Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (120ο): «Το δάσος»…

-«Εγώ, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ , είμαι από τα Μαύρα Δάση.
Η μάνα μου στις πολιτείες με κουβάλησε
σαν ήμουν ακόμα στην κοιλιά της. Και των δασών η παγωνιά
μέσα μου θα ‘ναι ως το θάνατό μου. […]
Ελπίζω στους σεισμούς που μέλλονται να ‘ρθουν,
να μην αφήσω τη Βιρτζίνιά μου απ’ την πίκρα να μου σβήσει.
Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ από τα Μαύρα Δάση,
ξερασμένος στις πολιτείες της ασφάλτου, μέσα στη μάνα μου,
σε πρώιμη εποχή!…»
(από το «Για τον φτωχό Μπ .Μπ.»

-Μιχάλης Κατσαρός, «ΣΤΟ ΝΕΚΡΟ ΔΑΣΟΣ»

«Στο νεκρό δάσος των λέξεων προχωράω.
Aνάβω τα χλωμά φανάρια στους δρόμους
προσπαθώ ν’ αναστήσω.
Tα ονόματα που πυρπόλησαν τις καρδιές
σε μυστικές συνεδριάσεις
τα ονόματα που οδήγησαν
όλα δολοφονούνται.
Tώρα κυκλοφορούν σε ανάκτορα ξένοι
ντύνονται επίσημα στις δεξιώσεις
σε διπλωματικά συνέδρια ανταλλάσονται
χειραψίες
φριχτά υπομνήματα
παρευρίσκονται στις γιορτές, υποκλίνονται-
Tώρα πεθαίνουν.
Ω Pόζα Λούξεμπουργκ, Λένιν, ποιητές,
Ω Tέλμαν, Tάνεφ
παγωμένοι σε επίσημες αίθουσες
δαφνοστεφείς ήρωες
μυθικά πρόσωπα
ελάτε.
Oι εξουσίες σήμερα χαϊδεύονται σαν
ερωτιάρες γάτες πάνω στις στέγες μας
οι πρόεδροι ανταλλάσσουν επισκέψεις
οι πατριάρχες πάλι ενθρονίζονται
κάτω από τα νόμιμα κάδρα σας
μας περιπαίζουν.
Eγώ έχω μέσα στη θύμησή μου
την ώρα που ανέβαινε το πλήθος στις σκάλες
με τη φωτιά κρατώντας τη μεγάλη ταμπέλα
Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ.
Έχω στη θύμησή μου την ατμομηχανή που έφερε
τη νύχτα τον Λένιν
τον έξαλλο Mαγιακόφσκι που πυροβολούσε
τους υπουργούς
τους φοιτητές αγκαλιασμένους με τους χωριάτες.
Πώς βγήκανε πάλι απ’ αυτή τη φωτιά
ο Kος Διευθυντής
ο διπλωματικός ακόλουθος
ο Kος πρέσβης;
Kαι τώρα τι πρέπει να γίνει
σ’ αυτό το νεκροταφείο των ονομάτων
σ’ αυτό το νεκροταφείο των λέξεων;
Πώς θα ξαναβαφτίσουμε τις πυρκαγιές
ελευθερία, ισότητα, Σοβιέτ, εξουσία;»
(Μιχάλης Κατσαρός, «Κατά Σαδδουκαίων»)

-Νίκος Εγγονοπούλος, «Το καράβι του δάσους»

«ξέρω ότι
αν είχα
μια φορεσιά
– ένα φράκο –
χρώματος πράσινο ανοιχτό
με μεγάλα κόκκινα σκοτεινά λουλούδια
αν στη θέση τής
αόρατης
αιολικής άρπας που μου χρησιμεύει
για κεφάλι
είχα μια τετράγωνη πλάκα
πράσινο σαπούνι
έτσι που ν’ ακουμπά
απαλά
η μια της άκρη
ανάμεσα στους δυο μου ώμους
αν ήτανε δυνατό
ν’ αντικαταστήσω
τα ιερά σάβανα
της φωνής μου
με την αγάπη
που έχει
μια μεταφυσική μουσική κόρη
για τις μαύρες ομπρέλλες της βροχής
ίσως τότες
μόνο τότες
θα μπορούσα να πω
τα φευγαλέα οράματα
της χαράς
που είδα κάποτες
– σαν ήμουνα παιδί –
κοιτάζοντας ευλαβικά
μέσα στα στρογγυλά
μάτια
των πουλιών»
(Ν. Εγγονόπουλος, Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, 1938)

-ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ, «Το δάσος»

«Το σχήμα του δάσους έχει
Το σχήμα μιας μέδουσας
Που την πιάνεις στα χέρια σου και γλυστράει
Oταν τη βγάλει έξω
Το κύμα
Αυτό γίνεται ίσως
Γιατί
Σαλεύει
Χωρίς
Ν’ ανοίγει αμμουδιές
Που είναι άσπρες
Και
Γυαλίζουν οι φρέσκες
Ενώ οι άλλες
Ολάσπρες
Θα βρεις και κόκαλα από πνιγμένους
Τώρα θα βγάλω την καρδιά μου
Oχι όμως
Καθώς οι μέδουσες
Δεν έχουν αίμα
Αν καμωνόμουνα τόσον καιρό πως έγραφα ποιήματα
ήταν μονάχα για να μπορέσω να πω για το δάσος.
Νύχτα προδίνουν οι άνθρωποι τους άλλους
Κι όταν αρχίσει
Να σε πνίγει
Το δάσος
Φωνάζεις
Σαν
Να μην είσαι
Στο δάσος
Το δάσος είναι όπως οι νύχτες μου
Που ξημερώνοντας
Δεν είναι
Καθόλου οι ίδιες
Λησμονημένοι νεκροί
Που μόνοι αποθέσαμε
Ετοιμοθάνατοι προβαίνουν
Με κινήματα αιφνίδια
‘H
-Θέλοντας να φανταστούμε-
Μια λεπτομέρεια
Τη μέρα έχει πράσινο χρώμα
Τότε το δάσος
Είναι ένα δάσος
Με δέντρα.»
Πηγή: http://www.e-poema.eu/afieromatext.php?id=51&pid=)

-Ρενέ Σαρ, «ΓΙΑ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ»

«Για να ‘ναι το δάσος περήφανο
Η ηλικία του χρειάζεται και το άπειρο
Μην πεθαίνεται τόσο γρήγορα φίλοι
Των προγευμάτων κάτω απ’ το χαλάζι
Έλατα που κοιμάστε στο κρεβάτι μας
Τα βήματά μας στα χορτάρια διαιωνίστε.»
[Ρενέ Σαρ, «Για να ‘ναι το δάσος», Μτφρ. Τάκης Σινόπουλος]

-Μαξ Ζακόμπ, «ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΙΩΠΗΛΟ ΔΑΣΟΣ»

«Μέσα στο σιωπηλό δάσος, δεν ήρθε ακόμα η νύχτα και η θύελλα της θλίψης δεν έχει προσβάλει ακόμα τα φύλλα. Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες έχουνε φύγει, οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια.
Μέσα στο σιωπηλό δάσος, το ρυάκι δεν έχει πια κύματα, μια κι ο χείμαρρος κυλάει χωρίς νερό σχεδόν και γυρίζει.
Μέσα στο σιωπηλό δάσος, υπάρχει ένα δέντρο μαύρο σαν το μαύρο, και πίσω από το δέντρο υπάρχει ένας θάμνος που έχει τη μορφή κεφαλιού και που φλέγεται, και που φλέγεται από αιμάτινες και χρυσές φλόγες.
Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια, υπάρχουν τρία μαύρα άλογα, που είναι τ’ άλογα των μάγων βασιλιάδων, κι οι μάγοι βασιλείς δεν είναι πια επάνω στ’ άλογά τους ούτε αλλού, κι αυτά μιλάνε σαν άνθρωποι.»
[Μαξ Ζακόμπ, «Μέσα στο σιωπηλό δάσος», Μτφρ. Τάσος Κόρφης]

-ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, «Πολυσέλιδο δάσος»

«Χάθηκα στη μονάζουσα ρεματιά οπού τρύπωσε
μόλις ακουόμενο ανάμεσα
σε λογιώ-λογιώ χορταράκια
τ’ ανάλαφρου νερού το ψιθυριστό δείλιασμα.
Βρομοθήλυκο εσύ Αντιφατικότητα
συγκρούεσαι διαρκώς με το θάμβος μου καθώς αναίμαχτος
ακούω σωρηδόν αγαλλόμενα τ’ αηδόνια
καθώς ανελλιπώς εκκλησιάζομαι στην απεραντοσύνη.
Αχ να ‘βλεπα λιγάκι τη θωριά σου αγερομάτα μου
σε εικονίζω πάλι να εκκολάπτεσαι στην ιώδη σου θλίψη
εσύ σχεδόν ασώματη σε μακρουλές βάναυσες ώρες
και μένα οι καμπύλες σου στην ερημιά μ’ αποτεφρώνουν.
Εκείθε στην καρδιά του δάσους μάγισσες
κυματιστές με τέτοια μαλλιαρά χρώματα
στην όψη τους ολοφύρεται πικρά σαν άγραφη ένσταση
η διοχέτευση στην Απουσία.»
(Ν. Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (120ο): «Το δάσος»…

  1. Έκανες την έκπληξη, Γιάννη! Από το δέντρο πήγαμε στο δάσος.
    Για να δούμε τι δυνατότητες έχουν απομείνει για μένα, αφού ήδη έχεις παραθέσει τους πιο καλούς και πιο γνωστούς ποιητές.

    ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ επί 3:

    1. Τετράστιχα

    Μόνη στο δάσος· γύρω μου τα ηλιολουσμένα πεύκα
    σ᾽ ανάερη γλώσσα αρχίνησαν να μου κρυφομιλούνε.
    Επίσημα με χαιρετάει από μακριά μια λεύκα,
    κι όλο μου γνέφουν φιλικά και μου χαμογελούνε.

    Μυρτιώτισσα, Από τη συλλογή, Κραυγές

    *****************************************

    2. Στο δάσος

    Σαν μέσα απ᾽ άυλο ποτιστήρι,
    κάτω απ᾽ το δέντρο που έχω γείρει,

    των αρωμάτων ρέει το σμάρι,
    φλισκούνι, ρίγανη, θυμάρι!

    Ό,τι έχει ο Θεός ξέγνοιαστο πλάσει
    γύρω απ᾽ το δάσο έχει κουρνιάσει,

    πουλιά στα δέντρα, αρνιά στις στάνες,
    και στα τσαντίρια οι ατσιγγάνες.

    Θροούν τα πεύκα, αχούν οι γρύλοι,
    ξυπνούν στη μνήμη μου όλοι οι θρύλοι.

    Να ᾽ρχόταν λέει και να με κάνει
    ο δράκος, λεύκα είτε πλατάνι,

    μια ρίζα να ᾽μαι εδώ στο χώμα,
    και μήτε μάτια, μήτε στόμα!

    Το αίμα αυτό που τρέχει εντός μου
    και που με καίει σα να ᾽ν᾽ οχτρός μου,

    να ᾽ρχονταν λέει ξωθιές πιλάλα,
    να μου το πιουν στάλα τη στάλα,

    και να χυθεί η ψυχή καθάρια,
    σαν τα νερά, σαν τα χορτάρια!

    …Στα μυριοκέντητα κιλίμια
    του δάσου, εγώ ᾽μαι η μόνη ασκήμια,

    και κάτι νόθο, κάτι ξένο
    μες στο βασίλειο το παρθένο…

    Μυρτιώτισσα, Από τη συλλογή, Τα δώρα της Αγάπης

    **********************************************

    3. Μια νύχτα στο δάσος

    Μέσα στα βάθια τ᾽ ουρανού γλυκοτρεμάμενα, θολά,
    κι ένα προς ένα χάνονται τα νυσταγμένα αστέρια
    ξάγρυπνη εγώ στο σιωπηλό το δάσος ακόμα τριγυρνώ,
    και πίνω από τις ευωδιές που με ποτίζει πλέρια.

    Έχω μεθύσει μια σταλιά, και το κορμί μου είναι λαφρύ,
    και σαν πευκάκι ολόδροσο δώθε και κείθε σείεται,
    μες στης καρδιάς σου τη φωλιά τρεμοσαλεύει ένα πουλί,
    και σε τραγούδι ολόγλυκον απόψε λησμονιέται.

    Ω ξελογιάστρα φοβερή, μαγεύτρα φύση, που πλανάς
    κι αυτούς ακόμα που ως τα ψές ελιώναν μες στο κλάμα…
    δεν είμαι κι άλλο τώρα πια, παρά δυο μάτια εκστατικά,
    που όλο κι ανοίγονται μπροστά στ᾽ απίστευτό σου θάμα.

    Ψυχή μου, το ᾽λπιζες ποτέ μια τέτοια νύχτα να χαρείς;
    Αναγαλιάζει ο Έρωτας˙ είν᾽η δικιά του η ώρα.
    Κάτω απ᾽ την πεύκινη σκεπή ξεφεύγουν τρέμουλες κραυγές,
    κι ίσκιοι σαλεύουνε διπλοί μες στα σκοτάδια τώρα.

    Πώς έτσι ωραία κι έτσι αγνά πλάθεται γύρω μου η ζωή!
    Στο πρώτο θάμπος, δυο κορμιά σμιγμένα ξεχωρίζω,
    κι από ευλάβεια στο ιερό κρεβάτι που προσφέρνει η γη,
    στ᾽ακρόνυχά μου ανάλαφρα, χορευτικά βαδίζω…

    Τη δροσανάσα τους κρατούν γύρω τριγύρω τα δεντρά,
    και τ᾽ αγεράκι τ᾽ αυγινό δε βγάζει πια μήτε άχνα,
    λες και προσμένουνε κι αυτά της ηδονής το θείο πιοτό,
    π᾽ ακρόταγο θα ξεχυθεί μες απ᾽ τ᾽ αντρίκια σπλάχνα!

    Σάμπως κομμάτια τ᾽ ουρανού, γιομάτα απ᾽ όνειρο και φως,
    τώρα τα μάτια τους μου λεν πως πάει να ξημερώσει,
    χεροπιαστά καθώς κινάν με τα βαριά τους τα τσαπιά,
    πέρ᾽ απ᾽το δάσο που γλυκά τους έχει ζευγαρώσει…

    Μυρτιώτισσα, Από τη συλλογή, Τα δώρα της Αγάπης

    The Rain Forest Song

    4. ΗΧΩ

    Τα βήματά μας αντηχούν ακόμη
    Μέσα στο δάσος με τον βόμβο των εντόμων
    Και τις βαριές σταγόνες απ’ τ’ αγιάζι
    Που στάζει στα φυλλώματα των δέντρων.
    Κι ιδού που σκάζει μέσα στις σπηλιές
    Η δόνησις κάθε κτυπήματος των υλοτόμων
    Καθώς αραιώνουν με πελέκια τους κορμούς
    Κρατώντας μες στο στόμα τους τραγούδια
    Που μάθαν όταν ήτανε παιδιά
    Και παίζανε κρυφτούλι μες στο δάσος.

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, από τη συλλογή Τα Κάστρα του ανέμου (1934).

    ***************************************

    5. ΥΠΝΟΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ / SLEEPING IN THE FOREST

    Σκέφτηκα πως η γη με θυμήθηκε,
    Ότι με ξαναδέχτηκε τόσο τρυφερά, τακτοποιώντας
    τις σκούρες ποδιές της, τις τσέπες της
    γεμάτες με λειχήνες και σπόρους. Κοιμήθηκα
    όπως ποτέ πριν, μια πέτρα
    στην κοίτη του ποταμού, τίποτα
    ανάμεσα σε μένα και τη λευκή φωτιά των άστρων
    εκτός απ’ τις σκέψεις μου, κι αυτές έπλεαν
    ελαφριές σαν νυχτοπεταλούδες ανάμεσα στα κλαδιά
    των τέλειων δέντρων. Όλη νύχτα
    άκουγα τα μικρά βασίλεια ν’ ανασαίνουν
    γύρω μου, τα έντομα, και τα πουλιά
    που κάνουν τη δουλειά τους στο σκοτάδι. Όλη νύχτα
    υψωνόμουν και βυθιζόμουν, σαν μέσα σε νερό,
    παλεύοντας με μια φωτισμένη καταδίκη. Με την αυγή
    είχα εξαφανιστεί το λιγότερο δώδεκα φορές
    μέσα σε κάτι καλύτερο.

    Mary Oliver, Μετάφραση: Κώστας Λιννός

    *************************************

    6. Το δάσος

    Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
    βλασταίνουν φύλλα και κλαδιά
    κι έρχονται τα πουλιά του έρωτα και κελαηδούνε.

    Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
    οι σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
    στις λόχμες του ο φόβος ενεδρεύει.

    ζώα μικρά και ζώα άγρια το κατοικούν,
    όχεντρες έρπουν και ρημάζουν τις φωλιές μας,
    λιοντάρια ετοιμάζονται να μας ξεσκίσουν.

    Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
    έγιναν δάσος σκοτεινό και μας πλακώνουν.

    Ντίνος Χριστιανόπουλος, Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα (Ιανός, 2004) [Από την ενότητα Ο αλλήθωρος (ποιήματα 1949-1970)]

    **********************************************

    7. ΤΟ ΔΑΣΟΣ

    Το δάσος που λαχτάριζες
    ώσπου να το περάσεις,
    τώρα να το ξεχάσεις
    διαβάτη αποσπερνέ.
    *
    Μια αυγινή, το κούρσεψαν
    ανίδρωτοι λοτόμοι,
    κι εκεί είναι τώρα δρόμοι
    διαβάτη αποσπερνέ.
    *
    Το τρίσβαθο αναστέναγμα
    που άγγιζε την καρδιά σου
    κι έσπαε τα γόνατά σου
    δε θα τ’ ακούσεις πια,
    *
    το πήρανε στα διάπλατα
    περίτρομα φτερά τους
    και το ‘καμαν λαλιά τους
    τα νύχτια τα πουλιά.
    *
    Και κάτι που βραχνόκραζε
    με μια φωνή ανθρώπου,
    στο ημέρωμα του τόπου
    βουβάθηκε κι αυτό.
    *
    Το σιγαλό τραγούδισμα
    που σ’ έσερνε διαβάτη
    σε μαγικό παλάτι
    δίχως ελπίδα αυγής,
    *
    το πήρανε -για κοίταξε-
    στερνή ανατριχίλα
    τα πεθαμένα φύλλα
    που απόμειναν στη γης.
    *
    Κι η άρπα με τον ήχο της
    που σε γλυκομεθούσε
    μα κρύφια σου χτυπούσε
    θανάτου μουσική,
    *
    χάθηκε με την άγγιχτη
    που την κρατούσε κόρη,
    στα πέλαγα, στα όρη,
    να μην ξανακουστεί.
    *
    Το δάσος που λαχτάριζες
    ώσπου να το περάσεις,
    τώρα να το ξεχάσεις
    διαβάτη αποσπερνέ,
    *
    γεννήκαν νεκροκρέβατα
    τ’ άγρια δεντρά του τώρα
    και θα τα βρεις στη χώρα
    διαβάτη αποσπερνέ.

    ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ

    ****************************

    8. ΤΟ ΔΑΣΟΣ…

    Το Δάσος, κοίτα, απόγυρε
    στης Νύχτας την αγκάλη.
    Μύρο αποπνέει μεθυστικό,
    στενάζει με το αηδόνι.

    Το φεγγαράκι πάνω του
    περίεργο προβάλλει
    και στον καθρέφτη του ρυακιού
    τα μάγια του ξαπλώνει.

    ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

    *********************************

    9. Βρήκα τις ζεστές σπηλιές στο δάσος,
    τις γέμισα με κατσαρολικά, κουζινομάχαιρα και ράφια,
    ντουλάπια και μεταξωτά, αμέτρητα αγαθά.
    Μαγείρευα για τα σκουλήκια και τα ξωτικά.
    Γκρίνιαζα, έβαζα τα πάντα πάλι σε σειρά.
    Μια τέτοια γυναίκα την παρεξηγούν.
    Έχω υπάρξει ον του είδους της

    ΑΝ ΣΕΞΤΟΝ, Το είδος της [Προς το Μπέντλαμ και εν μέρει προς τα πίσω, 1960] (απόσπασμα) μτφρ. Δήμητρα Σταυρίδου

    O ΡΟΜΠΕΝ ΤΩΝ ΚΑΜΕΝΩΝ ΔΑΣΩΝ – OΡΦΕΑΣ ΠΕΡΙΔΗΣ

    10. ΔΑΣΟΣ

    “Περιδιαβαίνω στο χλοερό δάσος
    Των ποιητών, ξεχνιέμαι…
    Κανένα αστροπελέκι του χρόνου δεν το απειλεί
    Καμιά ξηρασία
    Ξαποσταίνω στο γέρικο πλατάνι του Παλαμά
    Υπό την βασιλικήν δρυν του Παπαδιαμάντη
    Τον ευκάλυπτο του Εμπειρίκου
    Το μοναχόδενδρο του Ελύτη
    Την ελιά του Μαβίλη
    Το κυπαρίσσι του Παπαδίτσα
    Το δάσος λέξεων του Κατσαρού
    Το αγέρωχο καραγάτσι του Αναγνωστάκη
    Την καρυδιά με τον βαρύ ίσκιο του Σεφέρη
    Το μαυροδάσος του Μέσκου
    Κι ανάμεσά τους εμείς οι νεότεροι
    Ταπεινοί θάμνοι οι περισσότεροι
    Χαμηλές παραφυάδες άλλοι
    Λίγοι οι επάξια αναγνωρίσιμοι
    Άντε και κισσοί αναρριχώμενοι κάποιοι”.

    Γιάννης Κουβαράς

    **********************************

    11. ΣΥΜΒΟΛΙΚΟ
    Ξέρω πως οι ανεμώνες
    είναι μέσα στο δάσος του νου μου.
    Απλές σα σκέψεις κρύβονται στη σιωπή.

    Οι ανεμώνες του νου μου,
    οι σκέψεις του δάσους.

    ΡΩΞΑΝΗ ΠΑΥΛΕΑ

    **************************************

    12. ΤΟ ΦΙΛΙΚΟ ΔΑΣΟΣ

    Πλάι‐πλάι, σκεφτόμαστε πράγματα αγνά,
    μες στων δρόμων τα μάκρη μαζί περπατώντας,
    απ’ τα χέρια κρατιόμαστε οι δυο μας σιωπώντας…
    στ’ άνθη ανάμεσα τα σκοτεινά…

    Σα μνηστήρες μονάχοι βαδίζαμε ώρα,
    μες στην πράσινη νύχτα των κάμπων, κι εκείνη
    τη φασμαγορική μοιραζόμαστε οπώρα,
    των τρελών φιλενάδα καλή, τη σελήνη.

    Και κατόπιν στη χλόη πεθάναμε, μόνοι,
    στο γλυκόν ίσκιο, μακριά, του δάσους αυτού
    που σαν κάτι δικό μας ψιθυρίζει αυτού.

    Και κει πάνω στο φως που ποτέ δεν τελειώνει,
    ευρεθήκαμε κλαίγοντας, ξάφνου, ω καλέ μου,
    της σιωπής σύντροφέ μου.

    Πωλ Βαλερύ, Μετάφραση : Μήτσος Παπανικολάου

    ***************************

    13. «Δεν μιλώ με το δάσος
    δεν μιλώ με το δέντρο
    με το κλωνάρι δεν μιλώ

    Μικρό τρυφερό φυλλαράκι
    με σένα μιλώ
    μαζί σου λέω τα μυστικά μου»

    ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ, Ψιλόβροχο, XXII, σελ. 30

    *******************************************

    14. Κυνηγώντας τὸ πνεῦμα τοῦ δάσους
    (απόσπασμα)

    Καὶ φτάνοντας στὸ χιονισμένο δάσος
    καταυλίσαμε.
    Καὶ τὸ βράδυ ἀνάμεσα στὰ δένδρα
    -σαφτ-
    καρφώθηκε κι ἔτρεμε
    βρίσκοντας τὴ σάρκα τῆς γῆς
    μιὰ ἀχτίδα.
    Καὶ πῆγαν τὰ τσακάλια καὶ τροχίζαν πάνω της
    τὰ δόντια τους.
    Καὶ προχωρώντας τὸ πρωΐ
    εἴδαμε πάνω στὸ χιόνι
    τὰ πατήματα τῶν ἀγγέλων κι ἐκεῖ
    λίγο ψηλότερα
    ἢ λίγο χαμηλότερα ξεχωρίζαμε
    τὴ μυρουδιὰ τοῦ θειαφιοῦ.

    Γιάννης Υφαντής

    *******************************************

    15. ΕΙΣ ΤΟ ΔΑΣΟΣ

    Από τα δέντρα πέφτουνε τα φύλλα ένα – ένα
    στης μάνας γης την άχαρη και μαύρη αγκαλιά,
    στέκουν τριγύρω τα κλαδιά ψυχρά, σκελεθρωμένα,
    και λυπημένα κι άλαλα κουρνιάζουν τα πουλιά.

    Η καταχνιά σηκώνεται μέσ’ απ’ τα δάση
    αγάλια κι απλώνεται σαν μυστική νεράιδα του βοριά,
    και μοιάζει η φύση θάλασσα με δίχως ακρογιάλια,
    που κύμα δεν ακούεται ν΄ αντιλαλεί βαριά.

    Κάπου και κάπου βιαστικός περνάει ένας διαβάτης
    και σαν σκιά μες στην πυκνή χωνεύει καταχνιά.
    Να η ζωή! φαινόμαστε στα ψεύτικα φτερά της,
    σαν όνειρ’ αγερόπλαστα, και σβήνομε με μια.

    ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΗΣ ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΣ

    Forest Elves – Cry of the Forest

    16. ΑΤΙΤΛΟ

    Δάσος παράξενο μαγεύει τὴ φωνή μου
    κάθε μου λέξη μία σταγόνα αἷμα
    ὅλο μου τὸ τραγούδι ἕνα δέντρο
    ἀπὸ τὸ αἷμα ποτισμένο τῶν φονιάδων
    χίλιοι φονιάδες χίλια ἄγρια δέντρα
    δάσος παράξενο ποὺ μαγεύει τὴ φωνή μου

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

    *****************************

    17. Το δάσος του Ιγκνάτιεβο

    Λαμπάδιασμα των τελευταίων φύλλων μέσα στο αποτελείωμά τους
    Ανεβαίνει ψηλά και στα δικά σου μονοπάτια
    Το δάσος ζει σ’ έναν παροξυσμό,
    Ίδιον μ’ αυτόν που ζούμε εμείς οι δυο τον τελευταίο χρόνο.

    Ο δρόμος φαίνεται μες τα κλαμένα μάτια
    Όπως οι θάμνοι καθρεφτίζονται στις σκοτεινές λιμνούλες.
    Μην απειλείς, μη φοβερίζεις.
    Μη ταράζεις τη σιγαλιά του δάσους.

    Μπορείς ν’ ακούσεις την πνοή πανάρχαιας ζωής:
    Στο νοτισμένο χώμα μανιτάρια γλιστερά έχουν φυτρώσει,
    Τα σαλιγκάρια τρύπωσαν τρώγοντας το μεδούλι
    Ενώ το δέρμα τους γαργαλά ρίγος υγρό.

    Το παρελθόν μας απειλεί –
    Κοίτα: τώρα γυρνώ, κοίτα: τώρα σκοτώνω!
    Γεμίζει αγκάθια ο ουρανός μ’ ένα σφεντάμι ίδιο ρόδο –
    Είθε να κάψει πιο βαθιά έτσι που κόλλησε σχεδόν στα μάτια.

    Arseni Tarkovsky, 1935, Μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης

    *********************

    18. Ὁ Οὐρανός

    Πρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
    Νὰ ψηλαφίσω τὸ σφυγμό σου
    Ὕστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ δάσος

    Ν᾿ ἀγκαλιάσουμε τὰ μεγάλα δέντρα
    Ποὺ στὸν κάθε κορμὸ ἔχουμε χαράξει
    Ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ ἱερὰ ὀνόματα

    Νὰ τὰ συλλαβίσουμε μαζὶ
    Νὰ τὰ μετρήσουμε ἕνα-ἕνα
    Μὲ τὰ μάτια ψηλὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή.

    Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός.

    Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι.

    ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

    *****************************

    19. Του δάσους εκατέβηκε το δάκρυ

    Του δάσους εκατέβηκε το δάκρυ
    Και στην πεδιάδα σκίρτησαν τα δέντρα
    Αγγίξαμε τα όνειρα στην πλάση
    Και μόλις ξύπνησαν τ’ αστέρια.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    **********************

    20. Δάσος

    Λιτά,
    τα δέντρα,
    τα σκόρπια φύλλα
    όχι λυπητερά·
    κι όμως βουβά
    θανάσιμα·
    περπατώ και συλλέγω
    χρυσή σιωπή.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    Deep Forest – Forest Hymn

  2. «Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
    έγιναν δάσος σκοτεινό και μας πλακώνουν»
    Ο αγαπημένος μου Ντίνος Χριστιανόπουλος
    με τα περιεκτικά, όσο και λυρικά μικρά του θαύματα..
    Καλημερούδια φίλοι μου και καλή μας Κυριακή! 🙂 🙂

  3. Ciao, Aggeliki!… Καθώς βλέπω απεριόριστες οι δυνατότητές σου, αφού παρέθεσες τόσα πολλά, ωραία ποιήματα! Bravissima!!!

    -Ο. Ελύτης, [ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ]

    «Η Μαρία Νεφέλη λέει:

    ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

    Ροές της θάλασσας κι εσείς
    των άστρων μακρινές επιρροές – παρασταθείτε μου!
    απ’ τα νερά της νύχτας τ’ ουρανού κοιτάξετε
    πως ανεβαίνω
    αμφίκυρτη
    σαν τη νέα Σελήνη
    και σταλάζοντας αίματα.

    Ποιητή τζιτζίκι μου εγκαταλειμμένο
    μεσημέρι δεν έχει πια κανείς·
    σβήσε την Αττική κι έλα κοντά μου.
    Θα σε πάω στο δάσος των ανθρώπων
    και θα σου χορέψω γυμνή με ταμ ταμ και προσωπίδες
    και θα σου δοθώ μέσα σε βρυχηθμούς και ουρλιάσματα.

    Θα σου δείξω τον άνθρωπο Baobab
    και τον άνθρωπο Phagus Carnamenti
    τη γερόντισσα Cimmulius και το σόι της όλο
    το σαρακοφαγωμένο απ’ τα παράσιτα·

    θα σου δείξω τον άντρα Bumbacarao Uncarabo
    τη γυναίκα του Ibou-Ibou
    και τα παραμορφωμένα τέκνα τους
    τα μανιταρόσκυλα
    τον Cingua Banga και την Iguana Brescus

    Μη φοβάσαι
    με το χέρι μπροστά καθώς φανός θυέλλης
    θα σε οδηγήσω
    και θα σου χιμήξω·
    τα νύχια μου θα μπουν στις σάρκες σου»
    (Ο. Ελύτης, Μαρία Νεφέλη, Ίκαρος)

    -Ν. Καρούζος, «ΨΥΧΟΒΛΑΒΗΣ ΩΧΡΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟΣΩΜΟ ΔΑΣΟΣ»

    «Αστρόβλητος πια στην υπεροψία-θηκάρι
    τεράστιο γαλάζιο (;) κύμα φωνητικό στα ορώμενα
    μα εγώ δεν το ’χω στόχαση να σκυταλοδρομήσω
    σ’ αυτά τα χώματα ένσαρκος ύμνος
    απεχθάνομαι κάθε είδους τελετή και ρέπω
    στα απλά εικοσιτετράωρα
    θέλω να είμ’ εγώ ο ένοχος που φεύγει έτσι άσπλαχνα
    ο χρόνος
    πήγα να γίνω δυόσμος άδοντας δεν το μπόρεσα
    η πρωτάκουστη τούτη θάλασσα.»
    (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

    -Σεργκέι Γεσένιν, [Μίλησε το μικρό δασάκι]

    «Μίλησε το μικρό δασάκι, τα είπε όλα
    με της σημύδας τη χαρούμενη λαλιά
    και οι γερανοί θλιμμένα αργοπετώντας
    για κανένανε δε θλίβονται πια.

    Λύπη γιατί; Στον κόσμο ετούτον όλοι
    περνάμε, φεύγουμε, το σπίτι πια αδειανό,
    για όσους χαθήκαν το λιναροπεριβόλι
    νείρεται απ’ το πλατύ φεγγάρι στο γλαυκό νερό.

    Στέκομαι μόνος στη γυμνή πεδιάδα,
    ο αγέρας πάει τους γερανούς μακριά,
    ω, νιότη ολόχαρη, στη σκέψη σε ξανάδα
    μα για ό,τι πέρασε καμιά θλίψη, καμιά.

    Θλίψη καμιά για τα χαμένα χρόνια εκείνα
    μήτε για της ψυχής μου τους απριλανθούς,
    καίει φωτιά στον κήπο η κόκκινη ριμπίνα
    μα δε ζεσταίνεται η καρδιά κι ο νους.

    Δε θα καούν τα κλώνια της ριμπίνας,
    το χόρτο απ’ το κιτρίνισμα δε θα χαθεί,
    όπως το δέντρο που ήρεμα ρίχνει τα φύλλα
    ρίχνω κι εγώ πικρά τα λόγια μου στη γη.

    Κι αν ο καιρός, σκουπίζοντας με τον αγέρα,
    όλα τα μάσει σ’ έναν άχρηστο σωρό,
    έτσι να πείτε: το χρυσό δασάκι πέρα
    όλα τα μίλησε με λόγο καθαρό.»
    (Σ. Γεσένιν, Ποιήματα, μτφ. Γ. Ρίτσος, Κέδρος)

    -Ανδρέας Ζαρμπαλάς, «Το δάσος»

    «Είναι τόσο πράσινο το δάσος, τόσο ανοιξιάτικο
    κι είναι τόσο κοντά μας!

    Η πρασινάδα του φράζει όλα τα μονοπάτια.
    Ό,τι είναι πίσω από το δάσος το ξεχάσαμε κιόλας.
    Γινήκαμε κι εμείς ένα φυλλουργιασμένο δέντρο.
    Ακόμα και το ξερό κλωνάρι του καημού πάει να μπουμπουκιάσει.

    Τα κλαριά γίνονται ζεστά χέρια
    που ξεδιπλώνουν μαλακά τα πανιά της συλλογής.

    Γιατί πρέπει να το πούμε. Η συλλογή
    δεν είναι πάντα μια άδεια ποταμίσια κοίτη
    για να περνάει η κίτρινη βοή του δάσους το φθινόπωρο.»
    (Α. Ζαρμπαλάς, 101 ποιήματα για μια χούφτα τόπο, Πολύτυπο)

  4. Ciao Petra!… Καλή Κυριακή και καλή εβδομάδα!!!
    …Και κάτι δικό μου:

    -Γ. Π. Τζήκας, «Στο δάσος μου»

    «Ένα δάσος είμαι
    Και μέσα του χαμένος
    Απ’ την αγάπη σου μακριά
    Στο δάσος μου διωγμένος

    Ψάχνω μια έξοδο να βρω
    Μέσα στο δαίδαλό μου
    Ψάχνω κλειδί έξω να βγω
    Από το δόκανό μου

    Μες στα σκοτάδια μου πατώ
    τυφλός μες στο χαμό μου
    Και ψάχνω έντρομος να βρω
    Το μόνο ξέφωτό μου

    Δε βρίσκω έξοδο, κλειδί
    Το δάσος με πλακώνει
    Μαύρο πουλί μ’ ακολουθεί
    Και μέσα μου νυχτώνει

    Αχ, τα μάτια σου τα δυο
    Το μόνο ξέφωτό μου
    Και όσο είσαι μακριά
    Αυτά το δόκανό μου

    Ψάχνω τα μάτια σου να δω
    Να με γλυκοκοιτάζουν
    Αυτά με πάνε στο χαμό
    Κι αυτά στο φως με βγάζουν»

  5. 1. Από το δάσος

    Πίσω από τα δέντρα μια φωνή.
    Κάλεσμα, επίκληση;
    Δεν άκουσα καλά.
    Μα εγώ
    το πέρασα το Δάσος πια.
    Όποιος μου φώναξε, να μου ξαναφωνάξει.
    Αν του γράφει και μου γράφει,
    αν πολύ το θέλει,
    μπορεί να με προφτάσει
    βιάζοντας το βήμα του,
    κι έξω απ’ τα δέντρα να μου πει:
    Περίμενε. Για σένα τρέχω. Στάσου.
    Να περιμένω; Ναι.
    Να γυρίσω δεν μπορώ
    στο Δάσος που το πέρασα, όχι,
    όχι, να γυρίσω δεν μπορώ.

    ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ, ποιητική ενότητα «Τα ακαριαία: εμείς» (1984), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998

    &&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&

    2. ΤΟ ΑΝΘΙΣΜΕΝΟ ΔΑΣΟΣ

    Βάδιζαν στο πράσινο δάσος, και χιόνια άταχτα, μαλακά, ανάερα,
    πέφτανε πάνω στα μαλλιά τους, άγγιζαν τα χείλη τους
    στ’ αθάνατα μονοπάτια, στη λαμπερή απριλιάτικη γη.
    «Δες, ο Αλντεμπαράν, η απερίσκεπτη Κασσιόπη
    κι’ ο Σείριος ζηλεύουν το λευκό σου χέρι –
    ο Ωρίων, μ’ εξαπλούς ήλιους και μεγάλα νεφελώματα,
    ο Προκύων κι’ ο Βέγας κι’ ο Αλταΐρ, ο παραλλακτικός συρμός
    των απλανών αστέρων που θά ’λεγες πως πέφτουν να σε
      χαιρετήσουν.
    Ενώ τα πλανητικά συστήματα και των κλαδιών τα χιόνια
    τραντάζονται απ’ τα γέλια βλέποντας τις παλιές
    του κόσμου ανοησίες πως τάχατες η καρδιά θα παγώσει.
    Κι’ οι δροσοσταλίδες που έπεσαν απ’ τα κλαδιά κι’ απ’ τα
      λευκά λουλούδια
    είναι νέοι κόσμοι που ξεχύνονται ο ένας στον άλλο, τα είναι τους
    είν’ ένα, στα πράσινα μονοπάτι, στη λαμπερή απριλιάτικη γή.»

    EDITH SITWELL (1887-1964) Μετάφραση: Ηλίας Κυζηρράκος.
    Από το βιβλίο: Ήντιθ Σίτγουελ, «Ο ίσκιος του Κάιν και άλλα ποιήματα», μετάφραση Ηλία Κυζηράκου, Αθήνα 1971, σελ. 34.

    &&&&&&&&&&&&&&&&&&

    3. Το ταπεινό χορτάρι που φυτρώνει
    Ανάμεσα στις πλάκες των πεζοδρομίων μας
    Δεν είναι διόλου ταπεινό
    Είναι το δάσος που επιστρέφει
    Είναι η ζούγκλα που ποτέ δεν παραιτήθηκε
    Από αυτό που της ανήκει
    Και που της πήραμε με τόσο δόλο

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    &&&&&&&&&&&&&&&&&&

    4. Αν…

    Είν’ ένα δάσος γύρω μας συρματοπλέγματα ψηλά
    κι έχουν απ’ έξω κλείσει
    την ανοιξιάτικη χαρά που μας χαμογελά.

    Πίσω απ’ το σύρμα βλέπουμε την όμορφη τη δύση
    και τη γλυκιάν Αυγή,
    εμείς που τόσον είχαμε τη Λευτεριά αγαπήσει.

    Άραγε, από το σύρμα αυτό, που το ‘χουμε ποτίσει
    με τόσα δάκρυα κι αίματα, αν κάποια μέρα ανθίσει,
    τι λούλουδο θα βγει;».

    ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

    &&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&

    5. Στο δάσος υπάρχει ένα πουλί

    Στο δάσος, υπάρχει ένα πουλί, το τραγούδι του σας σταματά και σας κάνει να κοκκινίζετε.
    Υπάρχει ένα ρολόι που δεν χτυπά.
    Υπάρχει μια χαράδρα με μια φωλιά με ζώα λευκά.
    Υπάρχει μια μητρόπολις που κατεβαίνει και μια λιμνη που ανεβαίνει.
    Υπάρχει ένα μικρό αμάξι εγκαταλειμμένο μέσα στο δάσος, ή που κατεβαίνει το μονοπάτι τρέχοντας, στολισμένο με κορδέλλες.
    Υπάρχει ένας θίασος μικρών θεατρίνων με κοστούμια, διακρίνονται πάνω στο δρόμο ανάμεσα απ’ το δάσος άκρη άκρη.
    Υπάρχει, τέλος, όταν πεινά και διψά, κάποιος που σας κυνηγά.
    Αρθούρος Ρεμπώ, Κείμενα και κριτική, μετάφραση-επιμέλεια: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, Γαλαξίας, Αθήνα 1971.

    &&&&&&&&&&&&&&&&&&&&

    6.
    να βγω έξω, δεν βγήκα. νύχτα έχει και μέσα, και στη μέση των δωματίων πάντα πανσέληνοι μικρές, πάντα φώτα. με γυαλιά τότε μαύρα μπορείς να κοιτάς προς τα πάνω, ό,τι θέλεις να γίνεται το φως, έκλειψη ιδιωτική, ήλιος προσωπικός, σελήνη, ας πούμε, υπερήφανη, σαν καρδιά εγκάρδια, σαν νερό το φως δροσερό τότε, πηγαίο. και δικά σου πάλι τότε πρόσωπα, σαν θεός όσα εσύ θέλεις μόνο να ξανάρχονται, να ξαναφωτίζονται λίγο, πολύ, ήσυχα-ήσυχα. πανσέληνος τότε η ψυχή σου στο δάσος, το θεοσκότεινο, το μαύρο. από πάνω σαν λάμπα, λάμπα δωματίου τιποτένια, θεά ξαφνικά κι αυτή όμως, παντού, παντοδύναμη.

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ, Πανσέληνος στο Δάσος

    &&&&&&&&&&&&&&&&&&&

    7. Κι ἂν ὁ λόγος μου
    γίνονταν Λόγος, θὰ μέναμε ὄρθιοι
    τότε κ᾿ οἱ δυὸ σὰν πέτρες
    παράλληλες. Ὅμως μέσα
    στὸ ἀνάστατο δάσος τοῦ κόσμου
    σήμερα ὁ Λόγος δύσκολα
    ἀκούγεται. Ἀλλὰ τὰ παιδιὰ
    τὸ ξέρω πὼς μέσ᾿ ἀπὸ τὰ
    βιβλία μου αὔριο θὰ μαζεύουν
    λουλούδια καὶ πὼς θὰ μιλοῦν
    γιὰ τὸ θαῦμα – ζωή, κοιτώντας
    τὸν κόσμο μέσ᾿ ἀπ᾿ τοὺς στίχους μου.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, απόσπασμα

    &&&&&&&&&&&&&&&&&&&&

    8. Η σιωπή του δάσους!

    Πόση η θλίψη βλέποντας τη μοναξιά των πόλεων και πού το τέλος της διαδρομής τους!
    Ονειρεύομαι την αιωνιότητα μέσα στη σιωπή ενός δάσους.
    Εάν ο θάνατος ενός ποιητή είναι ο τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα των επιτευγμάτων του,
    τότε το τέλος του ποιήματος είναι η αρχή της εξορίας, Οβίδιε.
    Ξέρω πως θα συναντηθούμε στον Παράδεισο
    αλλά στην Ιστορία πέφτει αδιάκοπα μία ψιλή βροχή που διαλύει την αιωνιότητα.

    Οσίπ Μαντελστάμ, μτφρ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑΚΗΣ

    &&&&&&&&&&&&&&&&&&&

    9. ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΡΟΛΟΓΙΩΝ

    Μπήκα στο δάσος
    Των ρολογιών.
    Φυλλώματα από τικ-τακ,
    τσαμπιά από καμπάνες
    και κάτω από την πολλαπλάσια ώρα,
    αστερισμοί εκκρεμών ρολογιών.

    Οι μαύρες ίριδες
    των νεκρών ωρών,
    οι μαύρες ίριδες
    των ωρών παιδιών.

    Όλα είναι όμοια!
    Κι ο χρυσός του έρωτα;
    Δε κτυπά παρά μια ώρα.
    Μια ώρα μόνο!
    Την κρύα ώρα!
    Ώρα αγωνίας
    Και των τελευταίων φιλιών.
    Ώρα σοβαρή που στοιχειώνει
    Τα αιχμάλωτα κουδούνια.
    Κούκου
    χωρίς πουλί.
    Σκουριασμένα άστρα
    τεράστιες χλομές
    πεταλούδες.

    Στο άλσος
    των αναστεναγμών
    αντηχούσε το άριστα,
    που είχα παιδί.

    Πρέπει να περάσεις από κει,
    Καρδιά μου!
    Από κει,
    Καρδιά μου!

    ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ, Μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης

    &&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&

    10.
    «..ένα δάσος είναι ένας κήπος με διχαλωτά μονοπάτια.
    Ακόμα κι αν τα μονοπάτια σ΄ ένα δάσος δεν είναι ευκολοδιάβατα,
    ο καθένας μπορεί να χαράξει το δικό του μονοπάτι,
    αποφασίζοντας να προχωρήσει αριστερά ή δεξιά
    ξεκινώντας από ένα συγκεκριμένο δέντρο
    και κάνοντας επιλογές
    ανάμεσα στα δέντρα
    που συναντάει στο διάβα του»

    ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ, «΄Εξι περιπλανήσεις στο δάσος της αφήγησης»

    &&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&

    11.
    Μόνος μου χτες από τις πίκρες στραγγισμένος
    Σε δάσος σύσκιο βαρύθυμος καθόμουν.
    Μ᾿ αρέσει, αλήθεια, αυτό το φάρμακο στις θλίψεις,
    με την ψυχή μου ν᾿ αναδεύω σκέψεις σιωπηλά.
    Αύρες ψιθύριζαν μ᾿ αηδόνια καλλικέλαδα
    κι απ᾿ τα κλαδιά γλυκό αποκάρωμα χυνόταν,
    θαρρείς και σού φευγε η ζωή. Κι από τα δέντρα
    τα οξύφωνα τζιτζίκια, φίλοι του ήλιου,
    πλημμύριζαν το δάσος με τις φλύαρες φωνές τους.
    Σιμά ρυάκι δροσερό έβρεχε τα πόδια
    και μες στο δάσος έτρεχε απαλά.
    Πώς με συνείχε ωστόσο δυνατή η οδύνη
    κι έτσι δε με τραβούσαν διόλου ετούτα. Ο νους,
    σαν τον στομώνει ο πόνος, τέρψεις δε γυρεύει.
    Κι εγώ μέσα στις συστροφές της ταραγμένης σκέψης
    σ᾿ αντίμαχες ιδέες παραδομένος:
    Ποιος στάθηκα, ποιος είμαι, τι θα γίνω; Δεν ξέρω καθαρά.
    Κι άλλος σοφότερός μου ούτε κι εκείνος.
    …………………………………………………….
    Στάσου. Μπρος στο θεό όλα δεύτερα. Τόπο στο Λόγο.
    Μάταια δε σ᾿ έπλασε ο θεός,
    μ᾿ εγώ αντιστέκομαι, μικρόψυχος, στον ύμνο.
    Σκοτάδι εδώ κι εκεί του Λόγου το βασίλειο κι όλα ξάστερα,
    για το θεό αντικρύζοντας, για στη φωτιά να τυραννιέσαι.
    Μόλις με γλύκανε έτσι ο νους, πάει κι ο πόνος.
    Κι από το σύσκιο δάσος χτες γυρίζοντας
    στο σπίτι, μια χαμογέλαγα παράξενα
    και μια σιγόκαιγε η καρδιά με σκέψη ανταριασμένη.

    ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΝΑΝΖΙΑΝΖΗΝΟΥ, επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως (4ος αι.)

    &&&&&&&&&&&&&&&&&&&

    12.
    Βλέπω πολλούς να καίγονται σα δέντρα ακίνητα στο δάσος
    Σαρώνονται οι άνθρωποι, γίνονται pdf.
    Έπειτα ένα δεξί κλικ και διαγραφή.
    «Ένας άνθρωπος ήτανε
    τον είχανε σε μία κατάψυξη
    πάγος ήτανε.
    Άνοιξε το ψυγείο της η μάνα του
    Απόψυξη
    κρακ κρακ
    τσακίστηκε κάτω έξω
    […]
    πάει
    έλιωσε ο άνθρωπος»*.

    Κ α ί γ ο ν τ α ι οι άνθρωποι σα δέντρα στο δάσος.
    Πάει, κάηκε ο άνθρωπος.
    Το δάσος (μπορεί να μάθει) περπατά.
    Κανένας υποψήφιος εκπαιδευτής;
    Δεν υπάρχουν συνηθισμένοι άνθρωποι.
    Μονάχα σακατεμένοι.

    Βασίλης Κατσικονούρης, Μπάμπουσκα

    &&&&&&&&&&&&&&&&&&&

    13…το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
    κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
    αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
    προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές…

    Γιώργος Σεφέρης, «Ερωτικός Λόγος» Δ’, απόσπασμα

    &&&&&&&&&&&&&&&&&&&

    14. Η Μπαλάντα Των Κρεμασμένων

    Επάνω στους κλώνους τους χοντρούς, των δέντρων σαν χέ-
    ρια τεντωμένους
    στο δάσος που μες στο χειμώνα τρέμοντας κρυώνει,
    θα δεις σαν κομπολόγια εκεί τους κρεμασμένους,
    που της αυγής το φως χαϊδεύει και χρυσώνει.

    Κι αυτό το σκοτεινό το δάσος που στολίσανε
    τις λεύκες του με τέτοιων καρπών ωραία τσαμπιά,
    που ούτε η Τουρκία ούτε κι η Αραβία ποτέ γνωρίσανε
    είναι το περιβόλι λένε του Βασιλιά!

    Κι όλοι αυτοί οι άμοιροι, βουβοί, ξεπαγιασμένοι,
    ποιος ξέρει με ποιες σκέψεις μες στο γυρτό τους κεφάλι,
    στριφογυρνούν στον άνεμο μελανιασμένοι,
    κι ακόμα σπαρταρούν στου Χάρου την αγκάλη.

    Ο ήλιος ανατέλλοντας σαν φλόγα τους σιγοκαίει…
    Ω! … πως χορεύουνε φριχτά μες στα κλαδιά,
    ακούστε, ω, ακούστε, το βαθύ δάσος πως σιγοκλαίει,
    είναι το περιβόλι, λένε, του Βασιλιά!…

    Και τους ακούει ο διάβολος που ξεψυχάνε,
    κι άλλους πολλούς συντρόφους του για την κρεμάλα φέρνει!
    Ψηλά τα ουράνια καταγάλανα γελάνε,
    και μοιάζουν λες με χρυσόσκονη οι ατμοί που σπέρνει
    η δροσιά που στον άνεμο σκορπάνε…

    Κι ένα μικρό κοπάδι από τρελά πουλιά,
    μες στα κλαδιά τις νεκροκεφαλές τσιμπάνε…
    Χάντρες που κρέμονται τα κόκαλα λευκές,
    και κροταλίζουν απ’ τον αέρα στα κλαδιά,
    παίζει τα κομπολόγια του ο θάνατος και τραγουδά
    τραγούδια που μόνο νεκρά αυτιά τ’ ακούνε στις οξιές…

    …Είναι ένα δάσος, πρίγκιπά μου, που το στολίζουν
    σοροί των κρεμασμένων τα κορμιά,
    κρυμμένα μες στις φυλλωσιές που πρασινίζουν,
    κι είναι το περιβόλι λένε του Βασιλιά!…

    Τεοντόρ Ντε Μπανβίλ

  6. Καλή εβδομάδα, Αγγελική!… Και πάλι εντυπωσιακή με το πλουσιότατο σχόλιό σου!!!!

    Θορώ: «Γιατί πήγα να ζήσω σε μια καλύβα στο δάσος»

    «Πήγα στο δάσος επειδή επιθυμούσα να ζήσω συνειδητά, να αντιμετωπίσω μονάχα τα ουσιώδη της ζωής και να δω αν θα μπορούσα να μάθω όσα είχε να μου διδάξει, έτσι ώστε, όταν θα ερχόταν η ώρα μου να πεθάνω, να μην ανακάλυπτα ξαφνικά ότι δεν είχα ζήσει ποτέ. Δεν ήθελα να ζήσω οτιδήποτε δεν ήταν ζωή – το να ζει κανείς είναι τόσο πολύτιμο – ούτε ήθελα να παραιτηθώ, εκτός πια κι αν ήταν απολύτως απαραίτητο. Ήθελα να γευτώ μια ζωή γεμάτη και να ρουφήξω όλο της το μεδούλι, να ζήσω με τρόπο τόσο αυστηρό και σπαρτιάτικο ώστε να τρέψω σε άτακτη φυγή οτιδήποτε δεν ήταν ζωή, να ανοίξω ένα φαρδύ διάδρομο ανάμεσα στα στάχυα της με το δρεπάνι μου, να τη στριμώξω σε μια γωνιά, να τη ρίξω όσο πιο χαμηλά γίνεται και, αν τότε αποδεικνυόταν ευτελής, να καταγράψω όλη αυτή την αυθεντική ευτέλεια και να τη δείξω στον κόσμο· ή, αν ήταν θεσπέσια, να τη γνωρίσω από πρώτο χέρι, έτσι ώστε στο επόμενο ταξίδι μου να είμαι σε θέση να δώσω μια πιστή περιγραφή της. […]
    Ήθελα να γευτώ μια ζωή γεμάτη και να ρουφήξω όλο της το μεδούλι, να ζήσω με τρόπο τόσο αυστηρό και σπαρτιάτικο ώστε να τρέψω σε άτακτη φυγή οτιδήποτε δεν ήταν ζωή.
    […]

    Έχουμε ανάγκη το τονωτικό της άγριας φύσης – να τσαλαβουτήσουμε κάποιες φορές σε βάλτους όπου παραμονεύει ο νυχτοκόρακας και η αγριόκοτα, να ακούσουμε το βροντερό κρώξιμο της βαλτομπεκάτσας· να μυρίσουμε το σπαθόχορτο που θροΐζει στον άνεμο, στα μέρη όπου μονάχα τα πιο άγρια και μοναχικά πουλιά χτίζουν τις φωλιές τους, εκεί όπου το κουνάβι σέρνεται με την κοιλιά στο έδαφος. Ενώ επιθυμούμε με όλη μας την ψυχή να εξερευνήσουμε και να μάθουμε τα πάντα, την ίδια στιγμή απαιτούμε να μείνουν τα πάντα μυστηριώδη και ανεξερεύνητα, να είναι απείρως άγριες η στεριά και η θάλασσα, αχαρτογράφητες και ακατανόητες και οι δυο τους, αφού δεν είναι σε θέση ο άνθρωπος να τις εξιχνιάσει. Τη Φύση δεν τη χορταίνουμε ποτέ μας.»
    (Henry David Thoreau, 1817-1862, Αμερικανός συγγραφέας, «πατέρας» της ανυπακοής)
    Πηγή : Andro.gr [ http://www.andro.gr/empneusi/thoreau/ ]

    -«σώσ’τε, λοιπόν, τα δάση μας απ’ τη φωτιά, απ’ τη ζέστη, απ’ την ψυχραιμία. πιο πολύ απ’ την ψυχραιμία, έτσι που στέκονται σαν χαζά, έτοιμα να καούνε, να γίνουνε στάχτη τα δέντρα όρθια σαν δέντρα. σώσ’τε, δηλαδή, τις γυναίκες απ’ τις γυναίκες, τα κορίτσια απ’ τα κορίτσια. γιατί η ψυχραιμία τους φταίει, τελικά, για όλα, που καίγονται στα βουβά, στα σκοτεινά, στ’ αστεία. που θέλουν να ’ναι όλα μαζί τα κορίτσια, με τα κλαδιά τους μπλεγμένα, σαν μαλλιά, σαν κλωστές, σαν κεντήματα. σαν ζωές και σαν δάση.»
    (Σωτήρη Κακίση, ΟΛΩΝ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, 1, ΕΡΑΤΩ)

    -«είν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε δάση
    το κάθε δέντρο τους είν’ κι ένα μήνυμα του πάθους
    σαν μες σ’ αυτά τα δάση
    μάς πλανέψουνε
    τα βήματά μας
    και χαθούμε
    τότες είν’
    ακριβώς
    που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας
    […]
    έχουνε οι γυναίκες π’ αγαπούμε θεία την ουσία
    κι όταν σφιχτά στην αγκαλιά μας
    τις κρατούμε
    με τους θεούς κι εμείς γινόμαστ’ όμοιοι
    […]
    γιατί οι γυναίκες π’ αγαπούμε
    την μεταδίνουν
    και σ’ εμάς
    αυτή
    τη θεία τους
    ουσία»
    (Ν. Εγγονόπουλος, Ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες π’ αγαπούμε», Ποιήματα, Β΄. Ίκαρος)

    -Μίλτος Σαχτούρης, «Η ΣΤΑΧΤΗ»

    «Η στάχτη που μένει
    το χιόνι που λιώνει
    ένα μικρό άσπρο χέρι
    διωγμένο
    που παγώνει

    τα δάση ψηλά με τις φωτιές
    τα δάση που καίγονται

    τα όνειρά μου»

    -ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ
    3.

    «Πρώτη ενηλικίωση στα πεύκα η δεύτερη στα δάση της βροχής. Εφηβεία του ελάχιστου γρασιδιού και του στεγνού ήλιου. Ασπρο της πέτρας άναβε τα πριόνια των ονείρων. Νύχτες με το ρίγος των αλόγων ορμητικό μες στους μηρούς. Το τρέμουλο του νερού βαθιά μες στους σπονδύλους.»

    -ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ, «Κοιτάζοντάς σε»

    «Ενώ μου λες τη σιγαλιά τη βραδινή του δάσου
    Πώς αγροικάς, κοντά σου
    Εμένανε η φτωχή καρδιά, τόσο πολύ χτυπάει,
    Που μοναχά δε σπάει.
    Τα δέντρα την ακούνε, ιδές, ένα αεράκι πνέει
    Στα φύλλα και την κλαίει,
    Μόνον εσύ δεν την ακούς… Το λόγο τον τρανό να πω,
    Δειλιάζω και τρομάζω,
    Αχάριστος, δε φτάνει που, στο πλάι σου να ‘μαι, να σιωπώ,
    Και τα μεγάλα μάτια σου τα μαύρα να κυττάζω;»

  7. Χαίρε, Γιάννη!
    Σε βρίσκω άψογο στην ευγενή άμιλλα.

    …Το δάσος ήτανε το παραπλήρωμα των συλλογισμών του,
    η αδυναμία του λόγου μου θέλω να πω…

    ΤΑΣΟΣ ΓΑΛΑΤΗΣ

    «Αξιωματικός»

    Στο σκολειό, πολλές φορές η δασκάλα μας ρωτούσε:
    -Και τι θα γίνετε σα μεγαλώσετε, τι θα γίνετε
    όταν σκορπίσετε από δω,
    σαν γίνετε άντρες;

    Κατέβαζα το κεφάλι κι έλεγα μέσα μου:
    -Αξιωματικός πάνω στο άλογο, αξιωματικός!…

    Μα τώρα που γνωρίζω τι σημαίνουν τα παράσημα,
    τ’ αστέρια πάνω στις επωμίδες, τώρα που γνωρίζω
    τι σημαίνουν οι γυαλισμένες μπότες, τι σημαίνουν
    τα σπιρούνια και οι ματωμένες σάλπιγγες,
    προτιμώ να ’μαι βοσκός με τα γελάδια
    όλη μέρα, βρέχει χιονίζει, στο δάσος…

    ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ, Μαύρο δάσος

    YMA SUMAC- Chuncho (The Forest Creatures)

    Άφησα για το τέλος την Ίμα Σουμάκ, Περουβιανή σοπράνο, γνωστή παγκοσμίως ως το «Αηδόνι του Περού και των Άνδεων».
    Η μεγαλύτερη δασκάλα της υπήρξε η φύση. Από παιδί άκουγε συνεπαρμένη τους ήχους των πουλιών, του νερού, του ανέμου, τις εκρήξεις των ηφαιστείων.
    Γρήγορα άρχισε να μιμείται με τη φωνή της τους φυσικούς ήχους και να τραγουδά θρησκευτικά τραγούδια των προγόνων της.
    Πριν κατακτήσει τον κόσμο είχε γίνει θρύλος στα χωριά των Άνδεων. Σε ένα μουσικό φεστιβάλ γνώρισε τον συνθέτη, μουσικό και μετέπειτα σύζυγό της Μόισες Βιβάνκο, με τον οποίο απέκτησε έναν γιο. Έκπληκτος και γοητευμένος από τη φωνή της ο Βιβάνκο θέλησε να γίνει ο μέντοράς της. Για να μπορέσει να την πάρει από το χωριό της, τη ζήτησε σε γάμο. Εκείνος ήταν 17 χρόνων και η Ίμα Σουμάκ μόλις 13. Μαζί κατέκτησαν τον κόσμο.

    Στο Chuncho (The Forest Creatures) απλώνεται όλη η γκάμα των δυνατοτήτων της φωνής της, απόκοσμη και εξαιρετικά σπάνια φωνή, η οποία σύμφωνα με μετρήσεις, εκτεινόταν κοντά στις πέντε οκτάβες. Αρχίζει από τις πολύ χαμηλές νότες, όπου μοιάζει σα φωνή άγριου ζώου στο δάσος και φτάνει
    να κελαηδάει σαν πουλί, εξού και Αηδόνι των Άνδεων. Πρόσεξέ την. Είναι φαινόμενο.

  8. Ciao Aggeliki!… Ωραίο ποίημα, υπέροχο βίντεο! Η SUMAC καταπληκτική!!!!
    Grazie mille!!!

    *Δυο ακόμη ποιήματα του Βορειοηπειρώτη ποιητή, Α. Ζαρμπαλά:

    -Ανδρέας Ζαρμπαλάς, «Κόβουν τα δάση μας»

    «Κόβουν τα δάση μας
    και κατεβάζουν τους κορμούς στα λιμάνια,
    όπως κατεβάζουμε τους νεκρούς
    στους τάφους.
    Κόβουν τα δάση μας
    και κρυώνουν τα βουνά.
    Και ρίχνουν στις πλάτες τους-σιωπηροί σαν Τιτάνες-
    τη χλαμύδα της γαλάζιας ομίχλης.
    Και εκεί μέσα στην ομίχλη
    στη γαλάζια υπομονή τους
    κουναρούνε και πάλι τα δέντρα σαν η τρίχα του Σαμψών.
    Κουναρούνε αθόρυβα τη θύελλα.»

    -Ανδρέας Ζαρμπαλάς, «Στου δάσους τη βελανιδιά»

    «Στου δάσους τη βελανιδιά
    ήρθε μια μέρα ο Μάης και κατέθεσε λουλούδια.

    Αχ, πώς τα διάλεξε έτσι άσπρα άσπρα, κάτασπρα
    έτσι όμορφα κι ωραία μέχρι που πονάς;
    Π΄΄ως τα ‘βαλε όλα σ’ έναν τόπο ίσια μ’ έναν τάφο;

    Ίσως κοιμάται εδώ λεβέντης, που τονε ξεχάσαμε.

    Κοιτάζω πάνω τη βελανιδιά
    μην ιδώ ντουφέκια και σπαθιά να κρέμουνται
    μη δω κάνα τραγούδι.
    Μα τα κλαριά ειν’ άδεια!»
    (Α Ζαρμπαλάς, 101 ποιήματα για μια χούφτα τόπο, Πολύτυπο)

  9. 1. ΤΟ ΚΟΡΜΙ ΚΑΙ ΤΟ ΣΑΡΑΚΙ

    σα δάσος από όνειρα η μοναξιά μου
    και συ περιπλανιέσαι στα δέντρα μου

    μήτε τα πουλιά μου σε ξεμυάλισαν
    μήτε το θρόισμα των φύλλων μου σε συγκινεί

    τσαλαπατάς τα λουλούδια μου
    και κοιτάς να φύγεις

    τι καλά να’ ταν αδιάβατες οι λόχμες μου
    τι καλά να χανόσουν στο δάσος μου

    ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

    Νυχτερινό Α (Το δάσος)

    Ένα ποίημα του Φροστ για το δάσος σε 5 μεταφράσεις.
    Ποια σου αρέσει πιο πολύ;

    2Α. Σταματώντας στο δάσος ένα χιονισμένο βράδυ

    Ποιανού είναι τα δάση αυτά, θαρρώ πως ξέρω.
    Αν κι είναι η κατοικία Του πέρα στο χωριό.
    Δεν θέλει να με δει στα δάση του να στέκω
    το χιόνι που πυκνώνει να θωρώ.

    Παράξενα που τ’ αλογάκι μου θα νοιώθει
    να στέκει – δίχως να ’ναι φάρμα εδώ κοντά –
    ανάμεσα απ’ τα δάση και την παγωμένη λίμνη
    στου χρόνου την πιο σκοτεινή νυχτιά.

    Τα κουδουνάκια από τα χάμουρα τινάζει
    μήπως λαθέψαμε σαν να ρωτά.
    Μόνο το σάρωμα ακούγεται του ανέμου
    κι οι νιφάδες που στρώνονται απαλά.

    Ωραία, βαθιά και σκοτεινά τα δάση οπού ’ναι.
    Μα έχω υποσχέσεις να εκτελέσω εδώ
    κι ωσότου κοιμηθώ έχω να κάμω δρόμο
    κι έχω να κάμω δρόμο ωσότου κοιμηθώ.

    ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΡΟΣΤ [ROBERT FROST (1874-1963)]: Μετάφραση: Μελισσάνθη

    2Β. Σταματώντας στο δάσος ένα χιονισμένο βράδυ

    Θαρρώ πως ξέρω τίνος το δάσος είναι αυτό.
    Το σπίτι του όμως είναι πιο πέρα, στο χωριό.
    Δε θα με δει να σταματώ και να κοιτάζω εδώ
    το δάσος του, στρωμένο ως είναι με το χιόνι.

    Μα στο μικρό μου τ’ άλογο θα φάνηκε πολύ
    παράξενο να σταματά μακριά από κάθε φάρμα,
    μπροστά στο δάσος και κοντά στην παγωμένη λίμνη,
    απόψε το πιο σκοτεινό του χρόνου βράδυ.

    Δίνει στη σέλα μια σπρωξιά, χτυπάνε τα κουδούνια,
    για να ρωτήσει, μη τυχόν έγινε κάποιο λάθος.
    Κι όξω απ’ αυτό δεν αγροικάς παρά τ’ ανέμου μόνο
    τ’ ανάλαφρο το φύσημα και το χνουδάτο χιόνι.

    Το δάσο είναι όμορφο πολύ, βαθύ και σκοτεινό.
    Μα πρέπει να κρατήσω τις υποσχέσεις μου.
    Κι έχω να κάνω μίλια πολλά πριν κοιμηθώ.
    Κι έχω να κάνω μίλια πολλά πριν κοιμηθώ.

    ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΡΟΣΤ [ROBERT FROST (1874-1963)]:Μετάφραση: Δημήτρης Οικονομίδης

    2Γ. Μια νύχτα χιονισμένη μες στο δάσος

    Ξέρω τίνος είναι αυτά τα δάση
    μα στην πόλη εκείνος μένει χρόνια
    και δεν θα με δει αν θα σταματήσω
    να τα ιδώ καθώς γιομίζουν χιόνια.

    Τ’ αλογάκι μου ίσως ξαφνιαστεί:
    σταματά κανείς μακριά από φέρμες,
    μπρος στην παγωμένη λίμνη αυτή,
    μες σε τέτοιες νύχτες μαύρες κι έρμες;

    Τ’ άλογό μου τώρα χρεμετίζει
    σαν να με ρωτά μην τάχα σφάλλω.
    Ο άνεμος το χιόνι στροβιλίζει
    – μόνο αυτό είν’ που ακούς και τίποτ’ άλλο.

    Σύσκια και βαθιά δάση, είστε ωραία
    – το λόγο μου όμως πρέπει να κρατήσω,
    και πριν κοιμηθώ πολύ έχω δρόμο
    δρόμο έχω πολύ πριν σταματήσω.

    ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΡΟΣΤ [ROBERT FROST (1875-1963)]: Μετάφραση: Φ. Ηλιάδης

    2Δ. Κάνοντας στάση απόβραδο κοντά σε δάση

    Τίνος είναι τα δάση αυτά, θαρρώ το ξέρω.
    Ωστόσο μένει στο χωριό, κι ενώ το στρώνει
    δεν θα το μάθει πως σταμάτησα εδώ πέρα
    να δω που σκέπασε τα δάση του το χιόνι.

    Στ’ αλογατάκι μου θα μοιάζει ξένο πράμα
    που σταματώ καθώς δεν βλέπει γύρω σπίτι
    τούτο το πιο σκοταδερό του χρόνου βράδυ
    δίπλα σε δάση και μια παγωμένη κοίτη.

    Δίνει ένα σείσμα στα κουδούνια της σαγής του
    ρωτώντας μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος.
    Πέρα απ’ αυτό μόνο το θρόισμα των νιφάδων
    κι ο άνεμος θωπευτικός από το βάθος.

    Χαριτωμένα, σκοτεινά, πυκνά τα δάση
    μα εγώ ’χω ακόμα μίλια εμπρός μου για να φτάσω
    κι έχω ένα πλήθος υποσχέσεις να τηρήσω
    πριν πέσω για να κοιμηθώ, να ξαποστάσω.

    ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΡΟΣΤ [ROBERT FROST (1875-1963)]: Μετάφραση: Νίκος Φωκάς

    2Ε. Σταματώντας στο δάσος ένα χιονισμένο δειλινό

    Νομίζω ότι ξέρω ποιανού δάσος είναι αυτό
    Κι όμως το σπίτι του είναι στο χωριό
    Έτσι δεν θα με δει να σταματώ εδώ
    το δάσος του γεμάτο από χιόνι για να δω

    Το μικρό μου άλογο
    με θεωρεί παράλογο
    Ούτε μια φάρμα κοντά
    ανάμεσα στα δέντρα και στην παγωμένη λίμνη
    Το πιο σκοτεινό απόγευμα του χρόνου
    είναι σιμά

    Της σέλας τα κουδούνια χτυπά
    σαν να με ρωτά
    αν σκέφτομαι σωστά
    Ο μόνος άλλος ήχος
    ο αγέρας και οι νιφάδες του χιονιά

    Το δάσος είναι ωραίο
    βαθύ και σκοτεινό
    Αλλά εγώ
    έχω υποσχέσεις που κρατώ
    Και χιλιόμετρα να κάνω
    πριν αποκοιμηθώ

    Και χιλιόμετρα να κάνω
    πριν αποκοιμηθώ

    ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΡΟΣΤ, Απόδοση στα ελληνικά: Μαρία Ροδοπούλου

    Όχι, δεν πρέπει –Θέμης Ανδρεάδης (1972)

    3. Όχι, δεν πρέπει

    Όχι, δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε
    πριν απ’ τη Δύση του ήλιου
    στο δάσος με τις άδειες κονσέρβες
    απέναντι στη Σαλαμίνα,
    στη Βηρυτό και στην Οστια.

    Όχι, δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε
    πριν απ’ τη δύση του ήλιου
    στην κάμαρα που παίζουν πρέφα
    στην κάμαρα που παίζουν τάβλι
    για ένα τσιγάρο οι χαμένοι

    Όχι, δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε.
    Κι η μάνα μου κι η μάνα σου στα μαύρα
    κι ο αδερφός στο υπόγειο
    όχι δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε
    Το πλοίο έφυγε…

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ

  10. Ευχαριστώ πολύ, Αγγελική!… Πολλά μπράβο για την παράθεση των 5 μεταφράσεων του ποιήματος του Φροστ…Μάλλον προτιμώ την έμμετρη της Μελισσάνθης…
    Δεν έχω να παραθέσω κάποιο άλλο ποίημα για το δάσος (έχω βρει δυο ακόμα του Νερούντα σε μετάφραση Κεντρωτή, αλλά είναι πολύ μεγάλα και δεν έχω χρόνο να πληκτρολογήσω)…
    Έτσι, περιορίζομαι σ’ ένα βίντεο με στίχους του γνωστού ποιήματος για το δάσος του Μαλακάση και με εικόνες από το περίφημο δάσος της Δαδιάς με ωραιότατη μουσική επένδυση των: Vangelis και Vanessa Mae…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: