώθουν.
    Οι μεγάλοι αρθρώνουν τις λέξεις αλλά δεν τις γεύονται.
    Οι μεγάλοι γράφουν τις λέξεις αλλά δεν τις οσμίζονται.
    Οι μεγάλοι, όταν μιλούν, δε δίνουν καμιά σημασία στις λέξεις,
    κι έτσι οι λέξεις πνίγονται στη θλίψη και στη μοναξιά.
    Οι μεγάλοι χρησιμοποιούνε τις λέξεις αλλά δεν τις αγαπούν.
    Κι έτσι οι λέξεις μαραζώνουν και φθείρονται.

    ‘Ομως με τα παιδιά είν’ αλλιώς.
    Τα παιδιά παίζουνε με τις λέξεις.
    Το παιχνίδι δυναμώνει τις μαραζωμένες λέξεις.
    Το παιχνίδι διώχνει από τις φθαρμένες λέξεις τη σκουριά
    και τους ξαναδίνει τη λάμψη τους τη νεανική.
    Το παιχνίδι φέρνει στη ζωή νέες, πρωτάκουστες λέξεις,
    όλο φρεσκάδα και ομορφιά.

    Τα παιδιά τις ακούνε τις λέξεις.
    Οι λέξεις είναι η μουσική της ανθρώπινης φωνής.
    Τα παιδιά τις νιώθουν τις λέξεις.
    Είναι απαλές; σκληρές; στρογγυλές; αιχμηρές;
    Τα παιδιά τις γεύονται τις λέξεις.
    Είναι γλυκές; αλμυρές; ξινές; πικρές;
    Τα παιδιά τις μυρίζουν τις λέξεις.
    Οι λέξεις είναι η γύρη στ’ άνθη των πραγμάτων.
    Τα παιδιά τις αγαπούν τις λέξεις.
    Γι’ αυτό και οι λέξεις αγαπούν τα παιδιά.
    Οι μεγάλοι κοιτάζουν τα χρώματα.
    μα δεν τα βλέπουν.
    Οι μεγάλοι ξέρουν τα σχήματα,
    μα δεν καταλαβαίνουν τη λαλιά τους.
    Οι μεγάλοι ζουν στο φως κι από το φως ,
    μα δεν το προσέχουν καθόλου.

    Οι μεγάλοι ρίχνουν μακριές σκιές,
    μα δεν παίζουν μαζί τους.
    Οι μεγάλοι πιάνουν χώρο πολύ (στ’ αλήθεια πάρα πολύ),
    μα ποτέ, ούτε για μια φορά. δε θαυμάζουν την απλοχωριά.
    Οι μεγάλοι βλέπουν τον κόσμο με τα μάτια κλειστά.
    Γι’ αυτό και ο χώρος στενεύει, οι σκιές πεθαίνουν,
    το φως σκοτεινιάζει, τα χρώματα ξεθωριάζουν,
    και τα σχήματα μένουν σιωπηλά.

    Με τα παιδιά είν’ αλλιώς.
    Τα παιδιά κοιτάζουν τον κόσμο με μάτια ορθάνοιχτα
    και θαυμάζουν τα πάντα.
    Τα παιδιά παίζουν με τα χρώματα και τα σχήματα.
    Το παιχνίδι διώχνει τη σκόνη από τα ξεθωριασμένα χρώματα
    και τα ξανακάνει φωτεινά, όπως όταν πρωτόγιναν.
    Το παιχνίδι φέρνει στη ζωή νέα σχήματα,
    πρωτόφαντα και πρωτάκουστα, όλο φρεσκάδα και ομορφιά.

    Τα παιδιά τα βλέπουν τα χρώματα.
    Τα χρώματα είναι το φως σε παιδική ηλικία.
    Τα παιδιά την καταλαβαίνουν τη λαλιά των σχημάτων.
    Είναι ομαλά; μυτερά; ζωηρά; λυπητερά;
    Τα παιδιά νιώθουν, τα παιδιά ανασαίνουν,
    τα παιδιά βλέπουν το αόρατο φως.
    Το φως είναι η μάνα του κόσμου.
    Σκιές ρίχνουν βέβαια και τα παιδιά, όμως παίζουν μαζί τους.
    Οι σκιές είναι τυφλές, γι’ αυτό και το φως τις παίρνει απ’ το χέρι –
    όπως και τα παιδιά.
    Τα παιδιά θαυμάζουν το χώρο και την απεραντοσύνη του.
    Τα παιδιά αγαπούν πολύ τις ζωγραφιές.
    Γι’ αυτό κι οι ζωγραφιές αγαπούν πολύ τα παιδιά.

    III
    Κάθε ποιητής είναι ένα μεγάλο παιδί.
    Και κάθε παιδί ένας μικρός ποιητής.
    Κάθε ζωγράφος είναι ένα μεγάλο παιδί
    Και κάθε παιδί ένας μικρός ζωγράφος.
    …………………………………………….
    (Μετάφραση: Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου)
    (*) Από το μήνυμα της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα

    ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ – ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ

    12. Ἡ σκιά μου, παιχνίδι τοῦ ἥλιου μόνο.
    Φοράει στολὴ δισταγμοῦ.
    Δὲν ἔχει ἀκόμα προφθάσει νὰ εἶναι
    σύντροφός μου ἢ καταδότης.
    Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
    πέρασ᾿ ἐπάρκεια κάποτε.

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1948 (απόσπασμα)

    13. Να στέκεσαι στη σκιά
    της ουλής στον άνεμο.
    Για-κανέναν-και-για-τίποτα-να-στέκεσαι.
    Αγνώριστος,
    για τον εαυτό σου
    μόνο.
    Με όλα για όσα μέσα της υπάρχει χώρος,
    ακόμα και χωρίς
    γλώσσα.
    Πάουλ Τσέλαν, μτφρ. Νίκος Ερηνάκης

    14. Απλώθηκαν οι σκιές

    Απλώθηκαν οι σκιές,
    πιάσανε τις γωνίες,
    στέκονται τώρα ύπουλα.
    Λίγο το βλέμμα σου
    να αποτραβήξεις,
    εκείνες έχουν κάνει
    ένα ακόμα βήμα.

    Σου λένε:
    Στένεψε ο καιρός,
    δεν προλαβαίνεις πια
    να διορθώσεις τίποτα.
    Σου λένε:
    Σε λίγο
    θα σ’ αγγίξουμε,
    ετοιμάσου.

    Καίτη Βασιλάκου

    15. Το Σχήμα της σκιάς μας.

    Το σχήμα της σκιάς μας
    είμαστε εμείς
    Ψηλόλιγνοι, γιγαντόσωμοι
    ή μικροσκοπικοί
    άλλοτε ελλιπείς
    με κίνηση γοργή,
    νωθρή, σταθερή
    και πάντα κωμική.

    Γελάμε μαζί της
    όπως στο θέατρο σκιών.
    Σαν τρέξουμε να την προφτάσουμε
    μας ξεγλιστρά
    σαρκαστικά και ανέγγιχτα.

    Προπορευόμενη ή ακολουθώντας μας
    η σκιά μας είμαστε εμείς.

    ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΡΟΝΗΣ

    Σκιές και χρώματα –Ελευθερία Αρβανιτάκη

    16. Φως κάθετο
    φως εσύ˙ αψηλό φως εσύ,
    φως, χρυσάφι˙
    φως ασπαίρον,
    φως εσύ.

    Και ‘γω η τυφλή, κουφή, βουβή, μαύρη οριζόντια σκιά.

    (Juan Ramón Jiménez)

  2. … «Εξ απίνης», αλλά πλούσια τα ποιητικά – μουσικά «ελέη» σου!!!… Bravissima!!!

    *Ένα πολύ ωραίο βίντεο με ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Κ. Μπαλάφα…

    -«Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
    Πάντα εσύ τ’ αστεράκι καί πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
    Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά»
    (Ο. Ελύτης)

    -«(Πώς θα ζήσουμε με μια κατάμαυρη σκιά στη θύμηση επάνω;
    Πώς θα κοιμίσουμε τα είκοσι χρόνια μας στη θάλασσα της λησμονιάς;)»
    (Μ. Αναγνωστάκης)

    -Τάκης Βαρβιτσιώτης, «Κλειδώνω τους ίσκιους»

    «Κλειδώνω τους ίσκιους
    Στην κάμαρά μου
    Τις παγωμένες θύμησες
    Τα ημερολόγια
    Τα κιτρινισμένα
    Κι αφήνω μόνο
    Το άστρο μου
    Να βυθιστεί
    Ολόφωτο
    Μέσα στο χρόνο»
    (Τ. Βαρβιτσιώτης, Όχι πια δάκρυα, Κέδρος)

    -Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Ίσκιοι»

    «Ίσκιοι εδώ ως ροδόφυλλα,
    παρέκει μολυβένιοι,
    ίσκιοι γοργοτρεχούμενοι
    κι αργοί και καρφωμένοι,
    άγγιχτα χάδια των ματιών
    και των καρδιών τρομάρες,
    απ’ τα αιθέρια, λες, κινούν
    οι χάρες και οι λαχτάρες,
    κι από στεριές και πέλαγα
    σας σέρνουν, λες οι ανέμοι
    μες στην ανθρώπινη ψυχή
    που χαίρεται και τρέμει…»
    (Μ. Μαλακάσης, Άπαντα, ALVIN REDMAN-HELLAS)

    – Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Στη σκιά του φίλου μου Ε.Δ.»

    «Όλο το σπίτι ειν’ από σένα
    πλημμυρισμένο και γεμάτο,
    μέρα και νύχτα, απάνω – κάτω,
    μπροστά στα μάτια τα κλαημένα,
    περνάει το φάντασμά σου, να το.

    Σβηστά τα φώτα, ή αναμμένα,
    το ίδιο, εκείνο, απάνω – κάτω,
    γυρνά στο σπίτι το γιομάτο,
    κι ένα προς ένα τον καθένα,
    κοιτάζει και τραβιέται… να το.

    Κι όταν το σπίτι, στα θλιμμένα
    μεσάνυχτα, σιωπή γιομάτο
    πλέει στο σκοτάδι, απάνω – κάτω,
    τότε, με χέρια σταυρωμένα,
    στέκει το φάντασμά σου, να το,
    μπρος στα βιβλία τα σφραγισμένα…»
    (Μ. Μαλακάσης, Άπαντα, ALVIN REDMAN-HELLAS)

    -Ζακ Πρεβέρ, «Οι σκιές»

    «στέκεσαι εκεί
    Απέναντί μου
    Λουσμένη στου έρωτα το φως
    Κι εγώ
    Στέκομαι εδώ
    Απέναντί σου
    Στης ευτυχίας τη μουσική
    Αλλά η σκιά σου
    Εκεί πάνω στον τοίχο
    Παραμονεύει τα λεπτά τα δευτερόλεπτα
    Των ημερών μου
    Κι η σκιά η δική μου
    Κάνει το ίδιο
    Κατασκοπεύει τη δική σου ελευθερία
    Όμως παρ’ όλα αυτά εγώ σ’ αγαπώ
    Και μ’ αγαπάς κι εσύ
    Όπως κανείς το καλοκαίρι
    Τη μέρα ή τη ζωή αγαπάει
    Όπως οι ώρες
    Η μια την άλλη ακολουθούν
    Χωρίς ποτέ τους να σημαίνουνε ταυτόχρονα
    Έτσι κι οι δυο σκιές μας
    Ακολουθούν η μια την άλλη
    Σαν δυο σκυλιά από την ίδια μάνα
    Λευτερωμένα από κοινή αλυσίδα
    Στον έρωτά τους εχθρικά
    Πιστά μονάχα στον αφέντη
    Ή στην κυρά τους
    Σκυλιά που περιμένουνε μ’ υπομονή
    Και τρέμοντας από την αγωνία
    Το χωρισμό των εραστών
    Που περιμένουν να τελειώσει
    Η αγάπη κι η ζωή μας
    Που περιμένουν να τους ρίξουμε τα κόκκαλά μας
    Για να τα πάρουν
    Να τα κρύψουν να τα παραχώσουν
    Και να κρυφτούν κι αυτά μαζί και να χαθούν
    Κάτω απ’ τις στάχτες της επιθυμίας
    Μες στα συντρίμμια του Καιρού.»
    (Ζακ Πρεβέρ, Θέαμα & ιστορίες, ΥΨΙΛΟΝ/ΞΕΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ)

  3. 1. ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΕΝΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΔΥΝΑΣΤΗ

    Έζησα τη ζωή μου στη σκιά ενός άγνωστου δυνάστη
    που σκέπαζε το όνομά μου με το κύρος του και
    τα λόγια μου τα μοίραζε στο λαό με λίστες δίβουλων μηνυμάτων που τα ήθελε διακηρύξεις
    Έτσι ο κόσμος με ξέχασε
    Δεν με βρήκε ποτέ από τότε γιατί
    με ρούφηξαν οι χίμαιρες σε χειμαρρώδη δίνη και με ξεβράσανε νωρίς στο συμπαγές ανύπαρκτο

    Έκτοτε παρέμεινε η φαντασία μου σαν αντίδοτο σε κάθε φαντασία
    Η ζωή ανοίγει εύκολα τρύπες αλλά δεν κλείνει καμία
    Με τον καιρό κατάλαβα πως
    οι ζωντανοί στρατολογούν τους νεκρούς στη διαβίου μάχη τους με το απόλυτο
    Οι νεκροί είναι αρματωμένοι με μνήμες που αραχνιάσανε στο χρονοντούλαπο

    Δεν κερδίζεις με μνήμες το απόλυτο
    μόνο με σκοτεινούς συμμάχους από τον ουρανό
    Όταν στήνεις φρούριο στις ερημιές η μοναξιά είναι το μεγαλύτερο μαρτύριο
    Δε νικάς τη μοναξιά με μνήμες,
    μοναχά μ’ απανωτές σπαθιές στο σώμα του απόλυτου
    μόνο που στο απόλυτο δεν βρίσκεις σώμα να μπορείς να το νικήσεις

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

    Σωκράτης Μάλαμας – Η σκιά

    2. Η ΣΚΙΑ

    Να περπατάς με τη σκιά σου
    Να τρως, να πίνεις, να γελάς
    Να τραγουδάς και να θυμάσαι
    Αν κοιμάσαι να ξυπνάς

    Και να ‘ναι δίπλα σου όπου πας

    Να ‘ναι θεός το ταίρι σου
    Κι άμα δεν είναι δεν πειράζει
    Δε βαριέσαι, δε σε νοιάζει
    Μη σκοντάφτεις δεν αλλάζει
    Γιατί αύριο χαράζει

    Να βγαίνεις βόλτα με τον ίσκιο σου
    Κι αν σου ‘χει κάνει τη ζωή πατίνι
    Κι ας τρέχει από πίσω σου χαμίνι
    Από μπροστά αφεντικό και οδηγός
    Και φυλαχτό-φρουρός και σύντροφος
    πιστός, αγαπημένος, άγνωστος

    Να περπατάς με τη σκιά σου
    Για να ‘χει ο ήλιος συντροφιά
    Τα σκονισμένα βήματα
    Τα λόγια σου τα μυστικά
    Και τα μικρά διλήμματα

    ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΑΛΑΜΑΣ

    3.

    Όταν το δέντρο καίγεται
    φεύγουνε όλα τα πουλιά του
    όμως ο ίσκιος του πιστός
    καίγεται μέσα στη φωλιά του

    Στον ίσκιο έδωσες φωνή
    για να γελάει και να κλαίει
    μα το βαθύ του μυστικό
    ούτε σε σένα δεν το λέει

    Ό,τι στον κόσμο αγάπησες
    κρύβεται τώρα στη σκιά του
    και συ με ίσκιους πολεμάς
    για να ξεφύγεις του θανάτου

    Τον ίσκιο σου μην προσπερνάς
    ούτε και πίσω του να μείνεις
    στον άλλο κόσμο που θα πας
    ίσκιος του ίσκιου σου θα γίνεις

    ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ

    4. Στον Ίσκιο των πουλιών

    Είναι κάτι νύχτες, που τ’ αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά.
    Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου.
    Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα κι οι πέτρες.
    Και τα ξερά κλαδιά.
    Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου.
    Κι έρχεται ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα,
    να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις. Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη,
    ούτ’ ένα λουλουδάκι. Ούτ’ ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει.
    Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της.
    «Αυτάααα! Πού είχαμε μείνει;»
    Σου λέει μ’ όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα.
    Είν’ αυτές οι νύχτες, που τ’ άστρα κατεβαίνουν χαμηλά.
    Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν.
    Είν’ αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που
    έχουν τα μάτια της μοναξιάς.
    Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα.

    ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

  4. …Εξαίσια!!!!…

    -Πάμπλο Νερούντα, «Σημαίνει σκιές»

    «Τι γλυκιά ελπίδα να φαντάζεσαι, τι προαίσθημα καθαρό,
    και το οριστικό φιλί να θάβεις μες στα φυλλοκάρδια σου
    πώς ασφαλή και τρισάπαλος παραδίνεσαι
    και πάνω σε αιωνίως τεταραγμένα νερά υποκύπτεις
    στης σύγχυσης τις απαρχές, στης διάνοιας τις ρίζες!;

    Τι ζωτικά, τι τρίγοργα φτερά νεόφυτου αγγέλου ονειρένιου
    να πα’ να κολλήσω στους κοιμισμένους ώμους μου
    για να ‘μια για πάντα βέβαιος
    πως ο δρόμος που περνά απ’ του θανάτου μέσα τ’ αστέρια
    είναι φτεράκισμα απότομο,
    αρχινισμένο μέρες, μήνες και αιώνες χίλιους πίσω!;

    Των δύσπιστων και φοβισμένων όντων η φυσική ατονία μπορεί
    να ψάχνει ξάφνου στο χρόνο διάρκεια, στη γης τα όρια,
    οι κόποι και οι χρόνοι που μαζευτήκαν αμείλικτοι επίσης μπορεί
    ν’ απλωθούν σαν κύμα σεληνιακό ωκεανού νεόπλαστου
    πάνω από γιαλούς και πάνω από γαίες έρημες
    και έως θανάτου περίλυπες.

    Αχ! Ό,τι συνεχίζω να είμαι και ό,τι έπαψα να υπάρχω
    και ό,τι η υπακοή μου με όρους σιδερένιους εντέλλεται να κάνει,
    το ρίγος – λέω – αυτό θανάτων και γεννήσεων
    καθόλου δεν θα σείσει τον μύχιο τόπο
    που ποθώ για μένα να ‘χω εις τον αιώνα κρατημένο.

    Σε σημεία σκόρπια και στον σύμπαντα χρόνο ας μείνει όθεν
    ό,τι είμαι: μαρτυρία έμπεδη και ακράδαντη και ζέουσα,
    μαρτυρία που με προσοχή απόλλυται και αδιακόπως ξαναζεί,
    μαρτυρία πάνω απ’ όλα επίμονη – μια μαρτυρία
    που ζητά να εκπληρώσει την πραγματικήν αποστολή της.»
    (Πάμπλο Νερούντα, Στα χθόνια δώματα, ΥΨΙΛΟΝ/ΞΕΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ)

    -Ελ. Μάινα, «Η σκιά»

    «Διάφανος βάδισε ο Ιγνάτιος στο φως
    κι εξαφανίστηκε για πάντα αοράτως,
    με μόνη ανάμνηση της αγιότητάς του
    αφήνων πίσω, λένε, τ’ αποτύπωμά του.

    Οι αφελείς στο χώμα βρίσκουνε τα ίχνη,
    περίγραμμα της διάφανης σκιάς του ιδανικό,
    κάτι λαμπρό που ακτινοβολεί και σε θαμπώνει,
    που πρέπει όμως να πιστέψεις για να το δεις.

    Οι ευφυείς, που ως συνήθως δυσπιστούνε,
    κρυφομιλούνε μεταξύ τους ζηλοτύπως
    και σε τεχνάσματα ανάγουν πονηρού
    τις σιλουέτες που αυτοί πάντως δεν τις βλέπουν.

    Οι νουνεχείς χωρίς να παύσουν να ‘ναι ευσεβείς
    πέραν της σκιάς τον Ήλιο αναζητούνε
    και δέονται στον πανοικτίρμονα Θεό
    λίγο πιο διάφανη να κάνει τη ζωή τους.»
    (Ε. Μάινα, Ο ερημίτης, Δόμος)

  5. ….Και δυο ποιήματα του Νίκου Καρούζου:

    -Νίκος Καρούζος, «ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ WILLIAM BLAKE»

    «Είμαστε όλοι στον αέρα του Αναξιμένη.
    Σ’ αυτή τη νέα βλάστηση στο κεντητό απριλοπάνι.
    Χρησιμοποιώντας ολόκληρη την οικογένεια σαξοφώνων.
    – Τις ει; – Ογδονταπέντε κιλά
    του συμπαντικού βάρους.»
    (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

    -Νίκος Καρούζος, «ΣΤΗ ΡΟΔΙΝΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΚΑΦΚΑ»

    «Σελήνη μεγαλούτσικη απόψε.
    Γοερά ήσυχος αισθάνομαι
    να θροΐζουν ελευθερίες.
    Πολύφωτο της μοναξιάς το ελάφι
    στα βελούδινα τριξίματα.
    Ο θάνατος είναι φόβος
    δεν είναι θάνατος.
    Τα δέντρα συνοψίζονται σ’ ένα πλατύ ασήμισμα.
    Λυπηρά γεγονότα –
    η τεμπέλικη φύση…
    Ο χρόνος έχει πια σκουληκιάσει
    κάθε πρωί τα κοκόρια φτύνουν την ψίχα του.
    Πάλι θα μας κεράσει τα αιωνόβια
    δευτερόλεπτα σε όλες τις ποικιλίες
    το δίκιο και το άδικο περιττά και τα δύο
    την όρνιθα περιχυμένη απ’ τον ήλιο στην αυλή της.
    Τα χάχανα των ουρανών ακούγονται ψηλά.
    Στο χώμα η δεντρογαλιά σαν κερασόκλαδο.
    Πόσες φορές αλλάζει η θάλασσα
    ως θα καρπίσει λάμψη ο ορίζοντας τον όρθρο
    και θα γιομίσει τέτοια χρώματα η δύση
    καταπίνοντας τις ώρες…
    Το ξέρω μαζί με τα φυτά:
    κ’ ένα ζωύφι μαχαιρώνει.
    κ’ η ωραία πεταλούδα στα καθίσματά της.
    Όμως υπάρχει ο περίτρομος αθώος
    καίγεται στην κρύα φλόγα των απελπισμών.
    Αθόρυβα στρέφει τα πόμολα
    τον ύπνο των άλλων ακούει.
    και την αθρόα λάμψη βλέπει
    την πλεγμένη γύρω του
    να πέφτι λέπι-λέπι.
    Δεν έχει όλο το δικαίωμα ο ήλιος –
    αλίμονο.
    Γάβγισμα των σκυλιών τη νύχτα…
    Κι αν ακόμη
    δεν ξέρεις που βρίσκεσαι
    σου δίνει την αίσθηση του ανοιχτού χώρου.
    Κάτσε να θυμηθούμε
    πιες το καφεδάκι.
    Ο τρομαγμένος τάρανδος
    όσο τον κυνηγούν οι λύκοι
    απέχει απ’ τη λύτρωση
    μάρτυρες τα δέντρα.
    Χαμένος κόπος ανύπαρκτος ακολουθεί
    το χιόνι και η ευκολία του έαρος.
    Εκείνος που σεβάστηκε πολύ τα πράγματα
    θυμήθηκε χωρίς τη μνήμη
    και βρήκε άδειο το νερό πίσω απ’ τα κυλίσματα.
    Ήτανε πάντα κάποιος ολέθριος για τα λουλούδια.
    Έβλεπε πάντα πως η θάλασσα είναι άρρωστη.
    Πρωί-πρωί στο στήθος του ένας κίτρινος ποντικός
    λαχάνιαζε φουσκώνοντας δώθε-κείθε το πουκάμισο του.
    Το βράδυ-βράδυ έμπαινε στην κάμαρά του
    η βρεφική του ηλικία ολομόναχη και του μιλούσε
    με τη μεγάλη μάσκα του αγίου Αυγουστίνου
    και το Βιβλίο των Μαγισσών αιωρούμενο
    που κάποτε το ’γραψε μια νεκρή δακτυλογράφος.
    Έτσι λοιπόν χαζεύοντας
    αιώνες κ’ αιώνες τώρα
    τον πόνο του στη διάρκεια των ωρών
    όπως ακούμε το δελτίο ειδήσεων
    ετοιμαζότανε για τη σφαγή του.
    Παραμονή τυχαία βρέθηκε στο κουκλοθέατρο
    και γέλασε με την καρδιά του όταν
    πέφτοντας από λαμπρό σπαθί
    το κεφαλάκι της πιο έξαλλης μαριονέτας
    απόμεινε στον αέρα ορθή η κόκκινη σκούφια της.»
    (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)

  6. Λαθραία σκιά

    Από τις παλαιές γυναίκες κλέβω
    καθώς τον δρόμο τους τυλίγουν
    και ξετυλίγουν όταν νυχτώνει.

    Πίσω από τα κλειστά τους βλέφαρα
    λαμπηδόνες λιγοστεύουν το σκοτάδι
    πεθαμένοι περπατούν
    αίμα φωνής γυρεύουν.

    Ο θόρυβος της λαθραίας μου σκιάς
    σπάει την αγκαλιά του βλέμματος
    στα νερά του προβάλλεται
    το χέρι που απλώνω.

    *

    Κάποτε
    όταν η νύχτα γίνεται
    στενό μικρόψυχο δωμάτιο
    ζητώ απ’ τις λέξεις τη φωνή μου.

    Μα όσο μιλώ τόσο βουβαίνει η σιωπή.

    Λεύκα γερμένη στον ώμο του φωτός
    Σπηλιά της Χαϊδελβέργης

    -με θυμάστε με είδατε ποτέ;

    Ρωξάνη Νικολάου, Το άγαλμα μου είναι οι άλλοι

    Δεν μ’ ένοιαξε να χάσω /Κι είπα να σε ξεχάσω
    Μα τις σκιές φοβάμαι /Κι ακόμα σε θυμάμαι
    Κι αν ίσκιους πάλι κυνηγώ /Είναι που μ’ έμαθες να ζω

  7. *»Σκιές», ένα πολύ ωραίο μουσικό βίντεο…

    *Κάτι καλό που βρήκα στο Indymedia, ένα απόσπασμα από το ποίημα «Νεκρόπολη», χωρίς ν’ αναφέρεται ο ποιητής:

    III
    Ένας ίσκιος χωρίς σώμα αληθινό
    Μας δόθηκε για να ζούμε
    Κι ένας κόπος αλλότριος
    Και μια προκοπή αλλότρια
    Μας σφηνώθηκε
    Σα νταβανόπροκα στο κεφάλι
    Να μοχθούμε
    Να κοπιάζουμε περήφανοι
    Και μ’ υψωμένο τ’ ανάστημα!
    Ενώσω σερνόμαστε κατάχαμα
    Ασώματοι και ημιθανείς
    Στην κοιλάδα του θανάτου
    Στον ίσκιο του θανάτου μεγαλώσαμε
    Και γίναμε τα μονάκριβα παιδιά του

    VI
    Και δε βλέπουμε τίποτε
    Δεν εννοούμε τίποτε
    Παρά ένα αδιαφοροποίητο γκρίζο
    Μια άλλη απόχρωση της ζοφερής Σκιάς
    Που μας έχει βάλει στο στομάχι της

    VII
    Σ’ αυτόν εδώ τον ανήλιαγο
    Κόσμο των Σκιών
    Τα φιλιά που δίνουμε και παίρνουμε
    Τα χάδια που ανταλλάσσουν
    Τα σώματά μας
    Μαραίνονται ακαριαία
    Και πέφτουν νεκρά
    Στα πόδια μας
    Για να ποδοπατηθούν βιαστικά
    Στους δρόμους της Νεκρούπολης
    Σαν ξεραμένα γαρίφαλα
    Απάνω σ’ ένα νεκρώσιμο στεφάνι
    Που βιαίως ξεριζώθηκαν
    Απ’ το ζωτικό τους κλωνάρι
    Τα σώματά μας στον ήλιο
    Δασκαλεύτηκαν να ραγίζουν
    Και στα νεύματα των περαστικών ανέμων
    Τα πέταλά τους να σκορπίζουν

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: