Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (119ο): «Μούσα»…

ΟΙ -ΕΝΝΕΑ -ΜΟΥΣΕΣ

-«ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον…»

-«Ο ποιητής πιστεύοντας ξαφνικά πως νιώθει κάποια πίεση εσωτερική,
όμοια μ’ εκείνη χάρη στην οποία είχε κατορθώσει να εκφραστεί σε προηγούμενες περιπτώσεις,
κάθεται στο γραφείο του περιμένοντας την επίσκεψη της Μούσας.
Μην ακούοντας ήχο βημάτων στα σκαλοπάτια αντιλαμβάνεται ότι δεν ήταν
παρά μια από τις συνήθεις ψευδαισθήσεις του και επιστρέφει μελαγχολικός
στις καθημερινές του ενασχολήσεις».
(Νάσος Βαγενάς, Ο λαβύρινθος της σιωπής.
Δοκίμια για την ποίηση, Κέδρος, 1988)

-«Ναι μούσα μίλησες τόσο καθαρά σε μένα
που σχεδόν έχω γίνει τρελός.
Δεν έχω πια μέρα
δεν έχω πια νύχτα
κι όλα με τραβούν απ’ το γιακά.
Συνουσιάστηκα μαζί σου αλλόφρονα.»
(Λευτέρης Πούλιος)

-ΑΧΜΑΤΟΒΑ, «Η ΜΟΥΣΑ»

«Τον ερχομό σου μες στη νύχτα καρτερώ
σε μια κλωστή θαρρώ κρέμεται η ζωή μου
νιότη, ελευθερία, δόξα, ας πάνε στο καλό.
Αγαπημένη εσύ, πλησίασε, έλα με τη φλογέρα
να την, που πέταξε το πέπλο της.
Στα μάτια με κοιτά προσεχτικά: Ρωτώ:
«Του Δάντη τις σελίδες υπαγόρεψες εσύ;
Τους στίχους για την κόλαση;» Και απαντά. “Εγώ.”»
(Ξένοι ποιητές του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

-Γιώργος Χρονάς, «ΟΙ ΜΟΥΣΕΣ»

«Έτσι μας θέλουν οι Μούσες
μόνους με άστοχες κινήσεις
βλέψεις νεκρές
επιθυμίες, βροχές
ομίχλες που δεν μας καλύπτουν
Με καμπαρντίνες παλιές
παλτά που μυρίζουν ναφθαλίνη.
Με περασμένες μουσικές.»
(Γιώργος Χρονάς: Τα Ποιήματα, εκδ. Οδός Πανός)

-Νάσος Βαγενάς, «Το πρόβλημα με τη Μούσα»


«Είναι καιρός που η Μούσα μου κάτι έχει πάθει.
Δεν κάθεται στα γόνατά μου γελαστή.
Βαριέται, μου καταλογίζει λάθη
ασυγχώρητα, εμένα που από το σινάφι
με είχε τον πιο θερμό εραστή.

Αυτή που πριν χάιδευε τα μαλλιά μου
με μυρωμένα δάχτυλα, μου μιλά
με ήχους που δεν θυμίζουν μελωδία πιάνου
– καρφώνονται σαν βέλη Ινδιάνων
εκεί που κάποτε άφηναν τριαντάφυλλα.

Αισθάνομαι πως κάποιες την έχουν ζαλίσει
με σχόλια κάθε άλλο παρά λυρικά
–μισόλογα για μένα– που την έχουν πείσει
πως θα ’ταν για τους δυο μας μια λύση
να πάψει να με βλέπει ερωτικά

– να συναντιόμαστε σαν δυο καλοί φίλοι,
αγαπημένοι, με κοινά ενδιαφέροντα,
λεπτά ( πάνω απ’ το άρρεν και το θήλυ ),
μιλώντας για το πνεύμα, όχι την ύλη,
και, κάποτε, για τον έρωτα.

Νιώθω πως δεν θ’ αργήσει να με ξεχάσει,
ότι σε λίγο θα μου τα κόψει κι αυτά,
αφού έχει αρχίσει να με λέει Θανάση,
αυτή που ώς τώρα μου είχε πλάσει
τα πιο τρυφερά υποκοριστικά.»
(«Σκοτεινές μπαλάντες και άλλα ποιήματα», Κέδρος)

-Κωστής Παλαμάς, «Μούσα»

«Από τη μοίρα την αγριεμένη
δετή μες στης δουλειάς το μεροκάματο,
τη σκληρή σου κυρά χαρά την κάνεις.
Άνοιξη γύρω σου φουντώνει ολανθισμένη.
Της ομορφιάς ο μυστικός Ιορδάνης
για των πιστών σου το προσκύνημα
σε βγάζει από τα ρείθρα του πάντα ξανανιωμένη.
Το Πνεύμα της υπομονής με φως μιας καλοσύνης
το παιδικό κεφάλι σου το στεφανώνει
και τα βιβλία στα χέρια σου,
και μυρογυάλια και βλαστάρια όταν τα δίνεις.
Στα μάτια σου μαυρολογάν κάποιοι κρυμμένοι πόνοι
και της αυγής τα δάχτυλα χρυσώνουν τα μαλλιά σου.

Των ποιητών και οι ρεμβασμοί τραγούδια γίνονται μπροστά σου.

Στα χείλη σου τη σκέψη της αντιφεγγίζοντας
η σιγαλή μελαγχολία χαμόγελο την πλάθει.
Γλώσσες εθνών κάθε λογής μιλείς για να σωπαίνεις
και ποιες βαργεστησιές και ποια σου πάθη!
Μούσα κι αν είναι τ’ όνομά σου,
μα εικόνα ειν’ η θωριά σου,
στη μνήμη ορθή του μαγαζιού που γίνεται κι αυτό ξωκκλήσι.

Δέσποινα, το τροπάρι εμπνέεις, θρησκευτικό μεθύσι.»
(Κ. Παλαμάς, Άπαντα, τ. 9ος, Γκοβόστης)

-Κ. Π. Καβάφης, «Ο Ποιητής και η Mούσα»

Ο Ποιητής

Προς τι καλόν, τι όφελος ηθέλησεν η τύχη,
κ’ εν τη αδυναμία μου επλάσθην ποιητής;
Μάταιοι είν’ οι λόγοι μου· της λύρας μου οι ήχοι
αυτοί οι μουσικώτεροι δεν είναι αληθείς.

Εάν θελήσω ευγενές αίσθημα να υμνήσω,
όνειρα είν’, αισθάνομαι, η δόξα κ’ η αρετή.
Παντού απογοήτευσιν ευρίσκ’ όπου ατενίσω,
κ’ επί ακάνθων πανταχού ο πους μου ολισθεί.

Η γη ’ναι σφαίρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία.
Τα άσματά μου πλανερά του κόσμου είν’ εικών.
Έρωτα ψάλλω και χαράν. Aθλία παρωδία,
αθλία λύρα, έρμαιον παντοίων απατών!

Η Μούσα
Δεν είσαι ψεύστης, ποιητά. Ο κόσμος τον οποίον
οράς εστίν ο αληθής. Της λύρας αι χορδαί
μόναι γνωρίζουν τ’ αληθές, και εις αυτόν τον βίον
οι ασφαλείς μας οδηγοί μόναι εισίν αυταί.

Του θείου είσαι λειτουργός. Σοι έδωκε τον κλήρον
του κάλλους και του έαρος. Μελίρρυτος αυδή
ρέει από τα χείλη σου, και θησαυρείον μύρων
είσαι — χρυσή υπόσχεσις και άνωθεν φωνή.

Εαν η γη καλύπτεται με σκότον, μη φοβείσαι.
Μη ό,τι είναι έρεβος νόμιζε διαρκές.
Φίλε, πλησίον ηδονών, ανθών, κοιλάδων είσαι·
θάρρει, και βάδισον εμπρός. Ιδού το λυκαυγές!

Ομίχλη μόνον ελαφρά το βλέμμα σου τρομάζει.
Υπό τον πέπλον ευμενής η φύσις διά σε
ρόδων, και ίων, κ’ ευγενών ναρκίσσων ετοιμάζει
στεφάνους, των ασμάτων σου ευώδεις αμοιβαί.
(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)

-Ανδρέας Κάλβος, «ᾨδὴ Πέμπτη. Εἰς Μούσας»

στροφὴ α´.

Τὰς χορδὰς ἂς ἀλλάξωμεν
ὦ χρυσὸν δῶρον, χάρμα
Λητογενέος μέγα·
τὰς χορδὰς ἂς ἀλλάξωμεν
ἰώνιος λύρα. 5
β´.
Ἄλλα σύρματα δότε
ζεφυρόποδες Χάριτες·
καὶ σεῖς ἐπὶ τὸ ξύλον
μελίφρονον, ὑακίνθινον
βάλετε στέμμα. 10
γ´.
Τὰς πτέρυγας ἁπλώνει
ὡς τ᾿ ὄρνεον τοῦ Διός,
καὶ ὑψώνεται τὸ μέτρον
ἕως τὸν οὐράνιον κῆπον
τῶν Πιερίδων. 15
δ´.
Χαίρετε ὦ κόραι, χαίρετε
φωναὶ ὁποὺ τὰ δεῖπνα
τῶν Ὀλυμπίων πλουτίζετε
μὲ᾿ χορῶν εὐφροσύνας
κ᾿ εὔρυθμον μέλος. 20
ε´.
Σεῖς τὰ αἰθέρια νεῦρα
τῆς φόρμιγγος κροτεῖτε,
καὶ τὰ θηρία, καὶ τ᾿ ἄλση
χάνονται ἀπὸ τὸ πρόσωπον
τῆς γῆς πλατείας. 25
ς´.
Ὅπου τρέμουσιν ἄπειρα
τὰ φῶτα τῆς νυκτός,
ἐκεῖ ὑψηλὰ πλατύνεται
ὁ γαλαξίας καὶ χύνει
δρόσου σταγόνας. 30
ζ´.
Τὸ ποτὸν καθαρὸν
θεραπεύει τὰ φύλλα,
κ᾿ ὅπου ἄφησε τὸ χόρτον
εὑρίσκει ρόδα ὁ ἥλιος
καὶ μυρωδίαν. 35
η´.
Οὕτω ὑπὸ τοὺς δακτύλους σας
ἡ ἐλικώνιος λύρα,
τρέμει, καὶ τ᾿ ἄνθη ἀμάραντα
τῆς ἀρετῆς γεμίζουσι
πᾶσαν καρδίαν. 40
θ´.
Ὄχι πατέρες, τύραννοι·
ὄχι ἄνθρωποι καὶ τέκνα,
ἀλλὰ δειλὰ καὶ ἀναίσθητα
ποίμνια τὸν κύκλον ἤθελον
τρέξειν τοῦ βίου· 45
ι´.
Χεῖρες κεραυνοφόροι,
μόνον νῶτα ὑποφέροντα
τὰς πληγάς· ἂν τὸ δίκρανον
τοῦ Παρνασσοῦ λιγύφθογγον
σπήλαιον ἐσίγα. 50
ια´.
Διὰ παντὸς μοιράσατε
θεῖαι παρθένοι τὴν δίκην·
διὰ παντὸς χαρίσατε
τῶν ἀνθρώπων αἰσθήσεις
ὑψηλονόους. 55
ιβ´.
Ἀφρίζουν τὰ ποτήρια
τῆς ἀδικίας, δυνάσται
πολλοὶ καὶ διψασμένοι
ἰδοὺ τ᾿ ἀδράχνουν· γέμουσι
μέθης καὶ φόνου. 60
ιγ´.
Τώρα ναὶ τώρα ἀστράψατε
ὦ Μοῦσαι, τώρα ἁρπάξατε
τὴν πτερωτὴν βροντήν,
κατὰ σκοπὸν βαρέσατε
μ᾿ εὔστοχον χεῖρα. 65
ιδ´.
Φυλάξατε τοὺς ὕμνους
διὰ τοὺς δικαίους· μόνον
εἰς αὐτοὺς τὴν εἰρήνην,
καὶ τοὺς χρυσοὺς στεφάνους
εἰς αὐτοὺς δότε. 70
ιε´.
Ἦτον ποτὲ ἡ ἐννέα
Ὀλύμπιαι φωναὶ
ἐκεῖ ὁποὺ χορεύουσι
τῆς ἡμέρας ἡ κόραι
λαμπαδηφόροι. 75
ις´.
Ἤκουον μόνον οἱ κύκλοι
τῶν οὐρανῶν, τὴν σύμφωνον
θεόπνευστον ᾠδήν,
καὶ τὸν ἀέρα ἀκίνητον
εἶχε ἡ γαλήνη. 80
ιζ´.
Ἀλλ᾿ ὅτε τὸ μειδίασμα
τοῦ θεοῦ τῶν ἐρώτων,
τὸν Κιθαιρῶνα ἐσκέπασε
μὲ᾿ θύμον καὶ μὲ᾿ κλήματα
σταφυλοφόρα· 85
ιη´.
Ἐκεῖ ὁ ρυθμὸς ἐπέραστος
καταβαίνων, τὸ βλέμμα
τῶν γηγενέων δρακόντων
ἐχάθη, ὡς τὰ χαράγματα
χάνεται ὁ ὕπνος. 90
ιθ´.
Τοῦ θεσπεσίου γέροντος
ἱερὰ κεφαλή·
φωνὴ εὐτυχὴς ῾ποὺ εὐφήμησας
τῆς κλεινῆς Ἀχαΐας
τ᾿ ἄριστα τέκνα. 95
κ´.
Ἐσὺ θαυμάσιε Ὅμηρε
ἐξένισας τὰς Μούσας·
καὶ τοῦ Διὸς ἡ κόραι
εἰς τὰ χείλη σου ἀπέθηκαν
τὸ πρῶτον μέλι. 100
κα´.
Εἰς τιμὴν τῶν θεῶν
ἐφύτευσας τὴν δάφνην·
εἶδον πολλοὶ αἰῶνες
τὸ φυτὸν εὐθαλὲς
ὑπερακμάζον. 105
κβ´.
Μέσα εἰς τὸ θεῖον στέλεχος
τί δὲν ἐθησαυρίσατε
τὰ σίμβλα αἰωνίως;
τί ὦ αἰώνιαι μέλισσαι
τὸ παραιτεῖτε; 110
κγ´.
Ὅταν εἰς τὴν ἀθλίαν
Ἑλλάδα ἀπὸ τὰ ἔσχατα
τῆς ἐρυθρᾶς θαλάσσης
τῶν ἀραβίων πετάλων
ἦλθεν ὁ κτύπος· 115
κδ´.
Ἐκεῖ πρὸς τὰ λουτρὰ
ὅπου τὰς τρίχας πλύνουσι
τῶν φοιβηΐων ἡ Ὥραι,
τότε δικαίως ἐφύγατε
ὦ Πιερίδες. 120
κε´.
Καὶ τώρα εἰς τέλος φέρετε
τὴν μακρὰν ξενιτείαν.
χρόνος χαρᾶς ἐπέστρεψε,
καὶ λάμπει τώρα ἐλεύθερον
τὸ Δέλφιον ὄρος. 125
κς´.
Ῥέει καθαρὸν τὸ ἀργύριον
τῆς Ἱπποκρήνης· κράζει,
ὄχι τὰς ξένας, κράζει
σήμερον ἡ Ἑλλὰς
τὰς θυγατέρας. 130
κζ´.
Ἤλθετε, ὦ Μούσαι, ἀκούω,
καὶ χαίρουσα πετάει
πετὰ ἡ ψυχή μου, ἀκούω
τῶν λυρῶν τὰ προοίμια,
ἀκούω τοὺς ὕμνους. 135»

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (119ο): «Μούσα»…

  1. Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα, ντίαρ Γιάννη!

    1. ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΕΣ ΜΟΥΣΕΣ

    … Μητέρα, μ’ έστελνες σε μαθήματα πιάνου
    Και παίνευες τ’ αραμπέσκ μου και τις τρίλιες μου
    Κι ας έβρισκε κάθε δάσκαλος το ύφος μου
    Παράξενα στεγνό παρά τις κλίμακες
    Και τις ώρες εξάσκησης, τ’ αυτί μου
    Εντελώς κουφό και ναι, ανεπίδεκτο μάθησης.
    Έμαθα, έμαθα, έμαθα απ’ αλλού,
    Από μούσες που δε νοίκιασες εσύ, αγαπητή μητέρα…

    Σύλβια Πλαθ, «Οι Ανησυχητικές Μούσες», 1957

    2. ΑΜΟΥΣΙΑ

    Έχεις τη Μούσα αν τη δεχτείς
    εις το θερμό σου στήθος*
    για του βαρβάρου την ψυχή
    δεν είναι παρά λίθος.
    SCHILLER

    3. [Στη Μητέρα των Θεών]

    Κόρες της Μνημοσύνης
    ελάτε εδώ απ’ τον ουρανό
    και τραγουδήστε μαζί μου
    τη μητέρα των θεών,
    που ήρθα, αφού περιπλανήθηκα
    στα όρη και στις πηγές
    με ανεμοπαρμένα τα μαλλιά
    ξετρελαμένη στα βουνά.
    Και ο βασιλιάς ο Δίας σαν είδε
    τη μητέρα των θεών
    έριξε κεραυνό και
    πήρε τα τύμπανα,
    έσπασε τα βράχια
    και πήρε τα τύμπανα.
    -Μητέρα, φύγε στους θεούς
    και μη γυρνάς στα όρη,
    γιατί τ’ άγρια λιοντάρια
    και οι γκρίζοι οι λύκοι
    [θα σε φάνε κυνηγημένη.]
    -Δε θα φύγω στους θεούς
    αν δεν πάρω μερίδια,
    το μισό απ’ τον ουρανό,
    τ’ άλλο μισό απ’ τη γη,
    το τρίτο μέρος απ’ τη θάλασσα,
    κι έτσι θ’ αποχωρήσω.
    -Χαίρε, μεγάλη βασίλισσα,
    Μητέρα του Ολύμπου.

    Τελέσιλλα η Αργεία λυρική Μούσα

    ΥΓ. Το μοναδικό ποίημα της Τελέσιλλας που σώθηκε ολόκληρο και μάλιστα όχι σε πάπυρο, αλλά ως επιγραφή χαραγμένη σε λίθο του 3ου ή 4ου μ.Χ. αιώνος, που βρέθηκε στο ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο.

    Κλασικό τραγούδι της νεότητας:

    Εννιά κορίτσια- Τάκης Αντωνιάδης

    4. «Μούσα μου η Ελλάδα…»

    «Μα δεν ήθελα να εγκαταλείψω τη χώρα μου
    Είναι απλώς, για να σας προσκαλέσω, που ήρθα εδώ.
    Ναι ω Χάριτες της Ελλάδας, Θυγατέρες του Ουρανού,
    για να σας εκλιπαρήσω ήρθα εδώ!
    Ας έλθετε, κοντά μας, μεγαλόθυμες,
    αν το ταξίδι δεν είναι μακρινό!»

    Γιόχαν Κρίστιαν Φρήντριχ Χαίλντερλιν, από το βιβλίο του Βασίλη Ι. Λαζανά «Friedrich Hoelderlin» – Aθήναι, 1984)

    5. Η άρρωστη Μούσα

    Τι έχεις, Μούσα μου φτωχή, σήμερα δε μου λες;
    Φάσματα νύχτια τ’ αμαυρά τα μάτια σου κοιτάνε,
    και βλέπω από την όψη σου μια-μια ν’ αντιπερνάνε
    τρέλα και φρίκη, σκοτεινές, κρύες και σιωπηλές.

    Τάχα το ρόδινο στοιχειό κ’ οι πρασινοξωθιές,
    το φόβο και τον έρωτα στα στήθια σου σκορπάνε;
    Τάχα ο βραχνάς με τη σκληρή, βαρειά γροθιά του νά ’ναι
    που σ’ έπνιξε σε μυστικές βαθιά βαλτονεριές;

    Θε νά ’θελα, ξεχύνοντας υγείας ευωδιά,
    αιώνια σκέψεις δυνατές τα στήθια σου να κλείνουν,
    και το αίμα σου, χριστιανικό, νά ’τρεχε ρυθμικά,

    σαν ήχος πλούσιος συλλαβών αρχαίων που τις λαμπρύνουν
    βασιλικά με τη σειρά, του τραγουδιού ο αφέντης
    ο Φοίβος, κι ο μεγάλος Παν, των τρύγων ο λεβέντης.

    Σαρλ Μπωντλαίρ, Τα άνθη του κακού, Εκδόσεις Μαρή, Αθήνα, χ.χ., σελ. 37. —-Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ η ς Σ η μ η ρ ι ώ τ η ς

    6. Στη Μούσα. (1911)

    Βλέπει η Μούσα μου η αδερφή
    Χαρωπά το πρόσωπό μου.
    Το δαχτυλίδι ‘χει κλέψει αυτή,
    Το ανοιξιάτικο δώρο.

    Μούσα! Δες, όλες αυτές ευτυχούν –
    Κόρες, γυναίκες και χήρες…
    Μα ας οι σάρκες μου διαμελιστούν,
    Δε θα φορώ αλυσίδες.
    Ξέρω το πως θα ξεσκίζω κι εγώ
    Το απαλό χαμομήλι.
    Θα υποστεί ο καθείς στη γη το
    Έρωτος βασανιστήρι.
    Μέχρι χαράματα καίω κεριά.

    Αν και κανείς δεν μου λείπει,
    Δε θέλω, δε θέλω να ξέρω για
    Το πώς φιλάνε εκείνη.
    Και οι καθρέπτες θα πουν γελαστοί:
    «Οι οφθαλμοί σου θαμπώνουν…»
    Θα ψιθυρίσω: «Μου πήρε αυτή το δώρο το θεϊκό μου».

    Άννα Αχμάτοβα, μτφρ. Ξένια Καλαϊτζίδου
    http://users.auth.gr/xkalaitz/metaaxmat.html

    7. ΦΑΡΟΣ–ΜΟΥΣΑ

    Ήρεμος και γεμάτος μεγαλείο
    απ’ όξω στο λιμάνι στέκει ο Φάρος,
    στον ήλιο ή στη βροντή στη ζέστη ή κρύο,
    με το κεφάλι πάντα ορθό σα γλάρος,

    απάνω από τα κύματα στο πλοίο,
    που ανέσπλαχνα παραμονεύει ο χάρος
    σωτήρας πάντα· κι ανοιχτό βιβλίο,
    που ο καπετάνιος θαλασσοκουρσάρος

    διαβάζει στα τρισκόταδα. Την ώρα
    που όλα το μαύρο σκότος τα τυλίγει.
    εσένα η φωτεινή σου θύρα ανοίγει,
    στην επιθυμητή οδηγώντας χώρα,

    πικρούς ταξιδευτάδες. Όμοια ωραία,
    φώταε κ’ εμέ κι οδήγα, ω Μούσα Ιδέα!

    Π. ΠΙΚΡΟΣ, Νέα Έρευνα (Χανίων) 13-9-1920

    8. ΕΙΣ ΜΟΥΣΑΝ

       σαιξπηρική φαντασία

    Αν θες να με ξεκάνεις, ήρθε η ώρα,
    τώρα που όλοι με χτυπούν, νά, χτύπα·
    γίνε παλάμη εσύ τροπαιοφόρα,
    να γίνω εγώ από κάτω σου μια σκνίπα.

    Κι όχι, μη στέρξεις μήτε ν’ ανασάνω
    μήτε στιγμή σε ησυχία να κάτσω·
    τώρα που σέρνομαι στο ριγκ απάνω,
    μια δώσ’ μου, να βρεθώ στο καναβάτσο.

    Χτύπα λοιπόν ! Συμπόνοια πιο μεγάλη
    καν δεν ελπίζω ότι μπορεί να νιώσω.
    Ω μην προσμένεις ν’ αναλάβω πάλι,
    νοκ-άουτ στα χεράκια σου ας τελειώσω !

    Τι σου ζητώ; Δαρμένος ξεδαρμένος,
    έτσι και σ’ έχω χάσει, πάω χαμένος.

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

    9. Ποια από τους θεούς με ταρακούνησε; Ποια μου έστειλε θεία ανάσα;
    Καθώς άφηνα πίσω μου βουνά και λαγκάδια, κοπάδια πρόβατα,
    μέσα σε μια νύχτα κάποια θεά ήρθε από τον ένδοξο Ελικώνα
    δάφνης μ’ ωραία πέταλα κλαδιά πυκνόφυλλα να φέρει.
    Η ίδια μου είπε για των θεών τη γενιά, πολέμους των Γιγάντων,
    όλων των ηρώων την καταγωγή, των γυναικών το γένος.
    Η ίδια μου είπε για το σύμπαν, που ποτέ δεν είδα με τα μάτια μου.

    Μάντρα μου τρισάθλια, παλιές μου στάνες των γιδιών,
    πάω στων τραγουδιών τον πόλεμο, στον κύκλο των αγώνων.
    Δε μου αρκεί πια ο ιερός κισσός, ούτε το ποίμνιό μου:
    είναι μικρή για μένα όλη η Άσκρα με τ’ άθλια σπίτια της
    κι ούτε την ίδια την Κύμη υπολογίζω. Έχετε γεια όλοι
    οι βοσκοί! Οι Μούσες μού δίδαξαν ωραίο τραγούδι,
    ήπια νερό πολύ απ’ τη θεόπνευστη Αγανίππη.

    Τώρα, Δία, πατέρα πολυαγαπημένε, τώρα, Πυκιμήδη,
    τρισευλογημένη μητέρα, αδερφέ μου Πέρση,
    θα στηθεί για μένα στο βουνό ωραίο βραβείο. Τραγούδι
    βουκολικό μικρό δε θα αρχίσω, ούτε αυτό που ψάλλουν
    εύκολα οι αδύναμοι, ανίδεοι χωριάτες,
    ούτε μ’ ευχαριστεί πια η παλιά μου του γιδοβοσκού η σύριγγα:
    μισώ τον άγριο ήχο της μαζί με το ίδιο τον αυλό.

    Με τη χάρη του Δία, των Μουσών και των Χαρίτων οι ουράνιες
    πύλες μού αποκαλύπτονται, κοιτώ μέσα στα θεϊκά παλάτια.
    Κιόλας να τραγουδήσω θέλω, να πάω προς τη δόξα.

    ΗΣΙΟΔΟΣ

    Βασίλης Λέκκας – Οι Μούσες Και Ο Έρωτας

    10. ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΤΙΣ ΜΟΥΣΕΣ

    Πολυτέκνου Θεάς, ω Μνημοσύνης
    θρέμματα πτερωτά, χαραί του ανθρώπου,
    και των μακάρων Ολυμπίων αείμνηστα
    κ’ ευτυχή δώρα· επί τα νώτα ακάμαντα
    των ζεφύρων, πετάξατε ταχέως.
    Εσάς προσμένει η γη μου· εκεί τα σφάγια,
    και τ’ άνθη εκεί πλουτίζουσι, και η σμύρνα,
    χιλίους ναούς· τους έκτισαν ανίκητα
    της ιεράς Ελευθερίας τα χέρια.

    Ήλθεν η ποθητή ώρα· στολίζουσι
    την κεφαλήν σεβάσμιον της Ελλάδος
    η δάφναι, φύλλα αμάραντα θριάμβων·
    και σεις χρυσά, σεις αμβροσίοδμα ρόδα
    του παραδείσου ελικωνίου, συμπλέξατε
    σήμερον τον αγνόν στέφανον· μόνη,
    αμάργαρος, ολόγυμνος, αυτάγγελτος,
    το καθαρόν του ουρανού αναβαίνει
    η Αρετή· αλλ’ αν η Πιερίδες
    την λαμπράν της χαρίσωσιν ακτίνα,
    αφθόνητος τιμάται· επαινουμένη
    τους επιγείους χορούς τότε δεν φεύγει.

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ, Η ΛΥΡΑ

    11. Η Βρετανική Μούσα

    η΄
    Ω Βύρων· ω θεσπέσιον πνεύμα
    των Βρετανίδων, τέκνον μουσών
    και φίλε άμοιρε της Ελλάδος
    καλλιστεφάνου.

    θ΄
    Πλεγμένα με τα φύλλα
    του μυστικού Ελικώνος
    της Υγιείας τα ρόδα χθες
    θαυμασίως εστόλιζον
    την κεφαλήν σου.

    ιδ΄
    Ιδού της μουσοτρόφου Ευρώπης
    τα υπερέχοντα έθνη
    ακόμα προσμένουσιν,
    ακόμα την φωνήν σου
    επιθυμούσιν.

    ιη΄
    Αμή διά σε τον εύτολμον λειτουργόν
    των παρθένων Ελικωνίων·
    φιλούσιν οι Μούσαι
    χείρα αμίαντον
    και υψηλόν πνεύμα.

    Ανδρέας Κάλβος, ΛΥΡΙΚΑ, Ωδή πρώτη [XI] αποσπάσματα

    12. Η ΜΟΥΣΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟΥ

    Για τους Νεκρούς να πω σε Γλώσσα που πεθαίνει,
    σε Γλώσσα Νέα, Γλώσσα Αρχαία, Ελληνική
    χωρίς να τρέμω ενόσω χάνω κάθε Γη·
    ενόσω ο Πόλεμος προβάλλει και προβαίνει,
    πώς αντηχούν μες στο κορμί μου οι πεθαμένοι
    – πρόγονοι, σύγχρονοι κι απόγονοι – με αλκή
    και πώς μου κάνουν τη φωνή μεταλλική
    να πω αυτό που η ψυχή μου τρομαγμένη
    κι από οράματα φρικτά καθημαγμένη
    παλεύει να ξεχάσει ή ν’ αρνηθεί.

    Κασσάνδρα Μούσα προφητεύει τη θανή
    μιας Γλώσσας και μιας Χώρας δακρυσμένη·
    της Ιστορίας τους Ανέμους ανασαίνει
    και – φθέγμα ύπατο – σκληρά χρησμοδοτεί.

    «Προοπτική, λέει, διανοίγεται διπλή·
    η Χώρα μου από Εμφύλιο σπαραγμένη
    είναι η πρώτη και φρικτότατη Ειμαρμένη·
    μα η φρικτότερη απ’ τις δυο προοπτική
    κι απ’ τη φρικτότατη φρικτότερη αυτή –
    να είναι η πρώτη προοπτική ακυρωμένη».

    Μίλα, Φωνή. Τι εννοείς; Όμως σωπαίνει.
    Κι έχει την όψη της χλωμή και παγερή.
    Η Μούσα του Επικείμενου. Η Μούσα Οργή.

    Αυτό που γράφω πριν πεθάνω με πεθαίνει.

    © Θεοδόσης Βολκώφ

    Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Μούσα, τραγούδα μου σκοπό

    13. Της Μούσης η βασίλισσα κατηρημώθη πλέον.
     Ωρφάνευσε του Παρνασσού το άλσος, εξηράνθη.
     Έπαυσε δάφνας να γεννά, ως άλλοτε, και άνθη,
     και μάτην ένδακρυς ζητώ καμμίαν αηδόνα […]

     Οι ποιηταί, ημιτελή και άλλων χρόνων όντα,
     νοθεί’ ανθρώπου και σκιάς, δραπέται των μνημάτων,
     καιρός να λείψουν· τι ζητούν νεκροί εις κόσμον ζώντα;
     Θέλομεν άρτον… περιττόν το άσμα των ασμάτων!
    ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΡΑΣΧΟΣ

    14. « Ποιητής- Έπαρχος»
    …………………………………………………………………………………
    Μάτην, ώ Μούσα, έρχεσαι το τέκνον σου ζητούσα·
    Αντί του ψάλτου Έπαρχον εμπρός σου βλέπεις, Μούσα·
    Κ’ ενώ με δίδετ’ εκ χειρός τόσον σεπτής η λύρα,
    Ογκώδη αίφνης φάκελλον λαμβάνω εις την χείρα.
    Αντί της Μούσης είς κλητήρ ζωώδης επαρχείου,
    Αντί επών εγκύκλιοι νεκραί του υπουργείου,
    Αντί της ιεράς φλογός ο δήμαρχος Ανάφης!…
    Τοιούτου είδους κόλασιν, ώ Δάντη περιγράφεις;
    Ω, και με λέμβον θα ριφθώ εις τα υγρά πεδία,
    Αφίνων τους φακέλλους μου εις του λουτρού το κρύα.

    Προχθές με παρεφύλαττεν η πονηρά μου Μούσα,
    Κ’ εφλόγισε τα στήθη μου προδοτικώς ελθούσα·
    Κ’ έψαλλα πάλιν· «αγαπώ το μύρον των ανθέων,
    «Τον ρύακα της εξοχής, την αύραν των ορέων…»
    Οπότε ως διάβολον εξαίφνης, παρ’ ελπίδα,
    Ενός χωρίου πάρεδρον ενώπιόν μου είδα!
    Και Μούσα, μέτρα, και ρυθμός με άφησαν υγείαν,
    Παγώσαντα εις την μορφήν αυτού την ηλιθίαν.
    Μετά σχεδίας θα ριφθώ εις τα υγρά πεδία,
    Τον πάρεδρόν μου παραιτών εις του λουτρού το κρύα.
    ………………………………………………………………………………………..
    ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΡΑΣΧΟΣ, απόσπασμα

  2. Καλημέρα, Αγγελική, καλή Κυριακή!!!
    Αν κρίνω από το πλουσιότατο σχόλιό σου δεν ήταν και πολύ δύσκολα τα πράγματα για σένα! Bravissima!!!

    *Επισήμανση: Να αφήνεις διάκενα μεταξύ των ποιημάτων που αναρτάς για πιο εύκολη διάκριση των ποιημάτων.

    *Κάτι ακόμα του Μπωντλαίρ:

    -Σαρλ Μπωντλαίρ, «Η πουλημένη μούσα»

    «Ω Μούσα της καρδιάς μου, που τρέχεις στα παλάτια,
    θα ‘χεις, σαν ο Γενάρης του Βοριά λύσει τα άτια
    και με τις μαύρες πλήξες νύχτες με χιόνια έρθουν,
    δαυλό, τα μελανά σου πόδια να ζεσταθούν;

    Και θα σου αναθερμάνουν τους ριγηλούς τους ώμους
    οι αχτίδες που θα ρίχνουν στο τζάμι σου τ’ αστέρια;
    Και νιώθοντας της πείνας, φτωχή μου, εσύ, τους τρόμους,
    Χρυσάφι θα μαζέψεις απ’ τα γαλάζια αιθέρια;

    Αχ, πρέπει το ψωμί σου κάθε βραδιά να βγάλεις!
    Και, σαν παπαδοπαίδι το θυμιατό κουνώντας,
    χωρίς να τα πιστεύεις, τα Te Deum να ψάλλεις,

    ή σαν γυμνή χορεύτρια και νηστικιά, γελώντας,
    το δάκρυ σου να κρύβεις, που αθώρητο αργοστάζει,
    για να μπορεί ο χυδαίος μπροστά σου να καγχάζει.»
    («Τα άνθη του κακού, μτφ. Γ. Σημηριώτης, εκδ. γράμματα)

    -Λευτέρης Πούλιος, «Στη μούσα»

    «Είσαι βρύο πλάι στο μεγάλο ποτάμι
    κρυφές γωνιές όπου ακούγονται οι φωνές των μαστιγωμένων
    και οι αναστεναγμοί των εραστών
    πόση αθωότητα και πόση έκπληξη μαζί!
    Είσαι μορφή και το παιχνίδι επιβάλει
    μόνο μια ύπαρξη να παίρνεται στα σοβαρά.
    Είσαι το φεγγάρι σε μοναχικά δρομάκια
    όπου οι θεοί συμπεριφέρονται οι άνθρωποι πεθαίνουν
    και συ ρίχνεις σ’ ένα σκουπιδοτενεκέ αδειανό
    ένα χαλάζι γέλια.
    Τραγούδα μας την ανθρώπινη αποτυχία
    κάνε την κατάρα κήπο
    άνοιξε τη φυλακή των ημερών μας
    και μάθε στον ελεύθερο άνθρωπο
    να τραγουδάει το φως.

    Τινάζει κανείς από πάνω του τη σκόνη της δόξας
    καταπίνει τη ντροπή
    υποφέρει το μαρτύριο
    εκείνος πραγματοποιεί εκείνη μπορεί
    κανένας δεν πρέπει τίποτα δε φταίει.»
    (Λ. Πούλιος, Γυμνός ομιλητής, Κέδρος)

  3. Παιδιά μου δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι η λέξη «μούσα» θα διέθετε τόσο υλικό, αν και η λέξη από μόνη της είναι σκέτη έμπνευση! Καλό βράδυ και καλή σας εβδομάδα 🙂

  4. Τι εννοείς, όταν λες να αφήνω διάκενα μεταξύ των ποιημάτων; Γίνε λίγο πιο σαφής, Γιάννη.
    Δεν ξεχωρίζουν εντελώς με την αρίθμηση; Τι προτείνεις;
    Έτσι κι αλλιώς, το WordPress δεν μου επιτρέπει να επεξεργαστώ, στο βαθμό που θα ήθελα, τα γραφόμενά μου.

    Χαίρε, Πέτρα!

    ΕΙΣ ΕΤΕΡΑΝ ΜΟΥΣΑΝ, ΕΤΑΙΡΑΝ

       του μουσοπόλου Γεωργίου Κεντρωτού, παραγγελιά

    Μούσα δεινή,
    της σαστιμάρας μου έσχατη φωνή,
    πώς σβήνεις, πώς τρεμίζεις έτσι αχνή
    και δεν σκορπάς από τον νου μου την αχλύ,
    τι μ’ αποστρέφεσαι,
    ω ουρανία ποσότης ;

    Μούσα αιθέρια, ουρανική,
    Μούσα, νεφέλη μου άπιαστη,
    ποιότης πτητική,
    μέσα στο πλήθος των πολλών
    των οπαδών σου των πιστών,
    δες με, γονυπετής
    σε ικετεύω.
    Στο μπουντουάρ σου το κρυφό,
    επάξια, όσο το μπορώ,
    δίπλα στους άλλους σου εραστές
    δέξου, υπερούσια, κι εγώ
    τις κνήμες σου να γαργαλώ
    και να θωπεύω !

    Μούσα ειμαρμένη μου,
    Μούσα σκληρή,
    Μούσα μοιραία και υποχθόνια μηχανή,
    μαζί σου πάρε με, στάσου μου εσύ,
    δώσε στις λέξεις μου
    και στύση και ψυχή,
    κι από δώ κάτω που ’χω αράξει στα ρηχά
    ρυμούλκυσέ με στ’ ανοιχτά,
    προστάτιδα της αντοχής μου εσύ,
    κάν’ τη φωνή μου αηδόνι !

    Μούσα αφροδίσια,
    Μούσα μου υγρή,
    Μούσα ερωτιάρα μου,
    μαυλίστρα, ποθεινή,
    Μούσα πουτάνα εσύ —
    μη με λησμόνει !
    ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

  5. Geia sou, Petra, καλή εβδομάδα επίσης!…
    Κι όμως υπάρχουν, φτάνει να έχεις όρεξη για πολύ ψάξιμο!

  6. Γεια σου Αγγελική, καλή εβδομάδα!!!
    Εννοώ, ότι σε κάθε ποίημα που παραθέτεις να υπάρχει ένα κενό με το άλλο, να ξεχωρίζουν μεταξύ τους και να μην είναι «κολημμένα» το ένα με το άλλο… Νομίζω πως μπορείς να το κάνεις, αν όχι δεν πειράζει…

    -Ντόναλντ Τζάστις, «Το τηλέφωνο της μούσας»

    «Νυσταγμένα η μούσα σε μένα: “Ας μείνουμε φίλοι,
    καλοί φίλοι, αλλά μόνο φίλοι. Καταλαβαίνεις.”
    Και χασμουρήθηκε. Και φίλησε για τελευταία φορά τ’ αυτί μου.
    Που πριν λίγο, κλαίγοντας στο άγγιγμά μου, είχε ψιθυρίσει:
    “Σ’ αγαπούσα κάποτε”. Και “Όχι, δεν τον αγαπάω αυτόν.
    Όχι ύστερ’ απ’ όσα έκανε”. Αργότερα,
    ενώ την βοηθώ να ξανακουμπώσει τη νυχτικιά της:
    “Συγγνώμη, είναι που δεν έχω φαίνεται πια πόθο”.
    Αναστενάζοντας: “Για σένα, εννοώ”. Μακριά σιωπή. Τέλος:
    “Ήσουνα πάντα τόσο σοβαρός”. Οπότε
    εγώ χαμογέλασα, σκοτεινά. Κι έτσι έγινε κι έφτασα
    να κοιμάμαι δίπλα της, όχι μαζί της, χωρίς όνειρα.

    Της τηλεφωνώ πότε πότε, υπεραστικό τώρα.
    Και γνωρίζει ακόμη τη φωνή μου, αλλά ακούω,
    πάντα από μέσα τη μουσική του γραμμοφώνου της,
    το γέλιο των νεαρών με τα κλειδιά τους.

    Κάπου έχω γραμμένο τον αριθμό της.»
    (Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, ύψιλον/βιβλία)

    -Αναστάσης Βιστωνίτης, «Πέτρινη μούσα»

    «Ήμασταν μόνοι και μας τύλιγε
    η δόξα του απογεύματος
    με την ομίχλη να κόβει στα δυο τη θάλασσα
    και να φέγγει μες στα φυλλώματα
    το κρούσταλλο της χλωροφύλλης.

    Αδιάφοροι για τις εποχές,
    χειμώνες με τους νεκρούς,
    ανοίξεις με το σπόρο στο πέτρωμα
    μέσα στις πόλεις –
    τα λίκνα τις ανωνυμίας.

    Από τις αντένες κατεβαίνουν
    λαμπερές οι ψευδαισθήσεις,
    παραισθητικά μηνύματα
    για το σήμερα που δεν υπάρχει,
    ξένοι στο γένος και την καταγωγή,
    εικάζοντας τα παρελθόντα,
    όπου ο Σολομών μιλάει με τις πεταλούδες
    κι ύστερα από αιώνες ο μέγας Γερμανός
    είδε στα μάτια του λιονταριού
    να λάμπει χρυσό το αίμα του απόγονου
    που γέρασε στην κούνια,
    κι αμέσως έπεσε σκοτάδι στα βουνά
    μόλις η νύχτα ανέτειλε
    ανάμεσα στ’ άστρα
    με το ασημένιο αποτύπωμα του φεγγαριού
    βαριά από χρόνο και κοσμικό σκοτάδι.

    Ο λήθαργος του αύριο σκεπάζει
    την πέτρινη φιγούρα στο βάθος του δρόμου,
    τις ξεχασμένες αλήθειες
    ότι τα έγκατα έχουν φωνή,
    ότι τα έγκατα είναι τα σπλάχνα.

    Στο χωματένιο βάθος λάμπει το νερό
    μαζί με το διαμάντι που φωτίζει την άβυσσο
    και διασχίζει τον ουρανό
    σαν ιπτάμενο άστρο
    το τελευταίο σου όνειρο.

    Είσαι πλάσμα ενός αόρατου ουρανού
    που το σημάδεψε μια σκοτεινή ειμαρμένη
    και ζεις στα μετόπισθεν του νου
    με φως και φαντασία: τη μόνη σου ερωμένη.»
    (Αναστάσης Βιστωνίτης, Χώμα από ουρανό, Πατάκης)

  7. Γιάννη μου, αφήνω πάντα τρεις-τέσσερις σειρές. Στο πρωτότυπο που κρατάω φαίνεται.
    Επίσης φαίνεται στο copy-paste. Παραπλανητικό όμως.
    Όταν πατήσω «δημοσίευση», το WordPress παρουσιάζει την εικόνα που βλέπουμε και οι δυο.
    Έχεις καμιά άλλη ιδέα;

    Ποιηματάκι αστείο, αλλά έξυπνο:

    Η επίκληση στις Μούσες

    Στις μούσες αποφάσισα, να κάνω το τραπέζι,
    το κάλεσμά μου δέχτηκαν, και τώρα με πιέζει
    ο χρόνος, μα και ο κορσές που πάλι με στενεύει
    και να μ΄ αφήσει άπνοη, ο άτιμος κοντεύει.

    Ευθύς ανασκουμπώθηκα, ψώνισα τα υλικά,
    να ετοιμάσω στρώθηκα, μεζέδες και γλυκά.
    Άνοιξα τον Τσελεμεντέ, της Βέφας τα βιβλία,
    και του Παρλιάρου βίντεο, μελέτησα είκοσι τρία,

    όταν κατέληξα λοιπόν, κι έφτιαξα το μενού,
    φόρεσα την ποδίτσα μου κι έβαλα κατά νού,
    τις «θείες» καλεσμένες μου, πώς να εντυπωσιάσω,
    με τούτο το τραπέζωμα, για να τις καλοπιάσω,

    γιατί κακά τα ψέματα, τι είναι ο ποιητής;
    Χωρίς οίστρο και έμπνευση, σκέτος ουτοπιστής,
    ένα ασήμαντο, μικρό κι ανόητο ανθρωπάκι,
    ένας γραφιάς, που προσπαθεί, να γράψει ένα στιχάκι.

    Επικαλέσθηκα λοιπόν, την Καλλιόπη πρώτα,
    κι εκείνη μου είπε ευγενικά, την Ουρανία ρώτα,
    η Ουρανία στράφηκε μετά στην Ερατώ,
    μα η ιδέα φάνηκε καλή και στην Κλειώ,

    έπειτα ενημερώθηκαν Θάλεια και Τερψιχόρη
    κι η Ευτέρπη μ΄ ένα νεύμα της, μου έγνεψε : «προχώρει»!
    και στην Πολύμνια στάθηκα εμπρός με συστολή,
    μήπως θα ‘ταν καλλίτερα να στείλω επιστολή;

    Απ΄ την Ευτέρπη τελικά έλαβα το ΟΚΕΥ
    και άρχισα το ψήσιμο, μιας και ο φούρνος καίει.
    Τραπέζι στρώνω άψογο με τα καλά σερβίτσια,
    για να τιμήσω, comme il faut, τα μυθικά κορίτσια,

    κρασί θα πιούνε γαλλικό, σε ακριβά ποτήρια
    και κάποια ευκαιρία θα βρω για αίτηση σωτήρια:
    «Ω! Μούσες χαριτόβρυτες και χιλιοπαινεμένες
    την έμπνευση χαρίστε μου Ω! χιλιοδοξασμένες!

    Την ποίηση επιθυμώ, θερμά να υπηρετήσω,
    των μέτρων και των συλλαβών το κλέος να τιμήσω,
    να εμφυσώ νοήματα, στις λέξεις , τα στιχάκια
    και όσα γράψω ποιήματα… να είναι διαμαντάκια!

    Λέξεις να βάζω στο χαρτί, να γίνω…. Λογοπλάστης,
    όπως κουλούρια στο ταψί στρώνει ο ζαχαροπλάστης !!!»
    Αυτές χαμογελάσανε χωρίς να πούνε λέξη,
    μ΄ αφήσανε να εννοηθεί, κάτι καλό θα παίξει,

    εκπέμπω τελευταίο SOS, για να το καταλάβουν,
    δεν έχω περιθώρια, ίσα που θα προλάβουν!
    Η Αριστέα οργάνωσε Συμπόσιο και πάλι….
    κι εγώ τρελά αγχώθηκα , μου ήρθε και μια ζάλη,

    «Ω Μούσες!!! Σας παρακαλώ, το αίτημα επείγει !
    Στείλτε μου λίγη έμπνευση, η προθεσμία λήγει !!!»

    http://katoapotinakropoli.blogspot.gr/2014/10/h.html

  8. Ciao Aggeliki!… Δεν πειράζει, άστο όπως εμφανίζεται…

    *Και κάτι ακόμα του Παλαμά:

    -Κωστής Παλαμάς, «Γυναίκα μούσα»

    «Άλλοτε η γυναίκα Μούσα για να ρίξει
    και καρδιά και γνώμη τάχα στο ρυθμό,
    ξέραινε τον πόθο, ψεύτιζε την πλήξη,
    χλιο νερό από μέσα κύλαε τον καημό.

    Άγνωμη και ψόφια και κρυφή, στοχάσου!
    μ’ όλη που της έκαιε φλόγα το κορμί,
    και της έλεε: Γδύσου, πέσε, φρύαξε, χάσου
    σ’ ουρανοκατέβατου οίστρου την ορμή!

    Η αρχοντιά του πάθους για τα κατακάθια!
    του έρωτα και η γλώσσα τραύλισμα ραγιά,
    ή σφιχτοδεμένη με τη χρηστομάθεια,
    κάθε της εικόνα, φραγκοπαναγιά!

    Νύσταζε σε στρώμα χαύνο το τραγούδι
    που ήτανε ν’ αστράφτει, να βαρυβογκά,
    ο θυμός του κλάψα από βυζασταρούδι,
    και γνεψίματα είχε, για φωνή, μουγκά.

    Μα η γυναίκα τώρα σήκωσε παντιέρα
    στου άντρα της το πλάι δε λυγάει σκυφτή,
    κι όπως αναπνέει του άντρα τον αέρα,
    τα μεθύσια του άντρα τη μεθούν κι αυτή.

    Και η γυναίκα, Μούσα πάλι, βάκχη, φούρια,
    στρογγυλό από στόμα στρογγυλή λαλιά,
    στα φιλιά, στα γλέντια, στ’ άνθια, στα παλιούρια,
    και ξαναγρικιέστε, λεσβικά βιολιά!

    Και γυμνή, ω γυναίκα, της σαρκός την πύρα,
    και γυμνή, όπως είσαι τώρα, τραγουδάς,
    και δαυλί την κάνει τη γυναίκεια λύρα,
    λες, θα φωτοκάψει το ντουνιά ο Σεβδάς!

    Μα η γυναίκα πάντα καθώς είναι Μούσα
    το τραγούδι του άντρα που ζωογονεί,
    είναι και της Λύρας αηδονολαλούσα
    η φωνή του πάθους- κάποτε- η τρανή.

    Τον κρυφό καημό της ξέρει πώς να ψάλλει
    και τον πιο δικό της και τον πιο σοφό.
    Άκερμαν, Βαλμόρη, Νουάγια, Μπράουνιγκ! Άλλη
    ποια, και τρίμμα φτάνει εσέ, Σαπφώ;»
    (Κ. Παλαμάς, Άπαντα, τ. 9ος, Γκοβόστης)

  9. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι παρά το ότι πέθανε τόσο νέος ο Σαραντάρης, είχε γράψει τόσα πολλά και τόσο ωραία -συνήθως σύντομα- ποιήματα. Ξαφνικά έπεσα πάνω του κι ασχολούμαι σήμερα μαζί του από το πρωί.

    Ονειροπαρμένη Μούσα

    Ονειροπαρμένη Μούσα
    Γιατί σεργιανάς μπροστά μου;
    Ουρανοκατέβατη η ζωή σου
    Κελαηδά σαν άπληστο πουλί
    Και θαμπώνει μας τα φρένα
    Και γλιστρά και σκορπίζει
    Άπειρα τα γιασεμιά της μέθης
    Σε μια άσπιλη αρυτίδωτη λαλιά.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    • …Πράγματι, Αγγελική!… Να προσθέσω ότι ήταν ο πρώτος που διέβλεψε την ποιητική αξία του Ελύτη και το έβαλε στον κύκλο των ποιητών.
      Ο Ελύτης έγραψε για τον τραγικό θάνατό του:
      «Ο Ελύτης γράφει για το θάνατο του ποιητή Γ. Σαραντάρη στο αλβανικό μέτωπο…»:
      «…Ήταν η πιο άδικη απώλεια. Θα προσπεράσω λοιπόν για να τις ξαναπιάσω, ίσως κάποτε κι αλλού, τις σκληρές μέρες της Αλβανίας. Όμως θέλω τη στιγμή αυτή, απροκάλυπτα, να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα Γραφεία και στις Επιμελητείες όλο τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό κι ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκότανε στα πόδια του, που είχε όμως προφτάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της. Ήταν σχεδόν μια δολοφονία. Ο Γιώργος Σαραντάρης ήταν διπλωματούχος ιταλικού πανεπιστημίου- ο μόνος ίσως σε ολόκληρο το στράτευμα-, θα μπορούσε να ‘ναι περιζήτητος σε οποιαδήποτε από τις Υπηρεσίες που είχαν αναλάβει την αντικατασκοπεία, ή την ανάκριση των Ιταλών αιχμαλώτων. Αλλά όχι. Έπρεπε να φορτωθεί το γυλιό και τον οπλισμό των τριάντα οκάδων, για να χαθεί παραπατώντας μέσα στα χιονισμένα φαράγγια ένας ακόμη ποιητής, ένας ακόμη αθώος στο δρόμο του μαρτυρίου.

      Φαίνεται ότι πέρασε φριχτές ώρες. Τα χοντρά μυωπικά του γυαλιά, που χωρίς αυτά δεν μπορούσε να κάνει βήμα, τα ‘χασε μέσα στην παραζάλη. Φώναζε «βοήθεια» στους άλλους φαντάρους, αυτός ο Χριστιανός φώναζε «αδέρφια», και τα «αδέρφια» τον κοροϊδεύανε, τα πιο αδίστακτα βαλθήκανε κιόλας να του κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, οτιδήποτε χρήσιμο μπορούσε ο δόλιος να κουβαλεί. Απόμεινε σαν το κατατρεγμένο πουλί μέσα στην παγωνιά. Χωρίς να βαρυγκομήσει. Χωρίς να ξεστομίσει ένα πικρό λόγο. Περήφανος, μ’ ένα σώμα ελάχιστο και μια μεγάλη ψυχή, που τον κράτησε όσο που να τραγουδήσει ακόμη λίγο: «εγώ που οδοιπόρησα με τους ποιμένες της Πρεμετής»- κι ύστερα ν’ ανεβεί Στους τόπους “που αναγγέλλουν τον ουρανό και συνομιλούν με τον ήλιο”…».

      (Ο. Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος)

  10. Κι από το Σαραντάρη έπεσα πάνω στο Μήτσο Παπανικολάου, που εκτός από την ιδιαίτερη συμπάθεια που έτρεφε για τον Τέλλο Άγρα, ήταν κι αυτός από τους πρώτους που κατάλαβε την αξία του Ελύτη.
    Από τους λίγους που υπερασπίστηκαν σταθερά την αξία του Σεφέρη.
    Επίσης, κατάλαβε γρήγορα την αξία και την πρωτοτυπία του Σαραντάρη.
    Ο βίος και η πολιτεία του υπήρξε ένα δράμα όμως. Αγνώριστος από τις κακουχίες και τα ναρκωτικά, ρακένδυτος, ζούσε ζητιανεύοντας στην Ομόνοια και στα γύρω στενά. Τα λιγοστά ποιήματά του παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, όσο περισσότερο τα διαβάζω.

    ΛΥΡΙΚΟ

    Ήταν αλήθεια πως εζούσα
    Κάποια ζωή ξεχωριστή
    Ζούσα όπως ήθελεν η Μούσα
    Κι όπως δεν ήθελε η ζωή

    Λοξά με κοίταζαν οι άλλοι
    Σαν να με παίρναν για τρελό
    Κι ήταν για με χαρά μεγάλη
    Μαζί τους πάντα να γελώ

    Μ’ αλήθεια, αν έχασα το νου μου
    Κι αν έχω τώρα τρελαθεί,
    Το’ παθα, αχ άστρο τ’ ουρανού μου,
    Όταν επρόβαλες εσύ!…

    ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: