Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Σαν σήμερα, 17 Αυγούστου του 1944, 71 χρόνια πριν, το ματωβαμμένο «Μπλόκο της Κοκκινιάς»…

«Το μπλόκο της Κοκκινιάς», χαρακτικό του Τάσσου.

«Το μπλόκο της Κοκκινιάς», χαρακτικό του Τάσσου.

Στο Μπλόκο της Κοκκινιάς ξημερώματα 17ης Αυγούστου 1944, δοσίλογοι, γερμανοτσολιάδες, μαζί με δεκάδες ναζί και μηχανοκίνητα, περικύκλωσαν τη Νίκαια και ζήτησαν από τους άνδρες ηλικίας 16-40 ετών να εμφανιστούν στην πλατεία. Εκεί φορώντας κουκούλες υποδείκνυαν στους ναζί τους πατριώτες και εκείνοι τους εκτελούσαν ομαδικά!

-«Πρώτη στο μόχτο στον αγώνα/ και στη θυσία η γειτονιά.
Η Καλογρέζα, η Δραπετσώνα,/ Η ματωμένη Κοκκινιά».
(Σ. Μαυροειδή – Παπαδάκη)

-Γιάννης Ρίτσος, «Κοκκινιά» (απόσπασμα):
«…17 του Αυγούστου, τρόμος και καπνός, καμένα σπίτια, παλικάρια
σκοτωμένα, κι άδεια να μένει η Κοκκινιά, γεμάτη απ’ το αίμα των παιδιών της,
βαμμένοι οι τοίχοι κόκκινοι, κόκκινα τα πεζούλια,
κ’ οι μάνες να χτυπιούνται και να σκούζουνε τις νύχτες
Βαγγέλη μ’, Γιώργη μ’, Στράτη μ’, Στυλιανέ μ’ Χρυσάνθη μ’,
και να ‘ναι βόγγος κι ύμνος της αντρειάς κάθε όνομα και να βογγάει
ολόσωμος της Κοκκινιάς ο αγέρας
κι ύστερα η μουγγαμάρα ασήκωτη να καπακώνει τα πουλιά μες στην
καρδιά του ανθρώπου.

Αχ, Κοκκινιά, με το αχ και το βαχ, λιθάρι το λιθάρι, το
‘στησες ξανά το νέο σου μετερίζι,
Λιθάρι το λιθάρι, μοιρολόι το μοιρολόι, ανέβασες ψηλά και τις σημαίες
και τις καμπάνες,
εσύ, γλυκιά προσφυγομάνα, αναμαζεύοντας τα λιγνά τα γόνατά σου
κουκί κουκί το χώμα και τη μνήμη της πατρίδας.

Δίσεχτα χρόνια, – κολασμένοι αντίχριστοι, προδότες και φονιάδες και
Κιοτήδες
Σε χτύπαγαν πισώπλατα, σου σφάζαν τα καλύτερα παιδιά σου,
Σου γκρέμιζαν ό, τι έχτιζες, σου κλέβαν το στερνό οβολό σου,
Μα, εσύ, και πάλι απ’ την αρχή, με το αβασίλευτο χαμόγελο, με την υπο-
μονή και τη γροθιά σου,
ξανάχτιζες το σπίτι, το δεντράκι, το τραγούδι,
ασβέστωνες τις μαύρες πέτρες της μικρής αυλής σου
κι ούτε που ξέχναγες ποτέ σου ν’ αποθέσεις στο προσηλιακό παραθυράκι
μια τόση δα γλαστρούλα δυόσμο κι έναν γκαζοτεντεκέ πυρόφλογα γεράνια.

Εχ, φτωχομάνα Κοκκινιά, προσφυγομάνα, ασίκισσα λεβεντομάνα,
που με γυμνές πατούσες πάταγες την πυρκαγιά κι άνθιζες όλη αστέρια
και γαλάζια λουλουδάκια,
εχ, Κοκκινιά, που πάντα γυμνοπόδαρη το θάνατο πατάς και πάντα
στα μεσουράνια πλαταγίζεις του αγονάτιστου λαού την αιματόβρεχτη
παντιέρα.»
(Γ. Ρίτσος, Συντροφικά τραγούδια, Σ. Ε.)

-Γιάννης Ρίτσος, «Μοιρολόι»

«Το γαίμα, γιε μ’, το γαίμα σου πούβαψε τα λιθάρια,
το γαίμα σου που χύθηκε κι ορφάνεψε η καρδιά μου,
ποτίζει τις μικρές ελιές και τα μεγάλα ελάτια,
βάφει τον κάμπο κόκκινο, κόκκινα τα σκουτιά μας,
βάφει τα σπίτια κόκκινα και την καρδιά μου μαύρη,
κ’ ένας αϊτός που στάθηκε να πιεί, να ξεδιψάσει
βάφει τα νύχια κόκκινα, κόκκινα τα φτερά του
και λάμπει μεσ’ στον ουρανό σαν ήλιος, σα φεγγάρι
και μου φωτάει τη στράτα μου και μου φωτάει τον κόσμο.»

Advertisements

Single Post Navigation

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: