Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (113ο): «Ο πόλεμος»…

«…(Κι εγώ που ‘χω μια ψυχή παιδική και δειλή
Που δε θέλει τίποτ’ άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
Κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θε μου, να μάθω γιατί
Και δε βλέπω μπροστά μου τόσα χρόνια παρά μόνο τον δίδυμο αδερφό μου).»
(Μ. Αναγνωστάκης Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Όττο V…)

-«…Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά!
Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ,
μ’ ελληνικά ποιήματα ν’ ασχοληθεί.
Μέσα σε πόλεμο — φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.»
(Κ. Π. Καβάφης, «Ο Δαρείος»)

-«Πόλεμος δεν είναι μόνο, όπως θαρρείς εσύ, να λες ναι ναι, στα μέτωπα με βολές πολυβόλου. Της φαμίλιας, του σπιτικού, η επίθεση, για μας μικρότερη απειλή δεν είναι διόλου.» (Μαγιακόφσκι)

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Ο Πόλεμος»

«Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια ώρα.
Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέχουν γρήγορα οι μέρες και τα χρόνια
Έχει όμως κανείς τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να πεις· απόψε λ.χ. σε τρία θέατρα πρεμιέρα.
Εγώ, συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου πατώματος, με το σκοτωμένο γιο, που δεν τον είδα ούτε και σήμερα. Έχει μήνας να φανεί.
Στο λιμάνι τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα των καινούριων αντιτορπιλικών κι οι μάρκες πέφτουνε γραμμή.
Η θερμάστρα κουρασμένη τόσα χρόνια έμεινε πάλι φέτος σε μια τιμητική διαθεσιμότητα. «Το πολυαγαπημένο μας αγγελούδι (εδώ θα μπει το όνομα, που για τώρα δεν έχει σημασία), ετών 8 κτλ. κτλ.»
Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια κοκαλιασμένα περιμένανε από ώρα τον Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα.
Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω οπωσδήποτε, πως αυτό το πράγμα στη γωνιά
ήτανε κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι.
Οσονούπω όμως, ας τ’ ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται και να που στο διπλανό κέντρο άρχισαν κιόλας οι δοκιμές.
Αύριο είναι Κυριακή.
Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες κραυγές
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες
Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!
Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!»
(Μ. Αναγνωστάκης, Ποιήματα, Νεφέλη)

-Ο. Ελύτης, «Ο ΤΡΩΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ»

«Τουλάχιστον αν ζούσαμε από την ανάποδη
να τα βλέπαμε όλα ίσια: Μπα. Η αναποδιά
έχει μια μονιμότητα πεισματική·
αποτελεί όπως λέμε τον κανόνα.
Όπου σημαίνει ότι αν καταφέρνουμε να ζούμε
βέβαια ζούμε από τις εξαιρέσεις.
Προσποιούμαστε ότι δε συμβαίνει τίποτε
ακριβώς για να συμβεί επιτέλους κάτι
έξω και πάνω από τη χλεύη.
Ένα κεράσι την ώρα που χειμάζονται
μέσα του όλες οι αθλιότητες
και αυτό στο πείσμα τους καθάριο παντοδύναμο
άψογο λάμπει δείχνοντας
ποια θα μπορούσε να ‘ταν η υπεροχή του ανθρώπου.
Η σταγόνα το αίμα κάθε Απρίλιο
δωρεάν και για όλους.
Δυστυχείς εμπροσθοφυλακές και ανάστροφοι
οδηγοί των βαρέων αρμάτων τ’ ουρανού
ως και τα σύννεφα είναι ναρκοθετημένα
το νου σας: από μας η άνοιξη εξαρτάται.
Να ξαναδώσουμε στα πόδια μας το χώμα.
Το πράσινο στο πράσινο τον άνθρωπο του Νεάντερταλ
στον άνθρωπο του Νεάντερταλ. Δεν ωφελούν πια
οι μυώνες
θέλει αγάπη θηριώδη
θέλει πήδημα τίγρισσας μες στις ιδέες.

[….]

-Η Μαρία Νεφέλη λέει:

Όσο υπάρχουνε Αχαιοί θα υπάρχει μία ωραία Ελένη
και ας είναι αλλού το χέρι αλλού ο λαιμός
Κάθε καιρός κι ο Τρωικός του πόλεμος.
Μακριά μέσα στ’ απώτατα βάθη του Αμνού
ο πόλεμος συνεχίζεται.»
(Ο. Ελύτης, Μαρία Νεφέλη, Ίκαρος)

-Ζακ Πρεβέρ, «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ»

«Η μητέρα πλέκει
Ο γιος πολεμά
Το βρίσκει πολύ φυσικό η μητέρα
Και ο πατέρας τι κάνει ο πατέρας;
Κάνει επιχειρήσεις
Η γυναίκα του πλέκει
Ο γιος του πολεμά
Αυτός επιχειρήσεις
Το βρίσκει πολύ φυσικό ο πατέρας
Και ο γιος και ο γιος
Τι βρίσκει ο γιος;
Δε βρίσκει τίποτα απολύτως τίποτα ο γιος
Ο γιος η μητέρα του πλέκει ο πατέρας του επιχειρήσεις αυτός πόλεμο
Όταν θα έχει τελειώσει ο πόλεμος
Θα κάνει επιχειρήσεις με τον πατέρα του
Ο πόλεμος συνεχίζεται η μητέρα συνεχίζει πλέκει
Ο πατέρας συνεχίζει κάνει επιχειρήσεις
Ο γιος σκοτώθηκε δε συνεχίζει πια
Ο πατέρας και η μητέρα πηγαίνουν στο νεκροταφείο
Το βρίσκουν πολύ φυσικό ο πατέρας και η μητέρα
Η ζωή συνεχίζεται η ζωή με το πλεκτό τον πόλεμο τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις ο πόλεμος το πλεκτό ο πόλεμος
Οι επιχειρήσεις οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις
Η ζωή με το νεκροταφείο.»

-Μπέρτολντ Μπρεχτ- «Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου»
(Ποιήματα του Σβέντμποργκ, 1939)

«Αυτοί που βρίσκονται ψηλά
Θεωρούνε ταπεινό
Να μιλάς για το φαΐ
Ο λόγος; Έχουνε κι όλας φάει
Οι ταπεινοί αφήνουνε τον κόσμο
Χωρίς να ’χουνε δοκιμάσει κρέας της προκοπής
Πώς ν’ αναρωτηθούν πού ’θε έρχονται
Και πού πηγαίνουν
Είναι τα όμορφα δειλινά τόσο αποκαμωμένοι
Το βουνό και την πλατειά τη θάλασσα
Δεν τά’χουν ακόμα δει
Όταν σημαίνει η ώρα τους
Αν δεν νοιαστούν οι ταπεινοί
Γι’αυτό που είναι ταπεινό
Ποτέ δεν θα υψωθούν
Το ημερολόγιο
Δεν δείχνει ακόμα την ημέρα
Όλοι οι μήνες, όλες οι ημέρες
Είναι ανοιχτές
Κάποια απ’ αυτές θα σφραγιστεί
Μ’ έναν σταυρό
Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί
Οι έμποροι φωνάζουν γι’αγορές
Οι άνεργοι πεινούσαν
Τώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονται
Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι
Κηρύχνουν τη λιτότητα
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα
Ζητάνε θυσίες
Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους
Για τις μεγάλες εποχές που θα’ρθουν
Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο
Λες πως η τέχνη να κυβερνάς το λαό
Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού
Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε
Πόλεμος και ειρήνη
Είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά
Όμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τους
Μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα
Ο πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τους
καθώς ο γιος από την μάνα
έχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά
ο πόλεμός τους σκοτώνει
ό,τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους
Όταν αυτοί που είναι ψηλά
Μιλάνε για ειρήνη
Ο απλός λαός ξέρει
Πως έρχεται ο πόλεμος
Όταν αυτοί που είναι ψηλά
Καταριούνται τον πόλεμο
Διαταγές για επιστράτευση
Έχουν υπογραφεί
Στον τοίχο με κιμωλία γραμμένο
Θέλουνε πόλεμο
Αυτός που το΄χε γράψει
Έπεσε κι όλας
Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε
Να ο δρόμος για τη δόξα
Αυτοί που είναι χαμηλά λένε
Να ο δρόμος για το μνήμα
Τούτος ο πόλεμος που έρχεται
Δεν είναι ο πρώτος
Πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι
Όταν ετέλειωσε ο τελευταίος
Υπήρχαν νικητές και νικημένοι
Στους νικημένους ο φτωχός λαός
Πέθαινε απ’ την πείνα
Στους νικητές ο φτωχός λαός
Πέθαινε το ίδιο
Σαν θα’ρθει η ώρα της πορείας
Πολλοί δεν ξέρουν
Πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους
Η φωνή που διαταγές τους δίνει
Είναι του εχθρού τους η φωνή
Εκείνος που για τον εχθρό μιλάει
Είναι ο ίδιος τους ο εχθρός
Νύχτα
Τ’ανδρόγυνα ξαπλώνουν στο κρεβάτι τους
Οι νέες γυναίκες θα γεννήσουν ορφανά
Στρατηγέ το τανκς σου
Είναι δυνατό μηχάνημα
Θερίζει δάση ολόκληρα
Κι εκατοντάδες άνδρες αφανίζει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
-χρειάζεται οδηγό
Στρατηγέ το βομβαρδιστικό
Είναι πολυδύναμο
Πετάει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο
Κι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει βάρος πιο πολύ
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
-χρειάζεται πιλότο
Στρατηγέ ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ
Ξέρει να πετάει
Ξέρει και να σκοτώνει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
-ξέρει να σκέφτεται»

-Τάσος Δενέγρης, «ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ»

«Κλείστε τα φώτα
Σφαλίστε την πόρτα
Κλειστά τα παράθυρα
Κι ανοίχτε το παράθυρο να παίζει εμβατήρια.
Φέρτε τους τοίχους και βάλτε κρέπια
Μαζέψτε ψωμιά και κάντε παξιμάδια
Χοντρέμποροι συνάξανε τα λάδια
Εμείς θα φάμε ψάρια με τα λέπια.»
(Τάσος Δενέγρης, Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος)

-Θωμάς Γκόρπας, «Το αλβανικό»

“Λένε κάποια τραγούδια και ιστορικά βιβλία
πως ο στρατός μας θαυματούργησε στην Αλβανία.
Αλλ’ ο πατέρας μου κανένα θαύμα δε θυμόταν
κι όταν τον ρώταγα τον πόλεμο τον καταριόταν.
– Ποιοι ήταν πατέρα οι νικηταί και ποιοι οι ηττημένοι;
– Στον πόλεμο, παιδί μου, υπάρχουν μόνο σκοτωμένοι…
Τα κρυοπαγήματα και τα κουρέλια του θυμόταν.
– Και τα ανδραγαθήματα; Ρωτούσα. Αποκρινόταν:
– Μπορεί οι νεκροί που τάφηκαν μέσα στο χιόνι
που πολεμήσαν μοναχοί και που πεθάναν μόνοι…
– Κ’ η Παναγία που σας προστάτευε πού ήτανε πατέρα
δεν ήταν δίπλα σας όταν φωνάζατε αέρα;
– Ίσως την έβλεπαν οι στρατηγοί την Παναγία
όταν μας ψάχνανε στους χάρτες μέσα στα γραφεία…”.
(Θωμάς Γκόρπας, Ποιήματα, Κέδρος)

-Νικηφόρος Βρεττάκος: « Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο Αλβανικό μέτωπο»

«Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού: ένας κόσμος χαμένος.
Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ’ τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ’ τ’ αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο, διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).»
Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ’ το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.
Η νύχτα μας βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ’ αμπριά.
εκεί μέσα μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ’ ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας το κλουβί στο παράθυρο,
τα μάτια των κοριτσιών, το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορα μας, τ
ην Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα, που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ’ το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ’ το θάνατο.
Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Το ότι πέθαναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα ‘ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά, σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (113ο): «Ο πόλεμος»…

  1. Ό,τι απόμεινε (απ’ το χαλασμό):

    1. «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, ή άποκτείνουσα τους προφήτας»
    Χιροσίμα, Χιροσίμα, ή άποκτείνουσα τους ανθρώπους!
    Ή Χιροσίμα είναι ή νεαρή μοίρα.
    Ή Χιροσίμα ακυρώνει την Ιστορία.
    Θημωνιάζει τους πολιτισμούς, καθώς ό Σαρδανάπαλος
    τους θησαυρούς του.
    Ή Χιροσίμα εϊναι το νέο πρόσωπο, το πρόσφατο προσωπείο, το πρόσωπο του αιώνα.
    Ή Χιροσίμα είναι ή παρουσία.
    Πίσω από κάθε φιλί, από κάθε σμίξιμο, από κάθε σπασμό υπάρχει ή Χιροσίμα.
    Πίσω από τη φωτιά στο τζάκι, από το αρχαίο τραγούδι, από το πατρογονικό παραμύθι υπάρχει ή Χιροσίμα.
    Ή νέα ποίηση είναι ή Χιροσίμα.
    Ή νέα ομορφιά είναι ή Χιροσίμα.
    Ή Χιροσίμα εϊναι το καινούριο μας δέρμα, ή καινούρια δορά,
    πού αχρηστεύει τους Αργοναύτες.
    Ή Χιροσίμα είναι ή νέα φιλοσοφία.
    Ή χρονολογία του κόσμου πού έρχεται.
    Ό άνθρωπος περπάτησε χιλιάδες χρόνια, για να φτάσει στη Χιροσίμα.
    Ό άνθρωπος στοχάστηκε χιλιάδες χρόνια,
    για να βρει το θεώρημα της Χιροσίμας.
    Ό άνθρωπος αναζήτησε, περιπλανήθηκε, ξενιτεύτηκε,
    θαλασσοπόρησε χιλιάδες χρόνια.
    Ή Χιροσίμα βρισκόταν
    στην άκρη του νερού, στην άκρη του δρόμου.
    Εκεί συνομίλησε με τους προγόνους του.
    Εκεί διατύπωσε την αρετή του.
    Εκεί αποκρυπτογράφησε τη συμπόνια του.
    Εκεί συναπάντησε την ανθρωπιά του.
    Ή Χιροσίμα είναι το σταυροδρόμι,
    ή αρχή καί το τέλος του κόσμου,
    το τέχνασμα καί το προσωπείο,
    το πρόσωπο,
    14
    Δώσ’μου το χέρι σου, για να μπορέσω να λησμονήσω τη Χιροσίμα.
    «Αφησε με να πιω τα σκοτεινά σου μαλλιά, για να μπορέσω να λησμονήσω τη Χιροσίμα.
    Μίλησε μου, με τη γλώσσα της σιωπής, για να μπορέσω να λησμονήσω τη Χιροσίμα, το μαύρο κύμα, τη Χιροσίμα.
    Τώρα ζούμε την έκπληξη,
    κατάντικρυ του θανάτου.
    Κι ωστόσο, μπορούμε καί λέμε: αδερφέ μου.
    Δεν αλλάξαμε γλώσσα.
    Μπορούμε καί λέμε: αδερφέ μου.

    Περάσαμε το «Αουσβιτς, το Νταχάου, το Λίντιτσε καί λέμε
    ακόμα: αδερφέ μου.
    Ό αδερφός μας βρίσκεται στην άλλη όχθη,
    παίζει με τα κόκκαλά του την ένατη.
    Διαβάζει «Εύθύδημο».
    Ό αδερφός μου φυτεύει τα παραμύθια του στην ουλή
    του προσώπου του.
    Ο αδερφός μας πασκίζει να τραγουδήσει καί του λείπει το χείλος.
    Ό αδερφός μας θέλει να κλάψει καί του λείπουν τα μάτια.
    Ο αδερφός μας θέλει ν «αγγίξει τα χέρια μας, να μας προσπέσει, να παραπονεθεί καί του λείπουν τα χέρια.
    Συμμαζώνει τα κόκκαλά του καί προχωρεί.
    Είναι ό νέος αδερφός, πού γεννήθηκε στα χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα στο Νταχάου, στα χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε στη Χιροσίμα: μετά Χριστόν.»

    Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος

    Δέκα στρατιώτες κι ένας λοχαγός – Αρλέτα

    2. Καλώ στην απολογία

    Χτυπάει ασταμάτητα το τύμπανο του πολέμου
    Καλεί να μπήγουν σίδερο στους ζωντανούς.
    Από τις διάφορες επικράτειες τους πολίτες
    σαν σκλάβους πουλημένους
    πετούν στην κόψη της λόγχης.

    Για τι;

    Τρέμει η γη
    πεινασμένη,
    απογυμνωμένη.
    Ζεμάτισαν την ανθρωπότητα στο λουτρώνα αιματηρό
    μόνο γιατί
    κάποιος επιμένει
    να κερδίσει την Αλβανία.
    Αρπάχθηκε το μίσος των ανθρώπινων σκυλολογιών αιμόχαρο,
    πέφτουν στο σώμα της γης χτυπήματα ανελέητα,
    μόνο για να περάσουν
    τον Βόσπορο
    καράβια κάποια αφορολόγητα.
    Σύντομα η γη
    δε θα’ χει άσπαστο πλευρό.
    Και την ψυχή θα βγάλουν
    με τα χέρια απλωμένα στα δημόσια ταμεία,
    μόνο για να
    πάρει κάποιος
    στα χέρια του
    τη Μεσοποταμία.

    Εν ονόματι ποιών συμφερόντων η αρβύλα
    τη γη καταπατεί τρίζοντας άγρια;
    Τι είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;

    Ελευθερία;

    Θεός;

    Δολάριο!

    Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου τ’ ανάστημα εσύ,
    που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;

    Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την ερώτηση
    γιατί πολεμάμε, αλήθεια!

    ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

    3. Τα σύνορα και οι στρατιώτες

    Χρειάζονται οι στρατιώτες για να φυλάνε τα σύνορα
    Τα σύνορα χρειάζονται για να υπάρχουνε οι στρατιώτες
    Τα σύνορα και οι στρατιώτες για να μην αφήνουν
    Να κάνουν τη δουλειά τους
    Οι νόμοι του Ήλιου κι η Ποίηση.
    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, Η ΕΙΡΗΝΗ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ –ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1958-1967

    Βασίλης Παπακωσταντίνου – Τρίτος Παγκόσμιος

    4. ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΩ

    Δε θα χορέψω στα τύμπανα του πολέμου σας.
    Δε θα δανείσω ούτε την ψυχή ούτε τα κόκαλά μου στα τύμπανα του πολέμου σας.
    Δε θα χορέψω στο ρυθμό σας.
    Τον ξέρω αυτόν τον ρυθμό. Είναι άψυχος.
    …………………………………………………………………
    Δε θα μισήσω για σας, ούτε θα σας μισήσω.
    Δε θα σκοτώσω για σας.
    Και κυρίως δε θα πεθάνω για σας.
    Δε θα θρηνήσω το θάνατο, ούτε με αυτοκτονία, ούτε με δολοφονία.
    Δε θα σταθώ πλάι σας, ούτε θα χορέψω με τις βόμβες, επειδή όλοι οι άλλοι χορεύουν.
    Όλοι κάνουνε λάθη. Η ζωή είναι δικαίωμα, που δεν είναι εξασφαλισμένο ή απλό.
    Δε θα ξεχάσω από πού προέρχομαι. Θα κατασκευάσω το δικό μου τύμπανο.
    Συγκεντρωθείτε γύρω μου αγαπημένοι και το τραγούδι μας θα γίνει χορός.
    Το βουητό μας θα γίνει τυμπανοκρουσία.
    Δε θα με ξεγελάσετε. Δε θα δανείσω το όνομά μου, ούτε το χτύπο μου στο ρυθμό σας.
    Θα χορεύω και θα αντισταθώ και θα χορεύω και θα παραμείνω σταθερός και θα χορεύω.
    Αυτό το καρδιοχτύπι είναι πιο δυνατό από το θάνατο.
    Το τύμπανο του πολέμου σας δεν είναι πιο δυνατό από αυτήν την ανάσα.

    ΣΟΥΧΕΪΡ ΧΑΜΑΝΤ

    5. Στον Ψυχάρη, για τον θάνατο του παιδιού του στον πόλεμο

    Κατάρα να έχει ο πόλεμος
    που τους βλαστούς θερίζει,
    κατάρα η δόξα η μάταιη
    που σπέρνει συμφορές,
    που αγαπημένα αντρόγυνα
    σκληρά τ’ αποχωρίζει
    και που γονέων απάνθρωπα
    σουβλίζει τις καρδιές!

    Σε σε, πατέρα δύστυχε,
    τα λόγια τούτα λέω,
    στο σκοτωμό του τέκνου σου
    με θλίψη της ψυχής,
    και τον αγιάτρεφτο χαμό
    -φίλος- μαζί σου κλαίω
    ποτήρι που σε κέρασεν
    ο πόλεμος να πιεις!
    ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

    6. Όταν κάνουνε πόλεμο

    Όταν κάνουνε πόλεμο
    η γη έχει πονόλαιμο
    πονάει η καρδιά της
    και κλαίνε τα παιδιά της

    κι όλο κάνουνε πόλεμο
    κι άντε με τον πονόλαιμο
    τον άρρωστο λαιμό της
    από τον πόλεμό της.

    Ενάντια στον πονόλαιμο
    στον πόνο και τον πόλεμο
    υπάρχει μια ασπιρίνη
    άνθρωποι, πέστε Ειρήνη.

    Γιώργος Μαρίνος

    Μαρία Δημητριάδη – Άννα μην κλαις

    7. ΤΡΑΓΟΥΔΙ

    Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας.
    Εδώ ή αλλού, χτυπάω όλες τις πόρτες
    ω, μην τρομάζετε καθόλου που είμαι αθώρητη
    κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί να δει.

    Εδώ και δέκα χρόνια εδώ καθόμουνα
    στη Χιροσίμα ο θάνατος με βρήκε
    κι είμαι παιδί, τα εφτά δεν τα καλόκλεισα,
    μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.

    Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου
    μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια
    όλη-όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα
    την πήρε ο άνεμος κι αυτή σ’ ένα ουρανό συγνεφιασμένο.

    Ω, μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα,
    κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει
    τι το παιδί που σαν κομμάτι εφημερίδα κάηκε
    δε μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.

    Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας, ακούστε με,
    φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας
    έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται
    και να μπορούν να τρώνε καραμέλες.

    Ναζίμ Χικμέτ (απόδοση Γιάννη Ρίτσου)

    8. IA´

    Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
    Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
    Γιατί τους είχε πάρει
    Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
    Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
    Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
    Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
    Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
    Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
    Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
    Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

    Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
    Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
    M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
    Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
    Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
    Mε πικραμένα μάτια·
    Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
    Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
    Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
    Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
    Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

    Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
    Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
    Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

    OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας

    9. ΜΙΚΡΟΣ ΛΑΟΣ

    « Μικρός λαός και πολεμά
    δίχως σπαθιά και βόλια
    για όλου του κόσμου το ψωμί
    το φως και το τραγούδι

    Κάτω απ’ τη γλώσσα του κρατεί
    τους βόγγους και τα ζήτω
    κι αν κάνει πως τα τραγουδεί
    ραγίζουν τα λιθάρια »
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    10. Ερώτηση

    Η μάχη είναι μάχη
    κι ο πόλεμος τα περικλείει όλα σαν ζωή·
    είναι ζωή ο πόλεμος
    μα κάτι σαν ερώτηση στο ιδρωμένο δέρμα.

    Στο λέω θα’ ταν βαρετό
    να ήσουν η απάντηση για μένα
    γιατί η απάντηση κερνάει σιγουριά
    και οι σιγουριές μας δεν μεθύσανε ποτέ πριν απ’ το τέλος
    είσαι λοιπόν ερώτηση χωρίς συνειδητό
    καθώς γλιστρώ στο πίσω μέρος του λαιμού σου
    είσαι ερώτηση που μαγνητίζει ερωτήσεις
    και καταπίνει λαίμαργα
    κάθε σημείο στίξης ξένο προς την αμφιβολία
    αμφιβολία πολέμου
    και μάχης ανατρίχιασμα πριν απ’ την πρώτη σφαίρα.

    Χρήστος Α. Μιχαήλ

    ΥΓ. Να υποθέσω ότι ακολουθεί η ειρήνη;

  2. Οταν φουντώνει ο πόλεμος

    στο πόλεμο σε γνώρισα

  3. Ευχαριστώ πολύ, Λύσιππε!!!

  4. Grazie mille, Aggeliki!….
    Όλα ωραία! Θέλω να σταθώ στο ποίημα του Γ. Μ. Μαρίνου, «Όταν κάνουμε πόλεμο», γιατί μου θύμισες την εποχή που το δίδασκα στους μαθητές μου και το τραγουδούσαμε!

    «Στον τοίχο, με κιμωλία γραμμένο:
    Θέλουνε πόλεμο.
    Αυτός που το ’χε γράψει
    Έπεσε κιόλας.»
    (Μπ. Μπρεχτ)

    -«Αυτοί οι τρεις στρατιώτες
    μπλέχτηκαν στον παγκόσμιο πόλεμο,
    χωρίς να ρωτηθούν, αν θέλουν.
    Στην πραγματικότητα δεν είχαν ιδέα, τι ακριβώς έκαναν εκεί!
    Μόλις πέρασε ο τρίτος χρόνος
    κατάλαβαν
    ότι ήταν ένας πόλεμος των πλουσίων
    κι ότι μόνο οι πλούσιοι οδηγούσαν τον πόλεμο αυτό,
    ώστε οι πλούσιοι να γίνουν ακόμα πλουσιότεροι.»
    (Μπ. Μπρερχτ)

    -Κωστής Παλαμάς, «Ἡ νίκη»

    (Τὸ τελευταῖο ποίημα τοῦ ποιητῆ,
    ἐντὸς τοῦ Β´ παγκοσμίου πολέμου)

    Παιδιά μου ὁ πόλεμος,
    γιὰ σᾶς περνάει θριαμβευτής·
    τῶν ἄδικων ὁ πόλεμος
    δὲν εἶν᾿ ἐκδικητής
    εἶναι ὁ θυμὸς τῆς ἄνοιξης
    καὶ τῆς δημιουργίας;
    Κι᾿ ἂν εἶναι, καὶ στὸν πόλεμο
    μέσα ἡ ζωὴ θυσία,
    ὁ τάφος εἶναι πέρασμα
    πρὸς τὴν Ἀθανασία!

    -Γκιγιώμ Απολλιναίρ, «Πόλεμος»

    «Κεντρικός τομέας μάχης
    Επαφή μ’ ακουστικό φυλάκιο
    Η άνοιξη πυρ στην κατεύθυνση
    “Ευκρινείς θόρυβοι” οι κληρωτοί
    Κλάση του 1915 και αυτά τα
    Ηλεκτροφόρα σύρματα λοιπόν
    Μην κλαίτε πάνω στου πολέμου
    Τις ωμότητες
    Πριν είχαμε την επιφάνεια μόνο
    Της ξηράς και της θάλασσας
    Μετά θα έχουμε την άβυσσο
    Το υπέδαφος και το αιθερόλαμνο
    Διάστημα άνθρωποι στο τιμόνι
    Μετά μετά
    Θα δοκιμάσουμε όλες τις χαρές
    Των νικητών που επαναπαύονται
    Αθλήματα Γυναίκες Εργοστάσια
    Βιομηχανία Εμπόριο Γεωπονία
    Μεταλλεύματα Φωτιά Κρύσταλλο
    Ταχύτητα Φωνή Βλέμμα
    Αφή μαζί και χώρια κι από
    Μακριά αφή και ακόμη πιο
    Μακριά μακρύτερα απ’ αυτήν τη
    Γη.»
    (Γκιγιώμ Απολλιναίρ, Ποιήματα, ΓΝΩΣΗ)

    -ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ – ΠΑΠΠΑ, «ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΤΟΠΙΟ»
    Ω έλα συ, ατσαλομάτα κόρη
    μεσ’ στης αγρύπνιας μας τη μουσκεμένη αυγή
    έλα από κει που μας τους πήραν
    και τώρα ουρλιάζουν μόνο τα σκυλιά,
    θα υψώσουνε το μπόι σου οι λόφοι των κορμιών τους
    το δάσος των χεριών μας θα σε προφυλάξει
    σου’ χουμε καταφύγιο σκάψει μεσ’ στην καρδιά μας
    σκήνωμα, Ειρήνη, ν’ αποκτήσεις
    να μην πλανιέσαι μέσα σε τόσες στάχτες
    επαίτισσα-
    δαρμένη από έναν άπληστο χειμώνα… [ ]

    -Δυο ποιήματα του Πωλ Ελυάρ εμπνευσμένα από τον ελληνικό εμφύλιο:

    1. «Στις Ελληνίδες αδελφές μου (Γράμμος, Ιούνης ’49)»

    «Αδελφές μου της ελπίδας, ω, γυναίκες γενναίες,
    Έχετε κλείσει συμφωνία ενάντια στο θάνατο
    Ω, αθάνατες αγαπημένες μου,
    Παίζετε τη ζωή σας
    Για να θριαμβεύσει η ζωή
    Είναι κοντά η μέρα, ω, αδελφές μου του μεγαλείου,
    Που θα κοροϊδεύουμε τις λέξεις πόλεμος και μιζέρια
    Γιατί θα έχετε νικήσει»

    2. «Προσεύχονται οι χήρες και οι μανάδες»

    «….Με τα όπλα και με το αίμα
    λυτρώστε μας από το φασισμό
    Νανουρίζαμε ολάκερο το φως
    και τα στήθη μας φούσκωναν γάλα
    Αφήστε μας να πάρουμε τουφέκι
    να βάλουμε σημάδι τους φασίστες…»
    [Συλλογή: «Ελλάδα, τριαντάφυλλο του λογισμού μου»]

    -Κ. Π. Καβάφης, «Αιωνιότης»

    Ο Ινδός Aρσούνας, βασιλεύς φιλάνθρωπος και πράος,
    μισούσε τες σφαγές. Ποτέ δεν έκαμνε πολέμους.
    Πλην του πολέμου ο φοβερός θεός δυσηρεστήθη —
    (λιγόστεψεν η δόξα του, άδειασαν οι ναοί του) —
    και μπήκε με θυμό πολύ στου Aρσούνα το παλάτι.
    Ο βασιλεύς φοβήθηκε και λέει· «Θεέ μεγάλε,
    συγχώρεσέ με αν δεν μπορώ ζωή να πάρω ανθρώπου».
    Με περιφρόνησι ο θεός απήντησε· «Aπό μένα
    νομίζεσαι πιο δίκαιος; Με λέξεις μη γελιέσαι.
    Καμιά ζωή δεν παίρνεται. Γνώριζε πως ποτέ του
    μήτε γεννήθηκε κανείς, μήτε κανείς πεθαίνει».

    (Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

  5. ΜΠΡΕΧΤ επί 4:

    1. Τέσσερις στρατηγοί

    Τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν
    για πόλεμο στο μακρινό Ιράν.
    Μα ο πρώτος πόλεμο δεν κάτεχε
    ο δεύτερος στις κακουχίες δεν άντεχε
    ο τρίτος ήταν υποκείμενο γελοίο
    κι ο τέταρτος φοβότανε το κρύο.
    Τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν
    αλλά δεν φτάνουνε ποτέ στο Ιράν.

    (σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη)

    Στρατιώτης ποιητής – Κώστας Καράλης (Μίλτος Σαχτούρης)

    2. Ο αδελφός μου ο αεροπόρος

    Ήταν αεροπόρος ο αδελφός μου.
    Του δώσανε ένα χάρτη κάποια μέρα.
    Έκανε τα μπαγκάζια του. Η πορεία
    Ήταν σημειωμένη: προς το Νότο.

    Ένας κατακτητής ο αδελφός μου.
    Ανάγκη έχει ο λαός μας από χώρο
    Να κάνουμε δικά μας ξένα εδάφη
    Τ’ όνειρο το παλιό το χρυσοφόρο.

    Κατέκτησε το χώρο ο αδελφός μου
    Σ’ ορεινούς όγκους της Γκουανταράμα.
    Μάκρος έχει ένα μέτρο και ογδόντα
    Και βάθος ένα μέτρο και πενήντα.

    (σε απόδοση Νίκου Παπά)

    Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Ο Στρατιώτης

    3. Το δώρο του στρατιώτη στη γυναίκα του (1939)

    Και τι έστειλε ο φαντάρος στη γυναίκα του
    Απ’ την παλιά πρωτεύουσα την Πράγα;
    Από την Πράγα της έστειλε ψηλά μποτίνια,
    Ένα χαιρετισμό και τα ψηλά μποτίνια
    Αυτό της έστειλε δώρο από την Πράγα.

    Και τι έστειλε ο φαντάρος στη γυναίκα του
    Απ’ τη Βαρσοβία και τις όχθες του Βιστούλα;
    Απ’ τη Βαρσοβία της έστειλε δώρο μια λινή μπλούζα,
    Παράξενη, πολύχρωμη, μια μπλούζα πολωνέζα!
    Αυτό της έστειλε δώρο απ’ τις όχθες του Βιστούλα.

    Και τι έστειλε ο φαντάρος στη γυναίκα του
    Απ’ το Όσλο και τη Δανία;
    Ένα μικρό γουναρικό για το λαιμό,
    Με την ελπίδα πως ο γούνινος γιακάς θα της αρέσει.
    Αυτό της έστειλε δώρο απ’ τη Δανία και το Όσλο.

    Και τι έστειλε ο φαντάρος στη γυναίκα του
    Από το Ρότερνταμ το πλούσιο και χορτάτο;
    Από το Ρότερνταμ της έστειλε δώρο ένα καπέλο.
    Τρέλα της πάει το ολλανδέζικο καπέλο.
    Αυτό της έστειλε δώρο από το Ρότερνταμ.

    Και τι έστειλε ο φαντάρος στη γυναίκα του
    Από το Βέλγιο και τις Βρυξέλες;
    Δαντέλες σπάνιες της έστειλε,
    Ω, κι αυτή να’ χει σπάνιες δαντέλες!
    Αυτό της έστειλε δώρο από το Βέλγιο.

    Και τι έστειλε ο φαντάρος στη γυναίκα του
    Απ’ το Παρίσι «πόλη του Φωτός»;
    Απ΄το Παρίσι της έστειλε μεταξωτό φουστάνι
    Να σκάσει από τη ζήλια η γειτόνισσα.
    Αυτό της έστειλε δώρο από το Παρίσι.

    Και τι έστειλε ο φαντάρος στη γυναίκα του
    Από την Τρίπολη κει κάτω της Λιβύης;
    Από την Τρίπολη της έστειλε δώρο μια καδενίτσα
    Με φυλακτό στη χάλκινη αλυσιδίτσα.
    Αυτό της έστειλε δώρο από την Τρίπολη.

    Και τι έστειλε ο φαντάρος στη γυναίκα του
    Απ’ την απέραντη γη της Ρωσίας;
    Απ’ τη Ρωσία της έστειλε ένα μαύρο κρέπι
    Για το μνημόσυνό του, κρέπι χήρας-
    Αυτό της έστειλε δώρο από την Ρωσία.

    (σε απόδοση Ρίτας Μπούμη Παπά)

    ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΚΗΛΑΗΔΟΝΗΣ – Κορίτσι μου, για σένα πολεμώ

    4. Επιτάφια επιγραφή απ’ τον πόλεμο του Χίτλερ

    Πατέρα, άφησες να με πάρουνε στρατιώτη
    Μάνα, εσύ δεν μ’ είχες κρύψει
    Αδελφέ, μου’ δωσες λάθος συμβουλή
    Αδελφή, δεν με είχες ξυπνήσει!

    (σε απόδοση Νάντιας Βαλαβάνη)

    YΓ. Δεν είχα καμιά αμφιβολία για το ποίημα-τραγούδι του Μαρίνου. Όλοι το χρησιμοποιήσαμε κάποιες φορές.

  6. Kalhspera, Aggeliki! Grazie mille!!!

    -«Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς. Και τους μεν θεούς έδειξε, τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε, τους δε ελευθέρους»
    (Ηράκλειτος, 544-484 π.Χ.)

    -«Στον τοίχο, με κιμωλία γραμμένο:
    Θέλουνε πόλεμο.
    Αυτός που το ’χε γράψει
    Έπεσε κιόλας.»
    (Μπ. Μπρεχτ)

    -«Αυτοί οι τρεις στρατιώτες
    μπλέχτηκαν στον παγκόσμιο πόλεμο,
    χωρίς να ρωτηθούν, αν θέλουν.
    Στην πραγματικότητα δεν είχαν ιδέα, τι ακριβώς έκαναν εκεί!
    Μόλις πέρασε ο τρίτος χρόνος
    κατάλαβαν
    ότι ήταν ένας πόλεμος των πλουσίων
    κι ότι μόνο οι πλούσιοι οδηγούσαν τον πόλεμο αυτό,
    ώστε οι πλούσιοι να γίνουν ακόμα πλουσιότεροι.»
    (Μπ. Μπρερχτ)

    -«Πλήρη ελευθερία του βιβλίου, υπό έναν περιορισμό.
    Πλήρη ελευθερία του θεάτρου, υπό έναν περιορισμό.
    Πλήρη ελευθερία των καλών τεχνών υπό έναν περιορισμό.
    Πλήρη ελευθερία της μουσικής, υπό έναν περιορισμό.
    Πλήρη ελευθερία του κινηματογράφου, υπό έναν περιορισμό.
    Ο περιορισμός: καμιά ελευθερία για γραπτά και έργα τέχνης που εξυμνούν τον πόλεμο ή τον παρουσιάζουν ως αναπόφευκτο, και για εκείνους που υποστηρίζουν το μίσος μεταξύ των λαών.»
    (Μπ. Μπρερχτ)

    *Ο Εγγονόπουλος γράφει για τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο:

    -Νίκος Εγγονόπουλος, «Ποίηση 1948»

    «τούτη η εποχή
    του εμφυλίου σπαραγμού
    δεν είναι εποχή
    για ποίηση
    κι’ άλλα παρόμοια:
    σαν πάει κάτι
    να
    γραφεί
    είναι
    ως αν
    να γράφονταν
    από την άλλη μεριά
    αγγελτηρίων
    θανάτου

    γι’ αυτό και
    τα ποιήματά μου
    είν’ τόσο πικραμένα
    (και πότε – άλλωστε – δεν ήσαν;)
    κι’ είναι
    – προ πάντων –
    και
    τόσο
    λίγα»

    -Γιάννης Ρίτσος, «Τούτο δεν είναι πόλεμος»

    «Εδώ τα δέντρα μάχονται μαζί με τους ανέμους
    εδώ βρυχιούνται τα βουνά και τα χοντρά κοτρώνια
    τ’αστέρια βόλια σφεντονάν και το φεγγάρι μπάλες
    κι ολημερίς κι ολονυχτίς μες στου ήλιου το καζάνι
    μαύρο κατράμι κοχλακά για των οχτρών τ’ασκέρια.

    Εχ, τι λαγούτα και βιολία και κλέφτικα νταούλια,
    οι πίπιζες του πλάτανου, του πεύκου τα σαντούρια –

    Τούτο δεν είναι πόλεμος τούτο δεν είναι αμάχη
    τούτο είναι μέρα των Φωτώ τούτο είναι χοροστάσι
    τ ’Αη – Θυμαριού η ανάσταση, τ’Αη – ’Ελατου το γλέντι.

    Στραφτοκοπάν στον άνεμο τα χρυσοπετραχήλια
    γιορτάζουν τα καμπαναρία με τις χρυσές καμπάνες
    οι άσπροι σταυροί των φλάμπουριων φωτάν τα μεσονύχτια
    κι αγγέλοι από γυαλί και φως μ’ολάνοιχτες φτερούγες
    φωτάνε τα ελατόδασα και τ’ αϊτομονοπάτια.»
    (Γ. Ρίτσος, Η κυρά των αμπελιών, Κέδρος)

    -Γιάννης Ρίτσος, «Γράμματα από το Μέτωπο 1»

    «Μάνα, τον ήλιο εδώ σκεπάζουν ίσκιοι
    κι αναπαμό ποτέ η καρδιά δε βρίσκει ένα—
    οι αυγές κ’ οι νύχτες μας γυρνούν φρικτές
    πεντάλφες γράφουν στό σκοτάδι σήματα,
    που τον κίνδυνο μηνούν,
    πύρινα φίδια από τα βάθη του Άδη.
    Ζούμε στ’ αμπριά θαμμένοι, διπλωμένοι
    κ’ έξω απ’ την τρύπα ο θάνατος περιμένει.
    Μας έπνιξαν το φως και τη χαρά,
    στεγνώσαν την ψυχή μας και το σώμα,
    μα κάτι μέσα μας κυλά βουερά
    και ξέσπασμα δε βρήκε κάπου ακόμα.
    Φουσκώνουν της ζωής μας τα πελάη
    σ’ όλες τις φλέβες μου, αίμα μου κυλάει
    της Μαριγώς το φλογερό φιλί…
    (θέλω να πω, μητέρα μου, για κείνο
    το φιλί της που μούδωσε δειλή
    προτού για την πατρίδα μας μακρύνω).
    Η κάθε μου ίνα τη χαρά φωνάζει,
    μα ο πόλεμος, τη νιότη μου σκεπάζει
    και με ατσάλι αναμμένο με κεντά
    όμως, μέσα μου η καρδιά μου δε λυγίζει.
    Μητέρα, εδώ, στο θάνατο κοντά,
    πρωτόμαθα το πόσο η ζωή αξίζει»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: