Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (121ο): «Πράγματα – πραγματικότητα»…

-«Έτσι ήρθαν τα πράγματα μα έτσι δε θα πάνε» (Aziz Nesin)

-«Mας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.»
(Κ. Καρυωτάκης)

-“Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα
χαρούμενα
Νὰ μὲ θυμᾶσαι”
(Μίλτος Σαχτούρης, Ορυχείο)

-«Η πραγματικότητα φαγωμένη
από τα έλκη της ιδεολογίας»
(Ν. Καρούζος)

-Γιώργος Σεφέρης, [Μιλούσες για Πράγματα]

«Μιλοῦσες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν τἄ ῾βλεπαν κι αὐτοὶ γελοῦσαν
Ὅμως νὰ λάμνεις στὸ σκοτεινὸ ποταμὸ
Πάνω νερὰ
Νὰ πηγαίνεις στὸν ἀγνοημένο δρόμο
Στὰ τυφλά, πεισματάρης
Καὶ νὰ γυρεύεις λόγια ριζωμένα
Σὰν τὸ πολύροζο λιόδεντρο
Ἄφησε κι ἂς γελοῦν
Καὶ νὰ ποθεῖς νὰ κατοικήσει κι ὁ ἄλλος κόσμος
Στὴ σημερινὴ πνιγερὴ μοναξιὰ
Στ᾿ ὀρφανισμένο του ὁ πάρο
Ἄφησέ τους
Ὁ θαλασσινὸς ἄνεμος κι ἡ δροσιὰ τῆς αὐγῆς
Ὑπάρχουν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσει κανένας.»
(Γιώργος Σεφέρης «Θερινό Ηλιοστάσι, Θ΄»)

-Νίκος Καρούζος, «Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα»

«Μαύρη εκδίκηση… (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα ‘λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο -: τη νύχτα
είν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει
τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χτες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται
σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου
αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα ‘θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς
να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεχτα …
Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη
παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαραχτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα : ξερόκλαδα στην ερημιά κ’ η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα
κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το ‘λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου
βαρβαρότητα.
Μα όμως να την η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
οπού της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.»
(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

-Τίτος Πατρίκιος, «Διαπιστώσεις γνωστών πραγμάτων»

«Από παντού η φωτιά.
Κι όμως τα ρόδα ψάχνουν για τη θέση τους
λίγο πιο κείθε από τον ίσκιο σου
λίγο πιο δώθε από τη σάρκα σου.

Τα ρόδα
και η φωτιά
που δεν νπορούν να σε αντικαταστήσουν.»
(Τίτος Πατρίκιος, Λυσιμελής πόθος, Καστανιώτης)

-Μαρκ Στραντ, «Διατηρώντας τα πράγματα ολόκληρα»

«Σ’ ένα χωράφι
είμαι η απουσία
του χωραφιού.
Πάντα
έτσι συμβαίνει.
Όπου κι αν είμαι
είμαι αυτό που λείπει.

Όταν περπατώ
χωρίζω τον αέρα
και πάντα
ο αέρας εγκαθίσταται
για να γεμίσει τα διαστήματα
όπου πριν το σώμα μου ήταν.

Όλοι, κάποιο λόγο έχουμε
που κινούμαστε.
Εγώ, κινούμαι
για να διατηρώ τα πράγματα ολόκληρα.»
(Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, ύψιλον/βιβλία)

-Γκρέγκορυ ΚΟΡΣΟ, «Μια ονειρική πραγματοποίηση»

«Η ευγένεια του σαρκοβόρου αναπολεί το θεό
Ποτέ το σαρκοβόρο δεν ήταν πρώτα σαρκοβόρο
Εκεί πίσω στο θεό τα πλάσματα
καθίσανε σαν πέτρα
φως κανένα στα διάφορα μάτια τους.
Η ζωή. Η ζωή ήταν που ‘μπηξε ένα
κουτάλι στο στόμα τους
Κοράκι, τσακάλι, ύαινα, όρνιο, σκουλήκι
ξύπνησαν στην ανάγκη
βουτώντας μες στο θάνατο σαν σε σούπα.»
(Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, εκδ. Ύψιλον/βιβλία)

-Φερνάντο Πεσσόα, «Ασύνδετα Ποιήματα
(απόσπασμα)

«Το παρόν, λες, ζήσε
Ζήσε μόνο το παρόν.

Αλλά εγώ δε θέλω το παρόν, την πραγματικότητα θέλω.
Θέλω τα πράγματα που υπάρχουν, όχι το χρόνο
Που τα μετράει.

Τι είναι το παρόν;
Είναι κάτι σχετικό με το παρελθόν και το μέλλον.
Είναι κάτι που υπάρχει με την προϋπόθεση πως υπάρχουν κι αυτά.
Κι εγώ την πραγματικότητα μονάχα θέλω
Τα πράγματα χωρίς παρόν.

Δε θέλω το χρόνο στα σχέδιά μου να περιλαμβάνω
Δε θέλω τα πράγματα σαν παρόντα να σκέφτομαι
Αλλά σαν πράγματα.
Δε θέλω απ’ αυτά τα ίδια να τα διαχωρίζω
Και σαν παρόντα να τα βλέπω.
Ούτε και σαν πραγματικά,
Ούτε σαν τίποτ’ άλλο.

Εγώ θα τα βλέπω, θέλω μόνο να τα βλέπω
Να τα βλέπω μέχρι που να μην μπορώ γι’ αυτό να σκέφτομαι
Χωρίς χρόνο και τόπο να τα βλέπω
Να βλέπω διαιρώντας τα πάντα με το ελάχιστο που φαίνονται.

Κι αυτή η επιστήμη δεν υπάρχει.»

(Φερνάντο Πεσσόα, Ασύνδετα Ποιήματα, μτφ: Γιάννης Σουλιώτης)

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (121ο): «Πράγματα – πραγματικότητα»…

  1. 1. [ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΟΥ…]

    Ὅλα τὰ πράγματά μου ἔμειναν ὅπως
    νά ῾χω πεθάνει πρὶν ἀπὸ καιρούς.
    Σκόνη στὴ σκόνη ἐγέμισεν ὁ τόπος,
    καὶ γράφω μὲ τὸ δάκτυλο σταυρούς.

    Ὅλα τὰ πράγματά μου ἀναθυμοῦνται
    μίαν ὥρα ποὺ περάσαμε μαζί,
    σ᾿ ἐκείνη τὰ βιβλία μου λησμονοῦνται,
    σ᾿ ἐκείνη τὸ ρολόι ἀκόμα ζεῖ.

    Ἦταν εὐτυχισμένη τότε ἡ ὥρα,
    ἦταν ἕνα δείλι ζωγραφιστό.
    Ἔχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα,
    κι ἔμεινε τὸ παράθυρο κλειστό.

    Κανένας, οὔτε ὁ ἥλιος, πιὰ δὲ μπαίνει.
    Τὸ ἐρημικό μου σπίτι ἀντιβοεῖ
    στὴν ὥρα κείνη ἀκόμα, ποὺ σημαίνει,
    αὐτὴ μονάχα, βράδυ καὶ πρωί.

    Δὲν ξέρω δῶ ποιὸς εἶναι τώρα ὁ τόπος,
    δὲ ξέρω ποιὸς χαράζει τοὺς σταυρούς,
    κι ὅλα τὰ πράγματά μου ἔμειναν ὅπως
    νά ῾χω πεθάνει πρὶν ἀπὸ καιρούς.

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ

    2. Εκεί που αναρωτιέσαι για πράγματα
    που για πρώτη φορά αντικρίζεις
    για πράγματα χιλιοειπωμένα που έχουν πια περάσει
    για πράγματα που ξαφνιάζουν κι ας γίνονται κάθε μέρα
    για πράγματα που έλεγες δε θα συμβούν ποτέ
    και τώρα συμβαίνουν μπρος στα μάτια σου
    γι’ άλλα που επαναλαμβάνονται μ’ ελάχιστες παραλλαγές
    για πράγματα που πουλιούνται μόλις πιάσουν κατάλληλη τιμή
    για πράγματα που σάπισαν με το πέρασμα του καιρού
    ή που ήσαν σάπια απ’ την αρχή και δεν το έβλεπες
    εκεί που απορείς για πράγματα που μπόρεσες να κάνεις
    για πράγματα σοβαρά ή ανόητα που ρίσκαρες τη ζωή σου
    για πράγματα σημαντικά που τα κατάλαβες αργότερα
    για πράγματα που τα φοβήθηκες
    κι απέφυγες ν’ αναλάβεις
    για πράγματα που τα προγραμμάτισες και δε σου βγήκαν
    γι’ άλλα που τα σχεδίασαν άλλοι και βγήκαν διαφορετικά
    για πράγματα που σου έτυχαν χωρίς να τα περιμένεις
    για πράγματα που μόνο τα ονειρεύτηκες
    και κάποτε, μία στις χίλιες πραγματώθηκαν…

    Εκεί πάνω σε βρίσκει η ποίηση.

    Τίτος Πατρίκιος «Σε βρίσκει η ποίηση» (Απόσπασμα)
    Εκδόσεις Κίχλη

    3. Πράγματα

    Το μπαστούνι, μια αρμαθιά κλειδιά, κάτι κέρματα,
    η απαλή κλειδαριά, κάτι τελευταίες
    σημειώσεις που δε θα ξαναδιαβαστούν
    τις λίγες μέρες που μου απομένουν, η τράπουλα,
    η σκακιέρα, ένα βιβλίο και κάπου στα φύλλα του
    η ξεραμένη βιολέτα, ενθύμιο κάποιας βραδιάς
    αξέχαστης ασφαλώς αλλά κιόλας ξεχασμένης,
    στη δύση ο κόκκινος καθρέφτης πυρπολώντας
    ένα δειλινό της φαντασίας. Τόσα και τόσα πράγματα,
    ομπρέλες, πίπες, άτλαντες, φλιτζάνια, μπιχλιμπίδια
    που δουλεύουν για χάρη μας σαν αμίλητοι σκλάβοι,
    τυφλά, και απολύτως βουβά!
    Θα επιζήσουν πέρ’ από τη λήθη μας·
    δίχως να ξέρουν καν πως έχουμε υπάρξει.

    Χόρχε Λουίς Μπόρχες (Μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

    4. Εξηγώντας Μερικά Πράγματα

    Εξηγώ μερικά πράγματα

    Θα ρωτήσετε: κι’ οι πασχαλιές πού είναι
    και πού η μεταφυσική σκεπασμένη παπαρούνες
    κι’ η βροχή συχνά χτυπώντας
    τις λέξεις σου ξεχειλίζοντάς τις
    πουλιά και παραθύρια;

    Θα σας τα πω όλα, όσα μου συμβήκαν.

    Ζούσα σε μια γειτονιά,
    εξοχική της Μαδρίτης, με καμπάνες
    με ρολόγια, με δέντρα

    Φαινότανε από κει
    το ξερακιανό πρόσωπο της Καστίλιας
    σαν όλος από δέρμα ωκεανός.

    Το σπίτι μου το λέγανε
    «το σπίτι των λουλουδιών» έτσι που σκάγανε
    από παντού τα γεράνια: ήταν ένα ωραίο σπίτι
    με τα σκυλιά του και τα παιδάκια.
    Ραούλ το θυμάσαι;
    Το θυμάσαι Ραφαέλ;
    Φεντερίκο να το θυμάσαι τάχα
    κάτω απ’ το χώμα το σπίτι μου με τα μπαλκόνια όταν
    το φώς του Ιουνίου έπνιγε το στόμα σου στα λουλούδια;
    Αδελφέ μου, αδελφέ μου!

    Κι’ όλα ήταν
    οι δυνατές φωνές, το αλάτι στις πραμάτειες,
    οι στοίβες το ψωμί που πήγαιναν πέρα δώθε,
    το παζάρι της γειτονιάς μου της Αργκουέλες με το άγαλμά της
    το λάδι σαν από κίτρινο μελανοδοχείο- ανάμεσα στους μπακαλιάρους-
    που χυνόταν στις κουτάλες,
    το βαθύ βουητό
    που κάνουν τα χέρια και τα πόδια να πλημμυρίζει τους δρόμους,
    τα μέτρα, τα λίτρα, το σωστό
    νόμισμα της ζωής,
    οι στοίβες τα ψάρια,
    το γειτόνεμα της στέγης μ’ ένα ήλιο κρύο, όπου
    κι’ αυτός ο ανεμοδείχτης κουραζότανε,
    το υπέροχο, θεότρελο φίλντισι της πατάτας,
    οι τομάτες κυλώντας ίσαμε τη θάλασσα.

    Κι ένα πρωινό όλα καίγονταν
    κι ένα πρωινό οι φλόγες
    ξερνώντας απ’ τη γη
    καταπίναν ανθρώπινα πλάσματα,
    κι’ από τότε η φωτιά
    και το μπαρούτι από τότε
    κι από τότε το αίμα.
    Ληστείες με μαύρους κι αερόπλανα
    ληστείες με δαχτυλίδια και δούκισσες
    ληστείες με μαυροπαπάδες που ράντιζαν ευλογίες
    χυμήξαν απ’ τον ουρανό να σκοτώσουν παιδιά,
    και στους δρόμους το αίμα των παιδιών
    κυλούσε απλά σαν παιδικό αίμα.

    Τσακάλια που ακόμα και τα τσακάλια θα καταφρονούσαν,
    Πέτρες που ακόμα και τα πικράγκαθα δαγκώνοντας θάφτυναν αηδιασμένα,
    Οχιές που ακόμα και οι οχιές θα σιχαίνονταν!

    Καταπρόσωπο σας έχω δει το αίμα
    της Ισπανίας, να χυμάει όμοια θηλιά
    να σας πνίξει σ’ ένα μοναχά κυμάτισμα
    της περηφάνιας και των στιλέτων!

    Εσείς προδότες
    εσείς στρατηγοί
    κοιτάχτε το νεκρό μου σπίτι
    κοιτάχτε τη ρημαγμένη Ισπανία
    Γιατί από το κάθε σπίτι νεκρό φυτρώνει μέταλλο πυρωμένο
    αντίς για λουλούδια,
    γιατί από κάθε πληγή της Ισπανίας
    νάτην η Ισπανία φαίνεται πάλι
    γιατί από το κάθε σκοτωμένο παιδί φυτρώνει ένα ντουφέκι
    πούχει μάτια και βλέπει,
    γιατί το κάθε φονικό γεννάει βόλια
    που δίχως άλλο μια μέρα θα το βρουν το σημάδι
    την καρδιά σας.

    Και θα ρωτήσετε λοιπόν γιατί η ποίησή σου
    δεν μας μιλά για φιλαράκια κι όνειρα
    για τα μεγάλα της πατρίδας σου ηφαίστεια;

    Ελάτε να δείτε το αίμα στους δρόμους.
    Ελάτε να δείτε
    το αίμα στους δρόμους,
    ελάτε να δείτε το αίμα
    στους δρόμους.

    Pablo Neruda

    Τα πιο σπουδαία πράγματα, Χρήστος Θηβαίος

    5. ΑΠΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

    Είσαι ένας ήπιος άνεμος
    Που αδυνατεί
    Να σωριάσει τα όπλα
    Τρυπώνεις από ένα κενό
    Φέρνοντας ένα ελαφρύ μειδίαμα
    Στον ύπνο του μεθυσμένου στρατιώτη
    Όμως το πρωί
    Είναι ώρα για επιθέσεις –
    Απλά πράγματα

    ΚΑΛΦΑ ΒΑΓΙΑ, ΑΠΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

    6. Μάταια πράγματα

    Γιατί, Θεέ μου, να μην μπορούμε
    Να βρεθούμε ολόκληροι μες στην αγάπη,
    Να πρέπει να γίνουμε όνειρα
    Ενανθρωπισμένα μες σ’ έναν άλλο ύπνο,
    Όνειρα, διάφανα φαντάσματα γυμνά.

    Ως να μην είμαστε άνθρωποι,
    Έμψυχα όντα, κρύβοντας την ωραιότητα
    Από ζηλότυπα βλέμματα αγγελικά.

    Ως νάμαστε πράγματα κλειστά κι ωραία, μάταια,
    Καρτερικά, υπερήφανα, σαν τα βουνά.

    Κοχύλια σκληρά, αλαβάστρινα, όστρακα άθραυστα,
    Βράχοι αρράγιστοι, κύκνοι σιωπηλοί.

    Κανείς δεν ακούει την ψυχή του άλλου.

    Κανείς

    Κανείς.

    Γιώργος Θέμελης -Από τη συλλογή Το δίχτυ των ψυχών (1965)

    7. ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
    Στον Βασίλη Λαλιώτη

    Χθες το πρωί
    σού κλέψαν το ποδήλατο
    Κλέβεις ποδήλατο, κλέβεις όνειρο’,
    σχολίασε κάποιος φίλος ποιητής.
    Ποδηλατώντας
    μοιραία σημαίνει ‘είσαι ελεύθερη’
    Ποδηλατώντας πετάς
    μέσα στην πεζή σου πόλη
    ξορκίζοντας έτσι
    όλους τους αρνητικούς κραδασμούς
    της διαβρωμένης ζωής της
    (ζωής που οι ίδιοι οι πολίτες της
    αφέθηκαν να χάσουν
    έχοντας καταντήσει τώρα
    αξιοθρήνητα γελοίοι)
    ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

    8. Τα πράγματά μου

    Πράγματα άφησα πολλά στα χέρια των φίλων μου
    και δεν ξέρω αν είναι το φως ή αν είναι η στάχτη μου.
    Είναι πράγματα πάντως δικά μου που μέσα τους
    βρίσκονται, πριν απ’ όλα, τα χέρια μου
    που τα άσκησα να μιλούν. Αλά μέσα στη σύγχυση
    αυτού του καιρού, δε ξέρω, δεν είμαι σε θέση
    να ξέρω. Με πίκρανε τόσο πολύ
    τούτος ο βίος – μη με μαλώνετε! Άλλωστε,
    το τέλος του κάθε επίγειου πλάσματος, πριν
    απ’ οτιδήποτε άλλο, είναι μια συγνώμη.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    9. ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

    Τα πράγματά μου τα παλιά θα τα χαρίσω
    και θα κρατήσω μοναχά τ’ αγαπημένα.
    Κι αυτά σ’ ένα όμορφο μπαούλο θα τα κλείσω
    και στην καρδιά μου – κει θα μείνουνε κρυμμένα

    για να τα βλέπω όταν με πνίγουν οι αναμνήσεις.
    θ’ αδειάσω τα δωμάτια, τις γωνιές,
    θ’ ανοίξω χώρο σ’ όσες θα ‘ρθουν συγκινήσεις,
    θα υποδεχτώ νέες, όμορφες στιγμές.

    Προσμένω τώρα τις καινούριες κατακτήσεις
    και της ζωής ν’ ανακαλύψω τις πτυχές.

    ΣΟΦΙΑ ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ (1995)

    10. Αυτά που μας σκοτώνουν

    Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
    μας φωνάζουν συνεχώς
    και οι φωνές τους σκεπάζουν
    όλα τα άλλα που υπάρχουν.
    Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
    ζουν μέσα στα δάκρυα
    ξυπνούν τις νύχτες
    ανάβουνε το φως
    ξεφυλλίζουν βιβλία
    ανοιγοκλείνουν τα παράθυρα
    ρωτούν αδιάκοπα γιατί.

    Εκείνο το φιλί που τότε αρνήθηκα
    το ραντεβού που κάποτε δεν πήγα
    το ποίημα που δεν κάθισα να γράψω
    το χέρι που όταν έπρεπε, δεν έδωσα
    τα λόγια που ενώ θέλησα, δεν είπα
    και τελικά είναι πιο πολλά
    όσα δεν έγιναν
    από τα πεπραγμένα της ζωής μας.

    Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
    πολεμούν με αυτά που ακόμα υπάρχουν
    και στο τέλος τα νικούν
    γιατί πατρίδα τους είναι ο θάνατος
    και εμείς τα τελευταία λάφυρα της μάχης
    που παίρνουν επιστρέφοντας μαζί τους.

    KATEΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

    11. ΠΟΣΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ

    Ω Θεέ μου, πόσα πράγματα με περιμένουν
    Θέλω τόσα να κάνω
    Και μια ζωή δεν φτάνει.
    Μου χρειάζεται ένα δάσος
    και δεν έχω ούτε δέντρο.
    Μου χρειάζεται δρόμος να περπατήσω
    κι εγώ, δυστυχώς, έφτασα νωρίς.

    Θέλω να σμιλέψω
    το πρόσωπό μου
    με τα χέρια σου
    όμως δεν είσαι εδώ.
    Θέλω να ξεκουραστώ
    και δεν έχω κοπιάσει.

    Θα ’θελα να στείλω ένα χαμόγελο
    στον αέρα, μόνο ένα
    όμως εμείς αδυνατούμε να καταλάβουμε
    τη μνήμη του αγέρα.

    Βισάρ Ζίτι, Μετάφραση από τα αλβανικά: Γιάννης Θηβαίος

    12. ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

    Ἡ ποίηση, ναί! Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πράμα
    γιὰ πὲς τί θά ᾽θελες νὰ πρωτοκάνει;
    Θὰ μπόραγε τυχὸν νὰ σὲ γλυκάνει,
    κατάμονη ἂν ἐπλάνταζε στὸ κλάμα;

    Ἀκοῦς: τὶκ-τὰκ χτυπάει· καὶ ἐν τῷ ἅμα
    τοῦ χρόνου ἀπαίσια νιώθεις τὴν πλεκτάνη.
    Ἡ ποίηση, ναί! Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πράμα
    γιὰ πὲς τί θά ᾽θελες νὰ πρωτοκάνει;

    Τὸ ξέρεις ἴσως: κόβει μὲν ἡ λάμα,
    μὰ ὁ λόγος τρέχει σὰ χαζὸ ροδάνι.
    Σοῦ κλείνει κι ὁ Θεὸς τὸ στόμα. Τάμα
    καὶ νὰ τοῦ κάνεις, κάν᾽ το, ἀλλὰ δὲν πιάνει.

    Ἡ ποίηση, ναί! Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πράμα
    γιὰ πὲς τί θά ᾽θελες νὰ πρωτοκάνει;

    JIŘÍ ORTEN -Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

    13. Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

    Ακροποδητί για να περάσει
    τα νομοσχέδιά της που είναι
    παραληρηματικά: τα διαβάζω
    για να ενημερωθώ – ξύπνιος
    όλη νύχτα – τίποτα εκεί μέσα
    δεν με διασκεδάζει – αρχίζω
    να νυστάζω – μια σαύρα
    που έγινε πριγκίπισσα στο
    παραμύθι με πλησιάζει
    κάνει κρύο στο στούντιο
    η ΕΡΤ είναι γεμάτη φαντά-
    σματα που κυκλοφορούν
    αόρατα – φαίνονται μόνο
    τα κέρατα και η ουρά τους
    που φωσφορίζουν στο σκοτάδι

    Ποιοι είναι;

    Νάνος Βαλαωρίτης, Χρίσματα

    14. «Αληθοφανής πραγματικότητα»

    Ο ερειπωμένος κόσμος δεν μπορεί να αναστηλωθεί.
    Βάλε με αντίκρυ στο είδωλο της σκιάς μου,
    που της επέτρεψες να υπάρχει δίχως να είμαι παρών.
    Θέλω να αναμετρηθώ με την απόγνωση,
    όπως όταν εξερευνάς μια καινούργια πατρίδα

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

    15. ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

    Να μπορούσες να χαθείς,
    έστω για λίγο ,
    στα ερείπια του χρόνου,
    (όπως χάνεται κανείς στους δρόμους μιας νέας Πομπηίας),
    να ξεχάσεις το σημείο που στέκεσαι,
    το σταθερό, αμετάβλητο, κέντρο σου,
    να υψώσεις τα μάτια στον ουρανό
    να δεις ένα αστέρι που πέφτει…

    Να το! Κοίτα!
    Ποιο ; Πού;

    ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

    16. Κρύβω τα μάτια μου απ’ το φως
    Όπως τ’ ακίνητα τοπία
    …………………………………………………….
    Να προτιμήσω το άλγος των ονείρων
    Ή τα νοσηρά τινάγματα αυτής της πραγματικότητας;

    Βασίλης Ρούβαλης

  2. Καλημέρα, Αγγελική, καλή Κυριακή!…
    Σε ζηλεύω πού βρίσκεις όλα αυτά τα ωραία ποιήματα (και χωρίς να ξέρεις το θέμα από πριν)!!!!… Grazie mille!!!

    -“Το ποίημα ποτέ δεν είναι παρόν. Είναι μονάχα παρελθόν και μέλλον. Ανάμνηση και προσμονή. Απουσία από τα πράγματα και προβολή σε μια πραγματικότητα που υπήρξε ή θα υπάρξει κάποτε μέσα σε μια άξαφνη στιγμή που θάναι τότε όλος ο χρόνος.”
    (Τάκης Σινόπουλος)

    -“…Αὐτὸς εἶναι ποὺ σκύλιαζε πραγματικὰ
    γιὰ τὸ μέλλον. Αὐτὸς
    ἔλαμπε στὴν κατάλευκη ὁρμὴ τοῦ Οὐλιάνωφ.
    Ἀπ᾿ τὴν ἄγνωστη χαραυγή μας, ἀπ᾿ τὰ σπήλαια,
    ἔτσι δείχνουν τὰ πράγματα….”
    (Νίκος Καρούζος, από το ποίημα «Μαγιακόφσκι»)

    -Νίκος Καρούζος, «ΦΘΕΓΞΑΜΕΝΟΣ ΑΓΑΘΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ»

    «Μωρέ παιδιά καημένα
    στο αίμα βουτηγμένα
    η Ελλάδα μας άλλαξε τα φώτα
    νυφάδες απ’ το Σούλι
    τα όπλα του φωτός αξόδευτα
    χαιρέτα μας την κλεφτουριά στο άπειρο
    η οσμή απ’ το καθαριστήριο καθώς
    διαβαίνω στο πεζοδρόμιο.
    Αλέκτορας αλεκτισμού με όρια
    αιωνιότητας
    από παράθυρο τρόλεϊ.
    Χειροτερεύω άνιαστος με κάτι μοβ ολόγυρα μου
    ερμιά κι αγριοσύνη.
    Θροΐζαν οι βρομούσες. αεράκι θειότατο.
    Μουτζω’ τα ω αναρχία μου! Δεν μπορεί να γίνει.
    Κλώσσα Ιστορία δεν την βλέπω. παραληρούμε.
    Έχω ένα κρουνό ζώο μέσα μου. φαντάσου οι άλλοι…
    Πάντως όταν αρχίζει το ποίημα
    να γίνεται ύλη
    εκεί είμαι.
    Ξεριζώνω τα πάντα. Κι αν η ποίηση
    κι αν η ποίηση
    κι αν ποίηση αδέρφια
    – για τους βλάκες του πολιτισμού αενάως
    με αμοιβαιότητα ενικού Θεέ και Κύριε.»
    (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

    -Μάνος Ελευθερίου, «Σε λυπήθηκαν και τα πράγματα»

    «Στο τέλος φαίνεται σε λυπήθηκαν και τα πράγματα
    κι έτσι εξηγούνται κάποια ύποπτα τριξίματα
    κάποιες ρωγμές στους τοίχους

    τα φορέματα να διπλώνονται μόνα τους
    να νομίζεις πως ακούς μουσική και πως βήχουν
    τα έπιπλα
    πως το ψυγείο ματώνει και στις κρεμάστρες
    τα πουκάμισα κλαίνε

    κι όμως αυτό ακριβώς σου θύμιζε πως περιμένεις
    επισκέψεις
    -οι επισκέπτες, πράγματι, χτυπούσαν το κουδούνι
    κι ας ήταν ακόμη πολύ μακριά-
    στην κουζίνα τα πιάτα να λάμπουν σαν εκείνα
    τα φεγγάρια τα λησμονημένα
    να σε πενθούν τα σεντόνια και τα ποτήρια να σε πενθούν.

    Σε λυπήθηκαν όντως τα πράγματα.»
    (Μάνος Ελευθερίου, Το νεκρό καφενείο, Καστανιώτης)

  3. Α, είσαι πολύ καλός , Γιάννη, που με ενθαρρύνεις σ’ αυτό που πολύ αγαπάω. (Δεν φαίνεται;)
    Κι εγώ σε θαυμάζω και χαίρομαι για τόσα ποιήματα που μου θυμίζεις ή τα βλέπω πρώτη φορά. Ας πούμε, στην πρώτη σου ανάρτηση για τα Πράγματα ήξερα μόνο δυο ποιήματα: του Καρούζου και του Σεφέρη.
    Τα άλλα μου ήταν τελείως άγνωστα. Στη …δευτερολογία σου δεν ήξερα κανένα.
    Λοιπόν, έχω κάνει αρκετές θεματικές ενότητες για δική μου χρήση –έτσι βαρεμένη που είμαι- και όταν βρω σχετικό ποίημα, το αποθέτω εκεί. Τόσα χρόνια πια, μαζεύω υλικό και όταν τύχει να προτείνεις το θέμα, έρχεται και η δική του ώρα. Εσύ μου το ‘μαθες με τον τρόπο σου, άλλωστε, και με το παράδειγμά σου.
    Για τα Πράγματα είχα μαζέψει 5-6 ποιήματα, που, δοθέντος του θέματος, τα εμπλούτισα και με την Πραγματικότητα. Μόνο που μου σώθηκαν τώρα. Απόμειναν κάτι στίχοι.

    1. «Ο άνθρωπος δεν σηκώνει πολλή πραγματικότητα»
    Τ.Σ. Έλιοτ.

    2. Είναι η ελπίδα ένα πράγμα με φτερά
    που κουρνιάζει στην ψυχή μου
    και δίχως λέξεις τραγουδάει τον σκοπό
    χωρίς ποτέ να σταματάει.
    ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ

    3. Αὐτὸ ποὺ λέμε ὄνειρο δὲν εἶν᾿ ὄνειρο
    ποὺ ἡ πλατιὰ πραγματικότητα δὲν εἶναι πραγματική.
    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    4. ΠΡΟΑΙΣΘΗΜΑ

    Από τη στέγη περνούσαν πράγματα πολλά
    καπνός πνοές ανέμου φύλλα φθινοπωρινά
    ο ίσκιος του ήλιου στο γύρισμα
    του χελιδονιού η γλώσσα στο ζενίθ
    τα ξιπόλητα πόδια των πουλιών δειλινές ώρες
    κόκκινη κλώσα ή στέγη
    μα εκείνο απομένει: η μαύρη κάργα στην καταχνιά
    με το φοβερό ράμφος τοκ τοκ, τοκ τοκ
    έμβολο θανάτου στο κρανίο.
    Και η σιωπή του κρεμασμένου μέσα.

    MΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ (Άλογα στον Ιππόδρομο, 1973)

  4. Bravissima, Aggeliki!!!… Καλή (ποιητική) εβδομάδα!!!

    -«Μόνον αυτοί που τρέφουν όνειρα/απολαμβάνουν την πραγματικότητα»!
    (Νίκος Καρούζος)

    -«Το μέλλον δεν είναι αυτό που κάποτε ήταν/ οι τάφοι είναι έτοιμοι/ οι νεκροί θα κληρονομήσουν τους νεκρούς». (από το «Έτσι είναι τα πράγματα», Μαρκ Στραντ)

    -«Απ’ την απόλυτη λάμψη, στην αμείλικτη πραγματικότητα
    Που καταλήγει στην απόλυτη σιωπή»
    (Α. Ρεμπώ)

    -«Εσύ η παρούσα στα όνειρα, που μονάχα να σε μαντεύω αφήνεις και δεν μου φανερώνεσαι.
    Εσύ η άπιαστη σ’ όνειρο και πραγματικότητα.
    Εσύ που από το να σε θέλω τόσο μου ανήκεις, αλλά το πρόσωπό σου δεν το πλησιάζεις στο δικό μου πάρεξ όταν σφαλνώ τα μάτια, σ’ όνειρο και πραγματικότητα.»
    (Ρόμπερ Ντέσνος, Οι εκτάσεις του ύπνου)

    -“Όπως και αν έρθουν τα πράγματα
    όσο αντίξοες κι αν είναι οι συνθήκες
    πάντα μπορεί κανείς να ερωτεύεται.
    Το δύσκολο είναι ν’ αγαπάς.”
    (Τίτος Πατρίκιος)

    -Μπέρτολτ Μπρεχτ – Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι

    “Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι
    είσαστε χαμένοι.
    Φίλος σας είναι η αλλαγή
    η αντίφαση είναι σύμμαχός σας.
    Από το Τίποτα
    πρέπει κάτι να κάνετε, μα οι δυνατοί
    πρέπει να γίνουνε τίποτα.
    Αυτό που έχετε, απαρνηθείτε το και πάρτε
    αυτό που σας αρνιούνται.”

    -Κατερίνα Γώγου, «Θα ΄ρθει καιρός»

    “Θα ‘ρθεί καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
    Να το θυμάσαι Μαρία.
    Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
    που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
    – μη βλέπεις εμένα – μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα
    άκου θα ‘ρθει καιρός
    που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
    δε θα βγαίνουν στην τύχη
    Δε θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
    με γερμένους απέξω
    Και τη δουλειά
    θα τη διαλέγουμε
    δε θά `μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
    Οι άνθρωποι – σκέψου! – θα μιλάνε με χρώματα
    κι άλλοι με νότες
    Να φυλάξεις μοναχά
    σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
    λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
    απροσάρμοστοι, καταπίεση, μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός
    για το μάθημα της ιστορίας.
    Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
    δύσκολοι καιροί.
    Και θάρθουνε κι άλλοι.
    Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
    τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
    κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
    «Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
    Θα την αλλάξουμε τη ζωή
    παρ’ όλα αυτά Μαρία.”

    -Κ. Π. Καβάφης, «Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.»

    Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
    δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
    και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
    ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
    να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

    Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
    είναι που κάμνουνε μια ιστορία
    μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
    αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
    δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
    για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
    κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
    με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

    Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
    Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
    η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
    η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
    Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
    κι από την άλληνα την συναφή,
    κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
    είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
    σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

    Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
    βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
    πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

    Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
    κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
    απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
    να δούμε τι απομένει πια, μετά
    τόση δεινότητα χειρουργική.—

    Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
    Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
    Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
    Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
    Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
    Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.
    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

  5. 1. Ο ποιητής

    Και άλλης μιας αισθήσεως κάτοχος, έκτης, για τις άπειρες προεκτάσεις της πραγματικότητας. Κάθε διάχυτης, φευγαλέας λεπτότητας επίμονος και προσεκτικός συλλέκτης.

    Συντηρητής ακούραστος μεγάλης ποσότητας αισθημάτων και ονείρων. Και πλεονέκτης: δεν του επαρκεί να είναι μόνο δέκτης τόσο ευαίσθητος, θέλει της δεκτικότητας

    αυτής αναστροφή. Σε στίχο.
    Που σκοποί της ζωής του είναι πια. Ολοκληρωτικός.
    Γι αυτό κινεί τ΄ αδιανόητα. Και παίκτης

    «εν ου παικτοίς» γίνεται συχνά. Πομπός
    απ΄ ό,τι δέχεται θα επιστρέφει ασφαλώς περισσότερα.

    Γιατί ο ποιητής είναι ρέκτης.

    ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

    2. «λησμονεί των ισχυρών της ημέρας τα έργα,
    πεισματικά φυλάγοντας κάτι μικροπράγματα:
    μια πράξη αγνή, ή ένα ποίημα,
    γραμμένο από άνθρωπο μοναχικό
    κάποιο απομεσήμερο θλιμμένο»

    ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

    3. «Ότι είναι, σκέπτομαι, ίδια
    με την αβεβαιότητα του μέλλοντος
    η αβεβαιότητα του παρελθόντος.
    Απ’ τις προβλέψεις και τις μνήμες μας
    όμοια διαφεύγει η πραγματικότης»

    ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

    4. Η ΑΛΛΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

    Αν όταν τραγουδάς,
    ενώνεις το απέραντο
    και ένας άνθρωπος στον Βόρειο Πόλο
    παύει να κρυώνει,
    σταματάει το βήχα του,
    ξεχνάει το ουρλιαχτό του,
    βγάζει το παλτό του
    γιατί ζεσταίνεται,
    αν είναι ανώνυμα μαζί σου,
    χορδή που πάλλεται,
    αν το κενό κρύβει τους κραδασμούς του,
    αν έχει τη δύναμη του ελάχιστου
    κι η στάχτη είναι πλάνη
    που διαλύει την αίσθηση,
    αν μια χορδή
    είν’ η πραγματικότητα,
    τότε, δεν είναι πόνος
    να πεθάνεις.

    Ελένη Δημητριάδου-Εφραιμίδου

    5. «Σαν φίδι που δαγκώνει την ουρά του
    το ποίηµα δαγκώνει την πραγµατικότητα
    απ’ την κοµµένη ουρά ξαναγεννιέται σαν το φίδι
    άλλη πραγµατικότητα καταβροχθίζοντας το ποίηµα».

    ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

    6. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΓΕΛΑΕΙ

    Περπατώντας μέσα στις ερήμους
    σαν το μυστικό της κάθε απόκρυφης μαγείας
    σαν την δύναμη πίσω από κάθε αλήθεια
    ινδιάνικα κοριτσίστικα μάτια
    γύρω από το μέτωπο του νάρκισσου
    αποκαλύπτουν

    η θέση του ποιητή είναι απέναντι στον καθρέφτη του
    και τούτη η ίδια η ποίησή του
    αποκαλύπτει
    πως κάθε τι ψεύδεται, πίσω από το τρελό καρδιοχτύπι
    του θεουργού
    που μαρμαρώνει μπροστά στο όραμα του παράδεισου

    του θεουργού
    που αφοπλίζεται στο όνομα της μητριαρχίας,
    των κοινοτήτων και των ιερών μανιταριών
    ακόμα κι αν κάνει κέρματα την εμπειρία
    και την μοιράσει στους άκαμπτους περιπατητές
    με ένα πονηρό ματάκι που τρεμοπαίζει

    και μ’ ένα χαμόγελο ονειροπαρμένου στο στόμα
    βάζοντάς τους όλους τους μπάσταρδους στο παιχνίδι του
    καλώντας τους ποιητές του πλανήτη
    να καθημερινοποιήσουν την ποίηση
    να κάνουνε ποιητική την καθημερινότητα
    έστω και μ’ ένα τιράζ μιας χιλιάδας
    και με πωλήσεις μηδέν
    και στην καρδιά κάποια πίκρα
    για τους απλησίαστους αιχμάλωτους της αδράνειας
    για τους αθεράπευτους μικρόκοσμους
    για τους ομοιόμορφους διατηρημένους με χρώμιο τωρινούς ναούς
    ανέραστων ακαδημαϊκών και προσκυνημένων κοσμοκρατών

    την στιγμή που οι εμπνευσμένοι
    κάνουνε έρωτα με την Θεά Αθώρ και γελάνε
    έχοντάς τα στείλει όλα στο διάολο
    με την σιγουριά ότι μόνο η κίνηση είναι πραγματικότητα
    στα σύμπαντα όλα και η πανάγια κίνηση της ηδονής
    όχι μόνο μια σκέτη αλήθεια αλλά και μια Ηθική

    αλίμονο στους σοφούς του όποιου κόσμου
    που φοβούνται την ατελείωτη ηδονή
    των εκατομμυρίων απολαύσεων ενός αντιφατικού κόσμου
    -του κόσμου τους-
    αλίμονο στον φιλόσοφο και στον ποιητή
    που δεν έχει μάθει να γελάει.
    ΒΛΑΣΗΣ Γ. ΡΑΣΣΙΑΣ

  6. Ciao, Aggeliki!!!!…. Grazie mille!!!…Ας κρατήσουμε «την πραγματικότητα που γελάει»….

    -«Από την τρέχουσα πραγματικότητα στην απώτατη προφταίνω να κα-
    ταλάβω ποιος είμαι.» (Ο. Ελύτης, «Εκ του πλησίον»)

    -«Να προφέρεις την πραγματικότητα όπως ο σπουργίτης το χάραμα. Και να το σιμώνεις όπως ένα πλοίο τη Σέριφο ή τη Μήλο. Που τα βουνά ξετυλίγονται το ένα μεσ’ απ’ το άλλο εωσότου φανεί ο υπέροχος κώνος με τα λευκά σπίτια. Το ένα νησί χωρίζεται σε δύο ή τρία, κι ο κάθετος δρόμος δείχνει, από κοντά, να κρατάει την πιο παρθένα λευκή αγκαλιά. Διείσδυση σε μεγάλο βάθος μέσα στις αισθήσεις και συνάμα διαρκής ανατροπή κάθε χρηστικής αντίληψης για τη φύση του υλικού κόσμου.
    Πουθενά αλλού δεν ένιωσα τη ζωή μου τόσο δικαιωμένη όσο πάνω στη γέφυρα ενός πλοίου. Στη θέση τους τη σωστή, τα πάντα: οι βίδες, οι λαμαρίνες, οι σωλήνες, τα συρματόσχοινα, οι αεραγωγοί, τα όργανα πλεύσεως. Και ο ίδιος εγώ που εγγράφω την αέναη μεταβολή παραμένοντας στο ίδιο σημείο. Ένας πλήρης, αυτάρκης και συγκροτημένος κόσμος που μου ανταποκρίνεται και του ανταποκρίνομαι και εισχωρούμε μαζί σαν ένα σώμα στον κίνδυνο και στο θαύμα.

    Πλοίο διαρκείας η χώρα μου.»
    (Ο. Ελύτης, «Ο μικρός ναυτίλος»)

    -Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμ, «Όλα τα φανταστικά πράγματα»

    «Μουσική και ζωγραφική κι όλα εκείνα
    που ο κόσμος φαντάστηκε
    για το Puerto Rico στις παλιές ισπανικές
    μέρες όταν εκείνη ήταν κορίτσι

    Έτσι που τώρα
    δεν ξέρει τι να κάνει
    με τον εαυτό της μόνη
    και γερνώντας εδώ –

    Το πράσινο είναι πράσινο
    μα τα σημαδεμένα τέρματα
    των πιο γερασμένων πραγμάτων, ma chere

    πρέπει να σηκώνουν κεφάλι
    σε ό,τι επιστρέφει
    στις αφετηρίες –

    Ή άλλο τι; Ένας
    αέρας καθαρός, υψηλής τάξεως, απρόσβλητος
    από χυδαία αρώματα»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

  7. Ένας πολύ καλός ποιητής, άγνωστος στους πολλούς, που έχει γράψει το ωραίο ποίημα «Ο Άγνωστος», βρέθηκε στο δρόμο μου εντελώς τυχαία, μιλώντας για τα πράγματα.

    Τα πράγματα

    Τα πράγματα παλιώνουνε πριν από μας,
    τα έπιπλα και τα παλιά μας σπίτια.
    Κι αν ζούνε πιο πολύ, ζούνε νεκρά.
    (Αν είχαμε μείνει ακόμα εκεί,
    θα ‘χαμε πλακωθεί κάτω απ’ τα ερείπια.)
    Πριν από μας παλιώνουν και γερνούν.
    Δεν είναι σαν τα δέντρα, που ανα-
    πνέουν με τα φύλλα τους
    και σπρώχνουνε βαθιά τις ρίζες.
    Τα πράγματα παλιώνουν και ερειπώνονται.
    Μένουν ακίνητα, γι’ αυτό πεθαίνουν.

    ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ (1963)

    Ο ψίθυρος των πραγμάτων

    Τα πράγματα δε μου μιλούν, στέκω ν’ ακούσω
    τους τελευταίους τους ψιθύρους, καθώς πεθαίνουν.
    Όπως η λυπημένη θάλασσα της γαλήνης.
    Περίλυπο το άλλο μου πρόσωπο τα επισκοπεί,
    πάνω από νοτισμένες στέγες κι από καμινάδες που
    παλεύουν νότος και βορράς
    κι αλλάζουν στη βροχή και στον καπνό κατεύθυνση.
    Ξημερώνει στους καπνοσυλλέκτες και στις κεραίες των
    τηλεοράσεων.
    Κι ωστόσο, αντίκρυ εκεί στον τοίχο, πέφτει ακόμα
    φως τόσο γλυκό,
    υπόλοιπο απ’ αυτό που λέγαμε άλλοτε ψυχή.
    Ούτε το σκέφτεσαι πως πάει να δύσει.
    Ο κόσμος βουίζει γύρω πιο πραγματικός.
    Ο ήλιος είναι πιο ζεστός στα μέλη.
    Έργα της τύχης και της τόλμης.
    Ώσπου να λάμψει ξάφνου εμπρός σου
    ο άγιος αστραφτερός κρατώντας το σπαθί,
    όταν δε θα μπορεί πια να ξυπνήσει η σκέψη.
    Όμως εγώ μόνο γι’ αυτή τη ζωή μιλώ.
    Την άλλη, κι αν την πιστεύω, δεν την ξέρω.

    ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ -ΤΑ ΜΙΣΑ ΤΟΥ ΠΛΟΥ (1979)

  8. … Τον γνώριζα τον Στεργιόπουλο σαν όνομα αλλά δεν είχα διαβάσει κάτι δικό του… Πολύ πολύ καλός!

    -Ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη βρήκα το παρατημένο εκεί αδιάβαστο βιβλίο ενός άγνωστου ποιητή και σε μένα, του Χάρη Μελιτά:

    -Χάρης Μελιτάς, «Πρόσωπα και πράγματα»

    «Η γυναίκα του αγαπούσε τα ζώα
    ο γιος του λάτρευε τους ανθρώπους
    όσο για κείνον, ισορροπούσε
    δίνοντας αξία στα πράγματα.

    Το τρίγωνο ήταν μοιραίο να σπάσει.
    Η κυρία έφυγε με τη γάτα της
    και το παιδί του με μια σημαία
    μαύρη, προς άγνωστη κατεύθυνση.

    Έκτοτε σκούπιζε καλά τα γυαλιά του
    χάιδευε τ’ άλμπουμ και τα βιβλία του
    ή έπαιζε μια παρτίδα σκάκι
    με το ραγισμένο καθρέφτη του.

    Τουλάχιστον τ’ άψυχα αντικείμενα
    σκεφτόταν λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος
    έστω κι αν δεν το καταλαβαίνουν
    σε συντροφεύουν μέχρι τέλος.»
    (Χ. Μελιτάς, Εραστής ειδώλων, Μανδραγόρας)

  9. Γιάννη, αξίζει να διαβάσεις το Χάρη Μελιτά.
    Έχει γράψει αρκετά ενδιαφέροντα ποιήματα και εξαιρετικά χάικου. Και μάλιστα με τίτλο, το φαντάζεσαι;
    Δείγμα γραφής:

    1. Η ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΕΣΤΩΤΟΣ

    Πωλείται χρόνος
    πλήρους απαξίωσης.
    Κάτω του κόστους.

    2. Αυτογνωσία

    Πριν ακουμπήσω
    μιαν αλήθεια στο χαρτί
    φοράω γάντια.

    3. «Παραμορφωτικοί φακοί

    «Λέω να βγάλω
    το κάπα απ’ τα κάστρα
    να ξαστερώσει»

    ΧΑΡΗΣ ΜΕΛΙΤΑΣ

  10. Ευχαριστώ, Αγγελική, ήδη άρχισα να το κάνω….
    Κι ένα μικρό απόσπασμα από το ποίημά του «Η λέξη»

    «Μόνος ο ποιητής στο άδειο σπίτι
    τις ίδιες εκτελεί διαδρομές
    σε λεξικά ακροβατεί κι ανθολογίες
    καθώς η λέξη που του λείπει, πιθανώς
    σε κάποιο στίχο του Καβάφη ενεδρεύει.
    Μικροπρεπής μεθόδευση θα πεις, μα ποιος τον βλέπει.
    οι τοίχοι μέχρι σήμερα δε διαθέτουν μάτια…»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: