Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (117ο): «Απελπισία»…

-«…Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου έμενε να λες
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.

Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι
από την απελπισιά…»
(Δ. Σολωμός)

-«…Τὴν θέλω ἐγὼ τὴν ἀπελπισία μου
δὲν τὴν ἀνταλλάσσω μὲ θαλπωρὴ ἄλλη..»
(Ν. Καρούζος)

-«Απελπίσου τέλος πάντων ως άνθρωπος,
ορθώσου στα νύχια της αγωνίας, γίνου διάττορος»
(Ν. Καρούζος)

-Μηνάς Δημάκης, «Η Απελπισία»

«Η απελπισία
Δεν είναι συναίσθημα διαρκείας
Ή
Εμμονής
Κανείς δεν εμμένει σε τέτοια φτώχεια
Που δεν είναι μόνο φτώχεια ή ερήμωση
Είναι αφανισμός
Μπορεί να γδυθείς βέβαια στο παγωμένο δάσος
Και συχνά βρέθηκες γυμνός
Και τα ρούχα χάθηκαν
Κι άλλα δεν είχες
Αλλ’ εάν δε ζητήσεις
Κάποια κουρέλια να σε προφυλάξουν
Το δάσος δεν υπάρχει πια για σένα
Μήτ’ εσύ για το δάσος

Όμως εδώ βρίσκεσαι
Προσμένοντας τα δέντρα να ξανανθίσουν
Δε σε διακρίνω καλά
Μες στο χιόνι που πέφτει
Αλλά θα βρήκες και πάλι
Κουρέλια για να φορέσεις
Και θα ονειρεύεσαι πάλι
Μια καινούργια στολή

Η απελπισία δεν είναι συναίσθημα διαρκείας
Αφού υπάρχω
Και υπάρχεις
Η απελπισία τελειώνει σύντομα
Έτσι
Ή
Αλλιώς»
(Πηγή: http://authorsandwriterstooktheirownlives.blogspot.gr/2010/08/47.html)

-Αντρέ Μπρετόν, «Τι είναι η απελπισία»

«Γνωρίζω την απελπισία σε γενικές γραμμές. Η απελπισία δε διαθέτει φτερά, δεν κάθεται απαραιτήτως σε ένα ξεστρωμένο τραπέζι, σε μια βεράντα, στην ακροθαλασσιά. Είναι η απελπισία και όχι η επιστροφή μιας ποσότητας ασήμαντων γεγονότων όπως οι σπόροι που αφήνουν κατά το σούρουπο ένα σκαμμένο αυλάκι για ένα άλλο. Δεν είναι τα βρύα κάτω από μια πέτρα ή το ποτήρι από το οποίο πίνουμε. Είναι ένα πλοίο διάτρητο από χιόνι, εάν θέλετε, σαν τα πουλιά που πέφτουν και το αίμα τους δεν έχει την παραμικρή πυκνότητα.
Γνωρίζω την απελπισία σε γενικές γραμμές. Ένα πολύ μικρό σχήμα οριοθετημένο από κοσμήματα στα μαλλιά. Αυτό είναι η απελπισία. Ένα μαργαριταρένιο περιδέραιο για το οποίο δε μπορούμε να βρούμε κάποιο κούμπωμα και η ύπαρξη του οποίου δεν κρέμεται ούτε από μια κλωστή, να τι είναι η απελπισία. Για τα υπόλοιπα ούτε που θέλουμε να γίνεται λόγος. Έτσι και αρχίσουμε δε μπορούμε να πάψουμε να απελπιζόμαστε. Εγώ απελπίζομαι από το αμπαζούρ γύρω στις 4 ή ώρα, απελπίζομαι από τη βεντάλια γύρω στα μεσάνυχτα, απελπίζομαι από το τσιγάρο που καπνίζουν οι καταδικασμένοι σε θάνατο.
Γνωρίζω την απελπισία σε γενικές γραμμές. Η απελπισία δεν έχει καρδιά, το χέρι μου όμως μένει πάντα πάνω στη λαχανιασμένη απελπισία, στην απελπισία οι καθρέφτες της οποίας δε μας λένε ποτέ εάν είναι πεθαμένη. Βιώνω αυτή την απελπισία που με γοητεύει. Μου αρέσει αυτή η γαλάζια μύγα που πετά στον ουρανό την ώρα που τα αστέρια σιγοτραγουδούν.
Γνωρίζω σε γενικές γραμμές την απελπισία με μακριές λεπτές εκπλήξεις, την απελπισία της υπερηφάνειας, την απελπισία της οργής. Σηκώνομαι κάθε μέρα όπως όλος ο κόσμος και απλώνω τα χέρια μου πάνω σε μια ταπετσαρία με λουλούδια, δε θυμάμαι τίποτα και ανακαλύπτω, πάντοτε με απελπισία, τα ωραία ξεριζωμένα δέντρα της νύχτας. Ο αέρας της νύχτας είναι ωραίος σαν τυμπανόξυλα. Κάνει έναν καιρικό καιρό.
Γνωρίζω την απελπισία σε γενικές γραμμές. Είναι σαν τον άνεμο της κουρτίνας που μου δίνει την ευκαιρία να επανορθώσω. Μπορείς να σκεφθείς κάποια παρόμοια απελπισία! Φωτιά! Α πάλι ξαναέρχονται… Βοήθεια! Νάτοι που πέφτουν από τη σκάλα.. Και η αγγελίες της εφημερίδας και οι φωτεινές διαφημίσεις κατά μήκος του καναλιού. Σωρός από άμμο, άντε από κει, παλιοσωρέ από την άμμο!
Σε γενικές γραμμές η απελπισία δεν έχει καμία σημασία. Είναι μια αγγαρεία από δέντρα που πάνε πάλι να σχηματίσουν ένα δάσος, είναι μια αγγαρεία από αστέρια που πάνε πάλι να δημιουργήσουν μια μέρα λιγότερη, είναι μια αγγαρεία από όλο και λιγότερες μέρες που πάνε πάλι να αποτελέσουν τη ζωή μου.
(Αντρέ Μπρετόν, Γαιόφως και άλλα ποιήματα, 1916-1936)

-Γιώργος Χριστοδουλίδης, «Απελπισία»


«Όταν μιας ώρας κέρδη τους
ή το ετήσιο μέρισμα των μετοχών τους
ισούνται ή ξεπερνούν μαζί
όλους τους μισθούς της ζωής σου
και τα έξοδα κηδείας
όταν το χαρτζιλίκι των παιδιών τους
τα σπορ αμάξια που τους αγοράζουν
είναι όλα της ανεργίας τα επιδόματα
όλα τα συσσίτια στους μαθητές
που ο ένας μετά τον άλλο
λιποθυμούν από ασιτία
ή την ώρα που διαμοιράζεται το γάλα
κι αλείβεται το ψωμί με φτηνή μαρμελάδα
κρύβονται από ντροπή
στις τουαλέτες των σχολείων
να μη φανεί ότι δεν πήραν πρόγευμα
ότι δεν είχανε λεφτά για την καντίνα
διότι ο πατέρας τους κείτεται μήνες ανήμπορος
σε κιτρινισμένο στρώμα
ενώ η μητέρα τους καθαρίζει σκάλες
την ώρα που οριστικά φυλλοροεί
το απαλό της χάδι πάνω στο κρύο μάρμαρο
όταν με την αφθονία των εδεσμάτων
στις λαμπερές τους δεξιώσεις
ένεκα νηπενθούς γαμήλιας επετείου
(ή πένθιμης απώλειας προσφιλούς)
επιτυχών εμπορικών συναλλαγών
ή κολοσσιαίων συγχωνεύσεων
διασκεδάζοντας με αυλικούς της εξουσίας
κάνοντας γενναιόδωρες εισφορές
για τις προεκλογικές τους εκστρατείες
κρυφίως αλλά με στενοχώρια
για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο τόπος
θα μπορούσε να ταϊστεί
ένα κομμάτι αυτού του πεινασμένου πλήθους
που έρπει στιγματίζοντας ιστορικές πλατείες
την ευπρέπεια της ηθικής τους
κι αν τυχόν κάνει να σηκωθεί
θα καταρρεύσει πέφτοντας
σε προκατασκευασμένους ομαδικούς τάφους
όταν εγώ χτυπημένος από επίμονη βρογχίτιδα
πολύ καπνό και αδιάκοπη ροή απελπισίας
τίποτα δεν μπορώ να κάνω για όλα αυτά
και μόνο να γράφω μπορώ
μόνο να γράφω
ποιήματα λαξεύοντάς τα σε τόξα
και στίχους τροχίζοντάς τους σε βέλη
για να σημαδεύω
χωρίς μάτια
χωρίς μάτια πια
τα απεχθή είδωλά τους
δίχως κάποια έστω
πιθανότητα επιτυχίας.»
(Από την ποιητική συλλογή “Δρόμος μεταξύ Ουρανού και Γης” εκδ. Φαρφουλάς)

-Νίκος Καρούζος, «Τα πουλιά δέλεαρ του Θεού, 2»

Θα περάσουν από πάνω μας όλοι οι τροχοί
στο τέλος
τα ίδια τα όνειρά μος θα μας σώσουν.
Αγάπη μείνε στην καρδιά –
αυτός ας είναι ο κανών του τραγουδιού σου.
Με την αγάπη
θα σηκώσουμε την απελπισία μας
απ’ το αμπάρι του κορμιού.
δεν είναι φορτίο για τη χώρα των αγγέλων
η απελπισία.
Και προπαντός
ας μην αφήσουμε την αγάπη
να συνωστίζεται με τόσα αισθήματα…
(Ν. Καρούζος, «Τα πουλιά δέλεαρ του Θεού», Τα Ποιήματα Α’, Ίκαρος)

-Ούτε ο μισός (Ρόμπερτ Φροστ

Στράφηκα να μιλήσω στο Θεό
για την απελπισία του Κόσμου·
χειρότερο έγινε, όμως, το κακό
σαν ένοιωσα πως ήμουν μοναχός μου.
Στράφηκε –μη γελάσετε θνητοί–
ο Θεός σε μένα να μιλήσει.
Βρήκε, όμως, ότι έλειπα από κει
(αν όχι όλος) τουλάχιστο ο μισός είχα αναχωρήσει.
(Πηγή: https://greekpoems.wordpress.com/)

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (117ο): «Απελπισία»…

  1. Αποσπάσματα ..απελπισίας:

    1.
    …η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
    εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
    σαν τα κλωνάρια της φρικτής ιτιάς τα σωριασμένα μέσα στη
    διάρκεια της απελπισίας
    ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά τα βούρλα ξεριζωμένα
    μες στο βούρκο
    εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.
    Ο ποιητής ένα κενό.

    Γιώργος Σεφέρης. Ο βασιλιάς της Ασίνης. (Αποσπάσματα)

    2.
    …Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε
    την ίδια διαδρομή
    Ξευτίλα – μοναξιά – απελπισία
    Κι ανάποδα

    Εντάξει δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε
    Μονάχα όταν βρέχει
    βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας
    Και καπνίζουμε….
    Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά…

    Κατερίνα Γώγου. Τρία κλικ αριστερά..1, (αποσπάσματα).

    3. «Διαβάζοντας τον Κατσαρό
    Αντιστέκομαι.
    Τώρα να περιμένουμε
    Πως η απελπισία θα πει:
    “Πάλι σας δίνω όραμα.”»

    Θανάσης Μουσόπουλος, «Ανακουφιστικό τρίγωνο. Ποιήματα (2004-2010)»

    4.
    …Την απελπισία μου την εμπιστεύομαι σ’ ένα σμάρι αποδημητικά πουλιά.
    Αμέριμνο σταθμίζει το μερτικό του στην αιωνιότητα…

    GÜNTER EICH -Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    5.
    …είσαι ωραία σαν απελπισία
    σαν τη ζωγραφική που απεχθάνονται οι αστοί
    και θα την αγοράσουν μεθαύριο με δισεκατομμύρια
    Ίρις Μαρία Νεφέλη…

    από τη Συλλογή ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ (Οδυσσέας Ελύτης)

    6.
    …Το σπίτι μου η απελπισία
    Του νου που συλλαμβάνει
    Την απελπισία
    Και το ξεγύμνωμα που αγωνίζεται
    Να επιβληθεί.
    Μάχομαι διαρκώς για σκληρότητα.
    Ζητώ να με αφανίσουν.
    Δε θέλω καμιά ελεημοσύνη.
    Η ήττα μου είναι βέβαιη
    Και πλήρως αποδεκτή.
    Εσύ μπορείς να κατοικείς στην ευτυχία σου.

    Έλενα Πολυγένη, Το σπίτι μου, απόσπασμα

    7.
    …Ειπέ μου αδελφέ,
    μήπως όλο το ζήτημα
    είναι να μοιράσουμε την απελπισία μας;
    Έχεις τα χρώματα στην ψυχή;
    Είμαι ήρεμος…

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ, απόσπασμα

    8.
    …Τὴν θέλω ἐγὼ τὴν ἀπελπισία μου
    δὲν τὴν ἀνταλλάσσω μὲ θαλπωρὴ ἄλλη
    ἔχασα…
    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Γαλάζια σπλάγχνα, απόσπασμα

    Απελπιστικά διαθέσιμη-Άλκηστη Πρωτοψάλτη

    Συνεχίζοντας την απαρίθμηση της απελπισίας μου…

    9. Έρωτας η σκληρή απελπισία

    Το πρωινό ανοίγει πάλι
    τους λάκκους των έργων του
    από πάνω κρέμεται
    το κάθε τέλος
    λουρίδες με κολλημένες
    τις μύγες της ευαισθησίας μας
    τα λεπτότατα αυτά έντομα
    της εσωτερικής φθοράς μας.

    Αλλά ο έρωτας είναι
    η πιο σκληρή απελπισία
    δεν περιέχει το τέλος του
    σαν όλα τα παρήγορα πράγματα
    της φύσης
    διαβιώνει πριν από τη λύτρωση
    σαν λύτρωση να μην υπήρχε
    και τέλος να ‘ταν μόνο
    της αρχής η οδύνη …

    Α! τίποτα δεν κάνω πια
    να σηκωθεί ξανά
    το αεράκι της ύπαρξής μου
    μόνο θαυμάζοντας τη σωστή
    γεωμετρία του αόρατου χρόνου
    που μέσα του σε περιμένει να περάσεις
    έρχομαι σε έναν παράφορο θάνατο
    κοντά σου
    κι αποκαλώ φως
    το μαύρο φτερό που με αγγίζει.

    Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

    10. ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤHN ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ

    Μας έμαθαν να ζούμε με την απελπισία.
    Έχουμε πια εθιστεί.
    Ήρθε απρόσκλητη
    και τρύπωσε στα όνειρά μας.
    Την φορέσαμε κατάσαρκα
    και τώρα είναι πλέον συγκάτοικος.

    Η παρουσία της αισθητή σ’ όλα τα δωμάτια.
    Ξεπροβάλλει από κάθε γωνιά
    και μας γνέφει ειρωνικά
    με την υπεροψία του κυρίαρχου.
    Τα βράδια κοιμόμαστε αγκαλιά
    κι ακούμε την ανάσα της.

    Τα πρωινά πίνουμε μαζί καφέ
    και για το υπόλοιπο της μέρας
    συνεχίζουμε ν΄ απολαμβάνουμε … την συντροφιά της.
    Μας έχει γίνει πλέον απαραίτητη.
    Κι αυτό που φοβόμαστε περισσότερο
    είναι μήπως κάποτε έρθει η στιγμή του χωρισμού.

    ΑΝΝΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

    11. ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ

    Λευκό κουνάς μαντίλι από πέρα
    σ’ αυτόν που φεύγει, να τον χαιρετάει.
    Ναι, κάτι τελειώνει κάθε μέρα·
    τελειώνει πάντα κάτι ωραίο, πάει.

    Το ταχυδρομικό το περιστέρι
    γυρνά φτεροκοπώντας στη φωλιά του.
    Ελπίδα ή απελπισία θα μας φέρει
    καθέναν μας εκεί που ‘ν’ η χαρά του.

    Τα δάκρυα σκούπισε και δες τη μέρα.
    Κι αν κλαις, το μάτι σου ας χαμογελάει.
    Ναι, κάτι αρχίζει ωραίο κάθε μέρα·
    ωραίο πάντα κάτι ξεκινάει.

    Γιάροσλαβ Σέιφρτ, μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

    Απελπίστηκα, Μπιθικώτσης

    12. Συνδεδεμένος
    1.
    Είναι τέτοια η απελπισία στο να κρύβεις τις λέξεις που θες να πεις
    Που δεν είναι καλύτερο να αποτυγχάνεται η προσπάθεια
    Απ’ το να μη γίνεται καθόλου;
    Οι ώρες μετά τη φυγή σου πέφτουν πάνω μου βαριές
    σύντομα θ’ αρχίσουν σιγά-σιγά να σέρνονται
    πάνω σ’ ένα κρεβάτι απ’ τη δική σου έλλειψη
    όπου οι μάχες αρπάζονται τυφλά
    αναζωπυρώνοντας αναμνήσεις από αγάπες παλιές
    αντικρίζοντας ματιές εκεί όπου κάποτε έβλεπα τα δικά σου μάτια
    αλλά όλα είναι προτιμότερο να συμβαίνουν σύντομα παρά ποτέ
    η ανάγκη μου, μαύρη και σκοτεινή πιτσιλάει τα πρόσωπά τους
    και σου λέω ξανά πως εννέα μέρες δεν είναι ποτέ αρκετές
    γι’ αυτούς που αγαπάμε
    ούτε εννέα μήνες
    ούτε εννέα ζωές

    Σάμιουελ Μπέκετ, Μεταφράζει η Κατερίνα Καντσού

    13. ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ

    Μοιάζει να είναι ΣΚΟΤΑΔΙ συνέχεια.
    Περπατάω με δυσκολία.
    Μπορώ να θυμάμαι τι να λέω στο σεμινάριό μου
    μα δεν ξέρω τι θέλω να κάνω.

    Είπα κάποτε σ’ ένα Τραγούδι: συνήθως είμαι κουρασμένος.
    Το επαναλαμβάνω κι επαυξάνω.
    Ξερνάω.
    Κατέρρευσα σήμερα στην αργή κίνηση του Κ. 365.

    Αναμφίβολα δεν νομίζω πως θα αντέξω για πολύ ακόμα.
    Έγραψα: «Ίσως υπάρξουν φρίκες.»
    Το επαυξάνω.
    (Μου φαίνεται πως πήρε τα μικρά της στήθη μακριά.)

    Είμαι ερωτευμένος με το εξαίσιο μωρό μου.
    Σπίθες! Μέσ’ στο σκοτάδι ΕΛΠΙΔΑ. και εξαφανίζεται.
    Χαμένες τέχνες.
    Εκμηδενίσεις.

    Ουόλτ! Είμαστε στο ισόγειο,
    ούτε κι εσύ δεν με ανακουφίζεις
    μα παίζω το δικό σου ρίσκο αγαπημένε φίλε και μαζί σου πορεύομαι.
    Δεν υπάρχουν ταιριάσματα

    Ξεστόμισε, ο Πατέρας Του, μια λέξη

    JOHN BERRYMAN -Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς
    Από την υπό έκδοση συλλογή «Τζων Μπέρρυμαν – Ποιήματα» (Ηριδανός 2009).

    14. Υπάρχει κάποιο πλάγιο φως μες στου χειμώνα
    τα δειλινά, που σε πιέζει σα ν’ ακούς
    νότες, που απόκοσμες βαραίνουν την ψυχή σου,
    ύμνων θλιμμένων σε ναούς καθεδρικούς.

    Κάτι ουράνιο και θείο σε πληγώνει
    που τα σημάδια του δεν βρίσκεις πουθενά,
    στ’ άδυτα μέσα της ψυχής σου κάτι αλλάζει,
    κάτι κρυφό που όλο βαθαίνει και πονά.

    Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να το διδάξει·
    είναι η σφραγίδα η πικρή που επιμένει,
    μια μεγαλόπρεπη βαθειά απελπισία
    σε περιζώνει από τον άνεμο σταλμένη

    που όταν έρχεται, σωπαίνει το τοπίο
    ούτε οι σκιές δεν ανασαίνουνε κοντά του,
    μα όταν φεύγει την απόσταση θυμίζει,
    την απομάκρυνση στην όψη του θανάτου.

    1861 Έμιλυ Ντίκινσον – Ποιήματα»
    Μετάφραση: Αγγελική Σιδηρά. Εκδ. Ερμείας 1996

    15. UNPLUGGED

    Καμιά φορά
    Νομίζω πως θα χτυπήσει το κουδούνι
    Και θα βγούμε όλοι έξω για διάλειμμα
    Με τις ξύλινες χωρίστρες στο πλάι
    Τα λούτρινα άλογα
    Και τα ζιγκ ζαγκ μπλουζάκια μας
    Φορεμένα ανάποδα
    Σε ένδειξη διαμαρτυρίας

    Η πόλη θα χει κρυφτεί φοβισμένη
    Κάτω από τρείς δεκαετίες

    Μόνο τα φώτα των μπαρ
    Θα έχουν απομείνει
    Για να κάνουν τσουλήθρα
    Στους έρημους δρόμους
    Τα όνειρά μας
    Και να εμφανίζεται εκεί
    Κάθε βράδυ
    Live in concert
    Η απελπισία

    Unplugged

    Σταύρος Σταυρόπουλος, από το βιβλίο του Δύο Μέρη Σιωπή Ένα Μέρος Λέξεις
    εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2009

    Νίκος Παπάζογλου – Στη ξενιτειά απελπισμένος

  2. Ciao Aggeliki!… Καλή Κυριακή!

    *»Αγάπη απελπισμένη»…

    -«Η ελπίδα γεννήθηκε για τους απελπισμένους»

    -«Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
    αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
    Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·»
    (Κ. Καβάφης)

    -«…Μια άβυσσος πετάγεται στη μέση του κορμιού του
    μεταξύ αυτών που αμέσως γίνονται δυο ξένες όχθες.
    Ζωή στη μια όχθη, θάνατος στην άλλη.
    Ελπίδα εδώ κι εκεί απελπισία….»
    (Wisława Szymborska)

    -«Συμφωνία αρ. 1» – Τάσος Λειβαδίτης (απόσπασμα)

    «Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απο τη στιγμή
    που βρίσκουν μια θέση
    στη ζωή των άλλων.
    Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι
    γίνονται οι πιό καλοί επαναστάτες.
    Και μένουμε ανυπεράσπιστοι ξαφνικά, σαν ένα νικητή
    μπροστά στο θάνατο
    ή ένα νικημένον αντίκρυ στην αιωνιότητα…»

    -Τζόυς Μανσούρ, [Στις σκοτεινές της απελπισίας σπηλιές]

    «Στις σκοτεινές της απελπισίας σπηλιές
    μονάχη γυροφέρνω
    μονάχη γεύομαι κρέατα μιαρά
    μονάχη πεθαίνω μονάχη μου επιζώ
    δίχως αυτιά τα ουρλιαχτά των σφάγιων
    να μην ακούω.
    Από λέξεις άδειο το στόμα μου γογγύζει.
    Είμαι ο έρωτας όταν τον έπλασε ο θεός.
    Είμαι εγώ.
    Είμαι ο εχθρός.»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

    -Έλενα Σβαρτς, «Μικρή ωδή στην απελπισία»

    «“Eίναι θλιμμένη η ψυχή μου έως θανάτου”, –
    Είπε ο Κύριος μες στο σκοτάδι της Γεσθημανή.
    Αν δε βασάνισε η πλήξη την καρδιά σας
    Κι αν η απελπισία δε σας ρίχτηκε
    Σα λιοντάρι σε ζώο πληγωμένο
    Κι αν δν τύλιξε ο πόνος την ψυχή σας,
    Τότε δε ζήσατε πάνω στη γη.

    Τα βρέφη βασανίζονται μέσα στη μήτρα
    Γιατί περάσανε το σύνορο
    Αμετάκλητα – χωρίς επιστροφή –
    Όταν σχηματίστηκαν τα πρόσωπά τους.

    Ο φοροσυλλέκτης θα πάρει απ’ τον καθένα
    Τον οβολό πόνου αβάσταχτου.
    Ένα νόμισμα για είσοδο –
    Και θα δείτε το πέταγμα
    Του αετού και του σκόρου.

    Τα κόκαλα του Μότσαρτ μες στη γη μεταναστεύουν,
    Τα φλάουτα μες στο γυαλί παίζουν του θερμοκηπίου,
    Το θάνατο δεν τον αισθάνονται,
    Δεν έζησαν πάνω στη γη.»
    (Ρώσοι ποιητές του 20ου αιώνα, Μεσόγειος)

  3. Όπου υπάρχει ο Καρούζος, οι στίχοι του με κερδίζουν με διαφορά… Καλημέρα παιδιά και καλή εβδομάδα -λιγότερο απελπιστική…- αμήν! 🙂

  4. Ciao Petra!…. Καλή εβδομάδα!

    Καθώς όλα γύρω μας μοιάζουν απελπιστικά, ας ελπίζουμε, άλλωστε «Η ελπίδα γεννήθηκε για τους απελπισμένους»!

  5. Επιστρέφω απελπισμένη, με λίγους στίχους από δω κι από κει.

    1. ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ

    Τα πράγματα που γεννιούνται μέσα μας
    Βιάζονται να χαθούν
    Και μοναχά η οργή τους απομένει
    Καταβροχθίζοντας τη σιωπή και τον έρωτα

    Τη ζωή μου τη βρήκα όπως την άφησα
    Ένα σούρουπο του καλοκαιριού
    Έκτοτε δανειζόμουν αισθήσεις
    Για να συνειδητοποιώ την πτώση μου

    ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

    2. ΤΑ ΔΥΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

    Βράδυ αράχνης τι ωραία μυρίζει γύρω μου η απελπισία
    Έχει τη δύναμη σιμά πολύ και αόρατης γαζίας όπως τότε που βάδι-
    ζα μ’ ένα κορίτσι ανύποπτος μες στις περιοχές τις άγνωστες του
    Παραδείσου και γεμάτος γαβγίσματα λυπητερά γύριζε μακριά μου
    ο κόσμος

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, απόσπασμα

    3. ΚΑΙ ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ
    Μνήμη Σταμάτη Μαράντου

    …Παιδιών η απελπισία ηχεί και πέραν της Ποιήσεως ακόμη
    Και των ενδόξων Ρεμπέτικων Τραγουδιών.
    Όσο και αν εκτιμήσουμε τη ματαιότητα
    Όσο να εκποιήσουμε την τρυφερότητα…

    ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ, απόσπασμα

    4. (ΡΙΨΑΣΠΙΣ)

    Βάζοντας τα λουλούδια στο νερό δεν μεριμνάς.
    Τους λες το πρώτο ψέμα
    να ονειρεύονται τα απελπίζεις.

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

    5. Ατέλειωτη η λαμπρή ζωή του κόσμου
    ατέλειωτος ο λατρευτός του βίος κι η ανάσα
    οι λατρευτές του έμβιες υπάρξεις
    ν” ακούν και να βλέπουν
    να αισθάνονται και να νοούν
    να γελούν και να χορεύουν
    να τραγουδούν και να μιλούν
    ατέλειωτα απογεύματα και βράδυα
    αγάπης κι έκστασης κι απελπισίας

    Lawrence Ferlinghetti, Ατέλειωτη ζωή, απόσπασμα, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας (εκδ. Ελεύθερος Τύπος, 2010)

    6. Βασιλιάς της Ασίνης

    …ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
    ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μίας ὕπαρξης ζωντανῆς

    ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
    σὰν τὰ κλωνάρια τῆς φριχτῆς ἰτιᾶς σωριασμένα μέσα στὴ
    διάρκεια τῆς ἀπελπισίας

    ἐνῶ τὸ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ἀργὰ βοῦρλα ξεριζωμένα
    μὲς στὸ βοῦρκο
    εἰκόνα μορφῆς ποὺ μαρμάρωσε μὲ τὴν ἀπόφαση μίας πίκρας παντοτινῆς.

    Γ. Σεφέρης, «Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄» εκδόσεις Ίκαρος, απόσπασμα

    7. Κραυγή απελπισίας

    Έβγαινε η κραυγή από τα μέσα μου,
    από τ’ απύθμενο πηγάδι της ψυχής μου,
    με μιαν απελπισία που κατακερμάτιζε,
    που σύνθλιβε
    κι αυτό
    το ύστατο κομμάτι της μετέωρης ελπίδας μου.

    ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΣΙΜΩΝΟΣ, απόσπασμα

    8. «Πλησιάζεις το παράθυρό μου
    με το χέρι σου
    δειλά προτεταμένο.
    Μη μου ζητάς ελεημοσύνη, ρε φίλε,
    μόνο απελπισία έχω πια
    να σου δώσω.»

    Τζούτζη Μαντζουράνη, ‘Καφές και τσιγάρα’

    9. ΑΓΓΕΛΙΕΣ

    Διατίθεται ἀπόγνωσις
    εἰς ἀρίστην κατάστασιν,
    καὶ εὐρύχωρον ἀδιέξοδον.
    Σὲ τιμὲς εὐκαιρίας.

    Ἀνεκμετάλλευτον καὶ εὔκαρπον
    ἔδαφος πωλεῖται
    ἐλλείψει τύχης καὶ διαθέσεως.

    Καὶ χρόνος
    ἀμεταχείριστος ἐντελῶς.

    Πληροφορίαι: Ἀδιέξοδον
    Ὥρα: Πᾶσα.

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

  6. Ciao Aggeliki!… Όλα ωραιότατα!… Grazie mille!!!
    Ξέμεινα από «απελπισία» για αυτό καταφεύγω στη «απογοήτευση»…

    -Κική Δημουλά, «Η ομορφιά του απογοητευτικού»

    «Ω βλέμμα

    λάθος κόσμο μου γνάρισες.
    Δεν ήταν αυτός.

    Ω αντίληψη

    εάν ο κόσμος που μου γνώρισες εσύ
    είναι ο σωστός

    δεν ήταν αυτός.

    Το λάθος αίσθημά μου
    κι ο κόσμος του όλος

    ειν’ ο σωστός μου κόσμος.»
    (Κική Δημουλά, Τα εύρετρα, Ίκαρος)

    -Dorothy Parker, «Απογοήτευση»

    «Αν είχα αστραφτερό πιστόλι
    τη μέρα μου δε θα πέρναγα όλη
    σκοτώνοντας αδίστακτα όσους
    γελοίους μου κάνουν τους καμπόσους.

    Κι αν τύχαινε θανατερό
    αέριο να ‘χω, ένα σωρό
    τύπους θα ξέκανα μ’ αυτό
    γιατί μου φέρνουν εμετό.

    Μα δεν έχω όπλο φονικό –
    τέτοιο μου ‘λαχε ριζικό.
    Έτσι ωραία την περνάνε
    όσοι στον άλλο κόσμο έπρεπε να ‘ναι.»
    (Ξένοι λυρικοί, εκδ. Ποταμός)

  7. Αναζητώντας κάποιο άσχετο ποίημα, έψαχνα το πρώτο βιβλίο ποίησης που αγόρασα από ένα βιβλιοπωλείο στην Ιπποκράτους, με μεγάλους πάγκους στο πεζοδρόμιο, που πουλούσε «βιβλία με το κιλό».
    Και , ω του θαύματος, πέφτω σ’ αυτό το υπέροχο ποίημα του Πρεβέρ, που δεν το θυμόμουνα καθόλου.

    H AΠEΛΠΙΣΙΑ ΚΑΘΕΤΑΙ Σ’ ΕΝΑ ΠΑΓΚΑΚΙ

    Σε κάποια πλατεία σ’ ένα παγκάκι
    Υπάρχει ένας άνθρωπος που σας φωνάζει όταν περνάτε

    Φορά γυαλιά ένα παλιό γκρι κοστούμι
    Καπνίζει ένα πουράκι κάθεται
    Και σας φωνάζει όταν περνάτε
    Ή απλώς σας γνέφει

    Δεν πρέπει να τον κοιτάτε
    Δεν πρέπει να τον ακούτε
    Πρέπει να προσπερνάτε
    Να κάνετε σα να μην τον είδατε
    Σα να μην τον ακούσατε
    Πρέπει να περάσετε να βιάσετε το βήμα

    Αν τον κοιτάξετε
    Αν τον ακούσετε
    Σας γνέφει και τίποτε κανείς
    Δεν μπορεί να σας εμποδίσει να πάτε να κάτσετε κοντά του

    Σας κοιτάζει τότε και χαμογελά
    Και υποφέρετε φριχτά
    Και ο άνθρωπος συνεχίζει να χαμογελά
    Και χαμογελάτε με το ίδιο χαμόγελο
    Ακριβώς

    Όσο πιο πολύ χαμογελάτε τόσο πιο πολύ υποφέρετε
    Σκληρά
    Όσο πιο πολύ χαμογελάτε τόσο πιο πολύ υποφέρετε
    Αθεράπευτα
    Και μένετε εκεί
    Καθισμένος παγωμένος
    Πάνω στο παγκάκι χαμογελώντας

    Παιδιά παίζουν κοντά σας
    Διαβάτες περνούν
    Ήσυχα
    Πουλιά πετούν
    Από δέντρο
    Σε δέντρο

    Και μένετε εκεί
    Στο παγκάκι
    Και ξέρετε ξέρετε
    Πως ποτέ πια δε θα παίξετε
    Όπως αυτά τα παιδιά

    Ξέρετε πως ποτέ πια δεν θα περάσετε
    Ήσυχα
    Όπως αυτοί οι διαβάτες
    Πως ποτέ πια δε θα πετάξετε
    από δέντρο σε δέντρο
    Όπως αυτά τα πουλιά

    ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ, Κουβέντες, μτφρ. Μιχάλης Μεϊμάρης

  8. Prever υπέροχος!!!!…Καλό μήνα και πάντα ποιητικό, Αγγελική!
    Δεν έχω κάτι άλλο για την «απελπισία», ετοιμάζομαι για την επόμενη ανάρτηση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: