Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (118ο): «Ευτυχία – Δυστυχία»….

blog - Eagle - 2012-02-10 Ευτυχία δύο χέρια

-«Ουδείς ευτυχής έχει διακόψει ευτυχία για να γράφει ποιήματα»
(Κική Δημουλά)

-«Να δεις τον κόσμο σε έναν κόκκο άμμου
Τον ουρανό σε ένα άγριο λουλούδι
Να κρατήσεις το άπειρο στην παλάμη του χεριού σου
Και την αιωνιότητα μέσα σε μιαν ώρα
Τότε κρατάς την ευτυχία στα χέρια σου.»
(Γ. Μπλέικ)

-Γιάννης Ρίτσος, «Πρωινό Άστρο»
(απόσπασμα)

Στην κόρη μου Έρη
«…Κοριτσάκι μου,
θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν στον ύπνο σου.
Κοιμήσου κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
μακρύς
μακρύς ο δρόμος.
Το παιδί μου κοιμήθηκε
κι εγώ τραγουδάω…
Δύσκολα είναι, κοριτσάκι,
στην αρχή.
Τι να πεις, δεν ξέρεις.
Δύσκολα είναι στην αρχή.
Γιατί δεν είναι, κοριτσάκι,
να μάθεις μόνο
εκείνο που είσαι,
εκείνο που έχεις γίνει.
Είναι να γίνεις
ό,τι ζητάει
η ευτυχία του κόσμου,
είναι να φτιάχνεις, κοριτσάκι,
την ευτυχία του κόσμου.
Άλλη χαρά δεν είναι πιο μεγάλη
απ’ τη χαρά που δίνεις.
Να το θυμάσαι, κοριτσάκι…»


-Γουίλιαμ Μπλέικ, «Μικρὴ εὐτυχία»

«- Ὄνομα δὲν ἔχω,
εἶμαι μιὰ σταλιά!
– Πῶς νὰ σὲ φωνάζω;
– Εἶμαι ὅλο χαρά.
Λέγε με χαρά.
– Νά ῾σαι πάντα μιὰ χαρά,
ὄμορφη χαρούλα
ποὺ εἶσαι μιὰ σταλιά!
Γλύκα θὰ σὲ λέω,
θὰ σὲ λέω χαρά.
Γέλα μου γλυκά,
νά ῾σαι πάντα μιὰ χαρά!»
(http://users.uoa.gr/)

-Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, «ΤΟ ΒΡΑΔΥ»

«Τι ήταν αυτή η ξαφνική ευτυχία

Άναβαν φώτα στις βεράντες κι η ψυχή μου
ανέμιζε στα ολάνοιχτα παράθυρα
μ’ ένα προχώρημα της άνοιξης
δειλά μες στο αθέατο καλοκαίρι

Τότε κατάλαβα τη νιότη μου ν’ ανοίγει
σαν τα λουλούδια και τους στίχους να καρπίζει
κήποι και ποιήματα ποτιστικά πλημμύρα

όχι καρδιά μου τόση ευτυχία»
(Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ποιήματα για ένα καλοκαίρι)

-Μανώλης Φάμελλος, «H EYTYXIA EINAI AYTO»

«Ό,τι ζήσαμε πια είναι σχήμα κλειστό
ό,τι χτίζουμε σκορπάει στον άνεμο
Έτσι είναι γραφτό,
η ευτυχία είναι αυτό που περιμένουμε να ‘ρθεί

Μα κάτι ζωντανούς μας κρατά
κι είναι μόνο ένα βήμα, ένα βήμα πιο πέρα
που ο αέρας της πόλης αλλάζει ξανά,
τα χιόνια λιώνουν γιορτάζει η μέρα

Ό,τι ζήσαμε πια είναι σχήμα κλειστό
ό,τι χτίζουμε σκορπάει στον άνεμο
Μα άσε ένα φως ανοιχτό,
η ευτυχία είναι αυτό, που περιμένουμε να ‘ρθεί

η ευτυχία είναι αυτό, που περιμένουμε να ‘ρθεί»

-Γεράσιμος Μαρκοράς, «Πατρική ευτυχία»

«Το βράδυ βράδυ από βουνίσια μέρη
κουρασμένος ο Αδάμ γυρνούσε αγάλι,
κι ετήραε θλιβερά το πρώτο αστέρι,
που αντίκρυ του καθάριο είχε προβάλει.
Των αγγέλων στο νου του αυτό να φέρει
τ’ αγνά δυνήθη αγαπημένα κάλλη,
κι είπε ξυπνώντας του βραδιού τ’ αέρι:
– Πότε θα ιδώ τη θεία τους λάμψη πάλι;
Πλην όλα τα βαθιά της πίκρας ίχνη
σβηώνται μέσα του ξάφνου, ως κατεβαίνει·
μια ματιά – μία μονάχη ομπρός του ρίχνει,
Και την Εύα θωράει, που, καθισμένη
σε στρώμα χλόης, πρώτη φορά του δείχνει
αφτέρωτο αγγελούδι οπού βυζαίνει. «
(http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-A111/262/1916,6367/)

-Φ. Νίτσε, «Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΜΟΥ»

«Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω
έμαθα να βρίσκω.
Από τότε που ένας άνεμος μου εναντιώθηκε
ταξιδεύω με όλους τους ανέμους.»

-«Ούτε ευτυχισμένος,
ούτε δυστυχισμένος.
απλώς,
μια επιφάνεια,
που πάνω της
κάνει τσουλήθρα ο χρόνος.»
(Χρίστος Λάσκαρης)

-«Να καταλύομαι ώριμος από καθοσίωση λύπης
και να πράττω μες στην ομορφιά της δυστυχίας μου.»
(Ν. Καρούζος)

-Λουίς Αραγκόν, «Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη»

«Τίποτα δε χαρίστηκε στον άνθρωπο ποτέ. Μηδέ η δύναμή του,
Μηδέ αδυναμία, μηδέ καρδιά. Κι όταν νομίζει πως
Τα χέρια ανοίγει, ο ίσκιος του είναι σωστός σταυρός
Και μνέσκει μες τη χούφτα του της ευτυχίας του ο σποδός
Είναι μια προδοσία φριχτή κι αλλόκοτ’ η ζωή του.
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.
Η ζωή του… Μοιάζει σε στρατιώτες με στολές
Μα δίχως όπλα, για έναν άγνωστο σκοπό ταγμένους.
Τι κι αν τους εύρης το πρωί ετοιμασμένους,
Αυτούς, οπού το βράδυ θα τους δεις αβέβαιους, νικημένους;
Πείτε μονάχα* η ζωή μου! Και βαστήχτε των δακρύων σας τις πηγές…
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.
Ωραία μου αγάπη, καλή μου αγάπη, οδύνη και πλάνη,
Μαζί μου σ’ έχω, μέσα μου, σαν πουλί πληγωμένο*
Κι όλοι γύρω μας βλέπουν μένα βλέμμα χαμένο,
Ξαναλέγοντας, πίσω μου, κάθε λόγο που είχα πλεγμένο
Στα μεγάλα τα μάτια σου- κι έχει τώρα πεθάνει…
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.
Ο καιρός να μάθουμε να ζούμε έχει διαβεί…
Κλαίνε στην ένωσή τους οι καρδιές μας κάθε βράδυ,
Για το σπαθί της δυστυχιάς που της χαράς το υφάδι
κόβει, για τις λύπες που πληρώνουν ένα χάδι,
Τα όσα δάκρυα για μια κιθάρας πνοή.
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.
Δεν υπάρχει αγάπη, σαν κισσός στον πόνο να μη στρέφεται,
Δεν υπάρχει αγάπη που να μη σε πεθαίνει,
Δεν υπάρχει αγάπη που να μη σε μαραίνει,
Και της πατρίδας όχι πιότερο η αγάπη η βλογημένη
Δεν υπάρχει αγάπη που απ’ το κλάμα να μη θρέφεται.
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.
Κι όμως, μ’ αγάπη εμείς οι δυο ‘μαστε δεμένοι!»
(Γαλλική ανθολογία ποίησης, Καστανιώτης)


-Σπύρος Δόικας, «Θωρώ τη δυστυχία»

«Θωρώ τη δυστυχία
που έρχεται από μακριά:
τον πόνο, τα γεράματα, τη μοναξιά
σε κοπάδια ολοένα και μεγαλύτερα

και με το χέρι σφαλίζω
το στόμα και τ’ αυτιά
να μην ακούω
να μην ακούγονται
οι φωνές και τ’ αναφιλητά
τους γειτόνους, λέει,
μην και τους ανησυχήσω.»

-Γ. Σουρής, «Δυστυχία σου Ἑλλάς»

«Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
να ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Να ‘χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυο φορώντας τα πόδια που ‘χει
στο ‘να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαριέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;»

Advertisements

Single Post Navigation

14 thoughts on “Πες το με ποίηση (118ο): «Ευτυχία – Δυστυχία»….

  1. Γεια σου, Γιάννη. Γυρίζοντας από τη θάλασσα, διάβασα την ανάρτησή σου ευτυχισμένη δυστυχής. Σπεύδω να προσθέσω τα δικά μου.

    1. Τι θα πει ευτυχία; Να ζεις όλες τις δυστυχίες.

    Nίκος Καζαντζάκης

    2. ΕΥΤΥΧΙΑ

    Καμία ευτυχία
    δεν μένει αιωνία,
    δεν μένει αναλλοίωτη’
    αφήτε με φροντίδες,
    και φόβοι και ελπίδες,
    και πόθοι ατελείωτοι!

    Παναγιώτης Σούτσος

    3. ΗΡΑΚΛΕΙΤΙΣΜΟΣ

    Μονάχα η μάχη
    γεννάει στη Γη την ευτυχία
    και για να δημιουργηθεί η φιλία
    χρειάζεται του μπαρουτιού η κάπνα!
    Και οι φίλοι γίνονται σε τρεις μονάχα
    περιπτώσεις:
    όταν είναι αδέρφια στη δυστυχία
    όταν είναι ίσοι μπροστά στους εχθρούς
    όταν είναι ελεύθεροι μπροστά στον θάνατο!

    ΦΡ. ΝΙΤΣΕ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, μτφρ. Αλέξανδρος Σ. Αλεξάνδρου

    ΕΥΤΥΧΩΣ Η ΔΥΣΤΥΧΩΣ -ΜΗΛΙΩΚΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ & ΒΙΤΑΛΗ ΕΛΕΝΗ

    4. Μικρή ευτυχία

    Είναι μια μικρή ευτυχία που ζω˙
    στα χέρια μου κρατάω το άσπρο ρίγος της ζωής
    στα χέρια μου κρατάω το μαύρο ρίγος του θανάτου,
    τα χρόνια μου περνούν κι ανθίζουνε όπως τριαντάφυλλα την άνοιξη
    μαδιούνται το χινόπωρο,
    αγαπάω τον κόσμο, πονάω για τον κόσμο,
    σκέφτομαι και λέω ζωή είναι αγάπη,
    δακρύζω από χαρά όταν πυρπολεί τα δέντρα
    το ερωτιάρικο αηδόνι,
    δακρύζω από τη λύπη που σταμάτησε
    στη ράχη του χελιδονιού,
    χαίρομαι την αυγή, θλίβομαι τη δύση…
    Είναι μια μικρή ευτυχία που ζω˙
    Και που πεθαίνω.
    ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ

    5. ΕΥΤΥΧΙΑ

    Τόσο νωρίς που είναι σχεδόν σκοτάδι ακόμα έξω.
    Βρίσκομαι κοντά στο παράθυρο με καφέ,
    και τα συνηθισμένα που περνάνε
    για σκέψεις νωρίς το πρωί.

    Όταν βλέπω το αγόρι και το φίλο του
    ν’ ανηφορίζουν το δρόμο
    για να μοιράσουν την εφημερίδα.

    Φορούν καπέλα και πουλόβερ,
    και το ένα αγόρι έχει μια τσάντα περασμένη στον ώμο του.
    Είναι τόσο ευτυχισμένα
    δε λένε τίποτε, αυτά τα αγόρια.

    Νομίζω πως, αν μπορούσαν, θα έπιανε ο ένας
    το χέρι του άλλου.
    Είναι νωρίς το πρωί,
    και κάνουν αυτό το πράγμα μαζί.

    Πλησιάζουν, αργά.
    Ο ουρανός αρχίζει να φωτίζεται
    αν και το φεγγάρι κρέμεται ακόμα χλομό πάνω απ’ το νερό.

    Τόση ομορφιά, που για μια στιγμή
    ο θάνατος και η φιλοδοξία, ακόμα κι η αγάπη,
    δεν χωρούν σε αυτήν.

    Ευτυχία. Έρχεται
    απροσδόκητα. Και υπερβαίνει, πράγματι,
    κάθε πρωινή κουβέντα γι’ αυτήν.

    Raymond Carver *μτφ: Μαρία Φακίνου -Ποίηση, τχ.30-

    6. «Η ευτυχία μου είμαι εγώ, όχι εσύ
    όχι μόνο γιατί εσύ μπορεί να είσαι περαστικός
    αλλά κι επειδή εσύ θες να είμαι αυτό που δεν είμαι.»

    Λέο Μπουσκάλια, «Να ζεις, να αγαπάς και να μαθαίνεις»

    7. Η ΕΥΤΥΧΙΑ

    Καθόμαστε σαν πάντα οι δύο
    βράδι στο σπίτι’ αντικρυνά της
    εγώ γυρμένος στο βιβλίο,
    σκυμμένη εκείνη στη δουλειά της.

    Και το βιβλίο είτανε στίχοι,
    ψυχή από λάμψη και αρμονία’
    έτσι εκεί τ’ άνοιξα στην τύχη,
    και να τι διάβασα: «Ευτυχία!»

    Λουλούδι σε ποια χώρ’ ανθίζεις;
    σε ποιο γιαλό, μαργαριτάρι;
    Αστέρι, ποιες μεριές φωτίζεις,
    και ποιες καρδιές, ουράνια χάρη;

    Πού, Χερουβείμ, φτερά διπλώνεις;
    Νεράιδα πού δροσολογιέσαι;
    Eίσαι διαμάντι και δε λυώνεις
    ή καταχνιά είσαι και σκορπιέσαι;

    Άδης, παράδεισος σε κρύβει;
    στον κόσμο ή στην ερημία,
    μέσ’ σε παλάτι ή σε καλύβι,
    πες μου, πού βρίσκεσ’, Ευτυχία;

    Δίχως τα μάτια απ’ τη δουλειά της
    να τα σηκώση, ε δ ώ! αποκρίθη’
    τρεμουλιαστή με τη λαλιά της
    μια μουσική στο σπίτι εχύθη.

    Κι ένα καρδιόχτυπο με πιάνει,
    κι αμίλητη λαχτάρα αιφνίδια,
    γιατί πως άκουσα μου εφάνη
    την Ευτυχία, την ίδια.

    Κωστής Παλαμάς -Άπαντα, τμ.1-

    8. ΑΛΛΗ

    Τελευταία όλο και φεύγω από τη ζωή των άλλων, έχοντας ανακαλύψει ότι πραγματικά ευτυχισμένη είμαι μόνο όταν είμαι μόνη μου. Στη δική μου αποκλειστική ζωή. Των δικών μου ωρών και συγκινήσεων, ενός δικού μου ρόλου. Ακόμα και οι πιο στενοί φίλοι μου βρίσκονται κάπου στην περιφέρεια, μακρυά από αυτό εδώ το δικό μου απομονωμένο κέντρο.

    Φαίνεται ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο από το να μεγαλώσει κανείς. Και, ακόμα πιο δύσκολο από το να μεγαλώσει κανείς χωρίς να κατακαθίσει το πρόσωπό του, και η ψυχή του σε γερασμένες γραμμές πίκρας, παραπόνων εξωπραγματικών, για χαμένες ευτυχίες, που ποτέ δεν υπήρξαν.

    Νανά Ησαΐα

    9. Ευτυχία

    σε γνώρισα σε χρόνο παρελθόντα ή μέλλοντα
    με κάτι από τους γαλαξίες στο βλέμμα σου
    στην κίνηση σου κάτι από γατάκι ή τίγρη
    στο φόρεμά σου κάτι από το φως
    σε κάποιαν άλλη εποχή πρέπει να ζήσαμε μαζί
    σε κάποια χώρα μακρινή σε ξέρω
    ξέρω όταν χαμογελάς κάθε ρυτίδα σου
    κι όταν σωπαίνεις ξέρω
    το σκοτεινό βελούδο των ματιών σου
    σε νιώθω τώρα μέσα μου να αναδύεσαι
    γεύομαι και μυρίζω κάθε σου τόπο μυστικό
    είσαι ο αρχικός μου κωδικός
    ψυχή αιώνια παρούσα και απρόσιτη
    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

    10. ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ

    Αργότερα θα καταλάβαινε ότι η ευτυχία είναι σαν κόκκος άμμου που πετάει στον άνεμο όταν αδειάσει η παραλία από κόσμο, ότι η ευτυχία είναι σαν ένα λούνα παρκ που μόλις έκλεισε, σαν ένας φάρος που δε φωτίζει πια και τα πλοία χάνουν το δρόμο τους, σαν προσωπίδα Αποκριών, χωρίς πρόσωπο, που τη σηκώνουν απ’ τις σκιές.

    Ana Luisa Valdés *μτφ: Hanna Lassen-Σοφιανού-Ο κήπος του αλφάβητου

    Διονύσης Σαββόπουλος – Τα πουλιά της δυστυχίας

    11. Αντεύχομαι

    Έχω πολλά ράμματα για τη γούνα αυτής της μεγαλοκυρίας που λέγεται ΕΥΤΥΧΙΑ. Μου έχει σπάσει τα νεύρα με όσα ισχυρίζεται απολογούμενη που με έστησε. Ότι τάχα ήρθε, αλλά εγώ είχα το νου μου σε τούτο και σ’ εκείνο, ενώ εκείνη με περίμενε σε τούτο και σε κείνο, κι όπως μου τα προσδιόρισε, με περίμενε σε πράγματα αδύνατα να συμβούν, εκεί ακριβώς δηλαδή που είχα το νου μου. Κι αυτός ήτανε, λέει, ο λόγος που την προσπέρασα. Άλλοτε πάλι, επιμένει πως ήρθε, στάθηκε λέει έξω από κάτι ιστορίες, στις οποίες εγώ είχα ήδη μπει μέσα, είχε τη διάθεση να πηδήξει από το παράθυρο και να μπει, αλλά ήταν τόσο υπερυψωμένη η δυσπιστία μου που δεν το τόλμησε. Άλλη δικαιολογία, τραβηγμένη από τα μαλλιά, πως εγώ χτύπησα πολύ σιγά την πόρτα της και δεν με άκουσε ή ότι χτύπησα πολύ δυνατά την πόρτα της, φοβήθηκε και δεν μου άνοιξε, και τι ψεύτρα Θεέ μου, ότι χτύπησα λάθος τη διπλανή της πόρτα και βλέποντας μετά να καθυστερώ, συνεπέρανε ότι το λάθος μου βγήκε σε καλό και δεν ήθελε να το διακόψει.

    Μου έχει απαριθμήσει μία-μία τις στιγμές με το όνομά τους, που την περιείχαν, λέει, αλλά εγώ θυμάμαι μόνο τι φόβο είχα μην τις χάσω.
    Βλέπεις; μου λέει η κουτοπόνηρη, αν δεν ήμουνα εγώ εκεί μέσα, σ’ αυτές τις στιγμές, γιατί θα φοβόσουν μην τις χάσεις, τι σ’ ένοιαζε; ΑΡΑ ήρθα!!!

    Αμέτρητες οι φορές που είπαμε να συναντηθούμε σε κάποιο φωτεινό μέρος, είτε στις κάποιες έξι των απογευμάτων είτε στις κάποιες οκτώ των δειλινών που έχουνε πιο φρόνιμο φως, κι εγώ να περιμένω, να την περιμένω με τις ώρες και πού να φανεί. Και με τι θράσος να εμφανίζεται μετά στα όνειρά μου, να μου ζητάει συγνώμη που δεν ήρθε, γιατί είχε χάσει κάποιον δικό της κι ήτανε στις μαύρες της, ή και να μου επιτίθεται πως ενώ ήρθε, ενώ περίμενε εκεί μέσα στις ώρες της αναμονής μου, εγώ δεν την αναγνώρισα και δε φταίει αυτή.
    Είδα κι έπαθα να μην έχω την ανάγκη της. Και τώρα που παλεύοντας τα κατάφερα, έρχεται και μου δίνει συγχαρητήρια, πως αυτό ακριβώς, ότι δεν έχω την ανάγκη της αυτό είναι ΕΥΤΥΧΙΑ. Άπιαστη σου λέω.

    Κική Δημουλά (από τα ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ, Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 2004)

    12. ΜΙΑ ΜΕΡΑ

    Μια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα που θα μιλάει μόνο για το χάδι στο δέρμα σου
    και θα μεταφράσει τη ματιά σου σε λέξεις.
    Χωρίς συγκρίσεις, χωρίς μεταφορές, μια μέρα θα γράψω ένα ποίημα που θα έχει το άρωμά σου,
    ένα ποίημα με τους παλμούς της καρδιάς σου, με τη συνθλιπτική περίπτυξη των χεριών σου.
    Μια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα, το τραγούδι της ευτυχίας μου.

    Dario Jaramillo Ajudelo *μτφ: Ρήγας Καππάτος

    13. Επρόδωσαν την αρετή…

    Επρόδωσαν την αρετή κι ήρθαν οι έσχατοι πρώτοι.
    Με χρήμα παίρνεται η καρδιά κι αποτιμάται ο φίλος.
    Αν άλλοτε αντιφέγγιζε στο νου, στα μάτια, σ’ ό,τι,
    είναι η ζωή πια σκοτεινή κι ανέφικτη σα θρύλος,
    είναι πικρία στο χείλος.

    Νύχτα βαθιά. Με πνεύμα οργής έσπρωξα το κρεβάτι.
    Άνοιξα τις αραχνιασμένες κάμαρες. Καμία
    ελπίς. Απ’ το παράθυρο, του τελευταίου διαβάτη
    είδα τη σκιά. Κι εφώναξα στριγκά στην ησυχία:
    «Δυστυχία!»

    Η φρικτή λέξη με φωτιά στον ουρανόν εγράφη.
    Δέντρα τη δαχτυλοδειχτούν, αστέρια την κοιτούνε,
    επιγραφή την έχουνε τα σπίτια κι είναι τάφοι,
    ακόμη θα την άκουσαν οι σκύλοι κι αλυχτούνε.
    Οι άνθρωποι δεν ακούνε;
    Κώστας Καρυωτάκης

    Ευτυχείς, λυπημένοι και πότες – Σωκράτης Μάλαμας

    14. Πρόσθεσις

    Αν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
    Πλην ένα πράγμα με χαράν στον νου μου πάντα βάζω–
    που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
    που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ’ εγώ εκεί
    απ’ τες πολλές μονάδες μια. Μες στ’ ολικό ποσό
    δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.

    Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ [1897] Κρυμμένα Ποιήματα

    15. Μια τρομερή ανάγκη

    «Μερικοί άνθρωποι έχουν ανάγκη να είναι δυστυχισμένοι,
    σώνει και καλά θα την βρουν τη δυστυχία
    σε οποιαδήποτε κατάσταση
    θα εκμεταλλευτούν κάθε ευκαιρία
    να επισημάνουν
    ακόμη και το παραμικρό λάθος
    την απειροελάχιστη έλλειψη
    κι ύστερα θα γεμίσουν από μίσος
    κι εκδικητικότητα.

    δεν καταλαβαίνουν ότι
    είναι τόσος λίγος
    ο χρόνος
    για τον καθένα μας
    σ’ αυτήν την παράξενη ζωή
    για να προλάβουμε να ολοκληρωθούμε;

    κι ότι το να σπαταλάμε τη ζωή μας έτσι
    είναι σχεδόν ασυγχώρητο;
    κι ότι δεν υπάρχει ποτέ τρόπος
    ν’ ανακτήσουμε
    όσα θα χαθούν μ’ αυτόν
    τον τρόπο για πάντα;»
    (C.Bukowski)

    16. Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή

    Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπά σας
    κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
    ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
    ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
    κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
    ἔστω καὶ μία φορά;
    Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
    γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;

    ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος Καημός»)

    17. ΠΡΩΙΝΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ.

    Δυσάρεστες μέρες για να ζήσω…
    Η ζωή κομπάζει..

    Προτιμώ μιαν απλή ομιλία καρδερίνας μ’ ένα λυπημένο σπουργίτι
    Παρά αυτό το ανακάτωμα φωνών..
    Μιλάει:
    «Τώρα η εποχή θέλει να συμβιβάζονται
    Οι εκκλησιές πλάι στα καμπαρέ και στα χαμαιτυπεία»
    .
    Δίκιο! Δίκιο! Δίκιο!

    Ανεβαίνει την σκάλα της δικής του φωνής

    Από το τελευταίο σκαλοπάτι κάνει αγνάντεμα:
    Ζόρικο αεράκι, μπάτης-
    Τοπία στο βάθος: η ψυχή του εικοστού αιώνα..

    «Οι φίλοι μου» λέει «οι φίλοι μου..»
    «πως θα ζήσουν;
    Έχουν πολύ αναμάρτητο σαρκίο
    Και θλιβερό…»
    Μουγκές νύχτες

    Μετεωρίζεται πάνω στην μοναξιά
    Ολόβαρος πάνωθε του απείρου· υπάρχει;

    Κι όμως η αίσθηση του ωραίου αρχίζει από την παλιά πυραμίδα
    Και προχωρώντας συνοψίζεται μέσα στην έκπαγλη ανάσα χάρης
    Των πάντα προνοητικών Ελλήνων.. Υπάρχει;

    Ολόβαρος πάνωθε του απείρου..
    Πάνω στην μοναξιά!

    ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ

    ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ – Και που λες, Ευτυχία

    18. Η ΕΥΤΥΧΙΑ

    Εκείνος που αγκαλιάζει μια γυναίκα είν’ ο Αδάμ. Η γυναίκα η Εύα.
    Όλα γίνονται για πρώτη φορά.
    Είδα κάτι λευκό στον ουρανό. Μου ‘παν πως είναι το φεγγάρι, μα τι μπορώ να κάνω εγώ με μια λεξούλα και με μια μυθολογία.
    Τα δέντρα με φοβίζουνε λιγάκι. Με τόση ομορφιά.
    Τα ήρεμα ζώα πλησιάζουν για να τους δώσω τα ονόματά τους.
    Τα βιβλία της βιβλιοθήκης δεν περιέχουν γράμματα. Μόλις τ’ ανοίξω εμφανίζονται.
    Ξεφυλλίζοντας τον άτλαντα σχεδιάζω το σχήμα της Σουμάτρας.
    Όποιος ανάβει ένα σπίρτο στα σκοτεινά, ανακαλύπτει τη φωτιά.
    Στον καθρέφτη είναι ένας άλλος που παραμονεύει.
    Όποιος κοιτάει τη θάλασσα, βλέπει την Αγγλία.
    Όποιος ψιθυρίσει ένα στίχο του Λίλιενκρον, μπήκε κιόλας στη μάχη.
    Ονειρεύτηκα την Καρχηδόνα και τις λεγεώνες που ερήμωσαν την Καρχηδόνα.
    Ονειρεύτηκα το ξίφος και τη ζυγαριά.
    Ευλογημένος ο έρωτας που δεν ξέρει ούτε κτήτορα ούτε κτήμα, αλλά και οι δυο τους δίνονται.
    Ευλογημένος ο εφιάλτης, που μας αποκαλύπτει ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε την κόλαση.
    Όποιος μπαίνει σ’ ένα ποτάμι, μπαίνει στον Γάγγη.
    Όποιος κοιτάει μια κλεψύδρα, βλέπει την κατάλυση μιας αυτοκρατορίας.
    Όποιος παίζει μ’ ένα στιλέτο, προοιωνίζεται το θάνατο του Καίσαρα.
    Όποιος κοιμάται, είναι ολόκληρος ο κόσμος.
    Στην έρημο είδα τη Σφίγγα, νέα-μόλις είχαν αρχίσει να τη χτίζουν.
    Ουδέν καινόν υπό τον ήλιον.
    Όλα για πρώτη φορά γίνονται, μα μ’ έναν αιώνιο τρόπο.

    Χόρχε Λουίς Μπόρχες

    19. ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ

    Δυστυχία δεν υπάρχει εκεί που τα χέρια ενώνονται
    κι αίσθηση ζεστασιάς αποπνέει τ’ άγγιγμά τους,
    δυστυχία δεν υπάρχει εκεί που οι καρδιές ανταμώνονται
    δίχως στάλα να νοιάζονται ποιο χρώμα έχουν, ποιο κράτος,
    εκεί που παιδιά τιτιβίζουν αμέριμνα, σαν πουλιά
    που ο καιρός δεν τα σκιάζει,
    εκεί που το φως της αγάπης απλώνεται
    και ολάκερη πλάση αγκαλιάζει.
    Δυστυχία δεν υπάρχει εκεί που τα όπλα,
    κλεισμένα στο ερμάρι της λήθης, εσιώπησαν,
    εκεί που το αίμα προδίδει σημάδι ζωής
    και με τίποτα θάνατο πια δε θυμίζει,
    εκεί που οι ανάσες αβίαστες σα μύρα ευωδιάζουν
    και οι ήχοι συνθέτουν μελωδία ειρήνης,
    δυστυχία, εκεί, δεν υπάρχει.

    Δαρδούμπα Ντίνα [2ο Βραβείο στον 4ο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Ποίησης (Απρίλης 2013)]

    Μανώλης Μητσιάς – Της ευτυχίας το νερό

    20. Σήμερα ήταν η χειρότερη μέρα
    Και μην προσπαθήσεις να με πείσεις ότι
    Υπάρχει κάτι καλό σε κάθε ημέρα
    Γιατί, αν κοιτάξεις καλύτερα
    Αυτός ο κόσμος είναι ένα διαβολικό μέρος
    Ακόμα και αν
    Κάπου κάπου παρουσιάζεται λίγη καλοσύνη
    Η ευτυχία και η ικανοποίηση δεν έχουν διάρκεια
    Και δεν είναι αλήθεια ότι
    Όλα είναι στο μυαλό και την καρδιά
    Γιατί
    Η αληθινή ευτυχία μπορεί να βρεθεί
    Μόνο όταν το περιβάλλον είναι καλό
    Δεν είναι αλήθεια ότι το καλό υπάρχει
    Είμαι σίγουρη πως θα συμφωνήσεις ότι
    Η πραγματικότητα
    Επηρεάζει
    Τη συμπεριφορά μου
    Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου
    Και δεν θα με ακούσεις ποτέ να λέω ότι
    Σήμερα ήταν μια καλή ημέρα

    ΥΓ1. Τώρα διαβάστε το από το τέλος προς την αρχή!
    Στη μετάφραση στα ελληνικά, η ανάποδη ανάγνωση έχει κάποια προβλήματα ωστόσο η κεντρική ιδέα είναι εμφανής. Το ποίημα από απαισιόδοξο γίνεται αισιόδοξο!

    ΥΓ2. Ανήκει σε 17χρονη μαθήτρια.
    Βρέθηκε στην ιστοσελίδα poetrynation.com. με τον τίτλο «Worst Day Ever?» και συγγραφέας του φέρεται να είναι μια 17χρονη μαθήτρια γυμνασίου από τη Νέα Υόρκη.
    «Η Chanie Gorkin πηγαίνει σχολείο στο Μπρούκλιν στη Νέα Υόρκη» γράφει το προφίλ της στο poetrynation.com. «Της αρέσει να γράφει και να ακούει μουσική».

  2. Ciao Aggeliki!!!… Ευπρόσδεκτη ποιητική «καταιγίδα» ευτυχίας και δυστυχίας! Bravissima!!!

    -“Και χρωστάμε στη διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας”, (Ο. Ελύτης)!

    -O Victor Hugo είπε: «Η υπέρτατη ευτυχία στη ζωή είναι η βεβαιότητα πως αγαπιέσαι γι αυτό που είσαι ή, πιο σωστά, πως αγαπιέσαι παρ’ όλο που είσαι αυτό που είσαι.»

    -«Η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις – έφυγε η ζωή.
    οι φίλοι είχαν χαθεί
    κι οι εχθροί ήταν μικρόψυχοι για να μπορείς να τρέφεσαι απ’ το μίσος σου…»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -Πωλ Βερλαίν, «Ἠρθα τὸ δύστυχο ὀρφανὸ».

    Ἦρθα τὸ δύστυχο ὀρφανὸ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους,
    Τὰ μάτια μου τὰ ἥμερα μόνο εἶχα πλοῦτο ἐγὼ,
    Πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἦρθα στοὺς μεγάλους τόπους.
    Οἱ ἄνθρωποι δὲν μὲ ηὗραν πονηρὸ.

    Μὲς στὰ εἴκοσί μου χρόνια μιὰ λαχτάρα νέα,
    Τὄνομά της εἴτανε ἀγάπη, ὀϊμὲ!
    Κάθε γυναίκα μ’ ἔκανε νὰ τήνε βρίσκω ὡραία,
    Κανμιὰ γυναίκα δὲ μὲ βρῆκεν ὄμορφον ἐμὲ!

    Χωρὶς πατρίδα, χωρὶς νἄχω βασιλιὰ,
    Κι’ ἀκόμα δίχως νὰ εἶμαι παλληκάρι,
    Πῆγα στὸν πόλεμο γιὰ νὰ πεθάνω· ἀλλὰ
    Κι’ ὁ θάνατος δὲ μοὔκανε τὴ χάρη.

    Ἀργὰ πολὺ γεννήθηκα ἤ πολὺ νωρὶς;
    Τὶ θέλω ἐδῶ ποὺ μένω;
    Ἄχ! ἐσεῖς ὅλοι, ὁ πόνος μου βαθὺς.
    Παρακαλέστε τὸ Θεὸ γιὰ τὸ δυστυχισμένο.
    (Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

    -Μίλτος Σαχτούρης, «Η σκηνή»
    Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
    ένα κεφάλι από πηλό
    τους τοίχους τους είχαν στολίσει
    με λουλούδια
    απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
    δυο σώματα ερωτικά
    στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
    και πεταλούδες
    ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε
    στη γωνιά
    Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ’ όλες
    τις πλευρές
    δε θά ‘ταν φρόνιμο κανείς
    να τους τραβήξει
    ένας από τους σπόγγους έσπρωχνε τα σώματα
    στον έρωτα
    Η δυστυχία απ’ έξω
    έγδερνε τις πόρτες»
    (Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

    -Χρίστος Λάσκαρης, [Ευτυχισμένο ποίημα]

    «Εκείνο που θα μ’ ευχαριστούσε σήμερα είναι να άκουγα
    ένα ευτυχισμένο ποίημα:
    δυο λόγια για το Μαστραβίνη που εμέθαγε,
    το Νώντα Ντάναση.
    Βαρέθηκα να λένε όλο για την καταπίεση,
    για οργισμένους νέους
    και την εποχή μας.
    Πεθύμησε η ψυχή μου λίγο Τραπαλόγιαννη,
    το Ντούλο το μουγγό
    να δέρνει μες στη νύχτα τη γυναίκα του,
    και το Γκλανγκλάν τον ψειριασμένο.»

  3. 1. Ουρανός και άστρα ( 1831 )

    Καθαρός βραδινός ουρανός,
    διαυγή μακρινά αστέρια,
    καθαρά όπως η ευτυχία του παιδιού.
    Ω ! γιατί πρέπει να σκέφτομαι για σας;
    Αστέρια, είστε διάφανα όπως η ευτυχία μου!

    Γιατί είσαι δυστυχισμένος; –
    μου λένε οι άνθρωποι.
    Τόσο είμαι δυστυχισμένος,
    καλοί άνθρωποι , όσο τ ‘ αστέρια κι ο ουρανός –
    τ’ αστέρια κι ο ουρανός – μα εγώ είμαι άνθρωπος !

    Οι άνθρωποι, ο ένας με τον άλλο,
    φθονούν, τρέφονται.
    Εγώ ήδη είμαι ενάντια,
    μόνο ζηλεύω τα όμορφα αστέρια,
    μόνο τη θέση τους θα ‘θελα να πάρω.

    Μιχαήλ Γιούρεβιτς Λέρμοντοβ -Απόδοση από τα ρωσικά : Θώδης Ν. Κωνσταντίνος

    The turtles- So happy together

    2. Δυστυχία κι ευτυχία

    Ν’ αποζητείς μια θέση εργασίας, κι όμως να μένεις άνεργος,
    ν’ ανοίγεις μαγαζί, κι άδικα να προσμένεις πελατεία,
    από αρρώστια χτυπημένο το παιδί σου να κοιτάζεις άπραγος,
    όλα αυτά είναι τω όντι δυστυχία.

    Γεύομ’ ηδονικά το θρίαμβο μέσα στην ένταση της περιπέτειας.
    Δίχως διακινδύνευση, πλούτος και δόξα προκαλούν ανία.
    Αυτή η οίηση, αλλόγιστη επίδειξη προκλητικής προπέτειας,
    είναι για τους θεούς, τους μοχθηρούς, μεγάλη βλασφημία.

    Μ’ αυτές τις σκέψεις, τη ρουτίν’ αναλογίζομαι.
    Τί σιγουριά, τί θαλπωρή, τί οικειότητα δεσπόζει στην ακινησία.
    Μ’ ηδονική χαλάρωση στη νάρκη της βυθίζομαι.
    Αχόρταγε κι αστόχαστε μου άνθρωπε, αυτό ‘ναι ευτυχία!
    ΚΩΣΤΑΣ Ε. ΜΠΕΗΣ

    Don’t Worry, Be Happy

    3. «Ο κυβερνήτης»

    «Όταν ο κυβερνήτης είναι δίκαιος ανεκτικός
    γίνεται ο λαός άδολος έντιμος αγνός
    Όταν ο κυβερνήτης είναι άκαμπτος σκληρός
    έλλειψη ελευθερίας νοιώθει ο λαός.
    Η δυστυχία ενυπάρχει στην ευτυχία
    στην ευτυχία κρύβεται η δυστυχία.
    Ποιος στην εντέλεια τη Νομοθεσία γνωρίζει;
    Δεν είναι αυτό ο κανόνας την ζωή που καθορίζει;»

    Λάο Τζι, 571 π.Χ

    4. Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο

    Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους
    Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε
    Η ευτυχία μου σκέφτομαι
    Θα ‘ναι ζήτημα ύψους

    Σύμβολα ζωής υπερτέρας
    Ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα
    Λευκές άκανθες ολόγυρα
    σ’ ένα αμάλθειο κέρας

    (Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος
    πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου
    όνειρο ανάγλυφο, θα ‘ρθω κοντά σου
    κατακορύφως)

    Οι ορίζοντες θα μ’ έχουν πνίξει
    Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη
    Αγώνες για το ψωμί και το αλάτι
    Έρωτες, πλήξη

    Α! πρέπει τώρα να φορέσω
    Το ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι
    Έτσι με πλαίσιο γύρω το ταβάνι
    Πολύ θ’ αρέσω

    Κ.Γ.Καρυωτάκης

    5. Εὐλογία

    Μακάριοι ὅσοι μονάχα κλαῖν μονάχοι
    ὅσοι μιλοῦν γλῶσσες νεκρὲς
    ὅσοι πιστεύουν σὲ θεοὺς ποὺ ἀκόμη δὲν φάνηκαν
    καὶ ἀποκοιμιοῦνται πάνω στὸν ἄτλαντα
    (τὰ χείλη στὴν Κεϋλάνη· ἡ μύτη στὴν Ἀγκόλα·)

    μακάριοι ὅσοι τρέπονται σὲ φυγὴ
    ὅσοι λὲν ὄχι καὶ φεύγουν σφυρίζοντας
    οἱ χαζοί· οἱ ἄχρηστοι· οἱ ἄλλοι·
    ὅσοι δὲν λὲν τὴ γνώμη τους γιὰ τίποτε
    ὅσοι πονοῦν ποὺ δὲν ξέρουν νὰ ψεύδονται

    μακάριοι ὅσοι ἀγαποῦν καὶ μένουν μόνοι
    ὅσοι δὲν ἔχουν βιασύνη οὔτε τόπο
    ὅσοι δὲν λένε τίποτα
    ὅσοι φεύγουν χωρὶς περαιτέρω ἐξηγήσεις

    Juan Vicente Piqueras – «Ἱστορία τῆς δίψας»,
    μτφρ.: Κώστας Βραχνὸς & Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, 2008

    6. Μακάριοι όσοι πεινάσανε, διψάσανε και κλάψανε, μακάριοι όσοι απαρνήθηκαν τα ωφέλιμα,
    μακάριοι όσοι από άνθρωποι γυρίσανε σε ζώα
    και τρισμακάριστοι όσοι κατάντησαν χόρτα!
    Μακάριοι οι απαθείς,
    γιατί μόνον αυτοί θα ευλογηθούν
    να δουν (μόνο να δούνε)
    του παράδεισου την πόρτα…

    [Ηλίας Λάγιος, Κατά Ματθαίον Ε –Ζ]

    OH HOW HAPPY- SHADES OF BLUE

    7. «Γαλήνη μετά την καταιγίδα»

    «Ανθρώπινη γενιά
    Αγαπημένη των θεών! Ευτυχισμένη
    Αν ανασάνεις λίγο μες στους πόνους, και μακάρια
    Ο θάνατος αν σε γιατρέψει απ’ τα δεινά».

    Τζιάκομο Λεοπάρντι

    8. «Σελήνη»

    «Μ’ ευχαριστεί ν’ αναπολώ
    Την εποχή της δυστυχίας μου. Πόσο γλυκό,
    Όταν είσαι νέος, κι η ελπίδα έχει μεγάλο δρόμο
    Ενώ η μνήμη σύντομη πορεία,
    Να θυμάσαι τα περασμένα
    Κι ας ήταν λύπες, κι ας κρατάει ο πόνος».

    Τζιάκομο Λεοπάρντι

  4. Καλημέρα, Αγγελική, καλή εβδομάδα!!!

    -«…Ἂς εἶναι κι ὁ Βλαντιμὶρ ἕνα σύμβολο
    ἀνοιχτὸ στὴν εὐτυχία.
    Δὲν ξέρω, βέβαια, τί εἶναι εὐτυχία.
    Γνωρίζω ὅμως τὸν ἀγώνα γιὰ δαύτη…»
    (Ν. Καρούζος, από το ποίημα «Μαγιακόφσκι»)

    -Dario Jaramillo Ajudelo, «ΜΙΑ ΜΕΡΑ»

    Μια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα που θα μιλάει μόνο για το χάδι στο δέρμα σου
    και θα μεταφράσει τη ματιά σου σε λέξεις.
    Χωρίς συγκρίσεις, χωρίς μεταφορές, μια μέρα θα γράψω ένα ποίημα που θα έχει το άρωμά σου,
    ένα ποίημα με τους παλμούς της καρδιάς σου, με τη συνθλιπτική περίπτυξη των χεριών σου.
    Μια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα, το τραγούδι της ευτυχίας μου.
    (Dario Jaramillo Ajudelo, *μτφ: Ρήγας Καππάτος)

    -Κ. Π. Καβάφης, Το Πρώτο Σκαλί

    Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
    μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
    «Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
    κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
    Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
    Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
    πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
    κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
    ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»
    Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια
    ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
    Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
    νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
    Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
    τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
    Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
    πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
    Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
    πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
    πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
    Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
    και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
    Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
    που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
    Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
    τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.»
    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    -Ανέκδοτο ποίημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου

    «Ξεχάστε με στη θάλασσα»

    «Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας

    Είμαι επισκέπτης

    Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά

    κι έπειτα δεν μου ανήκει

    Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει «δικό μου είναι»

    Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία

    Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε

    Ότι δεν έχω καν όνομα

    Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο

    Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω

    Ξεχάστε με στη θάλασσα

    Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.»

    -Πάρης Παπανικολάου, “Λουλουδάτη ευτυχία”

    Λαμπερόχρωμη ηλιαχτίδα
    στα ματάκια σου ατενίζω
    για εσένα στη καρδιά μου
    από πόθο πλημμυρίζω,

    κεραυνοβόλος είναι έρως
    για το σμιλένιο σου κορμί
    ήταν μοιραίο να ‘ρθουν πάλι
    οι γλυκοί οι πειρασμοί.

    Θεά μου σ’ αγαπώ…
    και με πάθος σε λατρεύω
    ένα δείλι λαμπερό…
    μαζί σου θέλω να χορεύω,

    στ’ ανοιξιάτικο λιβάδι…
    δίχως έγνοια και καημό
    το χαμόγελο θα λάμπει
    απ’ τα χείλη σου τα δυο,

    θα τραγουδούνε τ’ αηδόνια
    ύμνους για μας ερωτικούς…
    καμαρώνοντας τ’ αστέρια
    ‘κει ψηλά στους ουρανούς.

    Αγάπη μου, για πάντα εσύ…
    θα βασιλεύεις στη καρδιά μου,
    με λουλουδάτη ευτυχία, τρυφερή…
    καλώς όρισες κοντά μου !

    (http://parispapanikolaou.blogspot.gr/2015/05/blog-post_9.html)

    -Κώστας Τσερπές, «Γύψος»

    «Ανίκητος εχθρός ο εαυτός
    δηλητήριο η καθημερινότητα
    Ευτυχία και δυστυχία στέκουν αόρατες, σιαμαίες
    εναλλάσσονται μ’ ένα στραβοπάτημα του μυαλού
    Γλυκιά δυστυχία η περαστική, πικρή η ανίατη,
    κατάρα αυτή που ‘χει για φάρμακο το γύρισμα του χρόνου
    Ο χρόνος το καλύτερο φάρμακο: χορηγείται βιαίως
    ανάθεμα σ’ αυτόν που λυτρώνεται μόνον απ’ το γύρισμα του χρόνου»
    (http://www.poiein.gr/archives/15579/index.html)

  5. Επειδή αγάπησα πολύ τον Βέγγο ως ηθοποιό και ως άνθρωπο, στέκομαι με απέραντο σεβασμό μπροστά στην φιλοσοφία του. Παράλληλα όμως σήμερα συνειδητοποίησα κι αυτό που λέει η Κική Δημουλά: ««Ουδείς ευτυχής έχει διακόψει ευτυχία για να γράφει ποιήματα»..εντάξει, είναι υπέροχο.. Καλημέρα παιδιά και καλή μας εβδομάδα αμήν! 🙂

    • Eyxaristoyme poly, Petra!…Kalh evdomada!!!
      «Η ευτυχία είναι αυτό που περιμένουμε να ‘ρθει»… Συνεχώς το περιμένουμε και ποτέ δεν έρχεται!

  6. 1. ΠΝΕΥΜΑ ΟΛΒΙΟ ΚΑΙ ΤΡΙΣΟΛΒΙΟ…

    Πνεύμα όλβιο και τρισόλβιο, που με ζήλο ζέοντα πιάνεις
    και στη ζωή κρατάς την κοντοήμερή μου την καρδιά
    και μες στα χίλια τόσα τ’ άλλα τα καλά σου κι εκλεκτά
    εμένα, και όχι αρχόντους, χαιρετάς και καλοπιάνεις,

    στα μάτια πρώτα αν τό ’κανες, στον νου μου πια το κάνεις:
    με κάποιου άλλου τη φωνή μού πρόσφερες παρηγοριά,
    κι η ελπίδα φαίνεται έτσι νά ’ναι για τον πόνο μου η γιατρειά,
    και αγάλλεται η ψυχή μου με τον πόθο που της βάνεις.

    Σ’ εσένα θά ’βρει αυτός που θα μιλάει εν ονόματί μου
    το δώρο που (κι αν σφίγγουν μέριμνες) θα σου δωρίσω –
    και αυτός που γράφει εδώ σ’ ευχαριστεί και τό ’χει υπόψη.

    Μεγάλη καύχηση, τοκογλυφία εγκληματική μου
    θε νά ’ταν, ζωγραφίες άθλιες να σου χαρίσω
    για την ωραία, για την τόσο δροσερή σου όψη.

    MICHELANGELO BUONARROTI -Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    2. Τα πούπουλα της ευδαιμονίας

    Η πολίχνη της ρουμανικής πεδιάδος θα ακμάσει.
    Μια μέρα θα φυτρώσουν στα μέγαρά της
    πλατανοφόρα δέντρα
    που θα κρατούν στα χέρια τους ρομφαίες
    ή λόγχες πεπυρακτωμένες.
    Το άρρωστο κριάρι που στεγάζεται σήμερα στο μητροπολιτικό ναό της
    θα αντικατασταθεί με μια γυναίκα διαρκώς συνουσιαζόμενη
    και γύρω από την κεντρική οδό
    θα παίζουν οι πολιτικοί κατάδικοι
    το θείον δράμα της αναστάσεως ενός κομμένου κεφαλιού
    με μουσικήν υπόκρουση σελέστας.

    Από τη συλλογή Υψικάμινος (1935) του Ανδρέα Εμπειρίκου

    3. Μια υπόθεση ευδαιμονίας
    (Σονέτο 21 από την ενότητα «Μέσα κι έξω»)

    Τώρα εδώ, στης τύχης τα γραμμένα,
    ποιος θα μας πει τι ήταν όλο αυτό·
    δεν έχει δρόμους για να ονειρευτώ,
    κατώφλι να κρυφτώ λίγο από μένα.

    Τώρα που μοιάζουν όλα τελειωμένα,
    send me blue valentines, να σε θυμάμαι,
    τη νύχτα που ξυπνώ κι όταν κοιμάμαι,
    κάτι που να θυμίζει μόνο εσένα –

    μην μπω σε λεπτομέρειες, περιττεύει,
    κάτι από κόσμο κι όνειρο, βαθύ·
    τα υπόλοιπα κανείς δεν τα πιστεύει:

    δυο χάδια, πες, που γίναν με το χρόνο
    μια υπόθεση ευδαιμονίας μόνο,
    που καθώς φαίνεται δεν ευσταθεί.

    Διονύσης Καψάλης

  7. ….Ωραιότατα!!!!…

    -«Δυστυχώς και η γη με δικά μας έξοδα γυρίζει» (Ο. Ελύτης)

    -Αργύρης Χιόνης, [Ο ακοντιστής]

    «Ο ακοντιστής σημαδεύει την καρδιά της απεραντοσύνης, το κέντρο, δηλαδή, του μηδενός. Είναι ευνόητο, λοιπόν, να δυστυχεί κάθε που βλέπει να καρφώνεται το δόρυ του πάνω στη γη, λίγο πιο πέρα, κάποια μέτρα, από ‘κει που το εξακόντισε. Βέβαια, συνεχίζει να στοχεύει το υπερπέραν, έστω χωρίς ελπίδα, χωρίς πιθανότητα καμιά να χάσει εκεί πέρα το ακόντιό του, να σπάσει όλα τα ρεκόρ, να καταργήσει, εν κατακλείδι, το άθλημα. Είναι δυστυχής, λοιπόν, ο ακοντιστής, αλλά, ενδομύχως, και ευτυχής, καθότι ο μόνος τρόπος για να παραμείνει ακοντιστής είναι να του διαφεύγει, αενάως, το άπειρο.»
    (Αργύρης Χιόνης, «Ο ακίνητος δρομέας», εκδ. Νεφέλη, 1996)

    -Κωστής Παλαμάς, «Μιὰ πίκρα»

    Τὰ πρῶτα μου χρόνια τ᾿ ἀξέχαστα τἄζησα
    κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι,
    στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
    στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.
    Καὶ κάθε φορὰ ποὺ μπροστά μου ἡ πρωτάνθιστη
    ζωούλα προβάλλει,
    καὶ βλέπω τὰ ὀνείρατα κι ἀκούω τὰ μιλήματα
    τῶν πρώτων μου χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι,
    στενάζεις καρδιά μου τὸ ἴδιο ἀναστέναγμα:
    Νὰ ζοῦσα καὶ πάλι
    στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
    στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.
    Μιὰ μένα εἶναι ἡ μοίρα μου, μιὰ μένα εἶν᾿ ἡ χάρη μου,
    δὲν γνώρισα κι ἄλλη:
    Μιὰ θάλασσα μέσα μου σὰ λίμνη γλυκόστρωτη
    καὶ σὰν ὠκιανός ἀνοιχτὴ καὶ μεγάλη.
    Καὶ νά! μέσ᾿ στὸν ὕπνο μου τὴν ἔφερε τ᾿ ὄνειρο
    κοντά μου καὶ πάλι
    τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
    τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.
    Κι ἐμέ, τρισαλίμονο! μιὰ πίκρα μὲ πίκραινε,
    μιὰ πίκρα μεγάλη,
    καὶ δὲ μοῦ τὴ γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
    τῆς πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ἀκρογιάλι!
    Ποιὰ τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
    καὶ ποιὰ ἀνεμοζάλη,
    ποὺ δὲ μοῦ τὴν κοίμιζες καὶ δὲν τὴν ἀνάπαυες,
    πανώριο ξαγνάντεμα κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι;
    Μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀμίλητη, μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀξήγητη,
    μιὰ πίκρα μεγάλη,
    ἡ πίκρα ποὺ εἶν᾿ ἄσβηστη καὶ μέσ᾿ τὸν παράδεισο
    τῶν πρώτων μας χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι.

    (Καημοὶ τῆς Λιμνοθάλασσας, 1912)

    -Κ. Π. Καβάφης, «Όταν ο Φύλαξ Eίδε το Φως»

    Χειμώνα, καλοκαίρι κάθονταν στην στέγη
    των Aτρειδών κ’ έβλεπ’ ο Φύλαξ. Τώρα λέγει
    ευχάριστα. Μακριά είδε φωτιά ν’ ανάβει.
    Και χαίρεται· κι ο κόπος του επίσης παύει.
    Είναι επίπονον και νύκτα και ημέρα,
    στην ζέστη και στο κρύο να κοιτάζεις πέρα
    το Aραχναίον για φωτιά. Τώρα εφάνη
    το επιθυμητόν σημείον. Όταν φθάνει
    η ευτυχία δίδει πιο μικρή χαρά
    απ’ ό,τι προσδοκά κανείς. Πλην καθαρά
    τούτο κερδήθηκε: γλιτώσαμ’ απ’ ελπίδας
    και προσδοκίας. Πράγματα εις τους Aτρείδας
    πολλά θα γίνουνε. Χωρίς να ’ναι σοφός
    κανείς εικάζει τούτο τώρα που το φως
    είδεν ο φύλαξ. Όθεν μη υπερβολή.
    Καλό το φως· κι αυτοί που έρχονται καλοί·
    τα λόγια και τα έργα των κι αυτά καλά.
    Και όλα ίσια να ευχόμεθα. Aλλά
    το Άργος ημπορεί χωρίς Aτρείδας να
    κάμει. Τα σπίτια δεν είναι παντοτινά.
    Πολλοί βεβαίως θα μιλήσουνε πολλά.
    Ημείς ν’ ακούμε. Όμως δεν θα μας γελά
    το Aπαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος.
    Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος
    αμέσως πάντα βρίσκεται κανένας άλλος.
    (Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

  8. …Είναι δυστυχής, λοιπόν, ο ακοντιστής, αλλά, ενδομύχως, και ευτυχής, καθότι ο μόνος τρόπος για να παραμείνει ακοντιστής είναι να του διαφεύγει, αενάως, το άπειρο…

    Aγαπημένος Αργύρης Χιόνης. (Αδυναμίες είναι αυτές.)

    Άφησα για το τέλος τον OSHO. Λέει ενδιαφέροντα πράγματα, ανάμεσα στα οποία και πολύ μεγάλες αλήθειες για την ευτυχία και τη δυστυχία. Η ευτυχία, όπως και το γέλιο στο Μεσαίωνα, με κάποιον τρόπο, θεωρείται δεισιδαιμονία ή ακόμα και αμαρτία για ορισμένους, αφού νομίζουν ότι με το να είναι ευτυχισμένος κανείς, προκαλεί το Αόρατο.

    [Όποτε βλέπεις έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, σεβάσου τον — είναι άγιος…]

    Η δυστυχία έχει πολλά πράγματα να σου δώσει, που δεν μπορεί να σου τα δώσει η ευτυχία. Η ευτυχία σου παίρνει πολλά πράγματα. Η ευτυχία παίρνει όλα όσα είχες ποτέ, όλα όσα ήσουν ποτέ. Η ευτυχία σε καταστρέφει! Η δυστυχία θρέφει το εγώ σου και η ευτυχία είναι βασικά μια κατάσταση χωρίς εγώ.

    Αυτό είναι το πρόβλημα, το επίκεντρο του προβλήματος. Γι’ αυτό οι άνθρωποι το βρίσκουν δύσκολο να είναι ευτυχισμένοι. Γι’ αυτό, εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο έχουν αποφασίσει να ζουν μίζερα και δυστυχισμένα. Αυτό σου δίνει ένα πάρα πολύ αποκρυσταλλωμένο εγώ. Όταν είσαι δυστυχισμένος, υπάρχεις. Όταν είσαι ευτυχισμένος, δεν υπάρχεις. Μέσα στη δυστυχία αποκρυσταλλώνεσαι, μέσα στην ευτυχία σκορπίζεσαι.

    Αν αυτό γίνει κατανοητό, τότε τα πράγματα γίνονται ξεκάθαρα.
    Η δυστυχία σε κάνει ιδιαίτερο. Η ευτυχία είναι ένα συμπαντικό φαινόμενο. Δεν υπάρχει τίποτα το ιδιαίτερο σ’ αυτήν.
    Τα δέντρα είναι ευτυχισμένα και τα ζώα είναι ευτυχισμένα και τα πουλιά είναι ευτυχισμένα. Ολόκληρη η ύπαρξη είναι ευτυχισμένη, εκτός από τον άνθρωπο. Με το να είναι δυστυχισμένος, ο άνθρωπος γίνεται πολύ ιδιαίτερος, ξεχωριστός.

    Η δυστυχία σου δίνει την ικανότητα να προσελκύεις την προσοχή των ανθρώπων. Όποτε είσαι δυστυχισμένος, σε προσέχουν, σε συμπαθούν, σ’ αγαπούν. Οι πάντες αρχίζουν να σε φροντίζουν. Ποιος θέλει να πληγώσει έναν άνθρωπο δυστυχισμένο;

    Αν η σύζυγος δεν είναι δυστυχισμένη, ο σύζυγος έχει απλώς την τάση να την ξεχνάει. Αν είναι δυστυχισμένη, ο σύζυγος δεν μπορεί να την αγνοήσει. Αν ο σύζυγος είναι δυστυχισμένος, ολόκληρη η οικογένεια –η σύζυγος, τα παιδιά– βρίσκονται γύρω του και τον νοιάζονται. Αυτό του δίνει μεγάλη παρηγοριά. Νιώθει κανείς ότι δεν είναι μόνος, ότι έχει οικογένεια, φίλους.

    Όταν είσαι άρρωστος, όταν νιώθεις κατάθλιψη, οι φίλοι έρχονται να σε επισκεφθούν για να σε παρηγορήσουν. Όταν είσαι ευτυχισμένος, οι ίδιοι φίλοι σε ζηλεύουν. Όταν είσαι πραγματικά ευτυχισμένος, θα βρεις ολόκληρο τον κόσμο να έχει στραφεί εναντίον σου.

    Σε κανέναν δεν αρέσει ο ευτυχισμένος άνθρωπος, επειδή ο ευτυχισμένος άνθρωπος πληγώνει το εγώ των άλλων. Οι άλλοι αρχίζουν να νιώθουν: «Ώστε εσύ είσαι ευτυχισμένος κι εμείς εξακολουθούμε να σερνόμαστε μέσα στο σκοτάδι, τη μιζέρια και την κόλαση. Πώς τολμάς εσύ να είσαι ευτυχισμένος, όταν όλοι εμείς βρισκόμαστε μέσα σε τόση δυστυχία;»

    Και ασφαλώς ο κόσμος αποτελείται από δυστυχισμένους και μίζερους ανθρώπους και κανένας δεν έχει αρκετό θάρρος, για να αφήσει ολόκληρο τον κόσμο να στραφεί εναντίον του. Αυτό είναι υπερβολικά επικίνδυνο. Το ρίσκο είναι πολύ μεγάλο. Είναι προτιμότερο να είσαι προσκολλημένος στη δυστυχία. Αυτό σε κάνει μέρος του πλήθους —του ινδουϊστικού, του μουσουλμανικού, του ινδικού, του αραβικού, του ιαπωνικού.

    Ευτυχία; Ξέρεις τί είναι η ευτυχία; Είναι ινδουϊστική, είναι χριστιανική, είναι μουσουλμανική; Η ευτυχία είναι απλώς ευτυχία. Μεταφέρεται κανείς σε έναν άλλο κόσμο. Δεν είναι πια μέρος του κόσμου που έχει δημιουργήσει ο νους του ανθρώπου. Δεν είναι πια μέρος του παρελθόντος, της άσχημης ιστορίας. Δεν είναι πια μέρος του χρόνου.
    Όταν είσαι πραγματικά ευτυχισμένος, ευδαιμονικός, ο χρόνος εξαφανίζεται, ο χώρος εξαφανίζεται…

    …Όταν είσαι δυστυχισμένος, η κοινωνία σ’ αγαπάει, οι άνθρωποι σε σέβονται τόσο, που μπορείς να γίνεις ακόμη και άγιος. Γι’ αυτό και οι άγιοί σου είναι όλοι δυστυχισμένοι. Η δυστυχία είναι γραμμένη φαρδιά-πλατιά πάνω στο πρόσωπο και τα μάτια τους. Επειδή είναι δυστυχισμένοι, εναντιώνονται σε κάθε είδους χαρά. Επικρίνουν κάθε είδους χαρά ως ηδονισμό. Είναι δυστυχισμένοι και ήθελαν να δουν ολόκληρο τον κόσμο δυστυχισμένο. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να θεωρηθούν άγιοι. Σε έναν ευτυχισμένο κόσμο, θα τους νοσήλευαν, θα τους έκαναν θεραπεία. Αυτοί είναι παθολογικοί άνθρωποι.
    Έχω δει πολλούς αγίους κι έχω κοιτάξει και τις ζωές των αγίων σου. Οι ενενήντα εννέα στους εκατό είναι απλώς ανώμαλοι —νευρωτικοί ή ακόμα και ψυχωτικοί. Οι άνθρωποι όμως τους σέβονται. Και να θυμάσαι, τους σέβονται εξαιτίας της δυστυχίας τους.

    Σπουδαίοι άγιοι, που έκαναν μεγάλες νηστείες, απλώς βασάνιζαν τον εαυτό τους. Αυτό δεν χρειάζεται και πολλή ευφυΐα. Τις πρώτες μέρες είναι δύσκολο —την πρώτη εβδομάδα. Η δεύτερη βδομάδα είναι εύκολη. Την τρίτη εβδομάδα, δεν μπορείς να φας. Την τέταρτη βδομάδα το έχεις ξεχάσει τελείως. Το σώμα απολαμβάνει να τρώει τον εαυτό του, αισθάνεται λιγότερο βαρύ και προφανώς δεν έχει προβλήματα με τη χώνεψη. Και όλη η ενέργεια που προηγουμένως πήγαινε στη χώνεψη, τώρα πηγαίνει στο κεφάλι. Μπορείς να σκέφτεσαι περισσότερο, μπορείς να είσαι περισσότερο συγκεντρωμένος, μπορείς να ξεχάσεις το σώμα και τις ανάγκες του.
    Αυτά τα πράγματα όμως δημιουργούν δυστυχισμένους ανθρώπους και δυστυχισμένη κοινωνία. Κοίταξε τη δυστυχία σου και θα βρεις ότι σου δίνει πολλά πράγματα: Οι άνθρωποι σε σέβονται. Οι άνθρωποι νιώθουν πιο φιλικά απέναντί σου. Θα έχεις περισσότερους φίλους αν είσαι δυστυχισμένος. Αυτός είναι ένας πολύ παράξενος κόσμος. Κάτι σ’ αυτόν είναι θεμελιωδώς λανθασμένο. Δεν θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό.

    Ο ευτυχισμένος άνθρωπος θα έπρεπε να έχει περισσότερους φίλους. Γίνε όμως ευτυχισμένος και οι άνθρωποι θα σε ζηλεύουν. Δεν θα είναι πια φιλικοί μαζί σου. Νιώθουν ότι τους κοροϊδεύεις. Έχεις κάτι που δεν είναι διαθέσιμο σ’ εκείνους. «Εσύ γιατί είσαι ευτυχισμένος;» Έτσι, εδώ και αιώνες, έχουμε μάθει το μηχανισμό: Καταπιέζουμε την ευτυχία και εκφράζουμε τη δυστυχία. Αυτό έχει γίνει δεύτερη φύση μας.

    Πρέπει να εγκαταλείψεις όλον αυτό τον μηχανισμό. Πρέπει να μάθεις να είσαι ευτυχισμένος και πρέπει να μάθεις να σέβεσαι τους ευτυχισμένους ανθρώπους και πρέπει να μάθεις να δίνεις περισσότερη προσοχή στους ευτυχισμένους ανθρώπους.
    Να το θυμάσαι αυτό. Αυτή είναι μια μεγάλη προσφορά στην ανθρωπότητα. Μη δείχνεις οίκτο στους δυστυχισμένους ανθρώπους. Αν κάποιος είναι δυστυχισμένος, βοήθησέ τον, αλλά μην του δείχνεις οίκτο. Μην του δίνεις την ιδέα ότι η δυστυχία είναι κάτι που αξίζει να την κουβαλάει. Άφησέ τον να μάθει ότι τον βοηθάς, αλλά «αυτό δεν είναι από σεβασμό, είναι απλώς επειδή το έχεις ανάγκη.» Και δεν κάνεις τίποτα με το να προσπαθήσεις να μπεις μέσα στη δυστυχία του άλλου ανθρώπου για να τον βγάλεις από εκεί, επειδή η δυστυχία είναι άσχημη. Άφησε τον άνθρωπο να νιώσει ότι η δυστυχία είναι άσχημη, ότι το να είναι δυστυχισμένος δεν είναι προσφορά στην ανθρωπότητα.
    Να είσαι ευτυχισμένος, να σέβεσαι την ευτυχία και βοήθα τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι η ευτυχία είναι ο σκοπός της ζωής —σαττσινανάντ. Οι μύστες της Ανατολής έχουν πει ότι ο Θεός έχει τρεις ποιότητες. Είναι σατ –αλήθεια–, τσιτ –συνειδητότητα– και άναντ —ευδαιμονία.
    Όπου υπάρχει ευδαιμονία, εκεί βρίσκεται και ο Θεός. Όποτε βλέπεις έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, σεβάσου τον —είναι άγιος. Κι όποτε αισθάνεσαι ότι μια συνάθροιση ανθρώπων είναι γεμάτη ευδαιμονία, θεώρησέ την ιερό χώρο.

    OSHO Βουτιές στον Ωκεανό της Ζωής, Εκδόσεις: Ρέμπελ

  9. Πολύ ωραίο κείμενο, δεν το είχα υπόψη μου! Grazie mille!!!

    *Συμφωνώ ότι η θρησκεία θεωρεί αμαρτία το «γέλιο» και γενικότερα την «ευτυχία»…Ο Εκο το διαπραγματεύεται το θέμα στο «Όνομα του Ρόδου», όπου ο φανατικός μοναχός κρύβει σαν εφτασφράγιστο μυστικό το βιβλίο του Αριστοτέλε «Ποιητική», στο οποίο ανάμεσα σ’ άλλα διαπραγματεύεται και «το «γέλιο»… Ώσπου, στο τέλος του βιβλίου του Έκο ο μαναχός βάζει φωτιά στη μοναστηριακή βιβλιοθήκη για να μην βρεθεί το επίμαχο βιβλίο!

    -«Όταν έχεις δει μια και μοναδική φορά τη λάμψη της ευτυχίας στο πρόσωπο ενός πλάσματος που αγαπάς , καταλαβαίνεις ότι δεν είναι δυνατό να υπάρχει άλλη τάση στον άνθρωπο παρά μόνο να προκαλεί αυτό το φως στα πρόσωπα που τον περιστοιχίζουν…
    Και σε σπαράζει η σκέψη της δυστυχίας και του σκοταδιού που ρίχνεις με το γεγονός και μόνο της ζωής σου, στις καρδιές που συναντάς.»
    (Αλμπέρ Καμύ, «Σημειωματάρια»)

    -Αρθούρος Ρεμπώ – Μια εποχή στην κόλαση
    (μικρό απόσπασμα)

    «Κατάντησα μια φαντασμαγορική όπερα: κατάλαβα πως το πεπρωμένο κάθε ύπαρξης
    είναι η ευτυχία: η δράση δεν είναι ζωή, μα ένας τρόπος να σπαταλάς δυνάμεις, μια αποχαύνωση.
    Η ηθική είναι η αναπηρία του εγκεφάλου.
    Πίστευα ότι κάθε ύπαρξη δικαιούται να ζήσει πολλές άλλες ζωές: αυτός ο κύριος δεν ξέρει τι του γίνεται: είναι άγγελος. Αυτή η οικογένεια είναι ένα σκυλολόι. Μπροστά σε πολλούς ανθρώπους μίλησα δυνατά με στιγμές από μιαν άλλη τους ζωή. – Έτσι αγάπησα ένα γουρούνι.
    Καμιά σοφιστεία της τρέλας – τρέλας για δέσιμο – δεν έχω λησμονήσει: μπορώ να τα επαναλάβω όλα, ξέρω το μηχανισμό.
    Η υγεία μου κινδύνεψε. Μ’ έπιανε τρόμος. Μέρες ολόκληρες έπεφτα σε λήθαργο και ξυπνώντας συνέχιζα να βλέπω τα πιο μαύρα όνειρα. Ήμουν ώριμος για τον θάνατο, και μέσα από μια επικίνδυνη πορεία, εξουθενωμένος, έφτανα στα πέρατα του κόσμου, στους Κιμμέριους, στη χώρα της δίνης και του σκότους.
    Χρειάστηκα να ταξιδέψω, να ξορκίσω τα μάγια που με τρέλαιναν. Πάνω στη Θάλασσα, που την ποθούσα μήπως και με ξεπλύνει από το μίασμα, έβλεπα να υψώνεται ο σταυρός της παρηγορίας.
    Το ουράνιο τόξο με καταδίκασε. Η Ευτυχία ήταν το πεπρωμένο μου, οι τύψεις, το σαράκι μου:
    η ζωή μου δεν θα χωρούσε ποτέ σε καλούπι, για να την αφιερώσω στην ομορφιά και την δύναμη.
    Η ευτυχία! Το κεντρί της, γλυκό έως θανάτου, με προειδοποιούσε με το λάλημα του πετεινού – όρθρου βαθέος, με το Χριστός γεννάται – στις ολοσκότεινες πολιτείες…»

  10. «To όνομα του ρόδου» είχα στο μυαλό μου όταν έγραφα την εισαγωγή μου στο κείμενο του OSHO, αλλά ξέχασα να το αναφέρω. Βιβλίο και ταινία ήταν εξαιρετικά.

    «Το όπιο του εγωισμού»

    Κόσμος άδικος, αδράχτι σιωπής και φόβου,
    ένας κόσμος γυμνός
    δίχως αγάπη
    δίχως νόημα.
    Δες γύρω σου, τί βλέπεις;
    Ανθρώπους σκυφτούς, πρόσωπα λυπημένα.
    Είναι όλοι πίσω από πόρτες ερμητικά κλειστές,
    πόρτες της δυστυχίας τις λένε.
    Όλοι τους είναι βυθισμένοι,
    στο σκοτάδι ενός δωματίου,
    στη σιωπή μιας τρομακτικής απομόνωσης.

    Μας κατατρώει-κάθε μέρα και πιο πολύ- αυτό το «τίποτα»-
    το «τίποτα» της ανώφελης ζωής μας.
    Μα αλήθεια, πως ακόμα ελπίζεις σε παραδείσους ζώντας εκεί;
    Πως ζητάς παράδεισο ζώντας στο «τίποτα»;
    Ποιόν παράδεισο τάχα προσμένεις;
    Πως γίνεται εσύ
    -εγώ-
    -εμείς-
    να προσμένουμε το παράδεισο;
    Ποιόν τάχα παράδεισο μας τάξανε και χάσαμε τη ζωή;
    Μοναξιά, πόνος, ανέκφραστα πρόσωπα.
    Αυτό είναι το τίμημα.
    Μ’ αυτό το τίμημα πορεύονται,
    αυτό υπομένουν,
    και προσμένουν παραδείσους.
    Αυτή την ευτυχία αναμένουν.

    Προσμένουν την ελευθερία του κήπου της Εδέμ,
    προσμένουν την ελευθερία που αρνήθηκαν απο τη ζωή!
    Προσμένουν την ευτυχία μέσα σε τοίχους σκοτεινούς,
    ακίνητοι,
    βουβοί.
    Αυτή την ευτυχία προσμένουν.

    Πάλεψες-πάλεψα- παλέψαμε!
    Λέξεις ολωσδιόλου άγνωστες,
    για ‘σένα, για ‘μένα, για ‘μας.
    Αυτό φοβηθήκαμε τελικά.
    Τον αγώνα φοβηθήκαμε!
    Πώς να αγωνιστείς;
    Ξέρεις ότι ο αγώνας σε κάνει λιγότερο εγωιστή.
    Γι’ αυτό φοβήθηκες
    -φοβήθηκα-
    -φοβηθήκαμε-.
    Καταλάβαμε ότι η ζωή είναι αγώνας,
    αυτό μας τρόμαξε. Και συνεχίσαμε,
    αλλιώς!

    Κάπου σε μια γωνιά του σκοτεινού δωματίου
    εκεί-ακριβώς εκεί υπήρχε μια τρύπα-
    έμπαινε φως.
    Την κλείσαμε-
    γιατί ο παράδεισός μας είναι ζωντανός στο σκοτάδι.
    Αλήθεια την μοναξιά έτσι μάθαμε να την ξεχνάμε;
    το φόβο έτσι τον αντιμετωπίζεις;
    τον εγωισμό έτσι τον ταπεινώνεις;
    Εσύ, εγώ, εμείς!

    Η δυστυχία, η μοναξιά, τα σκυφτά πρόσωπα
    Αυτά ρίχνουν -εσένα, εμένα, εμάς- στη λήθη.
    Λήθη για το πώς είναι η ζωή.
    Όμως ας θυμηθείς,
    ας θυμηθώ-
    ας θυμηθούμε,
    το παράδεισο που αναζητούμε, δεν θα το βρούμε σε σκοτεινά δωμάτια,
    πίσω από της κλειδαμπαρωμένες πόρτες.
    Ο αληθινός Παράδεισος είναι εκεί έξω- στο φως-
    Μην τον αγνοείς
    Μη φοβάσαι να παλέψεις.
    Βγες, ας βγω, ας βγούμε!

    Άφησε το ξεδιάντροπο εγώ σου,
    και ταπεινώσου.
    Ας δώσουμε τη ζωή μας,
    τη ψυχή μας
    για να κατακτήσουμε το παράδεισο της ζωής.
    Αυτό το παράδεισο, τον αληθινό.
    Μην φοβηθείς ούτε στιγμή να φύγεις από τη φυλακή που έφτιαξες,
    ξέρω νοιώθεις ασφαλής
    μα είσαι δυστυχής ανθρωπάκο!

    Δήμητρα Καραγγέλη

  11. Άγνωστη σε μένα η Καραγγέλη, αλλά πολύ καλή!!!

    -Κωστής Παλαμάς, «Η ευτυχία»

    «Καθόμαστε σαν πάντα οι δύο
    βράδυ στο σπίτι, αντικρινά της
    εγώ γερμένος στο βιβλίο,
    σκυμμένη εκείνη στη δουλειά της.

    Και το βιβλίο ήτανε στίχοι,
    ψυχή από λάμψη και αρμονία,
    έτσι εκεί τ’ άνοιξα στην τύχη,
    και να τι διάβασα:
    «Ευτυχία!

    Λουλούδι, σε ποια χώρα ανθίζεις,
    σε ποιο γιαλό, αργαριτάρι;
    Αστέρι, ποιες μεριές φωτίζεις,
    και ποιες καρδιές, ουράνια χάρη;

    Πού, Χερουβείμ, φτερά διολώνεις;
    Νεράιδα, που δροσολογιέσαι;
    Είσαι διαμάντι και δε λιώνεις
    ή καταχνιά είσαι και σκορπιέσαι;

    Άδης, παράδεισος σε κρύβει;
    στον κόσμο ή στην ερημία,
    μες σε παλάτι ή σε καλύβι,
    πες μου πού βρίσκεσαι, Ευτυχία;»

    Δίχως τα μάτια απ’ τη δουλειά της
    να τα σηκώσει, εδώ! αποκρίθη,
    τρεμουλιαστή με τη λαλιά της
    μια μοναξιά στο σπίτι εχύθη.

    Κ’ ένα καρδιόχτυπο με πιάνει,
    κι αμίλητη λαχτάρα αιφνίδια,
    γιατί πως άκουσα μου εφάνη
    την Ευτυχία, την ίδια.»
    (Κ. Παλαμάς, Άπαντα, τ. 1ος, Γκοβόστης)

    -Τίτος Πατρίκιος, «Δίσεχτα χρόνια»

    «Ίσως αυτοί που κράτησαν
    δεν ήσαν πάντα οι πιο ικανοί.
    Μα είναι τα χρόνια δίσεχτα
    κι η αντοχή
    ο μόνος τρόπος επιβίωσης»
    (Τ. Πατρίκιος, Ποιήματα II, Κέδρος)

  12. Πάνω σ’έναν ξένο στίχο
    Στὴν Ἕλλη, Χριστούγεννα 1931.

    Εὐτυχισμένος ποὺ ἔκανε τὸ ταξίδι τοῦ Ὀδυσσέα.
    Εὐτυχισμένος ἂν στὸ ξεκίνημα, ἔνιωθε γερὴ τὴν ἀρματωσιὰ
    μιᾶς ἀγάπης, ἁπλωμένη μέσα στὸ κορμί του, σὰν τὶς
    φλέβες ὅπου βουίζει τὸ αἷμα.

    Μιᾶς ἀγάπης μὲ ἀκατέλυτο ρυθμό, ἀκατανίκητης σὰν τὴ
    μουσικὴ καὶ παντοτινῆς
    γιατί γεννήθηκε ὅταν γεννηθήκαμε καὶ σὰν πεθαίνουμε,
    ἂν πεθαίνει, δὲν τὸ ξέρουμε οὔτε ἐμεῖς οὔτε ἄλλος κανείς.

    Γιώργος Σεφέρης, απόσπασμα, Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «Ποιήματα» 20η ἔκδοση, ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, Ἀθῆναι 2000.

    • ….Ciao Aggeliki! Θα ‘ταν σοβαρή παράλειψη να μην παραθέταμε κι αυτό του Σεφέρη!… Σ’ ευχαριστώ πολύ που το θυμήθηκες!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: