Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (111ο): «Κορίτσι»…

-“…Εις θέσιν – εν! Συμπέρασμα κανέν-α.
Τους ζυγούς λύσατε.
Τα κορίτσια φιλήσατε.”
(Ο. Ελύτης, Πρωινή γυμναστική)

-«Ένα κορίτσι σ’ ένα κήπο
Δυο γυναίκες σε μια γλάστρα
Τρία κορίτσια στην καρδιά μου
Άνευ ορίων άνευ όρων.»
(Α. Εμπειρίκος,Τα βέλη, «Ενδοχώρα»)

-Γιάννης Ρίτσος, [Κοριτσάκι μου]

«…Κοριτσάκι μου,
θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν στον ύπνο σου.
Κοιμήσου κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
μακρύς
μακρύς ο δρόμος.
Το παιδί μου κοιμήθηκε
κι εγώ τραγουδάω…
Δύσκολα είναι, κοριτσάκι,
στην αρχή.
Τι να πεις, δεν ξέρεις.
Δύσκολα είναι στην αρχή.
Γιατί δεν είναι, κοριτσάκι,
να μάθεις μόνο
εκείνο που είσαι,
εκείνο που έχεις γίνει.
Είναι να γίνεις
ό,τι ζητάει
η ευτυχία του κόσμου,
είναι να φτιάχνεις, κοριτσάκι,
την ευτυχία του κόσμου.
Άλλη χαρά δεν είναι πιο μεγάλη
απ’ τη χαρά που δίνεις.
Να το θυμάσαι, κοριτσάκι…»
(απόσπασμα από το «Πρωινό άστρο», εκδ. Κέδρος)

-Μίλτος Σαχτούρης, «Κορίτσι»

«Μητέρα
κορίτσι λυπημένο
χαρούμενο στον τάφο
με το γαλάζιο φόρεμα
να πέφτεις

σκύλε μ’ αγκάθια
με το γαλάζιο φόρεμα
καθαρό δίχως αίμα
δίχως του ήλιου την κακή κραυγή
σκύλε με κόκκινα αγκάθια
στο μαύρο περιβόλι το νεκρό
να πέφτεις

μαύρο μάτι
της ζυγαριάς

βαριά η ζυγαριά
από τη φλόγα
κι απ’ το γαλάζιο φόρεμα

να πέφτεις»
(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

-Ναζίμ Χικμέτ, «Το μικρό κορίτσι (Kız Çocuğu)»

«Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας
Εδώ ή αλλού, χτυπάω όλες τις πόρτες
Ω, μην τρομάζετε καθόλου πούμαι αθώρητη
Κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί νάιδει

Εδώ και δέκα χρόνια, εδώ καθόμουνα
Στη Χιροσίμα ο θάνατος με βρήκε
Κ’ είμαι παιδί, τα εφτά δεν τα καλόκλεισα
Μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.

Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου
Μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια
Όλη-Όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα
Την πήρε ο άνεμος κι’ αυτή σ’ ένα ουρανό συγνεφιασμένο.

Ω, μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα,
Κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει
Τι το παιδί που σαν εφημερίδα κάηκε
Δεν μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.

Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας, ακούστε με,
Φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας
Έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται
Και να μπορούν να τρώνε καραμέλες.»
(μτφρ. Γιάννης Ρίτσος)

-W. B. Yeats, «Τρελό κορίτσι»

«Εκείνο το τρελό κορίτσι που αυτοσχεδιάζει τη μουσική του,
Την ποίησή του, χορεύοντας στην ακροθαλασσιά
Με την ψυχή του τώρα διχασμένη
Και σκαρφαλώνει, πέφτει, δίχως να ξέρει πού
Και κρύβεται σ` ενός ατμόπλοιου τ` αμπάρι
Με γόνατο σπασμένο, η κόρη αυτή, δηλώνω εγώ,
Είναι κάτι ωραίο και υψηλό, κάτι
Ηρωικά χαμένο που ηρωικά έχει βρεθεί.

Δεν έχει σημασία ποιά συμφορά τη βρήκε~
Την τύλιξε μια μουσική απελπισμένη
Και τυλιγμένη, τυλιγμένη μες στο θρίαμβό της
Εκεί που στοίβαζαν δεμάτια και καλάθια
Έβγαλε μια φωνή παράξενη, τραγουδιστή:
«Ω θάλασσα που θάλασσα ποθείς, θάλασσα πεινασμένη».
(W, B. Yeats, Μυθολογίες και οράματα, μτφ. Σπ. Ηλιόπουλος, Γαβριηλίδης)

-Θωμάς Γκόρπας, «Το κορίτσι της ταβέρνας»

«Κορίτσι μωβ λουλούδι από φως
ξεκινημένο από τις βραδινές παρυφές λόφου
τι ήρθες τι ήρθες στη μικρή ταβέρνα
και χαμογέλασες στον πόθο και στο λόγο
τα δυο παράξενα παιδιά που είχαν νυστάξει;
Κορίτσι μωβ λουλούδι από φως
ξεκινημένο από τις βραδινές παρυφές του έρωτα τι ήρθες
χωρίς προοπτικήν αγάπης;
Θλίψη αόριστη συγκεκριμένη χαρά
αν ήθελες να στάξεις λίγο από το λάδι σουτ στην πληγή μας…
Κορίτσι μωβ χαμογελαστό φως
μικρή μωβ κάρτα που καρφώθηκε ξαφνικά στην καρδιά μας
με τρεις κόκκινες λέξεις: Είμαι το βράδυ.

Να φύγεις μωβ φως που ματώνεις τα μάτια μας
να φύγεις μωβ φως που μας κερδίζεις.
Αφού δεν ήρθες για μας αφού δεν ήρθες για κανέναν από μας
τι μας χαμογελάς τι μας χαμογελάς
κλείνοντας τα παράθυρα και την πόρτα της ταβέρνας;
Να φύγεις μεγάλη πυρκαγιά σε ελάχιστο χώρο
σταματημένε θάνατε μακρύ ρίγος χωρίς αμοιβή
μωβ φως αποθέωση βραδινή κακέ έρωτα που εκδικείσαι.
Να φύγεις αφού μας ρήμαξες να φύγεις…

Τώρα λέμε το χαμένο τραγούδι.
Εσύ δεν ξέρεις. Ξέρεις πως μας ρήμαξες χωρίς προσπάθεια.
Εσύ δεν ξέρεις. Ξέρεις
πως είσαι άρωμα σπάνιο στην αγορά
πως είσαι φως σπάνιο στο βράδι
πως είσαι έρωτας σπάνιος στην καρδιά.»
(Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

-Πάμπλο Νερούντα, [Κορίτσι μου σαρακηνό]

«Κορίτσι μου σαρακηνό και σβέλτο,
ο ήλιος που δένει τους καρπούς,
που σφίγγει το στάρι μες στα στάχια,
που ακονίζει τον αθέρα του σίδερου,
έπλασε και το έκπαγλο κορμί σου και τα πάμφωτα μάτια σου,
έπλασε και το στόμα σου με το νερένιο χαμόγελο.
Σκοτεινός, νυχτερινός ο ήλιος νανουρίζεται στους βοστρύχους
της αράπικης χαίτης σου, όταν ανοίγεις εσύ την αγκάλη σου.
Παίζεις με τον ήλιο σα να είναι ρυάκι που κυλάει
κι εκείνος σου αφήνει στα μάτια σου δυο σκούρους νερόλακκους.
Κορίτσι μου σαρακηνό και σβέλτο,
τίποτα εδώ δεν με οδηγεί κοντά σου.
Σα πάντα σου με διώχνουνε μακριά, σαν σε καταμεσήμερο.
Είσαι η αλλοπαρμένη νιότη της μέλισσας.
η μέθη των κυμάτων, η ρώμη του καρπισμένου σταχιού.
Η έρημη καρδιά μου σ’ αναζητάει, χωρίς βαρκούλα και πανί.
το αγαπάω εγώ το έκπαγλο σώμα σου,
τη γλυκιά, την απαλή φωνή σου.
Σαρακηνή μου πεταλούδα εσύ, θωπευτική και άτρεπτη
σαν τα γεννήματα και σαν τον ήλιο, σαν παπαρούνα και σα νερό.»
(από το «Είκοσι ποιήματα αγάπης»)

-Ουράνης Κώστας, «Το Κορίτσι των δεκατριών χρονών»

«Σβέλτη, γοργή και γλιστερή σα φίδι, όλη την ώρα
που να την πιάσω τέντωνα τα χέρια , ξεγλιστρούσε
και, πάντα προκαλώντας με κι όλο ξεφεύγοντάς μου,
ευτυχισμένη, – ολόκαρδα και ειρωνικά εγελούσε.
Μ’ απάνω στο κυνηγητό κι απάνω στο παιγνίδι,
κάθε που σμίγαν τα κορμιά και κόλλαγαν στην πάλη,
εκείνη πια δεν γέλαγεν αθώα σαν κα πρώτα
κι εμένα ως κύμα ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι.
Και, μια στιγμή, που άρπαξα τη μέση της και μ’ άγρια
επιθυμία την κράτησα μέσα στη αγκαλιά μου,
σκλαβώνοντας τα πόδια της μέσα στα γονατά μου,
Την είδα που αφέθηκε γλυκά στο σφιξιμό μου,
ενώ τα μάτια εγλάρωναν και τρέμανε τα χείλη:
κι ένοιωσα ότι μέσα της εξύπνησε το θήλυ.»

Advertisements

Single Post Navigation

9 thoughts on “Πες το με ποίηση (111ο): «Κορίτσι»…

  1. Πάλι αδιάβαστη σήμερα. Ας είναι. Χρόνια πολλά!
    Επί το έργον τώρα. Αρχίζω φυσικά με Ελύτη, ειδικό επί του θέματος.

    1. ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ η πόα της ουτοπίας
    τα κορίτσια οι παραπλανημένες Πλειάδες
    τα κορίτσια τ’ Αγγεία των Μυστηρίων
    τα γεμάτα ως πάνω και τ’ απύθμενα

    Τα στυφά στο σκοτάδι και όμως θαύμα
    τα γραμμένα στο φως και όμως μαυρίλα
    τα στραμμένα επάνω τους όπως οι φάροι
    τα ηλιοβόρα και τα σεληνοβάμονα

    Η Έρση, η Μυρτώ, η Μαρίνα
    η Ελένη, η Ρωξάνη, η Φωτεινή
    η Άννα, η Αλεξάνδρα, η Κύνθια

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ( Από το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, Δοξαστικό)

    2. Το τραγούδι της Μαρίας Νεφέλης

    «Κρίμας το κορίτσι» λένε
    το κεφάλι τους κουνάν
    Τάχατες για μένα κλαίνε
    δε μ’ απαρατάν!

    Μες στα σύννεφα βολτάρω
    σαν την όμορφη αστραπή
    κι ό,τι δώσω κι ό,τι πάρω
    γίνεται βροχή.

    Βρε παιδιά προσέξετέ με
    κόβω κι απ’ τις δυο μεριές
    το πρωί που δε μιλιέμαι
    βρίζω Παναγιές

    και το βράδυ όπου κυλιέμαι
    στα γρασίδια καθενού
    λες και κονταροχτυπιέμαι
    ντρούγκου-ντρούγκου-ντρου

    Τη χαρά δε τη γνωρίζω
    και τη λύπη την πατώ
    σαν τον άγγελο γυρίζω
    πάνω από τον γκρεμό

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    3…Ένα κορίτσι, δυο κορίτσια, γέρνουν στα γιασεμιά τους κι αφανίζονται
    Μένει ένα ρυάκι να τα εξιστορήσει μα έσκυψαν να πιουν εκεί
    ακριβώς οι νύχτες
    Μεγάλα περιστέρια και μεγάλα αισθήματα καλύπτουν τη σιγή τους
    Φαίνεται πως το τέτοιο πάθος τους είναι ανεπανόρθωτο
    Και κανείς δεν ξέρει αν έρθει ο πόνος να γδυθεί μαζί τους
    Σπανίζουνε οι παγίδες, άστρα γνέφουνε στους εραστές τα μάγια τους
    Όλα σκιρτούνε, συσπειρώνονται – ήρθε φαίνεται πια η αθανασία
    Που ζητάνε τα χέρια σφίγγοντας τη μοίρα τους που άλλαξε σώμα
    κι έγινε άνεμος
    Δυνατός – η αθανασία φαίνεται ήρθε.

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Οι κλεψύδρες του αγνώστου (απόσπασμα)

    4. ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΟΥ ΙΣΠΑΧΑΝ

    Μισοφέγγαρο ασημί
      βγαίνει μες στο γιασεμί
    Τα κορίτσια το κοιτάν
      απ’ τους κήπους του Ισπαχάν

    Κι ένας άγγελος με γένια
      στέκει πάνω στα μπεντένια:
    – Τέτοια νύχτα ποιος κοιμάται
      το Θεό δεν τον φοβάται ;

    – Άγγελε τί μας το λες
      φέρε κόκκινες στολές
    Να γινούμε τα μαμούδια
      πάνω στα χρυσά λουλούδια

    Ράντισέ μας όνειρο
      το γαριφαλόνερο
    Να γεμίσουμε τη λύπη
      από `κείνο που μας λείπει

    Κάνε τη στερνή τη χάρη
      του γερο-περιβολάρη
    Και του απαρηγόρητου
      νά ’ρθει πια το αγόρι του

    Γέρνει ο κήπος με το πλάι
      μες στους ουρανούς και πάει
    Με το φως επανωφόρι
      στέκει ο άγγελος στην πλώρη:

    – Κοιμηθείτε κοιμηθείτε
      το Θεό παντού να βρείτε
    Στο κρεβάτι και στον τάφο
      σας το γράφω σας το γράφω

    Μισοφέγγαρο ασημί
      γέρνει μες στο γιασεμί
    Τραγουδάνε και το παν
      τα κορίτσια του Ισπαχάν

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. Από τη συλλογή: «Τα ρω του έρωτα» (1972).
    Από το βιβλίο: Οδυσσέας Ελύτης, «Ποίηση», Ίκαρος, Αθήνα 2002, σελ. 285-286.

    Αφροδίτη Μάνου-Τα κορίτσια του Ισπαχάν

    Γκόρπας επί δύο:

    5. ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΑΝΘΟΥΣ

    Κορίτσι λαϊκής πολυκατοικίας
    μεγάλωσες κι ομόρφυνες ανάμεσα από δυο λεκάνες
    στη μια τρίχες και σαπουνάδες
    από ξυρίσματα ποδιών δεκαπεντάχρονων κοριτσιών
    στην άλλη τα νερά της νύχτας.
    Άνθος που φύτρωσες εκεί που δεν φυτρώνουν άνθη
    αλλά απροσδόκητα φασόλια
    σ’ έκοψα και σε ρίχνω πάνω σε παρέλαση εργατικής πρωτομαγιάς.
    Άνθος δωματίου με τέσσερα κρεβάτια που
    δεν επιτρέπει βήματα δεν επιτρέπει όνειρα
    δεν επιτρέπει να περάσει μέσα ο ήλιος να περάσουν τραγούδια.
    Κορίτσι που έχεις μια μαμά που αδιαφορεί για σένα
    ένα μπαμπά που σ’ ερωτεύεται
    μιαν αδελφή που σε μισεί μόνο και μόνο για την ομορφιά σου.
    Κορίτσι που τη «ζώνη» που φορείς
    πρώτο παράσημο μικρής πουκαμισούς
    μη τη θυμάσαι
    δεν το μπορεί να σου κερδίσει την ελπίδα.
    Πρόσεξε το χαμόγελό μου το χαμόγελο εκείνων
    που έμαθαν το τραγούδι της οργής και της αγάπης.

    ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ (από τη συλλογή ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ, εκδόσεις Πορεία 1980)

    6. ΠΙΚΡΗ ΕΠΟΧΗ

    Σαν να είμαστε μικρά παιδιά
    δεν πρόφτασαν να μας κρατήσουν οι γονείς μας απ’ το χέρι
    και να μας πάνε πουθενά
    ήτανε κιόλας σκοτωμένοι άρρωστοι ή χαμένοι.
    Τότε αντί για καλημέρα λέγαμε
    ως πότε ως πότε ως πότε
    αντί για καληνύχτα σιωπούσαμε
    σχεδιάζοντας μες στην αμφιβολία της νύχτας
    παιχνίδια και χαρές στο νέο καιρό της λευτεριάς.

    Τότε το ωραίο κορίτσι μας το λέγανε Γιολάντα.
    Η Γιολάντα
    μας πότιζε πίκρα και μίσος
    έτσι καθώς καμάρωνε τ’ απόγευμα απ’ το παράθυρό της
    ντυμένη του προσώπου της το φως και το γαλάζιο φόρεμά της
    χωρίς πληγές χωρίς καημό και αίματα
    ξεχειλισμένη αληθινό φαΐ και τη γλυκιά ομορφιά της.
    Τη βλέπαμε για μια στιγμή μέσα στα μάτια κι έλαμπε
    ύστερα βλέπαμε το δρόμο που έλαμπε πάντα και μας καλούσε
    για τις ουρές της διανομής και τη σκληρή μαυραγορά
    πούτανε θέα απροσπέλαστη σαν έτοιμο μαχαίρι.

    Θυμόμαστε πως στον κόρφο μας
    φώλιαζε ένα πουλί
    μας εκρατούσε από το χέρι η περηφάνια
    μας εκρατούσε από το χέρι η οργή
    και προχωρούσαμε
    με τ’ όραμα μισού πέδιλου από λάστιχο αυτοκινήτου
    με τ’ όραμα μισού σπειριού μπομπότας.
    Δε μας εγύρισε πίσω ποτέ η βροχή
    κι ο άνεμος που μας σώριαζε στο δρόμο.
    Τα ξεσχισμένα πόδια μας δε χάθηκαν στη λάσπη
    φυλάξαμε τα μάτια μας να μη τα σβήσει η καταχνιά
    τα ξυλιασμένα χέρια μας κρατούσαν την καρδιά μας
    μη την σκοτώσει η ανημποριά μη την κερδίσει η πίκρα.
    Κι όταν πουλούσε η μάνα μας τα ρούχα της και τα χρυσαφικά της
    για ένα κινίνο ή δυο κλωνιά σταφίδα
    εμείς μαθαίναμε να περιμένουμε τη λευτεριά.
    Δεν κλάψαμε ποτέ.

    ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ (από τη συλλογή ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ, εκδόσεις Πορεία 1980)

    Aπό ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό
    ήρθ’ ένα κορίτσι, φως μου, δώδεκα χρονώ

    7. ΤΑ ΒΕΛΗ

    Ένα κορίτσι σ’ ένα κήπο
    Δύο γυναίκες σε μιά γλάστρα
    Τρία κορίτσια στην καρδιά μου
    Άνευ ορίων άνευ όρων.

    Μία παλάμη σ’ ένα τζάμι
    Μία παλάμη σ’ ένα στήθος
    Ένα κουμπί που ξεκουμπώνεται
    Ένα βυζί που αποκαλύπτεται
    Ενώ ο Τοξότης με τα βέλη
    Λάμπει ψηλά στον ουρανό
    Άνευ ορίων άνευ όρων.

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ , Από τη συλλογή «Ενδοχώρα» (1945).
    Από το βιβλίο: Ανδρέας Εμπειρίκος, «Ενδοχώρα», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1980, σελ. 46.

    8. Το κορίτσι που δεν έγινε ποίημα

    Το κορίτσι που δεν έγινε ποίημα
    τίναξε απ’ το παλτό του τις νιφάδες
    -νεκρά φιλιά που πάγωσαν-
    και προχώρησε στη νύκτα.
    Το κορίτσι που δεν έγινε ποίημα
    πνίγηκε μιαν άνοιξη
    κάτω από τη γέφυρα των Στεναγμών
    μασώντας στίχους.

    ΑΡΑΒΑΝΗΣ ΣΠΥΡΟΣ

    ΒΙΟΛΑΡΗΣ -ΤΟ ΔΕΛΦΙΝΟΚΟΡΙΤΣΟ-1972

    9. Ένα κορίτσι λυγερό

    Ένα κορίτσι λυγερό
    φεγγαροχτυπημένο,
    με ζουρνά ξετρελαμένο.
    Μεθά χορεύει και πηδά
    πάνω από νέφη και φωτιές,
    τον ερχομό του τραγουδά
    μέσα σε δάση από ιτιές.
    Το κορίτσι θα τον φέρει
    σ’ άγνωστα λημέρια
    να χτυπήσει θάλασσες,
    να καρφώσει αστέρια.

    ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

    10. «Το κορίτσι της Αθήνας»

    Η νιότη ολάκερη μες στο φως
    μιας πόλης σε δύση
    όπου ο κάθε ήχος
    λαβωμένος κι εξόριστος
    ξεκόβει από τον ορυμαγδό.
    Κι εσύ ζωή μου σώσου αν μπορείς
    φυλάξου
    για το μέλλον το διαβατικό
    και για κείνους τους ίσκιους πάνω στις γέφυρες
    στο αστραποβόλημα των φάρων.

    Vittorio Sereni, «Το κορίτσι της Αθήνας» (μτφρ: Ευαγγελία Πολύμου)από τη συλλογή Ημερολόγιο της Αλγερίας -Περιφέρεια 1940

    ΜΗΤΣΙΑΣ – ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ » 1975

    11. Ἄ, ἐκεῖνο τὸ γειτονικὸ κορίτσι…
    – – – -Ἄ, ἐκεῖνο τὸ γειτονικό κορίτσι, μὲ τὸ τσίτινο φόρεμα,
    μὲ τὰ σκληρά χέρια τῆς δουλειᾶς, μὲ τὸ φρέσκο χορτάρι στὰ μαλλιά της,
    μὲ τὴ μυρωδιά τοῦ πρωινοῦ σαπουνιοῦ στὸ βῆμα της!
    – – – -Εἶχε δυὸ πρώιμες ἀνθισμένες πασχαλιές μὲς στὴν ὑπομονή της,
    εἶχε ἕνα χνοῦδι μάνας στὴν ἁφή της!

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    11. Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

    Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
    θα πλημμυρίσει η πόλη με βουβά κορίτσια
    ο αέρας με στυφή ευωδιά θανάτου
    τα φρούρια θα σηκώσουν άσπρες σημαίες
    τα οχήματα θα σταματήσουν –
    αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

    Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
    θα δείτε χίλια κορίτσια με τρυπημένα στήθη
    ακάλυπτα, να σας φωνάζουν
    «γιατί μας στείλατε έτσι νωρίς να κοιμηθούμε
    σε τόσο χιόνι, αχτένιστες, κλαμένες;» –
    αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

    Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
    θα ιδούν κατάπληκτα τα πλήθη
    πως φάλαγγα πιο ανάλαφρη δεν πάτησε τη γη
    πως λιτανεία πιο ιερή δεν έχει παρελάσει
    ανάσταση πιο ένδοξη και ματωμένη –
    αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

    Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
    γαμήλιο άνθος η πανσέληνος θα υψωθεί να τις στολίσει
    μέσα στα κούφια μάτια τους θα κλαίνε ορχήστρες
    οι μπούκλες τους, οι επίδεσμοι θα κυματίζουν
    ω τότε, πολλοί από τύψεις θα πεθάνουν –
    αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

    Ρίτα Μπούμη-Παππά, Από τη συλλογή Χίλια σκοτωμένα κορίτσια (1963)

  2. αχ κορίτσι κοριτσάκι

    το τρελοκόριτσο

  3. Ciao, Aggeliki!… Κι όμως αποδείχτηκες πολύ διαβασμένη κρίνοντας από το πλούσιο ωραιότατο σχόλιό σου!!!

    -Γ. Σαραντάρης, «Ξανθό κορίτσι είσαι»

    «Ξανθὸ κορίτσι εἶσαι
    ἡ κουβέντα σου μετάξινη
    σχεδὸν σὰν τὰ μαλλιά σου.

    Γοητεία ἡ γυναίκα
    φίλησε τὸ στόμα της
    ν’ ἀναπαυθεῖ κάθε ἀδυναμία…»

    -Θανάσης Κωσταβάρας, «Μελαγχολικά κορίτσια στην πλαζ»

    «Χλομά κορίτσια καθισμένα στην αμμουδιά.
    Μακριά από τα παιχνίδια της θάλασσας.
    Με τα φτερά του έρωτα μαραμένα.

    Λυπημένα κορίτσια.
    Αφήνοντας πίσω τα πικρά τους δωμάτια.
    Χαράζοντας με τα λεπτά δάχτυλά τους
    αγαπημένα ονόματα πάνω στην άμμο.

    Εγκαταλειμμένα κορίτσια, απαρηγόρητα.
    Με τα μεγάλα μάτια τους συννεφιασμένα.
    Ψιχαλίζοντας κάτω από τον ήλιο τα σκοτεινά τους οράματα.

    Πάντως περιμένοντας, περιμένοντας πάντα.
    Περιμένοντας τη χάρη.
    Περιμένοντας τον άγγελο της νύχτας να βγει από το κύμα.

    Να τα πάρει πάνω στη μηχανή του και να ταξιδέψουν.

    Πέρα από τη λύπη, πέρα από τη θάλασσα.
    Εκεί που τα λόγια δεν είναι σκληρά
    και τα όνειρα δεν είναι απελπισμένα.

    Ξεχασμένα κορίτσια, καθισμένα παράμερα στην αμμουδιά.»
    (Θ. Κωσταβάρας, Στο βάθος του χρώματος, Νεφέλη)

    -Θωμάς Γκόρπας, «Ομόνοια – Άνω Πετράλωνα»

    «Κορίτσι-εξουσία του λεωφορείου μέσα στο βράδυ
    κάθεσαι πλάι μου όπως
    ξανθό άνθος πίσω από φράχτην όπως
    άστρο που περπατάει στον κόρφο μου
    κι όμως μου λέει: Θα φύγω.
    Κάθεσαι πλάι μου βουλιάζεις μες στα μάτια μου
    όπως σ’ ένα τοπίο που θέλεις μα δεν μπορείς να τ’ αγαπήσεις
    σχεδιάζοντας μες στη σιωπή που σε κρατάει δεμένη
    τον αγαπημένο σου.
    Πάντα πνιγμένη μες στα μάτια μου
    πάντα δεμένη απ’ τη σιωπή
    αναπολώντας μουσικές παλιές να ‘ρθουν και να σε λευτερώσουν
    μα οι μουσικές δεν έρχονται κι εσύ
    κάθεσαι πλάι μου
    πάντα πνιγμένη μες στα μάτια μου
    πάντα δεμένη απ’ τη σιωπή
    με την καρδιά σου λαβωμένη σαν μικρό πουλί
    με την ομορφιά σου ακυβέρνητη σαν μικρό παιδί
    κάθεσαι πλάι μου
    σαν άνθος και σαν άστρο και σαν έρωτας που θέλει
    μα δεν μπορεί.»
    (Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

    -Ουράνης Κώστας, “Κορίτσια του παλιού καιρού”

    «Mορφές, μέσα στη μνήμη μου, χιμαιρικές κι ωραίες,
    σα ρόδινες σ’ ακίνητα βάλτων νερά νυμφαίες,
    -τον τόπο αφότου αφήσατε, τι να ‘χετε απογίνει,
    κορίτσια του παλιού καιρού, Αθηναϊς, Ειρήνη;
    Ποιοι τάχα να σας χαίρουνται, σε ποια να ζείτε ξένα,
    ω σεις που με μαγεύατε, παιδί, στην επαρχία,
    όπως μαγεύουν έναστρης νυχτιάς την ησυχία
    γλυκιές φωνές που τραγουδάν τραγούδια ευτυχισμένα,
    ποιοι τάχα να σας χαίρουνται, σε ποια να ζείτε ξένα;
    Σα να ‘ρθαν και σας πήρανε κουρσάρικα καράβια,
    ούτ’ ένα μήνυμα από σας δεν ήρθε τώρα χρόνια!
    Ρημάξανε τα σπίτια σας -κι απ’ τα ψηλά μπαλκόνια
    μόνες οι γριές οι βάγιες σας κοιτάνε προς τα βράδια:
    σα να ‘ρθαν και σας πήρανε κουρσάρικα καράβια…»

  4. Γεια σου, Λύσιππε! Ευχαριστώ πολύ!!!

  5. Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας – Κορίτσια της συγνώμης (1988)

    1. «Αν μπορούσε να βρει ύπνο, ο ύπνος θα ήταν ένα κορίτσι».
    Dylan Thomas

    2……………………………………………………………………………………..
    Γιατί δεν πεθαίνουνε πια αυτές οι μέρες που μας λεηλάτησαν τόσο;
    Ή στο χρόνο π’ αρχίσαμε ν’ αγαπούμε σαν άντρες και τα κορίτσια τραβούσαν το χέρι τους χωρίς να ξέρουν το γιατί
    Κι όμως, ίσως να ’τανε κι ωραίο, σαν ένα βιβλίο ανοιχτό, να περνούσανε οι ώρες αθόρυβα τριγυρισμένες ασφάλεια
    ………………………………………………………………………………………..
    Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου με τα ποιήματα που ταξιδεύουν σ’ ασήμαντα νησιά για να ξυπνήσουν την ευαισθησία μας
    Τα κορίτσια που ερωτεύονται την ίδια τους μορφή στον καθρέφτη και προσμένουν να λικνίσουν τ’ αβρά όνειρά τους.
    ………………………………………………………………………………………
    ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, Από τη συλλογή Εποχές (1945) Το καινούριο τραγούδι

    Κορίτσι Κυριακάτικο-Δήμητρα Γαλάνη

    3. Η Κυριακή είναι κορίτσι

    Όταν γνωρίζω ένα κορίτσι
    του λέω πως αγαπώ τις Κυριακές.

    Και επειδή όλα τα κορίτσια που γνωρίζω,
    είναι Τρίτες,
    περιμένω τη Δευτέρα να ισορροπήσω.

    Στο παρελθόν
    και το μέλλον.

    Κι έτσι,
    κανένα κορίτσι
    δεν είναι το παρόν μου.

    Βαγγέλης Ευαγγελίου

    Γιάννης Σαββιδάκης-Το κορίτσι μου κοιμάται

    4. ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ

    Πολύ μ’ απασχολεί αυτό το κορίτσι
    που ακούμπησε τ’ απόγεμα
    το πρόσωπο στο τζάμι
    και κάρφωσε το βλέμμα στον δρόμο
    χωρίς να βλέπει,
    και προσήλωσε την προσοχή στον δρόμο
    χωρίς να προσέχει.

    ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ(18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1914 – 2004)

    Παντελής Αμπαζής – Ζήτω τα λαϊκά κορίτσια

    5. ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ

    Ένα κορίτσι κρινοπλασμένο
    Δεν με χωνεύει το ορφανό,
    Δεν με χωνεύει, αχ! Το καϋμένο,
    Γιατ’ είμαι, λέγει, μελαγχροινό.

    Ένα μαχαίρι πάρε, να σφάζη,
    Σχίσε το στήθος, και σαν ιδής
    Πώς η καρδιά μου μέσα μου βράζει,
    Τότε βεβαίως, τότε θα ‘πης:

    «Πρόσωπο που ‘χει μέσα στα στήθη
    Τέτοιο καμίνι, θα δυνηθή,
    Ωσάν εμένα άσπρο να μείνη,
    Δεν θα μαυρίση, δεν θα ψηθή;

    Σαν δεν σ’ αρέσει μαύρος να μείνω,
    Σβύσε τη φλόγα, και παρευθύς
    Ενώ πασχίζεις άσπρος να γίνω,
    Και σύ κοντά μου θα ζεσταθείς.

    ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ

    Λιγνά κορίτσια (Γ. Ρίτσος & Μ. Θεοδωράκης)

    6. ΚΟΡΙΤΣΙ ΓΑΛΑΖΙΟ

    Βλέπω το κορίτσι μου
    το γυμνό το πρόσωπο
    το χιόνι

    Νιφάδες το νερό
    βρέχει τα χείλη πέφτει
    πάνω στα βλέφαρα
    πάνω στα πόδια

    Αθόρυβα πουλιά
    περνούν τα ποτάμια
    με γυάλινα δόντια
    σκίζουν τα κρύσταλλα λόγια του νερού
    ματώνουν τη φωνή της

    Αλλού
    τα χέρια της στα σύννεφα
    αχνοφέγγουν
    γνέφουν μυστικά
    αλλού ν’ ακούω τη φωνή της

    Το κορίτσι μου στα σύννεφα
    είναι ποτάμι χιόνι
    κόκκινο χιόνι
    γαλάζιο στην καρδιά

    (ΛΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ)

    Το κορίτσι του Μάη – Olympians

    The Charms – Tρελοκόριτσο

    7. Ένα κορίτσι στον αγρό

    Ώρες κοιτώ ένα αξέγνιαστο κορίτσι
    στου δειλινού την άτρεμη γαλήνη
    άγρια λουλούδια στον αγρό να κόβει.

    Στην ανοιχτή ποδιά του μ’ ένα γέλιο
    πασίχαρο, σαν πρώτο αυγούλας φέγγος,
    τα ρίχνει και δε βλέπει που βραδιάζει.

    Γύρνα, λέω να του πω -ζυγώνει η νύχτα!
    Όμως σωπαίνω, για να μην ταράξω
    την τέλειαν αρμονία που συνταιριάζει.
    με τ’ άυλα ρόδα που αχνοσβούν στο δείλι
    και τα βουνά τα γύρω που έχουν χάσει
    γραμμή και σχήμα κι έχουν γίνει πνέμα.

    Δεν του φωνάζω να γυρίσει’ ας μείνει!
    Σα μαγικό μαγνάδι είναι η ποδιά του,
    που όλα χωρούν της πλάσης τ’ άνθια μέσα.

    Βραδιάζει και ζεστή σε λίγο η νύχτα
    στον κάμπο τ’ ουρανού κι άλλα λουλούδια
    αμέτρητα θα φέρει κι όλο φέγγος.
    που σα φωτοβολίδες θ’ αρχινήσουν
    να πέφτουν στα γαλάζια μέσα χάη.

    Και λέω σα μαγικό μαγνάδι πάλι
    την πλουμιστή ποδιά του πως θ’ ανοίξει,
    καθώς θα πέφτουν σα χρυσό χαλάζι,
    και τ’ ουρανού τ’ αστέρια για να μάσει.

    ΛΕΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΑΣ

    ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ – ΜΑΝΟΣ ΞΥΔΟΥΣ

  6. Poly wraia!… Grazie mille!!!!

    «…Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
    άγιε Νικόλα φύλαγε κι αγιά θαλασσινή
    τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει παιδί του Μοντιλιάνι
    που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί…»
    (Ν. Καββαδίας)

    -Κλείτος Κύρου, «Το κορίτσι που ζητούσε λίγο φεγγάρι, λίγη θάλασσα και λίγη μουσική στην καρδιά της»

    «Μια μέρα θα μας κλάψουν οι αγριοδαμασκηνιές
    Και τα κορίτσια που ποθήσαμε
    Σεμνά θα μας θρηνήσουν
    Υπήρξαμε παράφοροι κι εμείς εραστές
    Και δείχναμε στις άγουρες κοπέλες
    Το ανήλιαγο τρικύμισμα της σάρκας
    Στους όμορφους ίσκιους της οδού Ελιμίας
    Βαδίζαμε χεραγκαλιά
    Τα μαλλιά μας μπλεγμένα θανάσιμα
    Και τα χείλη της τ’ άλικα
    Στέλναν μηνύματα ριγηλά
    Στις ομοιόμορφες οικοδομές και πάνω στις στέγες
    Ήταν ψηλή
    Και σειούνταν σαν τη λεύκα
    Και μίλαγε με τον άνεμο
    Κι εμείς ολόμαυροι σαν τη νύχτα
    Στεγάζαμε και πνίγαμε τους πόθους της
    Αποδήμησε
    (Σκεφτήκατε ποτέ σας τι θα πει απαντοχή)
    Ξενιτεύτηκε
    (Συλλογιστήκατε πως η μνήμη μας είναι τόσο ευαίσθητη)
    Κάτω από τοίχους στρωμένους χιλιόμορφη γνώση
    Ξεφλουδίζαμε κορμιά τυλιγμένα σε απέριττα ρούχα
    Και γευόμασταν τους κρυφούς τους καρπούς
    Τώρα νιώθαμε τις παλάμες μας αδειανές
    Και χτενίζαμε τις οδυνηρές μας ρυτίδες
    Αντικρίζοντας θλιμμένα το ωχρό μας πρόσωπο στον καθρέφτη
    Στη σκληράδα της φετινής άνοιξης
    Προτάσσουμε μια δέσμη νοσταλγίας
    Και κάτι θαμπές αναζητήσεις

    Μια μέρα θα μας κλάψουν οι αγριοδαμασκηνιές
    Κι αυτή που μας αρνήθηκε
    Αργά θα σαλέψει στον άνεμο
    Λόγο φεγγάρι και λίγη θάλασσα και λίγη μουσική
    Μες στην καρδιά
    Και γύρω σου οι ομορφιές πληθαίνουν
    Κι είναι τόσο σκληρή η έκφραση

    Κι η οδός Ελιμίας καταποντίστηκε στο παρελθόν»
    (Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή, ΑΓΡΑ)

    -Χοσέ Μαρτί (Κούβα), «Το κορίτσι από τη Γουατεμάλα»

    «θέλω στον ίσκιο μιας φτερούγας
    Να πω αυτή την ιστορία:
    Της κόρης από τη Γουατεμάλα
    Που την σκότωσε η αγάπη.

    Ήταν κρινένια τα μπουκέτα,
    Τα ακροστόλια από σγαράντζια
    Και γιασεμιά: τη θάψαμε
    Σ’ ένα κιβούρι μεταξένιο.

    Πήρε από κείνη ο γελασιάρης
    Μια μυρωμένη πελοτίτσα:
    Γύρισε, αλλά ήταν παντρεμένος.
    Εκείνη πέθανε από αγάπη.

    Σε νεκροτράπεζο την πήγαιναν
    Επίσκοποι και πρεσβευτές:
    Πίσω ο λαός πήγαινε ομάδι,
    Όλα πνιγμένα μες στ’ άνθη.

    Για να τον δει για λίγο ακόμη,
    Εκείνη βγήκε στο μπαλκόνι.
    Εκείνος ήταν με την άλλη.
    Εκείνη πέθανε από αγάπη.

    Σαν ένας πυρωμένος μπρούτζος,
    Στον τελευταίο ασπασμό,
    Ήταν το μέτωπό της. Το μέτωπο
    Που πιο πολύ αγάπησα στη ζωή!

    Μπήκε, περασμένη ώρα, στο ποτάμι,
    Και από κει βγήκε νεκρή.
    Λένε πως πέθανε από κρύο.
    Εγώ όμως ξέρω: πέθανε από αγάπη.

    Εκεί, στον κρυερό θάλαμό της,
    Την έβαλαν σε δυο πέτρινους πάγκους:
    Της φίλησα το μακρουλό χεράκι,
    Φίλησα τα άσπρα της παπούτσια.

    Σιωπηλός, σαν έπεφτε η νύχτα,
    Με φώναξε ο νεκροθάφτης:
    Ποτέ πια δεν ξανάδα εκείνη
    Που γι αυτή η αγάπη έγινε τάφος.»
    (Τα εκατό ωραιότερα ποιήματα της ισπανικής γλώσσας, Εκάτη)

  7. 1. Κορίτσι
    ήρθες από κει που ανατέλλει
    ο ήλιος.
    Εδώ, βγάζεις βόλτα ένα σκυλί
    το απόγευμα.
    Σ’ αυτή τη γειτονιά
    λίγα τα παιδιά
    πολλοί οι μεγάλοι
    πολλά τα σκυλιά.
    Σ’ αυτή τη γειτονιά
    συνέχεια δύει.
    Μερικές φορές το σκυλί
    που κουβαλάς
    σηκώνει το κεφάλι
    στο δίσκο του ήλιου.
    Και γαυγίζει.

    Αφροδίτη Νότη

    2. Δυο κορίτσια

    Δυο κορίτσια
    μάζευαν μαργαρίτες στο λόφο
    Στο δημόσιο δρόμο
    κατέβαιναν
    τα τύμπανα της παρέλασης
    τα τανκς οι ερπύστριες.

    Αφροδίτη Νότη, Νοέμβρης 2005

  8. ….Grazie, Aggeliki!
    Έχω κι εγώ κάτι ακόμα…

    -Μανουέλ Ορτέγα, «Κορίτσι στην άμπωτη»

    «Όταν στο ειρηνικό σου όνειρο αργοζυγώνεις
    στο έρμο τούτο ακριγυάλι στο θερινό λυκόφως
    μια φωνή πρωταγροίκητη υψώνεται στη στάθμη της νύχτας
    για σένανε ρωτώντας θρηνώντας σε με πόνο,
    για σένα που αγαπούσες τη γη μέχρι θανάτου.

    Τότε μια μαύρη μουσική σωριάζεται κι αδειάζει
    στο στόμα σου τα λάφυρά της: σιδερικά και ξύλα
    κι ένα γάλα κατάκρυο που σιμώνει το κορμί σου διστάζοντας
    με φριχτή υπομονή σου μουσκεύει τις γούβες των αρτηριών.
    Ένα βασίλειο αρμύρας χυμίζει στο λαιμό σου,
    Η γύψινη καρδιά του χτυπάει κάτω απ’ τον άνεμο
    και σα ζουνάρι ντούρο τη μέση σου λουρώνει
    ώσπου θρηνεί μαζί σου για την όμορφη μέρα.

    Στο φεγγαρίσιο φως: Τι λυπημένα ψάρια
    τρυπάν με τ’ όνειρό τους το θειάφι των ματιών σου;
    Τι άπονα αγόρια κόβουν το περδικίσιο στήθος σου
    σ’ εκείνα κει τα βάθη των ορυκτών νεράιδων;
    Τι υπάρχει στο έδαφος αυτό που το σκεπάζουν τρύπες;
    Σε τι πάρκα φελλόδεντρων κι άσπρων πανιών αγνίζεις
    τα παιδικά σου χρόνια με Κυριακές γεμάτα;

    Ακούω κορίτσι τ’ απαλό κορμί σου εκεί στο νότο
    να κολυμπάει πριν αιώνες μέσα στο κύμα. Βλέπω
    τα ολόμαυρα μαλλιά σου θαμμένα με κορδέλες,
    τα οστά σου καμωμένα πράσινες πεταλούδες.
    Στο φυτικό τι γύρευες εκείνο κοιμητήρι;
    Τι καρτερούσες απ’ τα μαύρα αυτά δαιμόνια
    που ράψανε στην άμμο το εφηβικό σου φύλο;

    Έρημη στέκει η θάλασσα από τότε και το ξέρεις.
    Μα οι βάρκες στ’ ακρογιάλι δε στέργουν τη θανή σου.
    Κι επίμονες, μονήρεις, τις τάβλες τους παιδεύουν
    το σκελετό σου ψάχνοντας που στο νερό έχει λιώσει.»
    (Σύγχρονη ισπανική ποίηση, ΓΝΩΣΗ)

  9. Ο Λαπαθιώτης ήρθε μόνος του από το πουθενά:

    Τὰ χλωμὰ τὰ κοριτσάκια

    Τὰ χλωμὰ τὰ κοριτσάκια
    μαραμένα σὰν τὰ κρίνα,
    στέκουνται, σὰ μαγεμένα,
    καὶ κοιτᾶνε τὴ βιτρίνα,

    δὲν τὰ νοιάζει γιὰ τὸ κρύο,
    δὲν τὰ νοιάζει γιὰ τὴν πείνα,
    κάθουνται μαρμαρωμένα,
    καὶ κοιτᾶνε τὴ βιτρίνα…

    Κι οἱ κουκλίτσες, ἀπὸ μέσα,
    μὲ τὰ κόκκινα λακκάκια,
    ποὺ δὲν ξέρουν τὶ συμβαίνει,
    καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν ἔχουν κάκια,

    οἱ κουκλίτσες οἱ καημένες,
    ἄλλο τόσο μ᾿ ἀπορία,
    τὰ κοιτᾶν, κι ἐκεῖνες τώρα,
    σὰν ἀλλόκοτα θηρία!

    Τὶς κουκλίτσες τὶ τὶς νοιάζει!
    καλὰ κάθουνται στὴ ζέστα,
    τὰ φτωχὰ τὰ κοριτσάκια,
    ὅμως γύρισε καὶ δές τα,

    μ᾿ ἕνα μαῦρο ρουχαλάκι,
    ξεφτισμένο καὶ τριμμένο,
    μ᾿ ἕνα σκίσιμο ἀπὸ πίσω,
    ντροπαλὰ μισοκρυμμένο,

    μὲ πρησμένο, ἀπ᾿ τὶς χιονίστρες,
    τὸ μικρούλι τους χεράκι,
    μᾶλλον τὰ καημένα ἐκεῖνα,
    μοιάζουν νἆναι ἀπὸ κεράκι…

    Κι ὅμως νὰ πού, μὲς τὸ δρόμο,
    μὲ τὰ ξένα ἐκεῖνα χάδια,
    μιὰ στιγμή, ξαναγιομίζουν
    τὴν καρδούλα τους τὴν ἄδεια..

    Μὰ σὰν πᾶνε παρακάτου,
    ποὺ κανένας δὲν τὰ βλέπει,
    ἔρημα καὶ μοναχούλια,
    μὲ τὸν οὐρανὸ στὴ σκέπη,

    κρύβουν ἔτσι ἀπελπισμένα,
    τὰ ματάκια στὸν ἀγκώνα,
    ποὺ κι ἐκείνος κλαίει, κλαίει,
    στὴν πικρὴν αὐτὴν εἰκόνα…

    NAΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: