Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (112ο): «Σάββατο – Κυριακή»…

-“Καληνύχτα…
Με κούρασε πολύ η Κυριακή.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Ένα σκληρό χαμόγελο στο πρόσωπο του κόσμου…
Με κούρασε πολύ το πρόσωπο του κόσμου.
Κι εσύ να είσαι ένα ποτήρι
στο πάνω πάνω ράφι που δεν φτάνω.”
(Κική Δημουλά, “ΒΑΘΕΙΑ ΑΥΛΑΞ”)

-Φοβερότερος αυτός
«Εκτός από τον φυσικό,
υπάρχει και ο άλλος θάνατος:
αυτός, της Κυριακής.»
(Χρίστος Λάσκαρης)

-«…Έφυγε καβαλάρης, και το Σάββατο
γύρισε παντρεμένος μ’ ένα σύννεφο.
Την Κυριακή κοκκίνισαν τα μήλα.»
(Γ. Ρίτσος, «Παιχνίδια του νερού και τ’ ουρανού»)

-Κική Δημουλά, «Κάθε Σάββατο»

«Με κοιτάζουν οι γλάστρες απότιστες.
Το καντήλι σβηστό δεν με κοιτάζει.

Αυτός ο γεροξεκούτης με κατάφερε να αργώ.
Στην αρχή παρακαλούσε
το είχε ανάγκη να βλέπει κάθε μέρα.
Ύστερα άλλαξε συχνότητα
και τάχα εγώ δεν άκουσα καλά
να ‘ρχομαι μέρα παρά μέρα εννοούσε.

Μια παραμέρα αργότερα καθώς
με είδε με τη γλώσσα έξω κάθιδρη
φορτωμένη λουλούδια και υπακοή
έπεσε απ’ τα σύννεφα
τι θες εδώ καθημερινή, σ’ το είπα
δουλεύουν οι ψυχές στα διυλιστήρια
να ‘ρχεσαι κάθε Σάββατο που είναι αδειούχες.

Το περασμένο Σάββατο
είχε επιδεινωθεί η αμνησία του.
Καθώς με είδε με τη γλώσσα έξω κάθιδρη
φορτωμένη με πολλήν υπακοή και λίγα λουλούδια
την μάλωσε σκληρά την ανταλλακτική
αγάπη που σου έφερα –
είχε η προηγούμενη αδειάσει.

Πάλι εσύ εδώ, της είπε, σ’ είχα για πεθαμένη
άντε, καιρός να αραιώσουν τα αφρόλουτρα
οι μοσχολίβανες μαλάξεις με υακίνθους
λευκαντικούς. Τώρα το χειμώνα
λερώνεται λιγότερο η κλεισούρα.
Σκέψου λίγο και τον εαυτό
της αντοχής σου δεν είναι από σίδερο
των συναισθημάτων σου η υγεία κλονισμένη
τα έχει τα χρονάκια της κι η ωριμότητά σου
θέλει προφύλαξη μην την εκθέτεις στα κρύα
μάρμαρα.

Προπάντων που
όσο συχνότερα έρχεσαι
τόσο περισσότερο αργείς να συγχωρήσεις.
Ξεχνώντας τους αυτομάτως συγχωρείς.
Μοιάζουν σαν δίδυμες
η λησμονιά με τη συγγνώμη.

Τέτοιες μωρολογίες άκουσα. Τι περιμένεις
από τόσων ετών χρόνο.

Κι όμως τον εφαρμόζω.

Έτσι μας έμαθαν
ν’ ακούμε των μεγάλων τη σοφή
φθορά.»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

-Γιάννης Ρίτσος, «Σαββατόβραδο»

«Μπήκε σκυμμένος σα να κουβαλούσε στους ώμους του το βάρος
μιας άνεργης μέρας,
το βάρος μιας λασπωμένης πολιτείας με κλειστά παράθυρα
κ’ ένα σφυρί που δε χτύπησε στο σίδερο.

Σιωπηλό Σαββατόβραδο. Η ταβέρνα γεμάτη καπνό. Τρεις ναυτικοί
κάτι έλεγαν με μακρινές χειρονομίες. Ένα ποτήρι
έπεσε χάμου. Δεν ακούστηκε τίποτα.
Μονάχα μια σκοινένεια σκάλα καραβιού σχεδιάστηκε στο χνωτι-
σμένο τζάμι.

Η σκάλα αυτή, μπορεί και κάπου ν’ ανεβάζει. Πρόσεξες;
Έγνεψε «ναι» με το κεφάλι. Τίποτ’ άλλο.
Καθίσανε στο ίδιο τραπέζι. Μοίρασαν το ψωμί τους. Όταν,
στο ίδιο τζάμι,
ακούμπησε ο εσπερινός ήλιος το πυρωμένο, φαρδύ πρόσωπό του
και κοίταξε μέσα.

Τότε παραμερίσαν τις καρέκλες γύρω τους για να χορέψουν.»
(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)

-Τίτος ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, «Σαββατοκύριακο»

«Ξυπνώντας
Λίγες σταγόνες ύπνο ακόμα στα μαλλιά
Γυμνά πρόσωπα
Γυμνό δωμάτιο
Ένα κρεβάτι τυχαίο
Κορμιά που το κυλινδρικό τους φλούδι
Δεν κρύβει καν λίγη εντεριώνη λησμονιάς…
Δίχως μια λέξη δίχως μια κίνηση
Σαν την ανυπαρξία του πέρα και του εδώθε
Όπως γλιστράει στις σκοτεινές στοές τους
Ζώντας μονάχα τη στιγμή
Που φεύγει
(Που ξέρουμε πως φεύγει)»
(Τίτος Πατρίκιος, «Λυσιμελής πόθος», Καστανιώτης)

-Θωμάς, Γκόρπας, «Δόξα της Κυριακής»

«Η κοπέλα απέναντι στο άλσος
συνομιλεί μ’ επιθυμίες κι ατσάκιστα μυστικά.
Τα χέρια της δείχνουν τους δρόμους
τα πόδια της προσανάβουν το τραγούδι της χλόης
τα μάτια της καλημερίζουν το δροσερό φως.
Ο ήλιος λάμπει στο μέτωπό της
το μέτωπό της λάμπει πιο καλά από τον ήλιο.
Τ’ ανεξάντλητα μαλλιά της μουσική
που θέλει να τρελαθεί.
Ολόκληρη είναι το καλωσόρισμα της αγάπης
ο πιο αρμόδιος τίτλος της Κυριακής.»
(Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

-Γιώργος Σεφέρης, «Κυριακή»

«Δυο βαριά άλογα και ένα αργό αμάξι, αυτό ή κάτι
άλλο, έξω από το παράθυρό μου στο δρόμο
αυτός ο θόρυβος.
Σε λίγο θα ’χει νυχτώσει· βλέπω να με κοιτάζει ακόμη
ένα αέτωμα γεμάτο αγάλματα ακρωτηριασμένα.
Πόσο βαριά είναι τα αγάλματα;
Προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι.»
(Λονδίνο, καλοκαίρι 1933)

-Ένα ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον για την Κυριακή

{324}

«Κάποιοι τηρούν την Κυριακή στην Εκκλησιά-
Την τηρώ κι εγώ, μένοντας στο Σπίτι-
Έχω για Ψάλτη τον Κορυδαλλό
κι έναν Δεντρόκηπο για Τρούλλο-

Κάποιοι τηρούν την Κυριακή με Άμφια Λευκά-
Εγώ απλώς φοράω τα Φτερά μου-
Κι αντί η Καμπάνα να χτυπά της Εκκλησιάς
Ο μικρός μας Νεωκόρος τραγουδά.

Ο Θεός κηρύσσει-διάσημος Κληρικός-
Και το κήρυγμα ποτέ δεν είναι βαρετό-
Έτσι αντί να πάω στον Παράδεισο εντέλει
Το δρόμο μου πάντα ακολουθώ.»

-Μίλτος Σαχτούρης, «Η δύσκολη Κυριακή»

«Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά
Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μιά χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τί κρύο
Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά»
(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

-Κ. Καρυωτάκης, «Κυριακή»

«Ο ήλιος ψηλότερα θ’ ανέβει
σήμερα που ‘ναι Κυριακή.
Φυσάει το αγέρι και σαλεύει
μια θημωνιά στο λόφο εκεί.

Τα γιορτινά θα βάλουν, κι όλοι
θα ‘χουν ανάλαφρη καρδιά:
κοίτα στο δρόμο τα παιδιά,
κοίταξε τ’ άνθη στο περβόλι.

Τώρα καμπάνες που χτυπάνε
είναι ο θεός αληθινός.
Πέρα τα σύννεφα σκορπάνε
και μεγαλώνει ο ουρανός.

Άσε τον κόσμο στη χαρά του
κι έλα, ψυχή μου, να σου πω,
σαν τραγουδάκι χαρωπό,
ένα τραγούδι του θανάτου.»
(Κ. Καρυωτάκης, Άπαντα, Πέλλα)

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (112ο): «Σάββατο – Κυριακή»…

  1. 1. Αύγουστος Κυριακή η Ελλάδα πλάι στη θάλασσα:
    ήλιος δροσιά πεύκα φαΐ κρασί κι αγάπη.
    Στο πικάπ
    έπαιζε ασταμάτητα
    του Τσιτσάνη η «Συννεφιασμένη Κυριακή».
    Και κανείς δεν είπε ν’ αλλάξει ο δίσκος…

    ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ

    To τραγούδι της χαμένης Κυριακής, Αλίκη Καγιαλόγλου

    2. Κυριακή

    Κύματα Κυριακῆς τὰ μάτια μου
    κύματα μοναξιᾶς τὰ χέρια μου
    τρίζουν ἀπὸ ὕπνο ἀθῷο
    τὰ δόντια μέσα στὴν καρδιά μου

    τὸ πεθαμένο τὸ παιδί

    δὲν ξενιτεύεται
    πάει κρατώντας ἕνα
    κόκκινο σκυλάκι
    μέσα στὸ μαντίλι

    τέρατα περπατοῦν
    ἀνάποδα στὰ ὄνειρα
    φυσάει ἕνας ἄγριος ἀέρας
    πάνω ἀπ᾿ τὶς λεμονάδες
    πετάει μιὰ νυχτερίδα

    σὰν πικραμένο εὐαγγέλιο
    μ᾿ ἕνα μαῦρο πανὶ
    μία γυναίκα
    σκεπάζει τὸ φεγγάρι

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

    Απόγευμα της Κυριακής, Β. Παπακωνσταντίνου

    3. Κυριακή απόγεμα

    Παραθαλάσσιο κέντρο
    Καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο
    Μουσική χειροκροτήματα
    Ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά
    Τα παιδιά τρέχουν
    Στη θάλασσα σέρνονται φώτα
    Τραγούδια
    (Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)

    Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια
    Βραδιάζει
    Οι εκδρομείς επιστρέφουν
    Με λουλούδια
    Με λιοκαμένα πρόσωπα
    Χαρούμενοι
    (Θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)

    Άγγλοι αντιπαθητικοί
    Ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες
    Μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο
    Άλλος και φεύγουμε!
    Λάμπες ασετυλίνης
    Οι δρόμοι αδειάζουν
    Κορμιά κολλημένα στους τοίχους
    Λαχανιασμένοι ψίθυροι
    (Νιώθουμε ξένοι
    Νιώθουμε μόνοι πολύ μόνοι)

    Ποιος θα μας σώσει
    Ποιος θα μας ξεκουράσει
    Κατά πού να γυρίσουμε
    (Είμαστε νικημένοι
    Και τόσες Κυριακές μπροστά μας)

    Κλείτος Κύρου, Από τη συλλογή Αναζήτηση (1949)

    Όλες του κόσμου οι Κυριακές λάμπουν στο πρόσωπό σου

    4. «Κυριακή απόγευμα»

    «Πολλές φορές σε ζήτησα το απόγευμα:
    Όταν με βρήκε πίσω απ’ το παράθυρο
    να προφητεύω τις συνεχείς σιωπές σου.
    Όταν μια βίαιη σκηνή εκτυλίχτηκε
    σ’ εμένα ανάμεσα και στο τετελεσμένο.
    Όταν προχώρησα στο διπλανό δωμάτιο
    κι αυτό το εκάλεσα «φυγή».
    Κι άλλες επίμονες φορές σε φώναξε
    μεσ’ από έξι λαϊκά τραγούδια
    για πιάνο και για δύσκολο απόγευμα.
    Κι ακόμα τρεις θρηνητικές μορφές
    όταν τα θέματα σουρούπωναν
    κι ονόμασα τα μάτια σου
    «καθημερινά απογεύματα»
    κι όλον εσένα Κυριακή
    που είναι πάντα δύσκολη.»

    (Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

    Πωλητής ιδανικών στιγμών (Μονάχος μου γυρνώ τις Κυριακές)

    5. Ανία παλιάς Κυριακής

    Η μέρα ολάνοιχτη στον χρόνο από παντού,
    πλην οι ώρες της πισθάγκωνα δεμένες
    ενόσω αιωρείται η προφητεία σαν εκκρεμές.

    Ως τότε η ανία μιας Κυριακής, τόσο ακατάσχετη
    με ψηλοτάκουνα όπως σέρνεται, βαριά
    ν’ ακούγεται το κουρασμένο βάδισμά της.
    Έξω στους δρόμους κουρέλια παίζουν κουτσό
    και μετρούν τα λειψά βήματά τους στον απόηχο
    μιας μουσικής με ρυθμό ταιριαστό
    στο αχαλίνωτο φως της επόμενης μέρας.

    Να γιατί πρέπει να είμαι στοργικός με τα ερπετά.
    Καλύτερα καμπύλη σαν υποταγή
    παρά φτερά χωρίς αντίκρυσμα ουρανού.

    [Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Παιδικό κουρείο, Κέδρος, Αθήνα 2013.]

    Μια Κυριακή, Μπιθικώτσης

    6. Τις Κυριακές με Τζέιμς Μποντ

    Εδώ τις Κυριακές ίδια ταινία
    «Ο Τζέιμς Μποντ εργάζεται στα ξένα».

    Στο πρώτο μέρος ο ήρωας
    κοιτάζει πεταλούδες κι αερόπλανα θυμάται
    φοράει πολύχρωμα φουστάνια
    δεν του πολυπάνε
    μ’ αυτά πετάει ψηλά και μας πυροβολεί
    γυναίκες κλαίνε από χαρά
    εκείνος τους φωνάζει τ’ όνομά του
    «Είμαι ο Μποντ»
    όταν ανάψει διάλειμμα
    μοιράζει σοκολάτες στους διαβητικούς
    μετά σβήνει το φως
    στο μέρος Βον και πάλι μας πυροβολεί
    εμείς είμαστε αθάνατοι
    THE END.

    Δευτέρα ξημερώματα
    βάζει την άσπρη μπλούζα
    σκίζει σε πρόχειρα πανιά
    τη μαύρη οθόνη
    μέχρι την άλλη Κυριακή
    σκουπίζει το αίμα.

    Γιάννης Βαρβέρης, Από τη συλλογή Στα ξένα (2001)

    Η μπαλάντα της Κυριακής, Γιώργος Μαρίνος

    7. ΚΥΡΙΑΚΗ

    Πάλι μια Κυριακή στενάζει μέσ’ στο κρύο
    είναι του στήθους η μεγάλη παγωνιά
    η φεγγερή μου ανάσα
    όπως ο γαλανός καρπός βοά σ’ έν’ άδειο καλοκαίρι.
    Πάλι μια Κυριακή με φέρνει ώς το θάνατο
    γυρίζω δύσκολα τη μνήμη
    κι αν ποθώ τ’ αστέρια δεν έχω τη χαρά
    του σκοτεινού βαθειάν ελπίδα τώρα.
    Γι’ αυτό στενάζει μέσ’ στην Κυριακή
    μονάχη της η δύναμή μου.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    Τα μεσημέρια τη Κυριακής, Μητσιάς

    8. «Κυριακή πρωί»

    Η απολαυστική γαλήνη της μέσα στο neglige
    τα πορτοκάλια κι ο καφές, το ηλιόλουστο δωμάτιο
    κι η ολοπράσινη ελευθερία του παπαγάλου
    πάνω στο χαλί, διώχνουν μακριά
    τις άφωνες σκιές του αρχαίου μαρτυρίου.
    Όμως ξανά΄ονειροπολεί και τότε νιώθει μέσα της
    ν’ απλώνεται το ρίγος της παλιάς καταστροφής
    όπως όταν το πέλαγος έξαφνα σκοτεινιάζει.
    Τα πορτοκάλια, ευωδιαστά, τα πράσινα λαμπρά φτερά
    μοιάζουν ν’ ανήκουν σε μια ακολουθία νεκρών
    που ξετυλίγεται πάνω από θάλασσα πλατιά και χωρίς ήχο.
    Η μέρα είναι μια θάλασσα πλατιά και χωρίς ήχο
    σταματημένη για να τη διασχίσει μέσα στ’ όνειρό της
    και να ‘ρθει
    στην Παλαιστίνη τη βουβή
    τον τόπο του αίματος, τον τάφο.

    Wallace Stevens, μτφρ. Σ. Καββαδάς

    9. “Κυριακή”

    ΙΙ.
    Κυριακή, και μας ξύπνησαν οι καμπάνες.
    Βγήκαν τα παιδιά με τα ποδήλατα.
    Βγήκαν τα πουλιά με τις καρότσες.
    Κ’ ένα φύλλο στάθηκε και ρώτησε:
    Τι θα γίνω εγώ μονάχο μου στο ψήλωμα
    να με δέρνει ο αγέρας και το πέλαγο
    κι ούτε να ‘χω ένα σκοινί να το τραβήξετε
    να σας φυλλοκαμπανίσω όλο το πράσινο;

    Γιάννης Ρίτσος

    Πάει κι αυτή η Κυριακή, Λάκης Παππάς

    10. “Την Κυριακή θα πάω”

    Την Κυριακή θα πάω στην εξοχή σαν να είμαι άλλος
    Ικανοποιημένος με την ανωνυμία μου
    Την Κυριακή θα είμαι χαρούμενος –αυτοί, αυτοί…
    Κυριακή…
    Σήμερα είναι η τέταρτη μέρα της εβδομάδας μα δεν είναι Κυριακή
    Όχι Κυριακή
    Ποτέ Κυριακή
    Μα πάντα θα είναι κάποιος στην εξοχή την Κυριακή που μας έρχεται
    Έτσι περνά η ζωή
    Απαλή γι’ αυτόν που αισθάνεται
    Περισσότερο ή λιγότερο γι’ αυτόν που σκέφτεται
    Πάντα θα είναι κάποιος στην εξοχή την Κυριακή
    Όχι την δική μας Κυριακή
    Όχι την δική μου Κυριακή
    Μα πάντα θα είναι άλλοι στην εξοχή και την Κυριακή!

    Φερνάντο Πεσσόα

    Κυριακή, Νίκος Κούρκουλος

    11. Η Κυριακή»

    Σίγουρο πράμα η Κυριακή φαντάζει
    κι όπως τρανός πατριαρχικός αφέντης
    φτάνει στους κάμπους μας.
    Την καθημερινή ησυχία διαδέχτηκε
    σήμερα μια ησυχία μεγαλειώδης.
    Πιο γλύκα, πιο λιακάδα
    Ανορεξιά
    πιο μοναξιά.
    Το καθισιό ειν’ αυτή τη μέρα απόλυτο:
    σπάνιο το πηγαινέλα των πουλιών.
    Κάθεται και λουφάζει ο κόσμος όλος.
    Και της γης ο σφυγμός μάς δίνει κάτι
    απ’ το σβήσιμο της αγνότητάς της
    της ζωτικότητάς της.
    Πειρασμοί!
    Τι θα γινόμασταν αν η Κυριακή
    δεν τους αράδιαζε όλους σαν νεράιδες
    μπρος στους πόθους μας!
    Να κάθεσαι! Να κάθεσαι!
    Μια ευωδιά σου πηγαίνει την ψυχή
    πιο πέρα απ’ τη δουλειά.
    Άλλοι κοιμούνται βαριά, άλλοι γυρνάνε
    ξημερώματα . Ο σκύλος τους βιγλίζει
    σαν να ‘ταν ξένοι.
    Όλα γίναν μπορετά μέσα σ’ ώρες:
    πλήξη, ηδονή, αλλαγές απρόσμενες
    και πάνω απ’ όλα τούτο:
    το να νιώθεις πως όταν δε δουλεύεις
    έχεις μιαν αναπόφευκτη υποχρέωση
    που λιγοστοί εκπληρώνουν:
    να είσαι ευτυχής για το ότι
    δεν κάνεις τίποτα.

    (Χουάν Χιλ- Άλμπερτ, Σύγχρονη ισπανική ποίηση, εκδ. Γνώση)

    Η Κυριακή, Αλίκη Βουγιουκλάκη

    12. Κυριακή

    Ανάμεσα από τις δεντροσειρές της λεωφόρου Γκομπελέν
    ‘Ενα άγαλμα από μάρμαρο με παίρνει από το χέρι
    Σήμερα Κυριακή και οι αίθουσες των σινεμά γεμάτες
    Απάνω στα κλαδιά χίλια πουλιά κοιτάζουν τους ανθρώπους
    Το άγαλμα με φιλεί κανένας δε μας βλέπει
    Μονάχα ένα παιδί τυφλό μας σημαδεύει με το δάχτυλο.

    Ζακ Πρεβέρ—Μετάφραση: Τάκης Σινόπουλος

    Κάτι Σαββατοκύριακα, Μαχαιρίτσας

    13. Χειμώνας 1942

    Ξημέρωσεν ὁ δείχτης πάλι Κυριακή.

    Ἑφτὰ μέρες Ἡ μιὰ πάνω ἀπ᾿ τὴν ἄλλη
    Δεμένες Ὁλόιδιες
    Σὰ χάντρες κατάμαυρες
    Κόμπο λογιῶν του Σεμιναρίου.

    Μιά, τέσσερις, πενηνταδυό. Ἕξι μέρες ὅλες γιὰ μία Ἕξι μέρες ἀναμονὴ Ἕξι μέρες σκέψη
    Γιὰ μία μέρα
    Μόνο γιὰ μία μέρα
    Μόνο γιὰ μίαν ὥρα Ἀπόγευμα κι ἥλιος.

    Ὧρες
    Ταυτισμένες
    Χωρὶς συνείδηση
    Προσπαθώντας μία λάμψη
    Σὲ φόντο σελίδων
    Μὲ πένθιμο χρῶμα

    Μιὰ μέρα ἀμφίβολης χαρᾶς Ἴσως μόνο μίαν ὥρα
    Λίγες στιγμὲς
    Τὸ βράδυ ἀρχίζει πάλι ἡ ἀναμονὴ
    Πάλι μίαν ἑβδομάδα, τέσσερις,

    πενηνταδυό

    Σήμερα βρέχει ἀπ᾿ τὸ πρωί. Ἕνα κίτρινο χιονόνερο.

    Μανώλης Αναγνωστάκης

    Χάθηκα μια Κυριακή, Καλλιόπη Βέττα

    14. «ΚΥΡΙΑΚΗ»

    Σήμερα είναι Κυριακή
    Για πρώτη φορά με άφησαν σήμερα και βγήκα στη λιακάδα
    Δε μου ‘τυχε ποτέ σε όλη τη ζωή μου
    Να μείνω έτσι ακίνητος κοιτάζοντας ψηλά τον ουρανό
    Και ν’ απορώ που είναι τόσο μακριά μου
    Τόσο γαλάζιος, τόσο απέραντος
    Έκατσα κατάχαμα γεμάτος σεβασμό
    Κι ακούμπησα την πλάτη στον ασβεστωμένο τοίχο.
    Και τούτη τη στιγμή δε μπαίνει ζήτημα
    Να ριχτώ στα κύματα, μήτε μς νοιάζουν οι αγώνες
    Μήτε που σκέφτομαι καθόλου τη λευτεριά και τη γυναίκα.
    Η γη, ο ήλιος, κι εγώ μέσα στον ήλιο ευτυχισμένος.

    Ναζίμ ΧΙΚΜΕΤ

    Κυριακή χωρίς αγάπη – Αλέξης Γεωργίου – 1965

    15. MAΡIA NEΦΕΛH

    Ω μουσική, ω Κυριακή συννεφιασμένη
    στον μέσα κόσμο του καθρέφτη
    εκεί που βηματίζω ψάχνοντας την αληθινή μου μέρα
    που κρατώ και ανοίγω σαν ομπρέλα παλαιή
    την θάλασσα πάνω απ’ το κεφάλι μου
    λάμπει ο βυθός με τα χρωματιστά του βότσαλα σαν άστρα.

    Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη
    πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα.

    Οδυσσέας Ελύτης

    16. Κυριακή

    Τώρα φωνάζω και μ’ ακούει ο άνεμος
    Και
    Μια τρύπια Κυριακή

    Δηλητηριάζοντας τον εαυτό μου με μια μουσική
    Τρελή
    Κ’ έναν εγωιστικό κύκλο χωρίς κέντρο

    Ποιος θεός θα βρεθεί για να πάρει
    Στην αγκαλιά του ένα όνειρό μου κατουρημένο,
    Όταν σκοντάφτει η λογική στο πεζουλάκι της αγάπης

    Όρθιες κοιμισμένες σκέψεις μέσα στο καθημερινό
    Καρβέλι όταν πεινάμε,

    Όταν ξυπνάμε από τον λήθαργο και δεν είναι
    Ένας στο πλάι μας

    Φωνάζουμε «Αγάπη», ο ορίζοντας μεγαλώνει,
    Απέραντος…

    24.7.1983 Ζούμπερι- ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ

    Ξημερώνει Κυριακή, Πουλόπουλος

    17. Κυριακή

    Ήμουν ντυμένος όμορφα σήμερα.
    Βγήκα πρωί, διπλωμένος με την
    ψυχή σου στην πόλη. Ήμουνα κι’ όμορφος.
    Είχα λουστεί χτες βράδυ με τη
    μουσική της φωνής σου –
    Κρατούσα
    την πένα στο χέρι μου κι’ όπου
    έβρισκα ήλιο, βουτούσα την άκρη της
    κ’ έγραφα στίχους

    ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, Από το «ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ: Παιχνίδια με τα χρώματα», 1961

    18. Κυριακή

    Κυριακή μες στο χειμώνα,
    Κυριακή χωρίς φωτιά
    και τα κρύα χέρια μόνα
    πάνω στ’ άγραφα χαρτιά.

    Με τα χέρια στα μαλλιά μου
    άσκοπα κοιτάζω μπρός μου:
    είναι, τάχα, τα χαρτιά μου
    η κατάκτηση του κόσμου;

    Κυριακή μές στο χειμώνα
    με τις νοσταλγίες του θέρου.
    Kρύα χέρια, χέρια μόνα
    στ’ ωχρό μέτωπο ενός γέρου.

    Αχ, οι δρόμοι είν’ όλοι άδειοι
    μα τα μάτια μου είν’ εκεί
    και τους βλέπουν ένα βράδυ
    καλοκαίρι, Κυριακή. . .

    Νοσταλγίες που ζούν μάταια
    στ’ αυγουστιάτικο όνειρό των,
    τότε που ήτανε τα μάτια
    ταχυδρόμοι των ερώτων.

    Κυριακή μες στο χειμώνα:
    το βιβλίο και το γραφείο
    κι η καρδιά μέσα στο σώμα
    τάφος σε νεκροταφείο.

    Μήτσος Παπανικολάου

    Matt Elliott ~ Gloomy Sunday

    19. ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

    Όλο το πρωί να ανακαλύπτει, να εφευρίσκει
    σκόνη. Επιτέλους, κάθεται να καπνίσει
    εντεκάμιση η ώρα της Κυριακής,
    κα ιη μυρωδιά του βραστού έχει ήδη
    κατακτήσει το σπίτι. Όποιος αγαπάει
    την τάξη, δεν αναπαύεται ποτέ. Διαρκής
    η απειλή του χάους, πρόσκαιρη πάντα
    η λάτρα του σπιτιού – ως και τα φυτά
    στις γλάστρες απαιτούν την απόλυτη
    επαγρύπνησή της: αλήθεια πότε αναπαύονται
    τα λουλούδια; Τη νύχτα; Ανθίζουν
    τα άνθη, σκέπτεται, στα σπίτια
    που υπάρχει αγάπη, αλλά πώς να αντέξει
    κανείς, όλη αυτή την πολλαπλή ανθοφορία
    που συντελείται εν τη απουσία της;

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ

    Από την ενότητα, Δώρα [εκπνοή], Από τη συλλογή «Η μάθηση της αναπνοής», Γ΄ έκδοση, Πλανόδιον, 2001

    20. Κυριακή

    Στάθηκε να κοιτάξει ένα περιστέρι
    πού ‘χε κατέβει στο πεζοδρόμιο
    και περπάτησε
    προσπέρασε απροσχημάτιστα
    τον ζητιάνο που κάτι πήγαινε να του πει
    χαμογέλασε στην ξανθιά αστυνομικό
    που μπήκε βιαστικά να πάρει πρωινό
    χωρίς ανταπόδοση
    Τόσο είχε ερωτευτεί
    αβάσταχτα
    την Αναρχία

    Paul Cendrier

    Ήρθα να σε βρω μια Κυριακή

  2. Ciao, Aggeliki!!!… «μου ‘κλεψες» όλες τις Κυριακές!… Για άλλη μια φορά πλούσιο και ωραιότατο το σχόλιό σου ποιητικά και μουσικά… Grazie mille!

    -«μπατιρημένο κουρεῖο
    Σάββατο βράδυ
    χωρὶς δουλειὰ
    μπατιρημένο κορμὶ
    Σάββατο βράδυ
    χωρὶς ἔρωτα»
    (Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Μικρά ποιήματα»)

    -«…Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός. Τὸν κλείνουν
    οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες. Στὰ λιμάνια
    τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν’ ἀνασάνουμε
    βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα
    σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν
    σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πὼς ν’ ἀγαπήσουν.»
    (Γ. Σεφέρης)

    -Γιάννης Ρίτσος, «Σαββατόβραδο στη συνοικία του φθινοπώρου»
    (απόσπασμα)

    Απόψε νοιώθω πως οι κύκνοι κρυώνουν.
    Ένα πλοίο παιδικό έφυγε.
    Το νερό είναι παγωμένο. Ένας κρίνος νυστάζει.
    Πού είσαι; Κλείσε το παράθυρο. Δίπλωσε τη σημαία
    και φύλαξε τη στο μπαούλο της γιαγιάς με
    ναφθαλίνη.
    Φωτιά ερημική στο βραδινό βουνό. Δεν είναι
    βοσκοί να θυμηθούν. Δεν είναι τίποτα
    να ζεσταθεί. Τίποτα εκτός απ’ την ίδια τη φωνή σου
    που ενθαρρύνει σιγά τον εαυτό της.
    Κι όμως είναι πολύ απλό αυτό που σου λέω.
    Σα να κατεβαίνεις πιασμένος απ’ το χέρι του ίσκιου
    πολλά σκαλοπάτια.
    Πολλά σκαλοπάτια. Τότε μάζευες τα πανιά του ανέμου
    σαν ένας εύθυμος ναύτης
    κ’ ήξερες πως κάθε Κυριακή
    στο προαύλιο με τα’ άσπρα και μαύρα πλακάκια
    οι μικροί άγγελοι βάφαν τα σκολιανά παπούτσια τους
    και τραγουδούσαν κείνο το παλιό ποιμενικό
    τραγούδι. Μήτε που το θυμάμαι.
    Μη το θυμάσαι τάχα εσύ; Κάθε πρωί Κυριακής.

    (Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α’ Τόμος])

    -Νίκος Καρούζος, «Η κενότητα της Κυριακής»

    «Αυτός που σείει οντολογικά τον άνεμο
    κι απαστράφτει
    χώρος ανεκλάλητος όπου βοά συνεχώς
    η αγαθότητα –
    ξέρει πως ειν’ ακαινοτόμητος έως θανάτου.
    Τίποτα δεν αντλεί από την Ιστορία και συνέρημος
    με τον πάνθηρα
    γυρίζει μια μικρού μήκους ταινία μαυρόασπρη
    εκτός κινηματογράφου.»
    (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

    -Μανόλης Αναγνωστάκης, «Προσευχή»

    «Κυριακή. Θε μου σ’ ευχαριστούμε
    Δέξου μας σαν πρόβατα στην αγκαλιά σου απολωλότα
    Πολύ αμαρτήσαμε Κύριε, πολύ αδικήσαμε
    Σαν άπιστοι θρηνούμε για τα επίγεια αγαθά μας
    Λησμονήσαμε την αιωνίαν Άνοιξη του Παραδείσου
    Στον Οίκο σου δεόμεθα συγχωρηθήναι ημάς
    Σήμερα Κυριακή τας εντολάς σου ενθυμούμενοι
    Μη μας εγκαταλείψεις Θε μου, εις το σκότος της αβύσσου.

    (Άλλωστε, λίαν προσφάτως, προσεφέραμεν
    Εις αρμοδίων εντολάς υπείκοντες,
    Τον οβολόν μας διά την αναστήλωσιν του Ιερού Ναού Σου).»
    (Μ. Αναγνωστάκης, Ποιήματα, Νεφέλη)

    -Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Το Ψυχοσάββατο»
    (απόσπασμα)

    «…Σαν έλθουν τα μεσάνυχτα,
    τ’ ορνίθι σαν λαλήσει,
    σύρε και κλάψε μοναχός
    σιμά στο κυπαρίσσι.
    Σήμερο ψυχοσάββατο
    θα ’λθει στην αγκαλιά σου
    να πάρει τα φιλιά σου.
    Επήγε κι εκαρτέρεσε
    πίσ’ από τ’ άγιο Βήμα.
    Ήλθανε τα μεσάνυχτα…
    Εσείστηκε το μνήμα.
    Βγαίν’ η Μαρία ολόλευκη,
    κι εκεί που τον εφίλει
    ανάμεσα στα χείλη:
    —Πατέρα μου, του λέει, γλυκέ,
    γιά ιδές πώς είμαι κρύα!
    Αν είν’ αλήθεια π’ αγαπάς
    τη μαύρη τη Μαρία,
    έλα μ’ εμέ στον τάφο μου,
    σκιάζομαι το σκοτάδι
    μονάχη μου στον Άδη.
    Το σάβανό μου είναι πλατύ.
    Γιά ιδές το… μας σκεπάζει…
    Έλα να πάμε… κοίταξε,
    σχεδόν γλυκοχαράζει…
    Τρέμω… κρυώνω… πάρε με…
    Είμαι μικρή η καημένη
    να μείν’ ορφανεμένη.
    Αγάλια… αγάλια… ακλούθα με·
    πατέρα, μη βαρέσεις…
    Είναι τα μνήματ’ ανοιχτά,
    βάστα με μη μου πέσεις.
    Θυμάσαι πώς μ’ εχάιδευες
    και πώς με τραγουδούσες
    όταν μ’ αποκοιμούσες;
    Πατέρα μου, πατείς βαριά…
    Πιάσου απ’ το σάβανό μου…
    Τραβήξου ολίγο… εσκόνταψες
    επάνω στο σταυρό μου…
    Εφθάσαμε… καρτέρεσε
    να κατεβώ να στρώσω,
    σεντόνι να σ’ απλώσω.
    Δώσ’ μου το χέρι σου… Έλα δω…
    Πατέρα μου, αχνίζεις!…
    Τα μάτια σου θολώνουνε…
    Γιατί να με φοβίζεις;
    Πάμε στο κρεβατάκι μου
    να σε γεροκομήσω,
    δε θέλω να σ’ αφήσω.
    Γιά ιδές κρεβάτι όμορφο!
    Επήρ’ απ’ τα μαλλιά μου
    τα ρόδα που μου βάλανε
    απ’ την τριανταφυλλιά μου.
    Τα μάδησα, τα σκόρπισα
    επάνω στο σεντόνι,
    που είν’ άσπρο σαν το χιόνι.
    Πατέρα μου, τί καρτερείς;
    Τί στέκεσαι στην άκρη;…
    Πατέρα μου, δεν μ’ αγαπάς!…
    Σφόγγισ’ αυτό το δάκρυ…
    Άλλοι θα κλάψουνε για μας…
    Κι εμείς δεν τους ακούμε…
    Έλα να κοιμηθουμε.
    —Κι η μάνα σου, Μαρία μου,
    κι η μάνα σου η καημένη
    χωρίς εμέ, χωρίς εσέ
    η δύστυχη πού μένει;…
    Μην κλαις, παιδί μου… γλήγορα
    φεύγει, πετά η ζωή μου…Σύρε με την ευχή μου.
    Μαρία μου, ένα φιλί,
    ένα φιλάκι ακόμα…
    Μοσχοβολάει, ψυχούλα μου,
    τ’ αθώο σου το στόμα…
    Καρτέρεσε, Μαρία μου,
    άφες με να χορτάσω,
    σε λίγο θα σε χάσω.
    Κι εκεί οπού την έσφιγγε, κι εκεί που την εφίλει
    την έχασ’ απ’ τον κόρφο του, τὄφυγε από τα χείλη.
    Λαλεί τ’ ορνίθι της αυγής και θαμποφέγγ’ η μέρα,
    κλάψτε την νια την όμορφη, κλάψτε και τον πατέρα!»

  3. Ατελείωτο θέμα Γιάννη

  4. Ευχαριστώ πολύ, Λύσιππε, για την πλούσια μουσική επιλογή σου!

  5. 1. ΣΑΒΒΑΤΟ

    Λέξεις και ώρες
    μόνες
    Σε ανελέητους χειμώνες
    Κεντούν έναν ιστό με δόλο
    Και περιμένουν μια πεταλούδα
    Ή μια προνύμφη
    Αυτό είναι όλο

    Κι εγώ που χρόνια τώρα
    μόνος
    κυνηγούσα έναν κανένα

    Το ρολόι
    Στο σαλόνι
    Ένα κουφό παγώνι
    Στιλβώνει τα φτερά του
    Είναι εννιά κι όμως χτυπάει δώδεκα

    Κι έρχεται μια ελπίδα
    Ένα Σάββατο
    Και τότε βρέχει
    Σάββατο λες και να μη βρέχει

    Κι εγώ που χρόνια τώρα
    μόνος
    κυνηγούσα έναν κανένα.

    Αντρέας Βάδεν, Ποιήματα

    2. Συννεφιασμένη Κυριακή
    Ξεχασμένα τζούκ-μπόξ σ’ αδειανά καφενεία
    και η παλιά πελατεία
    φωτογραφία στον τοίχο.
    Ξεχασμένα τζούκ-μπόξ
    χωρίς ήχο.

    Θυσίαζα σε σας το χαρτζιλίκι μου
    Και τι δε θα θυσίαζα και τώρα
    που έμεινε η Κυριακή
    σαν καλαμιά
    στον κάμπο.

    Γιώτα Αργυροπούλου
    από τη συλλογή Νερά απαρηγόρητα, 2004
    Ενότητα Β΄: Στην αγκαλιά τους στερεώθηκα στον κόσμο

    ΣΕ 5 ΩΡΕΣ ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΚΥΡΙΑΚΗ – ΧΑΡΟΥΛΑ ΑΛΕΞΙΟΥ

    3. Κυριακή
    ΙΙ

    Φοράω κάθε μέρα τα καλά μου στη δουλειά μου.
    Πάει χρόνια που διορίστηκα σε μια στενοχωρία.
    Δάσκαλε τι μ’ έθελγες σε τούτο το εύ ζην;
    Βουίζει τώρα
    ζην ζην ζην
    ασίγαστο μελίσσι η καρδιά μου.
    Η καρδιά μου δίψασε η καρδιά μου αρρώστησε.
    Στη χειροποίητη ζωή θα σμηνουργήσει.
    Να ανθοφορεί ο λόγγος το σπάρτο και το σφάλαχτρο.
    Να ‘ναι η βδομάδα Κυριακή
    Θα μέλπει ο πετροκότσυφας
    βου γα δη κε κε πεταστές.
    Το ζήν
    θα αντιφωνεί θριαμβικά η καρδιά μου,
    γλώσσα περισπώμενη
    των μελισσών και των πουλιών
    και των αγγέλων.

    Γιώτα Αργυροπούλου
    από τη συλλογή Νερά απαρηγόρητα, 2004
    Ενότητα Β’ : Στην αγκαλιά τους στερεώθηκα στον κόσμο

    4. Ο ΧΡΌΝΟΣ ΤΟΤΕ

    Βρεγμένη μέρα Κυριακή
    μου άνοιξες να σου μιλήσω.
    Φορούσα μαύρα από μικρή
    πάνω στα χέρια μου
    λόφους με περιστέρια ανηφόριζα.

    Έβγαινε άσπρος ουρανός
    και με νανούριζε
    μια άνοιξη ορμούσε στο φουστάνι μου
    μάτι σχισμένο της ντροπής
    εβύθιζε το μεσημέρι.

    Ίδρωναν ώρες δίσεκτες
    με μια φουρκέτα η γιαγιά
    ξεφλούδιζε το καλοκαίρι
    περνούσε η σιωπή σαν άνεμος
    και μάζευε τους μήνες, τις μέρες
    τις Κυριακές που ξέχασα.

    Τα χρόνια που έχω να σε δω.

    Eλένη Μαρινάκη

    Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα

    5. τις Κυριακές το απόγευμα

    Και ξαφνικά το απόγευμα της Κυριακής
    Με πιάνει μια αδέσποτη λύπη
    Γιατί τι άλλο είναι
    Αυτό το παρδαλό σκυλί
    Που γλείφεται από το πρωί στα πόδια μου
    Και που δεν νοιάζεται για τα ψέματα
    Για τις μεγάλες υποσχέσεις
    Για τις κραυγές των ειδήσεων
    Αλλά γαυγίζει αλλόκοτα
    Μες στης αργίας την αβάσταχτη νωθρότητα
    Καθώς μουδιάζω ολόκληρη
    Από μία και μοναδική αλήθεια

    Γιατί είσαι αλήθεια καθολική
    Μες στα ψέματα που σε χλομιάζουν
    Απρόβλεπτη λύπη
    Σαν της Κυριακής το απόγευμα
    Απαστράπτον δέος
    Που σιχτιρίζει το βέβαιο
    Κι ας αιωρείται το σύνηθες
    Και ας αντιδρούν τα λόγια
    Κι ας ξεβολεύονται οι σκέψεις
    Ολόκληρη την εβδομάδα

    Εγώ για σένα πάντα έτσι θ’ αλυχτώ
    Τις Κυριακές το απόγευμα

    Τζούλια Φορτούνη
    από τη συλλογή Φυσικό αντίδοτο, 2013

    6. ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

    Να είναι, λέει, Κυριακή (και σχόλη)
    όχι προχωρημένο καλοκαίρι
    περίπου στο ένα πέμπτο
    νωρίς το πρωί
    πάντως όχι περασμένες εννιά
    τεντωμένη η ζωή
    πυκνή γοργή η φύση
    το ουρανί του ουρανού αμόλυβδο
    μαλακωμένη η υγρή αγριάδα
    να τρέχουν τα κορίτσια με τις ανοιχτόχρωμες ποπλίνες
    να βγάζουν μπάσους ήχους μηχανών τ’ αγόρια
    κι ο ήλιος να γυρνά από τα πάλλευκά τους δόντια
    οι γυναίκες να έχουν συνάψει ανακωχή με τους άνδρες
    όσο τα δέντρα δένουν χυμώδεις σάρκες εύγεστες
    όλα να είναι πλαστικά, εύκαμπτα
    να μην ορθώνει, λέει, αντίσταση αλύγιστη ο κόσμος.

    ΜΑΡΙΑ ΜΟΥΣΑΦΙΡΗ

    7. Θλιμμένες Κυριακές

    Τις Κυριακές
    όταν κάνετε τη βόλτα σας,
    διαβάζοντας εφημερίδα
    και πίνοντας καφέ σαν ξεκουράζεστε
    απ’ της εργασίας τον ορυμαγδό εγώ προτιμώ ποιήματα
    να γράφω, έτσι που εξαντλημένο με βρίσκει
    η καινούργια εβδομάδα.

    Βορδός Βαλάντης- συλλογή : η ηλικία της παραδοχής

    Κυριακή, Νάμα

    8. Τις Κυριακές

    Τις Κυριακές δε βλέπω όνειρα
    Μόνο μικρές γαβάθες μέλι
    Και την αυγή
    Εκεί βουτάω το σώμα μου γυμνό
    Σα μέλισσα
    Τις Κυριακές
    Έχω για σπίτι μου
    Ένα σπιρτόκουτο του καραγκιόζη
    Φτιαγμένο από χαρτί
    Και όταν ξυπνώ
    Οι άκρες απ’ τα χείλη μου
    Μυρίζουν σπίρτο σβηστό
    Και σκόνη από μπαρούτι

    Μαριάννα Γεωργοτά

    9. Εγκατάλειψη

    Έβρεχε,
    έβρεχε πολύ
    κι είχε βουλιάξει η ψυχή
    στην υγρασία.
    ακόμη μια χαμένη Κυριακή,
    εδώ, στην επαρχία.

    XΡIΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    10. Κάποτε η Κυριακή

    Η Κυριακή μικρό νησί
    δίπλα στη βρόμικη πολιτεία
    στολίζεται ρούχα καθαρά κι άδειες τσέπες
    Κυριακή απομεσήμερο
    και φτάνει στα νυσταγμένα αυτιά
    ο αχός των γονιών, δεκαετίες πριν,
    όλοι γελούν στο τραπέζι ένα γύρο
    ήλιος η μαμά κι ένα κομμάτι βαμβάκι
    από σύννεφο στου μπαμπά το μέτωπο.
    Η Κυριακή μικρό νησί
    σηκώνει λευκό πανί και ταξιδεύει,
    στο στήθος ένα τσίμπημα ελαφρύ.

    Κάποτε η Κυριακή είχε χαμόγελα μυρωδάτα
    και πτήσεις καταπάνω στου ήλιου τους ανέμους
    κάποτε η Κυριακή είχε παράθυρα ανοιχτά
    κι ερωτήματα μετέωρα στου έρωτα τη ρέμβη
    κάποτε μαζί παρέα
    σε μπαλκόνια αντίκρυ σ’ όλη τη ζωή μας
    λέγαμε την ψυχή μας με μιαν ανάσα
    σε πορφυρά αυτοκίνητα μέσα
    τρέχαμε μ’ εκατόν εξήντα στην ανηφόρα
    και δραπετεύαμε Κυριακή
    ως το μεθυσμένο δείλι
    μικρές κι άμυαλες εκδρομές στην ευτυχία.

    Γιώργος Παναγιωτίδης
    από τη συλλογή Κύμα άλμα, 2014

    Tης Κυριακής, Παντελής Θεοχαρίδης

    11. Κυριακή

    Πάλι στην ήσυχη κοίτη
    κυλά αργοκίνητη πόλη
    ταγιέρ του χειμώνα
    χτενισμένες κυρίες
    θλιμμένοι ναοί
    μια ταμπέλα ιατρείου που ψάχνει
    στο κρύο ασθενείς καλημέρες.
    Η Κυριακή μικρή
    η μέρα βαθυπράσινη
    φίλος τεχνητός ο καταρράχτης.
    Ωραία που είναι τα λυτά μαλλιά της
    γιορτή.
    Ωραία που είναι λυτά τα μαλλιά της
    μικρή προσευχή.

    Ελένη Αλεξίου
    από την ανέκδοτη συλλογή Μητριαρχία του έρωτα

    12. Βέροια Κυριακή πρωί

    στον Ιγνάτη Χουβαρδά

    Διαβάζοντας ποίηση και ακούγοντας τη λειτουργία
    του γειτονικού ναού της Υπαπαντής του Χριστού
    απ’ το ανοιχτό παράθυρο
    ο χώρος μου χάνει τη γεωστρατηγική του σημασία

    Το δωμάτιό μου αυτή τη στιγμή θα μπορούσε
    να είναι στην Πίνδο ή στο Μόλυβο
    στο Διδυμότειχο ή στη Λέρο
    Προσθέτοντας λίγες ακόμα πινελιές
    στη Σμύρνη ή στο Μιστρά

    Ή να είναι καμπίνα ενός ιστιοφόρου
    στο λιμάνι της Νάξου

    Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου
    Από τη συλλογή «Η τράπουλα του καλοκαιριού», Ars Poetica 2012

    Κυριακή στην επαρχία, Χειμερινοί Κολυμβητές

    13. Το φόρεμα της Κυριακής

    Το φόρεμα της Κυριακής
    μην το κρεμάσεις στη ντουλάπα
    μη βάλεις ναφθαλίνες
    Μισώ τη μυρωδιά του χρόνου
    Ακούμπησέ το δίπλα σου
    σαν άγαλμα ακέφαλης Θεάς
    που μας στολίζει το σαλόνι
    απ΄ την ημέρα που ενωθήκαμε
    εις σάρκα μία
    εις σκέψεις δύο
    εις ημέρες αποκρυπτογραφημένου έρωτος
    Μην καθαρίσεις το γιακά
    Μ’ αρέσει ο λεκές από μεθύστακα άνεμο
    την ώρα που χαμηλώνουνε τα φώτα στο λιμάνι
    για ν’ αποπλεύσουν οι φωνές με ούρια συσκότιση
    Κι εκείνο το φίδι που κρέμεται πλάι στο φιλί
    μικρογραφία προπατορικού αμαρτήματος
    κέρασέ το δυο μήλα κατακόκκινα
    Ένα το χρωστούμενο
    κι ένα για το δρόμο

    Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου
    από τη συλλογή Η λίμνη των κύκλων, 2014

    14. Κυριακή

    Κυριακή, μέρα των παιδιών.

    Το ίδιο δωμάτιο.
    Το ταξίδι της μνήμης.

    Το ίδιο έντομο αντίθετα στο φως.

    Κυριακή, μέρα των παιδιών,
    πλυμένη στο αίμα του Σαββάτου.

    Αναστάσης Βιστωνίτης, Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972)

    ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ – ΜΗΤΣΙΑΣ MΑΝΩΛΗΣ

    15. Το ποίημα της Κυριακής

    Σ’ ένα πεδίο είμαι η απουσία του πεδίου.
    Έτσι πάντα συμβαίνει.
    Όπου κι αν είμαι είμαι αυτό που λείπει.
    Όταν περπατάω χωρίζω τον αέρα και πάντα ο αέρας ξανάρχεται για να γεμίσει τα κενά εκεί που το σώμα μου ήταν.
    Όλοι έχουμε λόγους που κινούμαστε.
    Εγώ κινούμαι για να διατηρώ τα πράγματα ολόκληρα.

    Ποίημα από τη συλλογή Λόγοι που Κινούμαστε (Reasons for Moving) του Μαρκ Στραντ, αμερικανού ποιητή γεννημένου το 1934 στον Καναδά. Μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ

    16. Κι αυτή η Κυριακή

    Παράπεσε κι αυτή
    Η Κυριακή

    Μικρός ήλιος
    Στη μέση
    Της Καταιγίδας

    Παράπεσε

    Τριμμένος σβώλος
    Χώματος
    Απ’ τα πόδια σου

    Γιάννης Μασμανίδης, Από τη συλλογή Παγωμένος Νοέμβρης (2004)

    17. Κυριακή

    Κυριακή.
    Χωρίς σκοπό γυρίζομε.
    Στην εξοχή, δε μας αφήνει η πολιτεία
    να ξαλαφρώσομε το βήμα μας.
    Δεν έχομε πια τίποτα να κάνομε
    κλεισμένα μαγαζιά
    κλεισμένα τα επαγγελματικά Γραφεία
    κλεισμένη η πόρτα του παραμυθιού,
    να τελειώσει μια μεγάλη ημέρα περιμένομε
    για να νυχτώσει και να ξημερώσει
    να δούμε κάποιο πρόσωπο γνωστό
    ν’ ακούσομε μια γνώριμη ομιλία
    μονότονη, αγαπημένη, καθημερινή
    που τόσο χρειαζόμαστε να μας ανανεώσει…
    Κυριακή.
    Τελεία και παύλα.
    Όνειρο κλεισμένο πάντοτε κι απόρθητο!
    Νίκος Παππάς, (Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 135, Μάρτης 1966)

    Νταλάρας – ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΕ ΓΝΩΡΙΣΑ (Θέλω να είναι Κυριακή

    18. Οι λυπημένες φράσεις

    Mε ημέρα αρχίζει η εβδομάδα,
    με ημέρα τελειώνει.
    Kι η Kυριακή, κόμπος σφιχτός
    να μη λυθούν οι εβδομάδες.
    Έρχεται πάντα από το ίδιο Σαββατόβραδο
    και φέρνει λίγο ύπνο παραπάνω το πρωί
    και το θεό, όσο τον δίνουν οι ορθρινές καμπάνες.
    Λίγο να σταθείς στ’ ανοιχτά παράθυρα
    και να κοντοσταθείς σ’ αυτά που δεν συμβαίνουν,
    περνάει η ώρα.
    Δημοτικά τραγούδια απ’ τα παράθυρα
    ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
    σιγά-σιγά η Kυριακή μεσουρανεί
    σαν τρομαγμένη απορία.

    Στις γειτονιές
    περνάνε γύφτισσες να πω το ριζικό σου,
    ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
    δημοτικά τραγούδια απ’ τα παράθυρα, ριζικά.
    Πιο πέρα κάποιο ντέφι, έν’ αρκουδάκι
    δείξε πώς βάζουν πούδρα τα κορίτσια
    στον καθρέφτη, πώς γδύνεται η Mονρόε…
    Mη γελάς. Bρέθηκε κάποτε νεκρή η Mονρόε.
    Mε πράγματα που δεν αντέχουν μη γελάς.

    Aχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις,
    πώς μοιάζουν στους τυφλούς οργανοπαίχτες
    στους δρόμους τους εμπορικούς, τις Kυριακές.

    Nα είχαμε μιαν άνοιξη.
    Mη γελάς.
    Mε πράγματα που δεν υπάρχουν μη γελάς.
    Aς λένε τα πουλιά κι οι μυρωδιές στα πλάγια
    πως είναι Aπρίλης.
    Tο λένε τα πουλιά κι οι έρωτες των άλλων.
    Eμένα μ’ εξαπατούνε οι θεοί
    κάθε που αλλάζει ο καιρός,
    κάθε που δεν αλλάζει.
    Mη γελάς.
    Έαρ δεν γίνεται
    με ρίμες
    ήλιοι-Aπρίλιοι,
    ήλιοι-Aπρίλιοι,
    ομοιοκατάληκτες στιγμές,
    χρόνος χρωμάτων,
    στρέμματα φωτός,
    χαμομηλιών ανυπομονησία να μυρίσουν.
    Δημοτικά τραγούδια απ’ τα παράθυρα
    ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
    και όλα τ’ άλλα τρόποι
    για να πεθαίνουνε ανώδυνα τα ημερολόγια.

    Tην Kυριακή τραβάει σε μάκρος
    των τραγουδιών η αγωνία
    ποια γυναί- ποια γυναί-

    Aχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις,
    στους δρόμους τους εμπορικούς,
    τις Kυριακές τις ανοιξιάτικες.

    Κική Δημουλά (Tο λίγο του κόσμου, Στιγμή 1994)

    19. ΚΥΡΙΑΚΗ

    Οι λογισμοί παραμερίζονται, η αναπόφευκτη κάθοδος από τον ουρανό, και η επίσκεψη των αναμνήσεων κι η συνεδρία των ρυθμών κάνουν κατάληψη στην κατοικία, την κεφαλή και τη χώρα του νου.
    – Ένα άλογο δραπετεύει στον προαστιακό ιππόδρομο, μέσα απ’ τις καλλιέργειες και τις δενδροφυτεύσεις, διάτρητο απ’ του κάρβουνου την πανούκλα. Μια δύστυχη τραγωδός, κάπου μέσα στον κόσμο, αναστενάζει μετά από κάποιες αδιανόητες εγκαταλείψεις. Οι ντεσπεράντο αποχαυνώνονται μετά την καταιγίδα, το μεθύσι και τις πληγές. Μικρά παιδιά πνίγουν κατάρες κατά μήκος των ποταμών. –
    Ας ξαναρχίσουμε τη μελέτη κάτω απ’ το θόρυβο του αδηφάγου έργου που συσπειρώνεται και ανυψώνεται μέσα στις μάζες.

    Arthur Rimbaud, Mετάφραση: Στρατής Πασχάλης

    Μελαγχολικές Κυριακές, Σταύρος Δάλκος

    20. Μελαγχολικές Κυριακές

    Μελαγχολικές Κυριακές
    Όταν γυρνάς από εκδρομή
    με κουρασμένο το κορμί
    και ξαπλώνεις.

    Μελαγχολικές Κυριακές

    Όταν ακούς στα σκοτεινά
    φωνές απ΄ τα ραδιόφωνα
    και σωπαίνεις.

    Μελαγχολικές Κυριακές

    Μεσάνυχτα στην Αχαρνών
    να σαι 37 χρονών
    εργένης.
    Και μια ατέλειωτη βροχή
    στου δυαριού την οροφή
    να βαραίνει.

    Μελαγχολικές Κυριακές.

    Δάλκος Χρήστος

    ΥΓ. Τετέλεσται. Τα ‘φτυσα.
    Θα λείψω για λίγες μέρες. Θα τα πούμε το Σάββατο πάλι. Καλή εβδομάδα!

  6. Ciao, Aggeliki!… Καλή εβδομάδα…Όλα υπέροχα!!!!

    -«Πώς να τολμήσω λοιπόν να σου υπενθυμίσω
    τις Κυριακές που περάσαμε μαζί
    εφόσον επακολούθησαν Δευτέρες;»
    (ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ)

    *Δυο ακόμη του Λάσκαρη μ’ αναφορά στην Κυριακή…

    -Χρίστος Λάσκαρης, «Πώς να παλέψει»

    «Είναι μια θλίψη το φθινόπωρο
    καθώς αδειάζουν οι ακρογιαλιές
    και το νησί ερημώνει.
    και μένει μόνη η ψυχή
    με τ’ άγριο πέλαγο.
    Πώς να παλέψει με τις άδειες Κυριακές
    την ερημιά των βράχων και της θάλασσας,
    με τις κουρούνες που το δειλινό
    στην αποβάθρα κρώζουν.»

    -Χρίστος Λάσκαρης, «Άνθρωποι της πόλης»

    «Θα τους δείτε το πρωί της Κυριακής
    -πηγαίνοντας για την εκκλησία-
    να πλένουν οικογενειακώς το αυτοκίνητο.
    Είναι οι άνθρωποι της πόλης που ετοιμάζονται.
    Θα βγούνε στην εξοχή.
    Θα πάνε να φέρουνε
    στο διαμέρισμα λουλούδια.»

    -Δύο από τις αρκετές Κυριακές του Ελύτη από το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου»:

    -«ΚΥΡΙΑΚΗ, 5»
    «Ξάφνου, με το που άνοιξα τα ξεχαρβαλωμένα παραθυρόφυλλα, με-
    γάλωσε η αυλή. Το αλεξίπτωτο που κατέβαινε δεν το ‘βλεπε άλλος
    κανείς. Μόνον κάτι πρόγονοί μου αγριωποί και ταλαιπωρημένοι
    παρακολουθούσανε τη σκηνή από την άλλη όχθη και κάθε τόσο ρί-
    χνανε μπαλωθιές στον αέρα.
    Γέμισε ο τόπος λέξεις ελληνικές ανορθόγραφες, από παλιά προι-
    κοσύμφωνα και όρκους Φιλικών. Όπου πήρα να δακρύζω έτσι
    καθώς είχα δει κάποτε τον πατέρα μου, τον Αύγουστο του ’22.
    Ύστερα φάνηκαν από μακριά να ‘ρχονται ο ενωμοτάρχης με τον το-
    πογράφο της περιοχής κι ευθύς η αυλή ξαναπήρε τις αληθινές της
    διαστάσεις.»

    -«Κυριακή, 19»

    «Γαλήνη σαν της Kυριακής που λείπουνε όλοι
    σ’ ένα δωμάτιο που του αφαίρεσα τα αισθήματα.

    Πλανιέται κάποια πιθανότητα θανάτου
    υπέροχου με σκαλιστές επάνω στο γυαλί ορχιδέες.
    Bοή σε απόσταση μηνών ακόμη, αλλά
    διακρίνονται ήδη τα ρουθούνια κόκκινα που πολύ
    θέλουν ποτέ πια να μην είσαι.»

    -GIOCONDA BELLI, «Η πένθιμη μοναξιά της Κυριακής»

    «Είμαι εδώ —
    γυμνή,
    πάνω στα μοναχικά σεντόνια
    τούτης της κλίνης όπου σε ποθώ.
    Το κορμί μου κοιτάζω,
    ροδαλό και λείο στον καθρέφτη,
    το σώμα μου
    που υπήρξε η ακόρεστη γη των φιλιών σου,
    αυτό το σώμα το γεμάτο αναμνήσεις
    απ’ το ανήμερο πάθος σου,
    που πάνω του πάλεψες μάχες όλο ιδρώτα
    σε ατέλειωτες νύχτες στεναγμών και γέλιων
    και αχών σπηλαίων μου εσωτάτων.
    Τα στήθη μου κοιτάζω
    που χαμογελώντας τα συνταίριαζες
    στην παλάμη του χεριού σου,
    και που σαν μικρά πουλιά τα πίεζες
    στα κλουβιά σου από πέντε σιδερόβεργες,
    ενώ ένα λουλούδι εκρηγνυόταν
    προσκρούοντας με την στεφάνη του
    στη γλυκειά σου σάρκα.
    Τα πόδια μου κοιτάζω,
    απαλούς κι ατέρμονους ειδήμονες των χαδιών σου,
    που νευρικά και γρήγορα στις κλειδώσεις σου τυλίγονταν
    για να σ’ ανοίξουνε τους δρόμους της απωλείας
    προς το ίδιο κέντρο το δικό μου
    και την χλοερή βλάστηση του όρους
    όπου εξύφανες μάχες βουβές
    εστεμμένες ηδονή,
    προανηγγειλμένες από εκπυρσοκροτήσεις
    και πρωτόγονους κεραυνούς.
    Με κοιτάζω, μα δε με βλέπω,
    καθρέφτης δικός σου είναι αυτός που πένθιμα ξαπλώνει
    πάνω σ’ αυτήν τη μοναξιά της Κυριακής,
    ένας καθρέφτης ροδαλός,
    εκμαγείο κενό που αναζητά το άλλο του ημισφαίριο.
    Βρέχει — αλύπητα βρέχει
    στο πρόσωπό μου
    και σκέφτομαι μονάχα τη μακρινή αγάπη σου
    καθώς σκεπάζω
    με τις δυνάμεις μου όλες
    την ελπίδα.»
    (Πηγή: http://www.poeticanet.gr/erwtiki-poiisi-tziokonta-mpeli-a-165.html)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: