Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (116ο): «Φιλία / φίλος-η»…

*Σαββόπουλος με τη φωνή του Αλκίνοου Ιωαννίδη…

-Θωμάς Γκόρπας, «ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΠΑΛΑΙΩΝ ΦΙΛΩΝ»
Μνήμη Νίκου Καρούζου

«Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά…
Πρόκειται περί αγάπης ή αναμνήσεως της αγάπης;
Παντού στην Αθήνα τραύματα νωχελικά
Μόνον η αδέσποτη νύχτα της μένει ακόμα δική μας
Σαν σκυλί σαν προδομένη αγάπη σαν διάχυτο λαϊκό τραγούδι
Γιομάτο ευγένεια.
Βέρα Βόδη μια αδάμαστη ακόμα γυναίκα ή ναυαγισμένη αδιάφορο
Στην άλλη μεριά ενός μεθυσμένου τηλεφώνου
Είναι γυμνή κ’ έχει στο σώμα της τόπους τόπους πληγές
Ή κρέμες νυκτός αδιάφορο αδιάφορο αδιάφορο
Γιατί τώρα αυτή τη στιγμή στην Πλατεία Κολωνακίου ώρα δύο
Μετά τα μεσάνυχτα
Εγώ και ο φίλος μου είμαστε δυό δίδυμες πηγές εξάρσεως
Ή δυό άνθη πεθαμένα στη γέννα τους
Ή δυό λαμπρά αυτοελεγχόμενα πέη
Οι πεθαμένοι φίλοι μας οι χαμένοι φίλοι μας οι καφέδες και τα
Τσιγάρα μας
Οι παπαγάλοι οι λεχρίτες οι σβηστοί.
Βέρα Βόδη ωραίο όνομα ποιητικό θαυμάσιες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις
Όπως οι ωραίες γυναίκες μπας και αγαπηθούν στο τέλος.
Οι χασάπηδες της χαράς είναι σαν άγριοι σεμνοί βασιλιάδες
Όταν πέφτουν δάκρυα στο ποτήρι το κρασί βάφεται
Όταν πέφτουν τραγούδια ματώνει
Άλλα με τίποτε Δε νερώνει
Ούτε με Βέρες Βόδη ούτε με Χρίστους ούτε με γλυκές κάμαρες.
Οι σύγχρονες κάμερες είναι συντριπτικές των αναμνήσεων.
Θα πάρω ταξί θα πάρω τσιγάρα θα πάρω λαχεία θα πάρω το
Δρόμο του γυρισμού
Και θα τον πάρω ακριβώς γιατί κανένας Δε με περιμένει
Τι Προμηθέας τι τραγουδιστής τι πρώτη αγάπη το ίδιο κάνει.
Από ένα σημείο και πέρα σβήνουν α φώτα
Δεν έχει φώτα δεν έχει λιμάνια δεν έχει φαρμακεία γενικώς
Διανυκτερεύοντα έχει
Την αθέατη πλευρά του θανάτου που ξεδιπλώνεται ανοίγει λίγο
Λίγο και τα μάτια
Γίνονται τεράστια στα μπαλκόνια τους
Έρχονται τα ΄φύλλα της καρδιάς ν’ αγναντέψουν
Καπνίζοντας το τσιγάρο τους να ονειροπολήσουν
Τα πήρε ο ύπνος κ’ έγειραν
Για πάντα.
Πριν και μετά τη Βέρα Βόδη σκοτάδι
Πριν και μετά το σκοτάδι
Πριν και μετά τα’ άνθη του αίματος σκοτάδι
Και μόνο το τραγούδι καταργεί τα άκρα
Τα φάρμακα τις υπερβολικές δόσεις χαράς
Τα’ άσπρα σπιτάκια και τα πράσινα άλογα.
Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές κόντρα στα καλά λόγια
Τα καλά παιδιά και τα καλά λάδια
Υπάρχουμε ως υπογραφές κόκινες κατακόκινες της φωτιάς
Σ’ απίθανα σημεία της νύχτας.
Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά
Τα κομμάτια μας
Και κάπου μακριά ακόμα άρχισαν να κατασκευάζονται τα νέα
Μουσικά όργανα.»
(Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

-Κ. Π. Καβάφης, «Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα…»

«Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα —
είναι προ πολλών ετών —
στην ιδίαν γη δεν ζούσα
μετά των λοιπών θνητών.

Λυρικήν την φαντασίαν
είχον, κι αν απατηλήν,
μ’ εχορήγει ευτυχίαν
όμως ζώσαν και θερμήν.

Σ’ ό,τι έβλεπε το μάτι
πλούσιαν έδιδε θωριά·
της αγάπης μου, παλάτι
μοι εφαίνετο η φωλιά.

Και το τσίτινο φουστάνι
εφορούσε το φθηνό·
σας ομνύω μοι εφάνη
κατ’ αρχάς μεταξωτό.

Της εστόλιζαν τα χέρια
δυο βραχιόλια φτωχικά·
δι’ εμένα τζοβαέρια
ήσανε αρχοντικά.

Στο κεφάλι μαζεμένα
άνθη εφόρει απ’ το βουνό —
ποια ανθοδέσμη δι’ εμένα
είχε τέτοιον στολισμό;

Ομαλούς τους περιπάτους
πάντα βρίσκαμε μαζί,
και ή δεν είχε τότε βάτους,
ή τας έκρυπτεν η γη.

Δεν με πείθει νυν το πνεύμα
των ρητόρων και σοφών
όσον έν εκείνης νεύμα,
κατ’ εκείνον τον καιρόν.

Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα —
είναι προ πολλών ετών —
στην ιδίαν γη δεν ζούσα
μετά των λοιπών θνητών.»
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

– Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποίημα στους φίλους»

«Δεν µπορώ να σου δώσω λύσεις,
για όλα τα προβλήµατα της ζωής,
ούτε έχω απαντήσεις
στις αµφιβολίες ή τους φόβους σου,
αλλά µπορώ να σε ακούσω
και να τα µοιραστώ µαζί σου.
Δεν µπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν σου ούτε το µέλλον σου.
Αλλά όταν µε χρειάζεσαι
θα ‘µαι δίπλα σου.
Δεν µπορώ ν’ αποτρέψω
να µη σκοντάψεις.
Μόνο µπορώ να σου προσφέρω το χέρι µου,
για να κρατηθείς
και να µη πέσεις.
Οι χαρές σου.
Οι θρίαµβοί σου
κι οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικά µου.
Αλλά χαίροµαι ειλικρινά
να σε βλέπω ευτυχισµένο.
Δεν κρίνω τις αποφάσεις
που παίρνεις στη ζωή.
Περιορίζοµαι στο να σε στηρίζω,
να σε παροτρύνω
και να σε βοηθώ όταν µου το ζητάς.
Δεν µπορώ να σου χαράζω όρια
που µέσα τους οφείλεις να κινείσαι,
αλλά σου προσφέρω αυτό το χώρο,
τον απαραίτητο για ν’αναπτυχθείς.
Δεν µπορώ να αποτρέψω τον πόνο σου
όταν κάποια λύπη σου σχίζει την καρδιά,
αλλά µπορώ να κλάψω µαζί σου
και να µαζέψω τα κοµµάτια,
για να τη φτιάξω από την αρχή.
Δεν µπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος θα όφειλες να είσαι.
Μονάχα µπορώ να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να ‘µαι φίλος σου.
Αυτές τις ηµέρες σκέφτηκα
τους φίλους και τις φίλες µου.
Δεν ήσουν ψηλά ούτε χαµηλά ούτε στη µέση.
Δεν ήσουν στην αρχή
ούτε στο τέλος της λίστας.
Δεν ήσουν το νούµερο ένα
ούτε το τελικό,
ούτε διεκδικώ να ‘µαι πρώτος,
δεύτερος ή ο τρίτος στη δική σου.
Φτάνει που µε θες για φίλο.
Ευχαριστώ που ‘µαι αυτό.»

-«Περί φιλίας», Χαλίλ Γκιμπράν

«..Κι ένας νέος είπε, μίλησέ μας για την φιλία..
Κι εκείνος αποκρίθηκε λέγοντας:
Ο φίλος σας είναι η εκπλήρωση των αναγκών σας. Είναι το χωράφι σας που εσείς σπέρνετε με αγάπη και θερίζετε μ’ευγνωμοσύνη.Και είναι το τραπέζι σας και το παραγώνι σας. Γιατί πηγαίνεται στο φίλο με την πείνα σας, και τον αναζητάτε για τη γαλήνη σας.
Όταν ο φίλος σας εκφράζει τις σκέψεις του, δε φοβάστε το όχι στη δική σας σκέψη, ούτε αποσιωπάτε το ναι.
Και όταν εκείνος είναι σιωπηλός, η καρδιά σας δεν παύει για να ακούσει την καρδιά του.
Γιατί στην φιλία, όλες οι σκέψεις, όλες οι επιθυμίες, όλες οι προσδοκίες γεννιούνται και μοιράζονται χωρίς λέξεις, με χαρά που είναι άφωνη.
Όταν χωρίζεσαι από το φίλο σου, δεν λυπάσαι.
Γιατί αυτό που αγαπάς πιο πολύ σ’αυτόν μπορεί να είναι πιο φανερό στην απουσία του όπως ο ορειβάτης βλέπει πιο καθαρά το βουνό από την πεδιάδα.
Και μη βάζετε κανένα σκοπό στη φιλία εκτός από το βάθαιμα του πνεύματος.
Γιατί η αγάπη που γυρεύει κάτι άλλο εκτός από την αποκάλυψη του δικού της μυστηρίου δεν είναι αγάπη παρά ένα δίχτυ που ρίχνεται στη θάλασσα και μόνο το ανώφελο θα πιάσει. Και δίνετε τον καλύτερο εαυτό σας στο φίλο σας.
Αφού θα γνωρίσει την άμπωτη του κυμάτου σας, δώστε του να γνωρίσει και την παλίρροιά του. Είναι ο φίλος σας κάτι που θα’πρεπε να γυρεύετε όταν έχετε ώρες που θέλετε να σκοτώσετε; Καλύτερα να γυρεύετε το φίλο σας πάντα όταν έχετε ώρες να ζήσετε.
Γιατί έργο του φίλου είναι να εκπληρώσει τις ανάγκες σας, αλλά όχι να γεμίσει το κενό σας.
Και μέσα στη γλύκα της φιλίας κάνετε να υπάρχει γέλιο και μοίρασμα χαράς.
Γιατί στις δροσοστάλες των μικρών πραγμάτων η καρδιά βρίσκει την καινούργια αυγή της και ξανανιώνει.»
(πηγή: Χαλίλ Γκιμπράν – Ο προφήτης)

-James Kavanaugh, «Will you be my friend?»»

“Θα είμαστε φίλοι;
Υπάρχουν τόσοι πολλοί λόγοι
που δε θα έπρεπε ποτέ να το δεχτείς.

Συχνά παρα-είμαι ντροπαλός κι αγέλαστος,
Ιδιαίτερα ευαίσθητος. Ο φόβος μου ξεσπάει σαν οργή,
μου είναι τόσο δύσκολο να αφεθώ, να χαλαρώσω!
Μιλάω όλο για μένα όταν φοβάμαι
κι άλλοτε πάλι, πάνε μέρες χωρίς τίποτα να πω.

Μα θα σε κάνω να γελάς και θα σε αγαπάω
Κι όταν λυπάσαι θα σε έχω αγκαλιά

κλαίω λιγάκι σχεδόν κάθε μέρα
γιατί με νοιάζει πιο πολύ απ’ όσο θα φαντάζονταν οι άλλοι
κι όταν καμμιά φορά αποκαλύψω την τρυφερή πλευρά μου
(το πιο ζεστό και μαλακό κομμάτι που όλο κρύβω),
Αναρωτιέμαι, θα είμαστε φίλοι?

Ένας φίλος που πέρα από αδυναμίες κι όρκους
Θα αγγίξει το μυστικό, κρυφό μου μέρος,
εκεί που είμαι πράγματι ΕΓΩ,
Θ’ αναγνωρίσει πως πονώ
στα δακρυσμένα μάτια και στα χείλη
και δεν θα πάρει δρόμο όταν με δει
πεσμένο κάτω απ’ τις προσωπικές μου ήττες
αλλά θα σταματήσει και θα μείνει
για να μου πει για τον καιρό
που ήμουν κάποτε όμορφος κι εγώ.

θα είμαστε φίλοι;
Υπάρχουν τόσοι λόγοι
που δε θα πρεπε ποτέ να το δεχτείς.

Συχνά παρα-είμαι σοβαρός,
δεν ξέρεις από μένα τι να περιμένεις,
Αλλες φορές ψυχρός κι απόμακρος
κι όλο μου φαίνεται θ’ αλλάζω και θ’ αλλάζω…
Καυχιέμαι, κοκορεύομαι, σαν το παιδί την προσοχή ζητάω
παίρνω φωτιά, εχω άγριο θυμό!

Μα θα σε κάνω να γελάς και θα σε αγαπάω
Κι όταν φοβάσαι θα σε παίρνω αγκαλιά

Κλονίζομαι λιγάκι κάθε μέρα
Γιατί φοβάμαι πιο πολύ απ΄ όσο θα φαντάζονταν οι άλλοι
κι αν κάποτε την τρομαγμένη μου πλευρά αποκαλύψω
(το αγωνιώδες φοβισμένο μου κομμάτι που όλο κρύβω)
Αναρωτιέμαι, θα είμαστε φίλοι?

Ενας φίλος που όταν φοβάμαι την κοντινή επαφή και τονε διώχνω
Πεισματικά αυτός θα μένει στο πλευρό μου
Να μοιραστεί ό,τι περίσσεψε από μια τέτοια μέρα.

Όταν κανείς δε θα θυμάται το όνομά μου,
Όταν κανένας στο τηλέφωνο δε θα καλέσει,
Όταν κανείς για μένα δε θα ανησυχήσει,
Αν έχω τίποτα ή δεν έχω…

κι αυτοί που έχω βοηθήσει κι υπολόγιζα
τόσο επιδέξια θα τρέξουνε μακριά μου

Ένας φίλος που τίποτα δικό μου όταν δε θα έχει απομείνει,
ούτε η γοητεία, ούτε η λεπτότητα, ούτε οι τρόποι,
παρ’ όλα αυτά θα παραμείνει ωστόσο…

θα είμαστε φίλοι?
Δεν έχω λόγο σοβαρό.
Απλά μονάχα στο ζητώ…»

(«Ελεύθερη μετάφραση από την Αννυ Λιγνού στα ελληνικά,
του υπέροχου ποιήματος του James Kavanaugh με τίτλο «Will you be my friend?»)

-Γιάννης Υφαντής, «Οι καημένοι οι φίλοι»

«οι φίλοι∙
δε φτάνει μόνο να εκτιμώ αυτούς τους ίδιους
θέλουν να εκτιμώ και τις γυναίκες τους
θέλουν να κάνω και με τις γυναίκες τους παρέα
δηλαδή
καλά και σώνει θέλουν
συνένοχους.»
(Γιάννης Υφαντής, Από τη συλλογή Μανθρασπέντα, 1977)

Advertisements

Single Post Navigation

9 thoughts on “Πες το με ποίηση (116ο): «Φιλία / φίλος-η»…

  1. Καλή αυριανή Γιάννη 😉

  2. 1. Οι φίλοι

    Πήγαιναν τα σύγνεφα έρημα στο δείλι,
    Τα βουνά βουβά στην ατμοσφαίρα,
    Ταξιδεύαν μου – αμίλητοι οι φίλοι
    στον αέρα.

    Είπα: οι φίλοι μου!… Η ζωή μου τρέμει-
    Οι τελευταίοι πάν’ μονάχοι τους οι τόποι
    Άπιαστοι οι γνωριμίες μου ανέμοι
    κι οι ανθρώποι.

    Όνειρο ήταν, ήταν πλάνη το πώς
    Ζούμε, φτάνει η ζωή μας φίλους νάχει,
    Χώρια ή αντάμα πάμε, όπως
    και μονάχοι.

    Όπως τα σύγνεφα έρημα στο δείλι,
    τα βουνά βουβά στην ατμοσφαίρα.
    Όπως αμίλητοι πάνε οι φίλοι μου
    Στον αέρα …

    (Γιάννης Σκαρίμπας)

    Φίλος ήσουν κι αδερφός, Χατζιδάκις

    2. Ζ΄

    Ήρθαν
    ντυμένοι «φίλοι»
    αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
    το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
    Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
    Έφεραν
    τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη
    Βίβλους γραμμάτων και αριθμών
    την πάσα Υποταγή και Δύναμη
    το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
    Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
    Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν’ αρχινίσει παιχνίδι·
    ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
    Έστησαν και θεμέλιωσαν
    στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
    πύργους κραταιούς κι επαύλεις
    ξύλα και άλλα πλεούμενα
    τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα
    στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
    Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
    Ούτε καν ένα χνάρι Θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε·
    ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
    Έφτασαν
    ντυμένοι «φίλοι»
    αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
    τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
    Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
    παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
    Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
    μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
    Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.

    EΛΥΤΗΣ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

    3. ΣΤΗ ΦΙΛΗ ΜΟΥ

    Ὅλα τὰ ἄνθη τ᾿ ἀγαπῶ
    μεθῶ στὸ ἄρωμά των
    τὸ βλέμμα νὰ βυθίζεται
    ποθῶ στὰ χρώματά των.

    Ὑπάρχει ὅμως ἓν λεπτὸν
    πολὺ εὐῶδες ἄνθος
    ποὺ δὲν μαραίνεται ποτὲ
    καὶ τ᾿ ἀγαπῶ μὲ πάθος.

    Αὐτὸ δὲ θάλλει στοὺς ἀγροὺς
    στοὺς κήπους δὲν ὑπάρχει
    καὶ τὰ ἁβρά του πέταλα
    ὁ ἥλιος δὲν θάλπει.

    Ἔδαφος ἔχει δι᾿ αὐτὸ ἡ τρυφερὰ καρδία
    μὲ θέρμη ἀπαράμιλλον καὶ λέγεται Φιλία!

    MAΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

    Δεν θέλω να ‘μαστε ούτε φίλοι ούτε εχθροί

    4. Είναι παλιό το λιμάνι

    Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω
    ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα
    ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια
    ούτε το φίλο που έφυγε για τ’ ανοιχτά.

    Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά
    να ζωντανέψει το κορμί μου και ν’ αποφασίσει.
    Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά
    του αλατιού της άλλης τρικυμίας.
    Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
    τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
    το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
    αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.

    Τ’ άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
    του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ’ ασφοδίλια.
    Μες στ’ ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ-πέρα θέλαμε να βρούμε
    τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.

    (Μυθιστόρημα, Θ’, Γιώργος Σεφέρης)

    5. Δεν τους γνωρίσαμε

    Δεν τους γνωρίσαμε
    ήταν η ελπίδα στο βάθος που έλεγε
    πως τους είχαμε γνωρίσει από μικρά παιδιά.
    Τους είδαμε ίσως δυο φορές κι έπειτα πήραν τα καράβια,
    φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οι φίλοι μας
    χαμένοι πίσω από τον ωκεανό παντοτινά.

    Η αυγή μας βρίσκει πλάι στην κουρασμένη λάμπα
    να γράφουμε αδέξια και με προσπάθεια στο χαρτί
    πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια
    το απόβραδο κατεβαίνουμε στο ποτάμι
    γιατί μας δείχνει το δρόμο προς τη θάλασσα,
    και περνούμε τις νύχτες σε υπόγεια που μυρίζουν κατράμι.

    Οι φίλοι μας έφυγαν
    ίσως να μην τους είδαμε ποτές, ίσως
    να τους συναπαντήσαμε όταν ακόμη ο ύπνος
    μας έφερνε πολύ κοντά στο κύμα που ανασαίνει
    ίσως να τους γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε την άλλη ζωή,
    πέρα από τ’ αγάλματα.

    (Μυθιστόρημα, Ε’, Γιώργος Σεφέρης)

    Eίδα ένα φίλο, Ζερβουδάκης

    6. Φιλία

    Είναι η αναμενόμενη ώρα
    Πέφτουνε πάνω στο τραπέζι
    Ατέλειωτα
    Της λάμπας τα μαλλιά
    Η νύχτα αλλάζει το παράθυρο σε απεραντοσύνη
    Κανείς δεν είν εδώ
    Η ανώνυμη παρουσία με κυκλώνει .

    Octavio Pas, Μετάφραση : Αργύρης Χιόνης

    7. ΩΔΗ ΣΤΗ ΧΑΡΑ

    «Y a d’ la joie»
    Charles Trénet

    Τους φίλους σας να σκέφτεστε
    χωρίς αιτία και μνήμη, έτσι
    ααμίλητους σκυφτούς να περπατούν
    έντονα να τους σκέφτεστε να κλαίτε
    μόνο και μόνο γιατί υπάρχουν και δεν ξέρετε
    πώς τον κοιτούν τον κόσμο αυτή την ώρα.

    Αυτή την ώρα που δεν κάνετε άλλο
    παρά μονάχα σκέφτεστε τους φίλους
    είναι όπως όταν απερίσπαστοι
    ακούτε μουσική:
    αλλά όταν σκέφτεστε τους φίλους απερίσπαστοι
    χωρίς να κάνετε άλλο
    ακούγεται σιγά
    μουσική.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

    Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Δάμων και Φιντίας

    8. Το Δέντρο των Φίλων

    Υπάρχουν άνθρωποι στη ζωή μας,
    που μας κάνουν ευτυχισμένους,
    χάρη στην απλή σύμπτωση
    να συναντηθούν τα μονοπάτια μας.
    Κάποιους τους έχουμε σε όλη τη διαδρομή στο πλάι μας,
    βλέποντας πολλά φεγγάρια να περνάνε,
    ενώ κάποιους τους βλέπουμε ελάχιστα μεταξύ δύο βημάτων.
    Όλους τους ονομάζουμε φίλους,
    και υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη αυτών.
    Ίσως το φύλλο κάθε δέντρου να χαρακτηρίζει τους φίλους μας.
    Το πρώτο που ξεπροβάλλει είναι ο πατέρας και η μητέρα μας,
    μάς δείχνουν τι είναι η ζωή.

    Στη συνέχεια έρχονται οι αδελφικοί φίλοι,
    με τους οποίους μοιραζόμαστε το χώρο μας,
    για να ανθίσουν και αυτοί όπως κι εμείς.
    …..
    Καταλήγουμε να αναγνωρίσουμε σε ολόκληρη την οικογένεια φίλων,
    αυτούς που σεβόμαστε και επιθυμούμε το καλό τους.
    Επιπλέον, η μοίρα μάς φέρνει και άλλους φίλους,
    αυτούς που δεν γνωρίζαμε ότι επρόκειτο να διασχίσουν το δρόμο μας.
    Πολλούς από αυτούς τους ορίζουμε ως αδερφές ψυχές,
    φίλους καρδιακούς.
    Είναι ειλικρινείς, είναι αληθινοί.
    Ξέρουν πότε δεν είμαστε καλά,
    ξέρουν τι μας κάνει ευτυχισμένους.
    Και, μερικές φορές, κάποια από αυτές τις αδελφές ψυχές,
    αναφλέγεται μέσα στην καρδιά μας,
    και τότε γίνεται ερωτικά εμπνευσμένος φίλος.
    Αυτός δίνει λάμψη στα μάτια μας, μουσική στα χείλη μας,
    φτερά στα πόδια μας, πεταλούδες στο στομάχι μας…
    …..
    Υπάρχουν επίσης οι περιστασιακοί φίλοι,
    αυτοί που γνωρίζουμε σε κάποιες διακοπές,
    ή για λίγες μέρες ή ώρες.
    Αυτοί συνήθως στολίζουν το πρόσωπό μας με πολλά χαμόγελα,
    για όσο καιρό είμαστε κοντά τους.
    Μιλώντας για κοντά,
    δε θα μπορούσαμε να ξεχάσουμε τους μακρινούς μας φίλους,
    εκείνους που είναι στην άκρη των κλαδιών,
    και όταν ο άνεμος φυσάει,
    εμφανίζονται πάντα μεταξύ του ενός φύλλου και του άλλου.
    Περνάει ο καιρός, το καλοκαίρι φεύγει, πλησιάζει το φθινόπωρο,
    και χάνουμε κάποια από τα φύλλα μας –
    μερικά γεννιούνται σε άλλο καλοκαίρι,
    και μερικά παραμένουν για πολλές εποχές.
    ……
    Αλλά αυτό που μας κάνει πιο ευτυχισμένους,
    είναι η συνειδητοποίηση ότι τα φύλλα που έπεσαν,
    συνεχίζουν να είναι κοντά μας,
    να τρέφουν τις ρίζες μας με χαρά.
    Είναι αναμνήσεις εκπληκτικών στιγμών,
    που διασχίσανε το μονοπάτι μας.

    Σας εύχομαι, φύλλα του δέντρου μου,
    ειρήνη, αγάπη, υγεία, τύχη και ευημερία.
    Σήμερα και πάντα ….
    Γιατί απλά κάθε πρόσωπο που έρχεται στη ζωή μας,
    είναι μοναδικό.
    Πάντα αφήνει κάτι από τον εαυτό του,
    και παίρνει ένα κομμάτι από εμάς.
    Θα υπάρξουν και εκείνοι που μας πήραν πολλά,
    αλλά δε θα υπάρξουν αυτοί που δεν μας άφησαν τίποτα.
    Αυτή είναι η μεγαλύτερη ευθύνη της ζωής μας,
    και η πιο προφανής απόδειξη,
    ότι δύο ψυχές δε συναντιούνται τυχαία.
    Χ. Λ. Μπόρχες.

    Φοίβος Δεληβοριάς – Παλιοί Φίλοι

    9. Ματσούο Μπασό:

    Χώρια θα ζούμε, φίλοι μου,
    σαν τις αγριόχηνες
    που χάθηκαν στα σύννεφα.

    10. Ιδιωτικό μνημόσυνο

    Ο καλύτερός μου φίλος έφυγε
    χωρίς προειδοποίηση
    είχα βέβαια κι εγώ τις δουλειές μου, τα συμφέροντά μου να φροντίσω,
    εν ενί λόγω τις σκοτούρες μου.
    Μάθαινα πως είχε κι αυτός τις δικές του.
    Κάνεις έτσι τα δάχτυλά σου
    μετράς μια μέρα το επί του συνόλου και βλέπεις τρομάζοντας
    πόση ζωή
    άφησες απέξω.

    Φυσικά, δεν είπε ποτέ (τόσα χρόνια φιλίας!) μια καλή κουβέντα
    για τα ποιήματά μου.
    Φυσικά, έπαιζε καλύτερη μπάλα.
    Τον βλέπω να διαλέγει με αντικειμενικά κριτήρια την ενδεκάδα του
    κι εμένα να με βιδώνει στην κερκίδα.

    Τέτοιο κωλόπαιδο μού έτυχε να έχω φίλο παιδιόθεν.
    Ούτε ένα σήμα, ούτε ένας υπαινιγμός ότι φεύγοντας με σκέφτηκε
    ότι του άρεσαν κάποιες ντρίπλες μου
    ότι συμβούλευε -έστω κι αργά- να με συμπεριλάβουν στην ομάδα.
    Καθ’ όσον με αφορά δεν άφησε πίσω του διαθήκη.
    Αν όχι για τη θέση τού εξτρέμ, ούτε για τη θέση τού μπακ διατύπωσε γνώμη.
    Δεν είχα σταθερότητα, δεν με εμπιστευόταν στο γήπεδο.

    Τέτοιο κωλόπαιδο μού έτυχε να έχω φίλο
    Άντε να πνιγείς εκεί που πας, όπου κι αν πας, δεν σε χρειάζομαι
    δεν έχω κατ’ ελάχιστον την ανάγκη σου
    μπορώ να τα βγάλω πέρα και μόνος μου με τον διαιτητή
    βλέπω ολοκάθαρα το γκολπόστ.

    Κι όμως, για κάποια αδιευκρίνιστη στα ποιήματά μου αιτία,
    για κάποιο μυστηριώδη λόγο που σε έκανε μέχρι τούδε αειθαλή
    παρά την επαίσχυντη αναχώρησή σου
    συμβαίνει
    να μου λείπεις.

    ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ

    Όλοι μου οι φίλοι παντρευτήκανε, Λουκιανός Κηλαηδόνης

    11. Ένα ποίημα φιλίας

    Δεν είμαστε εραστές
    για τον έρωτα
    που κάνουμε
    μα για τον έρωτα
    που έχουμε
    Δεν είμαστε φίλοι
    για τα γέλια
    που ξοδεύουμε
    μα
    για τα δάκρυα
    που μαζεύουμε
    Δεν θέλω να είμαι κοντά σου
    για τις σκέψεις που μοιραζόμαστε
    μα για τις λέξεις που ποτέ δεν
    χρειάζεται να πούμε
    Δεν θα μου λείψεις ποτέ
    γι’ αυτά που κάνουμε
    μα γι’ αυτό που είμαστε
    μαζί.

    Nikki Giovanni, μτφρ.: Βάσια Τζανακάρη

    12. Στήνουν καρτέρι

    Οι δήθεν φιλίες να τελειώνουν.
    Για να έχεις τα πρωτεία βήμα δεν κάνεις πίσω.
    Το θράσος και η μοχθηρία σου στήνουν καρτέρι.

    Η υποκρισία και οι δήθεν φιλίες να τελειώνουν.
    Είσαι σαν τις κακοτοπιές και τα αγκάθια,
    σαν μια απειλή πάνω από το κεφάλι μου.

    Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων, 2012

    13. Μην περπατάς μπροστά μου
    μπορεί να μην ακολουθήσω,
    μην περπατάς πίσω μου
    μπορεί να μην σε οδηγήσω,
    απλά περπάτα δίπλα μου και γίνε φίλος μου.

    (Αλμπέρ Καμύ )

    Σωτηρία Μπέλλου – Μοναχικέ Μου Φίλε

    14. Ω ΦΙΛΟΙ, ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ

    Φίλοι παλιοί χρυσάφι παλιό
    χρόνια κρυμμένοι στις σκιές
    το θάνατό τους τον μαθαίνουμε απ’ τις εφημερίδες.

    Στα μαγεμένα σπίτια τους είχαν καθρέφτες σκοτεινούς.
    Τα βράδια ντύνονταν πτηνά να ξεγελούν τους ουρανούς.
    Νιώθαν ασφάλεια μες στις χαράδρες του έρωτα
    ύψωναν πόρτες στις ερήμους
    κυκλοφορούσαν μόλις νύχτωνε σαν αυτοκράτορες.

    Με τόσες μάσκες, μεταμορφώσεις και μονολόγους
    δε φταίει κανείς που χάθηκαν μέσα σε τόσους ρόλους
    μήτε που τρίζει το βασίλειο σαν το σπασμένο καναπέ.

    Ω φίλοι, φίλοι μου,
    μιλήσατε τα ελληνικά σαν τα ξερά φύλλα της λεύκας
    στον αέρα.

    Μάνος Ελευθερίου, «Το νεκρό καφενείο» εκδ. Καστανιώτη, β΄ έκδοση 2006

    Φιλίες, Πέτρος Πανδής

    15. Φιλίες
    Στὸν Ἀναστάσιο Δρίβα

    Ὁ ἀγαπημένος οὐρανὸς
    τόσο ἀφελὴς τόσο ἀγαθὸς
    μὲ τὸ ἄπλετό του φῶς μᾶς ἐνοχλεῖ·
    δὲ συγχωρεῖ
    νὰ ἐρωτευτοῦμε τὴ ζωή,
    μὲ προθυμία

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    16. Γλυκέ μου φίλε

    Γλυκέ μου φίλε, που ‘φυγες μακριά απ’ τη θάλασσα πέρα,
    Σκύψε να πάρεις τα ρόδα που ‘φερα για σένα
    Γλυκέ μου φίλε, από τους γήινους μου θησαυρούς
    Εσύ τον πιο ακριβό μαζί σου πήρες

    Με ‘κλέψαν, με ξεγέλασαν,
    δεν έχω δαχτυλίδι για να σε θυμάμαι, μήτε γράμματα,
    Θυμάμαι όμως καλά και την παραμικρή ρυτίδα
    Της πάντα έκπληκτης μορφής σου

    Καλώ τη βροχή, καλώ τη βροχή
    Μα δεν θα επιστρέψεις, ούτε θα ‘ρθεις,
    Μόνο το ρόδο στο βάζο μου
    Χωρίς νερό εδώ και μέρες …
    Καλώ τη βροχή, τη χθεσινή βροχή,
    Μα το επιθανάτιο ρίγος δεν έρχεται,
    Το ρόδο στο βάζο μου μαράθηκε
    Εδώ και κάποιες μέρες . . .

    Στη μνήμη μου χαράχθηκε ικεσίας βλέμμα
    και επιμονής, που με καλούσε δίπλα σου να κάτσω
    Κι εκείνο το χαμόγελο από το μεγάλο Μακριά,
    Που εξόντωσε η κοσμική κολακεία . . .

    Γλυκέ μου φίλε, που έφυγες για το αιώνια ταξίδι
    Σα λόφος νεαρός ανάμεσα σε άλλους γήλοφους!
    Προσευχήσου για μένα στην παραδείσια κοιλάδα,
    Να μη μείνουν άλλοι φάροι όρθιοι.

    (Μαρίνα Τσβετάγιεβα. Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

    Φίλε, Τσανακλίδου

    17. Μια βαθιά βαθιά πνιγμένη σιωπή

    Αλλά έχεις φίλους

    Βαθιά σιωπή

    Έχεις πολλούς φίλους. Τι τους προσφέρεις για να σε υποστηρίζουν;

    Βαθιά σιωπή

    Τι τους προσφέρεις για να σε υποστηρίζουν;

    Βαθιά σιωπή

    Tι τους προσφέρεις;

    Σιωπή

    ΣΑΡΑ ΚΕΙΝ

    18. Αχ, φίλοι μου, δεν ξέρετε, δεν ξέρετε
    τι είναι η ζωή που κρατάτε στα χέρια σας…
    Αφήνεται να σας γλιστρά, να σας γλιστρά
    κι η νιότη είναι σκληρή, δεν έχει μεταμέλεια
    Και σε καταστάσεις που δε βλέπει θα χαμογελά.

    (Τ. Σ. Έλιοτ)

    19. ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΚΥΛΟΙ

    αυτοί
    με αγαπάνε πιο πολύ
    αυτοί με ξέρουν
    στα μάτια μου
    ορκίζονται
    ( είσαι η κούκλα μας,
    μου λένε )
    μέρες μου γλείφουν
    τις ουλές
    ( είσαι η φάτνη μας,
    μου λένε )
    οι φίλοι και οι σκύλοι
    Οι φίλοι μου.
    Οι σκύλοι μου.

    ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΜΠΑΣΔΕΚΗ

    Φίλοι κι αδέρφια

    20. Τρεις φίλοι

    Μισίρι, Μαυροθάλασσα, Μοριάς,
    ανταμώσαμε τρεις, χαρά και νιάτα,
    στ’ αθάνατα Παρίσια, νικητάδες,
    ζωντανοί σε μιλιούνια σκοτωμένους.

    Χεροπιασμένοι πήραμε τη στράτα
    της Λευτεριάς, της Ομορφιάς κι Αλήθειας.
    Το ξέραμε, δε βγαίνει. Ήταν γεμάτα
    θανάτους πλερωμένους τα περάσματα.

    Μια φάρα, σ’ όποια θάλασσα, όποια χώρα,
    οι Αφέντες, νικητάδες, νικημένοι.
    Κι ωστόσο προχωρούσαμε αεράτοι
    βιαστικά να προφτάσουμε το Μέλλον…

    Άξαφνα νιώθω μοναξιά και κρύο.
    Κοιτάω, πισωδρομούσατε ξανά
    στη ζεστασιά της σάπιας πολιτείας
    όπου τρώγει ένας τον άλλονε, κι οι πράξες

    αλλιώς είναι κι αλλιώς τις μολογάνε.
    Γνωστέψατε νωρίς· αρχή σοφίας:
    ντροπή καμιά σ’ αντρόπιαστο ντοβλέτι.
    Φτύνε τα πάντα και τον εαυτό σου!

    Ξεχαστήκαμε. Ο Χάρος δε μας ξέχασε,
    μας πήρε τον καθένα χωριστά.
    Εσάς με τάφο και σταυρό κι ονόματα,
    κι αφορεσμένος κι άταφος εγώ.

    Αλλ’ όντας σκούζουν, νύχτα, οι χειμωνιάτες
    ανέμοι και σαρώνουν τα μουγγά
    τα χώματα των τάφων και τα γράμματα,
    ο λάκκος ο δικός μου θα φωνάζει:

    «Την ψεύτρα ζήση αληθινά την έζησα,
    μα πηδώντας τη λάσπη εσακατεύτηκα!»

    ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ, Οργή λαού

    Γι’ αυτό υπάρχουνε οι φίλοι: Νταλάρας Γιώργος

    21. ΦΙΛΙΑ ME ENA ΔΕΝΔΡΟ

    «Διαβλέπω σε εσάς έναν μοναχικό άνθρωπο που θα συμβιβαζόταν με τη φιλία ενός δέντρου».

    Αναρωτήθηκα αν είχε ξυρίσει το μέτωπό του για να το κάνει να δείχνει πιο μεγάλο, και όλο κακία τού απάντησα: «Μην το λέτε. Δεν θα μπορούσα να καλέσω ένα δέντρο για περίπατο».

    Γελάσαμε και οι τρεις. Ο νεαρός έριξε προς τα πίσω το μαδημένο μέτωπό του και συνέχισε: «Σωστά. Το δένδρο είναι ένας φίλος που μένει πάντα πίσω».

    Φελισμπέρτο Eρνάντες

    22. Φίλοι που φεύγουν

    Φίλοι που φεύγουν
    Που χάνονται μια μέρα
    Φωνές τη νύχτα
    Μακρινές φωνές
    Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
    Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
    Ερείπια σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες.
    Εφιάλτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα.
    ( μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά; )

    Μανόλης Αναγνωστάκης

    23. Οι φίλοι μου δραπετεύουν.
    Πουλάνε τα κλειδιά και φεύγουν. Ολοένα, ολοένα πλησιάζουν.
    Κουρελιάζουν τα σύννεφα κι αρπάζουν απ’ τα μαλλιά τον άνεμο
    Οι πόρτες ανοίγουν διάπλατες κι απ’ τα παράθυρα
    Μπαίνουν οι καταιγίδες. Πρόσωπο φοράνε το φεγγάρι.

    Νάνος Βαλαωρίτης

    Νίκος Παπάζογλου – Του Φίλου

    24. ΣΕ ΓΚΑΡΔΙΑΚΟ ΜΟΥ ΦΙΛΟ

    Οι μούλες παίζουνε χωρίς εσένα στα καπούλια
    Κι εγώ, Γεράσιμε, γυρνώ, στην πρώτη μου επωδό.
    Εχάσαμε τα δέντρα μας, ξεχάσαμε την πούλια
    μήτε μια πέτρα του Θεού δεν βρίσκεις καν εδώ.

    Εμείς οι δυό μας έπρεπε να μείνουμε ξωμάχοι
    με καμιά τέχνη απ’ τις παλιές, τις πατρογονικές
    Θα κάναμε όλες τις δουλειές, θα τρώγαμε ό,τι λάχει
    Με τα καλά σου θά ‘βγαινες κι εσύ τις Κυριακές.

    Μα πάλι σάμπως από κει δεν ήρθα; Δεν τα ξέρω;
    Από καλό του θ’ άφηνε κανείς την εξοχή;
    Σπέρνουν κι ουδέ το σπόρο τους δεν πιάνουνε το θέρο,
    θέρμες, οργή, δεν έφτανε που βρέθηκαν φτωχοί.

    Η μάνα μου, ο πατέρας σου, κι εκείνοι βέβαια σκάβουν,
    είναι καιρός που φύγαμε, θα καρτερούν καιρό.
    Δεν ξαίρουν γράμματα πολλά για να μας καταλάβουν.
    Κι εμείς -α, πώς να τον ειπώ το λόγο τον πικρό;

    Του Γεράσιμου Γρ. ενθύμιο
    Γιώργος Κοτζιούλας

    25.[Αποχαιρετώντας ένα φίλο]

    Είναι γαλάζια τα βουνά εκεί στα βόρεια τείχη,
    Κάτασπρο το ποτάμι που τα ζώνει·
    Εδώ θα πρέπει να χωρίσουμε
    Και να διασχίσουμε χιλιάδες μίλια ξερή χλόη.

    Ο νους σύννεφο ταξιδιάρικο, πλατύ,
    Και η δύση γέρνει, όπως δυο γνώριμοι παλιοί
    Αποχαιρετιούνται, σκύβοντας από μακριά με σταυρωμένα χέρα.
    Τ’ άτια μας χλιμιντρίζουν το ‘να στ’ άλλο
    στου χωρισμού την ώρα.

    Έζρα Πάουντ [Μετάφραση: Τάκης Μενδράκος]

    Την παιδική μου φίλη την είδα ξαφνικά

    26. ΦΙΛΕΣ

    Πρέπει, λοιπόν, αυτές τις τρεις να επαινέσω—
    τις τρεις γυναίκες που μου χάρισαν
    ό,τι χαρά στις μέρες μου έχω να γυρέψω.

    Την πρώτη, που μήτε μια στιγμή
    μήτε καμιά —από εκείνες τις επίμονες— φροντίδα,
    τίποτε, τίποτε σ’ αυτά τα δεκαπέντε
    συχνά τυραννισμένα, ταραγμένα χρόνια
    δεν μπήκ’ εμπόδιο να χωρίσει
    τον νου από τον μαγεμένο νου.

    Τη δεύτερη, γιατί το χέρι της
    είχε τη δύναμη να ελευθερώσει
    ό,τι κανείς μας δεν μπορεί να εννοήσει,
    ό,τι κανείς μας δεν μπορεί να ‘χει και να κρατήσει,
    τ’ ονειροπόλο το φορτίο της νιότης, μέχρι που
    τόσο με άλλαξε, ώστε τώρα ζω
    κι ανθίζω μες στην έκσταση.

    Και τί να πω γι’ αυτήν που μου άρπαξε
    τα πάντα μέχρι το τέλος της νεότητός μου
    στρέφοντας σπάνια συμπονετικό το βλέμμα;
    Πώς ίσως θα ‘πρεπε αυτήν να επαινέσω;
    Καθώς που η μέρα ό,τι χαράζει,
    μετρώντας τα καλά και τ’ άσχημά μου,
    άγρυπνος έχω μείνει για χατίρι της,
    να ενθυμούμαι τη μορφή της,
    Τί γερακίσια όψη ακόμη δείχνει,
    ενώ απ’ τα μύχια της καρδιάς μου
    τόσο μεγάλη τρυφερότητα αναβλύζει
    που από τα πόδια ως την κορφή με συγκλονίζει.

    William Buttler Yeats, 1865-1939-Μετάφραση : Σ ο φ ί α Σ κ ο υ λ ι κ ά ρ η

  3. Ciao Petra!.. Καλώς ξαναβρεθήκαμε, καλό φθινόπωρο! Και με τη νίκη σήμερα, του ΣΥΡΙΖΑ βεβαίως!!!

    Δεν ξέρω αν συμφωνείς με τον Ουάιλντ, εγώ πάντως συμφωνώ:

    -«Δεν μπορεί να υπάρξει φιλία ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα. Υπάρχει πάθος, μίσος, λατρεία, αγάπη, αλλά όχι φιλία» (Ουάιλντ Όσκαρ)

  4. Ciao Aggeliki!… Απασχολημένος με τις εκλογές βρίσκω λίγο χρόνο για το σχόλιό μου…

    -“«Γιατί», ὅπως πολύ σωστά εἶπε κάποτε κι ὁ φίλος μου ὁ Τίτος,
    «Κανένας στίχος σήμερα δέν κινητοποιεῖ τίς μάζες
    Κανένας στίχος σήμερα δέν ἀνατρέπει καθεστῶτα»”
    (Μανόλης Αναγνωστάκης)

    -Παναγιώτη Καποδίστρια, «Περί φιλίας»

    «Επέχει θέση τάφου η Φιλία.
    Εκθέτεις εκεί μέσα κτερίσματα θαυμάτων
    θολά τζαμάκια της αποκαρδίωσης
    φωνούλες ανεφάρμοστες
    ή αισθήματα ληγμένα.

    Μια ζωή σε Ονειροτροφείο
    τι κατάλαβες;

    Ορθώσου τώρα στη γωνιά μετόνα πόδι
    παιδί τιμωρημένο
    και τις φιλίες απ’ την αυλή να σε χλευάζουν.»
    (http://www.parathemata.com/2011/02/blog-post_26.html)

    -Μπ. Μπρεχτ, «Οι φίλοι»

    «Εμένα, το θεατρικό συγγραφέα,
    Ο πόλεμος με χώρισε από το φίλο μου το σκηνογράφο,
    Οι πολιτείες που δουλέψαμε δεν υπάρχουν πια.
    Όταν διαβαίνω από πολιτείες που υπάρχουν ακόμα
    Λέω κάποτε: εκείνο το γαλάζιο κομμάτι ύφασμα
    Ο φίλος μου θα το τοποθετούσε καλύτερα.»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

    -Αντρέι Μπέλι, «Στους φίλους»

    «πέθανε από του ήλιου τις αχτίδες
    Κι ας πίστευε στην ακτινοβολία τη χρυσή.
    Τους αιώνες μετρούσε με τη σκέψη,
    Μα δεν μπόρεσε να ζήσει τη ζωή.

    Το νεκρό μην κοροϊδεύετε ποιητή:
    Φέρτε του καλύτερα ένα στεφάνι.
    Πάνω στο σταυρό κάθε εποχή
    Το πορσελάνικό μου χτυπιέται στεφάνι.

    Τα λουλούδια του είναι σπασμένα.
    Η εικόνα έχει θολώσει.
    Είναι πολύ βαριές οι πλάκες,
    Κάποιον καρτερώ να τις σηκώσει.

    Μ’ άρεσε μόνο ο ήχος των καμπάνων
    Και το ηλιοβασίλεμα.
    Γιατί να πονώ τόσο πολύ, τόσο πολύ!
    Δε φταίω σε τίποτα.

    Λυπηθείτε με, ελάτε –
    Μ’ ένα μπουκέτο θα σας συναντήσω.
    Ω, αγαπάτε με, αγαπάτε –
    Ίσως να μην πέθανα, ίσως
    Ξυπνήσω –
    Να γυρίσω!»
    (Ρώσοι ποιητές του 20ου αιώνα, Μεσόγειος)

  5. 1. ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ ΤΑ ΦΙΔΙΑ

    Ίσως τα φίδια που μας ζώνουν
    να ‘ναι πλάσματα καλά
    χρήσιμα
    αφού ελευθερώνουν τις υποψίες μας
    γύρω από τις ψεύτικες υποσχέσεις.
    Και όπως ελίσσονται
    μας διδάσκουν ότι καμιά πραγματικότητα
    δεν είναι πιο πολύτιμη, πιο αληθινή
    απ’ την ανάσα της στιγμής.
    Τι σου υποσχέθηκαν οι άνθρωποι;
    Γλυκιά ζωή;
    Μα θέλει μεγάλη φαντασία.
    Τι σου υποσχέθηκαν οι άγιοι;
    Αιώνια ζωή;
    Μα θέλει μεγάλη αντοχή.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ, Η ανορεξία της ύπαρξης

    2. Οι πέτρες φιλενάδες

    Να ‘ταν να γίνουν οι πέτρες φιλενάδες
    η Αννούλα, η Μαρία, η Χριστίνα
    εκεί στην πλαγιά, να μοιάζουν τα λιθάρια
    με τα κεφάλια μας
    σαν σκύβαμε πάνω στα βιβλία, στο σίδερο
    τα φουστάνια να σιδερώσουμε για το χορό
    να καίμε ολόκληρες σαν τα βότσαλα
    όπως όταν μαυρίζαμε στην άμμο,
    κυλάγαμε, γελάγαμε με γέλια πνιχτά
    γιατί νιώθαμε νύχια αντρικά αρπαχτικά
    να γαντζώνονται πάνω μας
    για να ισορροπήσουν τα φανταστικά φτερά τους.

    Και για τον έρωτα θα μιλάμε
    οι πέτρες φιλενάδες
    και θα ζηλεύει η μια την άλλη
    για την αγάπη του ήλιου
    που πάνω μας τρέχει
    γλιστράει και φεύγει
    χωρίς ποτέ να σταθεί
    χωρίς ποτέ σε καμιάς
    τη λίθινη αμασχάλη να κουρνιάσει.

    «Να, οι καινούργιες φιλενάδες μου
    οι εξομολογήτρες πέτρες»
    θα πω στον ουρανό
    σαν έρθει η στιγμή να τις συστήσω.

    Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Μεταφράζοντας σε έρωτα
    της ζωής το τέλος, 2003
    δημοσιεύτηκε στο περ. Νέο Επίπεδο, τεύχ. 1. Μάιος 2012

    Το φιλαράκι, Σοφία Βόσσου

    3. Τρεις φίλοι ήρθανε να με δουν

    Όλα έμοιαζαν σήμερα σάμπως νάρθε ο Ταΰγετος
    ενώ ήμουν εγώ που πήγαινα πάντοτε. Τον έβλεπα που όλο
    πλησίαζε, που όλο και πιο καθαρές
    οι πτυχές κ’ οι κορφές του, κινούμενες μέσα
    στο φως, αερόπαιζαν-

    Ερχόνταν κ’ οι τρεις τους.
    Δεξιά του ο Άη – Γιώργος στ’ ασημένιο του άλογο.
    Η Παναγιά στα ζερβά του, με το ανάλλαχτο εκείνο
    φορεμά της το κόκκινο. Μια τούφα χρυσό
    ανοιξιάτικο φως τα μαλλιά της, κυμάτιζαν.
    Στο ένα χέρι της κράταγε κλωνάρι από δρύ,
    μυρτόκλαδο στο άλλο της.
    Έδειχνε είκοσι
    χρονών ο Ταΰγετος. Η Παναγιά δεκατέσσερω.

    Ο Άη- Γιώργης τρέχοντας έξω απ’ την πόλη
    και σε λίγο, επειδή δε χωρούσαν να μπουν
    απ’ την πόρτα στο σπίτι μου, τους άνοιξα ένα
    μεγάλο παράθυρο στην ψυχή μου και πέταξαν
    μέσα τριαντάφυλλα.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    4. ΜΙΚΡΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ

    Ὅταν ἤμουν μικρό παιδί, ὅπως εἶναι
    τ’ ἀρνάκια πού παίζουνε
    στό λειβάδι τήν ἄνοιξη,
    εἶχα φίλους τίς πασχαλίτσες
    εἶχα φίλους τίς λιμπελούλες
    εἶχα φίλους τά λουλουδάκια.

    Μετά πού μεγάλωσα, ἀγαποῦσα τό φῶς
    καί κοιτοῦσα ψηλά, εἶχα φίλους τά ὄνειρα.

    Τά χρόνια περνούσανε καί τώρα πού πιά
    δέν εἶμαι καθώς τ’ ἀρνάκια πού παίζουνε
    στό λειβάδι τήν ἄνοιξη,καί δέν κάνω ὄνειρα,
    ἔχω φίλους μου τά παιδιά:

    -τό Δημήτρη, τό Νικηφόρο-
    ἔχω φίλους μου τά παιδιά
    τά λευκά καί τά ἔγχρωμα
    -τήν Πάλμο, τό, Λῆ-
    ἔχω φίλους μου τά Νεγράκια
    καί θυμᾶμαι τις πασχαλίτσες
    και θυμᾶμαι τίς λιμπελοῦλες
    καί θυμᾶμαι τά λουλουδάκια
    καί θυμᾶμαι τά ὄνειρα.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    Λουκιανός Κηλαηδόνης – Η παρέα

    5. ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΜΑΣ ΦΙΛΟΙ

    Κάποτε τα πράγματα φαίνονταν απλά
    Έμοιαζαν αιώνια
    Και ας γνωρίζαμε ότι «πάντα ρει και ουδέν μένει»
    Νομίζαμε ότι γνωρίζαμε τον εαυτό μας και τους άλλους
    κι ας είχαμε διδαχθεί τα «εν οίδα ότι ουδέν οίδα»

    Μπορεί πλέον να μη βλεπόμαστε συχνά
    Μπορεί και να ψυχραθήκαμε με ορισμένους για κάποιους λόγους
    Μπορεί να πήραμε διαφορετικούς δρόμους
    Αυτά όμως που ζήσαμε μαζί κάποτε
    Εξακολουθούν να έχουν τη δική τους ζωή
    Δεν σβήνονται με τίποτε

    Τάσος Αγγελίδης

    6. Οι φίλοι μου πέθαναν

    Οι φίλοι μου πέθαναν
    ή παντρεύτηκαν

    αλήθεια σας λέω
    δεν ξέρω για ποιους πενθώ
    περισσότερο
    ούτε ποιοι είναι λιγότερο
    δυστυχισμένοι.
    ΣΠΥΡΟΣ ΔΟΪΚΑΣ

    Zbigniew Preisner – Goodbye My Friend

    7. Οι φίλοι

    Σταματώ.
    Μες στο αργό φως τίποτα δεν κινείται
    Η μέρα άσπρη και παράλυτη

    Θυμάμαι τα μεθυσμένα μάτια τη νύχτα,
    τη μουσική που έρχεται κομματιασμένη,
    σπασμένη στο πρώτο ανέβασμα της μνήμης.
    Ο οίκος του πατρός μου πνιγμένος
    στην τσουκνίδα και στ’ αγριόχορτα.

    Οι φίλοι φυτεμένοι σ’ άγονα χώματα
    μες στον αργό τους θάνατο επιζούνε.
    Άλλοτε ωραίοι, διασκελίζοντας το φως,
    πρόσωπα απέναντι στον άνεμο,
    μάτια που κυματίζαν, ανοιχτά πανιά,
    περνούν σκυφτοί μέσα στο χρόνο.

    Ο χρόνος ανεβαίνει λασπωμένος,
    φορτωμένος αμαρτίες άλλων,
    σκληρά πατήματα στην άσφαλτο.
    – Αποφασισμένος. Η λάμψη
    σκίζει τα μέτωπα, τα στενά μάτια.
    Τώρα
    πυροβολούν μπροστά∙
    τα μάτια τους

    Τρυπούν το πρόσωπό τους.
    Βγαίνουν μέσα από την απόσταση
    οι οπλισμένοι νεκροί, οι αφημένοι,
    ένα άσχημο φως διαγράφει κινήσεις
    βαθιά στο σκοτεινό μέλλον…
    Οι άλλοτε ωραίοι

    Εδώ. Ριγμένος. Δεν ακούγεται
    ο κρότος της μέρας. Δεν τρίζουν
    τα βήματα της μνήμης.
    Το φως περνάει από το παράθυρο
    και μου τρυπάει το δέρμα

    Αναστάσης Βιστωνίτης, Από τη συλλογή Τέφρες (1980)

    8. «Οι φίλοι»

    Δεν είναι η θύμηση των σκοτωμένων φίλων
    που μου σκίζει τώρα τα σωθικά.
    Είναι ο θρήνος για τους χιλιάδες άγνωστους
    που αφήσανε στα ράμφη των πουλιών
    τα σβησμένα μάτια τους
    που σφίγγουνε στα παγωμένα χέρια τους
    μια φούχτα κάλυκες κι αγκάθια.
    Τους άγνωστους περαστικούς διαβάτες
    που ποτέ δε μιλήσαμε
    που μόνο κάποτε για λίγο κοιταχτήκαμε
    όταν μας έδωσαν τη φωτιά του τσιγάρου τους
    στο βραδινό δρόμο.
    Τους χιλιάδες άγνωστους φίλους
    που έδωσαν τη ζωή τους
    για μένα.

    Τίτος Πατρίκιος (19 Γενάρη 1949)

    Demis Roussos, My Friend The Wind

    9. Πίσω από κλειστές πόρτες το λιβάδι.
    Στο λιβάδι η πηγή απ όπου ήπιαμε εγώ και εσύ .
    Μετά από τόση ζωή και στις φλέβες μας κυλάει το ίδιο νερό.
    Παιδικέ μου φίλε, τόσα χρόνια χώρια, χύσαμε την ίδια αθωότητα
    να ξεπλύνουμε δρόμους που περπατήσαμε.
    Τώρα ιδρώνω απέναντι σου,
    έλιωσε το μάτι του αέρα καθώς σε κοιτώ.
    Το νερό κόχλασε απ τα ποδοβολητά της καρδιάς.
    Της καρδιάς που έρρεε πίσω απ τις κλειστές πόρτες.

    Έλενα Λυμπεροπούλου

    Carole King – You’ve got a friend

    10. Γ’ Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον

    Στο Παρθεναγωγείο των αγγέλων
    Φίλες παντοτινές.
    Μενεξελί μελάνι άκρη δεξιά
    Καλλιγραφία
    Χέρια πλεγμένα, γιακαδάκια κεντητά
    Ρεμβαστικά
    Πρόσωπα του βωβού
    Ποιοι να ‘τανε οι ήχοι;
    Χτύποι καρδιάς
    Φουρφούριζαν το άσπρο της ποδιάς;
    Ένα πνιγμένο γέλιο
    Ο βόμβος της ακοίμητης μύγας της Ιστορίας;
    Φυσούσε απ’ τα δυτικά του μέλλοντος
    Θρόιζε η χάρτινη ζωή;
    Χτυπούσε το κουδούνι διάλειμμα;
    Ξεχύνονταν
    Κατέβαιναν με βιάση, σκέψεις μπερδεμένες
    Τις σκάλες των μαλλιών;
    Η Αριάδνη, η Κλεάνθη
    Κι άλλες δυο
    Ίσως αναγνωρίζονται
    Ποιες να ‘ταν;
    Ξεθωριασμένες Χάριτες στα δεκατρία

    Ιούνιος
    Ψιλό ψιλό χιονάκι λήθης, άκρη αριστερά

    Παυλίνα Παμπούδη

    Eμένα οι φίλοι μου είναι

    11. Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά

    Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
    που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
    Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μετς.
    Κάνουν ό,τι λάχει.
    Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών
    φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν ερήμους
    διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος
    επαγγελματίες επαναστάτες
    παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
    τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
    αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.

    Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
    στις ταράτσες παλιών σπιτιών
    Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.
    Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια
    τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια
    σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
    απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
    ερωτεύονται ομοφυλόφιλους
    τριχομονάδες καθυστέρηση
    το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο
    σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.
    Κάνουν ό,τι λάχει.

    Ταξιδεύουν οι φίλοι μου
    γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή.
    Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
    γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
    γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
    γιατί η δική σας μόνο για γλείψιμο κάνει.

    Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
    στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
    Οι φίλοι μου…

    (Κατερίνα Γώγου)

    12. «Παλιέ μου φίλε»

    Ήρθε και με βρήκε καθώς κοίταζα τη θάλασσα
    τρελαμένος
    έπινε συνέχεια φραπέδες και κάπνιζε
    (όπως κάναμε τότε)
    και μου έλεγε αυτά που λέγαμε στα δεκαοκτώ μας
    για τις γυναίκες και το θάνατο.

    Βαθιά στα μάτια του ένας μου εαυτός
    με κοίταζε κ΄ αυτός λησμονημένος κ’ άγνωστος
    σα τον παλιό μου φίλο
    χαμένοι κ οι δυo στις δίνες του χρόνου
    και τη λησμονιά

    Όλη νύχτα μιλούσε μιλούσε ,κάπνιζε,έπινε φραπέδες
    ήρθαν και τον μάζεψαν την επαύριο.

    Κώστας Ψαράκης

    Φίλε μου, αν με βοηθάς, όπως πάντα, POLL (Στην πηγή μια κοπέλα)

    13. οι φίλοι μου

    …όλοι έγιναν παγόνια
    με πολύχρωμα φτερά
    φωνές μεταλλικές
    συχνάζουν τώρα σ’ ένα τεράστιο σπίτι
    δίχως πόρτες και παράθυρα
    χαμόγελα ανταλλάσσουν
    καλάθια με φρούτα εποχής

    παίζουν κρυφτό πίσω από τοίχους
    κανείς δεν τα φυλάει
    κανείς δεν φαίνεται

    κανείς δεν χάνει

    κάποια ρωγμή στον τοίχο όμως
    τους φανερώνει πού και πού
    φανερώνει πούπουλα και φτερά σπασμένα

    οι φίλοι μου είναι πουλιά βιαστικά
    όταν αποδημούν
    έρημη απομένει η φωλιά τους
    μια αγκαλιά ξερόκλαδα στα χέρια μου
    τα αυγά τους και η μνήμη τους
    Τζούλια Φορτούνη

    George Varsamakis: My new friend (O καινούριος μου φίλος)

    14. Μια στενή φίλη

    Αυτή σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν οι βιταμίνες.
    Εγώ μάλλον σκέφτηκα ότι εδώ έχουμε έναν άντρα
    αποφασισμένο να χαραμίσει τη ζωή του.
    Συναντηθήκαμε σ’ ένα μπαρ για να συζητήσουμε στρατηγικές κινήσεις.
    «Είναι εντάξει», δήλωσε ψιθυριστά,
    «αρκετά ευφυής συχνά». Τη ρώτησα τι γνώμη είχε
    για τα μελλοντικά του σχέδια. «Αρ-αρ-αρ-αρ-αρκετά καλά», είπε
    «Πω, πω», είπα,
    «μη μου πεις ότι τραυλίζεις σαν κι αυτόν τώρα!»

    Μαρκ Φορντ, Μια στενή φίλη, μτφρ.: Bασίλης Παπαγεωργίου, Περιοδικό Ποίηση, τεύχος 14, Φθινόπωρο-Xειμώνας 1999

    15. [Φίλοι όνειρα]

    Τα βράδια γίνεσαι σκιά και εμφανίζεσαι.
    Γίνεσαι ταίρι της μοναξιάς μου.
    Τρυπώνεις σαν τον κλέφτη στην ψυχή κι αρπάζεις.
    Σκέψεις, λόγια, συναισθήματα. Ό,τι μπορείς. Ό, τι είναι ευκολότερο.
    Κι ύστερα, με το χάραμα, φεύγεις.
    Πάλι σαν τον κλέφτη.
    Και μένω με λιγότερα. Φτωχότερη. Ελλιπής στα σημεία.
    Την επόμενη φορά υπόσχομαι στον εαυτό μου να μη σ’ αφήσω.
    Πάντα όμως ξεχνώ. Η παρουσία σου τα σβήνει όλα από το μυαλό. Μονομιάς.
    Έρμαιο των παθών μου εγώ.
    Καβαλάρης του ονείρου εσύ.
    Όνειρα όμορφα. Σα ζωγραφιές. Παιδικές.
    Με περισσότερη αγάπη και λιγότερο ταλέντο.

    Και με το φως χάνονται τα όνειρα. Κι εσύ μαζί τους.
    Εγώ όμως εδώ περιμένοντας να χαθεί το φως.
    Για να μ’ επισκεφτείς. Έστω και με παρέα, τα όνειρα.
    Φίλοι μου έγιναν πια κι αυτά.
    ΜΑΝΤΩ ΧΑΝΤΖΗ

    Φιλενάδα, Μελίνα Τανάγρη

    16. ΗΜΕΡΕΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

    Τον φίλο τον παλιό θα επικαλεστώ
    κάποιαν ημέρα.
    Γιόσεμπα! θα τον φωνάξω
    σ’ ένα ποίημα μελλοντικό
    Μα αυτός ακόμη θα κρατά λογαριασμό
    την ίδια ατελείωτη παρτίδα σκάκι
    θα πριονίζει.
    Με τα φτηνά τσιγάρα του
    θα χάνεται στη Δύση.
    Γιόσεμπα! θα του ειπώ
    σπασμένες μουσικές λαμβάνω
    σπασμένα χρόνια μου τηλεγραφούν
    πως καταφθάνουν.

    Τάσος Καπερνάρος

  6. Καλημέρα, Αγγελική!!!… Πώς ανακαλύπτεις τόσα πολλά και τόσο ωραία!!!… Grazie mille!!!

    -Φ. Γκ. Λορκα, «Μύθος και κυκλικό τραγούδι για τρεις φίλους»

    «Ενρίκε,
    Αιμίλιο,
    Λορένθο.
    Ήτανε οι τρεις παγωμένοι.
    Ο Ενρίκε από των κρεβατιών τον κόσμο,
    ο Αιμίλιο από των κόσμο των ματιών και τις πληγές στα χέρια,
    ο Λορένθο από τον κόσμο των πανεπιστημίων χωρίς στέγες.

    Λορένθο,
    Αιμίλιο,
    Ενρίκε.
    Ήτανε οι τρεις καμένοι.
    Ο Λορένθο από τον κόσμο των φύλλων
    και τις μπάλες του μπιλιάρδου,
    ο Αιμίλιο από τον κόσμο του αίματος και τις λευκές καρφίτσες,
    ο Ενρίκε από τον κόσμο των νεκρών
    και τις πατημένες εφημερίδες.

    Λορένθο,
    Αιμίλιο,
    Ενρίκε.
    Ήτανε οι τρεις θαμμένοι.
    Ο Λορένθο σ’ ένα στήθος της Χλωρίδας,
    ο Αιμίλιο στο παγωμένο τζιν που ξεχνιέται στο ποτήρι,
    ο Ενρίκε στο μυρμήγκι, στη θάλασσα,
    και στ’ άδεια μάτια των πουλιών.

    Λορένθο,
    Αιμίλιο,
    Ενρίκε.
    Υπήρξαν και οι τρεις στα χέρια μου
    τρία βουνά της Κίνας,
    τρεις αλόγου σκιές,
    τρία τοπία χιονιού και μια καλύβα κρίνων
    στους περιστεριώνες όπου η σελήνη στέκεται επίπεδη
    κάτω απ’ τον πετεινό.

    Ένας
    κι ένας
    κι ένας.
    Ήτανε οι τρεις ταριχευμένοι,
    με τις μύγες του χειμώνα,
    με τα μελανοδοχεία που τα κατουράει ο σκύλος
    και περιφρονεί ο ανθός του κάρδου,
    με την αύρα που παγώνει την καρδιά όλων των μανάδων,
    στα λευκά ερείπια του Δία
    όπου προγευματίζουν θάνατο οι μεθυσμένοι.

    Τρεις
    δύο
    κι ένας.
    Τους είδα να χάνονται μέσα σε κλάμα και τραγούδι
    για ένα αυγό της κότας,
    για μια νύχτα που έδειχνε τον από καπνό σκελετό της,
    για τον πόνο μου γεμάτο πρόσωπα
    και αιχμηρά ξεσκλίδια της σελήνης,
    για τη χαρά μου από τροχούς οδοντωτούς και μαστίγια,
    για το στήθος μου το ταραγμένο από τα περιστέρια,
    για το μοναχικό μου θάνατο
    μ’ ένα μονάχα ξεστρατισμένο διαβάτη.

    Είχα σκοτώσει την πέμπτη σελήνη
    και πίνανε νερό απ’ τις πηγές βεντάλιες και χειροκροτήματα.
    χλιαρό γάλα αφημένο απ’ τις λεχώνες
    ερέθιζε τα ρόδα μ’ ένα μακρύ λευκό πόνο.

    Ενρίκε,
    Αιμίλιο,
    Λορένθο.
    Είναι σκληρή η Άρτεμη,
    αλλά φορές έχει τα στήθη νεφελώδη.
    Η άσπρη πέτρα το μπορεί να πάλλει στου ελαφιού το αίμα
    και το ελάφι το μπορεί
    να ονειρεύεται μες απ’ τα μάτια ενός αλόγου.

    Όταν βυθίστηκαν οι καθαρές μορφές
    κάτω απ’ τις μαργαρίτες που τερέτιζαν,
    το ‘νιωσα πως με είχανε δολοφονήσει.
    Πήραν τα καφενεία, τις εκκλησιές, τα κοιμητήρια.
    Άνοιξαν τα βαρέλια και τα’ αρμάρια.

    Θρυμμάτισαν τρεις σκελετούς
    για να τους ξεριζώσουν τα χρυσά τους δόντια.
    Και πια δε με συνάντησαν.
    Δε με συνάντησαν;
    Όχι. Δε με συνάντησαν.
    Αλλά μαθεύτηκε πω η έκτη σελήνη
    ξέφυγε από το χείμαρρο ψηλά,
    και πως η θάλασσα θυμήθηκε, άξαφνα!
    τα ονόματα όλων των πνιγμένων της.»
    (Φ. Γκ. Λόρκα, Ποιητής στη Νέα Υόρκη, ΣΜΙΛΗ)

    -Εβγκένι Βινοκούροφ, [Λέω: φίλε, άσε]

    «Λέω: φίλε, άσε
    Να μας χορέψει λίγο η οχιά σου!
    Σήκωσε το φλάουτο ο γητευτής
    Κρύβοντας μες στα μάτια κάτι…
    Τι είναι; Μυστήριο ή αστείο;
    Στον εικοστό αιώνα όπως και πριν,
    Είναι κάπως ανατριχιαστικό
    Όταν χορεύει αυτό το ζωντανό!
    Έχει μάτια κρύα και δολερά,
    Διπλό γλωσσίδι μες στο στόμα,
    Μα πως της κόμπρας τούτης η ψυχή
    Θεοποιεί την ομορφιά!
    Να την, σηκώθηκε, λικνίζεται απαλά,
    Του πλήθους να κρατήσει την αναπνοή.
    Και πόσο ψύχραιμα, πόσο σωστά
    Επεξεργάζεται το πα!…
    Εκείνο που δε βλέπουμε κοιτώντας,
    Σε κάτι υποτασσόμενοι προσωρινά,
    Η κόμπρα το χορεύει, μισώντας
    Το φλάουτο, τον νεαυτό της και μας.»
    (Ρώσοι ποιητές του 20ου αιώνα, Μεσόγειος)

    -«Όταν η φιλία»…

  7. Συλλέκτρια στίχων και ήχων , σταλαματιά –σταλαματιά, περιμένω την ώρα τους, ελπίζοντας ότι κάποιον θα αγγίξουν, Γιάννη.
    Ωραίο θέμα. Οι φίλοι, έτσι κι αλλιώς, είναι σημαντικό κεφάλαιο στη ζωή μου.

    1. ΑΝΑΒΑΠΤΙΣΗ

    …Οι ωραίοι παλιοί φίλοι έχουν πια χαθεί
    Κι ακόμη συνεχίζονται οι νεκρολογίες
    Βάσκανος μοίρα κλπ. η επωδός
    Κυκλοφορούν στους δρόμους πλήθος λιποτάκτες

    ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ (Κλειδάριθμοι)19

    2. Οι φίλοι μου φημίστηκαν…

    Οι φίλοι μου φημίστηκαν πια μες στην Αθήνα.
    Είμαι σαν το πουλί σε φύλλο λεμονιάς
    μέσα στον στρόβιλο τ’ αγέρα
    το στόμα όλο χώματα, όλο το στόμα (μ)αίνος.

    Οι φίλοι μου εγκρίθηκαν πια μες στην πατρίδα
    όχι γιατί λυχνόβιους τους φίλησε ο Βασιλιάς –
    μήπως κι εγώ δεν έχω τη δική μου νοσοκόμα
    μήπως μ’ αρνήθηκε ποτέ στην άκρη της μιλιάς;

    Οι φίλοι μου ξεχώρισαν μες στην πατρίδα
    αφότου μόνιασαν με την κοινή της γνώμη.
    Τέτοια αρετή θ’ ακολουθούνε στο εξής
    μακριά απ’ τα χωράφια τού Ρονσάρ μέσα στα θερμοκήπια.

    Οι φίλοι μου ξακούστηκαν μες στην Αθήνα.
    Είμαι σαν το πουλί στη λεμονιά
    κάτω απ’ τον στρόβιλο τ’ αγέρα
    το στόμα όλο αίματα, όλο το στόμα πίκρα.

    ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ [Τα Άκτα, 1996]

    Ζητείται φίλος, Χατζής

    3. Ερωτηματικά ψυχοσαββάτων
    Μνήμη Τάσου Κόρφη
    Έρχονται οι φίλοι μού χτυπούν την πόρτα
    τι να τους πω θα τους ανοίξω πάλι
    κι εξ άλλου χρόνια τώρα πεθαμένοι
    κι εξ άλλου
    χρόνια τώρα που κρυώνουν

    Και το σκυλί – τι άβυσσος αλήθεια –
    κουνώντας την ουρά
    καλωσορίζει
    Προς τι λοιπόν οι μάταιες αντιστάσεις;
    Ποιος ορθοτόμος και
    δικαιοκρίτης;

    Και ποιος εγώ που δήθεν τοπογράφος
    οριοθετώ
    τον πάνω κόσμο από
    τον κάτω κόσμο;

    Και ποιος εσύ
    που αμίλητος ανοίγεις
    παλιά συρτάρια και
    βαθιά σεντούκια
    ψάχνοντας το χαμένο μυρογυάλι;

    Και ποιος αυτός
    που αντίκρυ μου στην τάβλα
    χύνοντας δάκρυα φλογερά
    μια πίνει κόκκινο κρασί και μια
    την ερημιά των τάφων τραγουδάει;

    Ο ρ έ σ τ η ς Α λ ε ξ ά κ η ς-Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989) [πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ευθύνη, τεύχος 205, τον Ιανουάριο του 1989]. Συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999)

    Οι φίλοι μου, Σταύρος Δάλκος

    4. Τα δέντρα που υποτάσσονται στον άνεμο]

    Όλο και πιο γέροι συναντιόμαστε στα πανέμορφα κοιμητήρια των μικρών χωριών
    Να θάψομε τους πατεράδες μας ή καμιά γριά μάνα …
    Κι είναι σαν νάμαστε παιδιά και γέροι μαζί .
    Και θέλομε να διηγηθούμε ο ένας στον άλλον τις ιστορίες μας .
    Διότι είναι γνωστό ότι ο παιδικός μας φίλος είναι ένα εκμαγείο του προσώπου μας
    και αισθανόμαστε ότι πρέπει να το κρατάμε ενήμερο.
    Δεν μπορούν οι άνθρωποι να βλέπουν παλιούς τους εαυτούς στα πρόσωπα των φίλων

    Και λέει ο ποιητής των Αρρήτων που γράφει τη Μεγάλη Γεωμετρία των Παθών

    Βαθιά στα μάτια του ένας μου εαυτός
    με κοίταζε κ΄ αυτός λησμονημένος κ’ άγνωστος
    σα τον παλιό μου φίλο
    χαμένοι κ οι δυό στις δίνες του χρόνου
    και τη λησμονιά

    Κώστας Ψαράκης (απόσπασμα)

    Ένας φίλος ήρθε απόψε – Σώτος Παναγόπουλος

    5. Νυχτερινό

    Φίλε, πώς βρέθηκες εδώ, πώς στριμώχτηκες
    πώς σβήνεις.

    Με τον καιρό, γίναν πολλά στον τόπο και σ’ εσένα.
    Μπορεί να μη θυμάσαι πια, ίσως να μη λογάριασες τι πλήρωνες
    περνώντας τις στενές πύλες. Από χαντάκι σε χαντάκι
    λιγόστευες ολοένα, κηλίδες κλέβαν την εικόνα
    μέναν σημάδια στη φωνή, νεκρά κενά στο νου.
    Με κάθε χιόνι, πέθαινε κι ένα κλαδί στο δέντρο.
    Ήλιος και θάλασσα παίρναν πιο πολλά απ’ όσα δίναν.

    Τώρα τις νύχτες προσπαθείς να ξεφύγεις.
    Παίζεις στα χέρια σου άχρηστα κλειδιά
    χαλίκια κι όστρακα από νησιά καταποντισμένα.
    Μυρίζοντας φύκια, ελεείς την ψυχή σου που λείπει.

    *

    Άφησε πια τη θάλασσα. Έχει τελειώσει.
    Και το ποτάμι άλλαξε κοίτη. Κι ο κρότος π’ ακούς κάθε βράδυ
    είν’ η ξερή λάσπη που σπάνει. Στην παλιά όχθη
    στρέμματα καλαμιές χωρίς φωνή νερού
    λίγα δέντρα και πεθαίνουν
    γλώσσες της άμμου στεγνωμένες.

    Τώρα τα καλοκαίρια καίγονται μακριά.
    Το παράθυρο βλέπει στον αντικρινό τοίχο και πρέπει να συνηθίσεις.
    Πηγαίνοντας απ’ αυτό το τετράγωνο στ’ άλλο τετράγωνο
    ό,τι απόμεινε απ’ τη ζωή σου.

    Πάνος Θασίτης, Από τη συλλογή Σχιστολιθικά (1983)

    Πασχάλης Τερζής & Στέλιος Ρόκκος – Φίλοι

    6. «Πώς να σου τραγουδήσω τη φιλία μου;…»

    Σ’ έναν ποιητή

    Πώς ένιωθε
    η Παναγία Παρθένα,
    στης Βηθλεέμ τους ακάθαρτους στάβλους,
    από τις άκρες των σκονισμένων πελμάτων της
    ν’ ανεβαίνει το γάλα;
    Πώς αναβρύζει το κρίνο
    μεσ’ απ’ τον ταπεινό βολβό
    και τα βράδια γελάει
    στα κοπάδια των άστρων,
    γαλανές ρεματιές
    σαν περνούν τιντινίζοντας;

    Έτσι σε νιώθω!
    Μια καταιγίδα από γάλα,
    στοργή και κραυγές ανοιξιάτικες,
    πλανήτες κι ουράνιους γλυκασμούς,
    που με τυλίγει.

    Μας δένουν τα ίδια πράματα:
    Τα χιονισμένα παράθυρα,
    οι ελαιώνες με τα κίτρινα χώματα
    οι γλάροι, ω οι γλάροι… κ’ η θάλασσα,
    οι μουσικές μαρμάρινες βρύσες
    και τα πόδια που τρέχουν κάτω απ’ τα πλατάνια.

    Και μια πίκρα μάς αδερφώνει:
    Το αίμα.
    Το κόκκινο αίμα που τρέχει
    καταγής.

    Πώς να σου τραγουδήσω
    τη φιλία μου;
    Καταλαβαίνω που έρχεται
    από τη ρίζα του κορμιού μου
    και με γεμίζει
    γλύκα και φως.

    Στρατής Τσίρκας, Για την Ισπανία και τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στη συλλογή Τα Ποιήματα, Κέδρος 1996, 2η έκδοση
    Μνήμη Στρατή Τσίρκα ( 27 Γενάρη 1980)

    Φίλοι μ΄ καλωσορίσατε, Αηδονίδης

    7. [Δυο φίλοι]

    Ήρθε στη Νάουσα
    να με δει
    ο φίλος μου ο Θοδωρής Μπασιάκος
    ποιητής από τους λίγους

    του έδειχνα τα μέρη
    κι αράξαμε στο άλσος
    του Αγίου Νικολάου
    συζητούσαμε διάφορα

    α ρε Ινδιάνε, μου είπε
    καλά περνάς εδώ στα δάση, στα βουνά
    τι καλά ρε αντάρτη, του είπα
    μόνο δάση και βουνά έχει εδώ πάνω
    η ζωή έχει κι άλλα πράγματα
    τι εννοείς, μου λέει
    εννοώ ότι τα καλά χρόνια περάσανε
    κι η ζωή μας δεν εκπληρώθηκε
    πάμε για το τέλος,
    δεν μιλάς καλά, μου είπε ο Θοδωρής, η ζωή
    παίρνει το νόημα που της δίνουμε εμείς
    και όταν γίνει η επανάσταση
    μια μέρα θα μετράει για δέκα χρόνια,
    ξέρω ότι δεν μιλάω καλά, είπα
    μα φοβάμαι μήπως χωνέψουν
    τα κόκκαλα μας
    κι η επανάσταση δεν θα’ χει γίνει ακόμα
    μη το λες
    μου είπε ο Μπασιάκος
    ακόμα κι αν γίνει έτσι
    θα έχουμε ζήσει μια ζωή ελεύθερη
    όσο γίνεται
    με το νόημα που εμείς της δώσαμε
    κι εγώ του είπα
    έχεις δίκιο Θοδωρή

    και συνεχίσαμε εκεί
    να πίνουμε κουτάκια μπύρας
    στο άλσος του Αγίου Νικολάου,
    συζητούσαμε
    και οι ώρες έμοιαζαν αιώνες.

    Γρηγόρης Σακαλής

    Είπα στους φίλους, Ζουγανέλη-Μαχαιρίτσας

    8. Οἱ φίλοι του, τὸν εἶχαν ξεχάσει στὴν Ιταλία, νόμιζε

    Μαύρη κηλίδα
    στὸ λευκὸ πουκάμισο
    οἱ τύψεις του. Νευρικὰ περπατοῦσε
    μὲ τὰ φτερὰ καλὰ κρυμμένα.
    Ἀσημένια τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ χέρια.
    Φῶς πάνω στὸ φῶς
    καὶ τὸ ποτῆρι πάντα ἄδειο.
    Πατοῦσε χορταράκι
    καὶ ἤτανε σὰν νὰ πατάει κάρβουνο.
    Ἔκανε ἄνω κάτω τὸ σπίτι,
    γιὰ νὰ βρεῖ καμιὰ κρυμμένη λέξη.
    Ἔψαχνε μέχρι στὶς ραφὲς τῶν ρούχων
    καὶ στὰ μποτίνια του. Ἔψαχνε
    στὸν ἀχυρώνα καὶ στοὺς δρόμους.
    Κοιτοῦσε τὸ παραμικρό,
    τὸ ἐλάχιστο, τὸ τυλιγμένο
    στὸ κουκοῦλι τοῦ καιροῦ.
    Ὅλο ἔφευγε πρὸς τὰ μέσα του,
    πρὸς τὸ σκοτεινό. Αὐτὸς
    ἀπὸ συναισθηματικὴ πάθηση
    τὸ ἔβλεπε γαλάζιο.
    Στὸ γαλάζιο ἔμεινε γιὰ πάντα:
    ἀφοῦ τὶς νύχτες ἔβαξε ἀπέναντί του,
    τὸν μικρὸ Διονύσιο καὶ ἔκλαιγε μὲ λυγμούς.

    (Ὅσο γιὰ γράμματα, ἀκόμη φτάνουν ἀπὸ τὴν Κρεμόνα).
    Γιάννης Κοντός, «Ἡ Λέξη», Ἀθήνα, Νοέμ.-Δεκ. 1997
    Ἀπό τὸ Ποιητῶν ἀναθήματα στὸν Διονύσιο Σολωμό, ἐπιλογή, ἐπιμέλεια καὶ είσαγωγή: Διονύσης Σέρρας, ἐκδ. Μπάστας-Πλέσας, Ἀθῆναι 1998

    Χρήστος Δάντης -»Οι φίλοι μου σκορπίσανε»

  8. ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΜΕ ΑΓΑΠΗ

    Άγιον Όρος, Άθωνας
    ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΜΟΥ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΉ ΤΟΥ ΑΘΩΝΑ.

    η ζωή μας ταξιδεύει… ο Θεός νουθετεί, ο άνθρωπος τον σταυρώνει…. μα ο Χριστός ζει.
    ****

    ποδοπατούν οι άνθρωποι το ψωμί της ζωής.
    και το πετούν μακριά από την πόρτα της αλήθειας,
    αφήνοντας την καρδιά ορφανή από όνειρα και αγάπη.
    αβέβαιοι οι άνθρωποι μία από εδώ και μία από εκεί, μέσα στην άγνοια και την δόξα, κονταροχτυπιούνται προς το χάος….. χάνοντας ο άνθρωπος την ομορφιά της ζωής.

    η ομορφιά στέκει ξερή σαν σπόρος ξερός στο χώμα του αύριο….
    διψώντας και κλαίγοντας για το νερό του σήμερα ….
    που καταράστηκαν οι άνθρωποι από το χθες.
    πετώντας την ευτυχία στους ανέμους της αμφιβολίας.

    η Αγάπη όσο ελαφριά και να είναι και να πετάει….
    η προδοσία των φίλων της, την έκανε βαριά και ασήκωτη ….
    και όσο να φωνάζει για λύτρωση εκλιπαρώντας τους ανθρώπους για αγάπη…. οι μέρες και οι νύχτες στην ψυχή τους χορεύουν τον χορό του τρόμου και της πλάνης.

    η ελευθερία μας καλεί στο τραπέζι της.
    να γευθεί ο άνθρωπος το ψωμί το γλυκό και τα εδέσματα που απλόχερα χαρίζει η φύση.
    όχι για να χορτάσει ο άνθρωπος την ακόρεστη πείνα του στομάχου του, αλλά για να εισέλθει εις αυτόν το νέκταρ της Αλήθειας.

    ο Λόγος του θεού δεν είναι γραμμένος πουθενά αλλού, εκτός από το ευαγγέλιο και την καρδιά μας.
    ο Λόγος της ειρήνης είναι γραμμένος από το μελάνι του πόνου στις σελίδες των λαθών του τυφλού ανθρώπου.
    ο Λόγος είναι γραμμένος επάνω στον σταυρό Του Χριστού με το αίμα Του.
    και η ουσία του Λόγου η ιερή ανάστασή Του.
    ***

    μέσα στην σιωπή της μοναξιάς και του πόνου ήρθα,
    και με την σοφία του Κυρίου μου να σου σκουπίσω τα δάκρυα της πονεμένης καρδιάς σου.
    Με το μαντήλι της φιλόστοργης αγάπης.
    Ήρθα γιατί άκουσα τον πόνο της καρδιάς σου,
    και να σου δείξω τον δρόμο της επιστροφής της χαμένης σου φύσης αγαπημένη μου.
    Δες εσύ που γύρευες ευτυχία, εκεί που φώτιζαν πως είναι φωτεινά.
    Και πάντα στο τέλος ήταν ουτοπία, και όλα τα όνειρα σου τα έκανε συμφορά.
    Ήρθα να σου προσφέρω της αγάπης το εγώ της καρδιάς σου στο εσύ του μυαλού σου.
    Ήρθα να σου προσφέρω των δακρύων σου το νερό.
    Και να σου δείξω τα δύσβατα βράχια που είχες στα μυαλά, προσπαθώντας να αποφύγεις το εγώ σου, και να ξαναπετάξεις αγάπη μου μακριά από αυτά, που σε κρατούσαν ξένο από το εγώ σου.

    Τούτα τα λόγια γράφηκαν από τρελή επιθυμία, να δεις , να ζεις, και να χαρίζεις αυτά που δεν είναι δικά σου, αλλά της αγάπης που σε αγαπά, και σου χαρίζει την αγάπη να την προσφέρεις στην αγάπη σου, αμήν!
    ***

    Θεός η αγάπη στέκει στην πόρτα της καρδιάς σου,
    διψασμένη για αλήθεια και ανθρωπιά Θεός και ζωή σε μια όαση στείρα από την φιλία των φίλων της,
    σε μια θάλασσα γεμάτη ζωή σκότους και φθόνου….

    ένας Θεός ορφανός από τα ίδια του τα παιδιά.
    ένας Χριστός που αγαπά όλο τον κόσμο ….
    τον κόσμο του ανθρώπου που για αγάπη μιλάει και την αγάπη των άλλων τυφλός και διαβολεμένος από άλλους να πολεμά.
    η αγάπη αγάπες μου θεραπεύει το κακό και δεν το αποκεφαλίζει,
    η αγάπη αγάπες μου είναι αυτό που είναι του ανθρώπου το εσύ.
    μα το εσύ σου πόσο Εγώ Χριστού έχει στην καρδιά σου….
    και το εγώ σου πόσο ως ο Χριστός αγάπησε τα ασθενεί ;
    πάρε την αγάπη που με αγάπη σου προσφέρουν τα Άγια της Ορθοδοξίας….
    όχι της θρησκείας, αλλά του ελληνισμού της καρδιάς.

    λάβε Χριστό !

    Ιωάννης Β

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: